Legislator Case Law & Legislation
693/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on mutual credit account balance and procedural error claims.

Case Number 693/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appeal filed by a dissolved partnership against a final judgment from the Athens Court of Appeal. The appellants argued that the lower court erred in admitting the dissolved entity to the lawsuit and in considering facts not raised in the original complaint. The court held that the entity remained liable for the mutual credit account balance despite its dissolution and that all relevant facts were properly included in the initial pleading. Consequently, the appeal was dismissed, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 669 of the Commercial Code, 874 of the Civil Code, and 112 of the Insolvency Law; A dissolved entity remains liable for the balance of a mutual credit account if the contractual relationship persists, and procedural errors are not found when facts presented in the complaint form the basis of the judgment.

Keywords

AI generated
mutual credit account dissolved partnership liability appeal dismissal procedural error insolvency law

Cited Legislation

AI generated
Article 669 of the Commercial Code
Article 874 of the Civil Code
Article 112 of the Insolvency Law
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Olap 31/1997
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 693 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 693/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και Γεώργιο Γιαννούλη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :

Των αναιρεσειόντων: 1)Της ήδη λελυμένης και εκκαθαρισμένης ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "...... Ο.Ε", που εδρεύει στη ...... Καβάλας, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, 2)Χ1 και 3) Χ2, τους οποίους εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους Αθανάσιος Θάνος.

Της αναιρεσιβλήτου : Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΚΕΝΤΡΙΚΟ ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΟ ΗΜΕΡΗΣΙΟΥ ΚΑΙ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΥ ΤΥΠΟΥ Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Αργύριος Αγγελόπουλος.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12.11.2001 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 4657/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 2458/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21.06.2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γιαννούλης ανέγνωσε την από 09.11.2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι δύο πρώτοι λόγοι αναιρέσεως, όπως αυτοί συμπληρώνονται σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ.4 Κ.Πολ.Δ. και να απορριφθεί ο τρίτος λόγος. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 669 του ΕμπΝ, 874 του ΑΚ και 112 του ΕισΝΑΚ προκύπτει, ότι αλληλόχρεος λογαριασμός υπάρχει, όταν δύο πρόσωπα, από τα οποία τουλάχιστον το ένα είναι έμπόρος, συμφωνούν να καταχωρίζουν τις μεταξύ τους δοσοληψίες σε κονδύλια πιστώσεων και χρεώσεων, τα οποία, μολονότι διατηρούν το νομικό τους χαρακτήρα, αποβάλλουν από την καταχώρισή τους την αυτοτέλειά τους και δεν μπορούν να επιδιωχθούν ή να διατεθούν χωριστά, με αποτέλεσμα να οφείλεται μόνο το κατάλοιπο, που προκύπτει κατά το κλείσιμο του λογαριασμού, με την αντιπαραβολή των κονδυλίων.

Συνεπώς, με τη σύμβαση του αλληλόχρεου λογαριασμού δημιουργείται μεταξύ των συμβαλλόμενων μια διαρκής έννομη σχέση, αφού η λειτουργία της συμβάσεως προϋποθέτει χρονική διάρκεια. Η σχέση αυτή έχει περιουσιακό χαρακτήρα και ως εκ τούτου καταλογίζεται στο ενεργητικό ή το παθητικό της περιουσίας των μερών το ανά πάσα στιγμή περιεχόμενο του λογαριασμού, δηλαδή η αντιπαραβολή των κονδυλίων της χρεοπιστώσεως (ΟλΑΠ 31/1997).

Κλείνει δε ο λογαριασμός αυτός περιοδικά, εκτός αντίθετης συμφωνίας, κάθε εξάμηνο και οριστικά με καταγγελία της συμβάσεως (άρθρο 112 § 2 του ΕΙσΝΑΚ). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 62 του ΚΠολΔ, όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος.

Η ικανότητα αυτή αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης και σύμφωνα με το άρθρο 73 του αυτού Κώδικα εξετάζεται σε κάθε στάση της δίκης και αυτεπαγγέλτως. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 72, 777, 778 του ΑΚ, 18 του ΕμπΝ και 62 και 286 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η λύση του νομικού προσώπου της ομόρρυθμης εμπορικής εταιρίας δεν θίγει την ικανότητά της να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, συνεπώς και της έννομης σχέσης της δίκης, ούτε επιφέρει τη βίαιη διακοπή αυτής, διότι και μετά τη λύση της η νομική προσωπικότητα της εταιρίας λογίζεται υφιστάμενη, εφόσον τούτο απαιτείται για τις ανάγκες της και προς το σκοπό της εκκαθάρισης.

Εφεξής η εταιρία εκπροσωπείται από τους εκκαθαριστές, οι οποίοι είναι οι ίδιοι οι εταίροι, αν δεν διορίστηκαν εκκαθαριστές με συμφωνία των εταίρων ή από το δικαστήριο. Το στάδιο της εκκαθάρισης δεν μπορεί να αποκλειστεί με ρήτρα του καταστατικού ή με απόφαση των εταίρων, αλλά ακολουθεί υποχρεωτικώς και αυτοδικαίως τη λύση της εταιρίας.

Ακόμη και μετά τη λήξη των εργασιών της εκκαθάρισης, αν διαπιστωθεί ότι υπάρχει κάποια εκκρεμότητα, όπως απαίτηση ή χρέος της εταιρίας, επαναλαμβάνονται και πάλι οι εργασίες της εκκαθάρισης και συνεχίζεται η εκπροσώπηση της εταιρίας, που έχει λυθεί, από τους εκκαθαριστές. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη ουσιαστική εκτίμηση του, τα ακόλουθα :

Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία, που είχε λάβει αρμοδίως άδεια λειτουργίας πρακτορείου εφημερίδων και περιοδικών, διακινούσε από 2.12.1982 έως 12.12.1999 τα εν λόγω έντυπα στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Κατά τα τέλη Δεκεμβρίου 1989, καταρτίστηκε στην Αθήνα προφορικά μεταξύ της αναιρεσίβλητης ενάγουσας και της αναιρεσείουσας πρώτης εναγόμενης ομόρρυθμης εταιρίας, της οποίας τύγχαναν εταίροι οι δύο άλλοι εναγόμενοι ήδη δεύτερος και τρίτος αναιρεσείοντες, σύμβαση αορίστου χρόνου, με βάση την οποία η πρώτη ανέθεσε στη δεύτερη την "υποπρακτόρευση" των εφημερίδων, περιοδικών και λοιπών εντύπων της, τα οποία η τελευταία ανέλαβε να διακινεί στην περιοχή της ......

Καβάλας, όπου ήταν και η έδρα της, με την υποχρέωση να αποστέλλει σε αυτή τις εισπράξεις από τις πωλήσεις των εντύπων, καθημερινά ή τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα, με τραπεζικά εμβάσματα ή μετρητά, αφού προηγουμένως παρακρατούσε την προμήθειά της, που ορίστηκε αρχικά σε 20% και στη συνέχεια σε 19% επί της αξίας των πωλούμενων εντύπων.

Για την εξυπηρέτηση των καθημερινών αποστολών καταρτίστηκε μεταξύ των παραπάνω διαδίκων σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού, αφού με αυτή συμφωνήθηκε να καταχωρίζονται οι μεταξύ τους δοσοληψίες σε κοινό λογαριασμό, με τον τύπο των πιστοχρεωστικών κονδυλίων και με σκοπό να εκκαθαρίζονται το τέλος κάθε μήνα, σε τρόπο ώστε το τυχόν κατάλοιπο του λογαριασμού να αποτελεί τη μοναδική μεταξύ τους απαίτηση.

Ειδικότερα, στον εν λόγω λογαριασμό καταχωρίζονταν, στη μεν στήλη της χρεώσεως η αξία των εντύπων που είχαν πωληθεί, μετ' αφαίρεση της προμήθειας της αναιρεσείουσας πρώτης εναγομένης, στη δε στήλη της πιστώσεως η αξία των εμβασμάτων ή τα μετρητά, που έστελνε η τελευταία στην αναιρεσίβλητη ενάγουσα. Στο τέλος κάθε μήνα το λογιστήριο της αναιρεσίβλητης συνέτασσε συγκεντρωτική κατάσταση όλων των εντύπων, που είχε αποστείλει στην πρώτη εναγομένη, αντίγραφο δε της καταστάσεως αυτής αποστελλόταν στην πρώτη εναγομένη.

Η τελευταία έλεγχε τις πωλήσεις των εντύπων που είχαν γίνει και, αφού συμπλήρωνε τα στοιχεία τους, επέστρεφε στην ενάγουσα την εν λόγω κατάσταση, μαζί με τις ποσότητες των εντύπων που δεν είχαν πωληθεί, οπότε και γινόταν η πλήρης οικονομική εκκαθάριση των στοιχείων του μήνα και εκδίδονταν από την ενάγουσα 1) μηνιαία εκκαθάριση δοσοληψίας, και 2) συνοπτικός "χρηματικός λογαριασμός μηνός", που αποστέλλονταν και αυτός στην πρώτη εναγομένη προς επιβεβαίωση της οικονομικής εκκαθαρίσεως του μήνα μέσα στο πρώτο δεκαήμερο του επόμενου μήνα (μεθεπόμενου της αποστολής των εντύπων).

Η πρώτη εναγομένη μπορούσε, κατά τη σχετική συμφωνία της με την ενάγουσα, να αμφισβητήσει εγγράφως το αποτέλεσμα της εκκαθάρισης κάθε μήνα μέσα σε προθεσμία δέκα ημερών από τη λήψη των παραπάνω εγγράφων, δηλαδή της κατάστασης και του χρηματικού λογαριασμού. Σε περίπτωση κατά την οποία εκείνη δεν αμφισβητούσε το αποτέλεσμα, αυτό θεωρούταν αναγνωρισμένο, όπως είχε συμφωνηθεί.

Στη συνέχεια, αν το πιο πάνω αποτέλεσμα ήταν χρεωστικό σε βάρος της πρώτης εναγομένης, αυτή έπρεπε να το εξοφλήσει, αν, όμως, ήταν πιστωτικό παρέμενε τούτο προς συμψηφισμό με τις μελλοντικές αποστολές. Η λειτουργία της συνεργασίας των παραπάνω διαδίκων άρχισε την 1.1.1990 και διάρκεσε έως και τις 12.12.1999, οπότε και λύθηκε με καταγγελία από μέρους της ενάγουσας.

Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα κινήθηκε και ο αναφερόμενος αλληλόχρεος λογαριασμός, το μηνιαίο αποτέλεσμα του οποίου αναγνώριζε κάθε φορά η πρώτη εναγομένη και ο οποίος, να σημειωθεί, κινήθηκε και μετά τη λήξη της συνεργασίας των διαδίκων, λόγω των πιο πάνω ιδιομορφιών του και της ύπαρξης προθεσμιακών εντύπων (με περίοδο κυκλοφορίας πολλών μηνών) στα χέρια της πρώτης εναγομένης, μέχρι τις 31.3.2000, οπότε και έκλεισε οριστικά με χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος της πρώτης εναγομένης, ύψους 2.261.959 δραχμών.

Η πρώτη εναγομένη αναγνώρισε το χρεωστικό αυτό υπόλοιπο, αφού δεν αντέλεξε μέσα στη συμφωνημένη εύλογη προθεσμία των δέκα ημερών από τη λήψη της σχετικής λογιστικής εκκαθάρισης και του χρηματικού λογαριασμού του μήνα Δεκεμβρίου 1999, όταν και είχε διαμορφωθεί σε βάρος της το χρεωστικό αυτό κατάλοιπο.

Οι αναιρεσείοντες εναγόμενοι, συνεχίζει το Εφετείο, ισχυρίστηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ότι η πρώτη εναγομένη κατά το χρόνο, που έκλεισε ο επίμαχος αλληλόχρεος λογαριασμός, και συνακόλουθα και κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής ήταν ανύπαρκτο πρόσωπο, διότι αυτή είχε λυθεί από τις 15.5.1997 και είχαν περατωθεί και οι εργασίες της εκκαθαρίσεώς της.

Για την απόδειξη του ισχυρισμού αυτού οι εναγόμενοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν (όπως και κατά την έκκλητη δίκη) το από ..... "διαλυτικό της εταιρίας "...... ΟΕ", που είχε δημοσιευτεί στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Καβάλας με αριθ. ...., στο οποίο αναφέρεται ότι οι ομόρρυθμοι εταίροι δεύτερος και τρίτος των εναγομένων αποφάσισαν στις 15.5.1997 τη διάλυση και την εκκαθάριση της πρώτης εναγόμενης εταιρίας τους και ότι αυτοί, ως συνεκκαθαριστές, ρευστοποίησαν το ενεργητικό και εξόφλησαν το παθητικό της εταιρίας τους.

Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός των εναγομένων, είπε το Εφετείο, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι, μετά τη λύση και την τυπική εκκαθάριση της πρώτης εναγομένης, παρέμεινε ακόμη εκκρεμής και ανεκκαθάριστη τουλάχιστον η επίδικη διαφορά μεταξύ των διαδίκων, αφού ο υφιστάμενος μεταξύ τους αλληλόχρεος λογαριασμός δεν είχε κλείσει, και άρα η ενάγουσα, που επικαλείται (και απέδειξε) ότι ήταν δανείστρια της πρώτης εναγομένης, νομιμοποιούταν, λόγω της ιδιότητας της αυτής, να επιδιώξει την ικανοποίηση της απαιτήσεώς της με αγωγή, στρεφόμενη τόσο κατά του νομικού προσώπου της εταιρίας, η οποία εκπροσωπούταν στη σχετική δίκη από τους συνεκκαθαριστές ομορρύθμους εταίρους της, όσο και κατά των ομορρύθμων εταίρων της ατομικά".

Στη συνέχεια, το Εφετείο, με βάση τις πιο πάνω παραδοχές, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει την αγωγή, διότι είχε δεχθεί, ότι κατά τον επικαλούμενο χρόνο της αναγνώρισης του χρεωστικού υπολοίπου η πρώτη εναγομένη εταιρία στερούταν νομικής προσωπικότητας, εφόσον είχε περατωθεί η εκκαθάρισή της, δέχθηκε την αγωγή και υποχρέωσε τους αναιρεσείοντες εναγόμενους να καταβάλουν στην αναιρεσίβλητη ενάγουσα, σε ολόκληρο ο καθένας τους, το ποσό των 6.638,18 ευρώ (οίον το ισόποσο των 2.261.959 δρχ.) ως κατάλοιπο του κλεισθέντος αλληλόχρεου λογαριασμού.

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361, 873, 874, 72, 777, 778 του ΑΚ, 669 και 18 του ΕμπΝ και 112 του ΕισΝΑΚ, αφού ορθά αυτές ερμήνευσε και εφήρμοσε και διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του σαφείς, επαρκείς και όχι αντιφατικές αιτιολογίες σε ζητήματα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ώστε να μη στερείται αυτή νόμιμης βάσεως Τούτο δε διότι, το δικαστήριο της ουσίας :

Α) απέρριψε τον περί λύσεως και εκκαθαρίσεως της πρώτης εναγομένης εταιρίας ισχυρισμό των εναγομένων, διότι η γενόμενη στις 15.5.1997 εκκαθάριση αυτής ήταν τυπική και όχι ουσιαστική, αφού παρέμενε εκκρεμής και ανεκκαθάριστη μεταξύ των διαδίκων τουλάχιστον η από την επίδικη, από το Δεκέμβριο του 1989, σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού διαφορά, και Β) δέχθηκε α) ότι η συνεργασία των διαδίκων, με βάση τη σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού, άρχισε την 1.1.1990 και διάρκεσε έως και τις 12.12.1999, οπότε και λύθηκε με καταγγελία από μέρους της ενάγουσας, αλλά λόγω των ιδιομορφιών που αναφέρθηκαν και της ύπαρξης προθεσμιακών (με περίοδο κυκλοφορίας πολλών μηνών) εντύπων στα χέρια της πρώτης εναγομένης, συνεχίστηκε μέχρι τις 31.3.2000, οπότε έκλεισε οριστικά με χρεωστικό υπόλοιπο (αναγόμενο στις 31.12.1999) σε βάρος της πρώτης εναγομένης, ύψους 2.261.959 δραχμών, β) ότι η ίδια η πρώτη εναγομένη, μη επικαλούμενη ούτε και τότε λύση και εκκαθάρισή της, αναγνώρισε το χρεωστικό αυτό υπόλοιπο, αφού δεν αντέλεξε μέσα στη συμφωνημένη εύλογη προθεσμία των δέκα ημερών από τη λήψη της σχετικής λογιστικής εκκαθάρισης και του χρηματικού λογαριασμού του μήνα Δεκεμβρίου 1999, όταν και είχε διαμορφωθεί σε βάρος της το χρεωστικό κατάλοιπο, και γ) ότι η ενάγουσα εταιρία, ως δανείστρια, νομιμοποιούταν να στραφεί κατά της πρώτης εναγομένης οφειλέτιδας και να αξιώσει την ικανοποίησή της για το προκύψαν από αυτή κατάλοιπο, αφού, με βάση τις καθόλου παραδοχές της προσβαλλόμενης, όταν οριστικοποιήθηκε αυτό, η πρώτη αναιρεσείουσα εταιρία εξακολουθούσε να υπάρχει και να λειτουργεί ως προς τη συμβατική της σχέση με την αναιρεσίβλητη, όπως και προηγουμένως και όχι για τις ανάγκες τις εκκαθαρίσεως, ώστε να μην τίθεται θέμα μη υπάρξεως υποχρεώσεώς της πρώτης εναγόμενης εταιρίας για την καταβολή του προκύψαντος κατά το κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού (31.12.1999) καταλοίπου, ως μη όντας γεννημένου κατά την επικληθείσα εκ των υστέρων λύση της στις 15.5.1997.

Επομένως, ο πρώτος και ο δεύτερος λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, αντιστοίχως, είναι αβάσιμοι. 2. Επειδή, ο από τη διάταξη του αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής), είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο.

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του γεγονότα, που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως προβάλλουν, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, διότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν με το δικόγραφο της αγωγής και ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, με το να δεχθεί :

α) ότι η πρώτη αναιρεσείουσα πρώτη εναγόμενη εταιρία παρά την περάτωση της εκκαθάρισης νομιμοποιούταν στην δίκη, διότι είχε μείνει ανεκκαθάριστη η επίδικη διαφορά, β) ότι στην πρώτη, επίσης, αναιρεσείουσα επιδόθηκε από την αναιρεσίβλητη καταγγελία της συνεργασίας τους και αυτή ουδέποτε αμφισβήτησε το χρεωστικό υπόλοιπο του αλληλόχρεου λογαριασμού, το οποίο και αναγνώρισε, και γ) ότι ο λογαριασμός αυτός κινήθηκε και μετά τη λήξη της συνεργασίας των διαδίκων λόγω των ιδιομορφιών του.

Όμως, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της από 12.11.2001 ένδικης αγωγής, το περιεχόμενο της οποίας επιτρεπτώς εκτιμάται από το δικαστήριο (άρθρο 561 § 2 του ΚΠολΔ), όλα τα πιο πάνω περιστατικά περιλαμβάνονται μεταξύ εκείνων, τα οποία εκτίθενται στην αγωγή και αποτελούν μέρος της ιστορικής βάσεως αυτής.

Συνεπώς, ο τρίτος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. 3. Μετά ταύτα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21 Ιουνίου 2005 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "....... ΟΕ", του Χ1 και του Χ2 περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 2.458/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Δεκεμβρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Απριλίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ