Supreme Court dismisses appeal against municipal hospital's property rights, ruling grounds insufficient.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the municipal hospital's appeal against the First Instance Court's judgment regarding its property rights. The hospital argued that the First Instance Court erred in applying the statute of limitations to its derivative acquisition of title, but the Court found this argument inadmissible as it did not successfully challenge the primary grounds for the lower court's decision. Consequently, the appeal was rejected, and the hospital was ordered to pay the opposing party's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 4 AN 1539/1938; Art. 1 ND 31/1968: The Supreme Court holds that appeal grounds are inadmissible if they fail to successfully challenge the primary grounds supporting the lower court's decision, or if they constitute irrelevant arguments regarding derivative title acquisition when the decision rests on primary acquisition grounds.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 237 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 237/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Παρασκευή Καλαϊτζή, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπανδρέου, Αναστασία Περιστεράκη - Εισηγήτρια, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΡΕΘΥΜΝΟΥ" που εδρεύει στο Ρέθυμνο και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κουτσουράκη που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 07-09-2020 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΩΝ, ΕΜΠΟΡΙΚΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ" και το διακριτικό τίτλο "ΑΚΕΚ Α.Ε.", που εδρεύει στο Ηράκλειο Κρήτης (Βιομαχανική Περιοχή) και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μουστάκα και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-08-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 276/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 214/2018 του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 21-11-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[Α] Σύμφωνα με το άρθρο 4 του ΑΝ 1539/1938' «περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων»:
«1. Τα επί των ακινήτων κτημάτων δικαιώματα του Δημοσίου εις ουδεμία υπόκεινται παραγραφήν.
2. Παραγραφή δικαιώματος του Δημοσίου επί ακινήτου κτήματος αρξάμενη προ της ισχύος του παρόντος νόμου, ουδεμίαν νόμιμον συνέπειαν έχει,αν αύτη δεν συνεπληρώθει μέχρι τούδε κατά τους προϊσχύσαντας νόμους».
Επίσης, κατά το άρθρο 1 του Ν.Δ. 31/1968 όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 62 του Ν. 1416/1984 και ισχύει ως άνω μετά την αντικατάστασή του με την παρ.11 άρθρ.1 Ν.2307/1995 και άρθρα 2, 3 και 4 του ίδιου ως άνω Ν.Δ. «ΟΤΑ-Εφαρμογή διατάξεων περί δημ.κτημάτων-προνομίων Δημοσίου»:
«1. Ως προς τα κτήματα των δήμων και κοινοτήτων εφαρμόζεται η νομοθεσία που ισχύει εκάστοτε για την προστασία της ακίνητης περιουσίας του Δημοσίου εκτός από τα άρθρα 8 έως 20 του α.ν. 1539/1938 (ΦΕΚ 488Α`).
2. Όπου στις διατάξεις αυτές αναφέρεται: α) Δημόσιο, β) διεύθυνση δημοσίων κτημάτων, γ) υπουργός ή Υπουργείο Οικονομικών, δ) οικονομικός έφορος ή οικονομικός υπάλληλος, ε) πρόεδρος νομικού συμβουλίου, νοείται αντίστοιχα: α) οργανισμός τοπικής αυτοδιοίκησης, β) οικονομική υπηρεσίτου οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης, γ) δήμος ή κοινότητα, δ) δήμαρχος ή πρόεδρος κοινότητας, ε) νόμιμος εκπρόσωπος των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης.
3. Αι υπό των Αστικών εν γένει Νόμων και των ουσιαστικών διατάξεων περί δικών του δημοσίου αναγνωριζόμεναι εις το ημόσιον προνομίαι ή τεθεσπισμέναι ειδικαί προστατευτικαί διατάξεις εφαρμόζονται αναλόγως και επί των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, εφ’ όσον αι τυχόν υφιστάμεναι αντίστοιχοι δια τους οργανισμούς τούτους προνομίαι εν γένει δεν είναι ευρύτεραι ή ευνοϊκώτεραι των επί του Δημοσίου ισχυουσών.
4. Πάντα τα επί των πολιτικών, ποινικών και διοικητικών υποθέσεων δικονομικά προνόμια του Δημοσίου, τα αναγνωριζόμενα υπό του Κώδικος Νόμων περί Δικών του Δημοσίου και υπό ετέρων γενικών ή ειδικών διατάξεων, εφαρμόζονται ναλόγως και επί των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, εφ’ όσον ούτοι δεν απολαύουν μέχρι τούδε ευνοϊκωτέρων και ευρυτέρων προνομίων υπό της κειμένης Νομοθεσίας».
Περαιτέρω, στο άρθρο 225 του Ν.1065/1980, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 18 του Ν. 1144/1981, και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 22 του Ν. 1270/1982 ορίζονται τα εξής: «Οι δήμοι και οι κοινότητες, τα δημοτικά και κοινοτικά ιδρύματα, και τα λοιπά δημοτικά και κοινοτικά νομικά πρόσωπα, οι σύνδεσμοι δήμων και κοινοτήτων και οι αποκλειστικά αμιγείς δημοτικές ή κοινοτικές επιχειρήσεις απαλλάσσονται από κάθε δημόσιο, δημοτικό, κοινοτικό ή λιμενικό φόρο, άμεσο ή έμμεσο, δασμό, τέλος, χαρτόσημο, δικαστικό ένσημο και εισφορά υπέρ οποιουδήποτε ταμείου, από κρατήσεις, από κάθε ταχυδρομικό τέλος και από κάθε δικαστικό τέλος στις δίκες τους. Επίσης έχουν όλες ανεξαιρέτως τις ατέλειες και τα δικαστικά, διοικητικά και δικονομικά προνόμια που παρέχονται στο δημόσιο. Δεν απαλλάσσονται από τον εισαγωγικό δασμό υπέρ του δημοσίου τα επιβατικά αυτοκίνητα που εισάγουν οι οργανισμοί αυτοί, τα καύσιμα και τα λιπαντικά».
Εξάλλου, κατά το άρθρο 272 του ΠΔ 76/1985 και του ιδίου περιεχομένου άρθρα 287 του ΠΔ 323/1989 και 276 παρ.1 του Ν. 3463/2006 «ΚΩΔΙΚΑΣ ΔΗΜΩΝ ΚΑΙ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ», με την επισήμανση της κατάργησης του άρθρου 304 του ΠΔ 410/1995 με το ν.3463/2006 «Οι δήμοι και οι κοινότητες, τα δημοτικά και κοινοτικά ιδρύματα και τα λοιπά δημοτικά και κοινοτικά νομικά πρόσωπα, οι σύνδεσμοι δήμων και κοινοτήτων, οι αποκλειστικά αμιγείς δημοτικές ή κοινοτικές επιχειρήσεις, η Κεντρική 'Ενωση Δήμων και κοινοτήτων της Ελλάδας και οι τοπικές ενώσεις δήμων και κοινοτήτων απαλλάσσονται από κάθε δημόσιο, δημοτικό, κοινοτικό ή λιμενικό φόρο, άμεσο ή έμμεσο, δασμό, τέλος, χαρτόσημο, δικαστικό ένσημο και εισφορά υπέρ οποιουδήποτε ταμείου, εισφορά υπέρ της ΕΡΤ, από κρατήσεις, από κάθε ταχυδρομικό τέλος και από κάθε δικαστικό τέλος στις δίκες τους.
Επίσης έχουν όλες ανεξαιρέτως τις ατέλειες και τα δικαστικά, διοικητικά και δικονομικά προνόμια που παρέχονται στο δημόσιο. Απαλλαγές, που προβλέπονται υπέρ του δημοσίου, από το παράβολο για άσκηση ενδίκων μέσων, όπως για την εισφορά υπέρ του ταμείου χρηματοδότησης δικαστικών κτιρίων, για το δικαστικό ένσημο αντιγράφων και για τα δικαιώματα υπέρ των έμμισθων υποθηκοφυλάκων, ισχύουν και για τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης, τα δημοτικά και κοινοτικά ιδρύματα και λοιπά νομικά πρόσωπα, τους συνδέσμους δήμων και κοινοτήτων, τις τοπικές ενώσεις και την κεντρική ένωση δήμων και κοινοτήτων της Ελλάδος.
Δεν απαλλάσσονται από τον εισαγωγικό δασμό υπέρ του δημοσίου τα επιβατικά αυτοκίνητα που εισάγουν οι οργανισμοί αυτοί, τα καύσιμα και τα λιπαντικά».
Από τις παρατεθείσες διατάξεις συνάγεται ότι επί δημοσίων κτημάτων νομέας είναι το Δημόσιο, είναι δε ανεπίδεκτα κτητικής ή αποσβεστικής παραγραφής, δηλαδή χρησικτησίας, εκτός εάν η τριακονταετής νομή της εκτάκτου χρησικτησίας είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11-09-1915, κατ’ επέκταση δε και τα ακίνητα των ΟΤΑ (Δήμων και Κοινοτήτων) είναι ανεπίδεκτα νομής ή χρησικτησίας εκ μέρους τρίτου, υπό την προϋπόθεση ότι οι Δήμοι είναι κύριοι των εξαιρουμένων της χρησικτησίας ακινήτων πραγμάτων και ο χρόνος της κτητικής παραγραφής και μάλιστα της έκτακτης χρησικτησίας δεν είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 2 Δεκεμβρίου 1968, οπότε και άρχισε να ισχύει το Ν.Δ. 31/1968.
Η ανωτέρω όμως ρύθμιση, ως ειδική και εξαιρετική, εφαρμόζεται μόνο προκειμένου περί ακινήτων του Δημοσίου, και επί ακινήτων ανηκόντων στην κυριότητα των Ο.Τ.Α. όχι όμως επί ακινήτων άλλων ΝΠΔΔ (ΑΠ 184/2018, ΑΠ 1824/2014), όπως τούτο προκύπτει εκ της αδιαστίκτου γραμματικής διατυπώσεως των άνω διατάξεων που αναφέρονται μόνο σε ακίνητα του Δημοσίου και Ο.Τ.Α., κατ’ αποκλεισμό άλλων νομικών προσώπων αλλά και εκ του γενικότερου δικαιοπολιτικού σκοπού τους.
Διασταλτική ερμηνεία των άνω ουσιαστικών διατάξεων, εις τρόπον ώστε στο ρυθμιστικό αυτών πεδίο να εμπίπτουν και τα ακίνητα ΝΠΔΔ των Ο.Τ.Α. δεν μπορεί να γίνει, διότι οι ρηθείσες διατάξεις, ως προβλέπουσες την κατάργηση εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτου δια χρησικτησίας, είναι στενώς ερμηνευτέες, μη επιτρεπόμενης της επεκτάσεως της εφαρμογής τους και σε άλλες περιπτώσεις, πλην της, σε αυτή, ρητώς και ειδικώς, μνημονευομένης, ήτοι επί της ακινήτου περιουσίας του Δημοσίου και ΟΤΑ, οι οποίες περιπτώσεις κείνται εκτός της νομοθετικής βουλήσεως.
Επίσης, δεν είναι δυνατή η ανάλογη εφαρμογή τους και επί των ακινήτων ΝΠΔΔ των Ο.Τ.Α., γιατί δεν υφίσταται σε αυτές γνήσιο κενό του νόμου, αλλά ηθελημένη υπό του νομοθέτου αρνητική ρύθμιση, υπό την έννοια, ότι επί ακινήτων του δημοσίου και ΟΤΑ και μόνο χωρεί η υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις κτητική παραγραφή.
Άλλωστε, όπου ο νομοθέτης θέλησε να επιβάλει τέτοια επέκταση, το όρισε ρητά, όπως τα ακίνητα των εκκλησιαστικών νομικών προσώπων Δημοσίου Δικαίου, που εξαιρούνται από τη χρησικτησία βάσει του άρθρου62 παρ.2 σε συνδυασμό με το άρθρο 1 παρ. 4 του άρθρου 1 παρ. 4 του Ν. 590/1977 «Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας της Ελλάδος», ενώ στα νομικά πρόσωπα των ΟΤΑ επεξέτεινε μόνο την παροχή φορολογικών απαλλαγών και ατελειών, (άρθρο 276 παρ.1 του Ν.3463/ 2006 «ΚΩΔΙΚΑΣ ΔΗΜΩΝ ΚΑΙ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ»)• και στα Πανεπιστήμια ως ΝΠΔΔ χορήγησε μόνο δικαστικά, οικονομικά και διοικητικά προνόμια.
Επίσης, στη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 6 του Ν. 1397/1983 «ΕΘΝΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΥΓΕΙΑΣ-ΕΣΥ» ορίζεται ότι:
«Τα Δημοτικά Νοσοκομεία από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού υπάγονται στις διατάξεις του Ν.Δ. 2592/1953 «Περί Νοσηλευτικών Ιδρυμάτων», σύμφωνα δε με τα άρθρα 7 και 8 του εν λόγω Ν.Δ., τα διεπόμενα από τις διατάξεις του Ν.Δ./τος τούτου νοσηλευτικά ιδρύματα, αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, απολαμβάνουν δε φορολογικών απαλλαγών, δασμολογικής ατελείας και απαλλαγών από τελών χαρτοσήμου».
Ακόμη με το Κανονιστικό Διάταγμα 24/24-01-1942 (ΦΕΚ 42/28-02-1942) το εναγόμενο υπήχθη στις διατάξεις του ΑΝ 965/1937, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 παρ.1 του οποίου τα δημόσια νοσηλευτικά ιδρύματα, διακρινόμενα από τα δημοτικά και κοινοτικά νοσηλευτικά ιδρύματα, αποτελούν πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τελούντα υπό την εποπτεία του Υπουργείου Κρατικής Υγιεινής και Αντιλήψεως.
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ` αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006).
Συνεπώς κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ’ επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης. Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).
Με τον ίδιο λόγο αναίρεσης ελέγχεται και η παράλειψη του δικαστηρίου να προβεί σε ανάλογη εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου παρά την ύπαρξη κενού στη ρύθμιση του νόμου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν κατέφυγε σε επιτρεπτή από το νόμο ανάλογη εφαρμογή του κανόνα, που ισοδυναμεί με τη μη εφαρμογή του, ενώ αντιστρόφως συνιστά εσφαλμένη εφαρμογή του κανόνα, όταν αυτός εφαρμόζεται αναλόγως, μολονότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν συνέτρεχαν οι όροι για την ανάλογη εφαρμογή του, δηλαδή ομοιότητα της αρρύθμιστης με τη ρυθμισμένη στο νόμο περίπτωση (ΟλΑΠ 2/2013).
[Β] Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) το Μονομελές Εφετείο Ανατολικής Κρήτης, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ' αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
«| Με το με αριθμό .../27-10-1928 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Ηρακλείου Εμμανουήλ Ζαχαριάδου, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του αρμοδίου τότε γραφείου Μεταγραφών ... Ηρακλείου στον τόμο … με αριθμό μεταγραφής ..., η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, ως διαχειρίστρια των ανταλλάξιμων μουσουλμανικών κτημάτων, πώλησε και μεταβίβασε στον Γ.
Τ. του Σ. κατόπιν σχετικής δημοπρασίας, δύο όμορα ανταλλάξιμα ακίνητα, κείμενα στην κτηματική περιφέρεια του χωριού Άγιος Βλάσσης της περιφέρειας Ειρηνοδικείου ... Τεμένους Νομού Ηρακλείου, στην ευρύτερη περιοχή με την ονομασία ... και συγκεκριμένα: 1) το με αριθμό ... τεμάχιο έκτασης 1.500 στρεμμάτων περίπου, το οποίο συνόρευε ανατολικά με το βοσκότοπο της κοινότητας ...
στο ..., δυτικά εν μέρει με δέτη, εν μέρει με αγροτική οδό και εν μέρει με τους ελαιώνες της ΕΑΠ, βόρεια με την οδό ... - ... και νότια εν μέρει με τους ελαιώνες της ΕΑΠ και εν μέρει με το ρέμα "...". Στο ακίνητο αυτό περιλαμβάνονταν οι εκτάσεις των θέσεων ..., ... ,...,... και ..., σύμφωνα με τον από 01-06-1928 πίνακα περιγραφής του ακινήτου, και 2) το με αριθμό ...
τεμάχιο έκτασης 500 στρεμμάτων περίπου, το οποίο συνόρευε ανατολικά με το βοσκότοπο της κοινότητας ... στο ..., δυτικά με τους ελαιώνες και τους αγρούς της ΕΑΠ, βόρεια με τους ελαιώνες της ΕΑΠ και το ρέμα "..." και νότια με το βοσκότοπο "...", στο οποίο περιλαμβάνονταν οι εκτάσεις των θέσεων ..., ..., ..., μέχρι τη θέση ...
αγρών ΕΑΠ, σύμφωνα με τον ίδιο ως άνω από 01-06-1928 πίνακα περιγραφής του ακινήτου. Και τα δύο ως άνω ακίνητα φέρονταν ως ιδιοκτησία του Σ. Π..
Στη συνέχεια, όπως αποδείχθηκε ο Γ. Τ. που απεβίωσε την 09-07-1947 κατέλειπε την από 10-11-1946 ιδιόγραφη διαθήκη του δυνάμει της οποίας εγκατέστησε κληρονόμους του στην ως άνω ακίνητη περιουσία του, κατ’ επικαρπία για χρονικό διάστημα είκοσι ετών από το θάνατό του στον ανιψιό του Μ. Π. και κατά ψιλή κυριότητα αρχικώς και μετά παρόδου της προαναφερόμενης εικοσαετίας κατά πλήρη κυριότητα στο εναγόμενο, Δημοτικό Νοσοκομείο Ρεθύμνου, προκειμένου να ιδρύσει το τελευταίο χειρουργική κλινική με την ονομασία «Κλινική Γ. Σ. Τ.». Η διαθήκη του δημοσιεύθηκε νομίμως με το με αριθμό 44/16-7-1947 πρακτικό δημοσίευσης διαθήκης του Πρωτοδικείου Ηρακλείου. Μετά την κατά τα άνω δημοσίευση, το εναγόμενο νομικό πρόσωπο προέβη σε αποδοχή της καταληφθείσας σε αυτό περιουσίας δυνάμει της με αριθμό …/3-4-1948 συμβολαιογραφικής πράξης αποδοχής κληρονομιάς του τότε Συμβολαιογράφου Ρεθύμνης Γεωργίου Λουκάκη και της με αριθμό …/28-11- 1959 συμβολαιογραφικής πράξης αποδοχής κληρονομιάς του τότε Συμβολαιογράφου Ρεθύμνης Γεωργίου Μαραγκάκη, νομίμως μεταγραφείσας στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ηρακλείου στον τόμο … με αριθμό ... στις 28-11-1959.
Το έτος 1961 το Ελληνικό Δημόσιο και ειδικότερα η Υπηρεσία Διαχείρισης Ανταλλάξιμων Μουσουλμανικών Κτημάτων (ΥΔΑΜΚ - Γραφείο ΔΑΠ Ηρακλείου), με το με αριθμό .../26- 6-1961 πρωτόκολλο κατάληψης, προέβη σε κατάληψη κτήματος, ανήκοντος στον ανταλλαγέντα Μουσουλμάνο Ν. Μ., έκτασης 400-510 περίπου στρεμμάτων, ευρισκόμενου στη θέση ...
και ... και συνορεύοντος κατά την περιγραφή του πρωτοκόλλου γύρωθεν «αρχίζει από τη θέση ... ένθα ... κάτωθεν του οποίου υπάρχει μικρά στέρνα ύδατος (όρια κτήματος ...) κλήρος Γ. Τ. να φθάσι το ρυάκι (…) να τραβήξει ρυάκι ρυάκι (-να φθάση το … τεμάχιον, να γυρίζει νοτιοδυτικά τα όρια αυτού να βρει το … τεμάχιον, …, …, …- ) να βρει τον δημόσιο δρόμο Αγ.
Βλάσση - Αγ. Σύλλα και κείθεν δρόμο να φθάσει τη … του ... και από εκεί να τραβήξει τα όρια από το … κτήματος και μέχρι τη θέση ... ένθα μικρά πηγή ύδατος να βρει ξανά τη θέση ... από όπου αρχίζει». Η ίδια περιγραφή αυτού εμπεριέχεται και στον από 29-09-1961 πίνακα περιγραφής του. Σημειώνεται ότι εκ παραδρομής αναφέρεται ως δικαιοπάροχος του με αριθμό ...
κτήματος ο "Γ. Τ.", αντί του ορθού "Γ. Τ.". Μετά την κατάληψη της ως άνω έκτασης δυνάμει του με αριθμό .../1961 πρωτοκόλλου από το Ελληνικό Δημόσιο, το εναγόμενο και ο επικαρπωτής της κληρονομιάς Γ. Τ., Μ. Π., στράφηκαν κατά του πρωτοκόλλου αυτού, καθώς και του με αριθμό .../1961 πρωτοκόλλου, διεκδικώντας την καταληφθείσα έκταση ισχυριζόμενοι ότι αυτή ανήκε στην κληρονομιά Γ.
Τ.. Η αίτησή τους αυτή απορρίφθηκε με τη με αριθμό πρωτ. .../6360/4-11-1967 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών με το αιτιολογικό ότι δεν προκύπτει κατά τρόπο σαφή και αναμφίβολο ότι τα διεκδικούμενα από τους ανωτέρω ακίνητα κείνται εντός των ορίων της έκτασης που είχε μεταβιβασθεί στον Γ. Τ.. Το εναγόμενο δεν προσέβαλε την ανωτέρω απόφαση, ούτε διεκδίκησε ενώπιον τακτικών δικαστηρίων την επίδικη έκταση (καταληφθείσα δια ...
και .../1961 πρωτοκόλλων) έως σήμερα. Το ανωτέρω, καταληφθέν δυνάμει του με αριθμό πρωτοκόλλου .../1961 κτήμα, η έκταση του οποίου περιορίστηκε στη συνέχεια σε 498.130 τμ (δυνάμει του με αριθμό …/1962 πρακτικού ΕΔΑΠ - Δ/γη Νο .../7020/1962), κατατμήθηκε σε 25 τμήματα, ήτοι στα τεμάχια με αριθμό ... και με αριθμό από ... έως ..., τα οποία και διανεμήθηκαν σε ακτή μονές.
Μεταξύ άλλων, από την καταληφθείσα με το με αριθμό πρωτ. .../1961 πρωτόκολλο, διανεμήθηκαν τα επόμενα επιμέρους κτήματα (όπως αποδεικνύεται από τις σφραγίδες περί πώλησης επί των πινάκων περιγραφής των κτημάτων), μέρος των οποίων περιήλθε εν συνεχεία στην ενάγουσα, ως ακολούθως:
α) Το με αριθμό ... ανταλλάξιμο, έκτασης 66.200 τμ, το οποίο πωλήθηκε στον Μ. Δ. Τ. δυνάμει του με αριθμό .../4-1-1972 παραχωρητηρίου, νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ηρακλείου στον τόμο ... με αρ. μεταγραφής ... στις 01-04-1972. Απ' αυτό έκταση 5.062,68 τμ (αντιστοιχούσης στο γεωτεμάχιο με αρ.
…, όπως αποτυπώνεται υπό στοιχεία 69-70-71-72-73-74-75-76-140-69 στο από Ιούνιος 2013 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Κ. Δ. που προσαρτάται στην αγωγή) περιήλθε στην ενάγουσα δυνάμει του με αριθμό .../07-11-1994 συμβολαίου του (τότε) Συμβολαιογράφου Ηρακλείου Ιωάννη - Εμμανουήλ Βαρβεράκη νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ηρακλείου στον τόμο ...
με αριθμό μεταγραφής ... από τους Α. και Ε. Τ. του Μ. και της Σ.. Σε αυτούς δε είχε περιέλθει μετά από άτυπη παραχώρηση από τον πατέρα τους Μ. Τ., ως άνω αναφερόμενο ακτήμονα. Επίσης έκταση 8.380 τμ (αντιστοιχούσης στο γεωτεμάχιο με αρ. …, όπως αποτυπώνεται υπό στοιχεία 280-298-65-66-67-68-69-140-76-280 στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα) περιήλθε στην ενάγουσα δυνάμει του με αριθμό .../1986 συμβόλαιο του (τότε) Συμβολαιογράφου Ηρακλείου Θεόφραστου Καλουτσάκη νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ηρακλείου στον τόμο ...
με αριθμό μεταγραφής ... στις 20-11-1986 από τον Ε. Ρ. του Λ.. Σε αυτόν δε είχε περιέλθει από αγορά από τον ως άνω αναφερόμενο ακτήμονα Μ. Τ. του Δ. δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1978 πωλητηρίου συμβολαίου του (τότε) Συμβολαιογράφου Ηρακλείου Γεωργίου Σμυρνάκη νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ηρακλείου στον τόμο ...
με αρ. μεταγραφής ... στις 09-03-1978.
β) Το με αριθμό ... ανταλλάξιμο, έκτασης 17.100 τμ, το οποίο πωλήθηκε επίσης στον Σ. Γ. Π. δυνάμει του με αριθμό .../22-1-1972 παραχωρητηρίου νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ηρακλείου στον τόμο ... με αρ. μεταγραφής ... . Το ανωτέρω ακίνητο, έκτασης 18.270 τμ κατά μεταγενέστερη καταμέτρηση (αντιστοιχούσης στο γεωτεμάχιο με αριθμό …, όπως αποτυπώνεται υπό στοιχεία 194-26-27-28-29-30-31-32-33-34-35- 36-37-38-39-40-41-42-43-44-45-46-47-193-190-51-52-53-54-55-56-205-201-194 στο ως άνω αναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα) περιήλθε στην ενάγουσα δυνάμει του με αριθμό .../2-3-1992 συμβόλαιο του (τότε) Συμβολαιογράφου Ηρακλείου I. Βαρβεράκη, μη μεταγραφέντος, από τον ως άνω αναφερόμενο ακτήμονα,
γ) Το με αριθμό ... ανταλλάξιμο, έκτασης 38.600 τμ, το οποίο πωλήθηκε στον Ι. Ε. Τ. δυνάμει του με αριθμό .../8-1-1972 παραχωρητηρίου νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ηρακλείου στον τόμο ... με αρ. μεταγραφής .... Εξ αυτού έκταση 31.020,16 τμ (αντιστοιχούσης στο γεωτεμάχιο με αριθμό…, όπως αποτυπώνεται υπό στοιχεία 290-291-11-12-13-14-15-16-17-18-19-20-21-22-23- 24 -25-26-194-191-192-280-76-77-290 στο ως άνω αναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα) περιήλθε στην ενάγουσα δυνάμει του με αριθμό .../1978 συμβολαίου του (τότε) Συμβολαιογράφου Ηρακλείου Θεόφραστου Καλουτσάκη νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ηρακλείου στον τόμο ... με αριθμό μεταγραφής ... στις 26-09-1978 από τον ως άνω ακτήμονα.
δ) Το με αριθμό ... ανταλλάξιμο, έκτασης 20.800 τμ, το οποίο πωλήθηκε επίσης στον Μ. Ι. Κ. δυνάμει του με αριθμό .../10-1-1972 παραχωρητηρίου, νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ηρακλείου στον τόμο ... με αρ. μεταγραφής .... Το ακίνητο αυτό, έκτασης 20.852,52 τμ κατά μεταγενέστερη καταμέτρηση (όπως αποτυπώνεται υπό στοιχεία 2-3-136-137-138-139-5-6-7-8-9-10-291-290-78-289-141- 2 στο ως άνω αναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα) περιήλθε στην ενάγουσα δυνάμει του με αριθμό .../1978 συμβολαίου του (τότε) Συμβολαιογράφου Ηρακλείου Θεόφραστου Καλουτσάκη νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ηρακλείου στον τόμο ... με αριθμό μεταγραφής ... στις 29-05-1978. Εξ αυτού, τμήμα έκτασης 4.050,30 τμ. (όπως απεικονίζεται υπό στοιχεία 136-137-138-139- 5-4-3-136 στο ως άνω τοπογραφικό) μεταβιβάστηκε από την ενάγουσα στους Α. Τ. του Μ. και Ε. Τ. του Μ. δυνάμει του με αριθμό .../1994 συμβολαίου ανταλλαγής του (τότε) συμβολαιογράφου Ηρακλείου Ιωάννη Εμμανουήλ Βαρβεράκη που έχει μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ηρακλείου στον τόμο ... με αρ. μεταγραφής ... στις 05-12-1994, απομένοντας στην ενάγουσα έκταση 16.802,22 τμ (αντιστοιχούσης στο γεωτεμάχιο με αρ. …, όπως αποτυπώνεται υπό στοιχεία 5-6-7-8-9-10-291-290- 78-289-141-2-3-4-5 στο ως άνω τοπογραφικό),
ε) Το με αριθμό ... ανταλλάξιμο, έκτασης 2.500 τμ, το οποίο πωλήθηκε επίσης στον Θ. Γ. Α. δυνάμει του με αριθμό .../21-1-1972 παραχωρητηρίου, νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ηρακλείου στον τόμο ... με αρ. μεταγραφής ... στις 18-04-1972. Το ακίνητο αυτό, έκτασης 2.338 τμ κατά μεταγενέστερη καταμέτρηση (αντιστοιχούσης στο γεωτεμάχιο με αρ. 2, όπως αποτυπώνεται υπόστοιχεία 78-79-141-289-78 στο ως άνω τοπογραφικό) περιήλθε στην ενάγουσα δυνάμει του με αριθμό .../16-02-1988 συμβολαίου του (τότε) Συμβολαιογράφου Ηρακλείου Θ. Καλουτσάκη νόμιμα μεταγεγραμμένο στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ηρακλείου στον τόμο ... με αριθμό μεταγραφής ... στις 16-02-1988, από τον Α. Β. του Ι., στον οποίο και είχε περιέλθει δυνάμει του με αριθμό .../1974 συμβολαίου αγοραπωλησίας του (τότε) Συμβολαιογράφου Ηρακλείου Αντωνίου Παρασκάκη νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ηρακλείου στον τόμο ... με αρ. μεταγραφής ... στις 21-08-1974 από τον ως άνω αναφερόμενο ακτήμονα.
στ) Το με αριθμό ... ανταλλάξιμο, έκτασης 2.400 τμ, το οποίο πωλήθηκε στον Ε. Β. Α. δυνάμει του με αριθμό .../24-1-1972 παραχωρητηρίου, νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ηρακλείου στον τόμο ... με αρ. μεταγραφής ... στις 18-04-1972. Το ακίνητο αυτό, έκτασης 2.287 τμ κατά μεταγενέστερη καταμέτρηση (αντιστοιχούσης στο γεωτεμάχιο με αρ. …, όπως αποτυπώνεται υπό στοιχεία 1-2-141-79-80-1 στο ως άνω τοπογραφικό) περιήλθε στην ενάγουσα δυνάμει του με αριθμό .../21-12-1987 συμβολαίου του (τότε) Συμβολαιογράφου Ηρακλείου Θ. Καλουτσάκη νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ηρακλείου στον τόμο ... με αριθμό μεταγραφής ... στις 25-01-1988 από τον ως άνω ακτήμονα.
ζ) Το με αριθμό ... ανταλλάξιμο, έκτασης 15.800 τμ, το οποίο πωλήθηκε στον Γ. Μ. Γ. δυνάμει του με αριθμό .../5-1-1972 παραχωρητηρίου, νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ηρακλείου στον τόμο ... με αρ. μεταγραφής ... στις 03-04-1972. Το ακίνητο αυτό έκτασης 14.965,71 τμ κατά μεταγενέστερη καταμέτρηση (αντιστοιχούσης στο γεωτεμάχιο με αρ. …, όπως αποτυπώνεται υπό στοιχεία 280-192-205-56-57-58-59-60-61-62-299-63-64-298-280 στο ως άνω τοπογραφικό) περιήλθε στην ενάγουσα δυνάμει του με αριθμό .../1985 συμβολαίου του (τότε) Συμβολαιογράφου Ηρακλείου Θεόφραστου Καλουτσάκη νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ηρακλείου στον τόμο ... με αριθμό μεταγραφής ... στις 23-01-1985 από τον ως άνω ακτήμονα.
η) Τα με αριθμό ... και ... ανταλλάξιμα, έκτασης 9.800 τμ και 1.800 τμ αντίστοιχα, τα οποία πωλήθηκαν στον Α. Γ. Π. ή Π. δυνάμει του με αριθμό .../1972 παραχωρητηρίου νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ηρακλείου στον τόμο ... με αρ. μεταγραφής ... στις 18-04-1972. Τα ανωτέρω ακίνητα (αντιστοιχούντων στα γεωτεμάχια με αρ. … και … αντίστοιχα, όπως αποτυπώνονται υπό στοιχεία 192-191-194-201-205-192 και 50-190-193-47-48-49-50 αντίστοιχα στο ως άνω τοπογραφικό) περιήλθαν στην ενάγουσα δυνάμει του με αριθμό .../2004 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Ηρακλείου Ιωάννη Μαναβάκη νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ηρακλείου στον τόμο ... με αριθμό μεταγραφής ... στις 12-05-2004, από τον ως άνω ακτήμονα. Λόγω δε της μη προσάρτησης στο ανωτέρω συμβόλαιο αποσπάσματος του κτηματολογικού διαγράμματος των ανωτέρω ακινήτων, το ως άνω συμβόλαιο επαναλήφθηκε με το με αριθμό .../2013 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Ηρακλείου Ιωάννη Μαναβάκη, καταχωρούμενο στα κτηματολογικά φύλλα με τη διαδικασία του άρθρου 7α Ν 2664/1998.
Στις ανωτέρω αποκτηθείσες εκτάσεις, συνολικού εμβαδού κατά τη νεώτερη καταμέτρηση 107.649,94 τμ,όπως αυτές αποτυπώνονται ως ενιαίο ακίνητο υπό στοιχεία 1-2-3-4-5-6-7-8-9-10-11-12-13-14-15-16-17- 18-19-20-21-22-23-24-25-26-27-28-29-30-31-32-33-34-35-36-37- 38-39-40-41-42-43-44-45-46-47-48-49-50-51-52-53-54-55-56-57- 58-59-60-61-62-63-64-298-65-66-67-68-69-70-71-72-73-74-75- 76-77-78-79-80-1 στο με χρονολογία Ιούνιος 2013 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Κ.
Δ., η ενάγουσα έχει διαμορφώσει την επαγγελματική της βάση, δραστηριοποιούμενη στον τομέα της πλινθοκεραμοποιίας και της παραγωγής δομικών υλικών από το 1946 (αρ. δημ. Τ.Α.Ε.& ΕΠΕ 192/1946). Ειδικότερα, από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 διατηρεί στην ανωτέρω έκταση που απέκτησε τμηματικά λατομείο αργιλοχώματος για την απόληψη της πρώτης ύλης (χώματος).
Το όλο ακίνητο είναι περιφραγμένο και σημασμένο ως εργοτάξιο και για τον επί του ακίνητου κείμενο λατομικό χώρο εκτάσεως 48.142 τμ έχει εκδοθεί από την Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ηρακλείου η με αριθμό 21065/13-9-1980 "άδεια εκμετάλλευσης λατομείου μαργών - αργίλου πλινθοκεραμοποιίας της ΑΚΕΚ Α.Ε. διάρκειας 25 ετών στην θέση ...
Δ. Δ. ...". Πριν από την λήξη της άδειας και προς ανανέωση αυτής, υποβλήθηκε νέα μελέτη περιβαλλοντικών όρων, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό πρωτοκόλλου 2064/08-09-2004 "απόφαση ανανέωσης περιβαλλοντικών όρων του λατομείου αργίλου της εταιρείας Α.Κ.Ε.Κ. Α.Ε. στη θέση ..." και ακολούθως η με αριθμό πρωτοκόλλου 2077/26-10-2004 απόφαση του Νομάρχη Ηρακλείου, ανανέωσης της διάρκειας ισχύος της αρχικής αδείας για δεκαπέντε έτη, ήτοι έως τις 26-10-2019.
Κατά την κτηματογράφηση της περιοχής η ενάγουσα δεν υπέβαλε δήλωση ιδιοκτησίας, διότι είχε την εσφαλμένη αντίληψη ότι η επίδικη περιοχή δεν εντάσσεται στα όρια της κτηματογράφησης. Έλαβε γνώση δε της προσβαλλόμενης εγγραφής το Μάρτιο του έτους 2013 στο πλαίσιο διοικητικής διαδικασίας για την χωρικής επέκταση της λατομικής της ζώνης.
Από την άλλη πλευρά, το εναγόμενο νομικό πρόσωπο, υπέβαλλε την από 02-06-1999 δήλωση ιδιοκτησίας, συνυποβάλλοντας τους τίτλους κτήσης του (το με αριθμό .../27-10-1928 συμβόλαιο, τίτλο κτήσης δικαιοπαρόχου του, το με αριθμό 44/16-7-1947 πρακτικό δημοσίευσης διαθήκης του Πρωτοδικείου Ηρακλείου και τη με αριθμό 25411/28-11-1959 συμβολαιογραφική πράξη αποδοχής κληρονομιάς) για έκταση 1.484 στρεμμάτων, καθώς και την ως άνω αναφερθείσα με αριθμό πρωτ. .../6360/4-11 -1967 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, αποδεχόμενο κατ' ουσίαν αυτήν, με την ειδικότερη ρητή παρατήρησή του επί της δηλώσεως ιδιοκτησίας ότι "συνάπτεται η .../6360/4-11-1967 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών δια της οποίας η κυριότητα του κληροδοτήματος Γ.
Τ. περιορίζεται από τα 2.000 στρέμματα στα 1.484 στρέμματα". Μάλιστα μαζί με αντίγραφο της με αριθμό .../6360/4-11-1967 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών, κατατέθηκε από το εναγόμενο στο Κτηματολόγιο και "κατάσταση με στοιχεία για την ακίνητη περιουσία που απέμεινε από εκποιήσεις, καταλήψεις κλπ" σύμφωνα με την οποία η μεταβιβασθείσα αρχικώς στον Γ.
Τ. έκταση, διαμορφώθηκε ως ακολούθως:
Βάσει του με αριθμό .../1928 συμβολαίου μεταβίβασης, η μεταβιβασθείσα προσδιορίζεται σε 2.000 περίπου στρέμματα. Η αυτή έκταση καταμετρηθείσα το έτος 1963 από τον τοπογράφο μηχανικό Δ. Ρ., προσδιορίζεται σε 2.196 στρέμματα (βλ. το από Ιούνιος 1963 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Δ. Ρ.), ενώ κατά την τοπογραφική αποτύπωση συνεργείου του Υπουργείου Γεωργίας προσδιορίζεται σε 2.178 στρέμματα.
Εξ αυτών, αφαιρούμενης της έκτασης που καταλήφθηκε με τα με αριθμό ... και .../1961 πρωτόκολλα, ήτοι 524 και 188 στρέμματα αντίστοιχα, απέμεινε υπόλοιπο 1.484 στρεμμάτων, επί του οποίου το έτος 1963, οπότε έγινε η τοπογραφική αποτύπωση από τον Δ. Ρ., καταγράφηκαν να κατέχουν σχεδόν συνολικά 212 μεμονωμένες οικογένειες.
Ακολούθως υποβλήθηκε δήλωση ιδιοκτησίας για τα εναπομείναντα 1.484 στρέμματα. Η κτηματολογική υπηρεσία, κατά την κτηματογράφηση της περιοχής, βασιζόμενη στα στοιχεία που είχε, ήτοι στα κτηματολογικά διαγράμματα των εκάστοτε διανομών, αξιολογώντας τα κατά χρονολογική σειρά σε συνδυασμό με τις υποβληθείσες δηλώσεις ιδιοκτησίας, κατέγραψε το επίδικο ακίνητο ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, έκτασης 116.955 τμ, με αριθμό ΚΑΕΚ γεωτεμαχίου .../0/0 και δικαιούχο το εναγόμενο κατά ποσοστό 100%.
Η κτηματολογική αυτή εγγραφή, ωστόσο, είναι ανακριβής διότι κατά το χρόνο της κτηματογράφησης της περιοχής στο πλαίσιο του ισχύοντος Ν. 2664/1998 και δη κατά το χρόνο των πρώτων κτηματολογικών εγγραφών (02-12-2010), το εναγόμενο νομικό πρόσωπο είχε απολέσει το δικαίωμα κυριότητας επί του επιδίκου. Σημειώνεται παρενθετικά, εν προκειμένω, ότι δεν δημιουργείται αμφιβολία ως προς την ταύτιση μέρους της αρχικής ακίνητης περιουσίας του Γ.Τ.
με το επίδικο, καθόσον όπως προαναφέρθηκε, ήδη με την κτηματογράφηση της περιοχής από την Υπηρεσία του Κτηματολογίου έγινε αποτύπωση των προϋπαρχόντων κτηματολογικών διαγραμμάτων. Ειδικότερα, το εναγόμενο νομικό πρόσωπο έχοντας λάβει γνώση της κατάληψης του επίδικου ακινήτου με αριθμό .../1961 πρωτοκόλλου, προσέφυγε στη Διοίκηση, κατ’ άρθρο 3 παρ. 2 ΒΔ της 24/31-10-1940, αιτούμενο να αναγνωριστεί κύριο των καταληφθεισών, δια των με αριθμούς ...
και .../1961 πρωτοκόλλων, εκτάσεων, αίτημα που απορρίφθηκε με την προαναφερόμενη με αριθμό .../6360/4.11.1967 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών. Εν συνεχεία, από την κοινοποίηση σε αυτό της απορριπτικής απόφασης, που έλαβε χώρα την 24-11-1967 (προς τον αρμόδιο τοπογράφο Μ. Α. όπως αποδεικνύεται από το αντίγραφο της απόφασης), δεν άσκησε τακτική αγωγή ενώπιων των τακτικών δικαστηρίων εντός τη προθεσμίας του ενός έτους σύμφωνα με το άρθρο 6 ΒΔ 29-09-1939, που συντελούσε στη διατήρηση του εμπράγματος δικαιώματος του εναγομένου, αλλά ούτε και μέχρι σήμερα, αποδεχόμενο σιωπηρά την άνω απόφαση, με συνέπεια να απολύσει την κυριότητά του επί των άνω επιδίκων τμημάτων, καθώς εν τω μεταξύ η ίδια έπαψε να νέμεται και να κατέχει αυτά με διάνοια κυρίου δια των εκπροσώπων της, σε αντίθεση με τους δικαιοπαρόχους της ενάγουσας αρχικά, στους οποίους αυτά περιήλθαν με νόμιμους τίτλους και την ίδια αργότερα, που έκτοτε άρχισαν να νέμονται αυτά με τα προσόντα της τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας, όπως παρακάτω αναφέρεται.
Και ναι μεν η παραμέληση εκ μέρους του εναγομένου της αποσβεστικής προθεσμίας του ενός έτους που έτασσε το άρθρο 3 του από 24-10-1940 Β.Δ/τος για την διεκδίκηση του δικαιώματος της κυριότητάς του προσφεύγοντας ενώπιον των τακτικών δικαστηρίων από της κοινοποιήσεως σε αυτό της ρηθείσας απορριπτικής απόφασης, που έλαβε χώρα την 24-11-1967 δεν επέφερε ως κύρωση την απώλεια των εμπραγμάτων δικαιωμάτων του επί των καταληφθέντων κτημάτων από την ΥΔΑΜΚ, καθόσον σύμφωνα με όσα στο οικείο μέρος της νομικής σκέψης η σχετική κύρωση της αξίωσης για διεκδίκηση των δικαιωμάτων του επί του άνω ακινήτου είναι ανίσχυρη, γιατί θεσπίστηκε χωρίς νομοθετική εξουσιοδότηση του Α.Ν. 1909/1939, πλην όμως η ίδια έκτοτε αποδεχόμενη την ως άνω απορριπτική απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, αποξενώθηκε από το καταληφθέν από το Ελληνικό Δημόσιό ακίνητο, χωρίς έκτοτε να ενεργήσει καμιά πράξη νομής επ' αυτού.
Ακολούθως μετά την έκδοση των ένδικων παραχωρητηρίων, από το Ελληνικό Δημόσιο και άμα τη εκποιήσει των επιμέρους ανταλλάξιμων κτημάτων που απαρτίζουν το επίδικο, αυτά ήταν δεκτικά έκτοτε χρησικτησίας.
Σημειώνεται ότι δεκτικά χρησικτησίας ήταν και έναντι του εναγομένου καθόσον αποδείχθηκε ότι αυτό φέρει το χαρακτήρα νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, με αυτοτελή νομική προσωπικότητα και περιουσία σαφώς διακριτή από αυτή του Δήμου Ρεθύμνης. Ειδικότερα, το εναγόμενο νομικό πρόσωπο ιδρύθηκε δυνάμει του Ν. 423/1902 περί των Δημοτικών Νοσοκομείων, εγκριθέντος του κανονισμού εσωτερικής λειτουργίας του με το με αριθμό 123/27- 5-1902 διάταγμα δημοσιευθέντος στο τεύχος πρώτον της Επίσημης Εφημερίδος της Κρητικής Πολιτείας.
Σύμφωνα με το άρθρο 1 του Ν. 423/1902 σκοπός των δημοτικών νοσοκομείων ήταν η νοσηλεία ασθενών εν γένει, των μεν πτωχών δωρεάν, των δε ευπορών επί μέτριας αμοιβής, οι πόροι του δε προέρχονται από τα δημοτικά έσοδα (ψηφισάντων υπέρ του νοσοκομείου από τα δημοτικά συμβούλια), από τον δημόσιο προϋπολογισμό για τα Νοσοκομεία και από τακτικές και έκτακτες συνδρομές, ήτοι νοσήλια, δωρεές και κληροδοτήματα.
Το νοσοκομεία αυτά διοικούνταν από πενταμελές συμβούλιο (το αποκαλούμενο "Αδελφάτο") με πρόεδρο υποχρεωτικά το Δήμαρχο της πόλης, δύο ιατρούς και δύο ευυπόληπτους πολίτες της πόλης, εκλεγέντων από τους Δημοτικούς Συμβούλους, ενώ χρέη γραμματέα εκτελούσε γραμματέας του Δήμου και χρέη ταμία ο ταμίας του Δήμου.
Ακολούθως, με το Α.Ν. 965/1937 περί οργανώσεων των Δημοσίων Νοσηλευτικών και Υγειονομικών Ιδρυμάτων προβλέφθηκε ότι τα δημόσια νοσηλευτικά ιδρύματα, διακρινόμενα από τα δημοτικά και κοινοτικά λειτουργούντα νοσηλευτικά ιδρύματα, αποτελούν πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τελούντα υπό την εποπτεία του Υπουργείου Κρατικής Υγιεινής και Αντιλήψεως (άρθρο 1 και άρθρο 2 παρ. 1 Α.Ν. 965/1937).
Στο ρυθμιστικό πεδίο του νόμου αυτού μπορούσαν να ενταχθούν δια διατάγματος με πρόταση του υπουργικού συμβουλίου και τα νοσηλευτικά ιδρύματα που ανήκαν σε δήμους ή κοινότητες εφόσον το ζητούσαν με απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου και υπό την προϋπόθεση ότι οι δήμοι ή οι κοινότητες θα συνέχιζαν την τακτική επιχορήγησή τους.
Με το Κανονιστικό Διάταγμα 24/24-1-1942 (ΦΕΚ Α 42/28- 2-1942) το εναγόμενο νομικό πρόσωπο υπήχθη στις διατάξεις του ως άνω νόμου (α.ν.965/1937). Παρά την υπαγωγή του στον ως άνω νόμο, σύμφωνα με την με αριθμό 639/9-6-1955 γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (αρ.πρωτ.865/66), δεν έπαυσε η ιδιότητα του εναγομένου ως δημοτικού νοσοκομείου, ούτε αλλοιώθηκε η φύση αυτού, απλώς επήλθε μεταβολή στον τρόπο οργάνωσης και διοίκησης αυτού, ο οποίος μεταβλήθηκε εκ νέου με την εφαρμογή του άρθρου 44 του Ν.Δ. 1467/1942 περί των δημοτικών και κοινοτικών αγαθοεργών ιδρυμάτων, οι διατάξεις του οποίου κρίθηκε δις από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους ότι τυχαίνουν εφαρμογής και επί του συγκεκριμένου νομικού προσώπου (βλ. 639/9-6-1955 γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους όπου αναφέρεται ότι ορθώς κρίθηκε η υπαγωγή του εναγομένου νομικού προσώπου στο πεδίο εφαρμογής του Ν.Δ. 1476/1942 με την με αριθμό 6340/20806 της 10-4-1943 προηγούμενης γνωμοδότησής του, η οποία δεν προσκομίζεται).
Σύμφωνα δε με το ρυθμιστικό πλαίσιο αυτό (Ν.Δ. 1467/1942), τα δημοτικά ιδρύματα αποτελούν νομικά πρόσωπα και διοικούνται από επταμελές "Αδελφάτο", με πρόεδρο τον Δήμαρχο ή τον Πρόεδρο της Κοινότητας όπου βρίσκεται το ίδρυμα, τέσσερα μέλη εκλεγμένα από το οικείο δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο και δύο μέλη διορισμένα από το Γενικό Διοικητή ή το Νομάρχη, υπό τις ειδικότερες προϋποθέσεις που προβλέπονταν.
Όμοια ρύθμιση αναφορικά με τη διοίκηση των δημοτικών ή κοινοτικών ιδρυμάτων επαναλήφθηκε στον Ν. 1065/1980 (τέως Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, άρθρα 126-133), καθώς και στα επόμενα αντίστοιχα νομοθετήματα (ΠΔ 76/1985, ΠΔ 323/1989 και ΠΔ 410/1995), όπου όμως εγκαταλείφθηκε ο όρος "Αδελφάτο" αντικαθιστάμενος από το σύγχρονο όρο "διοικητικό συμβούλιο" (164 παρ. 5 ΠΔ 76/1985, 175 παρ. 5 ΠΔ 323/1989 και 191 παρ. 5 ΠΔ 410/1995).
Ο τρόπος δε σύστασης και διοίκησης των δημοτικών και κοινοτικών ιδρυμάτων ρυθμίστηκε εκ νέου με τον ισχύοντα ακόμα Κώδικα περί Δήμων και Κοινοτήτων (άρθρα 226 επ. Ν. 3463/2006), προβλεπομένου ρητώς ότι αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου. Υπό αυτό το πλαίσιο ορίστηκε με τη με αριθμό 539/2011 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Ρεθύμνης ενδεκαμελές διοικητικό συμβούλιο του εναγομένου, απαρτιζόμενο από τον δημοτικό σύμβουλο Ε.
Λ., ως Πρόεδρο, έξι άλλα μέλη του δημοτικού συμβουλίου και τέσσερεις δημότες του Ρεθύμνου. Ακολούθως, συνάγεται ότι το εναγόμενο αποτελεί σήμερα υφιστάμενο αυτοτελές νομικό πρόσωπο και δη νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, ειδικότερα δε δημοτικό ίδρυμα. Σημειώνεται ωστόσο ότι το εναγόμενο, πέραν της σύστασης και λειτουργίας του γραφειοκρατικά, ουδέποτε απέκτησε πραγματική οντότητα, ουδέποτε δηλαδή δημιουργήθηκε εν τοις πράγμασι δημοτικό νοσοκομείο παρέχον ιατρικές και νοσηλευτικές υπηρεσίες, παρά υπήρξε μόνο δωρεοδόχο σημαντικών δωρεών προς επίτευξη κοινωφελών σκοπών (όπως την κληρονομιά Γ.
Τ.), για αυτό εξάλλου και μεταλλάχθηκε ήδη από τη δεκαετία του 1940 σε ιδρυματικής μορφής νομικό πρόσωπο. Η περιουσία του εναγομένου είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη της περιουσίας του Δήμου Ρεθύμνης, ως οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης, την οποία ο Δήμος Ρεθύμνης δεν δύναται να διαχειρίζεται και να αξιοποιεί ιδία βουλήσει αλλά απαιτείται προς τούτο σχετική άδεια δικαστηρίου προκειμένου να κριθεί εάν ο κοινωφελής σκοπός προς τον οποίο διατέθηκε ιδιωτική περιουσία είναι εφικτός ή μη.
Στο πλαίσιο αυτό ο Δήμος Ρεθύμνης έχει αιτηθεί από το Εφετείο Αθηνών (κατά τις διατάξεις του προϊσχύοντος καθεστώτος των άρθρων 2 και 3 παρ. 1 Ν. 455/1976 ισχύον καθεστώς Ν. 4182/2013 "Κώδικα κοινωφελών περιουσιών-σχολάζουσων κληρονομιών") την διάθεση της κινητής και ακίνητης περιουσίας του κληροδοτήματος Γ. Τ. ποικιλοτρόπως, αίτημα που άλλοτε έγινε δεκτό και άλλοτε όχι.
Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι η ακίνητη περιουσία του εναγομένου, ως διαφορετική οντότητα, δεν τυχαίνει της ίδιας προστασίας με αυτήν του Δήμου Ρεθύμνης, ήτοι είναι δεκτική χρησικτησίας σύμφωνα και με τη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε. Επομένως το επίδικο ακίνητο, άμα τη εκποιήσει του αρχικού επιμέρους ανταλλάξιμου κτήματος, αλλά και έναντι του εναγόμενου νομικού προσώπου, δεδομένης της αυτοτελούς αυτού νομικής προσωπικότητας και περιουσία σαφώς διακριτής από αυτή του Δήμου Ρεθύμνης, ήταν δεκτικό χρησικτησίας.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την ίδια κατά τα ουσιώδη στοιχεία αιτιολογία, κατέληξε στην ίδια κρίση ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ρηθείσες διατάξεις και τις αποδείξεις εκτίμησε και όσα αντίθετα υποστηρίζει το εκκαλούν με το σχετικό (δεύτερο) λόγο εφέσεως ότι δηλαδή το επίδικο ως περιουσία που ανήκει σε δημοτικό νομικό πρόσωπο δεν είναι δεκτικό χρησικτησίας είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Ακολούθως, κτήση της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου και με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι με τα προσόντα της έκτακτης ή της τακτικής χρησικτησίας επί ενός εκάστου των επιμέρους τμημάτων αυτού επήλθε, σε κάθε περίπτωση, είτε στο πρόσωπο της ενάγουσας, είτε στο πρόσωπο των δικαιοπαρόχων αυτής, καθόσον από την παραχώρησή τους από το Ελληνικό Δημόσιο, ήτοι από το έτος 1972 και εφεξής, φυσική εξουσίαση των επιμέρους τμημάτων του επιδίκου είχαν οι αποκτηθέντες αυτά ακτήμονες και ακολούθως η ενάγουσα, και όχι το εναγόμενο νομικό πρόσωπο.
Ειδικότερα:
1) Αναφορικά με την αποκτηθείσα έκταση 5.062,38 τμ (γεωτεμάχιο με αρ. …, όπως αποτυπώνεται υπό στοιχεία 69-70-71-72-73-74-75-76-140-69 στο από Ιούνιος 2013 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Κ. Δ.), προερχόμενης εκ του με αριθμό ... ανταλλάξιμου κτήματος, οι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας, Α. και Ε. Τ. του Μ., είχαν καταστεί κύριοι αυτής με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, νεμόμενοι την ως άνω έκταση συνεχώς και αδιαλείπτως με διάνοια κυρίου, ασκώντας επί αυτής όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση της πράξεις νομής, ήτοι επιβλέποντας και οριοθετώντας την, από το έτος 1972, οπότε τους παραχωρήθηκε ατύπως από τον αρχικό δικαιοπάροχο ακτήμονα πατέρα τους Μ. Δ. Τ..
2) Αναφορικά με την αποκτηθείσα έκταση 8.380 τμ (γεωτεμάχιο με αρ. …, όπως αποτυπώνεται υπό στοιχεία 280-298-65-66-67-68-69-140-76-280 στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα), προερχόμενης εκ του αριθμό ... ανταλλάξιμου κτήματος, η ενάγουσα κατέστη κυρία αυτής και με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας, καθόσον νέμεται και κατέχει την ως άνω έκταση με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, ασκώντας επί αυτής όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση της πράξεις νομής, ήτοι χρησιμοποιώντας την για την επαγγελματική της δραστηριότητα, από το έτος 1994, οπότε την απέκτησε δυνάμει νομίμου τίτλου, ήτοι του με αριθμό .../1986 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του (τότε) Συμβολαιογράφου Ηρακλείου Θεόφραστου Καλουτσάκη νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ηρακλείου στον τόμο ... με αριθμό μεταγραφής ....
3) Αναφορικά με την αποκτηθείσα έκταση 18.270 τμ (γεωτεμάχιο με αριθμό …, όπως αποτυπώνεται υπό στοιχεία 194-26-27-28-29-30-31 -32-33-34-35-36-37-38-39-40-41 - 42-43-44-45-46-47-193-190-51 -52-53-54-55-56-205-201-194 στο ως άνω αναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα), προερχόμενης εκ του με αριθμό ... ανταλλάξιμου κτήματος, τόσο ο δικαιοπάροχος της ενάγουσας όσο και η ενάγουσα, κατέστην κύριοι αυτής και με τα προσόντα τόσο της τακτικής όσο και της έκτακτης χρησικτησίας, καθόσον ο μεν δικαιοπάροχός της με διάνοια κυρίου, ασκώντας επί αυτής όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση της πράξεις νομής, ήτοι επιβλέποντας και οριοθετώντας την, από το έτος 1972 έως το έτος 1992, οπότε τη μεταβίβασε στην ενάγουσα δυνάμει του με αριθμό .../2-3-1992 συμβολαίου του (τότε) Συμβολαιογράφου Ηρακλείου I.
Βαρβεράκη (μη μεταγραφέντος), η δε ενάγουσα από το έτος 1992 και εφεξής, νεμόμενη αυτή με διάνοια κυρίου και καλή πίστη δυνάμει του προαναφερόμενου τίτλου, ασκώντας δε επί αυτής όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση της πράξεις νομής, ήτοι χρησιμοποιώντας την για την επαγγελματική της δραστηριότητα. Δεδομένης δε της κτήσης κυριότητας της ενάγουσας επί της ως άνω επίδικης έκτασης με τα προσόντα της έκτακτης και τακτικής χρησικτησίας κατά το χρόνο των πρώτων κτηματολογικών εγγραφών, αλλά και της κτήσης του ακινήτου λόγω αγορά παρά κυρίου, είναι δυνατή, κατ' αναλογική εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 3 παρ.
β Ν. 2664/1998, η καταχώρηση, ως τίτλου κτήσης αυτής, του με αριθμό .../2-3-1992 συμβολαίου του (τότε) Συμβολαιογράφου Ηρακλείου I. Βαρβεράκη.
4) Αναφορικά με την αποκτηθείσα έκταση 31.020,16 τμ (γεωτεμάχιο με αριθμό …, όπως αποτυπώνεται υπό στοιχεία 290-291-11-12-13-14-15-16-17-18-19- 20-21-22-23-24 -25-26-194-191-192-280-76-77-290 στο ως άνω αναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα), προερχόμενης εκ του με αριθμό ... ανταλλάξιμου κτήματος, η ενάγουσα κατέστη κυρία αυτής και με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, καθόσον νέμεται και κατέχει την ως άνω έκταση με διάνοια κυρίου, ασκώντας επί αυτής όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση της πράξεις νομής, ήτοι χρησιμοποιώντας την για την επαγγελματική της δραστηριότητα, από το έτος 1978, οπότε την απέκτησε δυνάμει του με αριθμό .../1978 συμβολαίου του (τότε) Συμβολαιογράφου Ηρακλείου Θεόφραστου Καλουτσάκη, νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ηρακλείου στον τόμο ... με αριθμό μεταγραφής ....
5) Αναφορικά με την αποκτηθείσα έκταση 16.802,22 τμ (γεωτεμάχιο με αρ. …, όπως αποτυπώνεται υπό στοιχεία 5-6-7-8-9-10-291-290- 78-289-141-2-3-4-5 στο ως άνω τοπογραφικό), προερχόμενης εκ του με αριθμό ... ανταλλάξιμου κτήματος, η ενάγουσα κατέστη κυρία αυτής και με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, καθόσον νέμεται και κατέχει την ως άνω έκταση με διάνοια κυρίου, ασκώντας επί αυτής όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση της πράξεις νομής, ήτοι χρησιμοποιώντας την για την επαγγελματική της δραστηριότητα, από το έτος 1978, οπότε την απέκτησε δυνάμει του με αριθμό .../1978 συμβολαίου του (τότε) Συμβολαιογράφου Ηρακλείου Θεόφραστου Καλουτσάκη, νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ηρακλείου στον τόμο ... με αριθμό μεταγραφής ....
6) Αναφορικά με την αποκτηθείσα έκταση 2.338 τμ (γεωτεμάχιο με αρ. …, όπως αποτυπώνεται υπό στοιχεία 78-79-141-289-78 στο ως άνω τοπογραφικό), προερχόμενης εκ του με αριθμό ... ανταλλάξιμου κτήματος, η ενάγουσα κατέστη κυρία αυτής και με τα προσόντα τόσο της έκτακτης όσο και της τακτικής χρησικτησίας, καθόσον νέμεται και κατέχει την ως άνω έκταση με διάνοια κυρίου, ασκώντας επί αυτής όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση της πράξεις νομής, ήτοι χρησιμοποιώντας την για την επαγγελματική της δραστηριότητα, από το έτος 1988, οπότε της μεταβιβάστηκε δυνάμει του με αριθμό .../16-02-1988 συμβολαίου του (τότε) Συμβολαιογράφου Ηρακλείου Θ. Καλουτσάκη νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ηρακλείου στον τόμο ... με αριθμό μεταγραφής ... .
7) Αναφορικά με την αποκτηθείσα έκταση 2.287 τμ (γεωτεμάχιο με αρ. …, όπως αποτυπώνεται υπό στοιχεία 1-2-141-79-80-1 στο ως άνω τοπογραφικό), προερχόμενης εκ του με αριθμό ... ανταλλάξιμου κτήματος, η ενάγουσα κατέστη κυρία αυτής και με τα προσόντα τόσο της έκτακτης όσο και της τακτικής χρησικτησίας, καθόσον νέμεται και κατέχει την ως άνω έκταση με διάνοια κυρίου, ασκώντας επί αυτής όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση της πράξεις νομής, ήτοι χρησιμοποιώντας την για την επαγγελματική της δραστηριότητα, από το έτος 1987, οπότε της μεταβιβάστηκε δυνάμει του με αριθμό .../21-12-1987 συμβολαίου του (τότε) Συμβολαιογράφου Ηρακλείου Θ. Καλουτσάκη νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ηρακλείου στον τόμο ... με αριθμό μεταγραφής ....
8) Αναφορικά με την αποκτηθείσα έκταση 14.965,71 τμ (γεωτεμάχιο με αρ. …, όπως αποτυπώνεται υπό στοιχεία 280-192-205-56-57-58-59-60-61-62-299-63-64-298- 280 στο ως άνω τοπογραφικό) προερχόμενης εκ του με αριθμό ... ανταλλαξίμου κτήματος η ενάγουσα κατέστη κυρία αυτής με τα προσόντα τόσο της έκτακτης όσο και της τακτικής χρησικτησίας, καθόσον νέμεται και κατέχει την ως άνω έκταση με διάνοια κυρίου, ασκώντας επί αυτής όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση της πράξεις νομής, ήτοι χρησιμοποιώντας την για την επαγγελματική της δραστηριότητα, από το έτος 1985, οπότε της μεταβιβάστηκε δυνάμει του με αριθμό .../1985 συμβολαίου του (τότε) Συμβολαιογράφου Ηρακλείου Θεόφραστου Καλουτσάκη νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ηρακλείου στον τόμο ... με αριθμό μεταγραφής ... .
9) Αναφορικά με την αποκτηθείσα έκταση 9.800 τμ (γεωτεμάχιο με αρ. …, όπως αποτυπώνεται υπό στοιχεία 192-191-194-201-205-192 στο ως άνω τοπογραφικό), προερχόμενης εκ του με αριθμό ... ανταλλάξιμου κτήματος, ο δικαιοπάροχος της ενάγουσας Α. Γ. Π. ή Π. είχε καταστεί κύριος αυτής και με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, καθόσον νεμόταν την ως άνω έκταση με διάνοια κυρίου, ασκώντας επί αυτής όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση της πράξεις νομής, ήτοι επιβλέποντας και οριοθετώντας την, από το έτος 1972, οπότε την απέκτησε δυνάμει του με αριθμό .../1972 παραχωρητηρίου έως το έτος 2004 οπότε τη μεταβίβασε στην ενάγουσα.
10) Αναφορικά με την αποκτηθείσα έκταση 1.800 τμ (γεωτεμάχιο με αρ. …, όπως αποτυπώνεται υπό στοιχεία 50-190-193-47-48-49-50 στο ως άνω τοπογραφικό), προερχόμενης εκ του με αριθμό ... ανταλλάξιμου κτήματος, ο δικαιοπάροχος της ενάγουσας Α. Γ. Π. ή Π. είχε καταστεί κύριος αυτής και με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, καθόσον νεμόταν την ως άνω έκταση με διάνοια κυρίου, ασκώντας επί αυτής όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση της πράξεις νομής, ήτοι επιβλέποντας και οριοθετώντας την, από το έτος 1972, οπότε την απέκτησε δυνάμει του με αριθμό .../1972 παραχωρητηρίου έως το έτος 2004 οπότε τη μεταβίβασε στην ενάγουσα, όπως ορθά έκρινε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
Σημειώνεται εδώ ότι απορριπτέος τυγχάνει ο σχετικός (τρίτος) λόγος εφέσεως με τον οποίο το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι παρά το νόμο η εκκαλουμένη απόφαση έκρινε ότι η ενάγουσα έχει αποκτήσει την κυριότητά της τόσο με τακτική , όσο και με έκτακτη χρησικτησία για τα υπ' αριθμ. 1,2,8, 10, 6,4 και 5 τεμάχια, καθώς τέτοιο τίτλο κτήσης γι αυτά δεν επικαλέστηκε με την αγωγή της, καθώς από την επισκόπηση του δικογράφου της προκύπτει ότι γίνεται επίκληση ως τρόπων κτήσεως της κυριότητάς της ενάγουσας επί των ως άνω τμημάτων που απαρτίζουν στο σύνολό τους το επίδικο ακίνητο των 107.649,94 τ.μ.
τόσο η τακτική όσο και η έκτακτη χρησικτησία καθώς στο δικόγραφό της αναφέρεται αυτολεξεί «αποκλειστικός νόμιμος, κύριος, νομέας και κάτοχος της επίδικης έκτασης είναι η εταιρεία μας, η οποία εκμεταλλεύεται το ακίνητο αυτό αδιάλειπτα από την ημερομηνία κτήσης εκάστοτε τμήματος αυτού (που αναφέρονται παρακάτω) για τις ανάγκες της σε πρώτες ύλες , όπως και οι δικαιοπάροχοί μας, οι οποίοι τα εκμεταλλεύονταν ως αγροτικά και τα είχαν αποκτήσει με παραχωρητήρια από το Ελληνικό Δημόσιο.
Συνεπώς και εμείς και οι δικαιοπάροχοί μας ασκούσαμε και ασκούμε διανοία κυρίου όλες εκείνες τις κατοχικές πράξεις που αρμόζουν στο δικαίωμα κυριότητας και νομής (μηδέποτε εναντιωθέντων τρίτων εις αυτά), συνεχώς και αδιαλείπτως, με νόμιμο τίτλο και καλή πίστη».
Συνεπώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια και αναγνώρισε την ενάγουσα κυρίου του επιδίκου ακινήτου και διέταξε τη διόρθωση των ανακριβών πρώτων εγγραφών στο κτηματολογικό βιβλίο του Κτηματολογικού Γραφείου Ηρακλείου, ώστε να αποτυπωθεί το επίδικο ακίνητο ως αυτοτελές, στο οποίο θα αποδοθεί νέος αριθμός ΚΑΕΚ, με αποκλειστικό δικαιούχο την ενάγουσα κατά ποσοστό 100% και τίτλους κτήσης τους στο διατακτικό της αναφερόμενους, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό του εναγομένου- εκκαλούντος περί ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου, έστω και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία (δεχόμενο ότι το περί διεκδικήσεως του επιδίκου ακινήτου, δικαιώματος του εναγομένου έχει ήδη αποσβεσθεί, λόγω μη ασκήσεως εντός έτους από της κοινοποιήσεως σε αυτό της απορριπτικής ως άνω απόφασης του Υπουργού Οικονομικών αγωγής ενώπιον των τακτικών δικαστηρίων, σύμφωνα με το άρθρο 6 Β.Δ. 29-9-1939), η οποία αντικαθίσταται με την παρούσα, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και όσα αντίθετα υποστηρίζει το εκκαλούν με τον σχετικό λόγο εφέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος έφεσης προς έρευνα ,πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη έφεση στο σύνολό της|».
Από τις άνω παραδοχές προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Ανατολικής Κρήτης έκρινε με την προσβαλλόμενη 214/2018 απόφασή του ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία κατέστη κυρία του επίδικου ακινήτου έκτασης 107.649,94 τμ που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια Αγίου Σύλλα Ηρακλείου με παράγωγο τρόπο, δυνάμει των αναφερομένων συμβολαιογραφικών πράξεων νομίμως μεταγραμμένων, που έλαβαν χώρα κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1978 έως και 2004 από αληθείς κυρίους, οι οποίοι κατέστησαν κύριοι αυτού με τα αναφερόμενα παραχωρητήρια νόμιμα μεταγραμμένα, που έλαβαν χώρα το έτος 1972, μετά την κατάληψη του επίδικου δυνάμει του .../1961 πρωτοκόλλου από το Ελληνικό Δημόσιο και την κατάτμησή του σε 25 τμήματα και οι οποίοι έκτοτε (1972) το χρησιδέσποσαν δηλαδή για πάνω από είκοσι έτη, απορρίπτοντας ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την προβληθείσα από το εναγόμενο -εκκαλούν ΝΠΔΔ με την επωνυμία «ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΡΕΘΥΜΝΟΥ» ένσταση ότι τούτο (το επίδικο) είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας και επικυρώνοντας την εκκαλουμένη απόφαση.
Ειδικότερα, δέχθηκε το Εφετείο ότι μετά την απόρριψη της προσφυγής του αναιρεσείοντος κατά του .../1961 πρωτοκόλλου του Ελληνικού Δημοσίου δυνάμει της .../6360/4-11-1967 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών , που του κοινοποιήθηκε στις 24-11-1967, το αναιρεσείον δεν άσκησε αγωγή μέχρι σήμερον, αποδεχόμενο την άνω απόφαση, ενώ παράλληλα έπαψε να νέμεται και να κατέχει διανοία κυρίου το επίδικο σε αντίθεση με τους δικαιοπάροχους της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης αρχικά στους οποίους αυτά περιήλθαν με νόμιμους τίτλους και την ίδια αργότερα, που έκτοτε άρχισαν να νέμονται αυτά με τα προσόντα της τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του, δεν παραβίασε ευθέως, τις αναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων, 4παρ 1 του 1539/1938, 1 παρ. 1, 3 και 4 παρ.1 του ν.δ.31/1968, 225 του ν.1065/1980, 22 του Ν.1270/1982, 272 του π.δ.76/1985, 287 του π.δ.323/1989 και 276 παρ.1 του ν.3463/2006, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, τούτο δε διότι, κατά τα αναφερόμενα στην μείζονα πρόταση το αναιρεσείον ΝΠΔΔ δεν τυγχάνει της προστασίας που προβλέπεται για τα δημόσια κτήματα και τους ΟΤΑ, και συνεπώς αντιτάσσεται χρησικτησία έναντι αυτού (αναιρεσείοντος). Επομένως ο περί του αντιθέτου και από τη διάταξη του αριθμών 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Από το συνδυασμό των άρθρων 369, 1033, 1192, 1194, 1198ΑΚ, προκύπτει ότι για την απόκτηση κυριότητας ακινήτου με παράγωγο τρόπο απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που αποκτά, ότι μετατίθεται σε αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει επίσης ότι μεταξύ των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με σύμβαση είναι ότι ο μεταβιβάσας είναι κύριος του ακινήτου που μεταβιβάστηκε.
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Ελλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του Κανόνα Ουσιαστικού Δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου Κανόνα Δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου Κανόνα Ουσιαστικού Δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά Νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο Κανόνα Ουσιαστικού Δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).
Περαιτέρω, τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του Νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του Δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το Δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 708/2017)
Τέλος, στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με τους λόγους της αναίρεσης πλήττεται η μια μόνον από αυτές, οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους της αναίρεσης πλήττονται όλες οι αιτιολογίες , αλλά η προσβολή της μιας από αυτές δεν τελεσφορεί (ΟλΑΠ 25/2003).
Με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου το αναιρεσείον μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για τις πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 1033ΑΚ. Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι ενώ το Εφετείο δέχθηκε ότι η απώλεια της αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 3παρ 1βδ της 24/31-10-1940 δεν επέφερε ως κύρωση την απώλεια των εμπραγμάτων δικαιωμάτων του επί του επιδίκου ακινήτου, στη συνέχεια δέχεται ότι η αναιρεσίβλητη απέκτησε την κυριότητα αυτού με παράγωγο τρόπο από αληθείς κυρίους καθώς και ότι οι δικαιοπάροχοί της είχαν αποκτήσει στην κυριότητα αυτού ομοίως με παράγωγο τρόπο δυνάμει παραχωρητηρίων, νόμιμα μεταγραμμένων, ερμηνευόντας και εφαρμόζοντας έτσι εσφαλμένα τη άνω διάταξη του ουσιαστικού δικαίου και στερώντας την απόφαση νομίμου βάσεως.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης με τον οποίο πλήττονται οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με τον παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας της αναιρεσίβλητης και των δικαιοπαρόχων της στο επίδικο ακίνητο είναι αλυσιτελής διότι δεν πλήττει επιτυχώς τις επάλληλες αιτιολογίες της απόφασης ως προς την κτήση κυριότητας της αναιρεσίβλητης με πρωτότυπο τρόπο δηλαδή τακτική και έκτακτη χρησικτησία που στηρίζουν αυτοτελώς το διατακτικό της.
Κατόπιν τούτων, και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος λόγος η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί το αναιρεσείον ΝΠΔΔ ,λόγω της ήττας του, (αρθρ. 176, και 183 παρ.1 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου και βάσιμου αιτήματός της, τα οποία, όμως, θα καταλογισθούν μειωμένα κατ' άρθρα 276παρ. 1 και 281 παρ. 2 του Ν. 3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων", όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-11-2019 αίτηση του ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟΥ ΚΡΗΤΗΣ για αναίρεση της 214/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Δεκεμβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 26 Φεβρουαρίου 2021.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ