Supreme Court dismisses appeal for misrepresentation of document; evidence not submitted to prove error.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek National Bank's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding an employee's promotion. The bank argued the lower court misinterpreted an internal document concerning the applicant's employment dates, but failed to submit the specific document to the Supreme Court. The court ruled that without the physical evidence, the alleged misrepresentation could not be verified, and the lower court's application of the internal promotion rules was correct.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 20 of the Code of Civil Procedure; Art. 561 para. 2 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the distortion of a document is inadmissible if the document itself is not submitted to the Supreme Court for verification of the alleged error.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2254 / 2013 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2254/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Χαραλαμπία Σίμου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Οικονόμου και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Μ. συζύγου Α. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Κουτσούκου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/3/2005 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1275/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2947/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31/8/2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Χαραλαμπία Σίμου ανέγνωσε την από 16/9/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αίτησης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του αρθ. 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής παραμόρφωση υπάρχει ,όταν προσδιορίζεται εσφαλμένα το κείμενο του εγγράφου (διαγνωστικό λάθος). Με τον πρώτο, από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το "ατομικό δελτίο στοιχείων υπαλλήλου προς προαγωγήν", δεχόμενο ότι η ενάγουσα ήδη αναιρεσίβλητη προσελήφθη στην Τράπεζα 18-4-1975 και ότι στις 13-4-1994 έγινε προϊσταμένη τμήματος, ενώ κατά το περιεχόμενο του παραπάνω εγγράφου η ενάγουσα προσελήφθη 18-4-1977 και στις 13-4-1994 έγινε προϊσταμένη υπηρεσίας. Ο λόγος είναι απαράδεκτος, διότι δεν προσκομίζεται ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, όπως έπρεπε, το έγγραφο αυτό, το οποίο φέρεται ότι έχει παραμορφωθεί ώστε να εκτιμηθεί σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, το περιεχόμενο του, για τη διαπίστωση της βασιμότητας του αναιρετικού σφάλματος από το παραπάνω άρθρο.
2. Από τις διατάξεις των άρθρων 27 παρ. στ', 33 και 38 του έχοντος ισχύ νόμου Καταστατικού της Τράπεζας της Ελλάδος (κυρ. ν. 3234/1927) προκύπτει ότι οι προαγωγές και η υπηρεσιακή εξέλιξη των υπαλλήλων της ρυθμίζονται από τον εσωτερικό οργανισμό της, ο οποίος καταρτίζεται από το Γενικό Συμβούλιο της Τράπεζας και έχει, ως εκ τούτου, συμβατική ισχύ (ΑΠ1393/2008, 850/2011) .
Οι προαγωγές των υπαλλήλων αυτών τελούν υπό αίρεση, η πλήρωση της οποίας συντελείται με την απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της Τράπεζας για την προαγωγή του υπαλλήλου σε ανώτερο βαθμό (ΑΚ 201). Αν κριθεί από το ανωτέρω Συμβούλιο του εργοδότη, ότι ο εργαζόμενος δεν συγκέντρωνε, κατά την συγκεκριμένη προαγωγική κρίση, τις συμφωνημένες προϋποθέσεις για την προαγωγή του στον ανώτερο βαθμό και η κρίση του αυτή είναι καταφώρως άδικη, η πλήρωση της ανωτέρω αιρέσεως παρακωλύεται εναντίον της καλής πίστεως από μέρους του εργοδότη, οπότε η αίρεση θεωρείται ότι έχει πληρωθεί (ΑΚ 207 παρ.1).
Καταφώρως άδικη είναι η κρίση του υπόχρεου εργοδότη, όταν υπερβαίνει τα ακραία λογικά όρια μέσα στα οποία μπορεί να κινηθεί ο τελευταίος κατά την εκτίμηση της υπηρεσιακής επιδόσεως και αποδόσεως του υπαλλήλου. Αν στη συγκεκριμένη περίπτωση διαπιστωθεί, ότι η μη πλήρωση της αίρεσης είναι αντίθετη προς την καλή πίστη υπό την ανωτέρω έννοια του όρου, η προαγωγή του υπαλλήλου αναγνωρίζεται από το Δικαστήριο και, σύμφωνα με το άρθρο 12 του ν. 1082/1980, μετά την τελεσιδικία της αποφάσεως θεωρείται ότι πραγματοποιήθηκε από τότε που έπρεπε να συντελεσθεί.
Σημειώνεται, ότι και στην περίπτωση που ο Κανονισμός Εργασίας του εργοδότη έχει ισχύ νόμου, η παράλειψη προαγωγής του υπαλλήλου με βάση το άρθρο 281 του ΑΚ ελέγχεται με το ίδιο νομικό κριτήριο της αντιθέσεως ή μη αυτής προς τις αρχές της καλής πίστης με την προεκτεθείσα έννοια. Εξάλλου, ο εναγόμενος εργοδότης δύναται, αμυνόμενος κατά της αγωγής, να προτείνει διακωλυτική ένσταση, η οποία θεμελιώνεται στον ισχυρισμό της απλής υπεροχής άλλου υπαλλήλου, που θα έπρεπε να προαχθεί αντί του ενάγοντος, αν δεν είχαν προαχθεί οι αναφερόμενοι στην αγωγή συνάδελφοι του.
Η ένσταση αυτή στην περίπτωση Κανονισμού με ισχύ νόμου, θεμελιώνεται στο γεγονός ότι από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του εργοδότη ζημιώθηκε τρίτος και όχι ο ενάγων, ενώ στην περίπτωση Κανονισμού με συμβατική ισχύ, στο γεγονός ότι η συμπεριφορά του εργοδότη δεν ήταν αντισυμβατική και αντίθετη προς την καλή πίστη έναντι του ενάγοντος, αλλά έναντι του υπερέχοντος, έστω και απλώς, τούτου και επίσης παραλειφθέντος συναδέλφου του, ως προς τον οποίο θα έπρεπε να θεωρηθεί πληρωθείσα η προαναφερόμενη αίρεση, κατά την συγκεκριμένη προαγωγική κρίση, ενόψει και του περιορισμένου αριθμού των πληρούμενων με τις προαγωγές κενών θέσεων του ανώτερου βαθμού.
Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ,ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006, 4/5005).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ανελέγκτως, τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα ...... προσλήφθηκε από την αναιρεσείουσα Τράπεζα στις 18-4-1975 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και εντάχθηκε στο λογιστικό κλάδο. Προήχθη στο βαθμό του Τμηματάρχη στις 1-7-95. Είναι πτυχιούχος της Νομικής σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και γνωρίζει την αγγλική γλώσσα (με τίτλο σπουδών lower).
Συμμετείχε σε επτά επιμορφωτικά σεμινάρια με αντικείμενο διοικητικό και πληροφορικής. Άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα αναπληρώτριας Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ειδικών Παροχών και Δανείων του Τμήματος Οικονομικών Υπηρεσιών από τις 14.7.88 και Προϊσταμένης του ιδίου Τμήματος της Δνσεως Γενικού Λογιστηρίου από τις 13.4.94.
Βαθμολογήθηκε και από τους δύο κριτές τα έτη 1999, 2000 και 2001 με 17 "εξαίρετη", συμπεριλαμβανομένων και του τομέα των "διοικητικών ικανοτήτων" και δεν έχει τιμωρηθεί πειθαρχικά. Με βάση τις σχετικές εκθέσεις αξιολογείται ως εξαιρετική υπάλληλος με επαυξημένα προσόντα και ότι μπορεί χωρίς καμμιά αμφιβολία να αναλάβει καθήκοντα ανώτερου βαθμού και ευθυνών.
Κατ' εφαρμογή των προαναφερόμενων άρθρων του ισχύοντος Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμού της Βαθμολογικής και Μισθολογικής Τάξεως των υπαλλήλων της εναγομένης τράπεζας, το Γενικό Συμβούλιο της τελευταίας μετά γνωμοδότηση της αρμοδίας προς τούτο συσταθείσας επιτροπής, προήγαγε στις περιπτώσεις που ενδιαφέρουν στη προκειμένη δίκη και σε δύο διαδοχικές κρίσεις, από 1.5.02 και 1.12.03, στον βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη-Προϊσταμένου, πλην των άλλων τους κατωτέρω αναφερόμενους (προς σύγκριση με την ένδικη αγωγή) συναδέλφους της ενάγουσας.
Η τελευταία με τους κρίσιμους αγωγικούς ισχυρισμούς της, τους θεμελιωτικούς αντίστοιχων λόγων εφέσεως, ισχυρίζεται και παραπονείται ότι το προαναφερόμενο εργοδοτικό όργανο κατά τις συναφείς και επίμαχες εν προκειμένω κρίσεις, έκρινε κατ'εκλογην προακτέους για τη παραπάνω θέση, τους κατανομαζόμενους εννέα για τις πρώτες και δέκα για τις δεύτερες προαγωγικές κρίσεις, συναδέλφους της, αντί στη θέση του ενός εξ αυτών να προαγάγει την ίδια, διότι ως προς αυτούς καταφανώς υπερείχε στα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, με περαιτέρω συνέπεια η εναγομένη να ματαιώσει κατά τρόπο αντίθετο στη καλή πίστη, την αναβλητική αίρεση της πράγματι συνδρομής στο πρόσωπο της των παραπάνω προϋποθέσεων, σε παράβαση των όσων συμβατικά κατά τα ανωτέρω προβλέπονται με τον ισχύοντα Οργανισμό εργασίας και τα οποία αποτελούν ουσιώδες περιεχόμενο της ατομικής εργασιακής της συμβάσεως.
Επί των ανωτέρω κρίσιμων για την έκβαση της δίκης ισχυρισμών, αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Με την υπ' αριθμ. 7/27.5.02 απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της εναγομένης τράπεζας που ανακοινώθηκε με την υπ' αριθμ. 5/29.5.02 εγκύκλιο της Διοικήσεώς της, αυτή προήγαγε με ημερομηνία ειδικής αρχαιότητας την 1.5.02 στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη-Προϊσταμένου, πλην των άλλων και τους εξής υπαλλήλους της, καθένας των οποίων είχε κατά τον πιο πάνω κρίσιμο χρόνο τα ακόλουθα προσόντα, .... 1) Α.
Α.: Προσλήφθηκε από την εναγόμενη στις 4.2.72 και εντάχθηκε στον ταμειακό κλάδο. Προήχθη στον βαθμό του Τμηματάρχη στις 1.4.92. Είναι απόφοιτος εξαταξίου Γυμνασίου και γνωρίζει την αγγλική γλώσσα (κατέχει τίτλο σπουδών G.C.E.). Έχει συμμετάσχει σε πέντε επιμορφωτικά σεμινάρια λογιστικού, διοικητικού, ελεγκτικού και μηχανογραφικού περιεχομένου.
Άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα, Προϊσταμένου στη Γραμματεία Υποεπιτροπής Βιοτεχνικών Πιστώσεων από τις 17.8.92 και υπήρξε μέλος Κλιμακίου Επιθεωρήσεως όλων των Μονάδων της εναγόμενης τράπεζας από τις 8.4.94. Βαθμολογήθηκε και από τους δύο κριτές το έτος 1999 με 12 "εξαίρετος" και ένα "πολύ καλός" και το έτος 2000, με 13 "εξαίρετος" και όχι όμως στο τομέα των "διοικητικών ικανοτήτων", χωρίς να έχει τιμωρηθεί πειθαρχικά.
Με βάση τις σχετικές εκθέσεις αξιολογείται ότι τυγχάνει εξαιρετικός υπάλληλος με γνώσεις και αντίληψη και ότι πρέπει να αξιοποιηθεί σε καθήκοντα με ευρύτερες αρμοδιότητες, δικαιούμενος περαιτέρω βαθμολογικής εξελίξεως. 2) Κ. Β.: Προσλήφθηκε από την εναγόμενη τράπεζα στις 12.8.73 και εντάχθηκε στον ταμειακό κλάδο.
Προήχθη στον βαθμό του Τμηματάρχη στις 3.4.91. Είναι απόφοιτος εξατάξιου Γυμνασίου και γνωρίζει την αγγλική γλώσσα (κατέχει δίπλωμα lower). Άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσίας από τις 9-2-1985, αναπληρωτή Προϊσταμένου Τμήματος Ταμειακών Εργασιών από τις 7.10.96 και Προϊσταμένου Τμήματος Ασφάλειας Κεντρικού Καταστήματος από τις 8.8.01.
Έχει συμμετάσχει σε τρία επιμορφωτικά σεμινάρια, νομισματικού και ηλεκτρονικού περιεχομένου. Βαθμολογήθηκε και από τους δύο κριτές, το έτος 1999 με 12 "εξαίρετος" και 5 "πολύ καλός" (τα 2 εξ αυτών στο τομέα "διοικητικών ικανοτήτων") και το έτος 2000 με 14 "εξαίρετος" και 3 "πολύ καλός" (το ένα εξ αυτών στον τομέα "διοικητικών ικανοτήτων") και δεν έχει τιμωρηθεί πειθαρχικά.
Με βάση τις σχετικές εκθέσεις, αξιολογείται ότι διαθέτει άριστες οργανωτικές ικανότητες και τυγχάνει ικανός να ανταποκριθεί σε ευρύτερα και υψηλότερα καθήκοντα. 3) Β. Β. Προσλήφθηκε από την εναγόμενη τράπεζα στις 8.7.74 και εντάχθηκε στον ταμειακό κλάδο. Προήχθη στον βαθμό του Τμηματάρχη στις 1.1.92. Είναι απόφοιτος εξατάξιου Γυμνασίου και γνωρίζει την αγγλική γλώσσα (χωρίς να κατέχει κάποιον τίτλο σπουδών).
Άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα Προϊσταμένου στο Τμήμα Επιχειρησιακού Σχεδιασμού από τις 2.10.2000. Έχει συμμετάσχει σε επτά επιμορφωτικά σεμινάρια με περιεχόμενο λογιστικό, τραπεζικών συναλλαγών, πληροφορικής και αγγλικής γλώσσας. Βαθμολογήθηκε και από τους .δυο κριτές, το έτος 1999 με 13 "εξαίρετος",όχι όμως στον τομέα των "διοικητικών ικανοτήτων" και το έτος 2000, με 17 "εξαίρετος", χωρίς να έχει τιμωρηθεί πειθαρχικά.
Με βάση τις σχετικές εκθέσεις αξιολογείται ότι έχει άριστες οργανωτικές ικανότητες και ότι τυγχάνει μετά βεβαιότητας εξελίξιμος. 4) Θ. Μ.-Γ. Προσλήφθηκε από την εναγόμενη τράπεζα στις 3.3.72 και εντάχθηκε στον ταμειακό κλάδο. Προήχθη στον βαθμό του Τμηματάρχη από τις 1.4.98. Είναι απόφοιτος εξαταξίου Γυμνασίου και γνωρίζει την αγγλική γλώσσα (χωρίς να κατέχει τίτλο σπουδών).
Άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα, Αναπληρωτή Προϊσταμένου Υπηρεσίας από τις 21.7.92 και Αναπληρωτή Προϊσταμένου Τμήματος από τις 16.11.99. Δεν προκύπτει η συμμετοχή του σε συγκεκριμένα επιμορφωτικά σεμινάρια. Βαθμολογήθηκε και από τους δύο κριτές τα έτη 1999 και 2000, με 17 "εξαίρετος" και επί του τομέα των "διοικητικών ικανοτήτων", χωρίς να έχει τιμωρηθεί πειθαρχικά.
Με βάση τις οικείες εκθέσεις, αξιολογείται ως υπάλληλος με υψηλό δείκτη αποδόσεως και ότι έχει ευνοϊκές προοπτικές εξελίξεως. 5) Σ. Χ. Προσλήφθηκε από την εναγόμενη τράπεζα στις 12.8.72 και εντάχθηκε στον ταμειακό κλάδο. Προήχθη στο βαθμό του Τμηματάρχη στις 1.7.92. Είναι απόφοιτος εξατάξιου Γυμνασίου και δεν γνωρίζει ξένη γλώσσα.
Δεν έχει συμμετάσχει σε επιμορφωτικά σεμινάρια. Άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊσταμένου Υπηρεσίας από τις 28.11.88 και Προϊσταμένου Υπηρεσίας από τις 23.6.93, στο Τμήμα Σχέσεων για εξαγωγικές επιχειρήσεις. Στις 7.9.95 αποσπάσθηκε στο ΣΥΤΕΕ μη έχοντας εκ του λόγου τούτου βαθμολογηθεί κατά τα έτη 1999-2000.
Δεν έχει τιμωρηθεί πειθαρχικά. Δεν υπάρχει γενική εκτίμηση όσον αφορά την υπηρεσιακή του απόδοση και αξιολόγηση, ελλείψει αντίστοιχων εκθέσεων. 6) Β. Δ.: Προσλήφθηκε από την εναγόμενη τράπεζα στις 14.8.80 και εντάχθηκε στον ταμειακό κλάδο. Προήχθη στον βαθμό του Τμηματάρχη στις 1.7.96. Είναι πτυχιούχος της Ανώτατης Σχολής Οικονομικών Επιστημών (ΑΣΟΕΕ) (Τμήμα Διοικήσεως Επιχειρήσεων) και γνωρίζει την αγγλική γλώσσα (κατέχει δίπλωμα F.C.E.) και τη γαλλική γλώσσα (χωρίς να κατέχει τίτλο σπουδών).
Έχει συμμετάσχει σε 26 επιμορφωτικά σεμινάρια με περιεχόμενο χρηματοδοτικό και διοικητικό. Δεν άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα. Βαθμολογήθηκε και από τους δύο κριτές, τα έτη 1999 και 2000 με 13 "εξαίρετος", όχι όμως στον τομέα των "διοικητικών ικανοτήτων". Με βάση τις αντίστοιχες εκθέσεις αξιολογείται, ως υπάλληλος υπεύθυνος κ3ί πρόθυμος, καθώς επίσης ότι έχει πολύ μεγάλες δυνατότητες εξελίξεως. 7) Ν.
Κ. Προσλήφθηκε από την εναγόμενη τράπεζα στις 11.8.80 και εντάχθηκε στον ταμειακό κλάδο. Προήχθη στον βαθμό του Τμηματάρχη στις 1.7.96. Είναι πτυχιούχος της Ανώτατης Σχολής Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών (ΑΣΟΕΕ) (Τμήμα Διοικήσεως Επιχειρήσεων) και γνωρίζει την αγγλική γλώσσα (χωρίς να κατέχει τίτλο σπουδών).
Έχει συμμετάσχει σε δύο επιμορφωτικά σεμινάρια με χρηματικό-κεφαλαιουχικό περιεχόμενο. Άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα Αναπληρωτή Υπηρεσίας από τις 30.1.87, Προϊσταμένου Υπηρεσίας, από τις 24.11.89, Προϊσταμένου Υπηρεσίας στον τομέα στατιστικής ισοζυγίου πληρωμών από τις 8.3.95 και αναπληρωτή Προϊσταμένου τμήματος από τις 1.8.01.
Βαθμολογήθηκε και από τους δύο κριτές τα έτη 1999 και 2000 με 17 "εξαίρετος" (και στον τομέα των "διοικητικών ικανοτήτων"), χωρίς να έχει τιμωρηθεί πειθαρχικά. Αξιολογείται με βάση τις οικείες εκθέσεις, ως υπάλληλος με υψηλό αίσθημα ευθύνης και άριστο βαθμό συνεργασίας, καθώς επίσης ότι έχει τα απαραίτητα προσόντα για περαιτέρω εξέλιξη. 8) Σ.
Κ. Προσλήφθηκε από την εναγόμενη τράπεζα στις 12.8.90 και εντάχθηκε στον ταμειακό κλάδο. Προήχθη στο βαθμό του Τμηματάρχη στις 1.7.96. Είναι πτυχιούχος της Ανώτατης Σχολής Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών (ΑΣΟΕΕ) (Τμήμα Διοικήσεως Επιχειρήσεων) και γνωρίζει την αγγλική γλώσσα (χωρίς να κατέχει τίτλο σπουδών).
Έχει συμμετάσχει σε 21 επιμορφωτικά σεμινάρια με περιεχόμενο, λογιστικό, διοικητικό και κεφαλαιουχικό. Δεν έχει ασκήσει υπεύθυνα καθήκοντα. Βαθμολογήθηκε και από τους δύο κριτές κατά τα έτη 1999 και 2000 με 13 "εξαίρετος", όχι όμως στον τομέα των "διοικητικών ικανοτήτων", χωρίς να έχει τιμωρηθεί πειθαρχικά. Με βάση τις αντίστοιχες εκθέσεις αξιολογείται ως υπάλληλος με εξαιρετική απόδοση και προσαρμοστικότητα και ότι έχει πολύ καλές προοπτικές εξελίξεως.
Και 9) Α. Τ. Προσλήφθηκε από την εναγόμενη τράπεζα στις 21.8.80 και εντάχθηκε στον ταμειακό κλάδο. Προήχθη στο βαθμό του Τμηματάρχη από τις 1.10.96. Είναι πτυχιούχος της Ανώτατης Βιομηχανικής Σχολής Πειραιώς (Τμήμα Διοικήσεως Επιχειρήσεων) και γνωρίζει τη γαλλική γλώσσα (κατέχει δίπλωμα superieur ii). Του ανατέθηκαν και αυτός άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσίας Στατιστικής και Ισοζυγίου Πληρωμών από τις 15.3.95.
Βαθμολογήθηκε από τον ένα κριτή το έτος 1999 με 9 "εξαίρετος" και 8 "πολύ καλός" (τα 3 εξ αυτών στο τομέα των "διοικητικών ικανοτήτων") και το έτος 2000 με 16 "εξαίρετος" και 1 "πολύ καλός" στον τομέα των "διοικητικών ικανοτήτων", χωρίς να έχει τιμωρηθεί πειθαρχικά. Σύμφωνα με τις εκθέσεις αξιολογήσεως χαρακτηρίζεται, ως υπάλληλος έμπειρος με ευρύτητα γνώσεων και ότι μπορεί να ασκήσει καθήκοντα ανώτερης θέσης.
Με βάση τα παραπάνω τυπικά και ουσιαστικά προσόντα της ενάγουσας και των προαναφερόμενων συναφώς συγκρινόμενων κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 27.5.02 με ημερομηνία προαγωγής από 1.5.02), συναδέλφων της, για την προαγωγή ^στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη-Προϊσταμένου της εναγόμενης τράπεζας, κατόπιν συνολικής σταθμίσεως και αξιολογήσεως τούτων, προκύπτουν τα εξής.
α) Ως προς την γενική αρχαιότητα η ενάγουσα υπερτερεί των Β. Δ., Ν. Κ. , Σ. Κ. και Α. Τ., υπολείπεται δε όλων των λοιπών, β) Ως προς την ειδική αρχαιότητα η ενάγουσα υπερτερεί των Β. Β. , Θ. Μ.-Γ., Β. Δ., Ν. Κ., Σ. Κ. και Α. Τ., υπολείπεται δε όλων των λοιπών, γ) Ως προς τους τίτλους σπουδών η ενάγουσα υπερτερεί των, Α. Α., Κ. Β., Β.
Β., Θ. Μ.-Γ., ισοβαθμεί δε με τους λοιπούς, δ) Ως προς τη γνώση ξένης γλώσσας, υπερτερεί του Σ. Χ. (ο οποίος δεν γνωρίζει κάποια ξένη γλώσσα), ισοβαθμεί με τους Α. Α., Θ. Μ.-Γ. και Ν.Κ. (που γνωρίζουν μια ξένη γλώσσα, χωρίς τηn κατοχή διπλώματος) και υστερεί των Β. Δ. και Α. Τ. (που γνωρίζουν περισσότερες της μιας ξένες γλώσσες έστω και χωρίς τη κατοχή αντίστοιχου διαπιστωτικού τίτλου), ε) Ως προς τον αριθμό των επιμορφωτικών σεμιναρίων, ισοβαθμεί του Β.
Β., υπερτερεί των Α. Α., Κ. Β., Θ. Μ.-Γ., Ν. Κ. και Α. Τ., υπολείπεται δε των λοιπών, στ) Ως προς την ανάθεση και άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων η ενάγουσα υστερεί του Κ. Β., ισοβαθμεί του Σ. Χ. και υπερτερεί όλων των λοιπών, ζ) Ως προς τη βαθμολογία (για τις υπηρεσιακές ικανότητες, την απόδοση, την συμπεριφορά και τις διοικητικές ικανότητες), ισοβαθμεί των Θ.
Μ.-Γ. και Ν. Κ. και υπερτερεί όλων των λοιπών. Με αφορμή την στάθμιση και συνεκτίμηση του τελευταίου υπηρεσιακού προσόντος, πρέπει να επισημανθεί για τον μη συγκρινόμενο ως προς το κριτήριο τούτο, Σ. Χ., εξ αιτίας της μη συντάξεως γι' αυτόν κατόπιν της αποσπάσεως του στο ΣΥΤΕ, αντίστοιχων εκθέσεων αξιολογήσεως και βαθμολογίας, ότι η εκ μέρους του άσκηση συνδικαλιστικών καθηκόντων (βλ.
άρθρο 29 ν.1346/83 σε συνδυασμό με το άρθρο 20 εδ. γ'-δ' της από 4.8.1982 ΣΣΕ με συμβαλλόμενα μέρη την ΟΤΟΕ και τις Τράπεζες, στις οποίες ανήκει η εναγόμενη), δεν μπορεί να λειτουργήσει αρνητικά στα υπηρεσιακά του προσόντα, εν όψει το μεν της υποχρεωτικής ασκήσεως των εν λόγω καθηκόντων του, το δε της ελλείψεως σχετικής νομικής διατάξεως που να επιβάλλει την μειονεκτική εκ του λόγου τούτου προαγωγική του ανωτέρω υπαλλήλου μεταχείριση.
Και η) ως προς τον πειθαρχικό έλεγχο η ενάγουσα ισοβαθμεί με όλους τους ανωτέρω συναδέλφους της. Από την προεκτιθέμενη εξ αντικειμένου σύγκριση των προεκτιθέμενων τυπικών και ουσιαστικών προσόντων της ενάγουσας και των ανωτέρω εννέα συναδέλφων της, λαμβανόμενου υπόψη ότι το στοιχείο της αρχαιότητας του υπαλλήλου στη περίπτωση κρίσεων για προαγωγή κατ' απόλυτη κρίση υποχωρεί έναντι των βαρυνόντων ουσιαστικών προσόντων των συγκρινόμενων μ' αυτόν συναδέλφων του, σοβαρώς συνεκτιμώμενου στη περίπτωση που τα ουσιαστικά προσόντα των υπό κρίση προακτέων ταυτίζονται (ΑΠ 1725/02 ό.π.), στοιχειοθετείται, α) καταφανής και έκδηλη υπεροχή της ενάγουσας έναντι των αντ' αυτής προαχθέντων συναδέλφων της, Α.
Α, Β. Β., Θ. Μ.-Γ., Β. Δ., Σ. Κ. και Α. Τ. και β) απλή της ιδίας υπεροχή ως προς τους λοιπούς εξ αυτών (Κ. Β., Σ. Χ. και Ν. Κ.) ώστε η κρίση του προαγωγικού οργάνου της εναγομένης στη παράλειψη της ενάγουσας και στη προαγωγή στον επόμενο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη-Προϊσταμένου των προαναφερόμενων υπό στοιχ. [α] υπαλλήλων της, να είναι κατάφωρα άδικη, με περαιτέρω διαγνωστικό συμπέρασμα η κατ' εκλογή προαγωγή αυτών αντί της ενάγουσας στον ανωτέρω βαθμό κατά τις αντίστοιχες κρίσεις της 27.5.02, να αντιστρατεύεται την καλή 'πίστη και ειδικότερα να υπερβαίνει τα ακραία λογικά όρια μέσα στα οποία μπορούσε να κινηθεί η σχετική εργοδοτική επιλογή της εναγόμενης τράπεζας κατά την εξ αντικειμένου εκτίμηση και τελολογική θεώρηση της υπηρεσιακής επιδόσεως και αποδόσεως της ενάγουσας και των λοιπών ανωτέρω συγκρινόμενων συναδέλφων της.
Ώστε βασίμως να στοιχειοθετείται περίπτωση πλασματικής πληρώσεως της αιρέσεως που αφορά τη συνδρομή και τη διαπίστωση στο πρόσωπο της ενάγουσας των απαιτούμενων προϋποθέσεων για την σκοπούμενη προαγωγή της, κατ' εφαρμογή των άρθρων 201, 207 §1 ΑΚ, 12 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμού της Βαθμολογικής και Μισθολογικής Τάξεως των Υπαλλήλων της εναγόμενης τράπεζας και 27 §στ', 33 και 3 8 του Καταστατικού της ίδιας τράπεζας.
Η από την εναγόμενη προβαλλόμενη κατά της εναγώγιμης και αναφερόμενης- στις προαγωγικές κρίσεις της 27.5.02 απαιτήσεως διακωλυτική ένσταση που θεμελιώνεται στον ισχυρισμό της απλής υπεροχής των επίσης μη προαχθέντων κατά τις ίδιες κρίσεις τριών συναδέλφων της ενάγουσας και ιδία των Κ. Γ., Δ. Γ. και Η. Ζ., τυγχάνει αλυσιτελής και απρόσφορη στη συναγωγή και τεκμηρίωση διαφορετικού του ανωτέρω διαγνωστικού συμπεράσματος, καθ' ότι και σύμφωνα με τις προεκτιθέμενες συναφείς νομικές σκέψεις, οι προς προαγωγή αντιπροτεινόμενοι τρεις συνάδελφοι της ενάγουσας και αν ακόμη αυτοί ήταν οι πραγματικοί δικαιούχοι των θέσεων που καταλείφθησαν καταχρηστικώς από ισάριθμους εκ των προτεινόμενων από την ενάγουσα, συναδέλφους τους, υπολείπονται του συνολικού αριθμού (των έξι) υπαλλήλων ως προς τους οποίους αυτή, κατά τα ανωτέρω δεκτά γενόμενα, προδήλως υπερείχε κατά τις προαγωγικές κρίσεις του έτους 2002 και έπρεπε αντ' αυτών να προαχθεί στον βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη-Προϊσταμένου της εναγόμενης τράπεζας.
Σε συνέπεια με τις ανωτέρω εκτιμήσεις και αποδεικτικές παραδοχές, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών το οποίο την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε την από 15.3.05 αγωγή για την αναγνώριση της προαγωγής της ενάγουσας στον παραπάνω ανώτερο του κατεχόμενου (εκ μέρους της) βαθμό, δικαιώματος, από τις 1.5.02, εσφαλμένως τις αποδείξεις εκτίμησε, όπως βασίμως επισημαίνει αυτή με τους υπό στοιχ.
Ι και 11 λόγους της εφέσεώς της.
Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση έφεση, να εξαφανισθεί η ΜΠΑ 1275/06, να κρατηθεί η υπόθεση και να ερευνηθεί εκ νέου η από 15.3.05 αγωγή (ΚΠολΔ 535 §1). Στη συνέχεια η ένδικη αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή ως προς το κύριο αναγνωριστικό της αίτημα για τη προαγωγή της ενάγουσας στον βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη-Προϊσταμένου της εναγόμενης τράπεζας από τις 1.5.02.". Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο, δεν παραβίασε, ευθέως, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 207 του ΑΚ, την οποία εφάρμοσε, αλλά, με βάση τις παραδοχές του, ορθώς υπήγαγε τα ως άνω περιστατικά στην εν λόγω διάταξη . Επομένως, οι αντίθετοι δεύτερος και τρίτος λόγοι της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.
Συνεπώς πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης σε βάρος της αναιρεσείουσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31-8-2007 αίτηση της Τράπεζας της Ελλάδος για αναίρεση της 2947/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Νοεμβρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 30 Δεκεμβρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ