Supreme Court annuls appeal rejection, upholding appeal against annulment of enforcement acts by a bank in special liquidation. The court finds the second annulment ground legally unfounded.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the First Instance Court's rejection of the appellant's appeal against the lower court's decision to uphold the annulment of enforcement acts. The appellant argued the enforcement was invalid, while the respondent contended the acts were lawful. The court ruled that the second ground for annulment was legally unfounded, allowing the appeal to stand and dismissing the respondent's counter-annulment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 no. 1, 580 para. 3, 580 para. 4 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may annul a decision if a specific ground for annulment is legally unfounded, thereby upholding the appealed decision and dismissing the counter-annulment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 260 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 260/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Μυρσίνη Παπαχίου - Εισηγήτρια και Ιωάννη Δουρουκλάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ ΥΠΟ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από την εταιρεία με την επωνυμία "PQH Ενιαία Ειδική Εκκαθάριση Ανώνυμη Εταιρεία, Ειδικός Εκκαθαριστής Πιστωτικών Ιδρυμάτων" και τον διακριτικό τίτλο "PQH Ενιαία Ειδική Εκκαθάριση Α.Ε.". Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Γιαννούλα.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Μ. του Γ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Γιάννο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-4-2008 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1827/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 1139/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-3-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 1139/2016 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε κατ'ουσίαν την από 25-7-2012 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 1827/2010 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δέχθηκε την από 21-4-2008 ανακοπή του αναιρεσιβλήτου (κατά το δεύτερο λόγο της) για ακύρωση των αναφερόμενων πράξεων της επισπευδόμενης από την αναιρεσείουσα αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 62 εδ. α' ΚΠολΔ όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα αυτή αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης και σύμφωνα με το άρθρο 73 του αυτού Κώδικα εξετάζεται σε κάθε στάση αυτής και αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 693/2008).
Περαιτέρω, κατά την ταυτόσημη προς το καταργηθέν, άρθρο 68 ν. 3601/2007, διάταξη του άρθρου 145 ν. 4261/2014 "1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του ν. 3458/2006 (Α` 94) και του άρθρου 142 του παρόντος νόμου α) Πιστωτικό ίδρυμα δεν δύναται να κηρυχθεί σε πτώχευση ούτε είναι δυνατόν να ανοίξει επ` αυτού προπτωχευτική διαδικασία εξυγίανσης.
β) Στην περίπτωση που ανακαλείται η άδεια λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος σύμφωνα με το άρθρο 8, αυτό τίθεται υποχρεωτικώς υπό ειδική εκκαθάριση με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος. ... δ) Ο ειδικός εκκαθαριστής υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία δύναται να τον αντικαθιστά κατά πάντα χρόνο.".
Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι, τα πιστωτικά ιδρύματα, όπως η αναιρεσείουσα τράπεζα, δεν κηρύσσονται σε πτώχευση αλλά μπορεί να τεθούν σε κατάσταση ειδικής εκκαθάρισης η οποία, αντιθέτως με ότι συμβαίνει στην πτώχευση, γίνεται αντιληπτή αποκλειστικά ως συλλογική διαδικασία διοικητικής φύσεως, που κινείται από την εποπτεύουσα αρχή και όχι με πρωτοβουλία των πιστωτών και οδηγεί στη ρευστοποίηση της περιουσίας του πιστωτικού ιδρύματος.
Η θέση του πιστωτικού ιδρύματος σε εκκαθάριση δεν θίγει την ικανότητά του να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, συνεπώς και την ικανότητα διεξαγωγής των δικών του ούτε καν επιφέρει βίαιη διακοπή της δίκης, διότι και μετά τη θέση του σε εκκαθάριση η νομική προσωπικότητα του ιδρύματος λογίζεται υφισταμένη εφόσον, τούτο απαιτείται για τις ανάγκες και προς το σκοπό της εκκαθάρισης.
Εφεξής, το πιστωτικό ίδρυμα εκπροσωπείται από ειδικό εκκαθαριστή, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, που ορίζεται με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος. Ο τελευταίος (υπό την προαναφερθείσα ιδιότητα) λαμβάνει όλα τα αναγκαία εξασφαλιστικά και συντηρητικά μέτρα, προκειμένου να διασφαλιστεί η ακεραιότητα και να προστατευθεί η αξία της υπό ειδική εκκαθάριση εταιρίας.
Επομένως, ο ισχυρισμός του αναιρεσίβλητου ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την έφεση αναιρεσείουσας, αφού κατά το χρόνο κατάθεσης αυτής (31-7-2012) δεν είχε την ικανότητα να είναι διάδικος, διότι με την …/…-7-2012 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της, τέθηκε σε ειδική εκκαθάριση και ορίστηκε ειδικός εκκαθαριστής αυτής, εξεταζόμενος και αυτεπαγγέλτως, ανεξαρτήτως ότι υποβλήθηκε απαραδέκτως, αφού οι προτάσεις του (αναιρεσίβλητου) και τα έγγραφα που χρησιμεύουν για την απόκρουση της αναίρεσης, δεν κατατέθηκαν εντός της προβλεπόμενης από το άρθρο 570 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ προθεσμίας των 20 ημερών, πριν τη συζήτηση της αιτήσεως αναίρεσης ( ΑΠ 2017/2017), που έλαβε χώρα στις 12-10-2020, αλλά, όπως προκύπτει από την επ' αυτών σφραγίδα, που υπογράφεται από το γραμματέα του δικαστηρίου τούτου, κατατέθηκαν στις 9-10-2012, είναι αβάσιμος.
Τούτο διότι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στις προαναφερθείσες νομικές σκέψεις, η ανάκληση της αδείας λειτουργίας της αναιρεσείουσας τράπεζας και η θέση της σε ειδική εκκαθάριση, δεν συνεπάγεται έλλειψη της ικανότητάς της να είναι διάδικος, ούτε θεμελιώνει λόγο βιαίας διακοπής της δίκης, ούτε τέλος επέρχεται ακυρότητα ή απαράδεκτο συνεπεία της μη παράθεσης, μετά την επωνυμία της, στο δικόγραφο της έφεσης, της μνείας ότι τελεί υπό εκκαθάριση.
Εξάλλου, και από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα (εκεί εκκαλούσα) παρέστη ως τελούσα υπό εκκαθάριση, εκπροσωπούμενη νομίμως από τον διορισθέντα, με την …/….-7-2012 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος, ειδικό εκκαθαριστή αυτής, Ν.
Μ..
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 123/2017).
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του ν. 1905/1990, η σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων - Factoring είναι μια σύμβαση μεταξύ ενός πράκτορα επιχειρηματικών απαιτήσεων, που είναι είτε τράπεζα, είτε ανώνυμη εταιρία, και μιας επιχείρησης - εμπορικής εταιρίας ή και φυσικού προσώπου, που ασχολείται κατ` επάγγελμα με την πώληση αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών.
Περιεχόμενο της σύμβασης είναι ότι η εταιρία factoring (εφεξής πράκτορες ή factor) αναλαμβάνει να παρέχει στην επιχείρηση του πελάτη της (εφεξής προμηθευτής), για το διάστημα που συμφωνείται και έναντι αμοιβής, υπηρεσίες σχετικές με την προεξόφληση, τη λογιστική και νομική παρακολούθηση, καθώς και την είσπραξη των χρηματικών απαιτήσεων κατά των πελατών της (εφεξής οφειλέτες).
Πρόκειται για νέο χρηματοδοτικό μηχανισμό με τον οποίο επιδιώκεται σκοπός χρηματοδοτικός ή διαχειριστικός ή ασφαλιστικός (εγγυητικός), σωρευτικά ή διαζευκτικά, με αντίστοιχες λειτουργίες. Κατά ρητή δε πρόβλεψη του νόμου (άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1905/1990), η σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων καταρτίζεται εγγράφως και το έγγραφο αποτελεί συστατικό τύπο, ενώ η έλλειψή του συνεπάγεται ακυρότητα της σύμβασης.
Η σύμβαση που καταρτίζεται μεταξύ του πράκτορα και του προμηθευτή είναι μία "σύμβαση πλαίσιο", με την οποία ελεύθερα στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 361 ΑΚ, καθορίζονται οι όροι συνεργασίας των μερών, όπως το είδος του factoring (γνήσιο ή μη γνήσιο, εμφανές ή αφανές), το ανώτατο ποσό (πλαφόν) μέχρι το οποίο δέχεται ο πράκτορας να χρηματοδοτήσει τον προμηθευτή, η αμοιβή και οι προμήθειες του πράκτορα, ο τρόπος με τον οποίο θα γίνεται η εκχώρηση των απαιτήσεων.
Η λειτουργία της σύμβασης αυτής επιτελείται με τις εκχωρήσεις των απαιτήσεων του προμηθευτή προς τον πράκτορα και τις πιστώσεις από τον τελευταίο του λογαριασμού του πρώτου με τα αντίστοιχα ποσά, αμέσως μετά την εκχώρηση ή μετά την είσπραξη των απαιτήσεων, ανάλογα με το είδος του factoring, που έχει συμφωνηθεί.
Δεδομένου του διαρκούς χαρακτήρα της ενοχής που δημιουργείται με τη σύμβαση factoring, της συνεχούς εκχωρήσεως απαιτήσεων του προμηθευτή στον πράκτορα και της αντίστοιχης πίστωσης του προμηθευτή με τα ποσά που εισπράττονται ή πρόκειται να εισπραχθούν (ανάλογα με το συμφωνηθέν είδος factoring), μείον αμοιβές, προμήθειες, προεξοφλητικούς τόκους, η εξυπηρέτηση της σύμβασης factoring, γίνεται συνήθως με την τήρηση από τον πράκτορα ενός ανοικτού λογαριασμού στο όνομα του προμηθευτή.
Στο πλαίσιο των πιο πάνω αρχών το factoring, διαμορφούμενο από την ευρηματικότητα των συναλλασσομένων, μπορεί να εμφανίζεται με πολλές και ποικίλες μορφές, περιέχοντας έτσι, εκτός από την παροχή υπηρεσιών και την εκχώρηση των απαιτήσεων του προμηθευτή, στοιχεία και άλλων συμβάσεων του ενοχικού ή του εμπορικού δικαίου.
Άλλωστε και η διατύπωση του άρθρου 1 παρ. 1 εδ. 2 του Ν 1905/1990 είναι τέτοια, που να επιτρέπει και να ευνοεί αυτή την ελευθερία, στη δημιουργία διαφόρων τύπων του factoring. Κατά κανόνα συμφωνείται όπως ο factor τηρεί ένα λογαριασμό, στον οποίο πιστώνει τα ποσά των εισπραττομένων ή εισπραχθησομένων απαιτήσεων του προμηθευτή και αντίστοιχα χρεώνει τις αναλήψεις, στις οποίες προβαίνει ο τελευταίος, την προμήθειά του, τους τόκους, τα έξοδά του κ.λπ.
Η συμφωνία αυτή, η οποία συνήθως είναι ρητή, χωρίς να αποκλείεται και η σιωπηρή κατάρτισή της, περιέχει τα στοιχεία συμβάσεως αλληλόχρεου λογαριασμού, αφού μεταξύ των συμβαλλομένων υφίστανται εκατέρωθεν απαιτήσεις και καταβολές. Μεταξύ των συμβαλλομένων υφίστανται εκατέρωθεν απαιτήσεις και καταβολές και για το λόγο αυτό συνήθως συμφωνείται ότι τα υπέρ του προμηθευτή πιστούμενα ποσά θα είναι τοκοφόρα, με επιτόκιο όμως χαμηλότερο από αυτό που χρεώνει ο faktor για τις εκ μέρους του πελάτη προκαταβολικές αναλήψεις.
Επίσης δεσμεύονται να μην επιδιώκουν την ικανοποίηση κάθε μιας απαιτήσεως ξεχωριστά, αλλά να αναμένουν την περιοδική εκκαθάριση κατά τακτά χρονικά διαστήματα. Τέλος, η σύμβαση factoring, ως συμβατικό μόρφωμα που δημιουργήθηκε από την πράξη, εμφανίζεται στις συναλλαγές με διάφορες μορφές, οι σπουδαιότερες από τις οποίες είναι:
α) γνήσιο και μη γνήσιο factoring, β) εμφανές και αφανές, γ) factoring με ή χωρίς προεξόφληση και δ) εσωτερικό και διεθνές factoring. Ειδικότερα γνήσιο χαρακτηρίζεται το factoring, όταν ο πράκτορας αγοράζει το σύνολο των υπαρχουσών και μελλουσών απαιτήσεων του προμηθευτή κατά των πελατών του και αναλαμβάνει συγχρόνως τον κίνδυνο μη πληρωμής τους λόγω αφερεγγυότητας των οφειλετών, ενώ για μη γνήσιο factoring γίνεται λόγος, όταν τον κίνδυνο αφερεγγυότητας του οφειλέτη δεν αναλαμβάνει ο πράκτορας, αλλά τον διατηρεί ο προμηθευτής.
Εξάλλου, η διάκριση του factoring με ή χωρίς προεξόφληση έχει ως κριτήριο το χρόνο εξόφλησης των απαιτήσεων από τον πράκτορα προς τον προμηθευτή. Αν ο πράκτορας εξοφλεί τις απαιτήσεις (πιστώνει με το ποσό τους το λογαριασμό του προμηθευτή), κατά το χρόνο που γίνονται αυτές ληξιπρόθεσμες, δεν υπάρχει προεξόφληση.
Αντίθετα, αν η πίστωση του λογαριασμού του προμηθευτή γίνεται αμέσως μετά την εκχώρηση, δηλαδή τη χορήγηση στον πράκτορα αντιγράφων των τιμολογίων ή καταστάσεων με τις εκχωρούμενες αξιώσεις, τότε πρόκειται για σύμβαση factoring με προεξόφληση (ΑΠ 1235/2012,ΑΠ 1234/2012,ΑΠ 1233/2012, ΑΠ 667/2010, ΑΠ 880/2010, ΑΠ 1482/2010, ΑΠ 1136/2000). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 669 ΕΝ. 361, 873, 874 ΑΚ, 112 ΕισΝΑΚ και 64 έως 67 του ΝΔ της 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", προκύπτει, ότι αλληλόχρεος λογαριασμός υπάρχει, όταν δύο πρόσωπα, από τα οποία τουλάχιστον το ένα είναι έμπορος, συμφωνούν να καταχωρίζουν τις μεταξύ τους δοσοληψίες σε κονδύλια πιστώσεων και χρεώσεων, τα οποία, μολονότι διατηρούν το νομικό τους χαρακτήρα, αποβάλλουν από την καταχώρισή τους την αυτοτέλειά τους και δεν μπορούν να επιδιωχθούν ή να διατεθούν χωριστά, με αποτέλεσμα να οφείλεται μόνο το κατάλοιπο, που προκύπτει κατά το κλείσιμο του λογαριασμού, με την αντιπαραβολή των κονδυλίων.
Συνεπώς, με τη σύμβαση του αλληλόχρεου λογαριασμού δημιουργείται μεταξύ των συμβαλλόμενων μια διαρκής έννομη σχέση, αφού η λειτουργία της συμβάσεως προϋποθέτει χρονική διάρκεια. Η σχέση αυτή έχει περιουσιακό χαρακτήρα και ως εκ τούτου καταλογίζεται στο ενεργητικό ή το παθητικό της περιουσίας των μερών το ανά πάσα στιγμή περιεχόμενο του λογαριασμού, δηλαδή η αντιπαραβολή των κονδυλίων της χρεοπιστώσεως (ΟλΑΠ 31/1997).
Κλείνει δε ο λογαριασμός αυτός περιοδικά, εκτός αντίθετης συμφωνίας, κάθε εξάμηνο και οριστικά με καταγγελία της συμβάσεως (άρθρο 112 παρ. 2 του ΕισΝΑΚ). Μόνον δε μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού μπορεί να επιδιωχθεί δικαστικώς η απόδοση του οριστικού καταλοίπου. Από τις αμέσως παραπάνω σημειούμενες διατάξεις, προκύπτει επίσης ότι η σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό, της οποίας χαρακτηριστικά γνωρίσματα είναι η παροχή της πίστωσης και ο ανοιχτός λογαριασμός, παρέχει εκ του νόμου τη δυνατότητα στην πιστώτρια να κλείνει οριστικά το λογαριασμό, αν και όποτε το θελήσει, κοινοποιώντας ακολούθως στον πιστούχο επιταγή για την πληρωμή του τυχόν υπέρ εκείνης καταλοίπου του λογαριασμού, χωρίς, βέβαια, να τίθεται, κατ' αρχήν, θέμα κατά πόσο εκείνη πρέπει, για να απαιτήσει την αντίστοιχη είσπραξη του καταλοίπου, να καταγγείλει τη σύμβαση (ΑΠ 1281/2017, ΑΠ 1437/2014).
Από δε τις διατάξεις των άρθρων 806, 807 και 361 ΑΚ σαφώς προκύπτει ότι η σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου, δηλαδή εκείνη, κατά την οποία ο αντισυμβαλλόμενος προβαίνει σε τμηματικές καταβολές προς τη δανείστρια Τράπεζα, καθορισμένες εκ των προτέρων κατά χρόνο και κατά ποσό για την κάλυψη παρασχεθέντος δανείου, είναι τελείως διαφορετική από εκείνη του αλληλόχρεου λογαριασμού, οι δε δοσοληψίες από το τοκοχρεωλυτικό δάνειο, ως από τη φύση τους, δεν μπορούν να εξυπηρετηθούν με την τήρηση ανοικτού λογαριασμού, αφού δεν είναι απαιτητό από την αρχή το σύνολο του χρέους και για το λόγο αυτό α) κάθε δόση είναι διακριτή από τις υπόλοιπες και διατηρεί την αυτοτέλεια και ατομικότητά της και δεν είναι δυνατή η παρακολούθησή της ως μέρους ενός ετερογενούς συνόλου, που περιέχει κεφάλαιο και άληκτα χρεωλύσια, αλλά και κονδύλια του ίδιου λογαριασμού, τα οποία προέρχονται από διαφορετικές αιτίες, που επιβάλλουν ανομοιογενή μεταχείριση και β) δεν είναι δυνατό το περιοδικό κλείσιμο του λογαριασμού και ο ανά τρίμηνο ανατοκισμός του συνόλου του καταλοίπου, διότι κάθε δόση του τοκοχρεωλυτικού δανείου περιέχει και άληκτους τόκους, οι οποίοι δεν είναι επιτρεπτό να εκτοκίζονται.
Επίσης, με τη διάταξη του άρθρου 30 παρ.1 του ν. 2789/2000, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 42 του ν. 2912/2001, ορίσθηκε ότι "Κατ' εξαίρεση των κειμένων διατάξεων, η υφιστάμενη συνολική οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα και οι σχετικές συμβάσεις έχουν καταγγελθεί, ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, έχουν κλείσει οριστικά ή, αν δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, η απαίτηση έχει καταστεί, εν όλω ή εν μέρει, ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τη σύμβαση ή το νόμο, μέχρι 31-12-2000, δεν δύναται να υπερβεί τα παρακάτω πολλαπλάσια του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή του αθροίσματος κεφαλαίων των περισσότερων δανείων ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, προσαυξημένων των ποσών αυτών με συμβατικούς τόκους μέχρι το 50% του ληφθέντος κεφαλαίου κατ' ανώτατο όριο".
Τα πολλαπλάσια αυτά ορίσθηκαν με την ίδια διάταξη "α) στο τετραπλάσιο, εάν οι σχετικές συμβάσεις έχουν συναφθεί μέχρι τις 31-12-1985 ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, η λήψη της τελευταίας πιστώσεως δανείου έγινε μέχρι την ημερομηνία αυτή, β) στο τριπλάσιο, εάν τα άνω περιστατικά συνέβησαν μετά την υπό (α) ημερομηνία και μέχρι τις 31-12-1990, γ) στο διπλάσιο, εάν συνέβησαν μετά την υπό (β) ημερομηνία και μέχρι τις 31-12-2000", σε κάθε δε περίπτωση, "στο ποσό που λαμβάνεται ως βάση, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν υπολογίζονται τόκοι εξ ανατοκισμού".
Από δε τις διατάξεις του άρθρου 39 παρ.1,2 και 12 του επιγενόμενου, ισχύοντος από 4-8-2004, ν. 3259/2004, ορίζεται ότι: "Η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, οι οποίες συνομολογούνται ή έχουν συνομολογηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με πιστωτικά ιδρύματα, δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου εκάστου δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσότερων δανείων ή πιστώσεων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, με την επιφύλαξη των παραγράφων 4 και 5 του παρόντος άρθρου (παρ. 1).
Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να αναπροσαρμόσουν το ύψος των απαιτήσεων τους σύμφωνα με τη διάταξη της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου. Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να μην προχωρήσουν σε έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη τους ούτε σε συνέχιση διαδικασιών που έχουν ήδη αρχίσει, μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2004 ή εφόσον εκκρεμεί η αίτηση του επόμενου εδαφίου για τη συνομολόγηση της ρύθμισης ή για όσο χρόνο ο οφειλέτης είναι ενήμερος.
Μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2004 οι οφειλέτες ή οι εγγυητές πρέπει να υποβάλουν στα πιστωτικά ιδρύματα αίτηση για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση. Η αποπληρωμή της προκύπτουσας κατά τα ως άνω οφειλής πρέπει να έχει διάρκεια πέντε (5) έως επτά (7) ετών, εκ των οποίων δύο (2) έτη θα αποτελούν περίοδο χάριτος και η αποπληρωμή θα γίνεται με ισόποσες περιοδικές δόσεις, εκτός και αν τα δύο μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά.
Η οφειλή θα είναι έντοκη με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο της ενήμερης οφειλής για όμοιες χρηματοδοτήσεις (παρ. 2). Κατά τα λοιπά ισχύουν αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 30 του ν. 2789/2000, όπως (ο νόμος αυτός) ισχύει" (παρ. 12). Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, οι οποίες εγκαθίδρυσαν υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων για τον επανακαθορισμό των προς αυτά οφειλών από συμβάσεις ή πιστώσεις, ώστε η εκάστοτε προς αυτά οφειλή να μην υπερβαίνει το τετραπλάσιο, τριπλάσιο ή διπλάσιο, κατά περίπτωση, του ληφθέντος κεφαλαίου κάθε δανείου ή πιστώσεως ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσοτέρων λογαριασμών του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, προκύπτει ότι με το άρθρο 39 του ν.3259/2004, βελτιώθηκαν οι ρυθμίσεις του άρθρου 30 παρ. 1 του ν. 2789/2000, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 παρ. 1 του ν. 2912/2001, και περιορίσθηκε το οριζόμενο ως ανώτατο όριο, του τετραπλασίου της απαιτήσεως από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων με πιστωτικά ιδρύματα, στο τριπλάσιο αυτής και δεν καταργήθηκαν οι ως άνω διαβαθμίσεις των οφειλών ανάλογα με το χρόνο κλεισίματος του λογαριασμού, ούτε αποκλείσθηκαν της ρυθμίσεως εκείνες οι οφειλές που δεν υπερέβαιναν το τριπλάσιο του ληφθέντος δανείου (ΑΠ 1009/2019, ΑΠ 132/2014).
Τέλος, με την παράγραφο 4 εδ. α-γ του άρθρου 39 του ν. 3259/2004, όπως ίσχυε πριν τη συμπλήρωσή του, με το άρθρο 8 του ν. 3723/2008 (ΦΕΚ Α' 250/9-12-2008), ορίζονται τα εξής : "Στην περίπτωση απαιτήσεων από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων που είχαν συνομολογηθεί κατά την ισχύ του ν. 2789/2000 και το ύψος των οποίων υπερβαίνει τα 2.201.000,00 ευρώ, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί την 31.12.1999 με το κεφάλαιο, τους συμβατικούς τόκους χωρίς ανατοκισμό και λοιπά έξοδα ή το αρχικό κεφάλαιο υπερβαίνει τις 400.000,00 ευρώ, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της παρ. 1 και του α' εδαφίου της παρ. 2 του παρόντος άρθρου.
Και στην περίπτωση αυτή δεν επιτρέπεται η έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης ούτε η συνέχιση διαδικασιών που έχουν αρχίσει μέχρι την 31 η Δεκεμβρίου 2004 ή εφόσον εκκρεμεί η αίτηση του επόμενου εδαφίου για τη συνομολόγηση της ρύθμισης ή για όσο χρόνο ο οφειλέτης είναι ενήμερος. Τα πιστωτικά ιδρύματα θα προχωρήσουν, κατά τους όρους των τελευταίων δύο εδαφίων της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, σε ρύθμιση της εξόφλησης της κατά περίπτωση συνολικής οφειλής που απορρέει από τις παραπάνω συμβάσεις, μετά από αίτηση των οφειλετών ή των εγγυητών που πρέπει να υποβληθεί στα πιστωτικά ιδρύματα μέχρι την 31 η Οκτωβρίου 2004 το αργότερο.
Μη εμπρόθεσμη υποβολή αιτήσεως κατά τα προαναφερθέντα ή καθυστέρηση στην εξόφληση δόσης που έχει συμφωνηθεί με τη ρύθμιση πέραν των ενενήντα (90) ημερών, παρέχει το δικαίωμα στο πιστωτικό ίδρυμα να αρχίσει ή να συνεχίσει τις διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη της ανεξόφλητης οφειλής.
Στην περίπτωση αυτή η οφειλή θα εκτοκίζεται με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο υπερημερίας από την πρώτη ημέρα καθυστέρησης. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι στην ευνοϊκή ρύθμιση για τον επανακαθορισμό του ύψους της οφειλής των εμπίπτουν οι οφειλέτες των τραπεζών των οποίων οι οφειλές υπερβαίνουν το τριπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου εκάστου δανείου ή πιστώσεως ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσοτέρων δανείων ή πιστώσεων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, το τριπλάσιο του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού.
Η διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 39 του ν. 3259/2004, που θέτει τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για την υπαγωγή της οφειλής στη ρύθμιση του νόμου, τελεί υπό τη ρητή επιφύλαξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει σαφώς ότι η πρώτη ως άνω διάταξη δεν εφαρμόζεται επί απαιτήσεων το ύψος των οποίων υπερβαίνει τα 2.201.000 ευρώ, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί την 31-12-1999 με το κεφάλαιο, τους συμβατικούς τόκους, χωρίς ανατοκισμό και λοιπά έξοδα, ή το αρχικό κεφάλαιο κάθε δανείου ή πιστώσεως 400.000 ευρώ, δηλαδή θέτει τις αρνητικές προϋποθέσεις εφαρμογής των ως άνω διατάξεων (ΑΠ 1009/2019).
Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις προκύπτει ότι στη ρύθμιση του άρθρου 39 του ν. 3259/2004 υπάγονται μόνον οφειλές από δάνεια ή πιστώσεις που χορηγούνται από πιστωτικά ιδρύματα, όχι, όμως, και απαιτήσεις πιστωτικών ιδρυμάτων από άλλες αιτίες, ή απαιτήσεις από δάνεια ή πιστώσεις που χορηγούνται από πρόσωπα που δεν είναι πιστωτικά ιδρύματα, όπως χρηματοδοτικά ιδρύματα (πχ.
εταιρίες πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων, εταιρίες χρηματοδοτικής μίσθωσης, εταιρίες παροχής πιστώσεων κλπ).
Εν προκειμένω, ο αναιρεσίβλητος με την από 21-4-2008 ανακοπή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση του δικογράφου αυτής, ισχυρίστηκε ότι η καθ' ης η ανακοπή τράπεζα και ήδη αναιρεσείουσα, μετά από καταγγελία της μεταξύ αυτής και της εταιρίας "THE MARTIN'S A.E." σύμβασης πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων και της πρόσθετης πράξης αυτής, υπέρ της οποίας είχε εγγυηθεί ο ίδιος, επέσπευσε σε βάρος της περιουσίας του προς ικανοποίηση της κατ' αυτού υφισταμένης απαίτησής της αναγκαστική εκτέλεση.
Επικαλούμενος περαιτέρω με το δεύτερο λόγο της ανακοπής ότι η αναιρεσείουσα μη νομίμως και καθ' υπέρβαση των από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ προβλεπομένων ορίων προχώρησε στην επίσπευση της αναγκαστικής εκτέλεσης, δυνάμει των αναφερόμενων πράξεων, αφού η όφειλε (η αναιρεσείουσα) να προβεί σε ρύθμιση της οφειλής του, κατά τις διατάξεις του άρθρου 39 παρ. 2 εδ.
β' και 4 του ν. 3259/2004, ήτοι παροχή προθεσμίας αποπληρωμής της οφειλής του σε ισόποσες περιοδικές δόσεις και σε διάρκεια 5 έως 7 ετών εκ των οποίων τα 2 έτη θα αποτελούσαν περίοδο χάριτος, αφού οι άνω συμβάσεις αποτελούσαν, κατά την εκδοχή του, με βάση τους επιλεκτικά αναφερόμενους όρους, συμβάσεις πίστωσης, η ληξιπρόθεσμη οφειλή του, είχε διαμορφωθεί τον Οκτώβριο του 2004 στο ποσό των 2.060.821,72 ευρώ και είχε υποβληθεί εμπρόθεσμη αίτηση ρύθμισης, ζήτησε την ακύρωση της από 27-2-2008 αναγγελίας απαίτησης (επέχουσας θέση κατάσχεσης), της υπ' αριθ.
…/…-3-2008 δήλωσης συνέχισης πλειστηριασμού της συμβολαιογράφου Αθηνών Σπυριδούλας Ράμμου και της υπ' αριθ…./…-3-2008 περίληψης κατασχετήριας έκθεσης και δήλωσης συνέχισης πλειστηριασμού του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Ν. Κ.. Προς θεμελίωση δε του ισχυρισμού του ότι οι ένδικες συμβάσεις αποτελούν συμβάσεις πίστωσης, ανεξαρτήτως του δοθέντος σ'αυτές από τα συμβαλλόμενα μέρη χαρακτηρισμού, παρέθετε, περαιτέρω, τους κατά την εκδοχή του όρους, που προσέδιδαν σ' αυτές το χαρακτήρα πίστωσης και ειδικότερα, επί λέξει, ανέφερε τους εξής όρους: ("1.
Η χρηματοδότηση του πελάτη γίνεται με προεξόφληση ποσοστού 80% των εκχωρούμενων απαιτήσεων κατά των οφειλετών με δικαίωμα αναγωγής για τα οφειλόμενα υπόλοιπα. (1γ), 2. ο πελάτης ευθύνεται για την αφερεγγυότητα του κάθε πελάτη του και να τον βαρύνει εξ ολοκλήρου ο πιστωτικός κίνδυνος (άρθρο 1.3), 3. με την εκχώρηση των τιμολογίων ή των υπολοίπων καρτελών πελατών θα προεξοφλείται το 75% και εξ αυτού το 50% θα πιστώνεται στον ειδικό έντοκο δεσμευμένο λογαριασμό για εξοφλήσεις υποχρεώσεων του πελάτη στο εξωτερικό από εισαγωγές (άρθρο 2.8),4.
η τράπεζα θα διασφαλισθεί έναντι του συνολικού πλαφόν με εκχώρηση-ενεχυριάση απαιτήσεων πελατείας της επιχείρησης, με εκχώρηση ασφαλιστηρίων συμβολαίων, με υποθήκες επί 2 ακινήτων (άρθρο 2.10), 5. εάν η συμφωνία για την πιστωτική διευκόλυνση του πελάτη καταγγελθεί ή λήξει για οποιοδήποτε λόγο, τα εκάστοτε ισχύοντα επιτόκια υπερημερίας και οι προμήθειες θα βαρύνουν τον πελάτη μέχρι ότου επιστραφεί στο σύνολό της η ληφθείσα προκαταβολή (άρθρο 4.5), 6.όλα τα ποσά που εισπράττονται μετά τη λήξη της σύμβασης φέρονται σε πίστωση χρεωστικών υπολοίπων και μόλις το χρεωστικό υπόλοιπο στο λογαριασμό του πελάτη καλυφθεί, το τυχόν υπόλοιπο μεταφέρεται σε λογαριασμό του πελάτη, εφόσον δεν υπάρχουν άλλες υποχρεώσεις προς την τράπεζα (άρθρο 9.5) και 7.
Εγκρίνεται συνολικό πλαφόν 300 εκ. δρχ που θα εξυπηρετεί και τα δύο προϊόντα (παρ.5 πλαφόν χρηματοδότησης"). Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την υπ' αριθ. 1827/2010 οριστική απόφασή του, δέχθηκε τον ως άνω λόγο ανακοπής, ως βάσιμο κατ' ουσίαν και ακύρωσε τις προσβαλλόμενες πράξεις εκτέλεσης, χωρίς να εξετάσει τους λοιπούς λόγους της ανακοπής.
Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κρίνοντας επί της εφέσεως της αναιρεσείουσας με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα: "Μεταξύ της εταιρείας ... , της καθ'ης η ανακοπή ... (αναιρεσείουσας), της οποίας η άδεια λειτουργίας ανεκλήθη, τεθείσας σε ειδική εκκαθάριση (Συνεδρίαση 46/27.7.2012, Θέμα 1ο, Τράπεζα της Ελλάδος, Επιτροπή Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων, ΦΕΚ Β, 2208/27.7.2012) και της οποίας οι ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις παρέμειναν υπό ειδική εκκαθάριση και δεν μεταβιβάστηκαν στο πιστωτικό ίδρυμα ... (Συνεδρίαση 4/27.7.2012, Θέμα 1ο, Επιτροπή Μέτρων Εξυγίανσης της Τράπεζας της Ελλάδος, ΦΕΚ Β, 2209/27.7.2012) και του ανακόπτοντος (αναιρεσίβλητου) μεταξύ άλλων ως (συν)εγγυητή υπεγράφη η από .../2000 σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων εμφανούς µε προεξόφληση Factoring (ήτοι για εγχώριο και εισαγωγικό Factoring, περιλαµβάνον λογιστική παρακολούθηση των απαιτήσεων της άνω εταιρείας κατά των οφειλετών της και απλή είσπραξη απαιτήσεών της στο εσωτερικό µε δικαίωμα αναγωγής) µε πλαφόν χρηματοδότησης 300.000.000 δρχ.
και η από .../2000 πρόσθετη πράξη Νο 1 της σύμβασης πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων για εγχώριο Factoring που υπεγράφη στις .../2000 με πλαφόν επιπλέον χρηματοδότησης 300.000.000 δρχ., ήτοι για συνολικό όριο χρηματοδότησης 1.760.821,72 ευρώ της ως άνω εταιρείας "THE MARTIN'S A.E." (στο εξής: προμηθεύτρια) με δραστηριότητα στις εισαγωγές και το εμπόριο ενδυμάτων και υποδημάτων και οργάνωση επιχειρήσεων με το σύστημα του franchising.
Ειδικότερα, κατά τα κύρια σημεία της σύμβασης και της πρόσθετης σε αυτή πράξης συμφωνήθηκε η χρηματοδότηση από την ... (στο εξής: πράκτορας) της προμηθεύτριας να γίνεται με προεξόφληση αρχικά του ποσοστού 75% (και στη συνέχεια δυνάμει της ως άνω Πρόσθετης Πράξης με προεξόφληση του ποσοστού 80%) των εκχωρούμενων απαιτήσεων κατά των οφειλετών της με δικαίωμα αναγωγής για τα οφειλόμενα υπόλοιπα.
Αρχικώς, συμφωνήθηκε η προμηθεύτρια πρωτοφειλέτρια να ευθύνεται για την αφερεγγυότητα του κάθε πελάτη της και να την βαρύνει εξ ολοκλήρου ο πιστωτικός κίνδυνος, ενώ με την εκχώρηση των τιμολογίων ή των υπολοίπων των καρτελών πελατών συμφωνήθηκε να προεξοφλείται το 75% και εξ αυτού το 50% να πιστώνεται στον ειδικό έντοκο λογαριασμό για εξοφλήσεις υποχρεώσεων της προμηθεύτριας στο εξωτερικό από εισαγωγές για τις οποίες θα είχε εγγυηθεί ο πράκτορας και το υπόλοιπο 50% θα πίστωνε το λογαριασμό όψεως της προμηθεύτριας.
Το υπόλοιπο 25% είχε συμφωνηθεί μετά την είσπραξή του να παραμείνει δεσμευμένο στον έντοκο λογαριασμό της προμηθεύτριας για τον ίδιο σκοπό, προκειμένου να εξοφληθούν οι τυχόν ανειλημμένες υποχρεώσεις του εξωτερικού. Περαιτέρω, στη σύμβαση, η οποία στο πλαίσιο του εμφανούς Factoring συμφωνήθηκε να γνωστοποιείται στον οφειλέτη, συμπεριελήφθη όρος σύμφωνα με τον οποίο ο πράκτορας θα διασφαλιζόταν έναντι της προμηθεύτριας με το προσωπικό χαρτοφυλάκιο μετοχών των μετόχων ...
και ..., οι οποίοι συγκέντρωναν στα χέρια τους το 94,32% των μετοχών της προμηθεύτριας, με εκχώρηση-ενεχυρίαση απαιτήσεων (γεγεννημένων) πελατείας της (τιμολόγια-επιταγές), με εκχώρηση όλων των ασφαλιστηρίων συμβολαίων, με πρώτη υποθήκη για 220.000.000 δρχ επί δυο ακινήτων και ότι όλα τα ποσά, που θα εισπράττονταν μετά τη λήξη της σύμβασης θα φέρονταν σε πίστωση χρεωστικών υπολοίπων και μόλις το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού της προμηθεύτριας καλυπτόταν, το τυχόν υπόλοιπο θα μεταφερόταν σε λογαριασμό της, εφόσον δε θα υπήρχαν άλλες υποχρεώσεις προς τον πράκτορα.
Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με την ανωτέρω από .../2000 σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων, την από .../2000 πρόσθετη πράξη αυτής συνολικής χρηματοδότησης 1.760.821,72 ευρώ, την από .../2002 σύμβαση ανοικτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού 300.000.000 δρχ και την από .../2003 πρόσθετη πράξη παράτασης ισχύος πιστοδοτικού ορίου σε ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό 300.000.000 δρχ το σύνολο της ληξιπρόθεσμης οφειλής ανερχόταν στις 5.1.2005 στα 2.218.337,07 ευρώ.
Προηγουμένως, η προμηθεύτρια, εφόσον θεωρούσε ότι πληρούσε τους όρους του νόμου, ήτοι εφόσον το αρχικό κεφάλαιο της πίστωσης υπερέβαινε τα 400.000 ευρώ, και προτού αποπνεύσει η καταληκτική που έτασσε ο νόμος προθεσμία, ήτοι πριν από την 31.10.2004, με την από .../2004 αίτησή της είχε ζητήσει από τον πράκτορα την υπαγωγή ποσού 2.100.000 ευρώ της ανωτέρω ληξιπρόθεσμης οφειλής της στις διατάξεις του άρθρου 39 Ν. 3259/2004 με ρύθμιση εξοφλήσεώς της κατά τις παραγράφους 4 και 2 εδ.
β' του ως άνω Νόμου και συγκεκριμένα με πρόβλεψη αποπληρωμής της προκύπτουσας οφειλής με διάρκεια από πέντε έως επτά έτη, εκ των οποίων τα δύο έτη θα αποτελούσαν περίοδο χάριτος και η και η αποπληρωμή θα γινόταν, εκτός αντιθέτου συμφωνίας, με ισόποσες περιοδικές δόσεις και με επιτόκιο το εκάστοτε ισχύον της ενήμερης οφειλής για όμοιες χρηματοδοτήσεις.
Στη συνέχεια με την από 4-1-2005 επιστολή του ο πράκτορας γνωστοποίησε στην προμηθεύτρια την απόρριψη του αιτήματός της για την υπαγωγή της στις ευεργετικές του Ν. 3259/2004 διατάξεις με την αιτιολογία ότι ο νόμος αυτός δεν περιλαμβάνει τις συμβάσεις Factoring. Την απορριπτική αυτή απάντηση συγκοινοποίησε ο πράκτορας μεταξύ των άλλων και στον ανακόπτοντα.
Ακολούθως, ο πράκτορας δυνάμει των υπ' αριθμ. ..., ..., ...,.../….1.2005 επιστολών του, απευθυνομένων τόσο στους ...και ... και...συνεγγυητές, όσο και στην προμηθεύτρια πρωτοφειλέτρια αντίστοιχα προέβη στην καταγγελία της μεταξύ των από .../2003 σύμβασης εγχωρίου factοrίng .../….7.2002, .../…-8-2003 συμβάσεων ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού λόγω της μεγάλης καθυστέρησης της προμηθεύτριας για την τακτοποίηση των υποχρεώσεων της προς την Τράπεζα, καλώντας τους άμα να προβούν στην τακτοποίηση των εν λόγω οφειλών συνολικού ποσού 2.218.337,07 ευρώ όπως αναλύονται στα συνημμένα φύλλα "Πληροφορίες Λογαριασμού" και οι οποίες από την ημερομηνία αυτή και μετά θα ήταν σε καθυστέρηση.
Στις 17-10-2007 ο πράκτορας επέδωσε στον ανακόπτοντα την από 16-10-2007 επιταγή προς πληρωμή, συνταχθείσα κάτω από αντίγραφο εξ απογράφου πρώτου εκτελεστού της υπ' αριθµ. 9874/2007 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονοµελούς Πρωτοδικείου Αθηνών για επιδικασθείσα απαίτηση 1.000.000 ευρώ, πλέον τόκων και δαπάνης, µε την οποία ο ανακόπτων επιτασσόταν, ευθυνόµενος εις ολόκληρον και αλληλεγγύως μαζί µε την ως άνω προμηθεύτρια και µε τους λοιπούς συνεγγυητές, ...
και ... να καταβάλει στην καθ 'ης η ανακοπή το συνολικό ποσόν των ευρώ 1.087. 723 ,52, γεγονός για το οποίο συντάχτηκε η µε αριθµό ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ...Στη συνέχεια δυνάμει της υπ' αριθµ. .../….3.2008 πράξης κατάθεσης εγγράφων πλειστηριασμού και δήλωσης συνέχισης πλειστηριασμού της συμβολαιογράφου Αθηνών ...
η καθ' ης, διατηρούσα κατά τα ανωτέρω απαίτηση 1.087.723,52 ευρώ, στηριζόμενη σε τίτλο εκτελεστό, ήτοι την προαναφερόμενη διαταγή πληρωμής με επιταγή προς πληρωμή, υποκατέστησε τη δανείστρια εταιρεία ... Η τελευταία δυνάμει της υπ' αριθμ. .../….9.2005 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιά ....
είχε προβεί σε κατάσχεση επί του 1/4 εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου, ευρισκομένου στο Δήμο ... στη συμβολή των οδών .... και .... και έκτασης 916,81 τ.μ. Ο πλειστηριασμός είχε οριστεί αρχικά να διενεργηθεί στις 31.5.2006, πλην όμως αυτός δεν πραγματοποιήθηκε. Ακολούθως, η καθ' ης η ανακοπή με βάση την ως άνω κατασχετήρια έκθεση και την από 27.2.2008 επέχουσα θέση αναγκαστικής κατάσχεσης αναγγελία της, συνέχισε και επέσπευσε τον αναγκαστικό πλειστηριασμό, περιορίζουσα την απαίτησή της στο ποσόν των 50.000 ευρώ, η διενέργεια του οποίου ορίστηκε για την 7-5-2008 και μετά την έκδοση της με αριθμ. .../2008 απόφασης διόρθωσης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) ορίστηκε χρόνος διενέργειας του πλειστηριασμού η 9-7-2008 δυνάμει της υπ' αριθμ. .../2008 Α' επαναληπτικής περίληψης κατασχετήριας έκθεσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., οπότε ανεστάλη δυνάμει της με αριθμό ..../2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) και μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της επίδικης ανακοπής.
Εξάλλου, τα ανωτέρω περιστατικά συνομολογεί η εκκαλούσα. Με τα δεδομένα αυτά ... προκύπτει ότι η επίμαχη σύμβαση υπό τη μορφή του µη γνήσιου Factoring-όπως στην προκειμένη περίπτωση που η τράπεζα ως πράκτορας, εξ' υπαρχής δεν ανέλαβε τον κίνδυνο αφερεγγυότητας του οφειλέτη, αλλά τον διατήρησε η προμηθεύτρια - συνιστά αναµφήριστα πίστωση, καθόσον η αιτία διαθέσεως, γνωστή εκ των προτέρων κατά την εκχώρηση των απαιτήσεων προς το Factor, ήταν εκείνη του δανείου.
Με βάση, λοιπόν το γεγονός αυτό της αιτίας διαθέσεως ο πράκτορας όφειλε να είχε κάνει δεκτή την αίτηση της προμηθεύτριας για αποπληρωμή της οφειλής σε ισόποσες, εκτός αντιθέτου συμφωνίας, δόσεις πέντε έως επτά ετών µε περίοδο χάριτος δύο ετών και µε επιτόκιο το εκάστοτε ισχύον της ενήμερης οφειλής για όμοιες χρηματοδοτήσεις και να την είχε υπαγάγει στη ρύθμιση των διατάξεων του άρθρου 39 παρ. 4 του ν. 3259/2004 και όχι να την είχε απορρίψει, όπως πράγµατι έπραξε.
Ειδικότερα, εφόσον αποδείχτηκε ότι το αρχικό κεφάλαιο της επίμαχης σύμβασης, απορρέουσας από πίστωση υπερέβαινε τα 400.000 ευρώ, η προμηθεύτρια είχε υποβάλλει εμπρόθεσμα στις 27-10-2004 και πριν από την εκπνοή της καταληκτικής προθεσμίας στις 31-10-2004 αίτηση για την υπαγωγή της οφειλής στις ανωτέρω ευεργετικές του Νόμου διατάξεις και ως τέτοια η οφειλή ενέπιπτε ...στις ρυθμίσεις του άρθρου 39 παρ.4 και παρ. 2 εδ.
β' του ως άνω Νόμου, η καθ' ης η ανακοπή κατά παράβαση του νόμου απέρριψε την εν λόγω αίτηση, στη συνέχεια θεωρώντας κακώς ότι είχε δικαίωμα, προέβη στην καταγγελία των επίμαχων ως άνω συμβάσεων και επιχείρησε την ικανοποίηση της απαίτησής δυνάμει των διατάξεων της αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της ακίνητης περιουσίας του ανακόπτοντος.
Επομένως, εφόσον το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση τα ανωτέρω, με το να κάνει δεκτό ως κατ' ουσίαν βάσιμο το δεύτερο λόγο ανακοπής, έστω και χωρίς ειδική νομική αιτιολογία ως προς τη νομική φύση του μη γνήσιου Factoring, ορθώς εφάρμοσε και ερμήνευσε τις διατάξεις που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη (εννοεί:
τα άρθρα 39 παρ.4 και 2 ν. 3259/2004 και 1 ν.1 του ν. 1905/1990, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 10 του ν. 2367/1995) και καλώς εκτίμησε τις αποδείξεις...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε αποφανθεί ομοίως και ακυρώσει τις προσβαλλόμενες πράξεις της επισπευδόμενης αναγκαστικής εκτέλεσης.
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 47 και 64 έως 67 του ΝΔ της 17-7/13-8-1923, 668 ΕμπΝ, 112 ΕισΝΑΚ, 361 806-807 ΑΚ και 39 παρ. παρ. 2 εδ. β' και 4 του ν.3259/2004, όπως η έννοια αυτών αναλύθηκε στις προπαρατεθείσες νομικές σκέψεις, οι οποίες δεν είχαν εν προκειμένω εφαρμογή, καθόσον δεν πληρούσαν το πραγματικό των εν λόγω διατάξεων και δεν δικαιολογούσαν την κρίση ότι η ένδικη σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων Factoring και η πρόσθετη πράξη αυτής, οι οποίες είχαν συναφθεί μεταξύ της αναιρεσείουσας και της εταιρίας "The Martin's A.E." υπέρ της οποίας εγγυήθηκε ο αναιρεσίβλητος, αποτελεί σύμβαση πίστωσης, αφού, κατά τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και το περιεχόμενο των προπαρατεθέντων όρων της σύμβασης (παροχή υπηρεσιών λογιστικής παρακολούθησης των απαιτήσεων της προμηθεύτριας κατά των οφειλετών της, είσπραξη απαιτήσεών της με δικαίωμα αναγωγής, εκχώρηση των απαιτήσεων της προμηθεύτριας, προεξόφληση ποσοστού εκχωρούμενων απαιτήσεων με δικαίωμα αναγωγής για τα οφειλόμενα υπόλοιπα κλπ), προκύπτει ότι η ένδικη οφειλή απέρρεε, από σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων και την πρόσθετη αυτής πράξη.
Ως εκ τούτου, η ένδικη οφειλή δεν υπαγόταν στη ρύθμιση των άρθρων 39 παρ. 2 εδ. β' και 4 ν. 3259/2004 και, συνεπώς, δεν συνέτρεχαν οι όροι παροχής προθεσμίας αποπληρωμής αυτής σε ισόποσες περιοδικές δόσεις, αφού στην εν λόγω ρύθμιση, κατά τα προεκτεθέντα, υπάγονται μόνον οφειλές από δάνεια ή πιστώσεις, που χορηγούνται από πιστωτικά ιδρύματα, όχι, όμως, και απαιτήσεις πιστωτικών ιδρυμάτων από άλλες αιτίες, ή απαιτήσεις από δάνεια ή πιστώσεις που χορηγούνται από πρόσωπα που δεν είναι πιστωτικά ιδρύματα, όπως χρηματοδοτικά ιδρύματα (πχ.
εταιρίες πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων, εταιρίες χρηματοδοτικής μίσθωσης, εταιρίες παροχής πιστώσεων κλπ). Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, ενώ λόγω της αναιρετικής εμβέλειάς του παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης.
Επειδή, κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ "αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα) παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές".
Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι "οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν" συνάγεται, ότι οσάκις μετά την αναίρεση της αποφάσεως δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υποθέσεως υπό του δικαστηρίου της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση διατακτικού της αποφάσεως με βάση την έκταση της αναιρέσεως, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης αλλά μπορεί η τελειωτική επί της υποθέσεως απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (Ολ.Α.Π. 25/2001).
Τέτοιο δικονομικό έδαφος για την μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως επανεκδίκαση της υποθέσεως από το Εφετείο στην ουσία δεν υπάρχει και στην κρινόμενη περίπτωση, αφού ο γενόμενος από το δικαστήριο της ουσίας 2ος λόγος της ανακοπής είναι νομικά αβάσιμος. Οι λοιποί λόγοι της ανακοπής που δεν ερευνήθηκαν θα εξεταστούν από το Εφετείο με κλήση του επιμελέστερου διαδίκου.
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η απόδοση των παραβόλων που η αναιρεσείουσα κατέθεσε για την έφεση και την αίτηση αναίρεσης στην ίδια (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα αυτής λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠοΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 1139/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Δέχεται την ενώπιον του ανωτέρω δικαστηρίου ασκηθείσα από 25.7.2012 (αριθ. καταθέσεως 5443/2012) έφεση της "ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" που τελεί υπό εκκαθάριση κατά του Α. Μ. και κατά της υπ' αριθ. 1827/2010 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Εξαφανίζει την ανωτέρω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Δικάζει και απορρίπτει τον δεύτερο λόγο της από 21.4.2008 (αριθ. εκθ. κατ. 85819/2008) ανακοπής του Α. Μ. κατά της "ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ".
Διατάζει την απόδοση των κατατεθέντων για την έφεση και την αίτηση αναίρεσης παραβόλων στην αναιρεσείουσα.
Επιβάλλει στον αναιρεσίβλητο τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Ιανουαρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, την 1η Μαρτίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ