Supreme Court dismisses appeal for failing to specify document content and resulting judicial error in retrial arguments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to retry the Athens Court of Appeal's decision regarding debt transfer contracts. The appellants argued the lower court distorted specific clauses in promissory notes and a reassignment agreement, but the court found their arguments vague. The court ruled that retrial grounds must explicitly state the document's original content, the distorted version, and the resulting harmful conclusion, which the appellants failed to provide.
Legislator headnote
AI generatedArticles 569 § 2 and 116 § 2b of the Code of Civil Procedure: Retrial arguments regarding document distortion must specify the document, its original and distorted content, the underlying claim, and the harmful conclusion, otherwise they are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 227 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 227/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Μιχαήλ Αποστολάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Κ. του Γ., κατοίκου ... , 2) Ε. Κ., το γένος Κ. Μ., κατοίκου ... ... , ατομικά όσο και ως η μοναδική κληρονόμος του θανόντος συζύγου της Γ. Κ. του Α., 3) Μ. Κ. του Γ., κατοίκου ... ς ... , 4) του ανηλίκου Γ. - Α. Κ. του Κ., κατοίκου ... , που εκπροσωπείται νόμιμα από τον ασκούντα τη γονική μέριμνα αυτού γονέα του Κ. Κ. του ... και 5) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... " και τον διακριτικό τίτλο "... ", που εδρεύει στο ... ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ι. Α., με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... και τον διακριτικό τίτλο "... , που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Α. Μ., η οποία δήλωσε στο ακαροατήριο ότι διορίζει πληρεξούσιο δικηγόρο και τον Κ. Μ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-3-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1024/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και ... του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από ... αίτησή τους και τους από ... προσθέτους αυτής λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και των προσθέτων αυτής λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 569 § 2 ΚΠολΔ, όπως η εν λόγω παράγραφος αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν.4335/2015 και το άρθρο αυτό διαμορφώθηκε δυνάμει των άρθρων 37 και 120 του ν. 4842/2021, εφαρμόζεται δε η παράγραφος 2, κατά την παρ. 2β του άρθρου 116 του ίδιου ως άνω νόμου, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 21 § 2 ν. 4912/2022, και επί των εκκρεμών ένδικων μέσων, "Οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 281, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση.
Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Η επίδοση μπορεί να γίνει και στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσιβλήτου, αν αυτός επισπεύδει τη συζήτηση... Τα ίδια εφαρμόζονται και όταν τη συζήτηση επισπεύδει ο αναιρεσίβλητος ή ο άλλος διάδικος εκτός από τον αναιρεσείοντα".
Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 568 §§ 2 και 3, και 570 § 3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για την παραδεκτή άσκηση των πρόσθετων λόγων αναίρεσης απαιτούνται δύο προϋποθέσεις, η κατάθεση του δικογράφου τους στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης και η επίδοσή του στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους εντός της ίδιας ως άνω προθεσμίας πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης.
Ως ημέρα συζήτησης της αναίρεσης νοείται εκείνη που ορίζεται στο άρθρο 281, ήτοι αυτή κατά την οποία άρχισε η εκδίκαση της της αίτησης αναίρεσης. Η παράλειψη της κατάθεσης του δικογράφου των πρόσθετων λόγων πριν από την τριακονθήμερη αυτή προθεσμία ή της επίδοσής του πριν από αυτή σε περίπτωση εμπρόθεσμης κατάθεσης, συνεπάγεται το απαράδεκτο αυτών, με συνέπεια την απόρριψή τους κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 577 §§ 1 και 2 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται αναλογικά και για τους πρόσθετους λόγους και που ορίζουν ότι το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης και, αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως (Ολ.
Α.Π. 143/1984, Α.Π. 154/2022, Α.Π. 1192/2018, Α.Π. 949/2015). Στην προκείμενη περίπτωση, ως ημέρα συζήτησης ενώπιον του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου της κρινόμενης από ... αίτησης για αναίρεση της ... απόφασης του Εφετείου Αθηνών, ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος (13-11-2023), οι δε αιτούντες άσκησαν πρόσθετους λόγους με το από ...
ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου στις 10-10-2023 (βλ. σχετική 134/10-10-2023 έκθεση κατάθεσης της Γραμματέως του Αρείου Πάγου κάτω από το δικόγραφο) και επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσίβλητη στις 10-10-2023, δηλαδή τριάντα ημέρες πριν την ορισθείσα ως άνω αρχική δικάσιμο, όπως τούτο προκύπτει από την προσκομιζόμενη 4.601/10-10-2023 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών Μ.
Σ.. Επομένως, οι πρόσθετοι λόγοι, εφόσον ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα και αφορούν τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλομένης με την αίτηση αναιρέσεως αποφάσεως (άρ. 569 § 2 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτοί (άρθρο 577 § 3 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω, συνεκδικαζόμενοι με την ως άνω αίτηση αναίρεσης κατ' άρθρο 246 ΚΠολΔ.
Η ως άνω προσβαλλομένη απόφαση αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, εκτίμηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων: Με την από 3-3-2016 αγωγή της, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ανέφερε ότι ο πρώτος εναγόμενος ... ...
και οι δεύτερος και τρίτη εναγόμενοι (ήδη πρώτος και δεύτερη αναιρεσείοντες), οφειλέτες της ως εγγυητές υπέρ της εκδότριας ομολογιακού δανείου, του οποίου μοναδική ομολογιούχος δανείστρια, αλλά και εκπρόσωπος των ομολογιούχων, είναι αυτή (αναιρεσίβλητη), μεταβίβασαν με σκοπό βλάβης της στους τέταρτη, πέμπτο και έκτη εναγόμενους (ήδη τρίτη, τέταρτο και πέμπτη αναιρεσείοντες, αντίστοιχα) την ακίνητη περιουσία τους, με αποτέλεσμα να καταστούν αφερέγγυοι, ζήτησαν δε τη διάρρηξη των καταδολιευτικών μεταβιβάσεων.
Η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή με την 1024/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Κατά της απόφασης αυτής ο ... ... και οι αναιρεσείοντες άσκησαν έφεση, η οποία απορρίφθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη ... απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Ο πρώτος εναγόμενος ... ... απεβίωσε την 25-5-2021, δηλαδή μετά την έκδοση της εφετειακής απόφασης, ήδη δε η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι ασκούνται παραδεκτώς κατ' άρθρο 556 § 1 ΚΠολΔ από τη δεύτερη αναιρεσείουσα, όχι μόνο ατομικά, αλλά και με την ιδιότητά της ως μοναδικής κληρονόμου του αποβιώσαντος, βάσει της από ...
ιδιόγραφης διαθήκης του, που δημοσιεύθηκε με το ... πρακτικό συνεδρίασης του Ειρηνοδικείου ... . Επίσης, ο τέταρτος αναιρεσείων ... -Α. ... , ο οποίος είναι ανήλικος, εκπροσωπείται στην παρούσα δίκη αποκλειστικά από τον πατέρα και ασκούντα τη γονική του μέριμνα πρώτο αναιρεσείοντα, επειδή η μητέρα του Κ. Χ. απεβίωσε την ... .
Κατά το άρθρο 220 § 1 ΚΠολΔ, αγωγές, στις οποίες περιλαμβάνονται και αναγνωριστικές ή ανακοπές εμπράγματες, μικτές ή νομής, εκτός από τα ασφαλιστικά μέτρα νομής, καθώς και αγωγές διάρρηξης δικαιοπραξίας ως καταδολιευτικής, όταν αφορούν ακίνητα, εγγράφονται ύστερα από αίτηση του ενάγοντος ή ανακόπτοντος στα βιβλία διεκδικήσεων του γραφείου της περιφέρειας όπου βρίσκεται το ακίνητο μέσα σε τριάντα ημέρες από την κατάθεση τους, διαφορετικά απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτες.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 περ. 14 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο (Α.Π. 1199/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, η ένδικη από 3-3-2016 αγωγή της αναιρεσίβλητης κατατέθηκε στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την 3-3-2016, όπως τούτο προκύπτει από τη σχετική πράξη κατάθεσης κάτω από το δικόγραφό της, που παραδεκτώς επισκοπείται κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, και εγγράφηκε στα βιβλία διεκδικήσεων των Υποθηκοφυλακείων ...
την ... , όπως αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και δεν αμφισβητείται από τους αναιρεσείοντες. Εφόσον η κατάθεση έγινε την 3-3-2016, η τριακονθήμερη προθεσμία του άρθρου 220 § 1 ΚΠολΔ άρχισε την 4-3-2016 κατ' άρθρο 144 § 1 ΚΠολΔ και έληξε την 2-3-2016, η οποία ήταν ημέρα Σάββατο, όπως προκύπτει από το εν χρήσει ημερολόγιο, δηλαδή ημέρα που λογίζεται εξαιρετέα και μη εργάσιμη κατ' άρθρο 144 § 3 ΚΠολΔ, επομένως η λήξη της μετατέθηκε την αμέσως επόμενη μη εξαιρετέα ημέρα, που ήταν η Δευτέρα, ... .
Κατ' ακολουθίαν, η προσβαλλόμενη απόφαση ορθώς έκρινε ότι η εγγραφή της αγωγής στα βιβλία διεκδικήσεων έγινε εμπρόθεσμα, και είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, καθ' όσον αποδίδεται με αυτόν στην προσβαλλόμενη απόφαση σχετική πλημμέλεια από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ενώ καθό μέρος προβάλλεται επιπλέον πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα για παραβίαση του άρθρου 220 ΚΠολΔ, ο λόγος είναι απαράδεκτος, επειδή η εν λόγω διάταξη είναι δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου (Α.Π. 405/2011).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 939, 941, 942 και 943 Α.Κ. συνάγεται ότι οι δανειστές δικαιούνται να απαιτήσουν τη διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης, που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία του δεν επαρκεί για την ικανοποίησή τους. Προϋποθέσεις προστασίας των δανειστών είναι: 1) απαίτηση του δανειστή κατά του οφειλέτη, γεννημένη κατά τον χρόνο που ο τελευταίος επιχειρεί την απαλλοτρίωση, δηλαδή απαίτηση της οποίας έχουν συντελεσθεί τα παραγωγικά γεγονότα και η οποία είναι ληξιπρόθεσμη κατά τον χρόνο συζήτησης της σχετικής αγωγής (Α.Π. 869/2021, Α.Π. 668/2021, Α.Π. 708/2017), 2) απαλλοτρίωση εκ μέρους του οφειλέτη, 3) απαλλοτρίωση με πρόθεση βλάβης των δανειστών, η οποία πρόθεση θεωρείται ότι υπάρχει, όταν ο οφειλέτης γνωρίζει πως με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία του που απομένει να μην επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών, αφού στην περίπτωση αυτή είναι προφανές ότι ο οφειλέτης γνωρίζει πως συνέπεια της πράξης του είναι η βλάβη των δανειστών, την οποία αποδέχεται, 4) βλάβη των δανειστών, δηλαδή ελάττωση της περιουσίας του οφειλέτη σε τέτοιο βαθμό, ώστε η υπόλοιπη περιουσία του να μην αρκεί προς ικανοποίηση των δανειστών, αφερεγγυότητα που πρέπει να υπάρχει κατά τον χρόνο της άσκησης της αγωγής, που είναι ο κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της βλάβης των δανειστών, και 5) γνώση του τρίτου ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών, η οποία γνώση τεκμαίρεται, όταν ο τρίτος είναι κατά την απαλλοτρίωση σύζυγος ή συγγενής σε ευθεία γραμμή ή σε πλάγια γραμμή εξ αίματος έως και τον τρίτο βαθμό ή από αγχιστεία έως το δεύτερο βαθμό, ενώ το τεκμήριο αυτό δεν ισχύει, αν πέρασε ένα έτος από την απαλλοτρίωση έως την έγερση της αγωγής.
Η ανωτέρω γνώση δεν απαιτείται, αν η απαλλοτρίωση έγινε από χαριστική αιτία (Α.Π. 914/2020, Α.Π. 1382/2019). Χαριστική απαλλοτρίωση κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 942 Α.Κ., είναι και η γονική παροχή, που θεσμοθετείται με το άρθρο 1509 του ίδιου Κώδικα, αφού και αυτή συνιστά επίδοση από ελευθεριότητα (Α.Π. 914/2020, Α.Π. 1382/2019, Α.Π. 28/2017).
Το γεγονός ότι η εν λόγω απαλλοτρίωση γίνεται προς εκπλήρωση σχετικής ηθικής υποχρέωσης του γονέα προς το τέκνο, δεν μπορεί να δικαιολογήσει ούτε τη βλάβη των δανειστών, ούτε την προτίμηση εκπλήρωσης από τον οφειλέτη των ηθικών υποχρεώσεών του έναντι των νομικών (Α.Π. 914/2020, Α.Π. 28/2017). Η επάρκεια ή η ανεπάρκεια της περιουσίας του οφειλέτη και επομένως η ύπαρξη αφερεγγυότητάς του κατά τα κρίσιμα χρονικά σημεία κρίνεται με βάση τα εμφανή περιουσιακά του στοιχεία (Ολ.Α.Π. 15/2012, Α.Π. 914/2020) και τέτοια είναι κατ' αρχήν όσα είναι γενικώς γνωστά και μπορούν να επιχειρήσουν σ' αυτά εκτέλεση οι δανειστές για την ικανοποίησή τους, όπως προπάντων είναι τα ακίνητα, ως προς τα οποία ισχύει σύστημα δημοσιότητας, ενώ δεν υπολογίζονται τα αφανή περιουσιακά στοιχεία, δηλαδή όσα δεν είναι γενικώς γνωστά στους δανειστές και επομένως εξομοιώνονται με ανύπαρκτα γι' αυτούς περιουσιακά στοιχεία, αφού με διαφορετική εκδοχή τίθεται σε κίνδυνο ο επιδιωκόμενος με τη διάρρηξη σκοπός της προστασίας των δανειστών από καταδολιευτικές απαλλοτριώσεις (Α.Π. 1906/2022, Α.Π. 914/2020, Α.Π. 928/2014).
Η αφερεγγυότητα του οφειλέτη μετά τις καταδολιευτικές μεταβιβάσεις είναι στοιχείο της αγωγής (Ολ.Α.Π. 15/2012, Α.Π. 1268/2023, Α.Π. 158/2023), αρκεί όμως η επίκληση αυτής (Α.Π. 824/2021), ενώ η ύπαρξη επαρκούς περιουσίας και μετά τις μεταβιβάσεις αποτελεί άρνηση της αγωγής (Α.Π. 1437/2019, Α.Π. 1778/2006). Πραγματοποίηση της πρόθεσης βλάβης υπάρχει, όταν επέρχεται (ή επαυξάνεται) η αφερεγγυότητα του οφειλέτη και ματαιώνεται έτσι η ικανοποίηση του δανειστή, πρέπει δε να έχει συντελεστεί ήδη κατά το χρόνο εγέρσεως της αγωγής διαρρήξεως.
Η γνώση από τον οφειλέτη των στοιχείων που συνθέτουν την πρόθεση βλάβης πρέπει επίσης να αποδειχθεί από τον δανειστή. Η απόδειξη αυτή είναι ευκολότερη, όταν ο οφειλέτης προκαλεί με την απαλλοτρίωση άμεση μείωση του του ενεργητικού της περιουσίας του, όπως συμβαίνει επί εκποιήσεως ακινήτου με ευτελές αντάλλαγμα ή επί δωρεάς, ενώ όταν η απαλλοτρίωση οδηγεί μόνο σε έμμεση διακινδύνευση της ικανοποιήσεως του δανειστή, όπως όταν γίνεται έναντι ισάξιου τουλάχιστον ανταλλάγματος, τότε ο δανειστής πρέπει να προσκομίσει συγκεκριμένες αποδείξεις για την πρόθεση βλάβης του οφειλέτη, που δεν μπορεί πλέον να συναχθεί από την απαλλοτριωτική και μόνο πράξη του τελευταίου (ΑΠ 2038/2022, Α.Π. 1275/2020).
Εξάλλου, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 847 και 851 Α.Κ. με τη σύμβαση εγγυήσεως ο εγγυητής αναλαμβάνει απέναντι στον αντισυμβαλλόμενό του, που είναι έναντι άλλου δανειστής, την ευθύνη ότι θα καταβληθεί σε αυτόν η οφειλή του άλλου. Με αυτή τη σύμβαση ο εγγυητής ενέχεται προς τον αντισυμβαλλόμενό του, όπως κάθε γνήσιος οφειλέτης απέναντι στον δανειστή του, και συνεπώς όταν καταβάλει σε αυτόν, εκπληρώνει μεν την παροχή του πρωτοφειλέτη, συγχρόνως όμως εκπληρώνει και τη δική του οφειλή.
Είναι συνεπώς και ο εγγυητής οφειλέτης κατά την έννοια του άρθρου 939 Α.Κ. και κάθε απαλλοτρίωση, που έγινε από εκείνον προς βλάβη του αντισυμβαλλομένου του και δανειστή του, εφόσον δεν επαρκεί η υπόλοιπη περιουσία εκείνου για την ικανοποίηση αυτού, υπόκειται σε διάρρηξη κατά τους όρους των διατάξεων του περί καταδολιεύσεως δανειστών κεφαλαίου του Α.Κ. (Α.Π. 52/2022, Α.Π. 1382/2019, Α.Π. 1116/2018, Α.Π. 621/2016).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 § 2, 118, 216 ΚΠολΔ και 939-942 Α.Κ. συνάγεται ότι το δικόγραφο της αγωγής με την οποία ζητείται η εκ μέρους του δανειστή διάρρηξη, ως καταδολιευτικής, κάθε απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας του οφειλέτη του πρέπει, για την πληρότητά του, να διαλαμβάνει α) περιγραφή αφενός της απαίτησης του δανειστή κατά του οφειλέτη, γεννημένης κατά τον χρόνο της απαλλοτρίωσης και ληξιπρόθεσμης κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής, και αφετέρου του απαλλοτριωθέντος περιουσιακού στοιχείου του τελευταίου με τον προσδιορισμό της αξίας αυτού κατά το χρόνο της άσκησης της αγωγής, β) επίκληση πρόθεσης βλάβης του δανειστή και θετικής γνώσης της εν λόγω πρόθεσης από τον τρίτο κατά τον χρόνο της απαλλοτρίωσης και γ) επίκληση βλάβης του δανειστή, συνισταμένη στην αδυναμία αυτού να ικανοποιήσει την απαίτησή του εξαιτίας του ότι η υπολειπομένη εμφανής, μετά την απαλλοτρίωση, περιουσία του οφειλέτη κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, δεν επαρκεί γι' αυτό (Α.Π. 223/2022, Α.Π. 51/2022, Α.Π. 1341/2019, ΑΠ 661/2015).
Εξάλλου, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής και συνδέεται με την εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος (Α.Π. 5/2020).
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζεται. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής (Α.Π. 18/2018).
Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος αυτής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (Α.Π. 261/2020, Α.Π. 18/2018, Α.Π. 1487/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του περιεχομένου της ένδικης αγωγής, διαλαμβάνονται στο δικόγραφο αυτής όλα τα από τις διατάξεις των άρθρων 216 ΚΠολΔ και 939-942 Α.Κ. απαιτούμενα για την πληρότητά του στοιχεία και ειδικότερα: α) ο επαρκής, κατά το ποσό και τα παραγωγικά αίτια, προσδιορισμός της απαίτησης της αναιρεσίβλητης κατά των εναγομένων, γεγενημένης κατά τον χρόνο επιχείρησης των απαλλοτριώσεων β) η περιγραφή των απαλλοτριωθέντων ακινήτων με προσδιορισμό της αξίας αυτών, γ) η εκ μέρους των οφειλετών εγγυητών πρόθεση βλάβης της αναιρεσίβλητης κατά τον χρόνο των απαλλοτριώσεων, δ) η ανεπάρκεια της υπολειπόμενης περιουσίας των οφειλετών προς ικανοποίηση της αναιρεσίβλητης δανείστριας, που συνέτρεχε κατά τον χρόνο έγερσης της αγωγής και ε) η γνώση της πέμπτης αναιρεσείουσας (έκτης εναγομένης) εταιρείας, ότι οι μεταβιβάσαντες προς αυτή τα αναφερόμενα ακίνητα, λόγω πώλησης, οφειλέτες απαλλοτριώνουν προς βλάβη της αναιρεσίβλητης.
Ειδικότερα, η αναφορά στην αγωγή της φερομένης ως καταδολιευθείσας απαίτησης της αναιρεσίβλητης γίνεται με τρόπο ορισμένο, αφού σε αυτήν διαλαμβάνονται τα δημιουργικά στοιχεία της απαίτησης κατά τον χρόνο της συντέλεσης των επιδίκων μεταβιβάσεων (2011), με μνεία του ύψους της (10.000.002 ευρώ), και το ληξιπρόθεσμο αυτής κατά το χρόνο της συζήτησης της αγωγής, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, χωρίς να απαιτείται επιπλέον η αναφορά του ακριβούς ύψους του συμφωνημένου επιτοκίου υπολογισμού των τόκων και της αιτίας των εξόδων, που, αθροιζόμενα στο κεφάλαιο, αποτελούσαν τη συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή των 11.217.631 ευρώ την 29-9-2015, ενόψει και του ότι μόνο το αναφερόμενο ύψος του ανεξόφλητου κεφαλαίου του δανείου, είναι αρκετό για να δικαιολογήσει το αίτημα για πλήρη ανατροπή των μεταβιβάσεων με βάση τις αξίες των ακινήτων, όπως αυτές αναφέρονται στην αγωγή.
Εξάλλου, δεν ήταν απαραίτητο, για το ορισμένο της αγωγής να αναφέρονται τα επιμέρους περιουσιακά στοιχεία, που απέμειναν στους αναιρεσείοντες και τον πρώτο εναγόμενο μετά τις επίδικες μεταβιβάσεις, και η αξία τους, αφού στοιχείο της αγωγής είναι μόνο η επίκληση της επιγενόμενης αφερεγγυότητας των οφειλετών, η δε ύπαρξη επαρκούς περιουσίας και μετά τις μεταβιβάσεις αποτελεί άρνηση της αγωγής.
Επομένως, το Εφετείο δεν παράλειψε, παρά το νόμο, να κηρύξει το απαράδεκτο, λόγω αοριστίας, της ένδικης αγωγή του αναιρεσιβλήτου και, συνεπώς, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως και ο τέταρτος πρόσθετος λόγος, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι ανωτέρω πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.
Κατά το άρθρο 1 §§ 1 και 7 του ν. 3156/2003, "1. Ομολογιακό είναι το δάνειο που εκδίδεται από ανώνυμη εταιρεία που εδρεύει στην Ελλάδα (εκδότρια) και διαιρείται σε ομολογίες, οι οποίες αντιπροσωπεύουν δικαιώματα των ομολογιούχων έναντι της εκδότριας κατά τους ορούς του δανείου.... 7. Από τη λήξη του ομολογιακού δανείου ο ομολογιούχος ασκεί τα δικαιώματά του ατομικώς, εκτός εάν προβλέπουν διαφορετικά οι όροι του δανείου", κατά το άρθρο 3 § 1 του ίδιου νόμου "1.
Η οργάνωση των ομολογιούχων ομολογιακού δανείου σε ομάδα είναι υποχρεωτική σε περίπτωση έκδοσης οποιουδήποτε είδους δανείου με άυλες ομολογίες, σε περίπτωση έκδοσης ομολογιακού δανείου των άρθρων 10 και 11 και σε κάθε περίπτωση έκδοσης ομολογιακού δανείου, που εξασφαλίζεται με εμπράγματες ασφάλειες.
Σε κάθε άλλη περίπτωση έκδοσης ομολογιακού δανείου με ενσώματες ομολογίες, η οργάνωση των ομολογιούχων σε ομάδες είναι προαιρετική. Η ομάδα δεν έχει νομική προσωπικότητα", και κατά το άρθρο 4 §§ 1, 4 και 6 του ως άνω νόμου "1. Σε κάθε περίπτωση οργάνωσης των ομολογιούχων σε ομάδα, ορίζεται uποχρεωτικά από την εκδότρια Εκπρόσωπος των ομολογιούχων με έγγραφη σύμβαση.... 4.
Ο εκπρόσωπος εκπροσωπεί τους ομολογιούχους έναντι της εκδότριας και των τρίτων και ενεργεί για την προάσπιση των συμφερόντων των ομολογιούχων σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού, τους όρους του δανείου και τις αποφάσεις της συνέλευσης των ομολογιούχων.... 6. Ο εκπρόσωπος εκπροσωπεί τους ομολογιούχους δικαστικώς και εξωδίκως.
Ειδικώς: (α)... (β) Ο Εκπρόσωπος των ομολογιούχων ασκεί, στο όνομά του, με μνεία της ιδιότητάς του και ότι ενεργεί για λογαριασμό της ομάδας των ομολογιούχων, χωρίς να απαιτείται ειδική εξουσιοδότηση από τη Συνέλευση των ομολογιούχων, εκτός εάν τέτοια ειδική εξουσιοδότηση απαιτείται κατά τους όρους του ομολογιακού δανείου ή της σύμβασης ορισμού του εκπροσώπου, τα κάθε είδους ένδικα μέσα και βοηθήματα, τακτικά και έκτακτα, με τα οποία σκοπείται η παροχή οριστικής ή προσωρινής ένδικης προστασίας, τις κάθε είδους διαδικαστικές πράξεις και ενέργειες κατά τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης περιλαμβανομένης και της κατάσχεσης, της αναγγελίας και επαλήθευσης των απαιτήσεων των ομολογιούχων σε πλειστηριασμούς, πτωχεύσεις, ειδικές ή δικαστικές εκκαθαρίσεις και τις δίκες που αφορούν την εκτέλεση ή την πτώχευση και κάθε άλλη διαδικασία αναγκαστικής ή συλλογικής εκτέλεσης." Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι, σε περίπτωση οργάνωσης των ομολογιούχων σε ομάδα, όπως είναι υποχρεωτικό σε περίπτωση, μεταξύ άλλων, της έκδοσης ομολογιακού δανείου που ασφαλίζεται με εμπράγματες ασφάλειες, ορίζεται υποχρεωτικά από την εκδότρια του δανείου εκπρόσωπος των ομολογιούχων με έγγραφη σύμβαση, ο οποίος ασκεί στο όνομά του, με μνεία της ιδιότητάς του και ότι ενεργεί για λογαριασμό των ομολογιούχων, τα κάθε είδους ένδικα μέσα και βοηθήματα, τακτικά ή έκτακτα, με τα οποία σκοπείται η παροχή οριστικής ή προσωρινής δικαστικής προστασίας, καθώς και τις κάθε είδους διαδικαστικές πράξεις και ενέργειες κατά τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης.
Μετά τη λήξη του δανείου, παύει η ως άνω εξουσία του εκπροσώπου και ο ομολογιούχος ασκεί τα δικαιώματά του ατομικώς, εκτός αν προβλέπουν διαφορετικά οι όροι του δανείου. Για την άσκηση αγωγής εκ μέρους του εκπροσώπου ομολογιακού δανείου επιβάλλεται και αρκεί η επίκληση (μνεία) της ιδιότητάς του ως εκπροσώπου.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 74, 75, 79, 118, 216 § 1, 218 και 219 ΚΠολΔ συνάγεται ότι δεν επιτρέπεται η διαζευκτική εναγωγή, γιατί το πρόσωπο του δικαιούχου και του υπόχρεου εναγομένου πρέπει να είναι ορισμένο και θετικό και να συνάπτεται με τα πραγματικά περιστατικά που δικαιολογούν την ιδιότητα αυτού, ως ενάγοντος ή εναγομένου.
Διαζευκτική εναγωγή υπάρχει, όταν ενάγουν ή ενάγονται περισσότερα πρόσωπα, χωρίς να προσδίδεται σε ένα από αυτά, κατά τρόπο οριστικό η θετικό, η ιδιότητα του ενάγοντος δικαιούχου ή εναγομένου και υπόχρεου από την έννομη σχέση της δίκης. Στην περίπτωση αυτή, η αγωγή είναι απαράδεκτη, λόγω της ακυρότητας του δικογράφου που δημιουργείται, από την πλήρη αοριστία της αγωγής ως προς το πρόσωπο του διαδίκου (Α.Π. 344/2019, 670/2011, Α.Π. 1543/2009).
Στην προκείμενη περίπτωση, το δικόγραφο της ένδικης αγωγής, στο οποίο αναφέρεται ότι αυτή ασκείται από την αναιρεσίβλητη, τόσο με την ιδιότητα της εκπροσώπου των ομολογιούχων, όσο και ως η μοναδική ομολογιούχος, δεν είναι άκυρο λόγω διαζευκτικής εναγωγής, αφού δεν ενάγουν περισσότερα πρόσωπα, ώστε να δημιουργείται αοριστία ως προς το πρόσωπο του διαδίκου, αλλά το ίδιο πρόσωπο με περισσότερες ιδιότητες, οι οποίες μάλιστα δεν είναι αντιφατικές μεταξύ τους.
Επομένως, το Εφετείο δεν παρέλειψε, παρά το νόμο, να απορρίψει την αγωγή ως απαράδεκτη και, ως εκ τούτου, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες μέμφονται την απόφαση του Εφετείου ότι δεν κήρυξε απαράδεκτο το δικόγραφο της ένδικης αγωγής, λόγω του ότι περιελάμβανε διαζευκτική εναγωγή, είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, όσον αφορά την άσκηση της αγωγής εκ μέρους της αναιρεσίβλητης υπό την ιδιότητά της ως εκπροσώπου του ομολογιακού δανείου, για το ορισμένο του δικογράφου της αρκούσε η επίκληση της ανωτέρω ιδιότητας, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, χωρίς να είναι απαραίτητη και η αναφορά του τρόπου, με τον οποίο η αναιρεσίβλητη διατήρησε την ιδιότητα αυτή και μετά τη λήξη του δανείου λόγω παρόδου του συμφωνημένου χρόνου του, και συγκεκριμένα η επίκληση σχετικού όρου της σύμβασης μεταξύ αυτής και της εκδότριας του δανείου, γεγονός που μπορεί να προκύπτει και από τις αποδείξεις.
Επομένως το Εφετείο, το οποίο έκρινε ορισμένη την αγωγή, καθ' ο μέρος γίνεται επίκληση από την αναιρεσίβλητη της ιδιότητάς της ως εκπροσώπου των ομολογιούχων, δεν παρέλειψε παρά τον νόμο να κηρύξει αυτήν απαράδεκτη και, συνεπώς, ο δεύτερος λόγος του κυρίως δικογράφου και ο πρώτος πρόσθετος, από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος.
Ο ίδιος ως άνω δεύτερος λόγος αναίρεσης, καθ' ο μέρος προβάλλονται με αυτόν περαιτέρω πλημμέλειες από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παραβίαση των άρθρων 74, 75, 79, 118, 216 § 1, 218 και 219 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, επειδή οι διατάξεις αυτές είναι δικονομικού δικαίου (Α.Π. 812/2018, Α.Π. 514/2002), ενώ ο πρώτος πρόσθετος λόγος, καθ' όσον προβάλλεται με αυτόν περαιτέρω πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παραβίαση της διάταξης του άρθρου 68 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 1, 3 και 4 ν. 3156/2003 και 939 επ.
Α.Κ., με την αιτίαση ότι τα αναφερόμενα στην αγωγή δεν αρκούν για να θεμελιωθεί ενεργητική νομιμοποίηση της αναιρεσίβλητης ως εκπροσώπου των ομολογιούχων και μετά τη λήξη του δανείου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, επειδή η ανωτέρω αιτίαση, αναγόμενη στην πληρότητα των στοιχείων της αγωγής που αφορούν την ενεργητική νομιμοποίηση, ελέγχεται αποκλειστικά με το λόγο του αρ. 14 (Ολ.Α.Π. 25/2008, Α.Π. 742/2018), κρίθηκε δε και απορρίφθηκε ως ανωτέρω.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π. 27/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 8/2018, Ολ.Α.Π. 7/2006).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.Α.Π. 6/2006).
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.Α.Π. 18/08, Ολ.Α.Π. 15/2006).
Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π. 50/2020, Α.Π. 1075/2019, Α.Π. 708/2017, Α.Π. 667/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με την από 26.10.2006 απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων σε συνδυασμό με την από 26.10.2006 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της, η εταιρεία με την επωνυμία "... ... (πρώην με την επωνυμία ... ... ... . .. ), της οποίας Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος είναι ο πρώτος εναγόμενος, αποφάσισε την έκδοση κοινού ομολογιακού δανείου διεπόμενο από τις διατάξεις του ν. 2190/1920 και ν. 3156/2003, ύψους 10.000.002 ευρώ, με σκοπό την αναχρηματοδότηση υφιστάμενου δανεισμού της, καθορίζοντας και τους όρους του δανείου, το οποίο αποφασίστηκε να διαιρείται σε τρεις ομολογίες στον κομιστή (ανώνυμες), ονομαστικής αξίας εκάστης 3.333.334 ευρώ.
Ακολούθως, η ως άνω εκδότρια ανώνυμη εταιρεία εξέδωσε το από 27.10.2006 Πρόγραμμα του κοινού ομολογιακού δανείου, ποσού 10.000.002 ευρώ, διαιρούμενο σε τρεις ομολογίες στον κομιστή (ανώνυμες), ονομαστικής αξίας εκάστης 3.333.334 ευρώ, που φέρουν αύξοντες αριθμούς από 1 έως 3 και εκδίδονται σε απλούς ή πολλαπλούς τίτλους, με τους όρους του δανείου, μεταξύ των οποίων ο ορισμός της ενάγουσας [αναιρεσίβλητης] ως πληρεξουσίου καταβολών και εκπροσώπου των ομολογιούχων, το οποίο (πρόγραμμα) κοινοποίησε στην ενάγουσα και την κάλεσε να συμμετάσχει στην κάλυψή του.
Με το από 27.10.2006 ιδιωτικό συμφωνητικό/σύμβαση κάλυψης κοινού ομολογιακού δανείου, που καταρτίστηκε μεταξύ της ενάγουσας και της ως άνω εκδότριας εταιρείας, η ενάγουσα τραπεζική εταιρεία συμφώνησε να καλύψει εξ ολοκλήρου το ομολογιακό δάνειο κατά την έκδοσή του, αποδεχόμενη την παροχή υπηρεσιών ως πληρεξουσίου καταβολών και εκπροσώπου των ομολογιούχων, σύμφωνα με όσα προβλέπονται στους όρους του δανείου και στο ν. 3156/2003, ήδη δε την ίδια ημέρα η ανωτέρω εκδότρια εξέδωσε τον τίτλο των ομολογιών του ομολογιακού δανείου και συγκεκριμένα ένα πολλαπλό τίτλο των τριών ομολογιών με αύξοντες αριθμούς από το ένα (1) έως το τρία (3), τον οποίο παρέδωσε στην ενάγουσα τράπεζα αφού η τελευταία, εκείνη την ημέρα, κατέβαλε στην εκδότρια το συνολικό ποσό των 10.000.002 ευρώ, που αντιστοιχεί στην ονομαστική αξία του ομολογιακού δανείου, όπως όλοι οι ανωτέρω όροι ενσωματώνονται και στον από 31.10.2006 τίτλο τριών ομολογιών με ονομαστικό κεφάλαιο ομολογιών 10.000.002 ευρώ και λήξεως εκάστης ομολογίας στις 2.11.2009, 1.11.2010 και 31.10.2011, αντίστοιχα.
Στη συνέχεια, το αρχικό πρόγραμμα του ως άνω κοινού ομολογιακού δανείου τροποποιήθηκε διαδοχικά: α)... β)... γ)... δ)... ε)... Παράλληλα, σε συνέχεια των κατά τα ανωτέρω διαδοχικών τροποποιήσεων του αρχικού προγράμματος και των όρων του δανείου, έλαβε χώρα και διαδοχική αντικατάσταση του αρχικού από 31.10.2006 πολλαπλού τίτλου των ομολογιών του δανείου, σε αντικατάσταση του οποίου εκδόθηκαν διαδοχικά οι από 11.10.2007, 7.7.2008, 24.11.2008, 23.7.2009 και 17.6.2010 πολλαπλοί τίτλοι των ομολογιών του δανείου, με ενσωματωμένους τους όρους αυτού, όπως ως άνω τροποποιούντο, και παραδόθηκαν διαδοχικά στην ενάγουσα σε αντικατάσταση του αρχικού τίτλου.
Σύμφωνα δε με την από 16.6.2010 τελευταία τροποποίηση του παραπάνω προγράμματος και τους ενσωματωμένους στον τελευταίο από 17.6.2010 πολλαπλό τίτλο όρους του κοινού ομολογιακού δανείου, όπως είχαν τροποποιηθεί, συμφωνήθηκε ως ημερομηνία λήξης και των τριών ομολογιών η 31.10.2014, κατά την ημεροχρονολογία δε αυτή (31.10.2014) συμφωνήθηκε να εξοφληθεί και ολόκληρο το κεφάλαιο του δανείου ποσού 10.000.002 ευρώ.
Ακολούθως αποδείχθηκε ότι οι τρεις πρώτοι εναγόμενοι, ... ... , Κ. ... [πρώτος αναιρεσείων] και Ε. Κ. το γένος Μ. [δεύτερη αναιρεσείουσα], συμβλήθηκαν στην ανωτέρω αρχική σύμβαση και στις διαδοχικές ως άνω πράξεις τροποποίησης αυτής, ως εγγυητές, συνυπογράφοντας όλα ανεξαιρέτως τα προαναφερόμενα έγγραφα (προγράμματα, ιδιωτικά συμφωνητικά, τροποποιητικά πολλαπλούς τίτλους ομολογιών κ.λπ.), ευθυνόμενοι έναντι της ομολογιούχου δανείστριας για την εμπρόθεσμη και προσήκουσα εξόφληση των κάθε είδους απαιτήσεών της από τις ομολογίες, ως αυτοφειλέτες και εις ολόκληρον με την εκδότρια εταιρεία, και σε περίπτωση πλειόνων εγγυητών, ως εν προκειμένω, ο καθένας τους ενεχόμενος κατά τα ανωτέρω εις ολόκληρον με την εκδότρια και ως αυτοφειλέτης, ανεξαρτήτως από το νομότυπο της υποχρέωσης που είχε αναλάβει η εκδότρια, ιδίως δε ανεξαρτήτως από ελαττώματα σχετικά με την εκπροσώπησή της, παραιτούμενοι, μεταξύ άλλων, από το δικαίωμα δίζησης, από το δικαίωμα να προτείνουν, κατ' άρθρο 853 ΑΚ, ενστάσεις της εκδότριας κατά της ομολογιούχου, να ασκήσουν τυχόν δικαιώματα από αναγωγή, κατά της εκδότριας ή κατά των άλλων εγγυητών, σε περίπτωση ανεξόφλητης οφειλής από την ομολογία και παραιτούμενοι από το δικαίωμα υποκατάστασής τους, στα παρεπόμενα εμπράγματα δικαιώματα αυτών, έστω και αν η απαίτηση της ομολογιούχου εξοφληθεί ολοσχερώς από αυτούς.
Επιπρόσθετα, σύμφωνα με τα συμβατικώς προβλεπόμενα, η εκδότρια, σε περίπτωση μη καταβολής οιασδήποτε οφειλής της από το δάνειο, θα καθίστατο υπερήμερη, με μόνη την παρέλευση της ημέρας, κατά την οποία είχε υποχρέωση να καταβάλει το ποσό της οφειλής, υποχρεούμενη στην καταβολή τόκου υπερημερίας προς επιτόκιο ίσο με το καθοριζόμενο στη σύμβαση επιτόκιο, υπερημερίας προς επιτόκιο ίσο με το καθοριζόμενο στη σύμβαση επιτόκιο, προσαυξανόμενο κατά τον ανώτατο επιτρεπόμενο εκάστοτε αριθμό εκατοστιαίων μονάδων (ήτοι 2,5% εφόσον ο κομιστής είναι τράπεζα), με ανατοκισμό των τόκων ανά εξάμηνο.
Στην άνω περίπτωση συμφωνήθηκε η ομολογιούχος να έχει το δικαίωμα καταγγελίας του δανείου, με αποτέλεσμα οι μη εξοφληθείσες ομολογίες να καθίστανται ληξιπρόθεσμες και αμέσως απαιτητές μαζί με τους δεδουλευμένους, μέχρι την ημερομηνία της καταγγελίας, τόκους. Σημειώνεται ότι δυνάμει της από 7.7.2008 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, που καταχωρίστηκε, δημοσιευθείσα κατ' αρθρ.10 παρ. 8 ν. 3156/2003, στα βιβλία του άρθρου 3 του ν. ...
του ... Αθηνών... η ομολογιούχος τράπεζα (ενάγουσα) μεταβίβασε την 7.7.2008 τις τιτλοποιημένες απαιτήσεις της, από το επίδικο ομολογιακό δάνειο, στην εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία "... ), εδρεύουσα στο ... . Στη συνέχεια, ωστόσο, όπως προκύπτει από την με ημερομηνία 25.5.2010 σχετική αναγγελία, που καταχωρίστηκε,...
οι απαιτήσεις από το εν λόγω ομολογιακό δάνειο επαναμεταβιβάστηκαν την 25.5.2010, από την εταιρεία που απέκτησε αυτές, στην ενάγουσα (η οποία τις είχε αρχικά μεταβιβάσει) με αποτέλεσμα η τελευταία να καταστεί, εκ νέου, δικαιούχος των απαιτήσεων από το επίδικο ομολογιακό δάνειο, οι οποίες ενσωματώνονται στον εκδοθέντα πολλαπλό τίτλο των τριών ως άνω ομολογιών.
Ακολούθως αποδείχθηκε ότι το κοινό αυτό ομολογιακό δάνειο έληξε στις 31.10.2014 και μέχρι την καταληκτική αυτή ημερομηνία η εκδότρια δεν είχε εξοφλήσει, όπως είχε υποχρέωση: α) στις 31.7.2012, μέρος των συμβατικών τόκων χρονικής περιόδου από 30.4.2012 έως 31.7.2012, ύψους 74.060,02 ευρώ, β) στις 31.10.2012, μέρος των συμβατικών τόκων χρονικής περιόδου από 31.7.2012 έως 31.10.2012, ύψους 67.045,01 ευρώ, γ) στις 31.1.2013, τους συμβατικούς τόκους χρονικής περιόδου από 31.10.2012 έως 31.1.2013, ύψους 68.897,79 ευρώ, δ) στις 30.4.2013, τους συμβατικούς τόκους χρονικής περιόδου από 31.1.2013 έως 30.04.2013 ύψους 67.392,79 ευρώ, ε) στις 31.7.2013, τους συμβατικούς τόκους χρονικής περιόδου από 30.4.2013 έως 31.7.2013, ύψους 69.178,90 ευρώ, στ) στις 31.10.2013 τους συμβατικούς τόκους χρονικής περιόδου από 31.7.2013 έως 31/10/2013, ύψους 69.664,46 ευρώ, ζ) στις 31.1.2014, τους συμβατικούς τόκους χρονικής περιόδου από 31.10.2013 έως 31.1.2014, ύψους 69.715,97 ευρώ, η) στις 30.4.2014 τους συμβατικούς τόκους χρονικής περιόδου από 31.1.2014 έως 30.4.2014, ύψους 69.222,24 ευρώ, θ) στις 31.7.2014, τους συμβατικούς τόκους χρονικής περιόδου από 30.4.2014 έως 31.07.2014 ύψους 72.705,57 ευρώ, ι) στις 31.10.2014, τους συμβατικούς τόκους χρονικής περιόδου από 31.7.2014 έως 31.10.2014 ύψους 69.230,01 ευρώ και ια) στις 31.10.2014, τις με αριθμούς 1-3 ληξιπρόθεσμες ομολογίες ύψους 10.000.002 ευρώ.
Η ενάγουσα, στα πλαίσια των οχλήσεών της προς την εκδότρια εταιρεία και τους τρεις πρώτους των εναγομένων, ως εγγυητές, προς καταβολή των ληξιπρόθεσμων άνω απαιτήσεών της, κοινοποίησε προς αυτούς την από 29.5.2015 επιστολή της, υπενθυμίζοντάς τους ότι κατά την 28.5.2015 οι λογαριασμοί που τηρούνταν στην τράπεζα για την παρακολούθηση του δανείου εμφάνιζαν ανεξόφλητο υπόλοιπο ποσού 10.889.661,90 ευρώ, πλέον τόκων...
πλην όμως ουδέν ποσό καταβλήθηκε... Στη συνέχεια δε η ενάγουσα τράπεζα, ενεργούσα ως εκπρόσωπος των ομολογιούχων, εξέδωσε την από 29.9.2015 βεβαίωση, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 8 του ν. 3156/2003, που παρέχει πλήρη απόδειξη κατά της εκδότριας εταιρείας, ως προς το ύψος της οφειλής αυτής, και στην οποία βεβαιώνονται με λεπτομέρεια οι παραπάνω ληξιπρόθεσμοι συμβατικοί τόκοι και οι ληξιπρόθεσμες ομολογίες, καθώς επίσης και ότι κατά την ημερομηνία αυτή (29.9.2015) η οφειλή της εκδότριας από το ως άνω ομολογιακό δάνειο, με συνυπολογισμό των τόκων υπερημερίας και των εξόδων που προέκυψαν μετά τη λήξη του δανείου, ανέρχεται στο ποσό των 11.217.631,52 ευρώ.
Επιπρόσθετα, με την από 29.9.2015... επιστολή της η ενάγουσα, ως εκπρόσωπος των ομολογιούχων και συγχρόνως μοναδική ομολογιούχος δανείστρια του επίδικου κοινού ομολογιακού δανείου, ενημέρωσε την εκδότρια εταιρεία και τους τρεις πρώτους των εναγομένων, εγγυητές, σχετικά με τα προεκτεθέντα ως άνω στοιχεία (τη σύναψη και εξέλιξη του ομολογιακού δανείου, την έγγραφη εγγύηση των τριών πρώτων εναγόμενων, τη λήξη αυτού και των ληξιπρόθεσμων απαιτήσεών της από αυτό, ανερχόμενων μέχρι τότε στο ποσό των 11.217.631,25 ευρώ, καθώς επίσης την τιτλοποίηση στις 7.7.2008 των αντίστοιχων απαιτήσεών της στην προαναφερόμενη εταιρεία ειδικού σκοπού και την επαναμεταβίβαση των απαιτήσεων αυτών στην ενάγουσα στις 25.5.2010) και τους καλούσε να της καταβάλουν το συνολικό οφειλόμενο ποσό των 11.217.631,25 ευρώ, πλέον των αναλογούντων συμβατικών τόκων υπερημερίας, με εξάμηνο ανατοκισμό, πλέον των εξόδων και λοιπών επιβαρύνσεων...
Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται χωρίς καμία αμφιβολία ότι οι τρεις πρώτοι εναγόμενοι έχουν καταστεί εις ολόκληρον οφειλέτες της ενάγουσας, μοναδικής ομολογιούχου δανείστριας, ως εγγυητές στην ανωτέρω σύμβαση ομολογιακού δανείου, η πιο πάνω απαίτηση της οποίας εναντίον τους είχε καταστεί ληξιπρόθεσμη και απαιτητή προ του χρόνου έγερσης της ένδικης αγωγής (3.3.2016), ανερχόμενη (τόσο κατά τον χρόνο έγερσης της αγωγής όσο και κατά τον χρόνο συζήτησής της) στο ποσό των 11.217.631,25 ευρώ, πλέον συμβατικών τόκων υπερημερίας από τις 30.9.2015 και εφεξής, των τόκων ανατοκιζομένων ανά εξάμηνο, πλέον των εξόδων και των λοιπών επιβαρύνσεων εν γένει, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον ο καθένας.
Ωστόσο, κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ των μηνών Μαρτίου και Ιουνίου του έτους 2011, ενώ τα παραγωγικά της απαίτησης της μοναδικής ομολογιούχου τραπεζικής εταιρείας (ενάγουσας) από τη σύμβαση του κοινού ομολογιακού δανείου είχαν συντελεστεί ώστε η απαίτηση να είναι ήδη γεγενημένη σε βάρος τόσο της εκδότριας (πρωτοφειλέτριας) ανώνυμης εταιρείας όσο και των τριών πρώτων εναγομένων/εγγυητών, αποδείχθηκε ότι οι τελευταίοι (τρεις πρώτοι εναγόμενοι) προέβησαν συλλήβδην σε μεταβιβάσεις περιουσιακών τους στοιχείων και συγκεκριμένα:
Α) Δυνάμει του υπ' αριθ. 28672/9.3.2011 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών, Κ. Κ., νόμιμα μεταγεγραμμένου... ο πρώτος εναγόμενος μεταβίβασε, λόγω γονικής παροχής, στην τέταρτη εναγόμενη θυγατέρα του [τρίτη αναιρεσείουσα], την πλήρη κυριότητα ενός άρτιου και οικοδομήσιμου γηπέδου, εκτάσεως 17.199,70 τετρ. μέτρων, το οποίο βρίσκεται στη θέση "Π.
Χ."... ... ,... εντός του ακινήτου δε αυτού έχει ανεγερθεί οικοδομή αποτελούμενη από υπόγειο, επιφανείας 600 τετρ. μέτρων και ισόγειο κατάστημα επιφανείας, επίσης, 600 τετρ. μέτρων. Κατά τον χρόνο της ως άνω μεταβίβασης, η αντικειμενική αξία του εν λόγω ακινήτου ανερχόταν στο ποσό των 1.266.339,31 ευρώ, η δε εμπορική αξία αυτού ανερχόταν στο ίδιο ποσό των 1.266.339,31 ευρώ,...
όπως, επίσης, στο ίδιο ποσό των 1.266.339 ευρώ, που ταυτίζεται με την αντικειμενική του αξία, ανερχόταν η εμπορική του αξία και κατά τον χρόνο έγερσης της ένδικης αγωγής. B) Δυνάμει του υπ' αριθ. 28673/9.3.2011 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Κ., νόμιμα μεταγεγραμμένου στο υποθηκοφυλακείο ... ... ο πρώτος εναγόμενος μεταβίβασε, λόγω γονικής παροχής, στην τέταρτη εναγόμενη θυγατέρα του, την πλήρη κυριότητα ακινήτων (αγρών) και ειδικότερα:
α) ενός αγρού, επιφανείας 264,76 τετρ. μέτρων και β) ενός αγρού, επιφανείας 594,30 τετρ. μέτρων,... στη θέση "Π. Χ. ή ... "... του ... ... ,... γ) ενός αγρού, επιφανείας 28,95 τετρ. μέτρων και δ) ενός αγρού, επιφανείας 385,24 τετρ. μέτρων,... στη θέση "Π. Χ. ή ... "... του ... ... ,... Κατά τον χρόνο της ως άνω μεταβίβασης, η αντικειμενική αξία των εν λόγω ακινήτων ανερχόταν στο ποσό των 46.443,61 ευρώ, η δε εμπορική αξία αυτών ανερχόταν στο ίδιο ποσό των 46.443,61 ευρώ,...
όπως, επίσης, στο ίδιο ποσό των 46.443 ευρώ, που ταυτίζεται με την αντικειμενική τους αξία ανερχόταν η εμπορική τους αξία και κατά τον χρόνο έγερσης της ένδικης αγωγής. Γ) Δυνάμει του υπ' αριθ. ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Κ., νόμιμα μεταγεγραμμένου στο υποθηκοφυλακείο ... ... ο πρώτος εναγόμενος, παρακρατώντας για τον εαυτό του το δικαίωμα οικήσεως, μεταβίβασε, λόγω δωρεάς εν ζωή, στον ανήλικο (ηλικίας τότε 2 ετών περίπου) εγγονό του (τέκνο του δεύτερου εναγόμενου), ... - Α. ... - πέμπτο εναγόμενο [τέταρτο αναιρεσείοντα], όπως νόμιμα εκπροσωπήθηκε ο τελευταίος κατά την υπογραφή του συμβολαίου, από τους γονείς του (τον πατέρα του - δεύτερο εναγόμενο και τη μητέρα του Κ.
Χ. που ασκούσαν τη γονική μέριμνά του), την κυριότητα ποσοστού 1/2 εξ αδιαιρέτου επί της υπό στοιχείο "... " αυτοτελούς και ανεξάρτητης οριζόντιας ιδιοκτησίας - διαμερίσματος, ισογείου ορόφου οικοδομής, επιφανείας 80,06 τετρ. μέτρων και ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο 60/1000,... Η ως άνω οριζόντια ιδιοκτησία έχει συσταθεί σε οικοδομή κτισμένη επί οικοπέδου, εκτάσεως 1.823,60 τετρ.
μέτρων, που βρίσκεται στην περιοχή ... ... ,... Κατά τον χρόνο της ως άνω μεταβίβασης, η αντικειμενική αξία του εν λόγω ποσοστού κυριότητας εξ αδιαιρέτου, επί της ανωτέρω οριζόντιας ιδιοκτησίας, ανερχόταν στο ποσό των 65.480,45 ευρώ, η δε εμπορική αξία αυτού ανερχόταν στο ίδιο ποσό των 65.480,45 ευρώ,... όπως, επίσης, στο ίδιο ποσό των 65.480 ευρώ που ταυτίζεται με την αντικειμενική του αξία, ανερχόταν η εμπορική του αξία και κατά τον χρόνο έγερσης, της ένδικης αγωγής.
Δ) Δυνάμει του υπ' αριθ. ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών, Κ. Κ., νόμιμα μεταγεγραμμένου στο υποθηκοφυλακείο ... ... ο δεύτερος εναγόμενος, παρακρατώντας για τον εαυτό του το δικαίωμα οικήσεως, μεταβίβασε, λόγω γονικής παροχής, στον ανήλικο υιό του - πέμπτο εναγόμενο, νομίμως εκπροσωπούμενο, κατά την υπογραφή του συμβολαίου, από τους γονείς του (τον πατέρα του - δεύτερο εναγόμενο και τη μητέρα του Κ.
Χ. που ασκούσαν τη γονική μέριμνά του), την πλήρη και αποκλειστική κυριότητα της υπό στοιχεία "Κατοικία Άλφα (Α)" οριζόντιας ιδιοκτησίας-κατοικίας, η οποία αποτελείται, από τμήμα υπογείου, επιφανείας 154,08 τετρ. μέτρων, τμήμα επιφανείας 19,13 τετρ. μέτρων, τμήμα α' ορόφου, επιφανείας 165,51 τετρ. μέτρων, τμήμα β' ορόφου, επιφανείας 122,06 τετρ.
μέτρων, τμήμα γ' ορόφου, επιφανείας 112,65 τετρ. μέτρων, τμήμα δώματος, επιφανείας 19,13 τετρ. μέτρων. Η ως άνω κατοικία έχει συνολική επιφάνεια 592,56 τετρ. μέτρων και ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο 370/1000,... Η ως άνω οριζόντια ιδιοκτησία έχει συσταθεί σε οικοδομή κτισμένη επί οικοπέδου, εκτάσεως 1.823,60 τετρ.
μέτρων, που βρίσκεται στην περιοχή ... ... ,... Κατά τον χρόνο της ως άνω μεταβίβασης, η αντικειμενική αξία του εν λόγω ακινήτου ανερχόταν στο ποσό των 497.098,93 ευρώ, η δε εμπορική αξία αυτού ανερχόταν στο ίδιο ποσό των 497.098,93 ευρώ,... όπως, επίσης, στο ίδιο ποσό των 497.098 ευρώ, που ταυτίζεται με την αντικειμενική του αξία, ανερχόταν η εμπορική του αξία και κατά τον χρόνο έγερσης της ένδικης αγωγής.
Ε) Δυνάμει του υπ' αριθ. 28918/18.5.2011 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών, Κ. Κ., νόμιμα μεταγεγραμμένου στο υποθηκοφυλακείο ... ... η τρίτη εναγόμενη μεταβίβασε, λόγω γονικής παροχής, στην τέταρτη εναγόμενη θυγατέρα της, το δικαίωμα επικαρπίας επί ενός αγροτεμαχίου μετά των επ' αυτού κτισμάτων, εκτάσεως 6.939,70 τετρ.
μέτρων,... στη θέση ... ή Π. Χ.... του ... ... επί του οποίου υπάρχουν ισόγεια κατοικία με τμήμα α' ορόφου, επιφάνειας στο ισόγειο 299,45 τετρ. μέτρων και στον α' όροφο 30,75 τετρ. μέτρων, βοηθητικό κτίσμα, αποτελούμενο από υπόγειο, επιφανείας 65,80 τετρ. μέτρων, και ισόγειο, επιφανείας 85,60 τετρ. μέτρων, και υπόγειο, επιφανείας 65,80 τετρ.
μέτρων, και ισόγειο, επιφανείας 85,60 τετρ. μέτρων, και ισόγειο βοηθητικό κτίσμα, επιφανείας 47 τετρ. μέτρων. Κατά τον χρόνο της ως άνω μεταβίβασης, η αντικειμενική αξία του εν λόγω εμπραγμάτου δικαιώματος επί ακινήτου ανερχόταν στο ποσό των 358.112,41 ευρώ, η δε εμπορική αξία αυτού ανερχόταν στο ίδιο ποσό των 358.112,41 ευρώ,...
όπως, επίσης, στο ίδιο ποσό των 358.112 ευρώ, που ταυτίζεται με την αντικειμενική του αξία, ανερχόταν η εμπορική του αξία και κατά τον χρόνο έγερσης της ένδικης αγωγής. ΣΤ) Δυνάμει του υπ' αριθ. 28919/18.5.2011 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών, Κ. Κ., νόμιμα μεταγεγραμμένου στο υποθηκοφυλακείο ... ... η τρίτη εναγόμενη, παρακρατώντας για τον εαυτό της το δικαίωμα οικήσεως, μεταβίβασε, λόγω δωρεάς εν ζωή, στον ανήλικο εγγονό της... ... - Α. ... - πέμπτο εναγόμενο, όπως νόμιμα εκπροσωπήθηκε ο τελευταίος...
την κυριότητα ποσοστού 1/2 εξ αδιαιρέτου επί της υπό στοιχείο "... " αυτοτελούς και ανεξάρτητης οριζόντιας ιδιοκτησίας - διαμερίσματος, ισογείου ορόφου οικοδομής, επιφανείας 80,06 τετρ. μέτρων και ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο 60/1000,... Η ως άνω οριζόντια ιδιοκτησία έχει συσταθεί σε οικοδομή κτισμένη επί οικοπέδου, εκτάσεως 1.823,60 τετρ.
μέτρων, που βρίσκεται στην περιοχή ... ... ,... Κατά τον χρόνο της ως άνω μεταβίβασης, η αντικειμενική αξία του εν λόγω ποσοστού κυριότητας εξ αδιαιρέτου, επί της ανωτέρω οριζόντιας ιδιοκτησίας, ανερχόταν στο ποσό των 56.126,10 ευρώ, η δε εμπορική αξία αυτού ανερχόταν στο ίδιο ποσό των 56.126,10 ευρώ,... όπως, επίσης, στο ίδιο ποσό των 56.126 ευρώ, που ταυτίζεται με την αντικειμενική του αξία, ανερχόταν η εμπορική του αξία και κατά τον χρόνο έγερσης της ένδικης αγωγής.
Z) Δυνάμει του υπ' αριθ. 28920/18.5.2011 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Κ., νόμιμα μεταγεγραμμένου στο υποθηκοφυλακείο ... ... η τρίτη εναγόμενη, παρακρατώντας για τον εαυτό της το δικαίωμα οικήσεως, μεταβίβασε, λόγω δωρεάς εν ζωή, στον ανήλικο εγγονό της... ... - Α. ... - πέμπτο εναγόμενο, όπως νόμιμα εκπροσωπήθηκε...
την πλήρη κυριότητα επί της υπό στοιχεία "... αυτοτελούς και ανεξάρτητης οριζόντιας ιδιοκτησίας 1ου ορόφου του κτιρίου Α', επιφανείας 51,77 τετρ. μέτρων και ποσοστού συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 26/1000 εξ αδιαιρέτου, με παρακολουθήματα δύο θέσεις στάθμευσης αυτοκινήτων... της πυλωτής του κτιρίου Α', επιφανείας εκάστης 10,13 τετρ.
μέτρων και πέντε θέσεις στάθμευσης αυτοκινήτων ακαλύπτου χώρου οικοπέδου, επιφανείας εκάστης 11,50 τετρ. μέτρων και με αποκλειστική χρήση τμήματος ακαλύπτου χώρου οικοπέδου, επιφανείας 452,49 τετρ. μέτρων. Η ως άνω οριζόντια ιδιοκτησία έχει συσταθεί επί οικοπέδου, εκτάσεως 2.533,11 τετρ. μέτρων, που βρίσκεται στην περιοχή ... ... ,...
Κατά τον χρόνο της ως άνω μεταβίβασης, η αντικειμενική αξία του εν λόγω ακινήτου, ανερχόταν στο ποσό των 90.744,13 ευρώ, η δε εμπορική αξία αυτού ανερχόταν στο ίδιο ποσό των 90.744,13 ευρώ,... όπως, επίσης, στο ίδιο ποσό των 90.744 ευρώ, που ταυτίζεται με την αντικειμενική του αξία, ανερχόταν η εμπορική του αξία και κατά τον χρόνο έγερσης της ένδικης αγωγής.
Η) Δυνάμει του υπ' αριθ. 29037/22.6.2011 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών, Κ. Κ., νόμιμα μεταγεγραμμένου στο υποθηκοφυλακείο ... ... η τρίτη εναγόμενη, μεταβίβασε, λόγω πώλησης, στην έκτη εναγόμενη εταιρεία [πέμπτη αναιρεσείουσα], νομίμως εκπροσωπούμενη κατά την υπογραφή του συμβολαίου από τη Διευθύνουσα Σύμβουλο αυτής, τέταρτη εναγόμενη Μ. ... (θυγατέρα του πρώτου και τρίτης των εναγομένων και αδελφή του δεύτερου εναγόμενου), την πλήρη και αποκλειστική κυριότητα ενός οικοπέδου, εκτάσεως 818,15 τετρ.
μέτρων,... που βρίσκεται εντός των ορίων του οικισμού της Τοπικής Κοινότητας ... ... ... ... Κατά τον χρόνο της ως άνω μεταβίβασης, η αντικειμενική αξία του εν λόγω ακινήτου, ανερχόταν στο ποσό των 112.001,86 ευρώ, η δε εμπορική αξία αυτού ανερχόταν στο ίδιο ποσό των 112.001,86 ευρώ,... όπως, επίσης, στο ίδιο ποσό των 112.001 ευρώ, που ταυτίζεται με την αντικειμενική του αξία, ανερχόταν η εμπορική του αξία και κατά τον χρόνο έγερσης της ένδικης αγωγής.
Θ) Δυνάμει του υπ' αριθ. 29015/16.6.2011 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Κ., νόμιμα μεταγεγραμμένου στο υποθηκοφυλακείο ... ... ο πρώτος και η τρίτη των εναγόμενων, παρακρατώντας για τον εαυτό τους το δικαίωμα οικήσεως, μεταβίβασαν, λόγω δωρεάς εν ζωή, στον ανήλικο (ηλικίας τότε 2 ετών περίπου) εγγονό τους (τέκνο του δεύτερου εναγόμενου), ... - Α. ... - πέμπτο εναγόμενο, όπως νόμιμα εκπροσωπήθηκε ο τελευταίος κατά την υπογραφή του συμβολαίου από τους γονείς του (τον πατέρα του - δεύτερο εναγόμενο και τη μητέρα του Κ.
Χ. που ασκούσαν τη γονική μέριμνά του), την πλήρη κυριότητα κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος, επί της υπό στοιχείο "Κατοικία ... (Γ)" οριζόντιας ιδιοκτησίας- κατοικίας, αποτελούμενης από τμήμα επιφανείας 24,87 τετρ. μέτρων, τμήμα α' ορόφου, επιφανείας 149,57 τετρ. μέτρων, τμήμα β' ορόφου, επιφανείας 149,78 τετρ.
μέτρων, τμήμα δώματος, επιφανείας 20,29 τετρ. μέτρων. Η ως άνω οριζόντια ιδιοκτησία έχει συνολική επιφάνεια 344,51 τετρ. μέτρων, ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο 302/1000... Η εν λόγω οριζόντια ιδιοκτησία έχει συσταθεί σε οικοδομή κτισμένη επί οικοπέδου, εκτάσεως 1.823,60 τετρ. μέτρων, που βρίσκεται στην περιοχή ... ... ...
Κατά τον χρόνο της ως άνω μεταβίβασης, η αντικειμενική αξία της εν λόγω οριζόντιας ιδιοκτησίας, ανερχόταν στο ποσό των 554.016,90 ευρώ, η δε εμπορική αξία αυτού ανερχόταν στο ίδιο ποσό των 554.016,90 ευρώ,... όπως, επίσης, στο ίδιο ποσό των 554.016 ευρώ, που ταυτίζεται με την αντικειμενική του αξία, ανερχόταν η εμπορική του αξία και κατά τον χρόνο έγερσης της ένδικης αγωγής.
Ι) Δυνάμει του υπ' αριθ. ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών, Κ. Κ., νόμιμα μεταγεγραμμένου... ο δεύτερος και η τρίτη των εναγομένων μεταβίβασαν, λόγω πώλησης, τα ανήκοντα σ' αυτούς κατά ποσοστό 90% στον δεύτερο και 10% εξ αδιαιρέτου στην τρίτη υπό αριθ. 7 και 9 αγροτεμάχια και δη: α) την πλήρη κυριότητα, κατά ποσοστό 10% εξ αδιαιρέτου, στην τέταρτη εναγόμενη και κατά ποσοστό 90% εξ αδιαιρέτου, στην έκτη εναγόμενη εταιρεία, νόμιμα εκπροσωπούμενη κατά την υπογραφή του συμβολαίου από τη Διευθύνουσα Σύμβουλο αυτής - τέταρτη εναγόμενη, ενός αγροτεμαχίου, με αριθ. 7, άρτιου και οικοδομήσιμου, εκτάσεως 4.001,16 τετρ.
μέτρων, και β) την πλήρη κυριότητα κατά ποσοστό 100% στην έκτη εναγόμενη, νόμιμα εκπροσωπούμενη, ενός αγροτεμαχίου, με αριθ. 9, άρτιου και οικοδομήσιμου, εκτάσεως 4.220,39 τετρ. μέτρων. Τα ανωτέρω αγροτεμάχια αποτελούν τμήματα μεγαλύτερης έκτασης, ήτοι αγροτεμαχίου που βρίσκεται στη θέση "... ", της κτηματικής περιφέρειας Τοπικής Κοινότητας ... ,... ...
εκτάσεως 33.142,23 τετρ. μέτρων. Κατά τον χρόνο της ως άνω μεταβίβασης, η αντικειμενική αξία των εν λόγω αγροτεμαχίων, ανερχόταν στα ποσά των 12.603,65 ευρώ και 14.771,37 ευρώ, αντίστοιχα, η δε εμπορική αξία αυτών ανερχόταν στα ίδια ποσά των 12.603,65 ευρώ και 14.771,37 ευρώ, αντίστοιχα,... όπως, επίσης, στα ίδια ποσά των 12.603 ευρώ και 14.771 ευρώ, αντίστοιχα, που ταυτίζεται με την αντικειμενική τους αξία, ανερχόταν η εμπορική τους αξία και κατά τον χρόνο έγερσης της ένδικης αγωγής.
ΙΑ) Δυνάμει του υπ' αριθ. 28916/18.5.2011 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών, Κ. Κ., νόμιμα μεταγεγραμμένου στο υποθηκοφυλακείο ... ... ο δεύτερος και η τρίτη των εναγόμενων μεταβίβασαν, λόγω πώλησης, το ανήκον σ' αυτούς κατά ποσοστό 90% στον δεύτερο και 10% εξ αδιαιρέτου η τρίτη υπ' αριθ. 1 αγροτεμάχιο, προς την έκτη εναγόμενη εταιρεία, νόμιμα εκπροσωπούμενη κατά την υπογραφή του συμβολαίου από τη Διευθύνουσα Σύμβουλο αυτής- τέταρτη εναγόμενη, και δη την πλήρη κυριότητα, ενός αγροτεμαχίου, με αριθ. l, εκτάσεως 4.155,96 τετρ.
μέτρων, άρτιο και οικοδομήσιμο, εντός του οποίου έχει ανεγερθεί συγκρότημα κατοικιών, αποτελούμενων από υπόγεια συνολικού εμβαδού 296,48 τετρ. μέτρων, ισόγειο και Α όροφο, συνολικού εμβαδού 199,99 τετρ. μέτρων και ημιυπαίθριους χώρους, συνολικού εμβαδού 39,71 τετρ. μέτρων. Το ανωτέρω αγροτεμάχιο αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης έκτασης αγροτεμαχίου, εκτάσεως 8.173,95 τετρ.
μέτρων, που βρίσκεται στη θέση "... ", της κτηματικής περιφέρειας Τοπικής Κοινότητας ... ,... ... . Κατά τον χρόνο της ως άνω μεταβίβασης, η αντικειμενική αξία του εν λόγω ακινήτου με το συγκρότημα κατοικιών, ανερχόταν στο ποσό των 164.341,49 ευρώ, η δε εμπορική αξία αυτού ανερχόταν στο ποσό των 410.000 ευρώ..., ενώ κατά τον χρόνο έγερσης της αγωγής η εμπορική του αξία ανερχόταν, ενόψει της οικονομικής κρίσης και της συνακόλουθης σημαντικής πτώσης της αξίας των ακινήτων, στο ποσό των 320.000 ευρώ.
Σχετικά με τις αξίες των άνω ακινήτων, πέραν των ανωτέρω εκτεθέντων, λήφθηκαν υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε ακινήτου, όπως αυτά παρατίθενται παραπάνω, σε συνδυασμό και με την εκτίμηση των ιδίων των συμβαλλομένων στα συμβόλαια αυτά το έτος 2011, καθώς και τα διδάγματα της κοινής πείρας αναφορικά με τις κρατούσες συνθήκες στην αγορά ακινήτων και ιδίως της σημαντικής πτώσης της αγοραστικής αξίας αυτών λόγω της οικονομικής κρίσης.
Είναι χαρακτηριστικό και αποτελεί δίδαγμα της κοινής πείρας ότι κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης, και ιδίως από το έτος 2011, οι τιμές των ακινήτων στη χώρα μειώνονται,... Αποδείχθηκε έτσι ότι η αγοραία- εμπορική αξία των ανωτέρω απαλλοτριωθέντων ακινήτων ανερχόταν κατά τον χρόνο της απαλλοτρίωσης (Μάρτιο έως και Ιούνιο 2011), ως προς αυτά του πρώτου εναγόμενου στο συνολικό ποσό των 1.655.271,37 ευρώ, ως προς αυτά του δεύτερου εναγόμενου στο συνολικό ποσό των 890.736,45 ευρώ και ως προς αυτά της τρίτης εναγόμενης στο συνολικό ποσό των 937.729,59 ευρώ, ενώ η αγοραία- εμπορική αξία αυτών κατά τον κρίσιμο χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής (3.3.2016) ανερχόταν στα ποσά των 1.655.270 ευρώ, 809.735 ευρώ και 928.728 ευρώ, αντίστοιχα.
Αποδείχθηκε, ακολούθως, ότι κατά το χρονικό διάστημα των ως άνω απαλλοτριώσεων, οι τρεις πρώτοι των εναγομένων (ο πρώτος και η τρίτη σύζυγοι και ο δεύτερος υιός τους), εκ των οποίων οι μεν δύο πρώτοι αποτελούσαν ενεργά μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της εκδότριας/πρωτοφειλέτριας εταιρείας με την επωνυμία "... ... "...
με τις ιδιότητες του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου και του Αντιπροέδρου αυτής, αντίστοιχα, ενώ η τρίτη έφερε την ιδιότητα του μετόχου αυτής, γνώριζαν πολύ καλά αφενός το μεγάλο ύψος της απαίτησης της μετόχου αυτής, γνώριζαν πολύ καλά αφενός το μεγάλο ύψος της απαίτησης της ομολογιούχου (ενάγουσας) τόσο κατά της εκδότριας εταιρείας όσο και εναντίον τους ως εγγυητών από την έκδοση του αναφερομένου ανωτέρω κοινού ομολογιακού δανείου, και αφετέρου την κατάρρευση και δυσχερέστατη οικονομική κατάσταση στην οποία περιερχόταν η εκδότρια των ομολογιών εταιρεία (πρωτοφειλέτρια), όπως άλλωστε τούτο επιβεβαιώνεται και από τον μηδενικό κύκλο εργασιών της κατά το έτος 2011 (αλλά και τα έτη 2012 και 2013) και τις ζημίες ποσού ύψους κατά το έτος αυτό (2011) 1.322.063,90 ευρώ...
Ενόψει της διαφαινόμενης σίγουρης πλήρους οικονομικής αδυναμίας της πρωτοφειλέτριας να καλύψει έστω και μικρό μέρος της απαίτησης και διαβλέποντας, ως εκ τούτου, οι τρεις πρώτοι εναγόμενοι τη βεβαιότητα ότι η ενάγουσα θα στραφεί επί των περιουσιακών τους στοιχείων σε βάρος εκάστου από αυτούς, στο πλαίσιο της εις ολόκληρον ευθύνης τους, ως εγγυητών, στη σύμβαση του, εν λόγω κοινού ομολογιακού δανείου, προέβησαν στις ανωτέρω απαλλοτριώσεις και μάλιστα συλλήβδην μέσα σε ένα τετράμηνο, με αποκλειστικό σκοπό να αποστερήσουν την ενάγουσα από τη δυνατότητα να ικανοποιήσει την απαίτησή της από τα περιουσιακά αυτά στοιχεία, που διέθεταν.
Τούτο διότι η υπόλοιπη εμφανής ακίνητη περιουσία τους, λόγω του ύψους της οφειλής εκάστου εξ αυτών, της αξίας της περιουσίας του αλλά και του γεγονότος ότι ήταν βεβαρημένη προς εξασφάλιση άλλων δανείων, καταφανώς δεν αρκούσε για την ικανοποίηση της απαίτησης της ενάγουσας Τράπεζας. Αναλυτικότερα, όσον αφορά τον πρώτο εναγόμενο, αποδεικνύεται ότι τόσο κατά τον χρόνο των απαλλοτριώσεων όσο και κατά τον χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής, ο οποίος σημειωτέον είναι ο κρίσιμος χρόνος για να κριθεί η αφερεγγυότητα του οφειλέτη και ο προσδιορισμός της βλάβης του δανειστή (αλλά και κατά τον χρόνο συζήτησης αυτής), δεν είχε άλλη εμφανή περιουσία που να είναι αρκετή για την ικανοποίηση της απαίτησης της ενάγουσας Τράπεζας, αφού, μετά τις άνω απαλλοτριώσεις, αυτός διέθετε: 1) την πλήρη κυριότητα νομή και κατοχή ενός οικοπέδου, μετά της επ' αυτού οικίας,...
που βρίσκεται στην ... .. ,... επί της ... αριθ. 329, αξίας κατά το σύστημα του αντικειμενικού προσδιορισμού αλλά και αγοραίας- εμπορικής αξίας, που ταυτίζεται με την αντικειμενική, κατά τους ανωτέρω χρόνους ανερχόμενη στο ποσό των ... ευρώ. Ωστόσο το ακίνητο αυτό ήταν βεβαρημένο και δη έχουν εγγραφεί στα βιβλία υποθηκών του υποθηκοφυλακείου ...
τα ακόλουθα βάρη: α) προσημείωση υποθήκης, υπέρ της Εγνατίας Τράπεζας ΑΕ... από 5.7.2000, για ποσό ύψους 1.000.000.000 δραχμών (ή 2.934.702,86 ευρώ), β) προσημείωση υποθήκης, υπέρ της Εγνατίας Τράπεζας ΑΕ... από 26.4.2005, για ποσό 2.400.000 ευρώ γ) προσημείωση υποθήκης, υπέρ της ... Εγνατίας Τράπεζας ΑΕ... από 5.8.2009, για ποσό ύψους 9.500.000 ευρώ, δ) προσημείωση υποθήκης, υπέρ της Τράπεζας ... ...
για ποσό 1.200.000 ευρώ, ε) υποθήκη υπέρ του ... ... από 18.11.2013, για ποσό ύψους 2.426.741,80 ευρώ, στ) υποθήκη υπέρ του ... ,... από 16.11.2015, για ποσό ύψους 1.255.324,18 ευρώ. Επί του ιδίου, εξάλλου, ακινήτου έχουν επιβληθεί, σύμφωνα με σχετικές εγγραφές στα βιβλία κατασχέσεων του άνω υποθηκοφυλακείου: α) αναγκαστική κατάσχεση υπέρ Δ.Ο.Υ. ... ,...
από 11.10.2013, για ποσό ύψους 594.967,63 ευρώ και β) αναγκαστική κατάσχεση υπέρ του "Κέντρου Ελέγχου Φορολογουμένων ... ",... από 15.10.2013, για ποσό ύψους 2.379.620,60 ευρώ... 2) διαμέρισμα, επιφανείας 48,70 τετρ. μέτρων, στον τρίτο όροφο πολυκατοικίας κείμενης στον ... ... ... 3) διαμέρισμα, επιφανείας 98,15 τετρ. μέτρων, στον τέταρτο όροφο πολυκατοικίας κείμενης στον ... ... ... 4) μια θέση στάθμευσης, επιφανείας 10,13 τετρ.
μέτρων στο ισόγειο πολυκατοικίας κείμενης στον ... ... ... 5) μια θέση στάθμευσης, επιφανείας 43,54 τετρ. μέτρων στο ισόγειο πολυκατοικίας κείμενης στον ... ... ... 6) μία αποθήκη, επιφανείας 6,25 τετρ. μέτρων στο υπόγειο πολυκατοικίας κείμενης στον ... ... ... 7) μία αποθήκη, επιφανείας 12,93 τετρ. μέτρων στο υπόγειο πολυκατοικίας κείμενης στον ... ... ... 8) ποσοστό 0,02% εξ αδιαιρέτου επί ακινήτου επιφανείας 1.586 τετρ.
μέτρων κείμενου στη ... ... ... 9) ποσοστό 10% εξ αδιαιρέτου αγροτεμαχίου - οικοπέδου στη θέση "... ", της κτηματικής περιφέρειας Τοπικής Κοινότητας ... ,... ... και 10) ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ακινήτου, που είναι δασική έκταση και βρίσκεται στη θέση "... " στην ... ... . Η αξία των ανωτέρω υπό στοιχ. 2 έως 9 ακινήτων κατά το σύστημα του αντικειμενικού προσδιορισμού αλλά και η αγοραία - εμπορική αξία τους, που ταυτίζεται με την αντικειμενική, ανερχόταν κατά τους ανωτέρω χρόνους στα εξής ποσά κατά σειρά: 28.284,96 ευρώ, 59.596,68 ευρώ, 1.805,17 ευρώ, 7.758,83 ευρώ, 556,88 ευρώ, 1.152,06 ευρώ, 518,49 ευρώ και 2.730 ευρώ, ενώ όσο αφορά το δέκατο ακίνητο, λόγω ακριβώς του χαρακτηρισμού του ως δασικής έκτασης είχε μηδαμινή αγοραστική αξία προσδιοριζόμενη στο ποσό των 2.000 ευρώ..., ήτοι συνολικής αξίας, τα υπό στοιχεία 2 έως 10 ακίνητα, ανερχόμενης στο ποσό των 104.403,07 ευρώ.
Αποδεικνύεται έτσι χωρίς καμία αμφιβολία ότι η αξία της υπολειπόμενης περιουσίας του πρώτου εναγόμενου, η οποία κατά το σπουδαιότερο περιουσιακό του στοιχείο ήταν βεβαρημένη με προσημειώσεις υποθήκης (στη συνέχεια μάλιστα και με υποθήκες και αναγκαστικές κατασχέσεις για χρέη προς το Ελληνικό Δημόσιο) για ποσά πολύ μεγαλύτερα της αξίας της, στο δε σύνολό της καταφανώς δεν αρκούσε για την ικανοποίηση της αξίωσης της ενάγουσας ούτε για ικανοποίηση έστω και μικρού μέρους του κεφαλαίου, σε περίπτωση δε πλειστηριασμού είναι βέβαιο ότι όχι μόνο δεν θα απέμενε πλειστηρίασμα προς ικανοποίησή της (ενάγουσας), αλλά ούτε και οι εμπραγμάτως εξασφαλισμένοι θα μπορούσαν να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις τους.
Ακολούθως, όσον αφορά τον δεύτερο εναγόμενο, αποδεικνύεται ότι τόσο κατά τον χρόνο των απαλλοτριώσεων όσο και κατά τον χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής, δεν είχε άλλη εμφανή περιουσία που να είναι αρκετή για την ικανοποίηση της απαίτησης της ενάγουσας Τράπεζας, αφού, μετά τις άνω απαλλοτριώσεις, αυτός διέθετε: 1) κατά πλήρη κυριότητα, είκοσι δύο (22) οριζόντιες ιδιοκτησίες (αποθήκες, καταστήματα και διαμερίσματα), που βρίσκονται σε οικοδομή κτισμένη επί οικοπέδου, εκτάσεως (μετά τη ρυμοτόμηση) 1.788,56 τετρ.
μέτρων, κείμενου στη θέση ... ... του ... ... ,... η εμπορική αξία των οποίων ανερχόταν κατά τους άνω χρόνους στο συνολικό ποσό των 2.721.380 ευρώ. Επί των ανωτέρω οριζοντίων ιδιοκτησιών,... έχει εγγραφεί προσημείωση υποθήκης, υπέρ της ενάγουσας, μέχρι του ποσού των 5.515.000 ευρώ. Πρέπει να σημειωθεί ότι το ανωτέρω ακίνητο, με εκτελεστό τίτλο την προμνημονευόμενη διαταγή πληρωμής, κατασχέθηκε αναγκαστικά και εκτέθηκε σε δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό με επίσπευση της εδώ ενάγουσας, με τιμή πρώτης προσφοράς, όπως αυτή προσδιορίστηκε με την υπ' αριθ. 2129/30.3.2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ταυτιζόμενη με την αξία του ακινήτου και ανερχόμενη στο άνω ποσό των 2.721.328 ευρώ, ενώ, κατόπιν ματαιώσεως δύο φορές του πλειστηριασμού ελλείψει πλειοδοτών, με την υπ' αριθ. 8634/7.12.2018 απόφαση του άνω Δικαστηρίου, που εκδόθηκε με αίτηση της εδώ ενάγουσας, διατάχθηκε η διενέργεια νέου πλειστηριασμού με την ίδια ως άνω τιμή πρώτης προσφοράς.
Επίσης, γίνεται μνεία ότι επί των ανωτέρω οριζοντίων ιδιοκτησιών έχει εγγραφεί στα βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου ... υποθήκη υπέρ του ... (Κέντρο Ελέγχου Φορολογουμένων ... ), με αριθμό καταχώρισης 1103/25.9.2014 για ποσό ύψους 2.838.045,27 ευρώ, ενώ επιπλέον έχει επιβληθεί αναγκαστική κατάσχεση υπέρ του ... (Κέντρο Ελέγχου Φορολογουμένων ... ) που έχει νόμιμα καταχωριστεί στα βιβλία του ιδίου Κτηματολογικού Γραφείου,...
για ποσό ύψους 2.577.421,30 ευρώ. 2) κατά πλήρη κυριότητα ένα οικόπεδο κείμενο επί των ... αριθ. 15 και ... , στο ... ... ,... εκτάσεως 1.250,99 τετρ. μέτρων, μετά της επ' αυτού μονοκατοικίας, επιφανείας 377,30 τετρ. μέτρων, με πισίνα 40 τετρ. μέτρων και κατάστημα, η εμπορική αξία του οποίου ανερχόταν κατά τους παραπάνω χρόνους στο ποσό των 1.201.000 ευρώ.
Επί του ως άνω ακινήτου, επίσης, έχει εγγράφει στα βιβλία Υποθηκών του υποθηκοφυλακείου ... υποθήκη υπέρ του ... (Κέντρο Ελέγχου Φορολογουμένων ... ),... από 18.9.2014, για ποσό ύψους 2.838.045,27 ευρώ, ενώ επιπλέον έχει επιβληθεί αναγκαστική κατάσχεση υπέρ του ... (Κέντρο Ελέγχου Φορολογουμένων ... ) που έχει εγγράφει νόμιμα στα βιβλία κατασχέσεων του ιδίου υποθηκοφυλακείου,...
από 10.12.2013, για ποσό ύψους 2.577.421,30 ευρώ. 3) ποσοστό 10% επί οικοπέδων ευρισκομένων στην Αθήνα, επί της ... αριθ. 78, επιφανείας εκάστου 845 τετρ. μέτρων, 27 τετρ. μέτρων και 164 τετρ. μέτρων, η αγοραία- εμπορική αξία των οποίων (κατά το αναλογούν στον δεύτερο εναγόμενο ποσοστό), κατά τους ανωτέρω χρόνους ανερχόταν στα ποσά των 108.034 ευρώ, 3.452 ευρώ και 10.215 ευρώ, αντίστοιχα, και ταυτιζόταν με την αξία κατά το σύστημα του αντικειμενικού προσδιορισμού, 4) την πλήρη κυριότητα ποσοστού 50% εξ αδιαιρέτου επί οικοπέδου επιφανείας 1.040,46 τετρ.
μέτρων, στην Αθήνα, στη θέση "... ",... επί της ... αριθ. 80, η αγοραία - εμπορική αξία του οποίου (ποσοστού), κατά τους ανωτέρω χρόνους, ανερχόταν στο ποσό των 665.238 ευρώ και ταυτιζόταν με αυτή κατά το σύστημα του αντικειμενικού προσδιορισμού. Επί του ως άνω ποσοστού κυριότητας του εν λόγω ακινήτου, επίσης, έχει εγγράφει στα βιβλία Υποθηκών του υποθηκοφυλακείου Αθηνών υποθήκη υπέρ Δ.Ο.Υ. (Κέντρο Ελέγχου Φορολογουμένων ... ) από 22.9.2014, για ποσό ύψους 2.838.045,27 ευρώ, ενώ επιπλέον έχουν επιβληθεί, σύμφωνα με νόμιμη εγγραφή τους στα βιβλία κατασχέσεων του υποθηκοφυλακείου Αθηνών:
α) αναγκαστική κατάσχεση υπέρ της Δ.Ο.Υ. ... , από 8.7.2013, για ποσό ύψους 262.908,14 ευρώ, β) αναγκαστική κατάσχεση υπέρ Δ.Ο.Υ. Α' Αθηνών, από 13.9.2013, για ποσό ύψους 180.379,44 ευρώ και γ) αναγκαστική κατάσχεση υπέρ Κέντρου Ελέγχου Φορολογουμένων ... , από 9.12.2013, για ποσό ύψους 2.577.421,30 ευρώ... 5) ποσοστό 25% επί οικοπέδων ευρισκομένων στο ... ... ... ,...
επιφανείας εκάστου 3.852,33 τετρ. μέτρων και 610,60 τετρ. μέτρων,... αγοραίας-εμπορικής αξίας, κατά τους ανωτέρω χρόνους, ανερχόμενης στα ποσά των 190.168 ευρώ και 27.807 ευρώ, ταυτιζόμενη με αυτή κατά το σύστημα του αντικειμενικού προσδιορισμού, 6) πλήρη κυριότητα επί δύο αγροτεμαχίων, ευρισκομένων του ενός στους ... ,...
εκτάσεως 158,65 ευρώ [ενν.: τετραγωνικών μέτρων], και του ετέρου στο Δήμο ... , στη θέση "Π. Χ.", εκτάσεως 3.140 τετρ. μέτρων, αγοραίας-εμπορικής αξίας ανερχόμενης στα ποσά των 2.700 ευρώ και 7.500 ευρώ, αντίστοιχα... Αποδεικνύεται έτσι χωρίς καμία αμφιβολία ότι η αξία της υπολειπόμενης περιουσίας του δεύτερου εναγόμενου, και ανεξάρτητα βέβαια τις κατασχέσεις και την υποθήκη εκ μέρους του ... , στο σύνολό της καταφανώς δεν αρκούσε για την ικανοποίηση της αξίωσης της ενάγουσας.
Όσον αφορά την τρίτη εναγόμενη, αποδεικνύεται ότι τόσο κατά τον χρόνο των απαλλοτριώσεων όσο και κατά τον χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής, δεν είχε άλλη εμφανή περιουσία που να είναι αρκετή για την ικανοποίηση της απαίτησης της ενάγουσας Τράπεζας, αφού, μετά τις άνω απαλλοτριώσεις, αυτή διέθετε: 1) την πλήρη κυριότητα ποσοστού 50% εξ αδιαιρέτου επί οικοπέδου επιφανείας 1.040,46 τετρ.
μέτρων, στην Αθήνα, στη θέση "... ",... επί της ... αριθ. 80, η αγοραία - εμπορική αξία του οποίου (ποσοστού), κατά τους ανωτέρω χρόνους, ανερχόταν στο ποσό των 665.238 ευρώ και ταυτιζόταν με αυτή κατά το σύστημα του αντικειμενικού προσδιορισμού, 2) την πλήρη κυριότητα οικοπέδου, ευρισκόμενο στο ... , επιφανείας 818 τετρ.
μέτρων, η αγοραία - εμπορική αξία του οποίου, κατά τους ανωτέρω χρόνους, ανερχόταν στο ποσό των 82.848 ευρώ και ταυτιζόταν με αυτή κατά το σύστημα του αντικειμενικού προσδιορισμού, 3) την πλήρη κυριότητα οικοπέδου, εκτάσεως 142 τετρ. μέτρων, μετά του επ' αυτού κτίσματος, επιφανείας 81 τετρ. μέτρων, ευρισκομένου στο ... , η αγοραία - εμπορική αξία του οποίου, κατά τους ανωτέρω χρόνους, ανερχόταν στο ποσό των 44.172 ευρώ και ταυτιζόταν με αυτή κατά το σύστημα του αντικειμενικού προσδιορισμού, 4) ποσοστό 10% εξ αδιαιρέτου αγροτεμαχίων - οικοπέδων στη θέση "... "... ... , επιφανείας 4.220, 4.001 και 4.156 [ενν.:
τετραγωνικών μέτρων], η αγοραία - εμπορική αξία τους (ποσοστού), που ταυτίζεται με την αντικειμενική, ανερχόταν κατά τους ανωτέρω χρόνους στο ποσό των 2.730 ευρώ για το καθένα, 5) ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου ακινήτου, επιφανείας 4.021 τετρ. μέτρων, που είναι δασική έκταση, και βρίσκεται στη θέση "... " στην ... ... , η αγοραία- εμπορική αξία του οποίου (ποσοστού), λόγω ακριβώς του χαρακτηρισμού του ως δασικής έκτασης είναι μηδαμινή, ανερχόμενη στο ποσό των 1.000 ευρώ...
Σημειώνεται ότι οι τρεις πρώτοι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι σε τραπεζικούς λογαριασμούς τηρούμενους στην ενάγουσα τράπεζα και στο όνομα των συνοφειλετών, κατά τον κρίσιμο χρόνο 2011, ήταν κατατεθειμένα ποσά πλέον του 1.000.000 ευρώ. Πλην όμως ο ισχυρισμός τους αυτός ουδόλως αποδεικνύεται, καθόσον οι προσκομιζόμενες δύο εκτυπώσεις κίνησης λογαριασμών από το κατάστημα ...
της ενάγουσας δεν αναφέρουν το όνομα του προσώπου που ετηρούντο οι λογαριασμοί αυτοί, οι οποίοι άλλωστε εμφάνιζαν διακυμάνσεις κατά το κρίσιμο τετράμηνο, ο μεν ένας στις 10.3.2011 εμφανίζει υπόλοιπο 281.605 ευρώ μειούμενο έκτοτε συνεχώς, στις 6.6.2011 εμφανίζει υπόλοιπο 673.706 ευρώ και στις 24.6.2011 υπόλοιπο 905 ευρώ, ενώ ο έτερος κατά το διάστημα αυτό δεν είχε υπόλοιπο άνω των 61.790 ευρώ.
Ακολούθως, οι τρεις πρώτοι εναγόμενοι διατείνονται ότι δεν είχαν πρόθεση βλάβης της ενάγουσας, ομολογιούχου δανείστριας, καθόσον η συνολική εναπομένουσα περιουσία και των τριών καθώς και η περιουσία της εκδότριας/πρωτοφειλέτριας εταιρείας, σε συνδυασμό με τις επαρκείς διασφαλίσεις της ενάγουσας, δια της εγγραφής συναινετικών προσημειώσεων υποθηκών, ποσού 7.485.000 ευρώ, σε βάρος ακινήτου της πρωτοφειλέτριας εταιρείας με την επωνυμία "...
και ποσού ύψους 5.515.000 ευρώ, σε βάρος του προαναφερόμενου ακινήτου (οριζοντίων ιδιοκτησιών στη θέση ... ... ) του δεύτερου εναγόμενου,... ήταν επαρκής για την ικανοποίηση της δανείστριας ενάγουσας. Ωστόσο, όπως ήδη έχει εκτεθεί στην οικεία νομική σκέψη, η πρόθεση βλάβης του δανειστή υπάρχει όταν ο οφειλέτης γνωρίζει ότι με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία που του απομένει να μην επαρκεί για την ικανοποίηση του δανειστή, εν προκειμένω δε αποδείχθηκε ότι έκαστος των τριών πρώτων εναγόμενων γνώριζε πολύ καλά τόσο το υπέρογκο ύψος της απαίτησης της ενάγουσας σε βάρος της εκδότριας και των ιδίων ως εγγυητών και την οικονομική πορεία της εταιρείας, η οποία ήταν κακή και η οποία έβαινε επιδεινούμενη, για το λόγο δε αυτό άλλωστε είχε μηδενικό κύκλο εργασιών, όσο και ότι μετά την κατάρτιση των απαλλοτριωτικών δικαιοπραξιών, σε έκαστο εξ αυτών δεν απέμενε περιουσία για την ικανοποίηση της απαίτησης της ενάγουσας, κατά τα προεκτεθέντα, ενώ η πρόθεση αυτή εξακολουθεί να υφίσταται και όταν άλλος, εις ολόκληρον οφειλέτης, διαθέτει επαρκή περιουσία για την ικανοποίηση του δανειστή, καθόσον ο καταδολιευτικός χαρακτήρας της απαλλοτρίωσης κρίνεται από στοιχεία που συντρέχουν αποκλειστικά και μόνο στο πρόσωπο του απαλλοτριούντος και δεν επηρεάζεται από την οικονομική κατάσταση των λοιπών συνοφειλετών, με συνέπεια ο ισχυρισμός τους και συγκεκριμένα η ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων στην κυριότητα της εκδότριας/πρωτοφειλέτριας ανώνυμης εταιρείας καθώς και η ύπαρξη ακινήτων στην κυριότητα των λοιπών συνεγγυητών, όπως ειδικότερα αναπτύσσουν στις προτάσεις τους, ουδόλως διαφοροποιεί τα ανωτέρω περί προθέσεώς τους για βλάβη της ενάγουσας και ουδόλως ασκούν έννομη επιρροή εν προκειμένω,...
Σημειώνεται μάλιστα ότι το προαναφερόμενο ακίνητο της εκδότριας/πρωτοφειλέτριας εταιρείας, επί του οποίου είχε εγγραφεί η προσημείωση υποθήκης, ήτοι ένα οικόπεδο με κτίσμα που βρίσκεται εντός σχεδίου του Δήμου ... ... ... με επίσπευση της εδώ ενάγουσας και με εκτελεστό τίτλο την προαναφερόμενη διαταγή πληρωμής εκτέθηκε σε αναγκαστικό πλειστηριασμό, ο οποίος διενεργήθηκε στις 25.4.2018, και κατακυρώθηκε στην επισπεύδουσα και μοναδική πλειοδότη ενάγουσα, στην τιμή πρώτης προσφοράς ήτοι στο ποσό των 2.253.453 ευρώ, το οποίο τίμημα κατατέθηκε αρμοδίως από την υπερθεματίστρια ενάγουσα προς διανομή στους δικαιούχους.
Μεταξύ άλλων γενομένων αναγγελιών, αναγγέλθηκε, την 17.4.2018, η ενάγουσα, για την επίδικη απαίτησή της, η οποία κατά τον χρόνο της αναγγελίας είχε ανέλθει, με τους τόκους και τα έξοδα, στο ποσό των 12.734.249,49 ευρώ, ενώ η Τράπεζα Πειραιώς αναγγέλθηκε για συνολικές απαιτήσεις της ανερχόμενες στο ποσό των 22.336.818,01 ευρώ.
Εκ του διανεμητέου ποσού του πλειστηριασμού η ενάγουσα κατατάχθηκε προνομιακά και τυχαία για ποσό 1.457.168,02 ευρώ και τυχαία και σύμμετρα για ποσό 74.490,57 ευρώ. Επίσης, οι τρεις πρώτοι εναγόμενοι διατείνονται ότι δεν είχαν πρόθεση βλάβης της ενάγουσας δανείστριας, καθόσον οι κρίσιμες δικαιοπραξίες έλαβαν χώρα σε χρόνο κατά τον οποίο δεν είχαν ληξιπρόθεσμες οφειλές προς αυτήν, ότι η υπολειπόμενη περιουσία καθενός εξ αυτών υπερκαλύπτει το ποσό της οφειλής του προς την αντίδικό του, ότι η ενάγουσα αναγνωρίζοντας τη φερεγγυότητα της εκδότριας/πρωτοφειλέτριας εταιρίας είχε εγκρίνει κατά το έτος 2013 τη χορήγηση πρόσθετης δανειοδότησης προς αυτήν και ότι οι μεταβιβάσεις έγιναν προς εκπλήρωση ηθικού καθήκοντος και λόγω ηλικίας και κατάστασης υγείας (μετά από σοβαρή εγχείρηση καρδιάς) του μεταβιβάζοντος.
Οι ισχυρισμοί τους περί υπολειπόμενης περιουσίας τους για την ικανοποίηση της αξίωσης της ενάγουσας είναι αβάσιμοι, όπως εκτενώς αναλύθηκε παραπάνω, το γεγονός ότι δεν υφίσταντο κατά τον χρόνο εκείνο ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις της ενάγουσας δεν αναιρεί την παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου, αφού εκείνοι επέλεξαν αυτό το χρονικό σημείο, γνωρίζοντας πολύ καλά την κακή και συνεχώς επιδεινούμενη οικονομική κατάσταση της εκδότριας/πρωτοφειλέτριας, το γεγονός ότι η τελευταία ήταν υπερχρεωμένη και εμφάνιζε ζημίες, το ύψος της απαίτησης της ενάγουσας, για το οποίο εκείνοι είχαν εγγυηθεί, το οποίο υπερέβαινε κατά πολύ την αξία της περιουσίας τους, ενώ σε σημαντικό περιουσιακό στοιχείο του πρώτου εναγομένου είχε προτεραιότητα άλλος δανειστής, ο οποίος είχε εγγράψει σχετικές εξασφαλίσεις, κατά τα λεπτομερώς εκτεθέντα.
Επιπρόσθετα, οι τρεις πρώτοι εναγόμενοι προέβησαν στις εν λόγω μεταβιβάσεις σε χρόνο και για λόγο που δεν δικαιολογούν, αντίθετα αόριστα αναφέρουν ότι μεταβίβασαν τα παραπάνω ακίνητα από ηθικό καθήκον και συνεπεία σημαντικών προβλημάτων υγείας. Πλην όμως, το μεν η σχετική ηθική υποχρέωση δεν μπορεί να δικαιολογήσει ούτε τη βλάβη των δανειστών, ούτε την προτίμηση εκπλήρωσης από τον οφειλέτη των ηθικών υποχρεώσεων του έναντι των νομικών, το δε η ύπαρξη λόγων υγείας ουδόλως αποδεικνύεται, καθόσον δεν προσκομίζεται κάποιο σχετικό έγγραφο.
Επίσης, οι διαπραγματεύσεις κατά το έτος 2013 μεταξύ της ενάγουσας και της πρωτοφειλέτριας, για την αναχρηματοδότησή της, δεν καταδεικνύουν φερεγγυότητα της τελευταίας, κάτι που άλλωστε ευθέως αντικρούεται από τα οικονομικά της στοιχεία, αλλά προσπάθεια της ενάγουσας να διασφαλίσει τις απαιτήσεις της, που ήδη άρχισαν να γίνονται ληξιπρόθεσμες, και να λάβει περισσότερες εγγυήσεις, προσπάθεια τελικά που δεν κατέληξε σε επιτυχία.
Εξάλλου, από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων αποδεικνύεται ότι η έλλειψη εν γένει επαρκούς - για την ικανοποίηση της επίδικης απαίτησης της ενάγουσας - περιουσίας εκάστου των τριών πρώτων εναγομένων, εξακολουθούσε να υφίσταται και κατά τον χρόνο συζήτησης της ένδικης αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου.
Περαιτέρω, ενόψει της χαριστικής αιτίας των απαλλοτριωτικών δικαιοπραξιών, που αφορούσαν την τέταρτη των εναγομένων (τέκνο του πρώτου και της τρίτης των εναγομένων) και τον πέμπτο των εναγομένων (τέκνο του δεύτερου των εναγομένων και εγγονού του πρώτου και της τρίτης των εναγομένων), ο οποίος, λόγω της ανηλικότητάς του, νόμιμα εκπροσωπείτο από τους ασκούντες από κοινού τη γονική μέριμνα αυτού, γονείς του, Κ.
Κ. του ... και Κ. Χ. του Θεοδώρου, δεν απαιτείται γνώση αυτών [τέταρτης εναγομένης και των νομίμων εκπροσώπων του ανηλίκου/πέμπτου εναγομένου] ως προς την πρόθεση των γονέων τους εναγομένης και των νομίμων εκπροσώπων του ανηλίκου/πέμπτου εναγομένου] ως προς την πρόθεση των γονέων τους και πάππου και μάμμης, αντίστοιχα.
Όσον αφορά, ωστόσο, τις λοιπές επαχθείς απαλλοτριώσεις (συμβάσεις αγοραπωλησίας ακινήτων) εκ μέρους των τριών πρώτων εναγομένων προς την τέταρτη και την έκτη εναγόμενη εταιρεία, αποδεικνύεται η γνώση της τέταρτης εναγόμενης, τόσο ατομικά όσο και ως νόμιμης εκπροσώπου της έκτης εναγόμενης, με την ιδιότητα της Προέδρου και Διευθύνουσας Συμβούλου αυτής...
ως προς την πρόθεση των μεταβιβασάντων προς αυτές εναγομένων. Συγκεκριμένα, η τέταρτη εναγόμενη, ενόψει αφενός, της στενής συγγενικής της σχέσης με τους τρεις πρώτους των εναγομένων (ως θυγατέρας του πρώτου και της τρίτης και αδελφής του δεύτερου των εναγομένων) και αφετέρου της έντονης επιχειρηματικής της δραστηριότητας, δεδομένου ότι ήδη κατά τον χρόνο των επίδικων μεταβιβάσεων, έφερε την ιδιότητα της Προέδρου και Διευθύνουσας Συμβούλου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ... ... " (έκτης εναγόμενης), γνώριζε πλήρως την οικονομική κατάσταση των τριών πρώτων εναγομένων και της πρωτοφειλέτριας (εκδότριας των ομολογιών) εταιρείας και το βλαπτικό σκοπό των πρώτου, δεύτερου και τρίτης από αυτούς να ματαιώσουν την ικανοποίηση των απαιτήσεων της ενάγουσας, μέσω των επίδικων απαλλοτριώσεων, και οι δύο άλλωστε εταιρείες (πρωτοφειλέτρια και έκτη εναγόμενη) αποτελούν οικογενειακές εταιρείες συμφερόντων της οικογένειας ...
υ (των εναγομένων)... Ενισχυτικό, επίσης, στοιχείο της κρίσης αυτής του Δικαστηρίου αποτελεί και το γεγονός ότι οι παραπάνω μεταβιβαστικές δικαιοπραξίες καταρτίστηκαν ουσιαστικά, στο σύνολό τους, μεταξύ στενών συγγενών, στο ιδιαίτερα σύντομο- κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας- χρονικό διάστημα μεταξύ των μηνών Μαρτίου και Ιουνίου του έτους 2011, σε χρόνο και για λόγο που δεν δικαιολογούν.
Εξάλλου, ενόψει της αξίας των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, όπως η αξία αυτή αναλυτικά έχει αναφερθεί παραπάνω, και η οποία υπολείπεται κατά πολύ της απαίτησης της ενάγουσας, η οποία ήδη από 30.9.2015 ανερχόταν στο ποσό των 11.217.631,52 ευρώ, πλέον συμβατικών τόκων υπερημερίας από 30.9.2015 και εφεξής, των τόκων ανατοκιζομένων ανά εξάμηνο, πλέον εξόδων, συνέτρεχε νόμιμη περίπτωση ολικής διάρρηξης όλων των κρίσιμων καταδολιευτικών απαλλοτριώσεων....
Εξάλλου, με τον έβδομο λόγο της έφεσής τους οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η ενάγουσα επικαλέστηκε στην ένδικη αγωγή της, για την θεμελίωση της ενεργητικής νομιμοποίησής της, τις ιδιότητές της ως μοναδικής ομολογιούχου δανείστριας και ως εκπροσώπου των ομολογιούχων, ότι οι ιδιότητες αυτές συνέπιπταν μεν στο ίδιο πρόσωπο πλην όμως απέκλειαν η μια την άλλη για την θεμελίωση της ενεργητικής νομιμοποίησης προς άσκηση της ένδικης αγωγής, διότι σύμφωνα με τους όρους 9.10, 9.12 και 9.13 του μεταξύ της ενάγουσας και της εκδότριας εταιρείας ιδιωτικού συμφωνητικού, όπως τροποποιήθηκε, και του άρθρου 4 παρ. 6 ν. 3156/2003, όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του με το ν. 4548/2018, μόνο ο εκπρόσωπος των ομολογιούχων νομιμοποιείτο ενεργητικά να ασκήσει την ένδικη αγωγή, και ότι αυτή (αγωγή) έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω της αντιφατικής θεμελίωσης της ενεργητικής νομιμοποίησης ενάγουσας και στις δύο ως άνω ιδιότητες της.
Ωστόσο, ο λόγος αυτός της έφεσης, υπό το άνω περιεχόμενό του, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αλυσιτελής, καθόσον οι δύο παραπάνω ιδιότητες, οι οποίες πράγματι συντρέχουν στο πρόσωπο της ενάγουσας, δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους ούτε είναι αντικρουόμενες κατά το ουσιαστικό δίκαιο, ούτε δημιουργούν οιαδήποτε αμφιβολία σχετικά με το πρόσωπο της ενάγουσας/διαδίκου.... ".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού αντικατέστησε εν μέρει την εσφαλμένη αιτιολογία της εκκαλουμένης απόφασης, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής κατά της πρωτόδικης 1024/2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δεχτεί εν μέρει την αγωγή. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 939, 941, 942, 943 ΑΚ, καθόσον τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούσαν το πραγματικό των άνω διατάξεων και δικαιολογούσαν τη διάρρηξη των ένδικων απαλλοτριωτικών δικαιοπραξιών, αφού, σύμφωνα με τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, α) τα δικαιοπαραγωγικά περιστατικά της απαίτησης της αναιρεσίβλητης είχαν συντελεστεί κατά τον κρίσιμο χρόνο (Μάρτιο και Ιούνιο 2011) της κατάρτισης των επίμαχων μεταβιβαστικών συμβολαίων, καθόσον είχαν ως γενεσιουργό αιτία την από 27.10.2006 σύμβαση κάλυψης κοινού ομολογιακού δανείου, δυνάμει της οποίας η αναιρεσίβλητη κάλυψε εξ ολοκλήρου το εν λόγω δάνειο που εξέδωσε η αναφερόμενη εταιρεία με την επωνυμία "... ... ", και στην οποία (σύμβαση), όπως και στις επακολουθήσασες πράξεις τροποποίησης αυτής, συμβλήθηκαν ως εγγυητές ο ... ...
και οι δύο πρώτοι αναιρεσείοντες, ευθυνόμενοι έναντι της αναιρεσίβλητης, μοναδικής ομολογιούχου δανείστριας, για την εμπρόθεσμη και προσήκουσα εξόφληση των κάθε είδους απαιτήσεών της από τις ομολογίες, η ένδικη δε απαίτηση αυτής εναντίον τους είχε καταστεί ληξιπρόθεσμη και απαιτητή προ του χρόνου έγερσης της ένδικης αγωγής (3-3-2016), ανερχόμενη (τόσο κατά τον χρόνο έγερσης της αγωγής όσο και κατά τον χρόνο συζήτησής της) στο ποσό των 11.217.631,25 ευρώ, πλέον συμβατικών τόκων υπερημερίας από τις 30.9.2015 και εφεξής, β) οι ανωτέρω εγγυητές προέβησαν στην κατάρτιση όλων των ένδικων απαλλοτριωτικών δικαιοπραξιών, μέσα σε ένα τετράμηνο, προς βλάβη της αναιρεσίβλητης, ήτοι με αποκλειστικό σκοπό να αποστερήσουν αυτήν από τη δυνατότητα να ικανοποιήσει την απαίτησή της από τα μεταβιβασθέντα περιουσιακά τους στοιχεία, καθόσον γνώριζαν, κατά το χρόνο αυτό, αφενός μεν το μεγάλο ύψος της απαίτησης της ομολογιούχου αναιρεσίβλητης, τόσο κατά της εκδότριας εταιρείας όσο και εναντίον τους, ως εγγυητών από την έκδοση του ανωτέρω κοινού ομολογιακού δανείου, καθώς και την κατάρρευση και δυσχερέστατη οικονομική κατάσταση στην οποία περιερχόταν η εκδότρια των ομολογιών εταιρεία (πρωτοφειλέτρια), αφετέρου δε ότι με τις μεταβιβάσεις αυτές θα περιέλθουν σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η υπολειπόμενη περιουσία τους, λόγω του ύψους της οφειλής εκάστου εξ αυτών, της αξίας της περιουσίας του αλλά και του γεγονότος ότι αυτή ήταν βεβαρημένη προς εξασφάλιση άλλων δανείων, να μην αρκεί για την ικανοποίηση των άνω απαιτήσεων της αναιρεσίβλητης, γ) κατά τον χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής οι αναιρεσείοντες δεν είχαν άλλη περιουσία που να είναι αρκετή για την ικανοποίηση της απαίτησης της ενάγουσας Τράπεζας, δεδομένου ότι, ειδικότερα, η υπολειπόμενη περιουσία του Γ.
Κ., ήταν, κατά το σπουδαιότερο περιουσιακό στοιχείο, βεβαρημένη με προσημειώσεις υποθήκης για ποσά πολύ μεγαλύτερα της αξίας της, και έτσι δεν αρκούσε για την ικανοποίηση της αξίωσης της αναιρεσίβλητης ούτε για ικανοποίηση έστω και μικρού μέρους του κεφαλαίου, ενώ και στην περιουσία του πρώτου αναιρεσείοντος υπήρχαν κατασχέσεις και υποθήκη υπέρ του ... , δ) ότι η τρίτη αναιρεσείουσα, όσον αφορά τις επαχθείς απαλλοτριώσεις (συμβάσεις αγοραπωλησίας ακινήτων) προς αυτήν και την πέμπτη αναιρεσείουσα εταιρεία "... ." (μεταβιβάσεις υπό Η', Ι' και ΙΑ'), γνώριζε, τόσο ατομικά όσο και ως νόμιμη εκπρόσωπος της πιο πάνω εταιρείας, με την ιδιότητα της Προέδρου και Διευθύνουσας Συμβούλου αυτής, την οικονομική κατάσταση του Γ.
Κ. και των δύο πρώτων αναιρεσειόντων, όπως και αυτήν της πρωτοφειλέτριας (εκδότριας των ομολογιών) εταιρείας, καθώς επίσης και το βλαπτικό σκοπό αυτών να ματαιώσουν την ικανοποίηση των απαιτήσεων της αναιρεσίβλητης, μέσω των επίδικων απαλλοτριώσεων, και ε) ότι η αξία των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, υπολείπεται κατά πολύ της απαίτησης της αναιρεσίβλητης, με συνέπεια να πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής των πιο πάνω διατάξεων και να δικαιολογείται η ολική διάρρηξη όλων των γενομένων καταδολιευτικών απαλλοτριώσεων.
Δεχόμενο δε το Εφετείο, ότι η πέμπτη αναιρεσείουσα εταιρεία γνώριζε ότι οι μεταβιβάζοντες απαλλοτριώνουν προς βλάβη της αναιρεσίβλητης, αφού η τρίτη αναιρεσείουσα, ενεργώντας υπό την ιδιότητά της ως εκπροσώπου αυτής, γνώριζε πλήρως την οικονομική κατάσταση των δύο πρώτων αναιρεσειόντων, του πρώτου εναγομένου και της πρωτοφειλέτριας εταιρείας "... ", καθώς και το σκοπό των δύο πρώτων αναιρεσειόντων να ματαιώσουν, μέσω των ως άνω απαλλοτριώσεων, την ικανοποίηση των απαιτήσεων της αναιρεσίβλητης, δεν εφάρμοσε το τεκμήριο του άρθρου 941 παρ.2 ΑΚ, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνουν οι αναιρεσείοντες, αλλά δέχθηκε τη γνώση αυτής ως αποδεδειγμένη από τα αναφερόμενα στην απόφαση αποδεικτικά μέσα και δη ότι συνάγεται α) από τη δραστηριότητα της τρίτης αναιρεσείουσας στο χώρο των επιχειρήσεων, αφού ήταν Πρόεδρος Δ.Σ.
και διευθύνουσα σύμβουλος της πέμπτης αναιρεσείουσας, εμπορικής εταιρίας που δραστηριοποιείται στο χώρο της εμπορίας ετοίμων ενδυμάτων, και τη συνακόλουθη συναλλακτική εμπειρία της, β) από το γεγονός ότι τόσο η πρωτοφειλέτρια εταιρία, όσο και η πέμπτη αναιρεσείουσα, αποτελούν οικογενειακές εταιρείες συμφερόντων της οικογένειας ...
υ και γ) από το ότι οι παραπάνω μεταβιβαστικές δικαιοπραξίες, όπως και οι υπόλοιπες, καταρτίστηκαν μεταξύ στενών συγγενών εντός ιδιαίτερα σύντομου χρονικού διαστήματος, χωρίς να προκύπτει κάποιος λόγος που επέβαλε τούτο. Κατά συνέπεια, η αναφορά από το Εφετείο στη συγγενική σχέση της τρίτης αναιρεσείουσας με τους δύο πρώτους αναιρεσείοντες και τον πρώτο εναγόμενο, έγινε προς ενίσχυση της κρίσης του για την αποδεικνυόμενη γνώση αυτής ως προς τα ανωτέρω κρίσιμα ζητήματα.
Επομένως ο έβδομος, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Επίσης, ο πρώτος πρόσθετος λόγος, ως προς το σκέλος του, με το οποίο προβάλλονται επιπλέον πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ για παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 68 ΚΠολΔ, 1, 3 και 4 ν. 3156/2003 και 939 Α.Κ.
με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα δέχτηκε ότι υπήρξε καταδολίευση της αναιρεσίβλητης υπό την ιδιότητά της ως εκπροσώπου των ομολογιούχων, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι απαράδεκτος, αφού, όπως προκύπτει από τις προαναφερθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχτηκε ρητώς ότι η βλάβη της αναιρεσίβλητης αφορούσε την απαίτησή της υπό την ουσιαστική ιδιότητά της ως μοναδικής ομολογιούχου και υπέρ ης οι εγγυήσεις.
Εξάλλου, η παραδοχή του Εφετείου ότι το ομολογιακό δάνειο ήταν ασφαλισμένο με προσημειώσεις, δεν συνεπάγεται υποχρεωτικά τη διατήρηση της ιδιότητας του εκπροσώπου και μετά τη λήξη του, αφού η διάταξη του άρθρο 3 § 1 ν. 3156/2003 επιβάλλει στην περίπτωση αυτή μόνο την οργάνωση των ομολογιούχων σε ομάδα κατά τη διάρκειά του, ενώ η τυχόν διατήρηση της ιδιότητας του εκπροσώπου και μετά τη λήξη του ρυθμίζεται από τους όρους του δανείου κατά το άρθρο 1 § 7 του ίδιου νόμου.
Επομένως το Εφετείο, το οποίο, κρίνοντας ότι η αναιρεσίβλητη ενήργησε με την ιδιότητά της ως μοναδικής ομολογιούχου, δεν απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη λόγω ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησης αυτής, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 68 ΚΠολΔ, 361 Α.Κ., 1, 3 § 1 και 4 ν. 3156/2003, αφού αυτή ασκήθηκε από την αναιρεσίβλητη και υπό την ιδιότητα της μοναδικής ομολογιούχου.
Κατά συνέπεια, ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η ανωτέρω πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, με τον οποίο προβάλλεται επιπλέον πλημμέλεια από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την ίδια ως άνω αιτίαση, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού η αιτίαση δεν αφορά ελάττωμα της αγωγής λόγω έλλειψης των αναγκαίων στοιχείων νομιμοποίησης της αναιρεσίβλητης, αλλά παραβίαση ουσιαστικών διατάξεων νόμου εκ μέρους του Εφετείου (πρβλ.
Ολ.Α.Π. 25/2008, Α.Π. 742/2018).
Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθ' όσον διέλαβε σε αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 939, 940, 941 και 942 Α.Κ., τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, αφού τα δεκτά, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό του πόρισμα περί της καταδολιευτικής φύσης των επίδικων μεταβιβάσεων και περί συνδρομής περίπτωσης διάρρηξης αυτών στο σύνολό τους.
Συγκεκριμένα, η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει επαρκή και πλήρη αιτιολογία σχετικά με την έλλειψη φερεγγυότητας των αναιρεσειόντων και του πρώτου εναγομένου ως αποτέλεσμα των μεταβιβάσεων, δεχόμενο ότι 1) η περιουσία του πρώτου εναγομένου, μετά τις απαλλοτριώσεις και κατά το χρόνο της άσκησης της αγωγής, αποτελείτο από α) οικόπεδο με οικία στην ... .. , αξίας ...
ευρώ, επί του οποίου υπήρχαν υποθήκες τρίτων συνολικού ύψους 19.716.768,84 ευρώ, και β) από δύο διαμερίσματα, δύο θέσεις στάθμευσης και δύο αποθήκες σε πολυκατοικία στο ... ... , ποσοστό 0,02% εξ αδιαιρέτου ακινήτου στη ... ... , ποσοστό 10% αγροτεμαχίου στον ... και ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου δασικής έκτασης στην ... ... , συνολικής αξίας όλων των ανωτέρω (υπό β') 104.403,07 ευρώ, 2) η περιουσία του πρώτου αναιρεσείοντος, μετά τις απαλλοτριώσεις και κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, αποτελείτο από α) 22 οριζόντιες ιδιοκτησίες (διαμερίσματα, καταστήματα και αποθήκες) σε οικοδομή στη θέση ... ... -... ... , συνολικής αξίας 2.721.380 ευρώ, επί των οποίων έχει εγγραφεί προσημείωση υπέρ της αναιρεσίβλητης για 5.515.000 ευρώ, όμως έχει εγγραφεί και υποθήκη υπέρ του Δημοσίου, ύψους 2.838.045,27 ευρώ, β) οικόπεδο με οικία, πισίνα και κατάστημα στο ... ... , αξίας 1.201.000 ευρώ, επί του οποίου υπάρχει υποθήκη υπέρ του Δημοσίου για 2.838.045,27 ευρώ, γ) ποσοστό 10% τριών οικοπέδων στην Αθήνα, αξίας 108.034, 3.452 και 10.215 ευρώ, δ) ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου οικοπέδου στην Αθήνα, αξίας 665.238 τ.μ., επί του οποίου υπάρχει υποθήκη υπέρ του Δημοσίου, ύψους 2.838.045,27 ευρώ, ε) ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου δύο οικοπέδων στο ... ... , αξίας 190.168 και 27.807 ευρώ, και στ) αγροτεμάχιο στους ...
και έτερο αγροτεμάχιο στις ... ... , αξίας 2.700 και 7.500 ευρώ αντίστοιχα, και 3) η περιουσία της δεύτερης αναιρεσείουσας, μετά τις απαλλοτριώσεις και κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, αποτελείτο από α) ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου οικοπέδου στην Αθήνα, αξίας 665.238 ευρώ, β) οικόπεδο στο ... αξίας 82.848 ευρώ, γ) οικόπεδο στο ... , αξίας 44.172 ευρώ, δ) ποσοστό 10% τριών αγροτεμαχίων στον ... , αξίας 2.730 ευρώ εκάστου, και ε) ποσοστό 25% δασικής έκτασης στην ... , αξίας 1.000 ευρώ, δηλαδή αναφέροντας λεπτομερώς ολόκληρη την υπολειπόμενη περιουσία των δύο πρώτων αναιρεσειόντων και του πρώτου εναγομένου, και την αξία της, έτσι ώστε να προκύπτει ότι, ενόψει της αξίας των ακινήτων και του ύψους των βαρών, που υπάρχουν σε αυτά, η περιουσία κάθε εγγυητή καταφανώς δεν επαρκεί για την ικανοποίηση της απαίτησης της αναιρεσίβλητης, που κατά το χρόνο της άσκησης και της πρώτης συζήτησης της αγωγής ανερχόταν σε 11.217.631,25 ευρώ πλέον τόκων υπερημερίας από 30-9-2015 και εξόδων, και ότι κατ' ακολουθίαν απαιτείται η διάρρηξη του συνόλου των επίδικων καταδολιευτικών μεταβιβάσεων.
Επίσης, το Εφετείο με πλήρη και επαρκή αιτιολογία έκρινε ότι η τρίτη αναιρεσίβλητη, υπό την ιδιότητα αυτής ως Προέδρου Δ.Σ. και διευθύνουσας συμβούλου της πέμπτης αναιρεσίβλητης ¨... .", γνώριζε την οικονομική κατάσταση των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων και του πρώτου εναγομένου, και κατά συνέπεια τον καταδολιευτικό σκοπό τους, ενόψει και της στενής συγγενικής σχέσης της με αυτούς, αλλά και της αυξημένης εμπειρίας της περί τις συναλλαγές.
Περαιτέρω, το Εφετείο με πλήρη αιτιολογία δέχτηκε ανέλεγκτα ότι οι πραγματικές αξίες των ακινήτων κατά το χρόνο της άσκησης της αγωγής (2016) ήταν ίσες με τις αντικειμενικές τους αξίες κατά το χρόνο της μεταβίβασης (2011), με την εξαίρεση του ακινήτου υπό στοιχείο ΙΑ', αφού έλαβε υπόψη του τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε ακινήτου, όπως αυτά αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, και την πτώση των τιμών των ακινήτων μεταξύ των ανωτέρω ετών λόγω της οικονομικής κρίσης που μεσολάβησε, ούτε υπάρχει αντίφαση μεταξύ των παραδοχών αφενός ότι υπήρξε πτώση των τιμών λόγω της κρίσης και αφετέρου ότι οι αξίες των επιδίκων το έτος 2016 ήταν ίδιες με τις αντικειμενικές του έτους 2011, αφού η πτώση αφορά τις πραγματικές αξίες.
Επίσης, καθ' όσον αφορά το ακίνητο με στοιχείο ΙΑ', που μεταβιβάστηκε από τους δύο πρώτους αναιρεσείοντες στην πέμπτη λόγω πωλήσεως, δηλαδή έναντι ισάξιου ανταλλάγματος, το Εφετείο δέχθηκε με επαρκή αιτιολογία ότι υπήρχε πρόθεση βλάβης της αναιρεσίβλητης, αιτιολογώντας με τις σκέψεις που προαναφέρθηκαν τη συνδρομή της τόσο στα πρόσωπα των δύο πρώτων αναιρεσειόντων, όσο και στο πρόσωπο της εκπροσώπου της πέμπτης αναιρεσείουσας.
Επομένως, ο έκτος λόγος αναιρέσεως και ο πέμπτος πρόσθετος λόγος, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προβάλλουν πλημμέλειες της προσβαλλομένης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 281 Α.Κ., η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.
Το ζήτημα αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της άσκησης του δικαιώματός του (Ολ.Α.Π. 6/2016, Α.Π. 28/2017). Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της κατάστασης που διαμορφώθηκε υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων (Ολ.Α.Π. 10/2012, Α.Π. 267/2021).
Η ως άνω αδράνεια του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αρκούσης της επελεύσεως δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην μικρότερο του προβλεπόμενου για την παραγραφή της σχετικής αξίωσης, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του (Ολ.Α.Π. 6/2016).
Το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη δεν μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση δικαιώματος, κατ' άρθρο 281 ΑΚ, παρά μόνο αν το γεγονός αυτό μπορεί να συνδυασθεί και με άλλες περιστάσεις, ως λ.χ. όταν ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος.
Έλλειψη, όμως, συμφέροντος δεν μπορεί να υπάρχει όταν ο δανειστής, όπως έχει δικαίωμα από τη σύμβαση, αποφασίζει να εισπράξει την απαίτησή του, διότι τούτο αποτελεί δικαίωμα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας αυτός αποφασίζει, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει υπέρβαση, και μάλιστα προφανής, των αρχών της καλής πίστεως, των χρηστών ηθών και του οικονομικού ή κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος (Α.Π. 267/2021, Α.Π. 311/2020, Α.Π. 333/2019).
Η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του, όμως, αυτή ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει, και μάλιστα προφανώς, τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια είναι νομική και, επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.
Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας συνιστούν την προεκτεθείσα νομική έννοια του άρθρου 281 ΑΚ (Ολ.Α.Π. 8/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ επισκόπηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων της παρούσας δίκης, οι αναιρεσείοντες και ο αποβιώσας πρώτος εναγόμενος, με τις προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, προέβαλαν τον ισχυρισμό, τον οποίο επανέφεραν στο Εφετείο με λόγο έφεσης, ότι το δικαίωμα της αναιρεσίβλητης ασκείται καταχρηστικά, επειδή οι απαιτήσεις της είναι πλήρως εξασφαλισμένες με προσημειώσεις υποθήκης συνολικού ύψους 13.000.000 ευρώ, και συγκεκριμένα με προσημείωση ύψους 7.485.000 ευρώ, που έχει εγγραφεί επί ακινήτου ιδιοκτησίας της πρωτοφειλέτριας εταιρίας "...
Α.Ε.", και με προσημείωση ύψους 5.515.000 ευρώ, που έχει εγγραφεί επί οριζοντίων ιδιοκτησιών του πρώτου αναιρεσείοντος, και δεδομένου ότι η αναιρεσίβλητη είχε πληροφορηθεί τις επίδικες μεταβιβάσεις κατά το χρόνο που έγιναν, λαμβάνοντας αντίγραφα των δηλώσεων Ε9 των δύο πρώτων αναιρεσειόντων και του πρώτου εναγομένου των ετών 2010 έως 2013, καθώς και κατάσταση το έτος 2012 με τα ακίνητα των ανωτέρω και της πρωτοφειλέτριας εταιρίας, και δεν διαμαρτυρήθηκε, ούτε έθεσε ζήτημα καταδολίευσης, αντιθέτως το έτος 2013 ενέκρινε νέα πίστωση ύψους 600.000 ευρώ υπέρ της πρωτοφειλέτριας με εγγύηση των ανωτέρω και εγγραφή νέων προσημειώσεων ύψους 1.300.000 και 1.500.000 ευρώ σε ακίνητα της πρωτοφειλέτριας και του πρώτου αναιρεσείοντος, άσκησε δε την αγωγή της λίγες ημέρες πριν από τη λήξη της πενταετούς προθεσμίας παραγραφής, έχοντας δημιουργήσει με την ως άνω μακρόχρονη συμπεριφορά της στους αναιρεσείοντες και τον πρώτο εναγόμενο την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει το δικαίωμά της.
Το Εφετείο απέρριψε την ένσταση ως μη νόμιμη, με την αιτιολογία ότι η μακρόχρονη αδράνεια του δικαιούχου δεν επαρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, ακόμη και αν δημιούργησε στον υπόχρεο εύλογη πεποίθηση περί του αντιθέτου, αφού δεν αναφέρονται περαιτέρω περιστατικά, που να αφορούν κυρίως τη συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης, αλλά και τις ιδιαίτερα δυσμενείς συνέπειες, που θα είχε για τους αναιρεσείοντες και τον πρώτο εναγόμενο η ικανοποίηση του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, τα οποία, σε συνδυασμό με τη μακρόχρονη αδράνεια, να καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματός της.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., την οποία ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, δεδομένου ότι δεν συνέτρεχε περίπτωση εφαρμογής της, εφόσον τα περιστατικά που επικαλέστηκαν οι αναιρεσείοντες και ο πρώτος εναγόμενος, αληθινά υποτιθέμενα, δεν επαρκούν πράγματι για τη θεμελίωση ένστασης καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, αφού η επικαλούμενη μη άμεση εναντίωση αυτής στις επίδικες μεταβιβάσεις και η εν γνώσει τους χορήγηση στην πρωτοφειλέτρια περαιτέρω πίστωσης 600.000 ευρώ, η οποία είναι μικρού ύψους σε σχέση με το κύριο χρέος της, που υπερέβαινε τα 10.000.000 ευρώ, περιστατικά που έλαβαν χώρα σε χρόνο, κατά τον οποίο το τελευταίο δεν είχε ακόμη καταστεί ληξιπρόθεσμο, σε συνδυασμό με τις σοβαρές συνέπειες, που θα επέλθουν εις βάρος της αναιρεσίβλητης από την παρακώλυση της άσκησης του δικαιώματός της, συνιστάμενες στη ματαίωση της ικανοποίησης της ως άνω σημαντικού ύψους απαίτησής της, αλλά και του γεγονότος ότι η εκτέλεση επί των ακινήτων που μεταβίβασαν οι δύο πρώτοι αναιρεσείοντες και ο πρώτος εναγόμενος δεν έχει μόνο δυσμενείς, αλλά και επωφελείς συνέπειες γι' αυτούς, αφού με τον τρόπο αυτό θα μειωθεί το χρέος τους προς την αναιρεσίβλητη, δεν αρκούν για να δημιουργήσουν σε αυτούς την εύλογη πεποίθηση ότι η αναιρεσίβλητη δεν θα ασκήσει το δικαίωμά της, ούτε να καταστήσουν την επιχειρούμενη ανατροπή της κατάστασης αυτής υπερβαίνουσα, και μάλιστα προφανώς, τα όρια της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος, όπως απαιτείται, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη.
Ενόψει αυτών, ο ισχυρισμός των δύο πρώτων αναιρεσειόντων και του πρώτου εναγομένου περιλάμβανε στοιχεία λιγότερα από εκείνα που απαιτεί ο κανόνας του άρθρου 281 Α.Κ. για τη στοιχειοθέτηση καταχρηστικότητας και ήταν για το λόγο αυτό μη νόμιμος. Επομένως, το Εφετείο δεν αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο για να κρίνει νόμιμη την προβληθείσα ως άνω ένσταση και, ως εκ τούτου, ο πέμπτος λόγος του κυρίως δικογράφου και ο έκτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμοι.
Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό έγγραφο, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου το δικαστήριο κατέληξε σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Για το ορισμένο του λόγου, θα πρέπει να προσδιορίζονται στην αίτηση αναιρέσεως α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε, το περιεχόμενό του και το παραμορφωμένο περιεχόμενο, που προσέδωσε σ' αυτό το δικαστήριο, και μάλιστα αυτολεξεί, ώστε από τη σχετική σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου, β) έστω και έμμεσα ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, και, γ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (Α.Π. 1004/2020, Α.Π. 867/2019, Α.Π. 1665/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προσάπτουν στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του όρου 9.12 των εγγράφων από 11-10-2007, 7-7-2008, 24-11-2008, 23-7-2009 και 17-6-2010 πολλαπλών τίτλων ομολογιών, δεχόμενο εσφαλμένα ότι η αναιρεσίβλητη νομιμοποιείται ως εκπρόσωπος των ομολογιούχων και μετά τη λήξη του δανείου, ενώ με τον ως άνω όρο ορίζεται το αντίθετο.
Επίσης, με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες προσάπτουν περαιτέρω στο Εφετείο την αιτίαση ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της έγγραφης σύμβασης μεταξύ της αναιρεσίβλητης και της εταιρίας "... " περί επαναγοράς με αποτιτλοποίηση και αναμεταβίβασης με επανεκχώρηση από τη δεύτερη στην πρώτη της απαίτησης από το ομολογιακό δάνειο, δεχόμενο εσφαλμένα ότι με αυτό έγινε αναμεταβίβαση, αποτιτλοποίηση και επανεκχώρηση της απαίτησης.
Οι λόγοι αυτοί είναι αόριστοι και επομένως απαράδεκτοι, επειδή στο αναιρετήριο και το δικόγραφο πρόσθετων λόγων δεν αναφέρεται αυτούσιο το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων, και μάλιστα λέξη προς λέξη, όπως απαιτείται κατά τα προεκτεθέντα, προκειμένου από τη σύγκριση με το αναφερόμενο στο αναιρετήριο περιεχόμενο, που τους προσέδωσε το Εφετείο, να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα, αλλά εκτίθεται μόνο το περιεχόμενο, που τους αποδίδουν οι αναιρεσείοντες, και μικρό απόσπασμα της σύμβασης μεταξύ της αναιρεσίβλητης και της εταιρίας "... ".
Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς εξέταση, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι, να διαταχθεί κατ' άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και να καταδικαστούν οι ηττώμενοι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, σύμφωνα με τα άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από ... αίτηση και τους από ... πρόσθετους λόγους των Κ. ... κ.λπ. για την αναίρεση της ... απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιανουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ