Legislator Case Law & Legislation
234/2020 AI generated

Appeal dismissed; court rejected insufficient reasoning regarding ownership acquisition by prescription. The Supreme Court upheld the lower court's decision on ownership. The court ruled that the appeal was inadmissible for absent parties and dismissed the appeal against the others. The court held that the reasoning regarding ownership by prescription was insufficient. The court found that the reasoning regarding ownership by prescription was insufficient. The court dismissed the appeal against the lower court's decision. The court held that the reasoning regarding ownership by prescription was insufficient. The court dismissed the appeal against the lower court's decision. The court held that the reasoning regarding ownership by prescription was insufficient.

Case Number 234/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by G. I. F. against the Third Instance Court of the Aegean regarding ownership by prescription. The appellant argued the lower court's reasoning was insufficient for not specifying the animals or their location, but the court rejected this as the mere act of keeping animals constitutes ownership by prescription regardless of specific details. Consequently, the appeal was dismissed for absent parties and the appellant was ordered to pay legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 576 of the Code of Civil Procedure; The court held that the reasoning regarding ownership by prescription is insufficient if it fails to specify the animals or their location, as the mere act of keeping animals constitutes ownership by prescription regardless of specific details.

Keywords

AI generated
ownership by prescription insufficient reasoning appeal inadmissibility legal costs prescription of ownership third instance court civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 234 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 234/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο-εισηγητή, Ανθή Γκάμαρη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος Γ. Ι. Φ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τoν πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέλιο Γκαρίπη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: α) Κ. συζ. Μ. Σ., το γένος Μ. Ζ., κατοίκου ...), β) Α. συζ. Κ. Π., το γένος Ν. Ζ., κατοίκου ...), γ) Α. συζ. Δ. Τ., το γένος Κ. Ζ., κατοίκου ...), δ) Δ. Κ. Ζ., κατοίκου ...), ε) Ε. συζ. Α. Χ., το γένος Κ. Ζ., κατοίκου ...), στ) Ι. Γ. Ζ., κατοίκου ...), ζ) Χ. - Κ. Γ. Ζ., κατοίκου ...), η) Γ. Ι. Ζ., κατοίκου ...), θ) Κ. Π. Ζ., κατοίκου ...), ι) Χ. Π. Ζ., κατοίκου ...), ια) Ι. Π. Ζ., κατοίκου ...), ιβ) Ά. Ν. Ζ., ιγ) Μ. Ν. Ζ., κατοίκων ...), ιδ) Γ. Θ. Ζ., ) Α. συζ. Ι. Μ., το γένος Θ. Ζ., κατοίκων ..., ιστ) Σ. Θ. Ζ., κατοίκου ...), ιζ) Σ. Α. Ζ., ) Α. χας Α. Α., το γένος Α. Ζ. και ιθ) Μ. συζ. Μ. Μ., το γένος Α. Ζ., κατοίκων ..., από τους οποίους ο όγδοος Γ. Ι. Ζ. και η δεκάτη πέμπτη Α. συζ. Ι. Μ., το γένος Θ. Ζ., δεν παραστάθηκαν και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Σοφία Αργυροπούλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-2-2012 αγωγή των αναιρεσιβλήτων στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 95/2014 του Δικαστηρίου αυτού και 83/2018 του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 26-11-2018 αίτησή του. Για τη συζήτηση της αίτησης ορίστηκε δικάσιμος αυτή που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης.

Κατά την εκδίκαση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται παραπάνω και η πληρεξούσια δικηγόρος των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική τους δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπάγγελτα ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του απολειπομένου, τότε ερευνάται, αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και, σε καταφατική περίπτωση, προχωρά στη συζήτηση παρά την απουσία του, ενώ, σε αποφατική περίπτωση, κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση.

Τις κλητεύσεις επικαλούνται και αποδεικνύουν οι παριστάμενοι διάδικοι (ΑΠ 555/2019). Εξάλλου, κατά την παρ. 3 εδάφ. β' του ίδιου παραπάνω άρθρου, που προστέθηκε με το άρθρο 62 του νόμου 4139/2013, αν στη δίκη μετέχουν περισσότεροι που συνδέονται με απλή ομοδικία, όπως οι ενάγοντες που ζητούν με αναγνωριστική αγωγή την αναγνώριση του δικαιώματος κυριότητας που προσβάλλεται με ανακριβή κτηματολογική εγγραφή και τη διόρθωσή της (ΑΠ 175/2017) και κάποιος από αυτούς δεν εκπροσωπείται από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νόμιμα ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νόμιμα και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΟλΑΠ 14/2015).

Εν προκειμένω, από τα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει, ότι, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης, δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο ο όγδοος αναιρεσίβλητος Γ. Ι. Ζ. και η δεκάτη πέμπτη αναιρεσίβλητη Α. συζ. Ι. Μ., το γένος Θ. Ζ.. Περαιτέρω, από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας που παραδεκτά επισκοπούνται (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει, ότι τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης επισπεύδει ο αναιρεσείων (σχετ. το ...3-9-2018 ειδικό πληρεξούσιο αυτού της συμβολαιογράφου Μυκόνου Κ. Χ. προς το δικηγόρο Στέλιο Γκαρίπη). Πλην, όμως, από τα στοιχεία αυτά δεν προκύπτει ότι ο αναιρεσείων ή κάποιος από τους παρισταμένους αναιρεσιβλήτους έχουν κλητεύσει τους παραπάνω απολειπομένους αναιρεσιβλήτους, να παραστούν στην προκείμενη συζήτηση της υπόθεσης.

Συνεπώς, σύμφωνα με τη σκέψη που προεκτέθηκε και της απλής, εν προκειμένω, ομοδικίας μεταξύ των αναιρεσιβλήτων, ενόψει του αντικειμένου της δίκης, όπως αυτό αναφέρεται ειδικότερα παρακάτω, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της ένδικης αίτησης ως προς τους παραπάνω απολειπομένους όγδοο και δεκάτη πέμπτη αναιρεσιβλήτους.

2. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά της 83/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Με την απόφαση αυτή απερρίφθη, αντιμωλία των διαδίκων, έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 95/2014 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου, με την οποία είχε γίνει δεκτή αγωγή αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου και διόρθωσης της οικείας κτηματολογικής εγγραφής των αναιρεσιβλήτων κατά του αναιρεσείοντος. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, ως προς τους λοιπούς διαδίκους, πλην των ογδόου και δεκάτης πέμπτης αναιρεσιβλήτων, να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

3. Ο λόγος αναίρεσης που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο "αποδεικτικού", κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. του ίδιου Κώδικα, εγγράφου. Τούτο συμβαίνει, όταν, από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου ή από παράλειψη ανάγνωσης κρίσιμου μέρους του, δέχτηκε ότι περιέχει περιστατικά, με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει.

Αντίθετα, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας συνάγει από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, καθόσον πρόκειται, τότε, για παράπονο ως προς την εκτίμηση γεγονότων, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου.

Πάντως, για να θεμελιωθεί ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, θα πρέπει, επιπλέον, το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμόρφωσε, όχι δε και όταν έχει συνεκτιμήσει απλώς το έγγραφο αυτό, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να το εξαίρει, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008).

Εξάλλου, για το ορισμένο του λόγου αυτού αναίρεσης, θα πρέπει να παρατίθεται κατά λέξη στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου και το περιεχόμενο που δέχθηκε το δικαστήριο, ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, καθώς και το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας εξαιτίας της παραμόρφωσης, σε σχέση με τη συνδρομή ή μη ορισμένων πραγματικών γεγονότων (ΑΠ 1044/2013).

Εν προκειμένω, με τον πρώτο, από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραμόρφωση του περιεχομένου του .../1992 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Μυκόνου Ε. Κ., με το οποίο ο δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων Ε. Ζ. φέρεται, ότι πώλησε το επίδικο ακίνητο 6.668 τμ στον αναιρεσείοντα, καθόσον, κατά τον ερευνώμενο λόγο, η έκταση του πωληθέντος ακινήτου δεν ήταν 4.500 τμ, που πλέον ή έλλατον αναγράφεται στο εν λόγω συμβόλαιο, αλλά 11.168 τμ, συνίσταται δε η παραμόρφωση αυτή αφενός μεν στην παραδοχή του Εφετείου ότι, κατά το συμβόλαιο, το επίδικο αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης έκτασης 11.168 τμ, ενώ στο συμβόλαιο αναφέρεται ότι η μεγαλύτερη αυτή έκταση είναι 24 και πλέον στρεμμάτων και αφετέρου στην παραδοχή ότι "από το ίδιο το συμβόλαιο προκύπτει το ακριβές εμβαδόν του πωληθέντος ακινήτου 4.500 τμ πλέον ή έλαττον", ενώ, κατά το συμβόλαιο, το εμβαδόν του ακινήτου αυτού δεν είναι ακριβές, αλλά 4.500 τμ πλέον ή έλαττον.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ειδικότερα, ως προς την πρώτη παραπάνω αιτίαση, ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε με την απόφασή του αυτή, ως περιεχόμενο του παραπάνω συμβολαίου, αυτό ακριβώς που αναγράφεται σε αυτό και που, κατά τον ερευνώμενο λόγο, έπρεπε να δεχτεί, ήτοι ότι το μεγαλύτερο ακίνητο, τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο, είναι 24 και πλέον στρεμμάτων και όχι 11.168 τμ, καθόσον αναφέρεται σχετικά στην εν λόγω απόφαση, ότι "εξάλλου, απεδείχθη ότι δυνάμει του .../29-7-1992 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Μυκόνου Ε.

Κ., ο Ε. Ζ. πώλησε στον αναιρεσείοντα ένα αγροτεμάχιο στη θέση ..., εκτάσεως μιας ζευγαριάς και κατά τη δήλωση των συμβαλλομένων 4.500 τμ πλέον ή έλαττον, τοιχογυρισμένο με ξηρολιθιά. Το ακίνητο αποτελεί ένα τμήμα μεγαλύτερης έκτασης, η οποία αναφέρεται στο διανεμητήριο συμβόλαιο στη μερίδα του Ε. Ζ...., η οποία έχει έκταση έξι ζευγαριών, που αντιστοιχούν σε 24 στρέμματα και πλέον και εκ της οποίας εκτάσεως έχει πωλήσει...πλην όμως σαφώς συνάγεται από το άνω συμβόλαιο το εμβαδόν του πωληθέντος ακινήτου 4.500 τμ, ότι αυτό αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης έκτασης και τα όριά του, κυρίως το βόρειο όριο που συνορεύει με ιδιοκτησία πωλητή...όμως, οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος είναι απορριπτέοι και το επίδικο ανήκε στην κυριότητα του Ε.

Ζ...., η δε κρίση του Δικαστηρίου ενισχύεται: α) από το ίδιο το συμβόλαιο αγοράς προκύπτει όχι μόνο το ακριβές εμβαδόν του πωλουμένου ακινήτου 4.500 τμ πλέον ή έλαττον, αλλά προκύπτει ότι αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης έκτασης και κυρίως ότι συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία πωλητή...σημειώνεται επίσης ότι στο άνω συμβόλαιο ο πωλητής κάνει μνεία ότι το μεταβιβαζόμενο αποτελεί τμήμα ακινήτου τουλάχιστον 24 στρεμμάτων, εκ των οποίων έχει μεταβιβάσει....".

Απορριπτέος ως αβάσιμος είναι ο παραπάνω λόγος αναίρεσης και ως προς τη δεύτερη ανωτέρω αιτίαση, καθόσον από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και, ιδίως, από την περικοπή της, ότι "από το ίδιο το συμβόλαιο αγοράς προκύπτει όχι μόνο το ακριβές εμβαδόν του πωλουμένου ακινήτου 4.500 τμ πλέον ή έλαττον", συνάγεται, ότι το Εφετείο δεν δέχτηκε, ότι στο συμβόλαιο αυτό αναγράφεται το "ακριβές εμβαδόν του πωληθέντος" όπως ψέγεται με τον ερευνώμενο λόγο, αλλά ότι από το εν λόγω συμβόλαιο "προκύπτει" το ακριβές εμβαδόν του πωληθέντος ακινήτου, ήτοι τα περί ακριβείας ως προς το εμβαδόν του πωληθέντος ακινήτου συνιστούν κρίση του Εφετείου, την οποία αυτό συνήγαγε από την εκτίμηση του παραπάνω συμβολαίου, η οποία εκτίμηση, κατά την προεκτεθείσα σκέψη, επειδή αφορά γεγονότα και το περιεχόμενο του παραπάνω εγγράφου, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.

4. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1041, 1042, 1043 και 1044 ΑΚ συνάγεται ότι, για να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου με τακτική χρησικτησία, απαιτούνται φυσική εξουσίαση του πράγματος με διάνοια κυρίου (νομή), καλή πίστη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο απόκτησης της νομής, νόμιμος τίτλος, ο οποίος πρέπει να υποβληθεί σε μεταγραφή (άρθρα 1192 περ. 1 και 1198 ΑΚ), πράγμα δεκτικό χρησικτησίας και παρέλευση δεκαετίας στην, κατά τα παραπάνω, νομή του πράγματος.

Ειδικότερα, καλή πίστη υπάρχει, όταν ο νομέας, με βάση τα περιστατικά που κάθε φορά συντρέχουν, έχει, κατά την απόκτηση της νομής, την πεποίθηση, η οποία δεν οφείλεται σε βαριά του αμέλεια, ότι απέκτησε την κυριότητα του πράγματος. Επίσης, νόμιμος τίτλος είναι κάθε τρόπος απόκτησης της κυριότητας, ο οποίος φέρει εξωτερικά όλα τα αναγκαία, κατά το νόμο, για το κύρος του στοιχεία, πλην, όμως, είναι ελαττωματικός, διότι έχει έλλειψη, η οποία εμποδίζει, κατά νόμο, την κτήση της κυριότητας, όπως, μεταξύ άλλων, η έλλειψη κυριότητας του μεταβιβάζοντος.

Τέτοιος τίτλος είναι και το μεταγεγραμμένο συμβολαιογραφικό έγγραφο, με το οποίο μεταβιβάζεται, για νόμιμη αιτία, η κυριότητα και το οποίο παρουσιάζει εξωτερικά τους όρους του έγκυρου τίτλου, τα δε τυχόν, εκτός αυτού, ελαττώματά του, όπως, κατά τα ανωτέρω, η έλλειψη κυριότητας του μεταβιβάζοντος, καλύπτονται από τη χρησικτησία, αν συντρέχουν και οι λοιποί παραπάνω νόμιμοι όροι αυτής.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1043 παρ. 1 ΑΚ, για την κτήση κυριότητας ακινήτου με τακτική χρησικτησία, αρκεί, αν συντρέχουν και οι λοιπές παραπάνω νόμιμες προϋποθέσεις και νομιζόμενος τίτλος, εφόσον δικαιολογείται, ως προς αυτόν, καλή πίστη του νομέα. Νομιζόμενος δε τίτλος, κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, είναι εκείνος, ο οποίος, κατά την πεποίθηση του νομέα, που δεν οφείλεται σε βαριά του αμέλεια, υπολαμβάνεται από αυτόν ότι υπάρχει, ενώ στην πραγματικότητα ουδόλως υπήρξε.

Συνεπώς, στην περίπτωση του νομιζομένου τίτλου, απαιτείται καλή πίστη τόσο ως προς την απόκτηση της κυριότητας, πεποίθηση, δηλαδή, του νομέα, κατά την κτήση της νομής, ότι απέκτησε την κυριότητα, όσο και ως προς την ύπαρξη του τίτλου, πεποίθηση, δηλαδή του νομέα, ότι υφίσταται στη συγκεκριμένη περίπτωση τίτλος.

Νομιζόμενος τίτλος υπάρχει και όταν ο αγοραστής, κατά την εφαρμογή του τίτλου του, από συγγνωστή πλάνη, υπολαμβάνει ότι ο τίτλος του καταλαμβάνει έκταση μεγαλύτερη από αυτή που του πωλήθηκε ή συνεχόμενο ακίνητο (ΑΠ 172/2014). Εξάλλου, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, έτσι, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε, στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που κατά το νόμο είναι αναγκαία είτε για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ενώ αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν, εξ αιτίας της, δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν σωστά εφάρμοσε το νόμο, αν, δηλαδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 12/2016).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 608/2013).

Συνεπώς, η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση, που διατύπωσε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης για τα ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες παραδοχές το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση του για παραδοχή ή απόρριψη της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.

Για τη διαδικαστική πληρότητα του λόγου αυτού αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης και, ειδικότερα, όταν προβάλλεται αιτίαση για ανεπαρκείς αιτιολογίες της, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση, ώστε να είναι επαρκής η αιτιολογία της (ΟλΑΠ 20/2005), ενώ, στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποία αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει, χωρίς να αρκούν γενικές εκφράσεις για "ανεπάρκεια" και "αντίφαση" (ΟλΑΠ 20/2005), καθώς και το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ως προς το οποίο, κατά τον αναιρεσείοντα, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Ως "ζητήματα" δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης, γιατί το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα στην κρίση του αυτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 112/2016).

Εν προκειμένω, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε με την απόφασή του αυτή τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος για κυριότητά του στο επίδικο με τακτική χρησικτησία, επειδή δέχτηκε ότι, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, επειδή αφορά πραγματικά γεγονότα, κρίση του, δεν αποδείχτηκε ότι ο αναιρεσείων νεμόταν το επίδικο με νόμιμο τίτλο και ότι συνέτρεχε στο πρόσωπό του το στοιχείο της καλής πίστης.

Ειδικότερα, δέχτηκε το Εφετείο, ως προς τον παραπάνω ισχυρισμό, ότι "απεδείχθη ότι ο αναιρεσείων, μετά το 2005 που απεβίωσε ο Ε. Ζ., ξεκίνησε να καλλιεργεί το ακίνητο και να ασκεί εμφανείς πράξεις νομής, πέραν της ένστασης του Κτηματολογίου το έτος 1999 και της έκδοσης οικοδομικής άδειας για την κατασκευή οικίας, πλην όμως απεδείχθη, ότι δεν νεμόταν το επίδικο με νόμιμο τίτλο, αφού ο νόμιμος τίτλος του, το .../1992 συμβόλαιο αγοράς, αφορούσε ένα τμήμα του περιφραγμένου ακινήτου, τον αγρό 1 και όχι το επίδικο και επιπλέον δεν είχε καλή πίστη, αφού γνώριζε καλώς, ως κάτοικος της περιοχής και κύριος γειτονικών ακινήτων, ότι δεν απέκτησε όλο το περιφραγμένο με την παλαιά ξερολιθιά ακίνητο, αλλά τμήμα του, με εμβαδόν 4.500 τμ και εκμεταλλευόμενος την απουσία νέας οριοθέτησης ανάμεσα στο πωλούμενο και στο αρχικό τμήμα, αλλά και το προχωρημένο της ηλικίας του Ε.

Ζ...., επιχείρησε να καταλάβει το όλο ακίνητο, αγρό 1 και αγρό 2 και επομένως δεν απέκτησε την κυριότητα του ακινήτου με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας". Με το δεύτερο, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ανεπαρκούς αιτιολογίας, που συνίσταται στο ότι, ενώ με την προεκτεθείσα περικοπή της απόφασης αυτής γίνεται δεκτό, προκειμένου να απορριφθεί ο παραπάνω ισχυρισμός ιδίας κυριότητας του αναιρεσείοντος, ότι αυτός "επιχείρησε να καταλάβει το όλο ακίνητο", εντούτοις "δεν προσδιορίζεται ο χρόνος, κατά τον οποίο επιχείρησε ο αναιρεσείων να καταλάβει το όλο ακίνητο".

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, σύμφωνα με το προεκτεθέν απόσπασμα της προσβαλλόμενης απόφασης, ο αναιρεσείων επιχείρησε να καταλάβει το όλο ακίνητο το έτος 2005 και, επομένως, παρατίθεται το στοιχείο αυτό, που φέρεται με τον ερευνώμενο λόγο, ότι λείπει από την απορριπτική του παραπάνω ισχυρισμού αιτιολογία.

Ο ίδιος λόγος για ανεπαρκή αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, επειδή "δεν αιτιολογείται, γιατί η τοποθέτηση ζώων στο επίδικο από τον Ε. Ζ.... αναιρεί το χαρακτήρα της εμφανούς πράξης νομής από τη δήλωση του επιδίκου στο κτηματολόγιο από τον αναιρεσείοντα και την έκδοση οικοδομικής άδειας απ' αυτόν για το επίδικο", είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ήτοι σε ανύπαρκτη παραδοχή του Εφετείου ότι η ιδιότητα ως εμφανών πράξεων νομής της δήλωσης του επιδίκου στο κτηματολόγιο και της έκδοσης οικοδομικής άδειας γι' αυτό από τον αναιρεσείοντα, αναιρούνται από το ότι ο Ε.

Ζ. τοποθετούσε ζώα στο επίδικο.

5. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε, δηλαδή, έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 7/2006).

Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, ότι αποδείχτηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018).

Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών γεγονότων, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθ. 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις παραπάνω εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1014/2010).

Εν προκειμένω, με τον τρίτο, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το Εφετείο με την απόρριψη του ισχυρισμού για κυριότητα του αναιρεσείοντος στο επίδικο με τακτική χρησικτησία, βάσει νομιζομένου τίτλου, παρέβη ευθέως τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1041 και 1043 ΑΚ.

Συνίσταται, ειδικότερα, η πλημμέλεια αυτή στο ότι "η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έπρεπε, σε κάθε περίπτωση, να δεχτεί τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, "πως με βάση το γράμμα του παραπάνω .../1992 συμβολαίου, ο αναιρεσείων δεν είχε καμία αμφιβολία ότι ο Ε. Ζ. του πώλησε έναν αγρό τοιχογυρισμένο με ξηρολιθιά και πως αυτός (αναιρεσείων) είχε την ακλόνητη και εύλογη πίστη ότι ολόκληρος ο αγρός που περικλείεται από ξηρολιθιά, περιλαμβάνεται στον αγρό που αγόρασε με το .../1992 συμβόλαιο".

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι πλήττεται, στην πραγματικότητα, η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από το Εφετείο του γεγονότος της καλής πίστης του αναιρεσείοντος ως προς την ύπαρξη του ανωτέρω νομιζομένου τίτλου. 6. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 974 και 1045 ΑΚ προκύπτει, ότι, για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής για συνεχή εικοσαετία.

Άσκηση νομής αποτελούν, όταν πρόκειται για ακίνητα, οι υλικές και εμφανείς πάνω σε αυτά πράξεις, που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό τους και με τις οποίες φανερώνεται η βούληση του νομέα, να έχει το πράγμα δικό του. Αυτός που προβάλλει τη χρησικτησία ως τρόπο κτήσης της κυριότητας του ακινήτου, πρέπει να επικαλεσθεί τη νομή του, καθορίζοντας ταυτόχρονα και τις μερικότερες εμφανείς υλικές διακατοχικές πράξεις στο ακίνητο, από τις οποίες, αν αποδειχθούν, θα συναχθεί η πραγμάτωση της θέλησής του να κατέχει το ακίνητο ως κύριος.

Η απόφαση δε του δικαστηρίου της ουσίας, με την οποία αναγνωρίζεται ότι ο ενάγων ή ο εναγόμενος που προέβαλε ένσταση δικής του κυριότητας, έγινε κύριος του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, γιατί το νεμήθηκε με διάνοια κυρίου τουλάχιστον για είκοσι χρόνια, στερείται νόμιμης βάσης, αν δεν αναφέρονται στο αιτιολογικό της συγκεκριμένες πράξεις νομής του ίδιου ή του αντιπροσώπου του στο επίδικο, ώστε να κριθεί, αν αυτές είναι ικανές να προσπορίσουν στον ενάγοντα ή στον ενιστάμενο την κυριότητα του ακινήτου αυτού με έκτακτη χρησικτησία (ΑΠ 608/2013).

Τέτοιες πράξεις νομής είναι και η χρήση του ακινήτου ως χώρου φύλαξης και παραμονής ζώων.

Εν προκειμένω, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο δέχτηκε με αυτή ότι συγκύριοι του επιδίκου με τακτική και έκτακτη χρησικτησία είναι οι αναιρεσίβλητοι, με την προσμέτρηση στο χρόνο της διανοία κυρίου νομής τους και του, μέχρι το θάνατό του το έτος 2005, χρόνου της όμοιας νομής του δικαιοπαρόχου τους Ε.

Ζ...., για τον οποίο δέχτηκε, ειδικότερα, ως προς το θέμα τούτο, ότι "ασκούσε μέχρι το θάνατό του το 2005 τις προσιδιάζουσες στη φύση του επιδίκου πράξεις νομής, όπως επίβλεψη και τοποθέτηση ζώων". Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια των ανεπαρκών αιτιολογιών αναφορικά με την παραδοχή της για τις ανωτέρω πράξεις νομής του Ε.

Ζ.... στο επίδικο, διότι "δεν προσδιορίζεται ούτε ποια είναι τα ζώα, ούτε σε ποιο σημείο του επιδίκου είχαν τοποθετηθεί". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, πρωτίστως, διότι η "τοποθέτηση" εντός του ακινήτου ζώων, η χρήση, δηλαδή, αυτού ως χώρου φύλαξης και παραμονής ζώων, συνιστά πράξη διανοία κυρίου νομής του, ανεξάρτητα από το είδος των ζώων ή το σημείο του ακινήτου που κάθε φορά χρησιμοποιούταν και, συνεπώς, για την πληρότητα της αιτιολογίας κτήσης της κυριότητας του ακινήτου με πράξη νομής χρησικτησίας την, κατά τα ανωτέρω, χρήση του, αρκεί η μνεία στην οικεία δικαστική απόφαση του στοιχείου τούτου, χωρίς να απαιτείται επιπλέον και "προσδιορισμός" των ζώων ή "του σημείου τοποθέτησής τους" εντός του ακινήτου.

Επίσης, ο ίδιος λόγος, για ανεπάρκεια αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, επειδή δεν αναφέρει "αν και από πότε είχε ο αναιρεσείων τη νομή του επιδίκου ακινήτου", είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, σύμφωνα με το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχτηκε ότι ο αναιρεσείων ουδέποτε είχε το επίδικο στη καλόπιστη διανοία κυρίου νομή του.

Μετά από αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως προς τους παρισταμένους διαδίκους, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, αφού ηττάται, στη δικαστική δαπάνη των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή του σχετικού νομίμου αιτήματος αυτών (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 26-11-2018 αίτησης αναίρεσης ως προς τους όγδοο και δέκατη πέμπτη αναιρεσιβλήτους Γ. Ι. Ζ.... και Α. συζ. Ι. Μ., το γένος Θ. Ζ..

Απορρίπτει, ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους, την παραπάνω αίτηση του Γ. Ι. Φ., για αναίρεση της 83/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε ο αναιρεσείων στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Ιανουαρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 27 Φεβρουαρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ