Legislator Case Law & Legislation
813/2019 AI generated

Supreme Court allows bank's appeal, overturning lower court's liability ruling due to lack of direct causal link between 2008 actions and 2013 loss.

Case Number 813/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the bank's appeal against the Third Instance Court of Larissa, overturning the lower court's liability ruling. The plaintiff argued that the bank's 2008 conduct caused his 2013 investment loss, but the court found no direct causal link. The court determined that intervening legislative and central bank actions in July 2013 broke the chain of causation, making the 2008 events insufficient to cause the specific damage under common sense standards.

Legislator headnote

AI generated

Articles 297, 298, 914 and 932 of the Civil Code; A causal link exists only when the defendant's act or omission, according to common sense, could objectively produce the specific harmful result without the intervention of an extraordinary event outside the normal course of events.

Keywords

AI generated
tort liability causal link intervening event common sense bank negligence investment loss supreme court

Cited Legislation

AI generated
Articles 297, 298, 914 and 932 of the Civil Code
Article 559, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183 and 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 4 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 18/2004
Case 719/2012
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 813 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 813/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "..." και διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παπαδιαμάντη και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Α. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κόκκινο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/12/2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 35/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 120/2017 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29/9/2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου, που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας.

Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, το συγκεκριμένο επιζήμιο αποτέλεσμα (Ολ.

ΑΠ. 18/2004). To ζήτημα τούτο κρίνεται εκ των προτέρων και ποτέ εκ των υστέρων. Δεν εξετάζονται οι ατομικές δυνατότητες και γνώσεις του συγκεκριμένου βλάψαντος, αλλά η δυνατότητα προγνώσεως του μέσου συνετού ανθρώπου (ΑΠ 719/2012). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε κυριαρχικώς, ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή η μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, η παράβαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ.

Αντιθέτως, η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ή δεν υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΟλΑΠ 2/2019). Περαιτέρω, κατ' άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή στον κανόνα αυτό των πραγματικών περιστατικών που αποτέλεσαν τις παραδοχές του και όχι όταν χρησιμεύουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1306/2015, ΑΠ 999/2010).

ΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά το αναιρετικώς ενδιαφέρον μέρος της, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "...Η εκκαλούσα - εναγομένη, είναι ανώνυμη τραπεζική εταιρία με έδρα την …, νόμιμα εγκαταστημένη στην Ελλάδα και κατά τον κατωτέρω αναφερόμενο κρίσιμο χρόνο, διατηρούσε ικανό αριθμό καταστημάτων στη χώρα μεταξύ των οποίων και υποκατάστημα στην πόλη της …..

Ο ενάγων, ιατρός, στο επάγγελμα, διατηρούσε τόσο αυτός όσο η, επίσης, ιατρός, σύζυγός του Σ., γερμανικής υπηκοότητας, συνεργασία με την εναγομένη από το έτος 2005, διατηρώντας στο υποκατάστημά της στη … καταθετικούς λογαριασμούς και προθεσμιακές καταθέσεις. Μοναδικός στόχος των ανωτέρω ήταν η εξασφάλιση των χρημάτων τους σε ασφαλή τραπεζικά προϊόντα και η λήψη όσο το δυνατόν μεγαλύτερου επιτοκίου μέσω προθεσμιακών καταθέσεων.

Τον Ιούλιο του έτους 2008 ο ενάγων και η σύζυγός του μετέβησαν, στο υποκατάστημα της πρώτης εναγόμενης προκειμένου να συζητήσουν την δυνατότητα καλύτερης αξιοποίησης των καταθέσεών τους. Εκεί συναντήθηκαν με την υπάλληλο της πρώτης εναγόμενης Ζ. Π., με την οποία κυρίως συναλλασσόταν και η οποία τους ενημέρωσε για ένα νέο προϊόν, όμοιο με αυτό της προθεσμιακής κατάθεσης.

Χωρίς αυτοί να λάβουν επαρκή ενημέρωση, αργότερα την ίδια ημέρα η υπάλληλος αυτή μετέβη αρχικώς στο ιατρείο της συζύγου του ενάγοντος, όπου παρουσία πελατών της, την ενημέρωσε για το καινούργιο επενδυτικό προϊόν, το οποίο ήταν απόλυτα ασφαλές, όπως της εξέθεσε και το οποίο προσομοίαζε με προθεσμιακή κατάθεση.

Μάλιστα αφού ετοίμασε γρήγορα όλα τα αναγκαία έγγραφα, την έπεισε να μεταβούν στο γραφείο του συζύγου της και ενάγοντος, όπου παρουσία και της μάρτυρος απόδειξής του, του μετέφερε ότι ήταν η τελευταία ημέρα, κατά την οποία η εναγόμενη τράπεζα παρείχε το συγκεκριμένο τραπεζικό προϊόν το οποίο απευθυνόταν μόνο σε πολύ καλούς και λίγους πελάτες (5-10 το πολύ) και το οποίο ήταν απολύτως ασφαλές και εγγυημένο όμοιο με προθεσμιακή κατάθεση.

Ειδικότερα, όπως αποδείχθηκε, το έτος 2008 η πρώτη εναγόμενη είχε εκδώσει το επενδυτικό προϊόν με την ονομασία "Μετατρέψιμα Χρεόγραφα 2013/2018", τα οποία ήταν ομόλογα, με επιτόκιο 6,5 % για τις δύο πρώτες περιόδους τοκισμού και ακολούθως με κυμαινόμενο επιτόκιο Euribor 6 μηνών συν περιθώριο 1% και εν συνεχεία, κυμαινόμενο επιτόκιο Euribor 6 μηνών συν περιθώριο 2% και δη με αποδόσεις υψηλότερες των συνήθων προθεσμιακών καταθέσεων.

Τα εταιρικά αυτά ομόλογα της ... είχαν εκδότρια την εναγόμενη και επρόκειτο να διαπραγματευτούν στο Χρηματιστήριο Αξιών … και … και ήταν αμιγώς ομολογιακά - χρηματιστηριακά προϊόντα (βλ. σελ. 24 των προτάσεων της εναγομένης) και έδιναν το δικαίωμα στον κάτοχο τους να τα πουλήσει στη δευτερογενή αγορά (δηλαδή στο χρηματιστήριο) οιαδήποτε στιγμή.

Σε αυτό το προϊόν αναφερόταν τότε η υπάλληλος της πρώτης εναγόμενης. Από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε ότι αυτή ενημέρωσε, ως όφειλε, τον ενάγοντα επαρκώς, όταν του πρότεινε τη συμμετοχή του στο επενδυτικό αυτό προϊόν για το ότι επρόκειτο για ομόλογα και τι ακριβώς σήμαινε η τοποθέτηση χρημάτων σε ομόλογα, ούτε για το τι σήμαινε ο όρος Μετατρέψιμα Χρεόγραφα και σε τι αναφερόταν οι ημερομηνίες 2013 και 2018.

Αντιθέτως τον διαβεβαίωσε ρητά ότι υπογράφοντας όλα τα σχετικά έγγραφα, θα συμμετείχε σε ένα είδος προθεσμιακής κατάθεσης με αρχική λήξη μετά από 5 έτη (δηλαδή τον Ιούνιο του 2013) και ότι στη λήξη αυτή θα λάμβανε σε κάθε περίπτωση όλο το κεφάλαιό του, το οποίο ήταν απόλυτα εξασφαλισμένο. Του προσκόμισε δε πλείστα έγγραφα, στα οποία ο ενάγων και η σύζυγος του παρουσία και της ως άνω μάρτυρα απόδειξής του, έθεσαν την υπογραφή τους, χωρίς καν να τα διαβάσουν, έχοντας πλήρη εμπιστοσύνη στα λεγόμενά της.

Σημειώνεται ότι η σύζυγος του ενάγοντος είναι γερμανικής καταγωγής και κατανοεί και διαβάζει ελάχιστα ελληνικά. Η ως άνω υπάλληλος τον διαβεβαίωσε επανειλημμένως ότι επρόκειτο για απολύτως ασφαλές προϊόν και ότι η ίδια θα φρόντιζε να λήξουν οι προθεσμιακές καταθέσεις που είχε μέχρι τότε ο ίδιος και η σύζυγός του στην Τράπεζα χωρίς καμία ποινή προεξόφλησης (πέναλτι) ώστε να μπορέσει να χρηματοδοτήσει το νέο αυτό προϊόν, αφού πραγματικά επρόκειτο για ευκαιρία.

Πράγματι μετά την ημέρα υπογραφής των σχετικών εγγράφων, τα οποία έφεραν ημερομηνία 23.7.2008 και 24.7.2008 όπως θα αναλυθούν κατωτέρω, έληξαν πρόωρα:

α) η με αριθμό ...7350 προθεσμιακή κατάθεση (η οποία είχε επιτόκιο 4,36% και έληγε στις 14.10.2008) και μεταφέρθηκε στο με αριθμό ...5694 λογαριασμό του ενάγοντος και της συζύγου του το ποσό των 35.442,19 ευρώ,

β) η με αριθμό ...5431 προθεσμιακή κατάθεση (που είχε επιτόκιο 4,44% και έληγε στις 29.8.2008) και μεταφέρθηκε στο με αριθμό ...5694 λογαριασμό του ενάγοντος και της συζύγου του μερικό σύνολο αυτής ποσού 139.042,05 ευρώ και

γ) η με αριθμό ...6609 προθεσμιακή (που είχε επιτόκιο 4,44% και έληγε στις 29.8.2008) και μεταφέρθηκε στο με αριθμό ...5694 λογαριασμό του ενάγοντος και της συζύγου του μερικό σύνολο αυτής ποσού 139.042,05 ευρώ και

γ) η με αριθμό ...6609 προθεσμιακή κατάθεση (που είχε επιτόκιο 4,53% και έληγε στις 29.8.2008) και μερικό σύνολο αυτής ποσού 422.658,95 ευρώ μεταφέρθηκε στο με αριθμό ...5694 λογαριασμό. Τα ποσά αυτά πλέον ποσού 23.752,95 ευρώ που μεταφέρθηκε στο με αριθμό ...5694 λογαριασμό από το με αριθμό 19847670 λογαριασμό του ενάγοντος και της συζύγου του, συνολικού ύψους 630.897 ευρώ, χρησιμοποιήθηκαν προκειμένου να αγοράσει ο ενάγων και η σύζυγος του στις 24.7.2008 Μετατρέψιμα Χρεόγραφα δηλαδή το ανωτέρω προϊόν, ονομαστικής αξίας 1 ευρώ εκάστου και δη συνολικής αξίας 630.897 ευρώ.

Το εν λόγω προϊόν, σύμφωνα με τους περιληπτικούς όρους έκδοσής του ως διαλαμβάνονται στο από 25.6.2008 περιληπτικό σημείωμα - Ενημερωτικό Δελτίο που εξέδωσε η εναγόμενη ..., αφορούσε σε αξίες με ημερομηνία τελευταίας αποπληρωμής 30.6.2018. Τα μετατρέψιμα χρεόγραφα θα έφεραν σταθερό επιτόκιο 6,5% για τις δύο πρώτες περιόδους τόκου, δηλαδή μέχρι και τις 30.6.2009 και ακολούθως κυμαινόμενο επιτόκιο ίσο με το επιτόκιο euribor 6 μηνών που θα ισχύει στην αρχή κάθε περιόδου τόκου συν περιθώριο 1%.

Η πρώτη εναγόμενη θα είχε δικαίωμα να αγοράσει τα μετατρέψιμα χρεόγραφα κατά τις 30.6.2013 ή σε οποιαδήποτε ημερομηνία πληρωμής τόκου μετά από την ημερομηνία αυτή, ενώ θα είχε υποχρέωση να τα αποπληρώσει στο άρτιο δηλαδή στην αξία 1 ευρώ ανά αξία στις 30.6.2018. Επρόκειτο για άμεση, μη εξασφαλισμένη και κατατασσόμενη στις ελάσσονος προτεραιότητας υποχρεώσεις της Τράπεζας επένδυση, σε σχέση με τις αξιώσεις πιστωτών της τράπεζας μεταξύ των οποίων και των καταθετών και προτεραιότητας σε σχέση με τις αξιώσεις των κατόχων αξιογράφων κεφαλαίου και μετόχων της Τράπεζας.

Η επένδυση αυτή υπόκειτο σε μία σειρά παραγόντων κινδύνου και οι δυνητικοί επενδυτές έπρεπε να εξετάσουν προσεκτικά τους κινδύνους αυτούς πριν προχωρήσουν στην επένδυση αυτή των μετατρέψιμων χρεογράφων, τα οποία παρέχουν δικαίωμα μετατροπής τους σε μετοχές. Ρητά αναγράφεται στο σημείωμα αυτό ότι εάν επέλθει οποιοδήποτε από τα γεγονότα που περιγράφονται κατωτέρω, το Συγκρότημα, η χρηματοοικονομική του θέση ή τα αποτελέσματα της λειτουργίας του ενδέχεται να επηρεασθούν δυσμενώς και ουσιωδώς και ανάλογα, μπορεί να σημειωθεί πτώση στην αξία και την τιμή πώλησης των Μετατρέψιμων Χρεογράφων και των μετοχών της εταιρίας οδηγώντας σε απώλεια του συνόλου ή μέρους οποιασδήποτε επένδυσης σε αυτές.

Ως παράγοντες κινδύνου συνδεόμενοι με τα μετατρέψιμα χρεόγραφα αναφέρονται η μη επαρκής κάλυψη της παρούσας έκδοσης των Μετατρέψιμων Χρεογράφων, ο επιτοκιακός κίνδυνος, η εξαγορά και αγορά, η προτεραιότητα, οι περιορισμοί έκδοσης χρεογράφων, η επίδραση της έκδοσης των μετατρέψιμων χρεογράφων στην τιμή της μετοχής, η εμπορευσιμότητα των μετοχών και οι διακυμάνσεις των τιμών των μετατρέψιμων χρεογράφων.

Επίσης περιγράφονται και σειρά παραγόντων κινδύνου που σχετίζονται με τις επιχειρηματικές δραστηριότητες της τράπεζας, όπως ο κίνδυνος το συγκρότημα στο οποίο ανήκε η εναγόμενη να μην επιτύχει τους στρατηγικούς, στόχους του, με δυσμενείς επιπτώσεις στα αποτελέσματα και στη χρηματοοικονομική θέση του, ο κίνδυνος ρευστότητας, το ρυθμιστικό πλαίσιο του Κυπριακού τραπεζικού τομέα, το οποίο μεταβάλλεται, οι οικονομικές και πολιτικές εξελίξεις στον Κυπριακό, Ελληνικό και διεθνή χώρο, η ένταση του ανταγωνισμού, ο νομικός κίνδυνος και οι πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις.

Ακολούθως έπονται στο σημείωμα αυτό ιστορικό και ανάπτυξη εργασιών του εκδότη, προοπτικές και μακροχρόνιοι στόχοι και δίνονται ιδιαίτερα δυσνόητες στον απλό καταναλωτή χρηματοοικονομικές πληροφορίες σε διάφορους τομείς, τις οποίες οφείλει να γνωρίζει ο επενδυτής πριν αναλάβει το ρίσκο να συμμετάσχει στο προϊόν αυτό.

Όπως σε όλα τα περιληπτικά σημειώματα -ενημερωτικά σημειώματα, που προσκομίσθηκαν από την εναγομένη και σε αυτό αναφέρεται ρητά ότι το έγγραφο αυτό εγκρίθηκε από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μόνον όσον αφορά την κάλυψη των αναγκών πληροφόρησης του επενδυτικού κοινού, όπως αυτές καθορίζονται στα περί δημόσιας προσφοράς και Ενημερωτικού Δελτίου νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας και ότι πριν τη λήψη της επενδυτικής απόφασης το επενδυτικό κοινό προτρέπεται να συμβουλεύεται το σύμβουλο επενδύσεών του, διότι η επένδυση συνεπάγεται κινδύνους που αναφέρονται με τίτλο παράγοντες κινδύνου.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις αναλυτικές πληροφορίες για τη φύση, του προϊόντος αυτού που προσκομίζονται από την εναγόμενη τα μετατρέψιμα ομόλογα 2013/2018 έδιναν το δικαίωμα στον κάτοχο τους να τα μετατρέψει σε συνήθεις μετοχές της Τράπεζας, σύμφωνα με τους εκεί αναφερόμενους όρους όποτε το επιθυμούσε αυτός.

Ακολούθησε η έκδοση, πολλών συμπληρωματικών ενημερωτικών δελτίων με παρόμοιο περιεχόμενο. Ωστόσο κανένα από τα ειδικότερα στοιχεία αυτών δεν ήταν σε γνώση του ενάγοντος. Ως προς τη διάθεση του ανωτέρω προϊόντος, αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη παρείχε ενημέρωση στα στελέχη της και διένειμε έγγραφα για τα επιχειρήματα πώλησής του, προκειμένου να ενημερώσουν με τη σειρά τους τους πελάτες, καθώς για την επιτυχία του προγράμματος έπρεπε η έκδοση να καλυφθεί στο μεγαλύτερο δυνατό μέρος από συμμετοχές πελατών της.

Στο εσωτερικό απόρρητο έγγραφο της πρώτης εναγομένης με τίτλο "επιχειρήματα πώλησης" που προσκομίζει ο ενάγων αναφέρεται ότι το μετατρέψιμο ομόλογο δίνει την ευκαιρία στον κάτοχο του να έχει δύο επιλογές ταυτόχρονα υψηλή απόδοση στο κεφάλαιο σε σχέση με την προθεσμιακή κατάθεση και ταυτόχρονα δυνατότητα μετατροπής σε μετοχές όταν οι συνθήκες της αγοράς βελτιωθούν.

Άρα ο κάτοχος του ομολόγου, όπως αναφέρεται ρητά, απολαμβάνει την ασφάλεια της προθεσμιακής κατάθεσης και ταυτόχρονα επωφελείται από μία πιθανή άνοδο της τιμής της μετοχής σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα. Ρητά αναφέρεται επίσης ότι για την επιτυχή κάλυψη της έκδοσης είτε από τους υφιστάμενους μετόχους είτε από πελάτες της τράπεζας, απαιτείται η ενεργοποίηση του δικτύου των επενδυτικών συμβούλων και των χρηματιστηριακών κόμβων.

Επίσης, όπως προκύπτει από το έγγραφο αυτό οι υπάλληλοι της πρώτης εναγομένης κατά τις εντολές της, θα ενεργούσαν με σκοπό την ενημέρωση και τις απαντήσεις σε τυχόν απορίες των πελατών σχετικά με την έκδοση των χρεογράφων και την εξυπηρέτησή τους για τη συμμετοχή τους στις εγγραφές αυτές, αναφέροντας τα χαρακτηριστικά του εν λόγω προϊόντος και λύνοντας τις βασικές απορίες, ενώ για οποιαδήποτε περαιτέρω διευκρίνιση οι επενδυτές θα απευθύνονταν σε επενδυτικούς συμβούλους.

Στο έγγραφο αυτό, δίνεται το δικαίωμα στους πελάτες να σπάζουν υφιστάμενες καταθέσεις χωρίς κανένα penalty (ποσό πρόωρης εξόφλησης) και ενημερώνονται τα καταστήματα ότι θα τους αποσταλούν σχετικές λίστες πελατών για να επικοινωνήσουν μαζί τους και να φροντίσουν για τη συμμετοχή τους στο επενδυτικό προϊόν ώστε να καλυφθεί επιτυχώς η έκδοση του προϊόντος.

Σε κάθε περίπτωση αναγράφεται ότι σε περίπτωση που ο πελάτης έχει εξειδικευμένες ερωτήσεις ή θέλει συμβουλές τότε το κατάστημα πρέπει να τον παραπέμπει να ενημερώνεται από το αρμόδιο τμήμα Επενδυτικών Υπηρεσιών τους επενδυτικούς συμβούλους δηλαδή, ενώ ρητώς επίσης αναγράφεται ότι σε καμία περίπτωση δεν συμβουλεύουν οι υπάλληλοι της τράπεζας τους πελάτες να αγοράσουν ή να μην αγοράσουν χρεόγραφα, απλά λένε τα χαρακτηριστικά των χρεογράφων και λύνουν βασικές απορίες.

Στα πλαίσια των ως άνω οδηγιών της εναγομένης, η υπάλληλος της Ζ. Π., χωρίς να έχει τις κατάλληλες γνώσεις, την εκπαίδευση και την άδεια να πληροφορεί το κοινό για το συγκεκριμένο επενδυτικό προϊόν και με σκοπό να επιτύχει το στόχο της πρώτης εναγομένης για κάλυψη του επενδυτικού αυτού προϊόντος, το πρότεινε στον ενάγοντα και τη σύζυγο του τον Ιούλιο του 2008 και μάλιστα υπερέβη τις οδηγίες της πρώτης εναγομένης, αφού δεν αρκέσθηκε σε απλή ενημέρωσή του, αλλά προέβη σε παροχή επενδυτικής συμβουλής, δεδομένου ότι τον προέτρεψε να επενδύσει σε αυτό, ισχυριζόμενη ότι επρόκειτο για απόλυτα ασφαλή επένδυση και πραγματική ευκαιρία για τον ίδιο και τη σύζυγο του.

Αφού τον διαβεβαίωσε ότι επρόκειτο για προϊόν που δίνεται κατά προτεραιότητα σε λίγους και καλούς πελάτες της τράπεζας, του παρέθεσε μόνο τα χαρακτηριστικά εκείνα που θα τον οδηγούσαν στην επένδυση, εκθέτοντάς του ότι διατίθετο κατά σειρά προτεραιότητας στους μετόχους της τράπεζας και τους ήδη κατόχους χρεογράφων, ως δηλαδή εκείνον, παραθέτοντάς του ως προς τα εν γένει χαρακτηριστικά του επενδυτικού προϊόντος μόνο τα αναφερόμενα ως θετικά στο ως άνω έγγραφο και ενισχύοντας το ότι θα εξακολουθούσε να απολαμβάνει τα ωφελήματα της ασφάλειας της προθεσμιακής κατάθεσης.

Για το γεγονός αυτό κατέθεσε με σαφήνεια η μάρτυρας απόδειξης του ενάγοντος στο ακροατήριο, η οποία στο σημείο αυτό δεν αντικρούσθηκε από κανένα αποδεικτικό μέσο. Η μάρτυρας αυτή κατέθεσε ρητά πως η υπάλληλος της πρώτης εναγόμενης μπροστά της διαβεβαίωσε τον ενάγοντα πολλές φορές ότι επρόκειτο για πλήρως εξασφαλισμένο προϊόν, όμοιο με αυτό της προθεσμιακής κατάθεσης και ότι κατά την λήξη του θα λάμβανε πλήρως το κεφάλαιο του, το οποίο ήταν εγγυημένο και ότι έπρεπε να βιαστούν διότι ήταν η τελευταία ημέρα κατά την οποία επιτρεπόταν η συμμετοχή στο προϊόν αυτό.

Επίσης ότι, ο ενάγων της διευκρίνισε ότι δεν θέλει να έχει καμία σχέση με χρηματιστήριο και ότι αυτή του απάντησε να μην στενοχωριέται και ότι δεν έχει καμία σχέση με το χρηματιστήριο (βλ. σελ. 5 των ταυτάριθμων με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικών). Χαρακτηριστικό είναι ότι η εναγομένη αρνείται το γεγονός αυτό, χωρίς ωστόσο να εκθέτει ποιά ή ποιος υπάλληλος, ειδικώς ενημερωμένος, απευθύνθηκε στον ενάγοντα και τον συμβούλευσε να προβεί στην επένδυση αυτή, ισχυριζόμενη μεταξύ άλλων ότι κανένας υπάλληλός της δεν τον συμβούλεψε σχετικά και ότι μπορεί ο ενάγων να πληροφορήθηκε την ύπαρξη του ομολόγου από αλλού και να προσήλθε ο ίδιος στην Τράπεζα, ισχυρισμός ο οποίος εκτός του ότι ελέγχεται ως αναληθής, μη αποδεικνυόμενος από οιοδήποτε μέσο, δεν δύναται να αναιρέσει την υποχρέωσή της για πλήρη ενημέρωση του ενάγοντος για τους κινδύνους του προϊόντος που του παρείχε, ενημέρωση την οποία παρέλειψε τεχνηέντως να κάνει μέσω των υπαλλήλων της.

Σημειώνεται ότι η πρώτη εναγομένη δεν αρνείται ότι εργαζόταν στο υποκατάστημά της υπάλληλος με το όνομα Ζ. Π., αλλά αντιθέτως συνομολογεί με την προσθήκη της (σελίδα 5 αυτής) την ύπαρξη της υπαλλήλου αυτής, εκθέτοντας ότι αυτή απλά ετοίμασε τα έγγραφα και διεκπεραίωσε τη διαδικασία υπογραφής τους, χωρίς να έχει, ενημερώσει αυτή τον ενάγοντα.

Ο εν λόγω τρόπος προσέγγισης του ενάγοντος από την υπάλληλο αυτή - προστηθείσα της εναγομένης - που συνάδει και με την επιλεγείσα διαδικασία προώθησης του προϊόντος εκ μέρους της εναγόμενης, όπως αυτή περιγράφεται στο προαναφερθέν εμπιστευτικό έγγραφο, αναμφίβολα συνιστά παροχή επενδυτικής υπηρεσίας κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 4 παρ. 1 εδ.

ε' του ν. 3606/2007, δεδομένου ότι πρόκειται για σύσταση δοθείσα σε συγκεκριμένο και δη, ήδη υφιστάμενο πελάτη - επενδυτή, ο οποίος - ως άλλωστε γνωστοποιήθηκε και στον ίδιο - είχε ειδικώς επιλεγεί για το συγκεκριμένο προϊόν, λόγω των ιδιαιτεροτήτων του και δη ήταν μεγαλοκαταθέτης, ως προς τον οποίο μάλιστα προβλεπόταν και ειδικότερος τρόπος για τη διευκόλυνση της κτήσης του νέου επενδυτικού προϊόντος, ήτοι το άμεσο άνοιγμα χωρίς κυρώσεις των προθεσμιακών του καταθέσεων, και τούτο με σκοπό την αγορά του νέου επενδυτικού προϊόντος.

Παράλληλα, δε, η ανωτέρω σύσταση έδιδε έμφαση, ως ανωτέρω αναφέρθηκε, μόνο στα οφέλη της συγκεκριμένης επένδυσης αυτοτελώς αλλά και σε σχέση με το προϊόν που ήδη κατείχε ο ενάγων, χωρίς οιαδήποτε αναφορά στους κινδύνους που επαγόταν, στοιχεία που επηρέασαν την απόφασή του να προβεί στην αγορά του συγκεκριμένου προϊόντος και τον κατεύθυναν ανάλογα και συγκεκριμένα να προβεί σε καταγγελία των προθεσμιακών καταθέσεών του και να τοποθετήσει το μεγαλύτερο μέρος αυτών στο φερόμενο συγκριτικά επωφελέστερο για αυτόν προϊόν, το οποίο ήταν ίσης εξασφάλισης κατά τα λεγόμενα της υπαλλήλου της εναγομένης με τις προθεσμιακές καταθέσεις, αλλά παρείχε πολύ μεγάλο επιτόκιο.

Περί του ότι το συγκεκριμένο προϊόν προτάθηκε ως πλήρως ασφαλές και ως επωφελέστερο των προθεσμιακών μέσων αποδεικνύεται από την κατάθεση της μάρτυρα που εξετάσθηκε από το δικαστήριο, η οποία αναφέρθηκε ρητά σε ασφαλές προϊόν με ωφέλεια και μεγαλύτερη δυνατή τοκοφορία, κατάθεση η οποία επιβεβαιώνεται τόσο από το περιεχόμενο του εγγράφου εσωτερικών οδηγιών της τράπεζας στο οποίο ως προς τα χαρακτηριστικά του προϊόντος αναφέρονται το υψηλό επιτόκιο, η συγκριτικά υπέρτερη θέση του σε σχέση με την προθεσμιακή κατάθεση και περαιτέρω ότι η μετατροπή του σε μετοχές δεν ήταν υποχρεωτική, υπό την έννοια ότι εναπόκειτο στη βούληση κάθε επενδυτή, όσο και από τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, καθώς δεν δικαιολογείται η καθ' οιονδήποτε τρόπο προτροπή, έστω ενημέρωση του ενάγοντος για το νέο προϊόν που θα αποκτούσε δια μετατροπής εκείνου που ήδη κατείχε, εάν δεν τοποθετείτο ως συγκριτικά επωφελέστερο για εκείνον και τούτο διότι σε διαφορετική περίπτωση δεν θα υπήρχε ανάγκη επικοινωνίας της υπαλλήλου του υποκαταστήματος της εναγόμενης μαζί του και προώθησης του συγκεκριμένου προϊόντος.

Περαιτέρω, κατά την επαφή της με τον ενάγοντα η ως άνω υπάλληλος της εναγομένης κατά παράβαση των υποχρεώσεών της για ακριβή και πλήρη ενημέρωσή του με βάση την οδηγία MIFID, αλλά και την ήδη υφιστάμενη μεταξύ τους σχέση εμπιστοσύνης λόγω της από το έτος 2005 και εντεύθεν συνεργασίας τους, που ενέτεινε την υποχρέωση διαφώτισης και προάσπισης των συμφερόντων του, εν γνώσει της, παρέστησε αναληθώς ότι το προϊόν αυτό είχε εξασφαλισμένη απόδοση και ασφάλεια κεφαλαίου και παρέλειψε να του εκθέσει τους κινδύνους του και ειδικότερα ότι επρόκειτο για πολύπλοκο χρηματοοικονομικό μέσο, λόγω των χαρακτηριστικών της μακράς διάρκειάς του (10ετούς όπως αποδείχθηκε και όχι πενταετούς όπως εκτέθηκε στον ίδιο) και της έκθεσης σε πλείστους κινδύνους, τους οποίους κανένας δεν ανέλυσε στον ενάγοντα, αφού δεν αποδείχθηκε καν ότι του παραδόθηκε το ενημερωτικό δελτίο και τα σχετικά σημειώματα εκ μέρους της πρώτης εναγομένης, όπως αναληθώς εκθέτει η ίδια.

Μάλιστα η ως άνω υπάλληλος παρέλειψε να του αναφέρει ότι οι προθεσμιακές καταθέσεις είναι εγγυημένες ως ένα ποσό από το Ταμείο Εγγύησης Καταθέσεων και Επενδύσεων (ΤΕΚΕ) σε αντίθεση με το συγκεκριμένο χρηματοοικονομικό προϊόν που δεν καλυπτόταν από το παραπάνω εγγυητικό σχήμα (βλ. προς τούτο σελ. 6 της από 25.2.2013 σύστασης του συνηγόρου του πολίτη προς την πρώτη εναγομένη, η οποία ναι μεν αφορά άλλο προϊόν, ωστόσο κάνει αναφορά και στο επίμαχο προϊόν και σύγκριση μεταξύ αυτού και της προθεσμιακής κατάθεσης).

Η πρώτη εναγόμενη είχε μέσω των υπαλλήλων της την υποχρέωση να παρουσιάσει στον ενάγοντα αναλυτικά τους κινδύνους που ενείχε η επένδυση στο εν λόγω επενδυτικό προϊόν στο οποίο του πρότεινε να προβεί και κατά παράβαση της υποχρέωσης αυτής, ουδέποτε τον ενημέρωσε για οιονδήποτε από αυτούς και ουδεμία ειδική πληροφόρηση του παρέσχε προκειμένου να αντιληφθεί τους πραγματικούς κινδύνους πού ενείχε η επένδυση αυτή, ουδεμία περιγραφή έκανε ως προς τους παράγοντες που προσδιόριζαν την απόδοσή του και ουδέν παράδειγμα χρησιμοποίησε για να τον διευκολύνει στην κατανόηση της φύσης του προϊόντος και των κινδύνων που ενείχε η επένδυση σ' αυτό, αντιθέτως του απέκρυψε το γεγονός της ανυπαρξίας εγγύησης για το κεφάλαιό του και όλα αυτά ενώ γνώριζε, ότι το ποσό που επρόκειτο να χρησιμοποιήσει αποτελούσε τις επί σειρά ετών αποταμιεύσεις του ενάγοντος, τις οποίες προόριζε για την παροχή οικονομικής στήριξης κατά την έναρξη της εκπαίδευσης και της επαγγελματικής σταδιοδρομίας των τέκνων του και ότι πάντοτε ο ενάγων πραγματοποιούσε επενδύσεις χαμηλού κινδύνου με στόχο τη διασφάλιση του κεφαλαίου του.

Δηλαδή η προαναφερόμενη υπάλληλος της εναγομένης ..., με βάση και τις οδηγίες αυτής, έπεισε τον ενάγοντα να επενδύσει στο εν λόγω ομόλογο, το οποίο ενόψει της οικονομικής, προσωπικής καταστάσεώς του και των σκοπών για το οποίο το προόριζε, τα οποία είχε καταστήσει γνωστά σ' αυτήν λόγω της στενής συνεργασίας τους, συνιστούσε προδήλως ακατάλληλη και ιδιαίτερα ριψοκίνδυνη γι' αυτόν επένδυση.

Επί πλέον όχι απλά δεν του επισημάνθηκε οποιαδήποτε διαφορά, ανάμεσα στο επενδυτικό αυτό προϊόν και τα προηγούμενα στα οποία είχε επενδύσει, ήτοι τις προθεσμιακές καταθέσεις, αντιθέτως η υπάλληλος της εναγόμενης τον είχε διαβεβαιώσει ότι αποτελούσε ασφαλή τοποθέτηση, απολύτως όμοια με αυτή της προθεσμιακής κατάθεσης χωρίς απώλειες κεφαλαίου, παραβιάζοντας έτσι τις νόμιμες υποχρεώσεις της, για προστασία των συμφερόντων του πελάτη της.

Ενόψει των ανωτέρω, η εναγόμενη τράπεζα δια της προστηθείσας υπαλλήλου της κατά την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, εν γνώσει της παρέστησε ψευδή γεγονότα ως αληθή και παρέλειψε να ενημερώσει τον ενάγοντα για τους κινδύνους του επενδυτικού αυτού προϊόντος, μολονότι είχε ιδιαίτερη προς τούτο νομική υποχρέωση πηγάζουσα εκ των ανωτέρω διατάξεων που προβλέπουν ότι η ενημέρωση του υποψήφιου επενδυτή πρέπει να είναι σαφής και λεπτομερής, ιδίως ως προς τους αναλαμβανόμενους κινδύνους και υποχρεώσεις, ενεργώντας προκειμένου να εξασφαλίσει τη διάθεση του συγκεκριμένου προϊόντος και να επιτύχει τους στόχους της πρώτης εναγομένης με αποτέλεσμα ο ενάγων παραπεισθείς ως προς τις ιδιότητες των MX 2013/18 να υπογράψει τα σχετικά έγγραφα, ήτοι να υπογράψει:

α) το με ημερομηνία 23.7.2008 έγγραφο με θέμα παράρτημα Β με το οποίο ενημερώνει μεταξύ άλλων ότι έχει διαβάσει και αντιληφθεί τους όρους του από 29.10.2007 ενημερωτικού πακέτου τους οποίους αποδέχεται και ότι συναινεί η πρώτη εναγομένη, β) το με ημερομηνία 24.7.2008 έγγραφο με τίτλο έκδοση και εισαγωγή στο ΧΑΚ/ΧΑ μετατρέψιμων χρεογράφων 2013/2018 - αίτηση εγγραφής αδιαθέτων μετατρέψιμων χρεογράφων, με το οποίο αιτήθηκε την αγορά τους για ποσό 630.897, όπου ρητά αυτός υπέγραψε ότι έχει τη γνώση και τις ικανότητες να προβεί στην αξιολόγηση της επένδυσής του και ότι αποδέχεται τους όρους έκδοσής τους όπως περιέχονται στο ενημερωτικό δελτίο με ημερομηνία 25.6.2008 και ότι δεν του έχει παρασχεθεί επενδυτική συμβουλή από την πρώτη εναγομένη ή από οποιονδήποτε υπάλληλο της για τα Μετατρέψιμα Χρεόγραφα της έκδοσης αυτής, γεγονότα τα οποία δεν είναι αληθή με βάση όσα προαναφέρθηκαν.

Στο έγγραφο αυτό αναφέρονται και οι λογαριασμοί από τους οποίους θα περιέλθουν τα επιμέρους ποσά ώστε να γίνει η κάλυψη για το συνολικό ποσό. Επίσης ρητά σε αυτό αναφέρεται ότι ο ενάγων ήταν μη μέτοχος της πρώτης εναγόμενης, γ) την από 24.7.2008 εξουσιοδότηση χρήσης όπου αναφέρονται ρητά τα στοιχεία επενδυτή και ο κωδικός χειριστή στο ΣΑΤ, η μερίδα του και ο αριθμός μητρώου του, δ) την από 24.7.2008 αίτηση για δημιουργία κοινής επενδυτικής μερίδας στο ΣΑΤ με τη σύζυγο του, όπου αναφέρονται ότι τα statement (οι αναφορές) για την πορεία του προϊόντος θα αποστέλλονται στη σύζυγο του, η οποία δεν γνωρίζει καλά την Ελληνική Γλώσσα όπως προαναφέρθηκε.

Έγγραφα με όμοιο περιεχόμενο υπέγραψε και η σύζυγος του. Η προχειρότητα με την οποία συντάχθηκαν τα έγγραφα αυτά προκύπτει από το γεγονός ότι, η σύζυγος του ενάγοντος εμφανίζεται ως Ελληνίδα υπήκοος ενώ είναι Γερμανίδα υπήκοος και από το ότι στο ερωτηματολόγιο Επενδυτικού προφίλ, αναφέρεται ο ενάγων ως ασχολούμενος με το Ελληνικό χρηματιστήριο άνω των 5 ετών, γεγονός το οποίο δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό μέσο και από το ότι αυτός αναφέρεται ως έχων ικανοποιητικές γνώσεις στο επίπεδο των χρηματιστηριακών γνώσεων.

Ωστόσο, όπως προκύπτει από το ερωτηματολόγιο αυτό, τόσο ο ίδιος όσο και η σύζυγος του δήλωσαν ρητά ότι ο επενδυτικός κίνδυνος που είναι διατεθειμένοι να αναλάβουν είναι σχετικά μικρός και συνεπώς αποδεικνύεται ότι ο ενάγων δήλωσε εκ των προτέρων ότι δεν προτίθεται να αναλάβει όμοια επένδυση με αυτή που ανέλαβε, η οποία ήταν υψηλού κινδύνου σε σχέση με τις απλές καταθέσεις και τις προθεσμιακές καταθέσεις που μέχρι την ημερομηνία εκείνη κατείχε.

Μετά την υπογραφή των συμβάσεων αυτών και αφού ολοκληρώθηκε και η διαδικασία καταγγελίας των προθεσμιακών καταθέσεων και μεταφοράς των χρημάτων εκδόθηκε και το από 25.7.2008 αποδεικτικό συμμετοχής στην έκδοση των μετατρέψιμων χρεογράφων 2013/2018 στο όνομα τόσο του ενάγοντος όσο και της συζύγου του. Όπως άλλωστε προέκυψε η υπάλληλος της εναγομένης ...

Ζ. Π., δεν κατείχε τα απαραίτητα πιστοποιητικά παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και δεν ήταν σε θέση να διασφαλίσει την παροχή αντικειμενικής και ορθής πληροφόρησης ούτε σε θέση να επεξηγήσει ορθά και ολοκληρωμένα τα χαρακτηριστικά και τους όρους έκδοσης των MX δεδομένου ότι τόσο η ίδια όσο άλλωστε και η εναγόμενη τράπεζα μέσω των στελεχών της υποβάθμιζαν τους κινδύνους που απέρρεαν από το προϊόν, ως διαφαίνεται από το έγγραφο που είχε σταλεί εσωτερικά στην τράπεζα για ενημέρωση από τους υπαλλήλους προς τους πελάτες και παρείχε πληροφόρηση, κατά την οποία τόνιζε τα πλεονεκτήματα ενός προϊόντος, ήτοι σε μεροληπτική και ετεροβαρή βάση, έτσι ώστε να επηρεάσει την απόφαση του παραλήπτη.

Υπό τις περιστάσεις αυτές η εν λόγω πληροφόρηση, όπως προαναφέρθηκε θεωρείται ως σύσταση. Εξάλλου ο ενάγων, ιατρός στο επάγγελμα για τον οποίο η μόνη πρωθύστερη συνεργασία του με την εναγομένη ήταν η επένδυση σε προθεσμιακές καταθέσεις δεν είχε τις απαιτούμενες ειδικές γνώσεις και δεν διέθετε οποιοσδήποτε μορφής ειδική εκπαίδευση ή εμπειρία που θα του επέτρεπε να επιλέγει ο ίδιος τις μορφές τοποθετήσεως του κεφαλαίου του, οι οποίες κάλυπταν τις ανάγκες του.

Ο ίδιος βρισκόταν εκτός του κύκλου όσων προσώπων θα ήταν σε θέση να κατανοήσουν και κατά μείζονα λόγο να συνδυάσουν και να αξιολογήσουν ένα εκτεταμένο σύνολο παρεχομένων εγγράφως ή προφορικώς ειδικών πληροφοριών που αφορούν στη μορφή, το περιεχόμενο και κυρίως τις διακρίσεις με γνώμονα τους κινδύνους των διαφόρων προτεινομένων επενδυτικών επιλογών.

Ενόψει των ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι η μεταξύ των διαδίκων υφιστάμενη συναλλακτική σχέση δεν είχε τη μορφή της εκτελέσεως εκ μέρους της εναγομένης των επενδυτικών επιλογών του ενάγοντος, στις οποίες είχε καταλήξει ο ίδιος, αφού απλώς είχε ενημερωθεί σχετικά από την ως άνω αντισυμβαλλομένη του, αλλά μέσω της υπαλλήλου της εναγομένης διαμόρφωσε την επιλογή του αυτή χωρίς να του παρέχει αυτή κατά τρόπο κατανοητό για τον ίδιο ή τη σύζυγό του, όσες πληροφορίες του ήταν απαραίτητες, ώστε να αποφασίσει εάν θα αποδεχθεί ή θα απορρίψει την προτεινόμενη σε αυτόν επένδυση κεφαλαίου.

Επισημαίνεται ακόμη, ότι πράγματι κατά τις βάσιμες αιτιάσεις των εναγομένων η διάθεση των MX από την Τράπεζα μέσω των καταστημάτων της είναι μία πρωτογενής και όχι δευτερογενής διάθεση, που κατ' αρχήν δεν εμπίπτει στο ρυθμιστικό πεδίο της οδηγίας MIFID, αφού τα ομόλογα θα εκδοθούν και διατεθούν στους εγγραφέντες μετόχους ή και επενδυτές, ωστόσο, κατά τα ήδη εκτιθέμενα ανωτέρω η προπεριγραφείσα συμπεριφορά που εν τέλει επέδειξε η υπάλληλος της πρώτης εναγομένης κατά την προσέγγιση του ενάγοντος, συνιστούσε παροχή επενδυτικής υπηρεσίας προς αυτόν, υπό την μορφή της επενδυτικής συμβουλής, στην οποία οι οικείες διατάξεις βρίσκουν άμεση εφαρμογή ανεξαρτήτως του προϊόντος το οποίο αφορούν.

Περαιτέρω, πράγματι όπως προαναφέρθηκε στην αίτηση που υπέβαλε ο ενάγων κατά την αγορά των MX αναφερόταν ότι ο υπογράφων αιτείτο την αγορά των αξιογράφων σύμφωνα με τους όρους έκδοσης που περιέχονται στο Ενημερωτικό Δελτίο ημερομηνίας 5.6.2008 τους οποίους δήλωνε ότι αποδεχόταν. Το εν λόγω έγγραφο, στο οποίο αναφέρονταν, μεταξύ άλλων, όλοι οι κίνδυνοι του προϊόντος, ουδέποτε δόθηκε στον ενάγοντα και εκτός αυτού πρόκειται για εκτεταμένο, όπως ήδη αναφέρθηκε, δυσνόητο πυκνό έντυπο κείμενο, η ύπαρξη του οποίου δεν αναιρεί την υποχρέωση της τράπεζας να του γνωστοποιήσει δια των αρμοδίων υπαλλήλων της τους κινδύνους αγοράς του συγκεκριμένου προϊόντος, κατά τρόπο σαφή και κατανοητό, δεδομένου ότι και η χρησιμοποιούμενη στο έντυπο ορολογία δεν διασφαλίζει την κατανόησή τους από τον τελευταίο.

Εν προκειμένω, η ανωτέρω υποχρέωση γίνεται ακόμη πιο επιτακτική για την εναγομένη δεδομένου ότι ο συγκεκριμένος πελάτης της και ενάγων δεν κατείχε στο παρελθόν κανένα όμοιο επενδυτικό προϊόν αλλά θα ήταν η πρώτη φορά που θα συμμετείχε σε τέτοια επένδυση. Αντιθέτως η υπάλληλος της πρώτης εναγομένης ακολουθώντας πιστά οδηγίες αυτής εκμεταλλεύτηκε την υφιστάμενη σχέση συνεργασίας και εμπιστοσύνης που είχε δημιουργηθεί μεταξύ αυτής και του ενάγοντος και κατάφερε να αποσπάσει τις υπογραφές του στα προαναφερθέντα έγγραφα, εν αγνοία του για τις εντεύθεν συνέπειες, οι οποίες ήταν ιδιαίτερα επιζήμιες για τον ίδιο.

Ωστόσο το έτος 2012 η έκθεση της εναγομένης σε ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία είχε αγοράσει το έτος 2009 και 2010 για υποστήριξη τότε της Ελλάδος επέφερε οικονομικό πλήγμα στην εναγομένη. Το τελικό πλήγμα επήλθε αργότερα και με την έκθεση της ... σε ελληνικά ομόλογα, γεγονότα τα οποία οδήγησαν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στην έκδοση οδηγίας για την εξυγίανση τόσο αυτής όσο και της εναγομένης.

Στα πλαίσια αυτών ψηφίσθηκε ο περί Εξυγίανσης Τραπεζικών Ιδρυμάτων και άλλων Ιδρυμάτων Νόμος 17/2013 και η έκδοση συνακόλουθων διαταγμάτων για κούρεμα των τραπεζικών καταθέσεων σε ποσοστό 47,5% για ποσά άνω των 100.000 ευρώ, ενώ ήδη τα ομόλογα των τραπεζών είχαν ήδη μηδενική αξία. Όλα τα ομόλογα μετατράπηκαν σε μετοχές Δ' τάξης, με τιμή μετατροπής 1 ευρώ στην ονομαστική τους αξία και με ονομαστική αξία κάθε μετοχής στο 1 ευρώ για κάθε ένα ευρώ των ως άνω χρεών της Τράπεζας.

Ακολούθως επήλθε μείωση της ονομαστικής αξίας των μετοχών Δ' τάξης από 1 σε 0,01 ευρώ εκάστη για τη διαγραφή των συσσωρευμένων ζημιών της Τράπεζας και αυτό είχε ως αποτέλεσμα τα Μετατρέψιμα Χρεόγραφα του ενάγοντος να μετατραπούν με βάση τις πρόνοιες του περί Διάσωσης με ίδια μέσα της πρώτης εναγόμενης διατάγματος του 2013 που εκδόθηκε από την Κεντρική ...

υπό την ιδιότητα της ως Αρχής Εξυγίανσης στις 29.3.2013 και του τροποποιητικού αυτού διατάγματος της 30.7.2013, σε 6.308 συνήθεις μετοχές ονομαστικής αξίας 1 ευρώ η καθεμία, με ισχύ την 30.7.2013. Από κανένα αποδεικτικό μέσο, δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων ενημερώθηκε προσυμβατικά με πλήρη ανάλυση των όρων και των χαρακτηριστικών των συγκεκριμένων ομολόγων, καθώς και των τυχόν επενδυτικών κινδύνων από αυτά, όπως ισχυρίζεται η εναγομένη τράπεζα, αλλά αντίθετα αποδείχθηκε ότι δημιουργήθηκε σε αυτόν εντελώς εσφαλμένη εικόνα για το τι ακριβώς αγόρασε.

Κατέστη φανερό ότι η ως άνω υπάλληλος, προστηθείσα από την εναγομένη τράπεζα, δεν παρείχε ορθές και πλήρεις συμβουλές στον ενάγοντα, αλλά ούτε και επαρκείς πληροφορίες για το επενδυτικό προϊόν, το οποίο αγόρασε. Όπως αποδείχθηκε, ο ενάγων ουδέποτε αντιλήφθηκε τον κίνδυνο που είχε αποδεχθεί συμμετέχοντας στο ως άνω προϊόν, κίνδυνο, τον οποίο δεν είχε αντιληφθεί όπως συνομολογεί και με τις πρωτόδικες προτάσεις της, ούτε η ίδια η εναγομένη τράπεζα και ότι πραγματικά ανέμενε ότι τον Ιούνιο του 2013 θα έληγε το προϊόν αυτό και θα λάμβανε εκτός των τόκων που ήδη είχε λάβει όλο το κεφάλαιό του, όπως άλλωστε ρητώς τον είχε διαβεβαιώσει και η υπάλληλος της εναγομένης Ζ.

Π.. Από τα προαναφερόμενα σαφώς προκύπτει ότι ο ενάγων παρασύρθηκε στη σύναψη της κρινομένης συμβάσεως και όλων των επιμέρους συμβάσεων, λόγω της έναντι αυτού αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της υπαλλήλου της εναγόμενης τράπεζας, συνισταμένης στην παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών και την αποσιώπηση υπαρκτών γεγονότων, των οποίων η αποκάλυψη σ' αυτόν που τα αγνοούσε επιβαλλόταν από το καθήκον διαφώτισης, παροχής συμβουλευτικής καθοδηγήσεως και προειδοποιήσεως αυτού, που υπείχε έναντι αυτού, προκειμένου αυτός να είναι σε θέση να αντιληφθεί τη μορφή της προτεινόμενης σε αυτόν τοποθετήσεως των κεφαλαίων του και κυρίως να κατανοήσει όσους κινδύνους συνδέονται με την ζημιογόνο για τον ίδιο εξέλιξη αυτής, ώστε έχοντας ενημερωθεί σχετικώς, ακολούθως να αξιολογήσει ο ίδιος τις επιβλαβείς συνέπειες της συγκεκριμένης επενδυτικής επιλογής και ο ίδιος επίσης να αποφασίσει εάν θα την επιχειρήσει, παρέχοντας τη σχετική εντολή στην αντισυμβαλλομένη αυτού τράπεζα.

Αν του είχαν γνωστοποιηθεί οι επιμέρους όροι της συμβάσεως, δεν θα είχε επιχειρήσει την προτεινόμενη σε αυτόν τοποθέτηση του κεφαλαίου του, διότι θα αντιλαμβανόταν ότι, δεν θα ήταν σε θέση να κατανοήσει, να σταθμίσει τον κίνδυνο και να ελέγξει την μορφή και το περιεχόμενο της συγκεκριμένης πολύπλοκης συναλλακτικής σχέσεως.

Εξάλλου, η συμπεριφορά αυτή της εναγομένης τράπεζας, η οποία εκδηλώθηκε έναντι του ενάγοντος, εξεταζόμενη υπό το πρίσμα των προαναφερόμενων διατάξεων κρίνεται ως παράνομη και επιπλέον, διότι η επισφαλής επένδυση επιχειρήθηκε, χωρίς να έχει προηγηθεί η παροχή προς τον προαναφερόμενο διάδικο, της ενημερώσεως που ήταν αναγκαία, ώστε να κατανοήσει τη μορφή και το περιεχόμενο και να αποφασίσει ο ίδιος, εάν θα επιλέξει την προτεινόμενη προς αυτόν τοποθέτηση του κεφαλαίου του, αναλαμβάνοντας μέσω της επιλογής του, όσους κινδύνους συνδέονται με την τελευταία.

Συνεπώς, η ανωτέρω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγόμενης τραπεζικής εταιρείας και ανεξάρτητης προμηθεύτριας επενδυτικών υπηρεσιών εις βάρος του ενάγοντος αντισυμβαλλόμενου πελάτη αυτής και καταναλωτή της παρασχεθείσας από την εναγομένη επενδυτικής υπηρεσίας της χορηγήσεως σ' αυτόν επενδυτικής συμβουλής και συστάσεως για την αγορά των 630.897 Μ.Χ.

αντί του τιμήματος των 630.897 ευρώ, συνδέεται αιτιωδώς προς την επελθούσα κατά την παροχή της προειρημένης επενδυτικής υπηρεσίας προμνημονευθείσας περιουσιακής ζημίας του ενάγοντος ύψους 630.897 ευρώ. Αυτή δεν ανάγεται στον εγγενή στη λειτουργία της χρηματιστηριακής αγοράς κίνδυνο ή σε γεγονός ανωτέρας βίας και δη στον προαναφερόμενο νόμο (17/2013) περί εξυγίανσης τραπεζικών ιδρυμάτων και άλλων ιδρυμάτων και των συνακόλουθων διαταγμάτων για το κούρεμα των τραπεζικών καταθέσεων σε ποσοστό 47,5% για ποσά άνω των 100.000 ευρώ, όπως αυτή αβασίμως ισχυρίζεται, αφού η προεκτεθείσα συμπεριφορά της εναγομένης ήταν ικανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και τα διδάγματα της κοινής πείρας, να προξενήσει και πράγματι προκάλεσε την προαναφερθείσα ζημία του ενάγοντος υπό την έννοια της υπάρξεως ανάμεσά τους, σύμφωνα με αντικειμενική εκ των υστέρων πρόγνωση, πρόσφορης αιτιώδους συνάφειας (causa adaequata), δίχως να υφίσταται υπέρβαση της τελευταίας από την έκδοση και εφαρμογή του προαναφερόμενου νόμου, ο οποίος δε συνιστά, παρά τμήμα της περί ης ο λόγος αιτιώδους διαδρομής, έστω κι αν η μετατροπή των Μ.Χ.

σε μετοχές της εναγομένης ήταν μέτρο εξυγιάνσεώς της και όχι ιδιωτικής βουλήσεως, δηλαδή δεν έγινε κατ' ενάσκηση δικαιώματος της εναγομένης ή παράβαση εκ μέρους αυτής όρου εκδόσεως των Μ.Χ. Η εναγομένη δεν κατόρθωσε συνεπώς να ανατρέψει το εισαγόμενο, μέσω της ρυθμίσεως του άρθρου 8 § 4 Ν. 2251/1994, μαχητό τεκμήριο της συνδρομής εν προκειμένω παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της, αιτιωδώς συνδεόμενης προς την προμνημονευθείσα περιουσιακή ζημία του ενάγοντος, απορριπτομένης ως εκ τούτου κατ' ουσίαν της ενστάσεως της εναγομένης περί ελλείψεως ως προς αυτήν παρανομίας, υπαιτιότητας και αιτιώδους συνάφειας αναφορικά με την ως άνω ζημία του ενάγοντος.

Ενόψει των προεκτεθέντων, ο ενάγων δικαιούται, αφού παρασύρθηκε δολίως από την εναγόμενη τραπεζική εταιρεία σε δήλωση βουλήσεως σχετικά με την κατάρτιση της συμβάσεως πωλήσεως και μεταβιβάσεως της κυριότητας από την εναγομένη στον ενάγοντα 630.897 M.X. έναντι του τιμήματος των 630.897 ευρώ, να ζητήσει σωρευτικώς την ακύρωση της προδιαληφθείσας συμβάσεως μεταξύ των διαδίκων, εξαιτίας της προαναφερθείσας απάτης της εναγομένης εις βάρος του και την αποκατάσταση της εγκείμενης στο ποσό των 630.897 ευρώ προμνημονευθείσας περιουσιακής του ζημίας.

Συνεπεία της προπεριγραφείσας παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της εναγόμενης τραπεζικής εταιρείας, ο ενάγων υπέστη επιπροσθέτως ηθική βλάβη ένεκα της στενοχώριας και της ψυχικής ταλαιπωρίας που δοκίμασε εξαιτίας της προειρημένης εξανεμίσεως του ως άνω κεφαλαίου του, με αποτέλεσμα να έχει το δικαίωμα να αξιώσει από την εναγομένη χρηματική ικανοποίηση, η οποία καθορίζεται στο εύλογο ποσό των 10.000 ευρώ, λαμβάνοντας προς τούτο υπόψη ιδίως:

1) τις προμνημονευθείσες συνθήκες, υπό τις οποίες έλαβε χώρα η ένδικη αδικοπραξία της εναγομένης,

2) το είδος και την έκταση της εντεύθεν ζημίας του ενάγοντος,

3) την αποκλειστική υπαιτιότητα της εναγομένης αναφορικά με την περί ης ο λόγος αδικοπραξία της εις βάρος του ενάγοντος και το βαθμό του πταίσματος της,

4) το βαθμό της στενοχώριας και της ψυχικής ταλαιπωρίας που αυτός δοκίμασε εντεύθεν και

5) την κοινωνική και την οικονομική κατάσταση των διαδίκων, όπως συνάγονται εκ των προαναφερθέντων. Άρα, ο ενάγων δικαιούται για τις προδιαληφθείσες περιουσιακή ζημία και ηθική βλάβη αυτού, ένεκα της προπεριγραφείσας αδικοπραξίας της εναγομένης εναντίον του, να αξιώσει απ' αυτήν το συνολικό ποσό των 640.897 (630.897 € + 10.000 €) ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση προγενέστερης αγωγής που άσκησε εναντίον της και η οποία συνιστά όχληση, ήτοι από την επομένης της 22ας Ιουλίου 2013, που της επιδόθηκε η πρώτη αγωγή.

Εφόσον τα ίδια δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεν έσφαλε και ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις. Τα αντίθετα παράπονα της εκκαλούσας που προβάλλονται με το δεύτερο (εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 147, 149 ΑΚ, 8 ν. 2251/1994 και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων), τρίτο (εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή οδηγίας MIFID και ειδικής νομοθεσίας - οδηγιών και Κανονισμών), τέταρτο (έλλειψη αιτιώδους συνάφειας ως στοιχείο του παρανόμου, επειδή η ανωτέρω ζημία του ενάγοντος οφείλεται σε γεγονός ανωτέρας βίας και δη στον προαναφερόμενο νόμο 17/2013 περί εξυγίανσης τραπεζικών ιδρυμάτων και άλλων ιδρυμάτων και των συνακόλουθων διαταγμάτων για το κούρεμα των τραπεζικών καταθέσεων, που επιβλήθηκε από την Κυπριακή Δημοκρατία) και έβδομο λόγο (εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ως προς την επιδίκαση της χρηματικής ικανοποίησης) της εφέσεώς της, είναι απορριπτέα, ως αβάσιμα...".

Με το να δεχθεί, όμως, το Εφετείο ότι η ζημιογόνος συμπεριφορά των αρμοδίων οργάνων της ήδη αναιρεσείουσας, εναγομένης τράπεζας, συνισταμένη στην πλημμελή ενημέρωση του ήδη αναιρεσίβλητου, ενάγοντος, αναφορικά με τους επενδυτικούς κινδύνους, τους οποίους αυτός αναλάμβανε, συνάπτοντας, κατά το έτος 2008, την ένδικη επενδυτική σύμβαση, υπήρξε αναγκαίος όρος της ένδικης ζημίας του (αναιρεσίβλητου, ενάγοντος), συνισταμένης στην απώλεια του συνόλου, σχεδόν, της αξίας της επένδυσής του, συνεπεία υποχρεωτικής μετατροπής των επίμαχων μετατρεψίμων χρεογράφων, αρχικά, σε μετοχές της αναιρεσείουσας τράπεζας, ονομαστικής αξίας ισόποσης, με τα αυτά και, στη συνέχεια, σε μετοχές της, ονομαστικής αξίας ισουμένης με το ένα εκατοστό της αρχικής, που επιβλήθηκε, κατά τον Ιούλιο του 2013, στην ήδη αναιρεσείουσα τράπεζα, για την εξυγίανση και διάσωσή της, δυνάμει νόμου της Κυπριακής Δημοκρατίας και Διαταγμάτων της Κεντρικής της Τράπεζας, κατόπιν σχετικής Οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, συνδέονται αμέσως, κατά πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια και, συνακόλουθα, ν' απορρίψει την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας, κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποίαν είχε επιδικασθεί στον ήδη αναιρεσίβλητο, ενάγοντα, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση της, εντεύθεν, ηθικής του βλάβης, το ως άνω χρηματικό ποσό, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 914 και 932 του ΑΚ, ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας αυτές εσφαλμένα.

Τούτο διότι, η προαναφερθείσα συμπεριφορά των αρμοδίων οργάνων της ήδη αναιρεσείουσας, εναγομένης, τράπεζας και η, κατά τις αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, επελθούσα, ως συνέπεια αυτής (συμπεριφοράς), ένδικη, ζημία του ήδη αναιρεσίβλητου, ενάγοντος, δεν συνδέονται, μεταξύ τους, αμέσως, κατά πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια.

Ειδικότερα, η υπόψη συμπεριφορά, εκδηλωθείσα κατά το έτος 2008, δεν ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή ούτε μπορούσε, αντικειμενικά και κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το συγκεκριμένο επιζήμιο αποτέλεσμα, χωρίς τη μεσολάβηση, κατά τον Ιούλιο του 2013, της νομοθετικής παρέμβασης της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Κεντρικής της Τράπεζας, που αποτελούν περιστατικά κείμενα εκτός της συνηθισμένης και κανονικής πορείας των πραγμάτων, ως γεγονότα, εντελώς, έκτακτα, εξαιρετικά, χωρίς ανάλογο προηγούμενο, μέχρι τότε, στην κυπριακή έννομη τάξη και, εντεύθεν, μη δυνάμενα να προβλεφθούν, κατά τον, ως άνω, κρίσιμο, χρόνο της σύναψης των ενδίκων επενδυτικών συμβάσεων (έτος 2008), από το μέσο λογικό, ευσυνείδητο και επιμελή άνθρωπο.

ΙΙΙ. Επομένως, το Εφετείο, παραβιάζοντας ευθέως, με την προαναφερθείσα κρίση του, τους ανωτέρω, ουσιαστικού δικαίου κανόνες, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που του καταλογίζει η αναιρεσείουσα, με το υπό στοιχείο 3.1.3 σκέλος του πρώτου λόγου της αναίρεσής της, παρελκούσης, εντεύθεν, της έρευνας όλων των λοιπών λόγων, αφού αυτοί καταλαμβάνονται από την αναιρετική εμβέλεια αυτού, να αναιρεθεί, στο σύνολό της, η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, εφ' όσον είναι δυνατή η συγκρότησή του, από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, κατά παραδοχή του σχετικού της αιτήματος, που υπέβαλε, με τις εμπρόθεσμες προτάσεις της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, πρέπει να επιβληθούν στον ηττηθέντα αναιρεσίβλητο (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου, για την άσκηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, στον καταθέσαντα τούτο, λόγω της νίκης της αναιρεσείουσας στην παρούσα δίκη (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμόν 120/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν.

Επιβάλλει στον αναιρεσίβλητο τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, από τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ. Και,

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου, για την άσκηση της αναιρέσεως, στον καταθέσαντα τούτο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Μαρτίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 11 Ιουλίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ