Supreme Court dismisses appeal against appealable judgment on civil liability for animal death due to procedural errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the appellant company and an individual against the First Instance Court's judgment. The appellants argued that the lower court failed to consider specific veterinary documents and expert opinions regarding the cause of the animals' death. The court rejected these claims, finding that the appellate court had properly evaluated all evidence, including the sworn testimony and documents submitted by the respondents, and that the alleged procedural defects were unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 1, Art. 281 of the Civil Code; An appeal against a judgment on civil liability for animal death is inadmissible if the appellate court has duly considered all evidence and the appellant fails to demonstrate a substantive legal error.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 263 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 263/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση - Εισηγήτρια, Μυρσίνη Παπαχίου και Ιωάννη Δουρουκλάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Δ. Α.Β.Ε.Ε.", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Γ. Δ. του Α., κατοίκου …. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Πετρίδη, ο οποίος ανακάλεσε την από 1-10-2020 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Γ. του Δ. και 2) Δ. Γ. του Ε., κατοίκων .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Γαλλή του Κωνσταντίνου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-8-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3411/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 2234/2019 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29-10-2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 29-10-2019 αίτηση αναίρεσης και τους δι' αυτής διατυπούμενους λόγους που παρακάτω εξετάζονται, προσβάλλεται η αντιμωλία των ήδη διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 2234/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που δέχθηκε την από 3.8.2016 έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της 3411/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ( το οποίο, είχε απορρίψει την από 28.8.2013 αγωγή των αναιρεσιβλήτων εναντίον των εναγομένων ήδη αναιρεσειόντων) , υποχρεώνοντας τους τελευταίους κατά παραδοχή της άνω αγωγής εν μέρει να καταβάλουν σε κάθε ενάγοντα εις ολόκληρο τα αναφερόμενα στην απόφαση χρηματικά ποσά , νομιμοτόκως από την επίδοσή της για την αποκατάσταση της θετικής (περιουσιακής) ζημίας και χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστησαν οι ενάγοντες από την σε βάρος τους αδικοπρακτική συμπεριφορά τους.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006).
Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β` , 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή (και) προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.
Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως.
Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρεώσεως λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων, όπως, ιδίως, επιβάλλεται, σύμφωνα με την καλή πίστη και την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, όταν ο υπαίτιος δημιούργησε ορισμένη επικίνδυνη κατάσταση, οπότε έχει υποχρέωση να λάβει κάθε ενδεικνυόμενο από τις περιστάσεις μέτρο, για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε τρίτους από την κατάσταση αυτή.
Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, υπάρχει, όταν, εξαιτίας της παράλειψης του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια, που αν κατέβαλλε, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητάς του, θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός (δράστης) είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επελεύσεώς του, ήλπιζε όμως ότι θα το αποφύγει.
Βαριά αμέλεια μπορεί να θεωρηθεί ότι υφίσταται, όταν η παρέκκλιση από τη συμπεριφορά του μέσου επιμελούς ανθρώπου είναι σημαντική, ασυνήθης, ιδιαιτέρως μεγάλη και φανερώνει πλήρη αδιαφορία του δράστη για τα παράνομα σε βάρος τρίτων αποτελέσματα της (ΑΠ 1668/2013).Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρ. 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, κατά, συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (άρθρ. 298 ΑΚ), ήταν επαρκώς ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και επέφερε πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 1398/2015, ΑΠ 81/2013).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 71 AK: "Το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις ή τις παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν,, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και δημιουργεί υποχρέωση αποζημίωσης. Το υπαίτιο πρόσωπο ευθύνεται επιπλέον εις ολόκληρον".
Από την ανωτέρω διάταξη, σε συνδυασμό και με αυτές των διατάξεων των άρθρων 65 παρ.1 και 67 του ΑΚ, σύμφωνα με τις οποίες, αντίστοιχα, "το νομικό πρόσωπο διοικείται από ένα ή περισσότερα πρόσωπα" και "όποιος έχει τη διοίκηση νομικού προσώπου, φροντίζει τις υποθέσεις του και το αντιπροσωπεύει δικαστικά και εξώδικα.,.", συνάγονται τα ακόλουθα:
Α) Οι νόμιμες υποχρεώσεις γενικώς των νομικών προσώπων για πράξη ή παράλειψη ουσιαστικώς αφορούν τα διοικούντα και εκπροσωπούντα αυτά όργανα, ήτοι τα φυσικά πρόσωπα δια των οποίων διεξάγονται οι υποθέσεις τους και ενσαρκώνεται η βούληση τους (ΑΠ 641/2011) Β) Εφόσον τα διοικούντα και εκπροσωπούντα το νομικό πρόσωπο όργανα, παραβιάσουν υπαιτίως με πράξη ή παράλειψη κανόνα που επιβάλλει επιταγή ή απαγόρευση στο νομικό πρόσωπο, τότε ευθύνονται και αυτά προσωπικά από αδικοπραξία.
Εξομοιώνεται δηλαδή η υπαίτια παράβαση από τα όργανα αυτά νόμιμης υποχρέωσης του νομικού προσώπου με υπαίτια παράβαση ίδιας νόμιμης υποχρέωσης. (ΑΠ 88/2018,ΑΠ 1723/2014). Κατά συνέπεια, τα διοικούντα και εκπροσωπούντα το νομικό πρόσωπο όργανα φέρουν προσωπική αδικοπρακτική ευθύνη για τις υπαίτιες παραβάσεις νομίμων υποχρεώσεων τόσο των ιδίων, όσο και των νομικών προσώπων (ΑΠ 253/2013).
Δεδομένου δε, ότι η υπαιτιότητα, η οποία ορίζεται ως "η επιλήψιμη ψυχική κατάσταση ενός προσώπου απέναντι στην παράνομη εξωτερική συμπεριφορά του" προσήκει μόνο σε φυσικά πρόσωπα, το νομικό πρόσωπο δεν αδικοπρακτεί, αλλά ευθύνεται για την αδικοπραξία των οργάνων του, κατ` άρθρο 71ΑΚ (ΑΠ 1885/2014). Γ) Σε περίπτωση αδικοπρακτικής ευθύνης του νομικού προσώπου, δεν απαιτείται εξειδίκευση των επιμέρους αρμοδιοτήτων και της προσωπικής στάσεως εκάστου μέλους της διοικήσεως για την κατ` αρχήν θεμελίωση της δικής του υποχρεώσεως προς αποζημίωση του βλαβέντος εκ του αδικήματος και Δ) Το μέλος της διοικήσεως δύναται να επικαλεσθεί με ένσταση, (την οποία και βαρύνεται να αποδείξει), ότι για ειδικούς λόγους δεν είναι προσωπικώς υπαίτιο για την διάπραξη του αδικήματος και την εντεύθεν ζημία του παθόντος, για την οποία ευθύνεται το νομικό πρόσωπο (ΑΠ 627/2009), Η ένσταση αυτή πρέπει να προταθεί κατά τον προβλεπόμενο στο άρθρ. 262§1 ΚΠολΔ τρόπο, δηλαδή πρέπει να περιλαμβάνει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, άρα ιστορική βάση, και αίτημα περί απαλλαγής από την ευθύνη, ώστε μέσω της κατάλληλης υπαγωγής στο πλαίσιο του οικείου νομικού συλλογισμού να εκδοθεί τελικά απόφαση, σύμφωνη με την έννομη αυτή συνέπεια (ΑΠ 78/2020).
Τέλος, κατά το άρθρ. 298 του ΑΚ, η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος (αποθετική ζημία), λογίζεται δε ως τέτοιο το προσδοκώμενο με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί (ΑΠ 60/2019, ΑΠ 1723/2014).
Εν προκειμένω το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος τα ακόλουθα: "... οι ενάγοντες είναι κτηνοτρόφοι και διατηρούν από κοινού σταυλική μονάδα αγελάδων γαλακτοπαραγωγής στη ... του Δήμου ... του νομού …. Στα πλαίσια της εμπορικής τους δραστηριότητας αρκετά έτη αγόραζαν φύραμα για τη διατροφή των ζώων τους σε μεγάλη ποσότητα (περίπου 30-35 τόνους κάθε μήνα) από την πρώτη εναγόμενη εταιρεία, της οποίας ο δεύτερος εναγόμενος είναι Πρόεδρος και Διευθύνων σύμβουλος, που παραδιδόταν στη μονάδα τους, χωρίς να παρατηρηθεί κάποιο πρόβλημα στα ζώα τους από την ποιότητα του φυράματος.
Το γάλα αυτό οι ενάγοντες πωλούσαν στη γαλακτοβιομηχανία ΟΛΥΜΠΟΣ, η οποία τον Οκτώβριο του έτους 2012 ειδοποίησε τους ενάγοντες ότι κατά τον έλεγχο του γάλακτος διαπιστώθηκε αύξηση της περιεχομένης ουσίας αφλατοξίνης σε μεγάλο βαθμό, η οποία είναι επικίνδυνη για την υγεία του ανθρώπου αλλά και των ζώων που την καταναλώνουν.
Αποτέλεσμα ήταν να απορριφθούν οι ποσότητες αυτές γάλακτος ως κακής ποιότητας και να γίνει αντίστοιχη παρακράτηση του τιμήματος. Για τη διαπίστωση του ανωτέρω γεγονότος οι ενάγοντες απευθύνθηκαν στο πιστοποιημένο ιδιωτικό εργαστήριο ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ ΒΙΟΛΟΓΙΚΑ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ- Γ. Δ. 9αρ.πιστ. …/… και αφού λήφθηκαν δείγματα σε συννενόηση με την εναγομένη εταιρεία από τις πωληθείσες ποσότητες φυράματος στις 3-10-2012, 24-10-2012, 6-11-2012 και 19-11-2012 που υπήρχαν στα σιλό, ανιχνεύθηκε μεγάλη ποσότητα αφλατοξίνης Β1, ειδικότερα για τις 2-10-2012 ποσότητα 33,5 mg/kg, για τις 24-10-2012 ποσότητα 22,6 mg/kg, για τις 6-11-2012 ποσότητα 65,8 mg/kg και για τις 19-11-2012 ποσότητα 52,8 mg/kg, ενώ το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο βάσει της Κοινοτικής Οδηγίας 2002/32/ΕΚ σε ζωοτροφή με ποσοστό υγρασίας 12% σε πλήρεις ζωοτροφές για βοειδή γαλακτοκομικών προϊόντων είναι 5 mg/kg.
Η αφλατοξίνη δεν προκαλεί η ίδια το θάνατο του ζώου, αλλά προσβάλλει το ανοσοποιητικό σύστημα του ζώου και εξασθενεί τον οργανισμό του, ώστε να γίνεται ευάλωτο και επιρρεπές σε συνηθισμένους καθημερινούς νοσογόνους παράγοντες, που διαφορετικά δεν θα το επηρέαζαν, κυρίως δε όταν βρίσκεται σε κατάσταση προχωρημένης εγκυμοσύνης και υψηλής γαλακτοπαραγωγής, με αποτέλεσμα να προξενεί το θάνατό του.
Η κτηνοτροφική μονάδα των εναγόντων είναι τύπου ελεύθερου ενσταυλισμού με ευρύχωρους και καλώς αεριζόμενους με φυσικό και μηχανικό τρόπο (ανεμιστήρες οροφής) χώρους, τηρούσε όλους τους κανόνες υγιεινής (εμβολιασμός, βιταμίνες κ.λ.π), την παρακολουθούσε τακτικά κτηνίατρος και στην ευρύτερη περιοχή το έτος 2012 δεν εμφανίστηκε καμία επιζωοτία (επιδημία).
Από τον Οκτώβριο του έτους 2012 οι ενάγοντες παρατήρησαν στα ζώα τους μειωμένη διάθεση και πολλά σε κατάκλιση και από τις αρχές του επόμενου μήνα άρχισαν να πεθαίνουν. Ειδικότερα κατά το χρονικό διάστημα από 3-11-2012 μέχρι τις 28-12-2012 πέθαναν 16 ζώα του πρώτου ενάγοντα και 21 ζώα του δεύτερου ενάγοντα, τα οποία ήταν σε κατάσταση εγκυμοσύνης από τον Ιούλιο και Αύγουστο του ίδιου έτους.
Στα πρώτα ζώα που πέθαναν διενήργησε νεκροψία και νεκροτομή ο κτηνίατρος Α Μ. (...), ο οποίος αποφάνθηκε ότι ο θάνατος των ζώων προήλθε αποκλειστικά από το "μολυσμένο" φύραμα, που είχε προμηθευτεί από την εναγομένη εταιρεία λόγω της υψηλής περιεκτικότητας αφλατοξίνης... Όταν ενημερώθηκε η εναγομένη εταιρεία για τα ανωτέρω γεγονότα (περιεκτικότητα μεγάλης ποσότητας αφλατοξίνης στο φύραμα που είχε πωλήσει στους ενάγοντες και αιφνίδιος θάνατος των ζώων τους, στην παρτίδα φυράματος της 7-1-2013 πρόσθεσε αντιμυκητοξινικό παρασκεύασμα, το οποίο δεσμεύει την αφλατοξίνη για να μην κινδυνεύει η υγεία του ζώου.
Πριν και μετά την χρονική περίοδο Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2012 δεν είχε παρουσιαστεί στην κτηνοτροφική μονάδα των εναγόντων συνεχόμενος αιφνίδιος θάνατος ζώων τους, ούτε και μετά τη διακοπή της τροφοδοσίας από την πρώτη εναγόμενη αλλά ούτε και από την κατανάλωση φυράματος της παρτίδας της 7-1-2013 της τελευταίας, στην οποία...είχε προστεθεί παρασκεύασμα αντιμυκητοξινικό που λειτουργούσε σαν αντίδοτο στη μεγάλη ποσότητα αφλατοξίνης.
Από τα πραγματικά αυτά γεγονότα αποδεικνύεται πλήρως ότι ο θάνατος των ζώων των εναγόντων προήλθε από τη μεγάλη περιεκτικότητα ποσότητας αφλατοξίνης που περιείχε το φύραμα, το οποίο αγόραζαν από την εναγόμενη εταιρεία...". Ακολούθως, αφού έκρινε (το Εφετείο) ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε την αγωγή εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις, κατά παραδοχή της εφέσεως εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και ερευνώντας εκ νέου την αγωγή κατ' ουσίαν δέχθηκε τα εξής: "...οι ενάγοντες , καίτοι από την εξέταση των πρώτων δειγμάτων φυράματος στις 3-10-2012 και 24-10-2012 γνώριζαν ότι τούτο περιέχει μεγάλη ποσότητα αφλατοξίνης Β1 επικίνδυνης για την υγεία των ζώων και παρότι έπρεπε, ενεργούντες ως συνετοί κτηνοτρόφοι, όπως θα ενεργούσε κάθε μέσος συνετός κτηνοτρόφος σε παρόμοια περίπτωση, να φροντίσουν να πληροφορηθούν τις συνέπειες της ουσίας αυτής, αυτοί συνέχιζαν να αγοράζουν ποσότητες του ίδιου φυράματος μέχρι και τις 7-1-2013, ήτοι στις 6-11-2012, 19-11-2012,4-12-2012,15-12-2012, 27-12-2012, ενώ στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα με μεγάλη και ασυνήθιστη συχνότητα πέθαιναν τα ζώα τους.
Έτσι, υπαίτιοι της θανάτωσης των ζώων είναι η εναγομένη εταιρεία κατά ποσοστό 80% και οι ενάγοντες κατά ποσοστό 20%, γενομένης δεκτής και ως ουσιαστικά βάσιμης της σχετικής ένστασης των εναγομένων. Από την απώλεια των ζώων τους οι ενάγοντες υπέστησαν τις εξής ζημίες : (Παρατίθενται αναλυτικά οι ζημίες που υπέστη έκαστος των εναγόντων από την απώλεια των αγελάδων του, ήτοι η αξία του καθενός από τα 14 ζώα του πρώτου και τα 16 του δεύτερου ενάγοντος , η ποσότητα του γάλακτος που αυτά θα παρήγαγαν και οι ενάγοντες απώλεσαν καθώς και η αξία των νεαρών μοσχαριών που δεν γεννήθηκαν από τις μητέρες-αγελάδες που απωλέσθηκαν, συνολικού ποσού 91.700 και 117.900 ευρώ αντιστοίχως.
Από τις άνω ζημίες αφαιρέθηκαν τα ποσά που παρατίθενται και αφορούσαν τα έξοδα εκάστου ενάγοντος για τη διατροφή, την περιποίηση και ιατρική φροντίδα των ζώων που θα απαιτούνταν για το έτος 2013 ,34.000 και 44.000 ευρώ αντιστοίχως και συνυπολογίσθηκε το ποσοστό συνυπαιτιότητας εκάστου στη ζημία τους ,20%, προσδιορίστηκε δε τελικά η ζημία του πρώτου στο ποσό των 46.160 ευρώ για τον πρώτο ενάγοντα και σε 59.120 ευρώ για τον δεύτερο εξ αυτών...".
Εν συνεχεία αφού απέρριψε ως μη νόμιμη την η ένσταση των εναγομένων ότι "οι ενάγοντες καταχρηστικά ασκούν την ένδικη αξίωσή τους, γιατί δεν τους ειδοποίησαν έγκαιρα για το πρόβλημα της ...ζωοτροφής...και ότι εξ αιτίας της πέθαναν τα ζώα τους με αποτέλεσμα να τους στερήσουν τη δυνατότητα ελέγχου του θανάτου τους", έκρινε ότι "ενόψει των συνθηκών τέλεσης της αδικοπραξίας, του βαθμού πταίσματος καθενός των διαδίκων, του είδους της βλάβης των εναγόντων, και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των μερών πρέπει να επιδικαστεί σε καθένα των εναγόντων χρηματική ικανοποίηση ποσού 2.000 ευρώ για την ηθική βλάβη που υπέστησαν...".
Κατόπιν των ανωτέρω έκρινε ότι "η αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει και ως κατ' ουσίαν βάσιμη και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι καθένας σε ολόκληρο (ο δεύτερος κατά τη διάταξη του άρθρου 71 ΑΚ) να καταβάλουν στον πρώτο ενάγοντα 48.160 ευρώ και στον δεύτερο ενάγοντα 61.120 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής..." Με τις εκτεθείσες ως άνω παραδοχές του, το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 71 εδαφ.
α' και β, 914, 932, 298, 330 εδ.β ΑΚ, διέλαβε δε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές κρίσεις αιτιολογίες σχετικώς με όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη γέννηση αδικοπρακτικής ευθύνης των αναιρεσειόντων , έτσι ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων.
Ειδικότερα με την παραδοχή ότι " ο θάνατος των ζώων των εναγόντων τα οποία ήσαν σε κατάσταση εγκυμοσύνης, επήλθε αποκλειστικά από την κατανάλωση του μολυσμένου φυράματος που αγόραζαν οι τελευταίοι από το νομικό πρόσωπο (Α.Ε) της πρώτης εναγόμενης, της οποίας Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος ήταν ο δεύτερος εναγόμενος , διότι τούτο είχε μεγάλη περιεκτικότητα της τοξικής ουσίας αφλατοξίνης σε ποσοστό που υπερέβαινε το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο βάσει της 2002/32/ΕΚ Οδηγίας, η οποία (ουσία) προσβάλλει το ανοσοποιητικό σύστημα του ζώου, εξασθενεί τον οργανισμό του, ώστε να γίνεται ευάλωτο και επιρρεπές σε συνηθισμένους καθημερινούς νοσογόνους παράγοντες που διαφορετικά δεν θα το επηρέαζαν, κυρίως όταν βρίσκεται σε κατάσταση προχωρημένης εγκυμοσύνης και υψηλής γαλακτοπαραγωγής με αποτέλεσμα να προξενεί το θάνατό του και ότι από τον Οκτώβριο του 2012 οι ενάγοντες παρατήρησαν στα ζώα τους μειωμένη διάθεση και πολλά σε κατάκλιση και από τις αρχές του επόμενου μήνα άρχιζαν να πεθαίνουν, καθώς και ότι δεν παρουσιάστηκε θάνατος των ζώων τους από την κατανάλωση φυράματος της παρτίδας της 7-1-2013, στην οποία η εναγομένη εταιρεία (αφού ενημερώθηκε για τα ανωτέρω γεγονότα) πρόσθεσε αντιμυκητοξινικό παρασκεύασμα, το οποίο δεσμεύει την αφλατοξίνη για να μην κινδυνεύει η υγεία του ζώου, που λειτουργεί σαν αντίδοτο στη μεγάλη ποσότητά της", πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 71 εδάφ.
α' ΑΚ ότι το συγκεκριμένο φυσικό πρόσωπο (ο δεύτερος εναγόμενος) είναι αυτό δια του οποίου διεξάγονται οι υποθέσεις του νομικού προσώπου της πρώτης εναγομένης εταιρείας και ενσαρκώνεται η βούλησή της, αφού στην εν λόγω απόφαση προσδιορίζεται ότι υπήρξε πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας κατά τον επίμαχο χρόνο της πώλησης και παράδοσης στους ενάγοντες του εν λόγω ελαττωματικού φυράματος, χωρίς να απαιτείται για τη θεμελίωση της αδικοπρακτικής ευθύνης του νομικού προσώπου, εξειδίκευση της προσωπικής στάσης του ανωτέρω ως διοικούντος αυτό.
Τα περιστατικά δε που παρατίθενται στις άνω παραδοχές συνιστούν αδικοπραξία από αμέλεια του δεύτερου εναγόμενου, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην οικεία μείζονα σκέψη, αφού το Εφετείο δέχθηκε ότι η επίμαχη πώληση του βλαπτικού για τα ζώα των εναγόντων προϊόντος, το οποίο περιείχε την επικίνδυνη γι' αυτά που την κατανάλωσαν ουσία αφλατοξίνη σε ποσότητες πολλαπλάσιες από το μέγιστο επιτρεπόμενο όρο της οικείας Κοινοτικής Οδηγίας, έλαβε χώρα κατά το χρόνο που ο τελευταίος ως εκ της ως άνω ιδιότητάς του εκπροσωπούσε την εταιρεία και συνεπώς εξέφραζε τη βούλησή της (ρυθμίζοντας την επιχειρηματική της δράση που περιλαμβάνει και την ποιότητα των προς διάθεση προϊόντων ), χωρίς να απαιτείται και σχετική πανηγυρική διατύπωση, καθόσον αυτονοήτως η άνω πράξη είναι παράνομη ως αντίθετη στο γενικό καθήκον να μη ζημιώνει κανείς τον άλλον υπαίτια στο πλαίσιο της συναλλακτικής συμπεριφοράς, αφού συνιστά παραβίαση της επιβαλλόμενης από το σύνολο του θετικού δικαίου και των σκοπών του υποχρέωσης για την ασφάλεια των άλλων , η οποία υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές, συνέτρεξε με τη δημιουργία της ως άνω επικίνδυνης κατάστασης για τα έννομα αγαθά τρίτων (πελατών τους).
Άλλωστε ο τελευταίος δεν επικαλέσθηκε με σχετική ένσταση στο δικαστήριο της ουσίας, αλλά το πρώτον με την αναίρεση, ότι για ειδικούς λόγους δεν είναι προσωπικά υπαίτιος για τη διάπραξη του εν λόγω αδικήματος και την εντεύθεν ζημία των παθόντων (άρθ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ). Επιπροσθέτως, το Εφετείο διέλαβε στις άνω παραδοχές τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της άνω αμελούς συμπεριφοράς και του επελθόντος αποτελέσματος, εφόσον δέχθηκε ότι η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και υπό τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης , ήταν επαρκώς ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και πράγματι επέφερε, χωρίς η παραδοχή ότι "η αφλατοξίνη δεν προκαλεί η ίδια το θάνατο του ζώου, αλλά προσβάλει το ανοσοποιητικό του σύστημα, εξασθενεί τον οργανισμό του, ώστε να γίνεται ευάλωτο και επιρεπές σε συνηθισμένους καθημερινούς νοσογόνους παράγοντες που διαφορετικά δεν θα το επηρέαζαν, κυρίως όταν βρίσκεται σε κατάσταση προχωρημένης εγκυμοσύνης και υψηλής γαλακτοπαραγωγής με αποτέλεσμα να προξενεί το θάνατό του" να τελεί σε αντίφαση με την παραδοχή ότι "ο θάνατος των ζώων προήλθε αποκλειστικά από το μολυσμένο φύραμα που είχαν προμηθευτεί από την εναγομένη εταιρεία λόγω της υψηλής περιεκτικότητας αφλατοξίνης", αφού υπό τις προεκτεθείσες συνθήκες (και υπό τις παραδοχές ότι σε μεταγενέστερο χρόνο με την πρόσμιξη στο μολυσμένο φύραμα αντιμυκητοξινικού παρασκευάσματος δεν παρουσιάστηκε αιφνίδιος θάνατος των ζώων) δέχεται ότι η εν λόγω ζημιογόνος πράξη ήταν πρόσφορη να επιφέρει και επέφερε το ανωτέρω επιζήμιο αποτέλεσμα.
Με τις παραδοχές δε ότι "οι ενάγοντες εξέτρεφαν τα συγκεκριμένα ζώα στην κτηνοτροφική τους μονάδα υπό συνθήκες ελεύθερου ενσταυλισμού με ευρύχωρους και καλώς αεριζόμενους χώρους με φυσικό και μηχανικό τρόπο ,τηρώντας όλους τους κανόνες υγιεινής (εμβολιασμούς, βιταμίνες) και υπό την τακτική παρακολούθηση κτηνιάτρου", καθώς και ότι τα ζώα ήσαν ζώα γαλακτοπαραγωγής, (το γάλα των οποίων παρέδιδαν στη βιομηχανία "ΟΛΥΜΠΟΣ") και ότι βρίσκονταν σε κατάσταση προχωρημένης εγκυμοσύνης όταν επήλθε το ζημιογόνο γεγονός, με την αναφορά των κερδών από την πώληση του γάλακτός τους και την γέννηση των νέων μοσχαριών που θα αποκόμιζαν οι ενάγοντες κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων αν δεν μεσολαβούσε η αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων , τα οποία απώλεσαν λόγω του θανάτου τους, (το Εφετείο) ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 298 β ΑΚ (περί του διαφυγόντος κέρδους), διέλαβε δε επαρκείς αιτιολογίες σχετικά με τα στοιχεία που απαιτούνται για τη θεμελίωσή του, αφού παρέθεσε τις συνθήκες που επικρατούσαν (ειδικές περιστάσεις) και τα ληφθέντα από τους ενάγοντες προπαρασκευαστικά μέτρα σε σχέση με τα ζώα τους ώστε το άνω κέρδος να είναι το βάσιμα προσδοκώμενο.
Συνεπώς , τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με τον πρώτο και τέταρτο αναιρετικό λόγο για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ) είναι αβάσιμα, με την επί πλέον επισήμανση ότι ειδικά κατά το μέρος του πρώτου λόγου με το οποίο οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλομένη για ελλιπή αιτιολογία, με την αιτίαση ότι "την παραδοχή της για την αδικοπρακτική τους ευθύνη στήριξε αποκλειστικά στις υπ' αρ.11656/2019 ,1051/2014 ένορκες βεβαιώσεις και σε πραγματικό επιχείρημα", δεν θεμελιώνει αναιρετικό λόγο εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚπολΔ, ούτε εκ των αρ. 10, 11 ή 12 του ίδιου άρθρου ,( αφού για το σκοπό αυτό εκτίμησε και αξιολόγησε συνδυαστικά όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά μέσα), αλλά γίνεται προσχηματική επίκληση των ανωτέρων αναιρετικών λόγων προκειμένου να πληγεί η απόφαση όσον αφορά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση της.
Ο δεύτερος αναιρετικός λόγος με τον οποίον οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλομένη απόφαση ότι απορρίπτοντας ως μη νόμιμη την ένστασή τους περί καταχρηστικής ασκήσεως της ένδικης αγωγής, παραβίασε ευθέως (με εσφαλμένη ερμηνεία) την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, άλλως εκ πλαγίου (με ελλιπή αιτιολογία) και ως εκ τούτου υπέπεσε στην εκ του αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι κατά το πρώτο μέρος του αβάσιμος, ενόψει του ότι τα επικαλούμενα απ' αυτούς προς θεμελίωσή της πραγματικά περιστατικά "μη έγκαιρης ειδοποίησης τους περί του προβλήματος στη ζωοτροφή , με αποτέλεσμα να τους στερήσουν τη δυνατότητα ελέγχου του θανάτου των ζώων τους" δεν αρκούν για την εφαρμογή του ως άνω κανόνα δικαίου, κατά δε το δεύτερο μέρος του είναι απαράδεκτος, αφού η συγκεκριμένη πλημμέλεια προϋποθέτει έρευνα επί της ουσίας και δεν ιδρύεται όταν η ένσταση απορρίπτεται ως μη νόμιμη ως εν προκειμένω (ΑΠ 1419/2019, ΑΠ 1284/2017, ΑΠ 295/2017).
Ο τρίτος αναιρετικός λόγος με τον οποίον μέμφονται το Εφετείο ότι υπέπεσε στην εκ του αρ.11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση ότι "δεν έλαβε υπόψιν : τα με αρ. πρωτ. …/…-10-2013, …/…-12-2014, …/…-11-2014 έγγραφα του Κτηνιατρικού Κέντρου Λαγκαδικίων, το …/…-2-2015 έγγραφο της κλινικής παραγωγικών ζώων του τμήματος κτηνιατρικής του ΑΠΘ, την από 25-9-2013 ιδιωτική γνωμοδότηση του καθηγητή Κτηνιατρικής του ΑΠΘ Α.
Σ., τα από 16-4-2015 και 9-12-2016 έγγραφα του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών που συνέταξε και υπογράφει ο καθηγητής Γ. Ζ., την από 7-5-2015 ένορκη εξέταση του μάρτυρα των αντιδίκων Α. Μ. στο πλαίσιο προκαταρκτικής εξέτασης κατόπιν σχετικής μηνύσεώς τους, τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν και ασκούν επιρροή στην έκβαση της δίκης και δη προς απόκρουση της αγωγής περί της ανυπαρξίας ευθύνης τους στη ζημία των εναγόντων " είναι αβάσιμος, διότι από την βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι στην περί των πραγμάτων κρίση του κατέληξε "...από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα ...στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου...
των 1051/2014 και ...11656/2019 ενόρκων βεβαιώσεων...και από τα με επίκληση προσαγόμενα έγγραφα των διαδίκων ... (εκτός της από 29-10-2013 υπεύθυνης δήλωσης και της από 27-6-2013 βεβαίωσης του Α.Μ. )...", αλλά και από το περιεχόμενο της αποφάσεως δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψιν και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα (ΟΛΑΠ 42/2002, ΑΠ 692/2020, ΑΠ 1199/2018).
Μετά ταύτα, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που κατέθεσαν προτάσεις και υπέβαλαν σχετικό αίτημα, σε βάρος των αναιρεσειόντων λόγω της ήττας τους (άρθρ. 176, 183, 191 ΚΠολΔ) κατά τα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-10-2019 αίτηση των : 1). Ανώνυμης εταιρείας "ΑΦΟΙ Δ. Α.Β.Ε.Ε", 2) Γ. Δ. για αναίρεση της με αρ.2234/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο Ταμείο.
Και,
Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων σε βάρος των αναιρεσειόντων τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιανουαρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Μαρτίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ