Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to vague grounds and improper challenge to evidence evaluation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Third Instance Court of Patras decision. The appellant argued the lower court erred in disregarding criminal judgments proving a loan relationship, but the court found the appeal grounds vague and failed to specify the exact legal rule violated. Furthermore, the court determined the appellant's claims regarding the lower court's handling of evidence constituted an improper challenge to the evaluation of proof rather than a procedural violation.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576-577 of the Code of Civil Procedure; Article 559(1)(b) and 561(1) of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if its grounds are vague and fail to specify the exact legal rule violated, or if the alleged error concerns the evaluation of evidence rather than a procedural breach.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 242 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 242/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Αικατερίνη Χονδρορίζου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Α. του Π., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μπότσαρη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Π. Ο. του Α., κατοίκου ... η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/11/2016 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 752/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 46/2021 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6/7/2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ.1-3 και 577 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν, κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση, κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος ή ο ομόδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, που δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Αν όμως κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, φέρεται προς συζήτηση η υπό κρίση από 6-7-2021 (31/6-7-2021) αίτηση για αναίρεση της 46/2021 τελεσίδικης απόφασης Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, με τη σειρά του οικείου πινακίου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο (7-11-2022), η αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Όπως προκύπτει από την υπ'αριθ.2137Β/14-4-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Πατρών Κ. Κ., που προσκομίζει ο επισπεύδων τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης αναιρεσείων, ακριβές αντίγραφο της από ένδικης αίτησης αναίρεσης, με πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου περί ορισμού του Α-1 τμήματος ως αρμοδίου για την εκδίκαση αυτής, πράξη του Προέδρου του Α-1 Τμήματος περί ορισμού δικασίμου της αίτησης την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης και κλήση για συζήτηση, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα με επιμέλεια του αναιρεσείοντος στην αναιρεσίβλητη.
Συνεπώς, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, η αναιρεσίβλητη πρέπει να δικαστεί ερήμην, η συζήτηση, όμως, θα προχωρήσει σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.). Με την κρινόμενη από 6-7-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ'αριθ.46/2021 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, επί της από 1-3-2019 έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος που δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσία την έφεσή του κατά της υπ'αριθ.752/2018 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, η οποία είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 16-11-2016 αγωγή του για την επιδίκαση εύλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητάς του εξαιτίας της περιγραφόμενης στην αγωγή αδικοπραξίας της αντιδίκου του (ψευδορκία μάρτυρα).
Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ), ενώ ο αναρεσείων δεν κατέβαλε το οριζόμενο με τη διάταξη της παρ.4 του άρθρου 495 του Κ.Πολ.Δ. παράβολο για την άσκηση αυτής, λόγω της παροχής σ'αυτόν νομικής βοήθειας, κατ'άρθρο 9 του ν.3226/2004, με την υπ'αριθ.77/2022 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου.
Μετά ταύτα, η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή κατ'άρθρο 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, κατά το σχηματισμό της κρίσης του για τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά, υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11γ' του άρθρ. 559 ΚΠολΔ,, χωρίς όμως να ελέγχεται η κρίση του ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά (Ολ.Α.Π. 23/2008).
Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 1208/2019, 779/2019, 222/2008, 774/1996) προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή, νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.
ΑΠ 42/2002, ΑΠ 105/2005, 1874/2008), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο). Για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του (ΑΠ 1134/1993).
Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλ` αρκεί η γενική μνεία των κατ` είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 779/2019). Δεν απαιτείται, εξάλλου, να γίνεται παράθεση ως προς το ποία αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση ή έμμεση απόδειξη ή καθορισμός της βαρύτητας, που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή της σχέσης και της επιρροής ενός εκάστου αποδεικτικού μέσου στα προς απόδειξη θέματα, ενώ από την αναφορά ορισμένων εξ αυτών, λόγω της ιδιαίτερης σημασίας τους, δεν συνάγεται αναγκαίως ότι τα υπόλοιπα δεν εκτιμήθηκαν.
Απαιτείται, όμως, να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως ότι όλα τα νομίμως προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και συνεκτιμήθηκαν για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος (Ολ.Α.Π. 2/2008, Α.Π. 500/2019). Για την πληρότητα δε του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο εκείνο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (Α.Π.793/2015, ΑΠ 1535/1995, 567/1996).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζοντας ο αναιρεσείων ότι το Εφετείο, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη κρίσιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα προσκόμισε μετ' επικλήσεως στο εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο και δη α) την υπ'αριθ.500/2016 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Πατρών β) την απ'αριθ.2661/2017 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών, από τις οποίες αποδεικνύεται ότι η εναγομένη, στα πλαίσια αστικής δίκης αγωγής του Α.
Π. περί απόδοσης δανείου με εναγόμενο τον ίδιο, κατάθεσε ως μάρτυρας εν γνώσει της ψευδώς ότι μεταξύ αυτού και του τότε ενάγοντος καταρτίστηκε σύμβαση δανείου, και συνακόλουθα αποδεικνύεται η τέλεση του ενδίκου αδικήματος της ψευδορκίας μάρτυρα, στο οποίο θεμελιώνεται η ιστορική βάση της αγωγής του.
Όμως τόσο από τη ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε ως δικαστικά τεκμήρια, όσον και από όλο το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, στο οποίο μάλιστα το πρώτο από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα αναλύεται και σχολιάζεται εκτενώς (βλ.
φύλλο 7, οπισθία σελίδα και 8ο φύλλο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης), καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, το Εφετείο έλαβε υπόψη, συναξιολόγησε και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα ανωτέρω αναφερόμενα ως αγνοηθέντα από τον αναιρεσείοντα, ενώ, τυγχάνει αναιρετικώς ανέλεγκτη η κρίση του Εφετείου ως προς τη βαρύτητα, που προσέδωσε σε ένα έκαστο εξ αυτών, καθώς ανάγεται στην περί των πραγμάτων κρίση του.
Επομένως ο ερευνώμενος πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται, επίσης, στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ισχυριζόμενος ο αναιρεσείων ότι το Εφετείο, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, παρά το νόμο έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισε η αναιρεσίβλητη στο Εφετείο, αφού αυτά αναιρούνται από τις ανωτέρω ποινικές αποφάσεις υπ'αριθ.500/ 2016 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Πατρών και απ'αριθ.2661/2017 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης έτσι διατυπωμένος είναι απαράδεκτος, ως αόριστος, διότι δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη παρά το νόμο και οι λόγοι για τους οποίους ο νόμος δεν επιτρέπει τη λήψη τους υπόψη από το Εφετείο και ούτε η επικαλούμενη αιτίαση ότι παρά το νόμο λήφθηκαν υπόψη διότι αναιρούνται από το περιεχόμενο άλλων αποδεικτικών μέσων, των αναφερόμενων ποινικών αποφάσεων, ιδρύει τον λόγο αυτό αναιρέσεως.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 2, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αν η αγωγή ή άλλη αυτοτελής αίτηση ή ανταίτηση κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα, παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΚΠολΔ 559 αριθ. 19), δεν αρκεί να εκτίθενται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υποθέσεως, η έννοια που αποδίδει αυτός στη φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη και το συμπέρασμα του δικαστηρίου, που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει επιπλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το δικαστήριο, ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή μη της αγωγής (ή άλλης αυτοτελούς αιτήσεως ή ανταιτήσεως).
Διότι, η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως (ΚΠολΔ 578), το τελευταίο δε συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου. Επομένως, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία, προκειμένου να ελεγχθεί είτε αν η αποδιδόμενη στην απόφαση ευθεία παραβίαση ουσιαστικού νόμου οδήγησε σε σφαλερό διατακτικό, είτε αν τα πραγματικά γεγονότα που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα δε και ο έλεγχος του διατακτικού της αποφάσεως.
Εξάλλου, η αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή στο δικόγραφο της αγωγής ή της εφέσεως ή στις προτάσεις του αναιρεσείοντος (ΟλΑΠ27/1998, ΑΠ1020/2019, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 954/2008, ΑΠ 609/2008, ΑΠ 2173/2007, ΑΠ 1432/2004). Περαιτέρω για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρθμ. 19 ΚΠολΔ, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α)ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας ή της αντιφάσεως των αιτιολογιών ποιές επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, που εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεση του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, δηλ.
η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση (ΑΠ 1438/2009, 1206/2008). Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρθμ.19 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση λόγω αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών για ζήτημα που έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ισχυριζόμενος, επί λέξει ότι "η προσβαλλομένη αναφέρει ότι αν η ίδια η αντίδικός μου είχε καταβάλει τα χρήματα εξ ιδίων και όχι ο Α.
Π., η ίδια θα επεδίωκε και την ικανοποίησή της ασκώντας σχετική αγωγή, αφού από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε λόγος που να δικαιολογεί την κάλυψή της ως δανείστριάς μου από τον Α. Π.", ενώ από τις υπ'αριθ.500/2016 και 2662/2017 ποινικές αποφάσεις προκύπτουν τα αντίθετα, τα οποία έπρεπε να δεχθεί το Εφετείο και να κάνει δεκτή την αγωγή του ως βάσιμη.
Ο λόγος αυτός τυγχάνει απαράδεκτος, προεχόντως, λόγω αοριστίας του αναιρετηρίου, διότι δεν διαλαμβάνονται σ'αυτό ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε εκ πλαγίου καθώς και οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, ποιές επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει και που εντοπίζεται η αντίφαση, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση, και δεν αρκεί η έκθεση στο αναιρετήριο των κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος παραδοχών της προσβαλλομένης, ενώ, σε κάθε περίπτωση, υπό την επίφαση της ως άνω αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττεται η κρίση του εφετείου περί τα πράγματα, η οποία είναι, κατ'άρθρο 561 αρθμ.1ΚΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής είναι οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό (ΟλΑΠ 25/2003) και όχι οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς (ΟλΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, ούτε οι νομικές αναλύσεις, καθώς και τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών (ΑΠ 279/2019, ΑΠ 1079/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις ουσιώδεις ποινικές αποφάσεις και συγκεκριμένα α) την υπ'αριθ. 500/2016 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Πατρών και β) την απ'αριθ.2661/2017 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών, και τα προκύπτοντα από τις αποφάσεις αυτές πραγματικά περιστατικά, από τα οποία αποδεικνύεται η βασιμότητα της αγωγής του.
Ο υπό κρίση λόγος έτσι διατυπωμένος είναι απαράδεκτος, διότι τα επικαλούμενα από τον αναιρεσείοντα, δεν αποτελούν "πράγμα", όπως η έννοια αυτή παρατίθεται στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, αλλά αποδεικτικά μέσα-έγγραφα και το περιεχόμενό τους- καθώς και επιχειρήματα και συμπεράσματα που συνάγονται από τα έγγραφα αυτά και από την αξιολόγηση του περιεχομένου τους, και δεν θεμελιώνουν λόγους από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συνεπώς ο υπό κρίση λόγος είναι απαράδεκτος.
Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ ορίζεται ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 8/2005).
Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδ. β' του αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο απ' αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.
Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης (ΟλΑΠ 8/2005, Α.Π.1285/ 2021, Α.Π.1244/2021, Α.Π.232/2020, ΑΠ 79/2018, ΑΠ 1333/2018, ΑΠ 1512/2014, ΑΠ 87/ 2013, ΑΠ 208/2011, ΑΠ 1662/2010).
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα.
Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π.1285/2021, ΑΠ 860/2018, ΑΠ 208/2018, ΑΠ 1226/2014, ΑΠ 2146/2014, ΑΠ 574/2010, ΑΠ 737/2008, ΑΠ 1300/2006, ΑΠ 1207/2005, ΑΠ 320/2003). Στην περίπτωση δε που η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε επί της ουσίας, πρέπει να παρατίθενται και οι σχετικές παραδοχές αυτής, όπου η επικαλούμενη ως άνω παράβαση (Α.Π.1285/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.1 εδαφ.β' του Κ.Πολ.Δ. με την επίκληση ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας αφού "διαγράφει" τις ποινικές αποφάσεις υπ'αριθ. 500/2016 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Πατρών και απ'αριθ.2661/2017 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών, που προσκομίστηκαν με επίκληση, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, από τον αναιρεσείοντα, οι οποίες αναλύουν και αναφέρουν ξεκάθαρα ότι η αντίδικος έδωσε στον αναιρεσείοντα χαριστικά τα χρήματα και όχι ο Α.
Π. ως δάνειο με συνέπεια να αποδεικνύεται η βασιμότητα της αγωγής του. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης έτσι διατυπωμένος είναι απαράδεκτος, προεχόντως ως αόριστος, διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ο συγκεκριμένος κανόνας ουσιαστικού δικαίου, για την αληθινή έννοια, του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν και παραβιάστηκαν τα διδάγματα της κοινής πείρας, η έννοια που προσδόθηκε σ' αυτόν, από το Εφετείο, την οποία ο αναιρεσείων χαρακτηρίζει ως εσφαλμένη, καθώς και ο τρόπος της παραβίασής τους.
Απαράδεκτος, εξάλλου, τυγχάνει, και για το λόγο ότι τα ως άνω επικαλούμενα δεν συγκροτούν δίδαγμα της κοινής πείρας, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 1 εδ.β' ΚΠολΔ., και οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, στην αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και σε επιχειρήματα τα οποία προβάλλει ο αναιρεσείων σχετικά με την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από το δικαστήριο των αποδείξεων, την οποία ανεπίτρεπτα (αρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) στην πραγματικότητα πλήττει υπό την επίφαση του άνω λόγου αναίρεσης.
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί. Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται σε βάρος του αναιρεσείοντος για την αναιρεσίβλητη, διότι αυτή, λόγω της ερημοδικίας της, δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 6-7-2021 αίτηση αναίρεσης του Α. Α. του Π. για αναίρεση της υπ'αριθ.46/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Ιανουαρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Φεβρουαρίου 2023.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ