Supreme Court dismisses appeal on labor dispute regarding excessive wages claim rejection due to lack of evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the company's appeal against the Labor Court's decision rejecting a claim for excessive wages. The appellant argued the lower court failed to properly evaluate evidence regarding the employee's job search efforts, but the court found the appellate court had correctly assessed all submitted testimonies and documents. Consequently, the appeal was rejected as baseless, and the losing party was ordered to pay the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(10), 577(1) and (3) of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible if the lower court accepted unproven facts affecting the outcome, but it is baseless if the decision relies on properly submitted evidence without requiring specific evaluation of each item.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 244 / 2025 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 244/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη - Εισηγήτρια, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νίκη Κατσιαούνη, Μαρία Γιαννακοπούλου και Απόστολο Φωτόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 9 Απριλίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", που εδρεύει στην Αργυρούπολη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευθύμιο Αναγνώστου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Z. S. του E. H., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παλαιολόγο Παλαιολόγου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-3-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 71/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 1382/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 10-11-2022 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 10.11.2022 και με αριθμό κατάθ. ...2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών - εργατικών διαφορών με αριθμ. 1382/12.3.2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά και κατ' ουσία δεκτή η από 1.6.2020 (αριθμ. εκθ. καταθ. ...2020) έφεση της εναγομένης - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 71/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή εν μέρει κατ' ουσία η από 23.3.2017 και με αριθμ. κατάθ. ...2017 αγωγή και μετά από εξαφάνιση της ως άνω απόφασης, έγινε δεκτή εν μέρει κατ' ουσία η αγωγή για μικρότερα χρηματικά ποσά, υποχρεώνοντας την εναγομένη να καταβάλλει στην ενάγουσα τα αναφερόμενα σε αυτή ποσά με το νόμιμο τόκο. Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα καθ' όσον από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι έλαβε χώρα στις 13.10.2022, (επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης) και η αναίρεση κατατέθηκε στη γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 11.11.2022 (άρθρα 147 παρ. 1, 552, 553, 556, 564 παρ. 1, 566 παρ. 3 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτουν τα ακόλουθα: Η ενάγουσα - εφεσίβλητη [αναιρεσίβλητη] με την ένδικη από 23.3.2017 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (αριθμ. έκθ. κατάθ. ...2017), ισχυρίστηκε ότι η εναγομέvη [αναιρεσείουσα] που είναι ανώνυμη εταιρεία ανάληψης εργολαβιών και συνάπτει συμβάσεις καθαρισμού δημοσίων ή ιδιωτικών χώρων, την 20.5.2016 την προσέλαβε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, μερικής απασχόλησης, για να προσφέρει τις υπηρεσίες της ως καθαρίστρια, απασχολούμενη επί 5,5 ώρες ημερησίως, 5 εργάσιμες ημέρες εβδομαδιαίως .
Ότι παρείχε την εργασία της στο νοσοκομείο "ΚΑΤ" με μηνιαίες αποδοχές 400 ευρώ. Ότι η εναγομέvη απαιτούσε, όταν αυτή (ενάγουσα) προσερχόταν στην έδρα της για τη μισθοδοσία, να υπογράφει έγγραφα, χωρίς να λαμβάνει γνώση του περιεχομένου τους καθώς και λευκά έγγραφα, χωρίς να εξηγείται η αιτία. Επίσης ότι εργαζόταν Σάββατα και μερικές Κυριακές, χωρίς προσαύξηση της αμοιβής της.
Ότι διαμαρτυρήθηκε για την άνω πρακτική και τον Αύγουστο 2017 ήλθε σε επαφή με το σωματείο εργαζομένων του νοσοκομείου, ενώ στη συνέχεια συμμετείχε σε συναντήσεις του σωματείου, όπου συζητούνταν θέματα της εργασίας τους. Ότι η εναγομένη, όταν έμαθε την άνω συμμετοχή της, την απείλησε με απόλυση και την απομόνωσε, μετακινώντας τη από το χώρο που καθάριζε μέχρι τότε.
Ότι την 27.11.2017, που προσήλθε στην έδρα της εναγομένης για τη μισθοδοσία, αρνήθηκε να υπογράψει δύο λευκά έγγραφα. Ότι την 27.12.2017 κλήθηκε εκ νέου να υπογράψει τα άνω έγγραφα, και πάλι αρνήθηκε. Ότι την 29.11.2017 της κοινοποιήθηκε έγγραφο της εναγομέvης όπου επικαλείτο τη λήξη της από 27.11.2017 συμβάσεως εργασίας της, ορισμένου χρόνου, διάρκειας ενός μηνός, με έναρξη την 27.11.2017, την οποία αγνοούσε, διότι δεν την είχε υπογράψει.
Ότι η εναγομένη απέσπασε κακόπιστα την υπογραφή της στην ως άνω σύμβαση ορισμένου χρόνου (διάρκειας ενός μηνός) για να απαλλαγεί από την ευθύνη της, να προβεί σε καταγγελία της συμβάσεως αορίστου χρόνου, η οποία θα ήταν καταχρηστική. Ότι η άνω καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της, που ήταν αορίστου χρόνου, και ουδέποτε μετατράπηκε σε ορισμένου χρόνου, είναι άκυρη ως καταχρηστική, διότι έγινε από λόγους εκδίκησης, εξαιτίας της περιγραφόμενης συνδικαλιστικής της δράσης και των διαμαρτυριών της για τη διεκδίκηση των νομίμων εργασιακών της δικαιωμάτων.
Ότι την 5.1.2017 προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας διεκδικώντας τις δεδουλευμένες αποδοχές της, αλλά δεν επιτεύχθηκε συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς, λόγω της αρνητικής και αναβλητικής στάσης της εναγομένης, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή. Ότι λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, που διατήρησε το χαρακτήρα της ως αορίστου χρόνου, με έναρξη την 20.5.2016, η εναγομένη περιήλθε σε υπερημερία ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών της και ενέχεται σε καταβολή μισθών υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 28.12.2016 έως 28.12.2017, [ εκ παραδρομής αναγράφεται στην προσβαλλόμενη απόφαση:
από 28.12.2017 έως 28.12.2018], συνολικού ποσού 7.074 ευρώ. Ότι η εναγομένη της οφείλει επίσης τα αιτούμενα ποσά για αποζημίωση λόγω μη ληφθείσας αδείας του έτους 2016, αναλογία επιδόματος εορτών Χριστουγέννων του έτους 2016, αμοιβή για την παροχή εργασίας κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές και δεδουλευμένες αποδοχές του μηνός Δεκεμβρίου 2016.
Ότι υπό τις ως άνω συνθήκες που έλαβε χώρα η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της, προσεβλήθη η προσωπικότητά της και υπέστη ηθική βλάβη, προς αποκατάσταση της οποίας δικαιούται χρηματική ικανοποίηση, ποσού 3.000 ευρώ. Με βάση το άνω ιστορικό, ζήτησε να α) να αναγνωρισθεί ότι με την εναγομέvη τη συνέδεε μια ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, από της προσλήψεώς της την 20.5.2016 μέχρι την καταγγελία την 27.12.2017, β) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 27.12.2017 καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της, γ) να υποχρεωθεί η εναγομένη, να συνεχίσει να αποδέχεται τις υπηρεσίες της, επ' απειλή χρηματικής ποινής 120 ευρώ ημερησίως για κάθε μη συμμόρφωσή της προς το διατακτικό της απόφασης, δ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει: 1) για δεδουλευμένες αποδοχές συνολικά 1757,31 ευρώ, όπως το ποσό αναλύεται ειδικότερα, 2) για μισθούς υπερημερίας λόγω άκυρης καταγγελίας το ποσό των 7074,00 ευρώ, και 3) για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 3.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο αφότου κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Η εν λόγω αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή με την υπ' αριθμ. 71/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία: 1) αναγνωρίστηκε ότι η ενάγουσα συνδέεται με την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, και ότι η από 27.12.2017 καταγγελία της συμβάσεως αυτής, είναι άκυρη, 2) υποχρεώθηκε η εναγομένη να αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες της ενάγουσας, επ' απειλή χρηματικής ποινής ποσού 100 ευρώ, για κάθε ημέρα άρνησης συμμόρφωσής της, στην ως άνω διάταξη, 3) υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα α) για μισθούς υπερημερίας το ποσό των 6.189,75 ευρώ, β) για διαφορά επιδόματος εορτών το ποσό των 76,95 ευρώ, γ) για δεδουλευμένες αποδοχές με προσαύξηση για εργασία τα Σάββατα το ποσό των 244,96 ευρώ, για Κυριακές το ποσό των 61,41 ευρώ, δ) για υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών, μηνός Δεκεμβρίου 2017, το ποσό των 4,51 ευρώ, και ε) για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 1.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο με τις αναφερόμενες σε αυτή διακρίσεις.
Κατά της απόφασης αυτής η εναγομένη άσκησε έφεση, εκδόθηκε δε επ' αυτής η προσβαλλόμενη με αριθμό 1382/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση και μετά από εξαφάνιση της ως άνω απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου δέχθηκε την αγωγή κατ' ουσία για μικρότερα χρηματικά ποσά.
Από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ. 2 ΑΚ, 1 ν. 2112/1920 και 1 και 5 ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία και, επομένως, το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου.
Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπέρβασης των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών, εφόσον είναι προφανής, καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ.
Ειδικότερα, η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας θεωρείται καταχρηστική όταν υπαγορεύεται από κίνητρα ξένα προς το σκοπό, για τον οποίο έχει προβλεφθεί, ως δικαίωμα. Αυτό μπορεί να συμβεί σε περιπτώσεις κατά τις οποίες η καταγγελία γίνεται από εμπάθεια, μίσος ή διάθεση εκδίκησης, ύστερα από προηγηθείσα νόμιμη, αλλά μη αρεστή στον εργοδότη συμπεριφορά του εργαζομένου.
Η καταγγελία όμως δεν είναι καταχρηστική όταν οφείλεται σε διακοπή της αρμονικής συνεργασίας μεταξύ αυτού και του εργαζομένου, που προήλθε από αντισυμβατική συμπεριφορά ή από πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του τελευταίου, καθώς και όταν οφείλεται σε πραγματική και ηθελημένη ανάρμοστη συμπεριφορά του εργαζομένου προς τον εργοδότη ή τους νομίμους εκπροσώπους του ή προς συναδέλφους ή προς συναλλασσομένους με την επιχείρηση του εργοδότη, αφού, στην περίπτωση αυτή, διαταράσσεται η εύρυθμη λειτουργία της επιχείρησης και κλονίζεται η μεταξύ των μερών σχέση εμπιστοσύνης που πρέπει να διέπει τη λειτουργία της σύμβασης.
Επίσης δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία όταν δεν υπάρχει γι' αυτή κάποια αιτία, αφού, ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής κατά προφανή υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέσθηκε γι' αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους, που πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλαδή η καταγγελία που δεν δικαιολογείται από σοβαρούς, συνδεόμενους με το αντικειμενικό συμφέρον της επιχείρησης λόγους, δεν είναι άνευ άλλου τινός καταχρηστική, διότι στην αντίθετη περίπτωση η καταγγελία από αναιτιώδης μετατρέπεται σε αιτιώδη (ΑΠ 1748/2022, 380/2019, 114/2019, 729/2018).
Προφανής δε υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν τα χρηστά ήθη και ο οικονομικός σκοπός του οικείου δικαιώματος συντρέχει και όταν η καταγγελία έγινε από εμπάθεια ή για λόγους εκδίκησης, λόγω προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του μισθωτού, όπως είναι και η ανάπτυξη από τον εργαζόμενο νόμιμης συνδικαλιστικής δράσης που είναι αντίθετη προς τα συμφέροντα της επιχείρησης του εργοδότη.
Ειδικότερα, με το άρθρο 14 παρ. 4 ν. 1264/1982 ορίζεται ευθέως από το νόμο ότι είναι άκυρη η καταγγελία της σχέσεως εργασίας για νόμιμη συνδικαλιστική δράση, στην οποία κατά την έννοια της διατάξεως αυτής περιλαμβάνεται και η συμμετοχή σε νόμιμη απεργία, ως και οι ενέργειες που αποσκοπούν στη κήρυξή της και γενικότερα κάθε δραστηριότητα που αποσκοπεί στη διαφύλαξη και προαγωγή των εργασιακών, οικονομικών, ασφαλιστικών, κοινωνικών και συνδικαλιστικών δικαιωμάτων των εργαζομένων.
Για να είναι δε άκυρη, κατά το ως άνω άρθρο, η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας δεν απαιτείται η συνδικαλιστική δράση να αποτελεί την αποκλειστική αιτία της απολύσεως του μισθωτού, αλλά αρκεί ότι συνετέλεσε απλώς στη λήψη της σχετικής απόφασης του εργοδότη για την καταγγελία, με την έννοια ότι χωρίς αυτήν ο εργοδότης δεν θα κατήγγειλε τη σύμβαση και μάλιστα ανεξαρτήτως του αν από τη συνδικαλιστική δράση του εργαζομένου προκλήθηκε ή όχι προσωπική διένεξη μεταξύ αυτού και του εργοδότη (ΑΠ 220/2023, 656/2018, 927/2017).
Στην περίπτωση ακυρότητας της καταγγελίας για οιονδήποτε λόγο, αυτή θεωρείται ότι δεν έγινε, με συνέπεια η σύμβαση εργασίας να εξακολουθεί να είναι ενεργός και ο καταγγέλλων εργοδότης, που αρνείται να δεχτεί τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του εργαζομένου, να καθίσταται υπερήμερος και να υποχρεούται να καταβάλει σε αυτόν τις αποδοχές του, κατά τα άρθρα 349, 350, 648 και 656 του ΑΚ, με βάση τη σύμβαση εργασίας (ΑΠ 868/2018, 1714/2017, 1628/2017, 179/2016).
Όμως το δικαίωμα του εργαζομένου να αξιώσει μισθούς υπερημερίας, κατά το άρθρο 656 του ΑΚ, λόγω άκυρης καταγγελίας της εργασιακής του σύμβασης, υπόκειται, όπως κάθε άλλο δικαίωμα, στους περιορισμούς του άρθρου 281 του ΑΚ, δηλαδή απαγορεύεται η άσκησή του αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Τέτοια υπέρβαση υπάρχει και όταν ο εργαζόμενος παραμένει θεληματικά άνεργος, αποφεύγοντας αδικαιολόγητα και κακόβουλα να επιδιώξει την εξεύρεση άλλης εργασίας, την οποία μπορεί να ανεύρει και να παράσχει ευχερώς, κατά το διάστημα της υπερημερίας του εργοδότη του, για να εισπράττει από αυτόν, χωρίς να εργάζεται, τους μισθούς υπερημερίας.
Για να θεωρηθεί δηλαδή καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος του εργαζομένου να ζητήσει μισθούς υπερημερίας, απαιτείται δόλια και κακόβουλη αποφυγή της απασχόλησής του μισθωτού, και δεν αρκεί ότι αυτός δεν βρήκε άλλη εργασία από αμέλεια. Για να είναι δε ορισμένη η περί τούτου ένσταση του εργοδότη, πρέπει αυτός να αναφέρει την εργασία την οποία ο μισθωτός μπορούσε να εκτελέσει, χωρίς να είναι απαραίτητο να προσδιορίζεται συγκεκριμένη επιχείρηση, τους λόγους για τους οποίους είναι κακόβουλη η μη απασχόλησή του αλλού, καθώς και την ωφέλεια που θα αποκόμιζε από την άλλη εργασία, με αναφορά συγκεκριμένων αποδοχών που θα λάμβανε από την εργασία του.
Τα ίδια στοιχεία πρέπει να αναφέρονται και στην απόφαση του δικαστηρίου, για να είναι αυτή επαρκώς αιτιολογημένη (ΑΠ 1451/2019, 613/2018, 118/2017, 394/2016). Μόνη η μακρά διάρκεια του διαστήματος για το οποίο ζητούνται αποδοχές υπερημερίας, χωρίς παράλληλα να είναι δόλια και κακόβουλη η αποφυγή του εργαζομένου προς ανεύρεση εργασίας, δεν καθιστά την άσκηση της σχετικής αξίωσης, καταχρηστική (ΑΠ 613/2018, 118/2017).
Ούτε συνιστά κακόβουλη παράλειψη εκ μέρους του εργαζομένου η άρνηση αυτού ν' απασχοληθεί σε άλλο εργοδότη, εάν η εργασία που του προσφέρεται ή οι συνθήκες αυτής δεν είναι ανάλογες με τα προσόντα, τις γνώσεις ή την ειδικότητά του ή η τυχόν αποδοχή της δυσχεραίνει σημαντικά την επιστροφή του εργαζόμενου στην προηγούμενη θέση του σε περίπτωση που ο εργοδότης διακόψει την υπερημερία του, καλώντας τον εργαζόμενο ν' αναλάβει εργασία (ΑΠ 1451/2019).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, 1/2016, 2/2013, 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, 130/2016, 1420/2013).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 6/2019, 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 6/2019, 9/2016, 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Τα επιχειρήματα δε του Δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ούτως ώστε να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 445/2019, 573/2018, 319/2017, 1420/2013).
Από την επισκόπηση κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, της προσβαλλόμενης απόφασης, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής: "Η εvαγομένη [αναιρεσείουσα] είναι ανώνυμη εταιρεία, με έδρα το Δήμο Αργυρούπολης Αττικής, η οποία δραστηριοποιείται στον τομέα παροχής υπηρεσιών καθαριότητας κτιρίων και επαγγελματικών χώρων, καθώς και στον τομέα εστίασης και τραπεζοκομίας σε νοσοκομεία, ΝΠΔΔ, το Ελληνικό Δημόσιο κλπ., τις οποίες αναλαμβάνει να παρέχει κατόπιν διαγωνισμών.
Η ενάγουσα [αναιρεσίβλητη] Αλβανή υπήκοος με νόμιμη άδεια εργασίας στην Ελλάδα, προσλήφθηκε από την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, αορίστου χρόνου, μερικής απασχόλησης, η οποία υπογράφηκε την 20.5.2016 στην έδρα της εναγομέvης στην Αργυρούπολη Αττικής, προκειμένου να παράσχει την εργασία της ως εργάτρια-καθαρίστρια-τραπεζοκόμος.
Ειδικότερα συμφωνήθηκε η ενάγουσα να πληρώνεται σύμφωνα με την Εθνική Συλλογική σύμβαση εργασίας, όπως αυτή ίσχυε κατά την ημέρα της υπογραφής της σύμβασης, και να προσφέρει τις υπηρεσίες της, για την κάλυψη αναγκών της εναγομένης σε διάφορους τόπους εντός του νομού Αττικής, ανάλογα με τις ανάγκες της τελευταίας, κατά την αδέσμευτη κρίση των εκπροσώπων της, χωρίς η χρησιμοποίηση της εργαζόμενης στον τόπο παροχής της εργασίας που θα όριζε η εναγομένη, να θεωρείται ως βλαπτική γι' αυτή μεταβολή, με την προϋπόθεση να ενημερωνόταν προ 3 ημερών σχετικά από την εργοδότρια.
Η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορίστηκε να είναι αορίστου χρόνου, με έναρξη την 20.5.2016 και ότι θα λήγει με καταγγελία εκ μέρους οποιουδήποτε συμβαλλόμενου μέρους, με τους ειδικότερους όρους που αναφέρονται στη συνέχεια. Το ωράριο εργασίας συμφωνήθηκε να είναι 6 ώρες και 50 λεπτά ημερησίως, από 14.05 έως 20.55 από Δευτέρα έως Κυριακή, με 2 ρεπό την εβδομάδα, σύμφωνα με το πρόγραμμα.
Ρητά συμφωνήθηκε ότι η εργαζόμενη έχει δικαίωμα να πραγματοποιεί κατά το χρόνο εργασίας της δύο (2) διαλείμματα διάρκειας 15 λεπτών της ώρας έκαστο. Το ωρομίσθιο ορίστηκε στο ποσό των 3,93 ευρώ και ότι οι μηνιαίες αποδοχές της θα καταβάλλονται την τελευταία εργάσιμη ημέρα του επόμενου ημερολογιακού μήνα για την πραγματοποιηθείσα εργασία του προηγούμενου μήνα, σύμφωνα με την εργατική νομοθεσία, όπως ισχύει.
Συμφωνήθηκε επίσης ότι το σύνολο των πάσης φύσεως αμοιβών θα καταβάλλεται αποκλειστικά και μόνον στην έδρα της εργοδότριας εταιρίας. Ότι στο άνω ποσό της αμοιβής περιλαμβάνονται ο βασικός μισθός και τα κάθε είδους επιδόματα, προσαυξήσεις κλπ. που προβλέπονται από το νόμο και την Εθνική Γενική Σύμβαση Εργασίας ή τις διαιτητικές αποφάσεις.
Ότι από το ως άνω ποσό θα γίνονται οι κατά το νόμο προβλεπόμενες κρατήσεις (φόρος, ασφαλιστικές εισφορές) και πέραν από τις ως άνω αποδοχές, η εργαζόμενη ουδεμία άλλη αμοιβή θα δικαιούται για την παροχή εργασίας κατά τη διάρκεια του συμφωνημένου ωραρίου της. Ότι κατά τη διάρκεια της συμβάσεως η εργαζόμενη υποχρεώνεται να προσφέρει την εργασία της στις κατά νόμο εργάσιμες ημέρες και ώρες και κατά το ως άνω ωράριο.
Ότι ειδικότερα χωρίς να στερείται από οποιαδήποτε πρωτοβουλία για την καλύτερη και αποδοτικότερη εκτέλεση της εργασίας της, μέσα στα πλαίσια όμως της ακολουθούμενης από τον εργοδότη γενικής πολιτικής, η εργαζόμενη υποχρεώνεται να εκτελεί τα καθήκοντά της, που θα καθορίζονται και μπορεί να μεταβάλλονται με απόφαση του νομίμου εκπροσώπου της εργοδότριας, πρόθυμα και με πνεύμα απόλυτης πειθαρχίας, να δέχεται οδηγίες και να εκτελεί με επιμέλεια κάθε εντολή που της δίνεται, ευθυvόμεvη για κάθε ζημία της εργοδότριας από δική της υπαιτιότητα.
Ότι η άδεια θα χορηγείται στην εργαζόμενη σύμφωνα με τον ισχύοντα νόμο (ΑΝ 539/1945, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, άρθρο 6 ν.3144/2003 και άρθρο 6 ν.3346/2010), στον κατάλληλο χρόνο και κατόπιν συμφωνίας εργοδότριας-εργαζομένης. Ότι σε περίπτωση απρεπούς συμπεριφοράς της εργαζόμενης ή δόλιας παράβασης των συμφωνηθέντων όρων, η εργοδότρια δύναται να καταγγείλει αζημίως για την ίδια, τη μεταξύ τους ιδιωτική σύμβαση ή και να αξιώσει την πλήρη αποκατάσταση κάθε περαιτέρω ζημίας της.
Ότι η σύμβαση εργασίας θα λύεται σύμφωνα με το νόμο και θα καταβάλλεται η εκάστοτε αντιστοιχούσα νόμιμη αποζημίωση (ν.2112/1920 και ν.3198/1955), όπως οι νόμοι αυτοί συμπληρώθηκαν και τροποποιήθηκαν έκτοτε και ισχύουν. Επίσης συμφωνήθηκε ότι τροποποίηση οποιοδήποτε από τους όρους της σύμβασης εργασίας, συντελείται και αποδεικνύεται μόνο με έγγραφο, ρητώς αποκλειομένου οποιουδήποτε άλλου αποδεικτικού μέσου.
Ότι για κάθε άλλο θέμα που δεν ρυθμίζεται ειδικά από τη σύμβαση θα εφαρμόζεται η εκάστοτε ισχύουσα εργατική νομοθεσία και οι Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας ή Διαιτητικές Αποφάσεις. Ρητά συμφωνήθηκε ότι η εργαζόμενη υποχρεούται να εκτελεί την εργασία της σύμφωνα με τις ημέρες και ώρες που θα διαλαμβάνονται στα θεωρημένα μηνιαία από το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας Προγράμματα Εργασίας Προσωπικού.
Ότι οποιοδήποτε κώλυμα της εργαζόμενης οφείλει αυτή να το γνωστοποιεί εγγράφως στην εργοδότρια, προκειμένου η τελευταία να συναινέσει για την οποιαδήποτε αλλαγή. Ότι η παράβαση του όρου αυτού, που συμφωνείται ιδιαίτερα ουσιώδης, συνιστά σοβαρό λόγο καταγγελίας της σύμβασης εργασίας μόνο από την εργοδότρια, η δε εργαζόμενη θα είναι υποχρεωμένη να αποκαταστήσει κάθε ζημία που θα υποστεί η εργοδότρια , από την παράβαση αυτή (διοικητική, ποινική, αστική κλπ.).
Επίσης κατά στον όρο 18 της σύμβασης εργασίας, διαλαμβάνεται υπεύθυνη δήλωση της εργαζόμενης ότι κατά την ημέρα πρόσληψής της, η εργοδότρια, δια του νομίμου εκπροσώπου της, της παρέδωσε το ποσό των 40 ευρώ, προκειμένου να προμηθευθεί δύο ζευγάρια γάντια και κατάλληλα αντιολισθητικά υποδήματα για την παροχή της εργασίας της, ως καθαρίστρια.
Επίσης με τον ίδιο όρο, η ενάγουσα δήλωσε ότι παρέλαβε από την εργοδότριά της, φόρμα εργασίας, την οποία ήταν υποχρεωμένη να επιστρέφει μετά το πέρας της σύμβασης εργασίας, άλλως θα παρακρατείτο το ποσό των 12 ευρώ από το μισθό της κατά την εκκαθάριση. Στο τέλος της σύμβασης εργασίας, αναφερόταν ότι αυτή φέρει και το χαρακτήρα γνωστοποίησης στην εργαζόμενη των όρων εργασίας της, σύμφωνα με το π.δ. 156/1994, ότι καταρτίστηκε σε δύο όμοια πρωτότυπα, τα οποία αφού διαβάστηκαν και υπογράφτηκαν από τους συμβαλλόμενους, πήρε ο καθένας από ένα.
Η σύμβαση εργασίας που συνήφθη μεταξύ των διαδίκων, αναγγέλθηκε από τηv εναγομένη-εργοδότρια την 21.5.2016 στο Τμήμα Κοινωνικής Επιθεώρησης Γλυφάδας (βλ. σχ. τη με αρ. ΣΠ ...2016 πράξη κατάθεσης σύμβασης εργασίας μερικής απασχόλησης - πρόσληψη με σύμβαση μερικής απασχόλησης). Σημειωτέον ότι κατά την υπογραφή της ως άνω συμβάσεως εργασίας, η ενάγουσα δεν ανέγνωσε τη σύμβαση, διότι δεν της επετράπη από τη γραμματέα της εναγομένης και δεν της χορηγήθηκε αντίγραφο αυτής, παρά την αντίθετη μνεία επ' αυτής.
Επίσης δεν της χορηγήθηκε ο αναγκαίος εξοπλισμός (γάντια και φόρμα) όπως είχε προβλεφθεί. Σε εκτέλεση των όρων της άνω συμβάσεως εργασίας, η ενάγουσα παρείχε την εργασία της με συνέπεια, ευσυνειδησία και υπευθυνότητα, χωρίς να υπάρξουν παράπονα από τους προϊσταμένους της ως προς τον τρόπο άσκησης των καθηκόντων της.
Συγκεκριμένα η ενάγουσα παρέσχε υπηρεσίες καθαριότητας στο Γενικό Νοσοκομείο Αττικής "ΚΑΤ", στην Κηφισιά Αττικής, όπου η εναγομένη είχε ανακηρυχθεί ανάδοχος κατόπιν δημόσιου διαγωνισμού. Η πληρωμή της αμοιβής της ενάγουσας γίνονταν συνδυαστικά με δύο τρόπους, δηλαδή με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό της και με μετρητά, οπότε η καταβολή των χρημάτων γινόταν αποκλειστικά στην έδρα της εναγομένης.
Η ενάγουσα προκειμένου να πληρωθεί έπρεπε να υπογράφει την απόδειξη πληρωμής της αμοιβής της. Όταν προσερχόταν για την πληρωμή της, η ενάγουσα υπέγραφε έγγραφα, μεταξύ των οποίων υπήρχαν και λευκά. Η ενάγουσα ζήτησε να μάθει ποίο ήταν το περιεχόμενο των εγγράφων, που υπογράφει, και που επίτηδες κάλυπτε η γραμματέας της εναγομένης, ώστε να μη μπορεί να διαβάσει η ενάγουσα, αφήνοντας μόνον το κάτω μέρος της σελίδας ελεύθερο, όπου έπρεπε να θέσει την υπογραφή της.
Επίσης ζήτησε να της εξηγήσουν το λόγο για τον οποίο έπρεπε να υπογράψει τα λευκά έγγραφα και επίσης ζήτησε να λάβει αντίγραφα των εγγράφων που υπογράφει. Η υπάλληλος της εναγομένης, που ήταν επιφορτισμένη με την υπογραφή των άνω εγγράφων, δεν της έδωσε εξήγηση και της απαντούσε ότι δεν επιτρέπεται να λάβει αντίγραφα.
Η τακτική αυτή της εναγομένης ήταν συνήθης σε όλες τις εργαζόμενες, όπως διαπίστωσε εκ των υστέρων η ενάγουσα, μετά από συζητήσεις με άλλες συναδέλφους της (καθαρίστριες). Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι τον Αύγουστο 2016 το σωματείο εργαζομένων του ως άνω νοσοκομείου, πραγματοποίησε μια συνάντηση προς ενημέρωση των εργαζομένων σχετικά με τα εργασιακά ζητήματα που τους απασχολούσαν.
Η ενάγουσα παραβρέθηκε στην ως άνω συγκέντρωση, διότι ήταν δυσαρεστημένη από την ως άνω αντιμετώπιση της εναγομέvης και έκτοτε μετείχε ενεργά στις συναντήσεις των μελών του σωματείου και στις ενέργειές του να συμμετάσχουν σε αυτό περισσότερες καθαρίστριες, με σκοπό τη διαμαρτυρία προς την εναγομένη, για τις συνθήκες εργασίας τους και τα προβλήματα που αντιμετώπιζαν ως εργαζόμενες.
Οι προϊστάμενοι της εναγομένης, όταν πληροφορήθηκαν τη συμμετοχή της ενάγουσας στις συναντήσεις του σωματείου καθώς και για την προσπάθεια οργάνωσης διαμαρτυρίας εναντίον της εταιρίας, αρχικά προσπάθησαν να την αποτρέψουν, διαμηνύοντας σε αυτή ότι εάν συνεχιστεί η άνω δράση της, θα καταγγείλουν τη σύμβαση εργασίας της.
Παρά ταύτα η ενάγουσα εξακολούθησε τη δράση της και για το λόγο αυτό η εvαγομένη, αρχικά απομάκρυνε αυτή από τις άλλες συναδέλφους της και της ανέθεσε αποκλειστικά τον καθαρισμό άλλου χώρου του νοσοκομείου και δη των χειρουργείων του α' ορόφου. Η ενάγουσα παρά τη δυσμενή μετακίνηση, συνέχισε να παρέχει την εργασία της, όπως και προηγουμένως, με επιμέλεια.
Την 27.11.2016, όταν η ενάγουσα μετέβη στα γραφεία της έδρας της εναγομένης για να υπογράφει τα έντυπα της μισθοδοσίας της, όπως συνηθιζόταν, η αρμόδια υπάλληλος απαίτησε και πάλι να υπογράφει, έγγραφα χωρίς να γνωρίζει το περιεχόμενο τους, όπως ήταν συνήθης πρακτική, μεταξύ δε των εγγράφων αυτών ήταν και δύο λευκά, εκ των οποίων το ένα, η ενάγουσα το υπέγραψε από κεκτημένη ταχύτητα, χωρίς να αντιληφθεί ότι ήταν λευκό, ενώ αμέσως μετά αρνήθηκε να υπογράψει το δεύτερο λευκό έγγραφο.
Την 26 Δεκεμβρίου 2016 η εναγομένη, νομίμως εκπροσωπούμενη, κάλεσε την ενάγουσα, να προσέλθει στα γραφεία της. Η ενάγουσα μετέβη την επομένη 27.12.2016 όπου της ανακοινώθηκε η λήξη της σύμβασης της και ότι έπρεπε να υπογράφει τα σχετικά έγγραφα. Τότε η ενάγουσα απαίτησε να διαβάσει τα έγγραφα προς υπογραφή. Η υπάλληλος αρνήθηκε και τότε η ενάγουσα αποχώρησε χωρίς να υπογράψει.
Εν συνεχεία, η εναγομένη, την 29.12.2016 επέδωσε σε αυτή, την από 28.12.2016 εξώδικη δήλωση - κοινοποίηση λήξης σύμβασης με το εξής κρίσιμο περιεχόμενο: "...... Εξ' όσων πολύ καλά γνωρίζετε, συνδεθήκατε με την επιχείρησή μας, δυνάμει της από 27.11.2016 σύμβασης ορισμένου χρόνου, με την ιδιότητα της εργάτριας/καθαρίστριας/τραπεζοκόμου, η δε διάρκεια της σύμβασης αυτής ορίστηκε μηνιαία, ήτοι από 27.11.2016 έως 27.12.2016 και επομένως η λήξη της επήλθε με την πάροδο του συμβατικού ως άνω αναφερόμενου χρόνου και συγκεκριμένα εχθές (27.12.2016).
Ενόψει τούτου, με την παρούσα εξώδικη δήλωση-κοινοποίηση, σας γνωστοποιούμε και εγγράφως, ότι από τούδε και στο εξής, δεν υποχρεούστε να προσέρχεστε στην εργασία σας, καθόσον, δεν συνδέεστε συμβατικά με την εταιρεία μας, πλέον ... . .. ''. Μετά την ανάγνωση του άνω εξωδίκου, η ενάγουσα αντιλήφθηκε ότι η εναγομένη, εν αγνοία της, την είχε παρασύρει και της είχε αποσπάσει την υπογραφή της σε έγγραφη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, στη σύναψη της οποίας δεν είχε συναινέσει.
Ακολούθως η λήξη της ως άνω νέας σύμβασης εργασίας αναγγέλθηκε από την εργοδότρια την 28.12.2016 στο Τμήμα Κοινωνικής Επιθεώρησης Γλυφάδας (βλ. σχ. τη με αρ. ... πράξη κατάθεσης της σύμβασης εργασίας μερικής απασχόλησης). Η σύμβαση αυτή (ορισμένου χρόνου), διάρκειας ενός μηνός, και με ωράριο 6,5 ώρες ημερησίως, και ειδικότερα από 8:35 έως 13:25 ή από 07.00 έως 13:55 ή από 08:05 έως 14:55 ή από 15:05 έως 21:55 από Δευτέρα έως Κυριακή, με 2 ρεπό/εβδομαδιαίως, σύμφωνα με το πρόγραμμα, υπεγράφη από την ενάγουσα χωρίς να γνωρίζει ότι υπογράφει τέτοια σύμβαση εργασίας, αλλά θεωρώντας ότι πρόκειται για τα έγγραφα που συνήθως υπέγραφε για τη μισθοδοσία της.
Η εναγομένη, με τον τρόπο αυτό, μεθόδευσε τη λύση της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου που τη συνέδεε με την ενάγουσα, από λόγους εκδίκησης, επειδή η τελευταία διαμαρτυρήθηκε για τις συνθήκες εργασίας, και είχε απευθυνθεί στο σωματείο εργαζομένων για τη διασφάλιση των εργασιακών της δικαιωμάτων. Την 2 Ιανουαρίου του έτους 2017 η ενάγουσα προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας και κατέθεσε αίτηση με αντικείμενο τη διενέργεια εργατικής διαφοράς.
Στην αίτηση αυτή ανέφερε ότι απασχολήθηκε στην εναγομένη ως καθαρίστρια στο νοσοκομείο ΚΑΤ, από 20.5.2016 έως 27.12.2016, με ωράριο απασχόλησης από 14.00 έως 21.00 (7 ώρες) και ημερομίσθιο 23,58 ευρώ και ότι αντικείμενο της διαφοράς ήταν η καταβολή αποδοχών κατώτερων των νομίμων, η παρακώλυση της συνδικαλιστικής δράσης, η βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της λόγω συνδικαλιστικής δράστης και ο εξαναγκασμός της από την εργοδότρια σε υπογραφή εγγράφων χωρίς γνωστοποίηση του περιεχομένου τους (βλ.
το αντίγραφο της με αρ. πρωτ. ...2017 αίτησης προς το Τμήμα Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων Γλυφάδας-Δάφνης). Η εργατική διαφορά συζητήθηκε την 23.2.2017, μετά από αναβολή από 13.2.2017 και η Επιθεωρήτρια Εργασίας που επελήφθη χορήγησε στην εναγομένη 5ήμερη προθεσμία την προσκομιδή εγγράφων (προσλήψεις, συμβάσεις λύσης, εξοφλητικές αποδείξεις, βιβλίο αδειών), παράλληλα δε προέβη σε συστάσεις για επαναπρόσληψη της ενάγουσας.
Προς απόκρουση της άνω αιτήσεως, η εvαγομέvη κατέθεσε την 10.3.2017 έγγραφο υπόμνημα με συνημμένα σχετικά έγγραφα, που έλαβαν αρ. πρωτοκόλλου ...2017, ενώ η ενάγουσα, κατόπιν σχετικής ενημέρωσής της από την Επιθεωρήτρια Εργασίας, κατέθεσε υπεύθυνη δήλωση αναφορικά με τις αξιώσεις της από τη σύμβαση εργασίας, (Δώρο Χριστουγέννων 2016, αποζημίωση μη ληφθείσας αδείας, αμοιβή εργασίας τα Σάββατα και Κυριακές, δεδουλευμένες αποδοχές), αιτούμενη την ποινική δίωξη του νομίμου εκπροσώπου της εναγομέvης.
Εν τέλει δεν επιτεύχθηκε συμβιβαστική επίλυση της εργατικής διαφοράς (βλ. αντίγραφο του με αρ. ...2017 δελτίου εργατικής διαφοράς του Σώματος Επιθεωρητών Εργασίας Τμήμα Κοινωνικής Επιθεώρησης Νέας Ιωνίας). Βάσει των ανωτέρω αποδεικνύεται ότι η σύμβαση εργασίας με την οποία συνδέθηκε η ενάγουσα με την εναγομέvη, από 20.5.2016, ήταν αορίστου χρόνου και λύθηκε την 27.12.2016 [λάθος 2017] λόγω καταγγελίας από την εναγομένη.
Η ενάγουσα επιμελώς και με συνέπεια εκτελούσε τα καθήκοντα εργασίας της και συμμορφωνόταν στις οδηγίες και εντολές περί την εκτέλεση της εργασίας. Δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομέvη, είτε δια των εποπτών της, είτε δια της 3μελούς επιτροπής επίβλεψης του έργου είτε δια του νομίμου εκπροσώπου της, προέβη σε συστάσεις, παρατηρήσεις προς την ενάγουσα, όσον αφορά τον τρόπο άσκησης των καθηκόντων της.
Δεν αποδείχθηκαν οι ισχυρισμοί της εναγομένης ότι εξαιτίας της πλημμελούς εκτέλεσης της εργασίας της ενάγουσας, και προς αποφυγή αμέσου απολύσεώς της, οι διάδικοι με κοινή συμφωνία τροποποίησαν την αρχική σύμβαση από αορίστου σε ορισμένου χρόνου, ώστε να παρασχεθεί η δυνατότητα στην ενάγουσα να βρει εργασία σε άλλο εργοδότη.
Ότι η ενάγουσα μετά την πάροδο μηνός, μετέβαλε γνώμη και ζήτησε να συνεχίσει να εργάζεται στην εναγομένη, αλλά η τελευταία αρνήθηκε, και γι' αυτό αναγκάστηκε να της γνωστοποιήσει την από 28.12.2016 Εξώδικη Δήλωση-Κοινοποίηση Λήξης Σύμβασης. Ειδικότερα με τον όρο 12 της σύμβασης εργασίας προβλέπεται η λύση αυτής με καταγγελία, σύμφωνα με το νόμο, με την τήρηση της νομίμου προθεσμίας και την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης.
Δεν εξηγείται επομένως, γιατί απαιτείτο η υπογραφή νέας σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου, αφού η εναγομένη μπορούσε να προειδοποιήσει την ενάγουσα για την τήρηση των συμβατικών όρων και υποχρεώσεων και ότι σε περίπτωση μη συμμόρφωσής της θα ακολουθούσε η καταγγελία της μεταξύ των συμβάσεως. Βάσει των παραπάνω αποδειχθέντων περιστατικών, η επίδικη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου της ενάγουσας παρέμενε ενεργός μέχρι την 27.12.2016, δεδομένου ότι η νέα-τροποποιητική σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου δεν καταρτίστηκε, διότι δεν υφίστατο βούληση της ενάγουσας, οπότε η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από την εναγομένη, τηv 27.12.2016, είναι άκυρη ως καταχρηστική, διότι έγινε εξαιτίας της ως άνω δράσης της ενάγουσας σε σχέση με το σωματείο εργαζομένων του Νοσοκομείου, της απαιτήσεώς της να λαμβάνει γνώση των εγγράφων που υπογράφει, και της συνεπεία αυτών δυσαρέσκειας της διοίκησης της εναγομένης.
Εξάλλου, για την ακυρότητα της καταγγελίας δεν απαιτείται, η συνδικαλιστική δράση του εργαζόμενου να αποτελεί την αποκλειστική αιτία της απόλυσής του, αλλά αρκεί να συνετέλεσε απλώς στη λήψη της σχετικής απόφασης του εργοδότη για την καταγγελία, με την έννοια ότι χωρίς αυτή, ο εργοδότης δεν θα κατήγγειλε τη σύμβαση και μάλιστα ανεξαρτήτως του εάν από τη συνδικαλιστική δράση του εργαζόμενου προκλήθηκε ή όχι προσωπική διένεξη μεταξύ αυτού και του εργοδότη του.
Συνακόλουθα η εvαγομέvη ενέχεται έναντι της ενάγουσας στην καταβολή μισθών υπερημερίας, χωρίς να απαιτείται πραγματική προσφορά των υπηρεσιών της ενάγουσας. Υποχρεούται επομένως η εναγομένη σε καταβολή μισθών υπερημερίας, για το χρονικό διάστημα υπερημερίας από 28.12.2016 έως 28.12.2017, όπως αιτείται η ενάγουσα και εφόσον δεν προέκυψε άρση της υπερημερίας της εναγομένης, ήτοι το ποσό των 7.074,00 ευρώ (589,50 ευρώ μικτές μηνιαίες αποδοχές x 12 μήνες).
Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, ο δε περί αντιθέτου λόγος της έφεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω η εναγομένη επαναφέρει νομίμως, με τον πρώτο λόγο έφεσης, την ένσταση περί καταχρηστικής αξίωσης μισθών υπερημερίας (άρθρ. 281 ΑΚ), που είχε προβάλλει επικουρικά και παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, και με την οποία επικαλείτο τα εξής:
ότι κατά το χρονικό διάστημα υπερημερίας, η ενάγουσα, κακόβουλα και ηθελημένα δεν αναζήτησε εργασία, με σκοπό να εισπράττει τους μισθούς υπερημερίας, διότι ευχερώς θα μπορούσε να απασχοληθεί ως καθαρίστρια, λόγω της εμπειρίας της, και των ικανοτήτων της, λαμβάνοντας μηνιαίες αποδοχές ποσού 589,50 ευρώ, (που δεν υπολείπονται των αιτουμένων), καθώς σε δημόσιους φορείς, και vπδδ (Πανεπιστήμια, Νοσοκομεία κλπ), εκτελούνταν δημόσιες συμβάσεις παροχής υπηρεσιών καθαριότητας, με χιλιάδες εργαζόμενους, αλλά και πολλοί ιδιώτες ζητούν προσωπικό καθαριότητας) και αναφέρεται σε προκήρυξη διαγωνισμών για την παροχή υπηρεσιών καθαριότητας σε νπδδ (Γεωπονικό Πανεπιστήμιο, ΚΑΠΕ, ΣτΕ κλπ.) Η εν λόγω ένσταση είναι ορισμένη και νόμιμη, καθώς διαλαμβάνει όλα τα αναγκαία θεμελιωτικά κατά νόμον πραγματικά περιστατικά.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απέρριψε την άνω ένσταση ως μη νόμιμη, έσφαλε και πρέπει συνεπώς να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος έφεσης, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, να διακρατηθεί η υπόθεση, προς εξέταση της ουσίας της και να διερευνηθεί, η ουσιαστική βασιμότητα της ένστασης.
Σχετικά με την ένσταση αυτή, δεν αποδείχθηκε δόλια και κακόβουλη αποφυγή της απασχόλησης της ενάγουσας, ήτοι ότι αυτή αδικαιολόγητα και ηθελημένα δεν επεδίωξε την ανεύρεση άλλης εργασίας, την οποία μπορούσε να εξασφαλίσει, με σκοπό να εισπράττει, χωρίς να εργάζεται, τους μισθούς υπερημερίας. Το γεγονός ότι κατά το ένδικο χρονικό διάστημα εκτελούνταν δημόσιες συμβάσεις παροχής υπηρεσιών καθαριότητας, καθώς και η επίκληση από την εναγομένη προκηρύξεων δημοσίων διαγωνισμών για την παροχή υπηρεσιών καθαριότητας, δεν συνιστά προσφορά εργασίας ανάλογης ή ισότιμης με την εργασία που παρείχε η ενάγουσα και δεν αποδεικνύουν άνευ ετέρου, ότι υπήρχε ζήτηση για την ειδικότητα αυτή, και ήταν ευχερής η ανεύρεση εργασίας, την οποία κακόβουλα δεν αναζήτησε η ενάγουσα, παραμένοντας θεληματικά άνεργη.
Η σύναψη τέτοιου είδους συμβάσεων δεν οδηγεί αυτόματα σε προσλήψεις νέων εργαζομένων, αφού οι εν λόγω εταιρίες ασκούν συνεχώς την ως άνω δραστηριότητα και έχουν προσωπικό, προς εκτέλεση αυτών, και δεν αναζητούν κάθε φορά νέο προσωπικό. Εξάλλου οι διακηρύξεις διαγωνισμού για την ανάδειξη αναδόχου για τον καθαρισμό των άνω ν.π.δ.δ.
έχουν ημερομηνία 21.10.2016 (για το Γεωπονικό Πανεπιστήμιο, με ημερομηνία διενέργειας του διαγωνισμού την 4.11.2016), 19.10.2016, (για το Συμβούλιο Επικρατείας με χρόνο διενέργειας του διαγωνισμού την 4.11.2016), 18.11.2016 (για τις εγκαταστάσεις του Κ.A.Π.Ε. (Κέντρο Ανανεώσιμων Πηγών και Εξοικονόμησης Ενέργειας στο Πικέρμι Αττικής, 24.11.2016 για τις Εγκαταστάσεις τροχαίου υλικού και εξαρτημάτων της Ε.Ε.Σ.Σ.Τ.Υ.
ΑΕ - Ελληνική Εταιρία Συντήρησης Σιδηροδρομικού Τροχαίου Υλικού", δεν αποδεικνύουν τη δυνατότητα απασχόλησης της ενάγουσας κατά το επίδικο διάστημα, λαμβανομένου υπόψη του χρόνου που απαιτείται για τη διενέργεια και ολοκλήρωση τέτοιων διαγωνισμών και την εκτέλεση των συναπτόμενων συμβάσεων. Επίσης η εναγομένη προσκομίζει μετ' επικλήσεως, φωτοαντίγραφα συμβάσεων που συνήφθησαν με αναδειχθέντες αναδόχους, ήτοι:
α) την από 8.5.2017 σύμβαση μεταξύ της "..." και της εταιρίας "...", (απασχόληση για 12 εργαζόμενους), β) την από 17.7.2017 σύμβαση εργασιών καθαρισμού μεταξύ του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών - Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας και της αναδόχου εταιρίας "... Ε.Π.Ε.)", με δίμηνη διάρκεια από 1.7.2017 έως 31.8.2017, γ) την από 15.5.2017 σύμβαση μεταξύ του Νοσοκομείου Πειραιά "ΜETAΞA" και της αναδόχου εταιρίας "...", δίμηνης διάρκειας με λήξη την 15.7.2017, δ) την από 6.8.2017 σύμβαση μεταξύ του Ο.Σ.Ε Α.Ε και της αναδόχου "...
Α.Ε." με τρίμηνη διάρκεια και με λήξη την 5.11.2017., ε) η από 29.6.2017 σύμβαση της αναδόχου εταιρείας "..." για τοv καθαρισμό του κτιρίου του Αρείου Πάγου, με ετήσια διάρκεια από 1.7.2017 έως και 30.6.2018 και απασχόληση 8 εργαζομένων). Πλην όμως η προσκομιδή των ανωτέρω, χωρίς την προσκομιδή και σχετικών αγγελιών πρόσληψης προσωπικού από τις εταιρίες καθαρισμού κτιρίων, δεν αποδεικνύει την ύπαρξη θέσεων εργασίας και ότι η ενάγουσα αδιαφόρησε κακόβουλα να βρει νέα εργασία.
Τουναντίον η πρόσληψη της ενάγουσας ως καθαρίστρια, με σύμβαση μερικής απασχόλησης, από 11.9.2017 στην ατομική επιχείρηση του Έ. Α., αποδεικνύει ότι αυτή κατέβαλε προσπάθεια ανεύρεσης νέας εργασίας. Επομένως με βάση τα παραπάνω περιστατικά δεν αποδείχθηκε δόλια αποφυγή απασχόλησης της ενάγουσας και ως εκ τούτου η αξίωσή της για την λήψη αποδοχών υπερημερίας, δεν καθίσταται καταχρηστική, κατά την έννοια του άρθρου 281 του ΑΚ, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην δεύτερη νομική σκέψη.
Περαιτέρω από το προσκομιζόμενο έντυπο αναγγελίας πρόσληψης, αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα την 11.9.2017 προσλήφθηκε ως εργάτρια - καθαρίστρια γραφείων, ξενοδοχείων και άλλων χώρων στην ατομική επιχείρηση του Έ. Α., για να παρέχει την εργασία της, επί 3 ώρες ημερησίως και 15 ώρες εβδομαδιαίως, από Δευτέρα έως Παρασκευή, με ωράριο από 06:00 έως 09:00 και με ωρομίσθιο 3,93 ευρώ.
Επομένως πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει ως ουσία βάσιμη, η επικουρικά προβαλλόμενη ένσταση της εναγομένης, που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 656 εδ. β' ΑΚ, που προβλέπει την έκπτωση της ωφέλειας που αποκόμισε ο μισθωτός από την παροχή της εργασίας του σε άλλον εργοδότη κατά τη διάρκεια της υπερημερίας του εργοδότη του.".[.....] και συνεπώς το ποσό που ωφελήθηκε η ενάγουσα πρέπει να αφαιρεθεί από το ποσό που ζητεί για μισθούς υπερημερίας και επομένως η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει για μισθούς υπερημερίας το ποσό των 6189,75 ευρώ (7074,00 - 884,25). [....].
Με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενη ότι το Εφετείο κρίνοντας άκυρη την καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου της αναιρεσιβλήτου, η οποία παρέμενε ενεργός μέχρι στις 27.12.2016, παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ.2 ΑΚ, 1 του ν.2112/1920, 1 και 5 του ν.3198/1955 σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, καθ' όσον διέλαβε ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες.
Με την εν λόγω κρίση του το Μονομελές Εφετείο ουδόλως παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και υπαγωγή την προλεχθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, καθ' όσον με σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σύμφωνα με τις ανέλεγκτες παραδοχές του: α) Ότι η σύμβαση εργασίας που συνέδεε την αναιρεσίβλητη με την αναιρεσείουσα ήταν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, καταρτισθείσα στις 20.5.2016, προκειμένου η ααναιρεσίβλητη να παράσχει την εργασία της ως εργάτρια - καθαρίστρια - τραπεζοκόμος, β) ότι η εν λόγω σύμβαση αναγγέλθηκε από την αναιρεσείουσα στις 21.5.2016 στο Τμήμα Κοινωνικής Επιθεώρησης Γλυφάδας και η αναιρεσίβλητη παρέσχε υπηρεσίες καθαριότητας στο Γενικό Νοσοκομείο Αττικής "ΚΑΤ" στην Κηφισιά Αττικής, γ) ότι η αναιρεσίβλητη προκειμένου να πληρωθεί έπρεπε να υπογράφει την απόδειξη πληρωμής της αμοιβής της και επιπλέον υπέγραφε και λευκά χαρτιά και σε ερώτησή της ποίος ήταν ο λόγος υπογραφής τους δεν της δόθηκε εξήγηση, δ) ότι τον Αύγουστο του έτους 2016 η αναιρεσίβλητη παραβρέθηκε σε συνάντηση που πραγματοποίησε το σωματείο εργαζομένων του ως άνω νοσοκομείου σχετικά με εργασιακά θέματα που τους απασχολούσαν και έκτοτε μετείχε ενεργά σε παρομοίου είδους συναντήσεις και διαμαρτυρίες, ε) ότι οι προϊστάμενοι της αναιρεσίβλητης διεμήνυσαν σε αυτή, ότι αν συνεχίσει τη δράση της θα καταγγείλουν τη σύμβαση εργασίας της, τη μετακίνησαν δυσμενώς, αναθέτοντας σε αυτή αποκλειστικά τον καθαρισμό των χειρουργείων α' ορόφου, στ) ότι στις 29.12.2016 η αναιρεσείουσα επέδωσε στην αναιρεσίβλητη εξώδικη δήλωση - κοινοποίηση λήξης της μεταξύ τους σύμβασης, με την οποία της γνωστοποιούσε τη λήξη της μεταξύ τους σύμβασης, η οποία είχε μετατραπεί σε ορισμένου χρόνου και την οποία της είχε αποσπάσει την υπογραφή της και την οποία η αναιρεσείουσα ανήγγειλε στην Επιθεώρηση Εργασίας, ζ) ότι η αναιρεσίβλητη εκτελούσε με επιμέλεια και συνέπεια τα καθήκοντα εργασίας της σύμφωνα με τις οδηγίες και εντολές των προϊσταμένων της, και σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου παρέμενε ενεργός μέχρι την 27.12.2016, διότι δεν υπήρξε βούληση της αναιρεσίβλητης για κατάρτιση νέας - τροποποιητικής σύμβασης και η καταγγελία της μεταξύ τους σύμβασης εργασίας ήταν άκυρη, ως καταχρηστική, καθ' όσον ήταν αποτέλεσμα της δράσης της αναιρεσίβλητης σε σχέση με τη συμμετοχή της στο σωματείο των εργαζομένων του Νοσοκομείου, της απαίτησης της αναιρεσείουσας να λαμβάνει γνώση των εγγράφων που υπογράφει και της δυσαρέσκειας της διοίκησης της αναιρεσείουσας.
Περαιτέρω το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθ' όσον διέλαβε σε αυτή, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της ακυρότητας της καταγγελίας και απόρριψης των αντιθέτων ισχυρισμών αυτής (αναιρεσείουσας) περί νέας τροποποιητικής σύμβασης ορισμένου χρόνου, την απαιτούμενη αιτιολογία που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες δεν παραβίασε εκ πλαγίου.
Τούτο δε, διότι αναφέρονται με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα ότι στην από 27.12.2016 καταγγελία της σύμβασης εργασίας της αναιρεσίβλητης εκ μέρους της αναιρεσείουσας συνετέλεσε η προαναφερθείσα δραστηριότητα της αναιρεσίβλητης στην προάσπιση και διεκδίκηση εργασιακών, οικονομικών, ασφαλιστικών και συνδικαλιστικών δικαιωμάτων των εργαζομένων και ούτω αυτή (καταγγελία) υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Επομένως, οι περί του αντιθέτου σχετικοί δεύτερος και τρίτος κατά το οικείο σκέλος, ως άνω λόγοι από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλονται τέτοιες αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Επίσης, υπό τις αυτές ως άνω παραδοχές το Εφετείο ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, σχετικά με την επιδίκαση μισθών υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 28.12.2016 έως 28.12.2017 και [εκ παραδρομής αναγράφεται 28.12.2018, αφού από την επισκόπηση τόσο της αγωγής όσο και όλων των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει και αναγράφεται 28.12.2017, μη δημιουργουμένης καμία ασάφειας] στις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 656 και 281 ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή.
Ειδικότερα, με σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σύμφωνα με τις ανέλεγκτες παραδοχές του: α) ότι κατά το ένδικο διάστημα εκτελούνταν δημόσιες συμβάσεις παροχής υπηρεσιών καθαριότητας καθώς και η προκήρυξη δημόσιων διαγωνισμών δεν συνιστά προσφορά εργασίας ανάλογης ή ισότιμης με την εργασία που παρείχε η αναιρεσίβλητη, β) ότι η σύναψη τέτοιου είδους συμβάσεων δεν οδηγούν αυτόματα σε νέες προσλήψεις, καθ' όσον οι εν λόγω εταιρείες έχουν προσωπικό και δεν αναζητούν νέο προσωπικό και γ) δεν υπήρξε δόλια αποφυγή απασχόλησης της αναιρεσίβλητης ώστε να καθίσταται καταχρηστική η εκ μέρους της αξίωση για λήψη αποδοχών υπερημερίας.
Περαιτέρω το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθ' όσον διέλαβε σε αυτή, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της καταχρηστικής αξίωσης μισθών υπερημερίας εκ μέρους της αναιρεσίβλητης την απαιτούμενη αιτιολογία που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες δεν παραβίασε εκ πλαγίου.
Τούτο δε, διότι αναφέρονται με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα ότι δεν υπήρξε δόλια και κακόβουλη αποφυγή ανεύρεσης άλλης εργασίας εκ μέρους της αναιρεσίβλητης κατά το χρονικό διάστημα υπερημερίας της αναιρεσείουσας τα οποία να καθιστούν καταχρηστική, κατά την έννοια του άρθρου 281 του ΑΚ, την αξίωση της ακύρως απολυθείσας αναιρεσίβλητης για την λήψη από αυτή αποδοχών υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 28.12.2016 έως 28.12.2017.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου σχετικός τέταρτος λόγος κατά το οικείο σκέλος του αληθώς από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και όχι και από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται τέτοιες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη.
Κατά την έννοια αυτή ο ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έγινε η προσκόμιση και η επίκληση του κρίσιμου αποδεικτικού μέσου, πρέπει να είναι νόμιμος και να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας. Για την ίδρυση πάντως του παραπάνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη (ΟλΑΠ 2/2008).
Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνον από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 81/2022, 47/2020, 466/2019, 1349/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπ' όψη τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Π.
Τ. του Γ. και Α. Σ. του Κ.. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από τη βεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι λήφθηκαν υπ' όψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, και όλα τα έγγραφα "που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται, τα οποία το Δικαστήριο λαμβάνει υπ' όψη του, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς έμμεση απόδειξη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μερικά των οποίων μνημονεύονται στη συνέχεια και λαμβάνονται υπ' όψη στο σύνολό τους, χωρίς να παραλείπεται κανένα κατά την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, έστω και αν δεν γίνεται μνεία σε καθένα από αυτά χωριστά", σε συνδυασμό με τις πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις ή κενά αιτιολογίες που περιέχει για τη στήριξη του αποδεικτικού της πορίσματος, και της ειδικής μνείας και αναφοράς των παραπάνω ενόρκων βεβαιώσεων, δεν γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπ' όψη και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης και όλα τα φερόμενα ως αγνοηθέντα ως άνω έγγραφα.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει, ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει, ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αν από την απόφαση του δικαστηρίου προκύπτει ότι το αποδεικτικό του πόρισμα στηρίχθηκε στις αποδείξεις που με επίκληση προσκομίσθηκαν, χωρίς να απαιτείται να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα που λήφθηκαν υπόψη για την άμεση ή έμμεση απόδειξη συγκεκριμένου ισχυρισμού (ΑΠ 385/2022, 1575/2021, 96/2019, 576/2018).
Με το τελευταίο σκέλος του τέταρτου λόγου, η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενη ότι, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο από την αναιρεσίβλητη, το Εφετείο απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την ένστασή της περί καταχρηστικής λήψης εκ μέρους της [αναιρεσίβλητης] μισθών υπερημερίας.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, αφού έλαβε υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν οι διάδικοι (ένορκες καταθέσεις εξετασθέντων μαρτύρων ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ένορκες βεβαιώσεις και με επίκληση προσκομισθέντα έγγραφα), τα οποία δεν είναι ανάγκη να αξιολογεί ειδικά το καθένα από αυτά, σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο άνω αποδεικτικό πόρισμα, ότι δεν υπήρξε δόλια και κακόβουλη αποφυγή ανεύρεσης άλλης εργασίας εκ μέρους της αναιρεσίβλητης κατά το χρονικό διάστημα υπερημερίας της αναιρεσείουσας, ώστε να καθίσταται καταχρηστική, κατά την έννοια του άρθρου 281 του ΑΚ, η αξίωση της ακύρως απολυθείσας αναιρεσίβλητης για την λήψη από αυτή αποδοχών υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 28.12.2016 έως 28.12.2017.
Κατά συνέπεια, ο σχετικός λόγος είναι απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος.
Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατόπιν σχετικού αιτήματός της σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10.11.2022 και με αριθμό κατάθεσης ...2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1382/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου σε βάρος της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Δεκεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Φεβρουαρίου 2025.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ