Legislator Case Law & Legislation
245/2026 AI generated

Supreme Court suspends appeal due to conflicting precedents requiring Full Bench ruling on causation.

Case Number 245/2026
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court suspended the appeal proceedings against a bank's liability decision pending a Full Bench ruling. The court identified that conflicting precedents exist regarding the existence of causal links between bank employee actions and investor losses, specifically concerning a 2013 Cyprus intervention. To ensure legal unity and avoid further contradictory rulings, the court referred the core causation issue to the Full Bench.

Legislator headnote

AI generated

Articles 249 and 563 of the Code of Civil Procedure; When conflicting precedents exist on fundamental issues of causation between bank actions and investor losses, the Supreme Court must refer the matter to the Full Bench to ensure legal unity.

Keywords

AI generated
causal link bank liability investor losses conflicting precedents Full Bench referral legal unity suspension of proceedings

Cited Legislation

AI generated
Article 249 of the Code of Civil Procedure
Article 563 of the Code of Civil Procedure
Article 27 of Law 4938/2022

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 245 / 2026 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 245/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μιχαήλ Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου - Εισηγήτρια και Ευαγγελία Γίτση, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ανδριανή Παπαδοπούλου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Κατά την δικάσιμο της 21ης Μαρτίου 2022 εκπροσωπήθηκε επίσης από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ανδριανή Παπαδοπούλου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Μ. του Ε. , κατοίκου ... , για το εαυτό της ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της 2ης αρχικώς ενάγουσας Ε. Μ. συζ. Ε. , η οποία απεβίωσε στις ...-2016, 2) Ε. Μ. του Ε. , κατοίκου ... , για το εαυτό του ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της 2ης αρχικώς ενάγουσας Ε. Μ. συζ. Ε. και 3) Ε. Κ. του Ε. , κατοίκου ... , οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Κατά την δικάσιμο της 21ης Μαρτίου 2022 εκπροσωπήθηκαν άπαντες από την πληρεξούσια δικηγόρο τους και ήδη α' αναιρεσίβλητη Μ. Μ. , με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-3-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και της αρχικής διαδίκου Ε. Μ. , που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 103/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 181/2017 του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 14-11-2019 αίτησή της, για την οποία δικάσιμος ορίστηκε η 21η Μαρτίου 2022 χωρίς να εκδοθεί απόφαση. Με την υπ' αριθμ. 255/2024 Πράξη της Προέδρου του Α2 Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του Κ.Πολ.Δ. , η δικάσιμος που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Κατά την οίκοθεν συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 307 ΚΠολΔ, αν για οποιονδήποτε λόγο που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται, αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για τη συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου. Η επαναλαμβανόμενη κατ' άρθρο 307 ΚΠολΔ συζήτηση αποτελεί, όπως και η από το άρθρο 254 ΚΠολΔ συζήτηση, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση. Συνακόλουθα, ο μεν διάδικος που παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση δεν χρειάζεται να καταθέσει εκ νέου προτάσεις, ο δε διάδικος που δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη, είχε όμως παραστεί στην αρχική, δικάζεται αντιμωλία (ΑΠ 674/2023, ΑΠ 936/2018, ΑΠ 869/2017).

Στη προκειμένη περίπτωση, φέρεται προς ανασυζήτηση, στη σημερινή δικάσιμο, η από 14.11.2019 αίτηση αναίρεσης, κατά της με αριθμό 181/2017 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, σύμφωνα με τη με αριθμό .../2024 Πράξη της Προέδρου του Α2 Πολιτικού Τμήματος, που κοινοποιήθηκε νομότυπα στους διαδίκους, κατ' εφαρμογή του άρθρου 307 ΚΠολΔ, κατόπιν διαπίστωσης αδυναμίας έκδοσης απόφασης επί της εν λόγω αίτησης αναίρεσης, η οποία είχε συζητηθεί κατ' αντιμωλία των διαδίκων, στην αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 21ης Μαρτίου 2022, ενώπιον του ιδίου ως άνω Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου.

Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια (γενεσιουργό λόγο ευθύνης), επέλευση περιουσιακής ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.

Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα, ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, και μπορεί η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική, ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης.

Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.

Η παράλειψη ως όρος της αδικοπραξίας συντρέχει, όταν υπάρχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει, είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή της καλής πίστης, όπως αυτή διαμορφώνεται κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ (ΑΠ 1231/2025, ΑΠ 149/2024, ΑΠ 2061/2022, ΑΠ 1185/2021, ΑΠ 342/2021).

Είναι δυνατό μια ζημιογόνα ενέργεια, πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται μία σύμβαση, να θεμελιώνει συγχρόνως και ευθύνη από αδικοπραξία.

Τούτο συμβαίνει, όταν η ενέργεια αυτή καθ` εαυτή και χωρίς την προϋπάρχουσα συμβατική σχέση θα ήταν παράνομη, ως αντίθετη στο γενικό καθήκον, που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, να μην προκαλεί κανένας υπαίτια ζημία σε άλλον (ΑΠ 1231/2025, ΑΠ 149/2024, ΑΠ 2061/2022, ΑΠ 459/2021, ΑΠ 342/2021). Ειδικότερες μορφές της υποχρέωσης πρόνοιας, ασφάλειας και προστασίας των αγαθών των άλλων, η οποία θεμελιώνει το στοιχείο του παράνομου, κατά τα ανωτέρω, αποτελούν οι υποχρεώσεις διαφώτισης/ενημέρωσης και συμβουλευτικής καθοδήγησης/προειδοποίησης του πελάτη εκ μέρους της Τράπεζας, οι οποίες στηρίζονται στη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ Τράπεζας - πελάτη.

Η εκ μέρους της Τράπεζας παράλειψη εκπλήρωσης των ως άνω υποχρεώσεων θεμελιώνει αδικοπρακτική της ευθύνη, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις αυτής (ευθύνης), ήτοι η υπαιτιότητα και η επέλευση ζημίας αιτιωδώς συνδεόμενη με την παράνομη συμπεριφορά της Τράπεζας, με την έννοια ότι η παράβαση των απορρεουσών από την καλή πίστη, υποχρεώσεων της Τράπεζας αποτελεί όρο, κατ' αντικειμενική πρόγνωση, πρόσφορο να οδηγήσει στο αποτέλεσμα της ζημίας.

Με την έννοια αυτή, οι συγκεκριμένες συναλλακτικές υποχρεώσεις παραβιάζονται, μεταξύ άλλων, και στις περιπτώσεις που παραλείπεται η παροχή όσων πληροφοριών είναι απαραίτητες στον συγκεκριμένο αποδέκτη των επενδυτικών υπηρεσιών, προκειμένου αυτός, να είναι σε θέση να αντιληφθεί την μορφή της προτεινόμενης σε αυτόν τοποθέτησης των κεφαλαίων του και κυρίως να κατανοήσει όσους κινδύνους συνδέονται με τη ζημιογόνο για τον ίδιο εξέλιξη αυτής, ώστε, έχοντας ενημερωθεί σχετικώς, να αξιολογήσει ακολούθως ιδίως τις επιβλαβείς συνέπειες της συγκεκριμένης επενδυτικής επιλογής και ο ίδιος να αποφασίσει εάν θα την επιχειρήσει, παρέχοντας την σχετική εντολή στην αντισυμβαλλόμενη αυτού Τράπεζα (ΑΠ 2061/2022).

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν ή πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Το ζήτημα τούτο κρίνεται εκ των προτέρων και ποτέ εκ των υστερών. Δεν εξετάζονται οι ατομικές δυνατότητες και γνώσεις του συγκεκριμένου βλάψαντος, αλλά η δυνατότητα πρόγνωσης του μέσου συνετού ανθρώπου.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε κυριαρχικώς, ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Αντιθέτως, η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ή δεν υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 1231/2025, ΑΠ 149/2024, ΑΠ 2061/2022, ΑΠ 354/2022, ΑΠ 1182/2021). Από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 147-149 ΑΚ και 386 ΠΚ, προκύπτει ότι γενεσιουργό λόγο υποχρέωσης σε αποζημίωση αποτελεί και η απατηλή συμπεριφορά σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο, προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον, την εσφαλμένη αντίληψη πραγματικών γεγονότων, ένεκα της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βούλησης ή επιχείρηση πράξης από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για τη γενομένη δήλωση βούλησης ή την επιχειρηθείσα πράξη, ενώ δεν αποκλείεται η τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση να αναφέρεται σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με απόκρυψη κρίσιμων γεγονότων, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε (ΑΠ 149/2024, ΑΠ 2061/2022, ΑΠ 342/2021, ΑΠ 914/2021).

Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 386 ΠΚ, ερμηνευομένης ενόψει και του άρθρου 27 του Ποινικού Κώδικα, δόλος συντρέχει όχι μόνον όταν ο δράστης επιδιώκει την πρόκληση της ζημίας αυτής, αλλά και όταν την γνωρίζει ως ενδεχόμενη και αποδέχεται τη δυνατότητα πρόκλησης της ίδιας ζημίας είτε ως αναγκαία είτε ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράνομης συμπεριφοράς του.

Κατά την έννοια του άρθρου 147 ΑΚ απάτη αποτελεί κάθε συμπεριφορά από πρόθεση που τείνει να παραγάγει, ενισχύσει ή διατηρήσει πεπλανημένη αντίληψη ή εντύπωση με σκοπό να οδηγηθεί κάποιος σε δήλωση βούλησης, συνίσταται δε η απατηλή συμπεριφορά είτε σε παράσταση ανύπαρκτων γεγονότων ως υπαρκτών, κατά παράβαση του καθήκοντος αλήθειας, είτε στην απόκρυψη ή αποσιώπηση η ατελή ανακοίνωση υπαρκτών γεγονότων, των οποίων η αποκάλυψη σ` αυτόν που τα αγνοούσε επιβαλλόταν από το καθήκον διαφώτισής του με βάση την καλή πίστη ή την υπάρχουσα ιδιαίτερη σχέση μεταξύ αυτού και εκείνου προς τον οποίο απηύθυνε τη δήλωσή του.

Σε κάθε περίπτωση δεν ενδιαφέρει το είδος της πλάνης που δημιουργήθηκε από την απάτη, δηλαδή αν αυτή είναι ή δεν είναι συγγνωστή, ουσιώδης ή επουσιώδης, καθώς και αν αναφέρεται αποκλειστικά στα παραγωγικά αίτια της βούλησης, αρκεί η πλάνη να υφίσταται κατά το χρόνο που δηλώνεται η βούληση (ΑΠ 149/2024, ΑΠ 832/2022, ΑΠ 914/2021,ΑΠ 1269/2017).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 922 ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλο σε μία υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του. Η εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως προϋποθέτει: α) σχέση προστήσεως, η οποία υπάρχει όταν, στο πλαίσιο υφιστάμενης μεταξύ δύο προσώπων (φυσικών ή νομικών) δικαιοπρακτικής ή οποιασδήποτε άλλης βιοτικής σχέσης, διαρκούς ή ευκαιριακής, το ένα από τα πρόσωπα αυτά (προστήσας) αναθέτει στο άλλο (προστηθέντα), με ή χωρίς αμοιβή, την εκτέλεση ορισμένης υπηρεσίας, υλικής ή νομικής φύσης, η οποία αποβλέπει στη διεκπεραίωση υποθέσεων και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών, οικονομικών, κοινωνικών ή άλλων συμφερόντων του πρώτου και κατά τη οποία ο δεύτερος υπόκειται στον έλεγχο ή έστω στις γενικές οδηγίες και εντολές ή μόνο στην επίβλεψη του πρώτου.

Συνεπώς, για να υπάρχει σχέση πρόστησης, αρκεί να υπάρχει εξάρτηση, έστω και χαλαρή, ανάμεσα στον προστήσαντα και στον προστηθέντα, ώστε ο πρώτος να μπορεί να δίνει στον δεύτερο εντολές ή οδηγίες και να τον ελέγχει ή επιβλέπει κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του ανέθεσε (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 2030/2022, ΑΠ 1100/2022, ΑΠ 47/2020, Α.Π. 797/2014).

Πάντως, όταν η εκτέλεση μιας υπηρεσίας έχει ανατεθεί σε πρόσωπα με εξειδικευμένες επιστημονικές ή τεχνικές γνώσεις, ο άνω έλεγχος δεν είναι απαραίτητο να εκτείνεται στον τρόπο εκτελέσεως της υπηρεσίας, αλλά μπορεί και αρκεί να αφορά στην παροχή οδηγιών, έστω και γενικού περιεχομένου, ως προς το ανωτέρω ζήτημα, β) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια, πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 ΑΚ και γ) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας, που του έχει ανατεθεί ή επ` ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας του ή ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 127/2023, ΑΠ 221/2022).

Η νομική σχέση που συνδέει τον προστήσαντα με τον προστηθέντα είναι αδιάφορη και αρκεί το γεγονός, ότι ο τελευταίος, όταν αδικοπρακτούσε, τελούσε υπό τις οδηγίες και εντολές του προστήσαντος, ως προς τον τρόπο εκπλήρωσης των καθηκόντων του, χωρίς να είναι απαραίτητη και η διαρκής επίβλεψή του, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση πάντως ότι ο προστηθείς ενεργούσε προς διεκπεραίωση υποθέσεως και γενικά προς εξυπηρέτηση συμφερόντων του προστήσαντος (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 1329/2017, ΑΠ 290/2011).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, και η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. , ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Ανατολικής Κρήτης, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, παραδεκτώς επισκοπούμενη (αρθ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: "Οι ενάγοντες είναι συγγενείς πρώτου βαθμού και διατηρούσαν επί σειράν ετών στην εναγομένη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ" απλούς καταθετικούς λογαριασμούς προκειμένου να αποταμιεύουν τα χρήματά τους.

Λόγω της μακροχρόνιας συναλλακτικής τους σχέσης και επειδή οι επενδύσεις στις οποίες προέβαιναν οι ενάγοντες δεν παρουσίαζαν σημαντικές απώλειες, οικοδομήθηκε σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ των τελευταίων και των συμβούλων της εναγομένης εταιρείας. Υπό αυτό το καθεστώς και περί της αρχές Απριλίου του έτους 2009 η πρώτη και η δεύτερη των εναγόντων ενημερώθηκαν από τον διευθυντή του υποκαταστήματος της εναγομένης στην πόλη του Ηρακλείου, ονόματι...

σε συνάντηση που έλαβε χώρα στο υποκατάστημά της, στην οδό ... , περί της δυνατότητας επένδυσης των χρημάτων τους σε συμβάσεις με ιδιαίτερα ευνοϊκούς όρους ασφαλείας και απόδοσης " ειδικά για μεγάλα ποσά". Αποφάσισε δε, η πρώτη ενάγουσα, η οποία ενεργούσε και για λογαριασμό των λοιπών, κατόπιν προτροπής του ανωτέρω διευθυντή, να προβεί σε επένδυση ποσού 196.158,68 ευρώ, και για το λόγο αυτό υπέγραψε την από 7.4.2009 σύμβαση προθεσμιακής κατάθεσης "ειδικού τύπου" ,συνδυασμένης με ομόλογο του Ελληνικού Δημοσίου, υπό την έννοια ότι η προθεσμιακή αυτή κατάθεση θα ακολουθούσε την τύχη και τις διακυμαινόμενες στην αγορά ομολόγων τιμές αγοραπωλησίας και οικονομικής απόδοσης του ομολόγου, μόνον σε περίπτωση προεξόφλησης αυτής εκ μέρους των συνδικαιούχων.

Κατά τα λοιπά, η επένδυση ήταν εκτεθειμένη στους συνήθεις επενδυτικούς κινδύνους, όπως επιτοκίων, συναλλαγματικούς, πιστωτικούς ενώ, στους κινδύνους αυτούς, δεν συμπεριλαμβανόταν ο κίνδυνος απώλειας του αρχικού κεφαλαίου της επένδυσης, εκτός από την περίπτωση προεξόφλησης μέρους ή του συνόλου της επένδυσης. Είχε δε, μακροπρόθεσμο χαρακτήρα, καθώς η διάρκειά της κυμαινόταν έως 5 έτη, ήτοι μέχρι τις 20.8.2014 και το επιτόκιο ορίστηκε σταθερό 5,5% ετησίως. Τα ανωτέρω αποτυπώθηκαν εγγράφως σε έντυπο της εναγομένης με τον τίτλο "Αποδεικτικό επένδυσης σε ομόλογο". Η υπογραφείσα σύμβαση αποτελούσε επί της ουσίας επένδυση η οποία ανταποκρινόταν πλήρως στις επιδιώξεις των καταθετών, που απέβλεπαν στην ασφαλή τοποθέτηση των αποταμιεύσεων μιάς ζωής, είχε δε προστασία κεφαλαίου 100%. Εξ αιτίας των ανωτέρω χαρακτηριστικών, ο βαθμός κινδύνου που αποδιδόταν σ'αυτήν ήταν ιδιαίτερα χαμηλός. Σημειώνεται , ότι σε επικοινωνία και επαφή με τους υπαλλήλους της εναγομένης τράπεζας ερχόταν μόνον η πρώτη ενάγουσα, η οποία ενεργούσε ατομικώς και για λογαριασμό των λοιπών, καθώς μόνον αυτή υπέγραψε την επίδικη σύμβαση, ενώ η επακολουθήσασα ενημέρωση για την πορεία της επένδυσης γινόταν αποκλειστικά σε αυτήν.

Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι στις 27.8.2012 η πρώτη ενάγουσα διαπίστωσε ότι δεν είχε πιστωθεί, ως όφειλε, από τις 20.8.2012 ο τόκος της ετήσιας περιόδου στον λογαριασμό τους, οπότε ενημερώθηκε από υπάλληλο της εναγομένης ότι η επένδυσή τους αφορούσε αγορά ομολόγου που υπόκειτο στο γνωστό πρόγραμμα ανταλλαγής PSI.

Ακολούθως, η πρώτη ενάγουσα υπέβαλε την από 30.8.2012 και με αριθμό πρωτοκόλλου ... αίτησή της προς την εναγομένη, ζητώντας διευκρινίσεις σχετικά με την πορεία της επένδυσής τους, δηλώνοντας ότι η ίδια επιφυλάσσεται παντός νομίμου δικαιώματός της. Στην ανωτέρω αίτηση η εναγομένη απήντησε με το από 21.9.2012 και με αριθμό πρωτοκόλλου ...

έγγραφό της, στο οποίο αναφέρονται μεταξύ άλλων τα εξής: "... στις 7.4.2009 ενημερωθήκατε από το αρμόδιο στέλεχος του καταστήματος για τα επενδυτικά προϊόντα που προσέφερε η τράπεζα καθώς και τους όρους διάθεσής τους, και επιλέξατε να επενδύσετε σε ομόλογο του Ελληνικού Δημοσίου ονομαστικής αξίας 188.000 ευρώ...".

Η εναγομένη ισχυρίζεται ότι η πρώτη ενάγουσα, η οποία ενεργούσε για λογαριασμό των λοιπών εναγόντων, παρέλαβε το αποδεικτικό επένδυσης σε ομόλογο, στο οποίο αναγράφονταν ευκρινώς, όλα τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν το ομόλογο του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο, εκ παραδρομής, εκτυπώθηκε σε έντυπο άλλου προϊόντος, καθώς επίσης και ότι την περίοδο εκείνη (χρόνο σύναψης της επίδικης κατάθεσης) δεν διετίθετο από την εναγομένη τράπεζα άλλο προϊόν με την επωνυμία "ΚΕΦΑΛΑΙΟ PLUS".

Όπως αποδείχθηκε, η επίδικη σύμβαση αποτυπώθηκε σε έγγραφο το οποίο φέρει ως επεξηγηματικό παράτιτλο την ένδειξη "αποδεικτικό επένδυσης σε ομόλογο". Αν επρόκειτο για αγορά ομολόγου, θα αναγραφόταν με σαφήνεια στο έγγραφο ότι αναφερόταν σε "αποδεικτικό αγοράς ομολόγου", καθώς επίσης θα αναγραφόταν ότι έγινε μεταβίβαση και θα αναφερόταν ως αιτία της μεταβίβασης η πώληση.

Επιπροσθέτως, αν οι ενάγοντες είχαν προβεί στην αγορά ομολόγου, θα έπρεπε, είτε το ομόλογο να είχε παραδοθεί σε αυτούς, ως αγοραστές, είτε θα είχε συμφωνηθεί να παραμείνει στην κατοχή της πωλήτριας τράπεζας, δυνάμει σύμβασης παρακαταθήκης.

Εξ άλλου, ως είθισται, όταν υφίσταται αγορά ομολόγου, υπάρχει ρήτρα εμφάνισής του στον εκδότη (Ελληνικό Δημόσιο) μέσω της Τράπεζας της Ελλάδος, προκειμένου να εξοφληθεί εκ μέρους της διαχειρίστριας τράπεζας για λογαριασμό του πελάτη της, καθώς και συμφωνία αμοιβής για την παροχή της συγκεκριμένης υπηρεσίας. Ωστόσο, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο έγγραφο με τίτλο "Αποδεικτικό συναλλαγής επενδυτικών προϊόντων ΚΕΦΑΛΑΙΟ PLUS" και με εκτύπωση ειδικότερα, "Αποδεικτικό επένδυσης σε ομόλογο" δεν γίνεται μνεία ουδενός των ανωτέρω χαρακτηριστικών, που να αποδεικνύει ότι υφίσταται αγορά ομολόγου, αντιθέτως, στον όρο 1 του παρόντος αναγράφεται " ... το παρόν αποδεικτικό, καθώς και τα σχετικά έγγραφα τα οποία αποτελούν με αυτό ενιαίο κείμενο... δεν αποτελούν προσφορά τίτλων... ούτε αντιπροσωπεύουν αξία...".

Περαιτέρω, ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι η επίδικη προθεσμιακή κατάθεση αποτυπώθηκε εκ παραδρομής σε λάθος έγγραφο στερείται ουσιαστικής βασιμότητας, καθώς είχαν προηγηθεί προφορικές ενημερώσεις και διαβεβαιώσεις των υπαλλήλων της εναγομένης προς τους ενάγοντες για το είδος της επένδυσης στην οποία επρόκειτο να προβούν.

Σε κάθε δε, περίπτωση, είναι ασύνηθες να χρησιμοποιούνται λάθος έντυπα στις τραπεζικές συναλλαγές, ιδίως, όταν συμβαλλόμενη είναι μία από τις μεγαλύτερες τράπεζες της Ελλάδος, όπως στη προκειμένη περίπτωση, ώστε να δημιουργούνται λάθος εντυπώσεις στους πελάτες της, οι οποίοι εκ των πραγμάτων, βρίσκονται σε μειονεκτική θέση, δεδομένου ότι οι περισσότεροι δεν διαθέτουν επαρκείς γνώσεις για τις τραπεζικές συναλλαγές, καθώς η τράπεζα έχει καθήκον και υποχρεούται να επιβεβαιώνει με κάθε σαφήνεια τα επενδυτικά προϊόντα που παρέχει στους πελάτες της, και να μεριμνά για την προστασία τους, υπό την έννοια, ότι πρέπει να ενεργεί δίκαια, με εντιμότητα και επαγγελματισμό και να παρέχει κατάλληλη πληροφόρηση σε κατανοητή μορφή, ώστε να δημιουργείται σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ του πελάτη και της τράπεζας.

Η κρίση του δικαστηρίου, ότι το συγκεκριμένο προϊόν συνιστά προθεσμιακή κατάθεση ειδικού τύπου, για μεγάλα χρηματικά ποσά, ενισχύεται και από την κατάθεση του μάρτυρος των εναγόντων, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία αναφέρεται σε εξασφαλισμένο κεφάλαιο και μεγαλύτερη δυνατή τοκοφορία, κατάθεση η οποία επιβεβαιώνεται τόσο από το περιεχόμενο του εγγράφου της προθεσμιακής κατάθεσης, στο οποίο, ως προς τα χαρακτηριστικά του προϊόντος, αναφέρονται το υψηλό επιτόκιο και η εγγύηση της τράπεζας, όσο και από τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, καθώς οι συμβάσεις και ειδικότερα οι τραπεζικές συναλλαγές, ερμηγεύονται, όπως απαιτεί η καλή πίστη και δεν δικαιολογείται η καθ' οιονδήποτε τρόπο διαφορετική ερμηνεία των συμφωνηθέντων, από αυτή που απορρέει με σαφήνεια από την ίδια την συμφωνία, την οποία έχει προτείνει η τράπεζα προς τον πελάτη.

Τα ανωτέρω, ενισχύονται και από το γεγονός ότι η εναγομένη γνώριζε ότι το ποσό της επένδυσης αποτελούσε τις αποταμιεύσεις των εναγόντων, δύο εκ των οποίων ήσαν συνταξιούχοι, τις οποίες προόριζαν για την ασφάλεια των γηρατειών τους, και για την οικονομική στήριξη της επαγγελματικής σταδιοδρομίας της τέταρτης ενάγουσας.

Γνώριζε επίσης, ότι οι ενάγοντες πραγματοποιούσαν πάντοτε επενδύσεις χαμηλού κινδύνου με διασφάλιση του κεφαλαίου τους και ότι η σύναψη αγοράς ομολόγου, συνιστούσε προδήλως ακατάλληλη και ιδιαίτερα ριψοκίνδυνη για τους ενάγοντες επένδυση.

Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι ο εννοιολογικός προσδιορισμός των όρων "επενδυτής", "επιτόκιο έκδοσης", "λήξη και πληρωμή κεφαλαίου την 28.4.2014" αναφερόταν στο κείμενο της από 7.4.2009 προαναφερόμενης προθεσμιακής κατάθεσης, ενώ διατυπώνονταν ρητά στο έγγραφο, το οποίο είχε υπογράψει η πρώτη ενάγουσα, τα ειδικότερα χαρακτηριστικά των όρων της συμφωνίας, μεταξύ των οποίων ήταν οι κίνδυνοι στους οποίους υπέκειτο η επένδυση, και το κυριότερο, ότι το αρχικό κεφάλαιο της επένδυσης ήταν εγγυημένο από την εναγομένη.

Ενόψει των ανωτέρω, η πρώτη ενάγουσα από την απλή και μόνον ανάγνωση της αίτησης γνώριζε ότι το επενδυτικό προϊόν, στο οποίο θα επένδυε τα χρήματά τους, αφορούσε προθεσμιακή κατάθεση ειδικού τύπου, έκδοσης και εγγύησης της εναγομένης τράπεζας. Άλλωστε, η πρώτη ενάγουσα ήταν σε θέση να αντιληφθεί όλους τους προαναφερθέντες όρους της αίτησης, τόσο λόγω του μορφωτικού της επιπέδου- είναι δικηγόρος- όσο και λόγω της εμπειρίας της στις τραπεζικές συναλλαγές.

Όμως, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η επίδικη σύμβαση αφορά αγορά ομολόγου, δεν προέκυψε από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο ότι η εναγομένη τράπεζα, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 6.2 (δ) του Κώδικα Δεοντολογίας ΕΠΕΥ παρουσίασε, όπως είχε την υποχρέωση, αναλυτικά τους κινδύνους που ενείχε η επένδυση στο εν λόγω επενδυτικό προϊόν (ομόλογο) στο οποίο προτάθηκε σ' αυτήν να επενδύσει, καθώς η ενημέρωση του υποψηφίου επενδυτή, πρέπει να είναι σαφής και λεπτομερής , κυρίως ως προς τους κινδύνους και τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνει ο επενδυτής.

Από τα ανωτέρω κρίνεται ότι οι ενάγοντες παρασύρθηκαν στη σύναψη της επίδικης σύμβασης λόγω της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της εναγομένης σε βάρος τους. Η αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης συνίσταται στην παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών και στην αποσιώπηση υπαρκτών γεγονότων, των οποίων η αποκάλυψη στους ενάγοντες, που τα αγνοούσαν επιβαλλόταν από το καθήκον διαφώτισης, παροχής συμβουλευτικής καθοδήγησης και προειδοποίησης που είχε η τράπεζα απέναντί τους, προκειμένου οι ενάγοντες να αντιληφθούν την μορφή της προτεινόμενης τοποθέτησης των κεφαλαίων τους, και κυρίως να κατανοήσουν τους κινδύνους που συνδέονται με την ζημιογόνο για τους ίδιους εξέλιξη της επένδυσης, ώστε έχοντας ενημερωθεί σχετικώς, ακολούθως, να αξιολογήσουν οι ίδιοι τις επιβλαβείς συνέπειες της συγκεκριμένης επενδυτικής επιλογής και να αποφασίσουν αν θα την επιχειρήσουν, παρέχοντας την σχετική εντολή στην αντισυμβαλλόμενη τράπεζα.

Η ανωτέρω συμπεριφορά της εναγομένης να παραστήσει ψευδώς στους ενάγοντες την προτεινόμενη επένδυση ως ειδικό προϊόν "ΚΕΦΑΛΑΙΟ PLUS", αντί να προτείνει την συναλλαγή αυτή ως αγορά ομολόγου Ελληνικού Δημοσίου, κρίνεται παράνομη. Επί πλέον, η συγκεκριμένη παράνομη συμπεριφορά συνδέεται αιτιωδώς με την επελθούσα ζημία της περιουσίας των εναγόντων, αφού αυτή προκλήθηκε επειδή η επισφαλής επένδυση επιχειρήθηκε εξ αιτίας του γεγονότος ότι η εναγομένη, διά των υπαλλήλων της, παρέστησε ψευδώς την προτεινόμενη επένδυση ως ειδικό προϊόν " ΚΕΦΑΛΑΙΟ PLUS".

Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικώς αβάσιμη η σχετική ένσταση που επαναπροβάλλεται από την εναγομένη τράπεζα με σχετικό λόγο έφεσης...

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ζημία των εναγόντων από την αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης, ανέρχεται στο ποσό των 196.158,68 ευρώ, και συνίσταται στο ποσόν που επένδυσαν οι ενάγοντες στο ανωτέρω προϊόν, το οποίο και πρέπει να επιδικασθεί σε αυτούς. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του επιδίκασε το ανωτέρω ποσό, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένου ως ουσιαστικά αβασίμου του σχετικού λόγου έφεσης της εναγομέηης, με τον οποίο ισχυρίζεται ότι απ' το ποσό της αποζημίωσης, πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό της τρέχουσας αξίας των ομολόγων που προήλθαν από το PSI τα οποία κατέχουν οι ενάγοντες.

Τέλος, συνεπεία της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των υπαλλήλων της εναγομένης, η πρώτη ενάγουσα υπέστη ηθική βλάβη, για την χρηματική ικανοποίηση της οποίας ενόψει της έκτασης της ζημίας, των συνθηκών υπό τις οποίες επήλθε η ζημία, της αποκλειστικής υπαιτιότητας της εναγομένης και της κοινωνικοοικονομικής θέσης και κατάστασης εκάστου των μερών, πρέπει να επιδικασθεί στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ το οποίο κρίνεται δίκαιο και εύλογο.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση επιδίκασε το ίδιο ως άνω ποσό, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένων ως αβασίμων τόσο του σχετικού λόγου έφεσης της εναγομένης, με τον οποίο η τελευταία ισχυρίζεται ότι η πρώτη ενάγουσα δεν υπέστη ηθική βλάβη, όσο και του λόγου έφεσης των εναγόντων, με τον οποίο οι τελευταίοι ζητούν την επιδίκαση στην ενάγουσα μεγαλύτερου ποσού.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει οι υπό κρίση εφέσεις να απορριφθούν ως αβάσιμες κατ' ουσίαν...".

Σύμφωνα με το άρθρο 249 εδ. α' ΚΠολΔ, "Αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται εν όλω ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μιας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μιας δικαιοπραξίας που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της συζήτησης, εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη, ή εωσότου εκδοθεί από τη διοικητική αρχή απόφαση που δεν μπορεί να προσβληθεί".

Από τη διατύπωση και το σκοπό της διάταξης αυτής, η οποία έχει θεσπισθεί προς εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης και προς αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, συνάγεται ότι η εφαρμογή της δεν είναι εκ προοιμίου ασυμβίβαστη με την αναιρετική δίκη. Διότι, παρά τη μη ειδική αναφορά της στο άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπου γίνεται ενδεικτική μνεία μιας σειράς από διατάξεις του γενικού μέρους του ΚΠολΔ, που μπορούν να έχουν εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία, δεν αποκλείεται, σε συγκεκριμένη περίπτωση, η διακριτική ευχέρεια, που παρέχεται από το άρθρο 249 ΚΠολΔ, να εξασφαλίζει την προσφορότερη λύση για την εξυπηρέτηση του ως άνω σκοπού.

Αυτό συμβαίνει, προεχόντως, όταν κάποιο σοβαρό, νομικό ζήτημα, το οποίο πρέπει να επιλυθεί από το οικείο αναιρετικό τμήμα, έχει παραπεμφθεί ήδη στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, όπου και εκκρεμεί, είτε διότι εμφανίζει γενικότερο ενδιαφέρον, είτε διότι τούτο είναι αναγκαίο για την ενότητα της νομολογίας (άρθ. 563 παρ. 2β ΚΠολΔ, σχετ.

ΑΠ 1231/2025, ΑΠ 1625/2023, ΑΠ 347/2021, ΑΠ 452/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τους λόγους της ένδικης αναίρεσης (κατά νοηματική συμπύκνωση του περιεχομένου τους) η αναιρεσείουσα τραπεζική εταιρεία, αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, αιτιώμενη ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση των διατάξεων των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 914, 932, 297, 298 ΑΚ, και 25 παρ. 3 του ν. 3606/2007, καθόσον το Εφετείο δέχθηκε ότι συνέτρεξε απατηλή συμπεριφορά με χρήση τεχνάσματος των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσείουσας, που οδήγησε στη παραπλάνηση των αναιρεσιβλήτων, και στην εντεύθεν κατάρτιση της ένδικης δικαιοπραξίας, η οποία υπήρξε ζημιογόνα για τους αναιρεσιβλήτους επενδυτές/καταθέτες, δεδομένης της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας και της επικαλούμενης ζημίας των αναιρεσιβλήτων.

Τα παραπάνω δε, παρά την παραδοχή ότι η επίμαχη επένδυση αφορούσε αγορά ομολόγου "..που υπέκειτο στο γνωστό πρόγραμμα ανταλλαγής PSI...", ώστε, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, οι εξαιρετικής φύσεως, έκτακτες και ουδόλως δυνάμενες να προβλεφθούν, νομοθετικές διατάξεις, βάσει των οποίων συνέτρεξε αντικατάσταση των άυλων ομολογιακών τίτλων του Ελληνικού Δημοσίου, οδήγησαν στην επικαλούμενη ζημία των αναιρεσιβλήτων.

Το Α1 Τμήμα του Αρείου Πάγου με τη με αριθμό 1133/2025 απόφασή του, ληφθείσα με πλειοψηφία μίας ψήφου (3 έναντι 2), επί ομοίου περιεοχομένου αίτησης αναίρεσης της Τράπεζας Κύπρου, η οποία στρέφεται κατά φυσικών προσώπων, που είχαν αγοράσει από αυτήν τα ίδια ανωτέρω ομόλογα (ΜΑΕΚ) έκρινε, όσον αφορά την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου, ως όρου της αδικοπραξίας, ήτοι σχετικά με το αν οι πράξεις ή οι παραλείψεις των προστηθέντων από την αναιρεσείουσα τράπεζα υπαλλήλων της ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανές και μπορούσαν αντικειμενικά να επιφέρουν κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, το συγκεκριμένο επιζήμιο αποτέλεσμα και εάν ο αιτιώδης αυτός σύνδεσμος πράγματι διακόπηκε από γεγονός εξωτερικό και όλως απρόβλεπτο τα εξής: "Το Εφετείο εσφαλμένα δέχθηκε ότι η ζημιογόνος συμπεριφορά των αρμοδίων οργάνων της ήδη αναιρεσείουσας τράπεζας, συνισταμένη στην πλημμελή ενημέρωση των ήδη αναιρεσίβλητων ως προς τους επενδυτικούς κινδύνους, του οποίους αυτοί αναλάμβαναν, συνάπτοντας, κατά το μήνα Μάιο του έτους 2011, τις ένδικες επενδυτικές συμβάσεις, υπήρξε αναγκαίος όρος και συνδέεται αμέσως, κατά πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια, με την ένδικη ζημία των ήδη αναιρεσιβλήτων (εναγόντων), συνισταμένη, όπως από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, στην απώλεια του συνόλου σχεδόν της αξίας των επενδύσεών τους, συνεπεία υποχρεωτικής μετατροπής των επίμαχων μετατρέψιμων χρεογράφων (ΜΑΕΚ), αρχικά σε μετοχές της αναιρεσείουσας τράπεζας, ονομαστικής αξίας ισόποσης με αυτά και στη συνέχεια σε μετοχές της ονομαστικής αξίας ισουμένης με το ένα εκατοστό της αρχικής, που επιβλήθηκε, κατά τον Ιούλιο του 2013, στην ήδη αναιρεσείουσα τράπεζα, για την εξυγίανση και διάσωσή της, δυνάμει νόμου της Κυπριακής Δημοκρατίας και Διαταγμάτων της Κεντρικής της Τράπεζας, κατόπιν σχετικής Οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

Τούτο δε, διότι η προαναφερθείσα συμπεριφορά των αρμοδίων οργάνων της ήδη αναιρεσείουσας τράπεζας και η, κατά τις αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, επελθούσα, ως συνέπεια αυτής (συμπεριφοράς), ως άνω ένδικη ζημία των ήδη αναιρεσιβλήτων (εναγόντων) δεν συνδέονται μεταξύ τους αμέσως κατά πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια.

Συγκεκριμένα, η εν λόγω συμπεριφορά, εκδηλωθείσα κατά το Μάιο του έτους 2011, δεν ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή ούτε μπορούσε, αντικειμενικά και κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το συγκεκριμένο επιζήμιο αποτέλεσμα, χωρίς τη μεσολάβηση κατά τον Ιούλιο του 2013 της αναφερόμενης νομοθετικής παρέμβασης της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Κεντρικής της Τράπεζας.

Τα τελευταία αποτελούν περιστατικά κείμενα εκτός της συνηθισμένης και κανονικής πορείας των πραγμάτων, ως γεγονότα εντελώς έκτακτα, εξαιρετικά, χωρίς ανάλογο προηγούμενο μέχρι τότε στην κυπριακή έννομη τάξη και ως εκ τούτου μη δυνάμενα να προβλεφθούν κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο της σύναψης των ένδικων επενδυτικών συμβάσεων (έτος 2011), από το μέσο, λογικό, ευσυνείδητο και επιμελή άνθρωπο.

Με βάση τα παραπάνω είναι σαφές ότι καθοριστικής σημασίας στην παρούσα περίπτωση είναι το κριτήριο της προβλεψιμότητας της ως άνω ζημίας από τον προαναφερόμενο άνθρωπο με βάση τα δεδομένα που είχε υπόψη του κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης (αντικειμενική εκ των προτέρων πρόγνωση) και όχι εκ των υστέρων με βάση στοιχεία που εμφανίζονται μετά την επέλευση της ζημίας, όπως έγινε δεκτό από την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την ύπαρξη πρόσφορης αιτιώδους συνάφειας.

Επομένως, το Εφετείο με την προαναφερθείσα κρίση του παραβίασε ευθέως τους ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου κανόνες, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ως εκ τούτου είναι βάσιμος ο σχετικός πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του". Στη συνέχεια δε, απεφάνθη ότι η απόφαση για το βάσιμο του πρώτου λόγου κατά το οικείο σκέλος του της από 20.4.2021 ένδικης ενώπιόν του αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ έπρεπε να παραπεμφθεί στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, κατ' εφαρμογή του άρθρου 563 στοιχ. β' ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 27 παρ. 2 εδ β' του Ν. 4938/2022 και να αναβληθεί η συζήτηση των λοιπών λόγων της ενώπιόν του κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ως προς τους οποίους το Τμήμα επιφυλάχθηκε.

Επειδή εν προκειμένω, πέραν της ανωτέρω απόφασης, έχουν εκδοθεί αντίθετες μεταξύ τους αποφάσεις του Αρείου Πάγου αναφορικά με τα θεμελιώδους σημασίας ζητήματα της ύπαρξης ή μη πρόσφορης αιτιώδους συναφείας μεταξύ των πράξεων ή παραλείψεων των προστηθέντων από την αναιρεσείουσα τράπεζα υπαλλήλων της και της επελθούσας ζημίας των ιδιωτών επενδυτών καθώς και της διακοπής ή μη του αιτιώδους συνδέσμου από τη μεσολάβηση κατά τον Ιούλιο του 2013 της προαναφερόμενης νομοθετικής παρέμβασης της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Κεντρικής της Τράπεζας (ΑΠ 149/2024, ΑΠ 16/2024, ΑΠ 2061/2022,ΑΠ 1083/2022, ΑΠ 1183/2021-αντιθ.

πλειοψ.ΑΠ 1512/2021, ΑΠ 1136/2020, ΑΠ 813/2019), ζητήματα για τα οποία πλέον καλείται να αποφανθεί η Πλήρης Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, κρίνεται ότι θα πρέπει, για την ενότητα της νομολογίας και προς αποφυγή περαιτέρω εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, να εφαρμοστεί η διάταξη του άρθ. 249 ΚΠολΔ, όσον αφορά τους λόγους της ένδικης αίτησης αναίρεσης και να αναβληθεί η πρόοδος της παρούσας δίκης, στην οποία ομοίως, αντιμετωπίζεται το ανάλογο περιστατικό της έκτακτης θέσπισης και εφαρμογής στην Ελληνική Επικράτεια του ν. 4050/2012, και των βάσει αυτού εκδοθεισών κυβερνητικών πράξεων περί ανταλλαγής ομολογιακών τίτλων με σκοπό την απομείωση του δημοσιονομικού χρέους του ελληνικού κράτους, μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, προς την οποία η τυχόν παραπομπή και της υπόθεσης αυτής θα επιβράδυνε ακόμη περισσότερο την εκδίκασή της.

Περαιτέρω, θα πρέπει να αναβληθεί η συζήτηση και των λοιπών λόγων αναίρεσης αφού αυτοί συνέχονται άμεσα με την κρίση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου σχετικά με την ύπαρξη ή όχι αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ του ζημιογόνου γεγονός και της επελθούσας ζημίας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναβάλλει την έρευνα των λόγων της από 14.11.2019 αίτησης αναίρεσης κατά της με αριθμό 181/2017 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, εωσότου εκδοθεί οριστική απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, στην οποία έχει παραπεμφθεί όμοια υπόθεση με τη με αριθμό 1133/2025 απόφαση του Α1 Τμήματος του Δικαστηρίου τούτου, σχετικά με τα, στο σκεπτικό της παρούσας αναφερθέντα, κρίσιμα για την ενότητα της νομολογίας ζητήματα.

- ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Δεκεμβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Φεβρουαρίου 2026.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ