Supreme Court dismisses appeal for lack of legal basis regarding non-consideration of evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision. The appellant argued the appellate court failed to consider specific employment documents and claims regarding the recipient's relationship with a co-tenant company. The court ruled these arguments were either non-essential to the case outcome or had already been addressed and rejected by the lower court.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 19 of the Code of Civil Procedure; Art. 559 para. 19 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the lack of legal basis is inadmissible if the alleged error concerns procedural rules rather than substantive law, or if the contested facts were already considered and rejected by the lower court.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 226 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 226/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Μιχαήλ Αποστολάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ζ. Μ. του Κ., κατοίκου Δήμου ... . Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γ. Σ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: Λ. Μ. του Δ., κατοίκου ... . Παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Ε. Φ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ... αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, την από 15-9-2015 προσεπίκληση σε παρέμβαση εταιρείας που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη και την από 8-12-2015 ανακοίνωση δίκης, προσεπίκληση σε παρέμβαση και παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο ... και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5714/2017 μη οριστική, ... οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και ... του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-5-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε, δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων (Ολ.Α.Π. 1/1999, Α.Π. 1127/2021).
Κανόνες ουσιαστικού δικαίου είναι αυτοί, που ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλουν κυρώσεις για τη μη τήρησή τους. Αντίθετα, δεν ιδρύεται η παραπάνω πλημμέλεια, όταν οι κανόνες που φέρονται, ότι έχουν παραβιαστεί, είναι δικονομικού δικαίου, ήτοι κανόνες που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας (Α.Π. 1331/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Πειραιώς με την προσβαλλόμενη ... απόφασή του, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Τέλος, η υπό στοιχείο ... έφεση του πρώτου εναγομένου [αναιρεσείοντος] ... κατά της κυρίως ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης και της υπ' αριθμ. ...
οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ... έχει ασκηθεί νόμιμα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1, 2, 511, 513 παρ. 1 εδ. β', 516 παρ. 1, 517 και 520 ΚΠολΔ, αλλά εκπροθέσμως, δηλαδή, μετά την πάροδο της προθεσμίας, που προβλέπεται στο άρθρο 518 παρ. 1 του ΚΠολΔ. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τη με αριθμ. ...
έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή ... Δ. Χ., ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της εκκαλουμένης επιδόθηκε, στις 21-05-2019, στον εκκαλούντα, από την επομένη δε της επιδόσεως ημέρα άρχισε, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 144 § 1 ΚΠολΔ, η προθεσμία για την κατάθεση έφεσης, ενώ η κατάθεση του πρωτοτύπου αυτής ...
στη Γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου έλαβε χώρα ... στις 26-07-2019. Ο εκκαλών με την ... έφεσή του, καθώς και με τις έγγραφες προτάσεις του, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ισχυρίζεται ότι ουδέποτε επιδόθηκε σε αυτόν η εκκαλουμένη απόφαση, με την από δε 19/01/2021 προσθήκη αντίκρουσή του, την οποία κατέθεσε μετά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, προς αντίκρουση του ισχυρισμού της εφεσίβλητης περί εκπρόθεσμης ασκήσεως της υπό κρίση εφέσεως, προσκομίζοντας έγγραφα, ισχυρίζεται ότι η προθεσμία του άρθρου 518 παρ. 1 ΚΠολΔ δεν τέθηκε σε κίνηση στην ένδικη περίπτωση, διότι η επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης, την οποία επικαλείται η εφεσίβλητη και για την οποία συντάχθηκε η ανωτέρω μνημονευομένη έκθεση επιδόσεως, δεν είναι έγκυρη, καθώς, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην ως άνω έκθεση επίδοσης, την απόφαση αυτή φέρεται ότι παρέλαβε η Ψ.
Σ., με την ιδιότητα της υπαλλήλου του, ενώ, όπως ισχυρίζεται, η τελευταία δεν υπήρξε υπάλληλός του, ούτε έχει την ιδιότητα αυτή και ουδεμία εργασιακή σχέση τη συνέδεε με αυτόν. Συγκεκριμένα, ο εκκαλών της υπό στοιχείο Δ' εφέσεως ισχυρίζεται στην προσθήκη - αντίκρουσή του, ότι "...η εν λόγω Ψ. Σ.. τυγχάνει υπάλληλος αποκλειστικά της εταιρείας με την επωνυμία "...
πετάμε" ... από την οποία και προσλήφθηκε στις 12/03/2015, η οποία εταιρεία απλώς και μόνο συστεγάζεται με το ατομικό ιατρείο μου, επί της οδού ... , ... λόγος για τον οποίο δεν έλαβα γνώση της επίδοσης...".
Συνεπώς, κατά τους ισχυρισμούς του εκκαλούντος, δεν άρχισε η νόμιμη (άρθρο 518 παρ. 1 ΚΠολΔ) τριακονθήμερη προθεσμία της έφεσης, η οποία ασκήθηκε την 26-07-2019, οπότε η άσκηση της έφεσης είναι εμπρόθεσμη, εφ' όσον δεν είχε παρέλθει η προθεσμία των δύο ετών από τη δημοσίευση της εκκαλούμενης απόφασης. Η αιτίαση αυτή του εναγομένου κρίνεται αβάσιμη, διότι με την ανωτέρω με αριθμό ...
έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή ... Δ. Χ., ... o Δικαστικός Επιμελητής βεβαιώνει ότι, κατά την προαναφερθείσα ημερομηνία (ημέρα Τρίτη και ώρα 11.00), πήγε στην Αθήνα (περιοχή Σύνταγμα), οδό ... , για να επιδώσει στο Ζ. Μ. του Κ., πλαστικό χειρουργό, πιστό αντίγραφο της με αριθμ. ... αποφάσεως και (ότι) επειδή δεν βρήκε τον ίδιο στο επί της οδού ...
γραφείο του, αλλά "... την εργαζόμενη σε αυτό Ψ. Σ., όπως μου δήλωσε, παρέδωσε σε αυτήν το παραπάνω αναφερόμενο έγγραφο ...". Ενόψει αυτών η επίμαχη έμμεση επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως ήταν νόμιμη και έγκυρη, κατά το άρθρο 129 ΚΠολΔ, καθόσον έγινε στο γραφείο του εκκαλούντος, αφού στο γραφείο αυτό στην προαναφερόμενη διεύθυνση βρέθηκε η υπάλληλός του, η οποία δήλωσε στο Δικαστικό Επιμελητή, που της επέδωσε την εκκαλουμένη απόφαση, την ιδιότητα αυτής, ως εργαζομένης στο γραφείο του, παρέλαβε αυτήν και υπέγραψε την επίμαχη έκθεση επιδόσεως ...
Το πρόσωπο δε, στο οποίο διενεργήθηκε η έμμεση επίδοση, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, προσέφερε πράγματι, κατά το χρόνο της επίδοσης, εργασία στο γραφείο του εναγομένου, ανεξάρτητα από την έννομη σχέση, που το συνέδεε με αυτό ... Εξάλλου, το ιατρείο του εκκαλούντος, κατά το χρόνο της ως άνω επίδοσης, βρισκόταν στην Αθήνα, επί της οδού ...
όπου, όπως ισχυρίζεται και ο ίδιος, συστεγάζεται και η εταιρία με την επωνυμία "... - ... ". Μοναδικός δε εταίρος - διαχειριστής είναι ο ίδιος (πρώτος των εναγομένων). Ενώ ισχυρίζεται, επίσης, ο εκκαλών ότι η εν λόγω, Ψ. Σ., τυγχάνει υπάλληλος αποκλειστικά της εταιρείας με την επωνυμία "... μΕΠΕ" ... από την οποία και προσλήφθηκε στις 12/03/2015 και ουδέποτε απασχολήθηκε ως εργαζόμενη στο ως άνω γραφείο του, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες νόμιμα με επίκληση ...
εκθέσεις επιδόσεως του ως άνω Δικαστικού Επιμελητή ... Δ. Χ. και του Δικαστικού Επιμελητή ... Α. Γ. αντίστοιχα, ακριβή επικυρωμένα αντίγραφα της ένδικης ... αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη και της από 28-06-2016 εξώδικης γνωστοποίησης και πρόσκλησης σε ένορκες βεβαιώσεις της κυρίως ενάγουσας αντίστοιχα, επιδόθηκαν, με επιμέλειά της, στο γραφείο του ως άνω εναγομένου και ήδη εκκαλούντος, στην Αθήνα, επί της οδού ... , ...
ενώ την ένδικη αγωγή, καθώς και την ως άνω εξώδικη γνωστοποίηση - πρόσκληση, παρέλαβε, κατά τα αναφερόμενα στις ως άνω εκθέσεις επιδόσεως, η εργαζόμενή του, Σ. Ψ., κατά τις σχετικές δηλώσεις της, στις 10-09-2015 και 30-06-2016 αντίστοιχα, προς τον ως άνω Δικαστικό Επιμελητή, χωρίς ουδέποτε ο εκκαλών να αμφισβητήσει αφενός μεν την ιδιότητά της αυτή, αφετέρου δε την εγκυρότητα των εν λόγω επιδόσεων των αναφερομένων σε αυτές προς επίδοση δικογράφων, έχοντας λάβει γνώση αυτών και παριστάμενος κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου.
Άλλωστε και ο ίδιος ο εκκαλών, στις προτάσεις, που κατάθεσε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, καθώς και στην από 10-03-2017 κλήση - γνωστοποίηση εξέτασης μαρτύρων (421 ΚΠολΔ), δήλωσε ότι είναι κάτοικος Αθηνών, επί της οδού ... . Επομένως η επίδοση κυρωμένου νομίμως αντιγράφου της εκκαλουμένης αποφάσεως στη Σ. Ψ., εργαζόμενη πράγματι, κατά το χρόνο της επίδοσης της εκκαλουμένης, στο γραφείο του εκκαλούντος, επί της οδού ... , λόγω μη ανευρέσεως αυτού στο εν λόγω γραφείο, νομίμως αφετηρίασε, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, την προθεσμία του άρθρου 518 παρ. 1 ΚΠολΔ, απορριπτομένων ως αβασίμων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών του εκκαλούντος.
Συνεπώς, η ένδικη έφεση, ... έχει ασκηθεί μετά την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας, χωρίς ο εκκαλών να επικαλείται παραδεκτά οποιονδήποτε ανασταλτικό ή διακοπτικό της προθεσμίας αυτής λόγο, ούτε τη συνδρομή ανώτερης βίας, που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της." Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος ως απαράδεκτη και επικύρωσε, ως προς αυτόν, την πρωτόδικη ... απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.
Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι με ελλιπείς, άλλως ανεπαρκείς αιτιολογίες απέρριψε την έφεσή του ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης άσκησης αυτής, δεδομένου ότι, προκειμένου το Εφετείο να εξαγάγει το συμπέρασμα ότι η επίδοση σε υπάλληλο της εταιρίας με την επωνυμία "...
μΕΠΕ", της οποίας ο αναιρεσείων είναι μοναδικός εταίρος και διαχειριστής, επέφερε έννομες συνέπειες γι' αυτόν προσωπικά, και συγκεκριμένα την έναρξη της προθεσμίας για την άσκηση έφεσης εκ μέρους του, προέβη σε άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου της εταιρίας χωρίς να αναφέρει τη συνδρομή των νομίμων προϋποθέσεων.
Ο λόγος είναι απαράδεκτος, προεχόντως επειδή με αυτόν προβάλλεται παραβίαση εκ πλαγίου της διάταξης του άρθρου 532 ΚΠολΔ, η οποία είναι δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου (Α.Π. 1658/2009), και τούτο ανεξαρτήτως του ότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δεδομένου ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν γίνεται δεκτό ότι συντρέχει περίπτωση άρσης της νομικής της προσωπικότητας της εταιρίας λόγω κατάχρησης του εταιρικού θεσμού, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει ο αναιρεσείων, αλλά ότι η παραλήπτρια του εγγράφου προσέφερε εργασία στο γραφείο του αναιρεσείοντος, και επομένως νομίμως παρέλαβε το έγγραφο γι' αυτόν, δέχθηκε δηλαδή το Εφετείο ότι η επίδοση ήταν έγκυρη, ανεξαρτήτως του εάν η παραλαβούσα ήταν ή όχι υπάλληλος και της συστεγαζόμενης στον ίδιο χώρο εταιρίας του αναιρεσείοντος με την επωνυμία "...
ΕΠΕ".
Στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ορίζονται τα ακόλουθα: α) στο άρθρο 124 § 2 ότι, αν το πρόσωπο έχει στον τόπο όπου πρόκειται να γίνει η επίδοση κατοικία, κατάστημα, γραφείο ή εργαστήριο, είτε μόνο του είτε με άλλον, ή εργάζεται εκεί ως υπάλληλος, εργάτης, ή υπηρέτης, η επίδοση σε άλλο μέρος δεν μπορεί να γίνει χωρίς τη συναίνεσή του, β) στο άρθρο 127 § 1 ότι η επίδοση συνίσταται στην παράδοση του εγγράφου στα χέρια του προσώπου προς το οποίο γίνεται, γ) στο άρθρο 129 ότι, αν ο παραλήπτης της επίδοσης δεν βρίσκεται στο κατάστημα, γραφείο ή εργαστήριο, που προβλέπει το άρθρο 124 § 2, το έγγραφο παραδίδεται στα χέρια του διευθυντή του καταστήματος, του γραφείου ή του εργαστηρίου ή σε έναν από τους συνεταίρους, συνεργάτες, υπαλλήλους ή υπηρέτες, εφόσον έχουν συνείδηση των πράξεών τους και δεν συμμετέχουν στη δίκη ως αντίδικοι του παραλήπτη της επίδοσης, και δ) στο άρθρο 139 § 1 στοιχ.
δ' ότι όποιος ενεργεί την επίδοση συντάσσει έκθεση, η οποία, εκτός από όσα απαιτεί το άρθρο 117, πρέπει μεταξύ άλλων να περιέχει και μνεία του προσώπου στο οποίο παραδόθηκε το έγγραφο. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 117, 122 § 1, 139 § 1, 140 § 1 , 438 και 440 ΚΠολΔ η έκθεση επίδοσης, που συντάσσει ο αρμόδιος δικαστικός επιμελητής, συνιστά δημόσιο έγγραφο, το οποίο παρέχει πλήρη απόδειξη ως προς όσα βεβαιώνονται σε αυτήν ότι έγιναν από το δικαστικό επιμελητή ή ενώπιον του.
Ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με την προσβολή της έκθεσης ως πλαστής. Τα περιστατικά, αντίθετα, που βεβαιώνονται σε αυτήν, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο δικαστικός επιμελητής, αλλά τα οποία δεν υποπίπτουν από τη φύση τους στην άμεση αντίληψή του, όπως είναι και το γεγονός ότι εκείνος στον οποίο εγχειρίσθηκε το έγγραφο είναι υπάλληλος του παραλήπτη, που στηρίζεται σε δήλωση του παραλαμβάνοντος, αποδεικνύονται μεν πλήρως από την έκθεση επίδοσης, επιτρέπεται όμως ως προς αυτά ανταπόδειξη, με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο και με μάρτυρες, το βάρος δε της ανταπόδειξης αυτής φέρει σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 338 του ΚΠολΔ εκείνος που αμφισβητεί την αλήθεια της σχετικής βεβαίωσης στην έκθεση του επιμελητή (Α.Π. 1488/2018, Α.Π. 322/2015).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, δημιουργείται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (Ολ.Α.Π. 12/2000), δημιουργείται δε και στην περίπτωση της εσφαλμένης απόρριψης της έφεσης ως εκπρόθεσμης, ενώ ήταν εμπρόθεσμη (Α.Π. 106/2019, Α.Π. 1306/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με τις προαναφερθείσες παραδοχές του, και συγκεκριμένα ότι η επίδοση της πρωτόδικης απόφασης στον αναιρεσείοντα ήταν νόμιμη, επειδή το πρόσωπο, που παρέλαβε το έγγραφο γι' αυτόν, εργαζόταν στο γραφείο του, και απορρίπτοντας κατ' ακολουθίαν την έφεσή του ως εκπρόθεσμη, δεν κήρυξε παρά τον νόμο απαράδεκτο, αφού δέχτηκε ότι η παραλήπτρια του εγγράφου προσέφερε εργασία στον αναιρεσείοντα, ανεξαρτήτως του εάν αυτή ήταν ταυτόχρονα, ή όχι, υπάλληλος της συστεγαζόμενης στον ίδιο χώρο εταιρίας του με την επωνυμία "... ΕΠΕ", και δεν δέχτηκε το Εφετείο, προκειμένου να αιτιολογήσει τη νομιμότητα της επίδοσης, ότι υπάρχει κατάχρηση εκ μέρους του αναιρεσείοντος του θεσμού της εταιρίας και ότι συντρέχει περίπτωση άρσης της νομικής της προσωπικότητας, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων προκειμένου να θεμελιώσει και τον εξεταζόμενο αναιρετικό λόγο. Επομένως ο σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.
Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων, ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.Α.Π. 22/2005, Ολ.Α.Π. 25/2003, Α.Π. 757/2015).
Επίσης, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του σχετικού λόγου αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ. (Ολ.Α.Π. 2/2008).
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.
Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα, όχι όμως και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα (Α.Π. 559/2020, Α.Π. 1437/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων προβάλλει πλημμέλειες της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης από τους αρ. 8β' και 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του για ύπαρξη υπαλληλικής σχέσης της παραλαβούσας το έγγραφο με τη συστεγαζόμενη εταιρία, και δεν έλαβε υπόψη τα σχετικά έγγραφα, ήτοι βεβαίωση μισθοδοσίας, βεβαίωση εργοδότη και φωτογραφίες της εισόδου της πολυκατοικίας του γραφείου, που επικαλέστηκε και προσκόμισε προς απόδειξη του ανωτέρω ισχυρισμού του.
Ο λόγος αυτός, ως προς το πρώτο σκέλος, είναι αβάσιμος, επειδή ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος περί απασχόλησης της παραλαβούσας στη συστεγαζόμενη εταιρία "... μΕΠΕ" δεν είναι ουσιώδης, εφόσον κρίσιμο ζήτημα για τη νομιμότητα της επίδοσης είναι η απασχόληση ή όχι αυτής στο γραφείο του αναιρεσείοντος, είναι νοητή δε η προσφορά εργασίας ταυτόχρονα από το ίδιο πρόσωπο, τόσο στην εταιρία του αναιρεσείοντος, όσο και στον ίδιο προσωπικά, στον ίδιο χώρο, όπου συστεγάζονται τα γραφεία τους.
Σε κάθε περίπτωση, εφόσον ήθελε εκτιμηθεί ότι ο αναιρεσείων προέβαλε τον ισχυρισμό περί αποκλειστικής απασχόλησης της υπαλλήλου στην εταιρία και συνακόλουθα μη απασχόλησης αυτής στο γραφείο του, ο ίδιος ως άνω λόγος, κατά το προαναφερόμενο σκέλος, είναι και πάλι αβάσιμος, αφού ο ισχυρισμός αυτός ελήφθη υπόψη από το Εφετείο και απορρίφθηκε, με την παραδοχή ότι η παραλαβούσα παρείχε εργασία στο γραφείο του αναιρεσείοντος.
Περαιτέρω, αβάσιμος είναι ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, και ως προς το δεύτερο σκέλος, αφού στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται ρητά, ότι ο αναιρεσείων είχε προσκομίσει έγγραφα με την από 19-1-2021 προσθήκη στις προτάσεις του, με την οποία ισχυρίσθηκε το πρώτον ότι η επίδοση της πρωτόδικης απόφασης είναι άκυρη, αντικρούοντας έτσι τον ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης περί εκπρόθεσμης άσκησης της έφεσης, και επομένως το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα έγγραφα αυτά, χωρίς να απαιτείται ειδική αναφορά και αξιολόγηση εκάστου.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί κατ' άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και να καταδικαστεί ο ηττώμενος αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, σύμφωνα με τα άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-5-2022 αίτηση του Ζ. Μ. για αναίρεση της ... απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιανουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ