Legislator Case Law & Legislation
2253/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, finding the appellant failed to appear and the lower court correctly considered all evidence.

Case Number 2253/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court of Piraeus. The appellant argued the lower court ignored specific documents regarding a loan contract and mortgage registration, but the court found these documents were properly examined and some were chronologically impossible to have been submitted. Since the appellant did not appear at the hearing, the court ruled that the lower court's decision was based on valid evidence and thus not subject to review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; Article 226: If a party fails to appear at the cassation hearing, the court examines ex officio whether the absent party expedited the hearing; if so, the case proceeds as if all parties were present, and the lower court's decision stands if supported by other evidence.

Keywords

AI generated
cassation appeal failure to appear procedural admissibility evidence review judicial discretion

Cited Legislation

AI generated
Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure
Article 226 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2253 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2253/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Χ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Δημητρίου Λιάγκα και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. συζύγου Ν. Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήριο Μανιαδάκη και κατέθεσε προτάσεις, 2) Μ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/10/1998 αγωγή της πρώτης των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 17/5/1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2955/2003 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 947/2005 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 27/1/ 2006 αίτησή του επί της οποίας εκδόθηκε η 1607/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση ο αναιρεσείων με την από 19/12/2011 κλήση του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1712/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση εκ νέου απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση ο αναιρεσείων με την από 17/9/2013 κλήση του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Πηνελόπη Ζωντανού ανέγνωσε την από 30/3/2007 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Παπαηλιού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της παραστάσας αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι) Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, 2, 4 και 576 παρ. 1 έως 3 Κ.Πολ.Δ, όπως το δεύτερο εδάφιο της παρ. 3 προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013 και σύμφωνα με το άρθρο 98 αυτού καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτήν κάποιος δίαδικος, το Δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και, αν μεν τη συζήτηση της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.

Εξ άλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. α', γ' και δ'Κ.Πολ.Δ., που έχουν γενική εφαρμογή, προκύπτει ότι η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του Δικαστηρίου για την μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήση του απολειπομένου κατ' αυτήν διαδίκου, εφόσον αυτός είτε είχε (εγκύρως) επισπεύσει ο ίδιος τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε, σε κάθε περίπτωση, παραστεί με τον προσήκοντα τρόπο κατ' αυτήν, οπότε, με τη νόμιμη παράστασή του χωρίς να εναντιωθεί, καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλήτευσης του για την αρχική δικάσιμο.

Στην προκειμένη περίπτωση, η συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσδιορίστηκε αρχικά, μετά από κλήση του αναιρεσείοντος, για τη δικάσιμο της 17-2-2014, κατά την οποία η 2η αναιρεσίβλητη Μ. Μ. δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, αν και κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα με επίδοση σ' αυτή της αίτησης αναίρεσης όπως και της κλήσης προς συζήτηση (βλ. 6968Γ' και 6969Γ'/13-12-2013 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Θηβών Θ.

Μ.). Στη συνέχεια, κατόπιν αναβολής από το πινάκιο, η υπόθεση προσδιορίστηκε για την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η 2η αναιρεσίβλητη και πάλι δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Συνεπώς, ενόψει του ότι η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο του Δικαστηρίου για την μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση της 2ης αναιρεσίβλητης, εφόσον αυτή είχε νόμιμα κλητευθεί για την αρχική δικάσιμο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση σαν να είναι παρόντες όλοι οι διάδικοι. Να απορριφθεί όμως η υπό κρίση αίτηση ως προς την 2η αναιρεσίβλητη ως απαράδεκτη, διότι η αναιρεσιβαλλομένη εφετειακή απόφαση κατά το μέρος που την αφορά δεν είναι οριστική, καθόσον κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της έφεσης ως προς αυτή λόγω μη κλήτευσης της (άρθρο 553 Κ.Πολ.Δ.), .

Με την από 27-1-2006 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 947/2005 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της 2959/2003 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς ως προς την 1η αναιρεσίβλητη Κ. Σ.. Με την Πρωτόδικη απόφαση είχε γίνει εν μέρει δεκτή κατ' ουσίαν η αγωγή της 1ης αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος και της 2ης αναιρεσίβλητης και είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η συνεκδικασθείσα αγωγή του αναιρεσείοντος κατά της 1ης αναιρεσίβλητης. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 Κ.Πολ.Δ) και είναι όσον αφορά την 1η αναιρεσίβλητη παραδεκτή (αρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (αρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).

II) Κατά το άρθρο 914 του ΑΚ "όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει". Κατά δε το άρθρο 926 του Α.Κ. "Αν από κοινή πράξη περισσοτέρων προήλθε ζημία ή αν για την ίδια ζημία ευθύνονται παράλληλα περισσότεροι, ενέχονται όλοι εις ολόκληρον. Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 297, 298, 330 του ΑΚ συνάγεται ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία είναι συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας.

Αν για την επέλευση της ζημίας συνέβαλε η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά περισσοτέρων προσώπων, αδιαφόρως του αν ήταν συμμέτοχοι στην ίδια αδικοπραξία ή έδρασαν χωρίς κοινή υπαιτιότητα (με μορφή παραυτουργίας), ευθύνονται εις ολόκληρον, ανεξάρτητα από το βαθμό της αιτιώδους συμβολής ή του πταίσματος καθενός από αυτούς, που ενδιαφέρει μόνον την κατά το άρθρο 927 του ΑΚ άσκηση του δικαιώματος αναγωγής μεταξύ των περισσοτέρων εις ολόκληρον συνοφείλετών (ΑΠ 1327/2008).

Τέτοιο γενεσιουργό λόγο υποχρέωσης προς αποζημίωση από αδικοπραξία αποτελεί και η συμμετοχή σε απάτη, για την τέλεση "της οποίας αρκεί η ζημία του παθόντος να οφείλεται σε περιουσιακή διάθεση εκ μέρους του, από πλάνη που προξενήθηκε με δόλο των δραστών (ΑΠ 1667/2011, ΑΠ16/2005). Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006, 4/2005). Κατά δε το άρθρο 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.

Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.

ΑΠ 24/1992, Ολ. ΑΠ 1/1999) III) Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε τα εξής: "Ο Κ. Α. (που δεν είναι διάδικος στην παρούσα υπόθεση), δικηγόρος Αθηνών και οι εναγόμενοι (στην από 28-10-1998 αγωγή της Κ. Σ.) Μ. Μ. και Α. Χ. (δικηγόροι Πειραιώς και ήδη ο τελευταίος δικηγόρος Αθηνών), οι οποίοι, εμφανίζονταν δήθεν ως δανειομεσίτες, είχαν ενωθεί με σκοπό να διαπράττουν απάτες και πλαστογραφίες και ήδη έχουν παραπεμφθεί στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων για να δικαστούν, μεταξύ των άλλων αξιόποινων πράξεων, και για απάτη και πλαστογραφία κατ' εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος ...

Ειδικότερα η πρώτη εναγομένη Μ. Μ. δημοσίευε σε εφημερίδες αγγελίες, με τις οποίες ζητούσε χρηματοδότες για πρωτοποριακές επενδύσεις. Όταν κάποιος ενδιαφερόμενος εμφανιζόταν στο δικηγορικό γραφείο της στον Πειραιά, του παρουσίαζε τον παρευρισκόμενο συνεργάτη της Α. Χ., ο οποίος αναλάμβανε προσχηματικά να διενεργήσει έλεγχο στους τίτλους κυριότητας των ακινήτων των δανειοληπτών, ώστε να εξασφαλιστούν δήθεν οι δανειστές, ενώ στη συνέχεια εμφανιζόταν ο Κ.

Α., ο οποίος, έχοντας πλαστά συμβολαιογραφικά πληρεξούσια, παρουσιαζόταν πως ενεργούσε ως πληρεξούσιος δήθεν της Ε. Α. - Χ., καθηγήτριας Πανεπιστημίου, κατοίκου ..., παθούσα και αυτή από την έκνομη δράση των τριών προαναφερομένων δικηγόρων. Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι η ενάγουσα Κ. Σ., ενώ αναζητούσαν αυτή και ο σύζυγός της Ν.

Σ., πρώην ναυτικός και ήδη σιδηρουργός, να βρουν τρόπο να επενδύσουν τις οικονομίες τους, διάβασαν στην εφημερίδα "ΧΡΥΣΗ Ευκαιρία", στις 7, 10, 12 και 14-6-1998, στη στήλη "ΣΥΝΕΤΑΙΡΟΙ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΕΣ", την ακόλουθη καταχώριση: "ΖΗΤΟΥΝΤΑΙ χρηματοδότες για πρωτοποριακή επένδυση των χρημάτων τους σ' ακίνητα με πλήρη διασφάλιση.

Τηλ. ...". Επικοινώνησαν τηλεφωνικώς με τη Μ. Μ., στην οποία ανήκαν οι αριθμοί των τηλεφώνων, και συναντήθηκαν στο δικηγορικό γραφείο της στον Πειραιά. Εκεί η Μ. Μ. τους μίλησε για τις γνωριμίες που, όπως είπε, διέθετε και τους υπέδειξε μία σύντομη, δηλαδή μέχρι τις 26-12-1998, και επωφελή επένδυση των χρημάτων τους.

Συγκεκριμένα τους πρότεινε (δηλαδή στην ενάγουσα και στο σύζυγο της) να χορηγήσουν δάνειο σε μία πελάτισσα της, με αξιόλογη ακίνητη περιουσία "στα βόρεια προάστια", η οποία είχε πρόσκαιρα οικονομικά προβλήματα. Μάλιστα, προκειμένου να τους εμπνεύσει εμπιστοσύνη και να μην υπάρχει δυσπιστία ή αμφιβολία από την πλευρά τους, τους διαβεβαίωσε (η Μ.) ότι προς διασφάλιση της απαιτήσεώς τους θα γινόταν εγγραφή υποθήκης στο (εντός σχεδίου της πόλεως του Δήμου Κηφισιάς) οικόπεδο της δανειολήπτριας Ε.

Α., εμβαδού 5.000 τετρ. μέτρων και αξίας, σύμφωνα με τη δήλωση της Μ., άνω των 300 εκατομμυρίων δραχμών, του οποίου ακινήτου τους τίτλους κυριότητας διαβεβαίωσε ότι ε]χε ελέγξει ο συνεργάτης της Α. Χ., ενώ προς μείζονα εξασφάλιση τους, για την εμπρόθεσμη απόδοση του δανείου, η οφειλέτρια θα τους χορηγούσε πληρεξούσιο που θα τους έδινε τη δυνατότητα να πουλήσουν το εν λόγω, ακίνητο, ώστε να εισπράξουν το ποσό του δανείου.

Η ενάγουσα πείσθηκε στις απατηλές διαβεβαιώσεις της Μ. Μ. και έτσι στις 26-6-1998 μετέβη στο Πρωτοδικείο Αθηνών για την εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης, στο "οικόπεδο της οφειλέτριας, μέχρι του ποσού των 27.000.000 δραχμών. Εκεί συνάντησε το συνεργάτη της Μ., Α. Χ. ..., ο οποίος ρητά και με πειστικότητα διαβεβαίωσε την ενάγουσα ότι είχε ελέγξει τους τίτλους κυριότητας του ακινήτου και την καθησύχασε με την ψευδή διαβεβαίωση ότι όλα είχαν καλώς ως προς το ακίνητο της οφειλέτριας.

Στο ακροατήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε την από 26-6-1998 αίτηση των Κ. Σ. .. και Χ. Λ. ... για εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης επί του "οικοπέδου" της οφειλέτριας Α. στην Κηφισιά, οι αιτούντες παραστάθηκαν δια του πληρεξούσιου δικηγόρου τους Α. Χ., ενώ η φερόμενη ως οφειλέτρια, που "συνομολόγησε" την αίτηση "εκπροσωπήθηκε" από το δικηγόρο Κ.

Α., δυνάμει του .../24-6-1998 ειδικού συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου ...., το οποίο πληρεξούσιο, όπως αποδείχθηκε, ήταν και αυτό πλαστό. Με το ως άνω ... συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο φερόταν ότι η Ε. Α. είχε εμφανιστεί ενώπιον της συμβ/φου και δήλωνε, μεταξύ των άλλων, ότι διορίζει πληρεξούσιους και αντικλήτους τους α) Μ.

Μ. και β) Κ. Α., δικηγόρους, ότι τους δίνει την εντολή και την πληρεξουσιότητα, όπως από κοινού ή χωριστά: 1)συναινέσουν στην εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης επί του οικοπέδου της 2) αποδεχθούν και υπογράψουν για λογαριασμό της συναλλαγματικές για το χρηματικό ποσό για το οποίο θα εγγράφει προσημείωση υποθήκης και 3) υπογράψουν για λογαριασμό της συμβολαιογραφικά πληρεξούσια προς κάθε τρίτο που θα περιέχουν οποιαδήποτε εντολή και δη την εντολή της πώλησης των ως άνω ακινήτων.

Μετά πάροδο δύο ημερών και ειδικότερα στις 26-6-1998 παρουσιάστηκαν στο γραφείο του συμβολαιογράφου Πειραιώς... οι Κ. Α. και Α. Χ. και αφού του προσκόμισαν το προαναφερόμενο .../24-6-1998 πλαστό συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο ζήτησαν να διορίσουν περαιτέρω άλλον πληρεξούσιο για την πώληση του ακινήτου της Ε. Α. και συγκεκριμένα την Κ.

Σ. ... και τον Χ. Λ.. Κατόπιν τούτου συντάχτηκε από τον ως άνω συμβολαιογράφο Β. Πετράτο, το υπ' αριθ. .../26-6-1998 πληρεξούσιο πώλησης ακινήτου ... Στις 10-7-1998 οι ίδιοι, δηλαδή οι Κ. Α. και Α. Χ. εμφανίστηκαν πάλιν στον αυτόν συμβολαιογράφο Πειραιώς ... και αφού του προσκόμισαν το .../9-7-1998 συμβ/κο πληρεξούσιο της συμβ/φου Αθηνών .... (που ήταν και αυτό πλαστό όπως και το .../1998 πληρεξούσιο της ...., με το οποίο (πληρεξούσιο), οι Α.

Α. και Μ. Μ. εφέροντο ως πληρεξούσιοι της Ε. Α., ζήτησαν να διορίσουν άλλον πληρεξούσιο για την πώληση οριζόντιας ιδιοκτησίας της Ε.Α. και συγκεκριμένα τον Χ. Κ. .... Στο μεταξύ μετά την εκδίκαση της συναινετικής προσημείωσης υποθήκης και την έκδοση της 17353/26-6-1998 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που διέταξε την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης επί του "οικοπέδου" της Ε.

Α. στην Κηφισιά, εμβαδού 5700 τετρ. μέτρων, οι δύο αιτούντες- δανειστές, δηλαδή οι Κ. Σ. και Χ. Λ. μετέβησαν στο δικηγορικό γραφείο της M.Μ. (όπου παρευρίσκοντο και οι Κ. Α. και Α. Χ.) και τους δόθηκε το ως άνω υπ' αριθ. .../26-6-1998 συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο πώλησης του "οικοπέδου" της Ε. Α.. Ακολούθως υπογράφηκε η από 26-6-1998 σύμβαση δανείου και η ενάγουσα (που ενδιαφέρει στην προκειμένη περίπτωση) κατέβαλε στον Κ.

Α. (που εφέρετο ότι ενεργούσε για λογαριασμό της Ε. Α.), παρουσία της Μ. και του Χ., το ποσό των 18.750.000 δραχμών ως δάνειο, που έπρεπε να αποδοθεί τμηματικά το αργότερο μέχρι τις 26-10-1998. Μάλιστα, σύμφωνα με τη σύμβαση δανείου, οι δανειστές (Σ. και Λ.) εξέδωσαν και ο Κ. Α. αποδέχθηκε, για λογαριασμό της Ε. Α., συναλλαγματικές των 250.000 και των 500.000 δραχμών, με ημερομηνία λήξεως που άρχιζε στις 19-7-1998 και έληγε στις 26-12-1998.

Όμως κατά μήνα Αύγουστο του 1998 η ενάγουσα βρισκόταν σε κατάσταση ανησυχίας και αναταραχής, διότι η φερομένη ως οφειλέτρια Ε. Α. - που δεν γνώριζε τίποτε για τις απάτες των τριών δικηγόρων, αφού και αυτή ήταν ένα από τα θύματα τους - δεν είχε πληρώσει καμία από τις συμφωνημένες με τη σύμβαση δόσεις του δανείου.

Έτσι, όταν η ενάγουσα αντιλήφθηκε ότι οι εναγόμενοι, που τη διαβεβαίωναν προφορικώς για τη σιγουριά της "επένδυσης" της, απέφευγαν ακόμη και την τηλεφωνική επικοινωνία μαζί της, αναγκάσθηκε να προσφύγει στις νομικές υπηρεσίες άλλου δικηγόρου, οπότε, μετά τη διενέργεια επισταμένης έρευνας της υπόθεσης, διαπίστωσε ότι οι εναγόμενοι, άλλοτε με ταυτόχρονη και άλλοτε με διαδοχική δράση, την είχαν και αυτήν - όπως και άλλους παθόντες-δολίως παραπλανήσει με τις ψευδείς διαβεβαιώσεις τους και την είχαν ζημιώσει, από κοινού, παρανόμως και υπαιτίως με το ποσό των 18.750.000 δραχμών διότι:

α) το υποτιθέμενο οικόπεδο εντός του σχεδίου πόλεως του Δήμου Κηφισιάς, αξίας τουλάχιστον 300 εκατομμυρίων δραχμών, στην πραγματικότητα ήταν μία εκτός σχεδίου πόλεως δασική έκταση, αμφισβητούμενη ιδιοκτησιακά, λόγω του δασικού της χαρακτήρα, από το Δημόσιο, μικρής αξίας, αφού, εκτός άλλων το ακίνητο δεν ήταν οικοδομήσιμο, β) παρά τις περί αντιθέτου διαβεβαιώσεις των εναγομένων η προσημείωση υποθήκης δεν είχε γραφτεί στα βιβλία υποθηκών και γ) δεν ήταν εφικτή η πώληση του ακινήτου, αφού δεν υπήρχε εντολή και πληρεξουσιότητα της Ε.

Α., η οποία ουδεμία ανάμειξη και ουδεμία ευθύνη είχε (η Α.) ως προς το δάνειο που έδωσε η ενάγουσα, αλλά και ως προς άλλα δάνεια με τα οποία, εν αγνοία της, την έμπλεξαν οι εναγόμενοι με την παράνομη δραστηριότητα της, με αποτέλεσμα η Α. να βρεθεί μπλεγμένη ως δήθεν συναλλασσόμενη με συμβάσεις δανείων και υποχρεωμένη σε απόδοση αυτών (δανείων), τα οποία ουδέποτε είχε λάβει.

Ο εκκαλών, μη δυνάμενος να αμφισβητήσει τη ζημία της ενάγουσας, δέχεται μεν ότι αυτή εξαπατήθηκε, πλην όμως διατείνεται ότι αυτός και η Μ. - με την οποία συστεγάζονταν στο ίδιο γραφείο για μερικά χρόνια - δεν γνώριζαν για τα πλαστά πληρεξούσια που χρησιμοποιούσε ο Κ. Α.. Όμως είναι απορίας άξιον ότι ο εκκαλών Χ.

εμφανίζεται στα δικόγραφα του (αγωγή, εφετήριο) να αγνοεί την έκνομη δραστηριότητα ... της συνεργάτιδας του Μ. Μ., τη στιγμή που η πολυσχιδής παράνομη δράση της ήταν ευρέως γνωστή στα μέλη του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιώς, Μάλιστα προς ενίσχυση και επικουρία των εναγομένων είχε ήδη σπεύσει προς αυτούς (Χ.

και Μ.), σε μία προσπάθεια συγκαλύψεως της δράσης των συνεργατών του, ο επικεφαλής του όλου εγχειρήματος εξαπατήσεως ανύποπτων πολιτών Κ. Α., ο οποίος, μη μπορώντας να απεκδυθεί των (ποινικών και αστικών) ευθυνών του, επεδίωξε, με την ... ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών βεβαίωση του, να αποτρέψει την αποκάλυψη της συμμετοχής των εναγομένων στην εξαπάτηση της ενάγουσας.

Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά και γεγονότα οδηγούν, πέρα από κάθε λογική αμφιβολία, στην πεποίθηση ότι και ο εκκαλών ζημίωσε παρανόμως και υπαιτίως την εφεσίβλητη, η οποία προκειμένου να θεμελιώνει την αγωγή της είχε παραθέσει σ' αυτήν (αγωγή) αληθείς ισχυρισμούς αναγκαίους αντικειμενικά για την υποστήριξη της αγωγής της.

Άρα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που δέχθηκε την αγωγή της ήδη εφεσίβλητης και επέρριψε την αγωγή του ήδη εκκαλούντος, δεν έσφαλε, γι' αυτό και είναι αβάσιμες και απορριπτέες οι σχετικές αιτιάσεις που περιλαμβάνονται στο εφετήριο, καθώς και η έφεση στο σύνολό της".

IV) Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τη συνδρομή όλων των προαναφερομένων (υποκειμενικών και αντικειμενικών) στοιχείων της εξ αδικήματος ευθύνης του αναιρεσείοντος, ο οποίος, ενεργώντας από κοινού με τους άλλους δύο, με την ψευδή διαβεβαίωση ότι είχε ελέγξει τους τίτλους κυριότητας του ακινήτου της φερόμενης ως οφειλέτριας Ε. Α. - Χ. και ότι δήθεν αυτοί ήταν εντάξει, έπεισε την 1η αναιρεσίβλητη Κ. Σ. να καταβάλει το ποσό των 18.750.000 δραχμών ως δήθεν δάνειο της παραπάνω Ε. Α.- Χ., συντελώντας έτσι υπαίτια στην επέλευση της ζημίας της (1ης αναιρεσίβλητης), η οποία θεώρησε πλέον ότι η επιστροφή των χρημάτων της ήταν εξασφαλισμένη (και με τις λοιπές εξασφαλίσεις που πίστευε ότι έλαβε) και προέβη στην καταβολή του ως άνω ποσού. Υπό τις παραδοχές δε αυτές καθίσταται εφικτός ο έλεγχος περί της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, την οποία το Δικαστήριο ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Κατά συνέπεια, είναι αβάσιμος ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. πρώτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα.

V) Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.

ΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008).

Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης του ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμούς του , που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα:, α) ότι η 1η αναιρεσίβλητη και ο σύζυγός της δεν συναντήθηκαν για πρώτη φορά με την 2η αναιρεσίβλητη Μ. Μ. κατά τη σύναψη το επίδικου δανείου, διότι από τα προσκομισθέντα έγγραφα προέκυψε ότι είχαν προηγηθεί δύο ακόμα δάνεια της 1ης αναιρεσίβλητης προς Π.

Β. και Κ. Τ., β) ότι από την με ημερομηνία 26-6-1998 έγγραφη σύμβαση δανείου προκύπτει πως την ευθύνη για το έλεγχο τίτλων του προσημειωθέντος ακινήτου είχε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Ε. Χ. -Α., Κ. Α.. γ) ότι από τα προσκομισθέντα δικόγραφα του συνδανειστή της 1ης αναιρεσίβλητης Χ. Λ., προκύπτει ότι εκείνος όχι μόνο εκπροσωπήθηκε από τον αναιρεσείοντα, αλλά και επανειλημμένα βεβαίωσε στα μηνυτήρια έγγραφα του και κατέθεσε ως μάρτυρας υπέρ αυτού, διαψεύδοντας τη συνδανείστριά του για τα επίδικα πραγματικά περιστατικά, δ) ότι είναι παντελώς αβάσιμος ο ισχυρισμός της 1ης αναιρεσίβλητης, ότι δήθεν αυτός τη διαβεβαίωσε πως το οικόπεδο ήταν εντός σχεδίου, αξίας άνω των 300.000.000 δρχ., ελεύθερο βαρών και πως δεν ήταν δασική έκταση, ε)ότι με μηνυτήρια αναφορά του ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών, κατήγγειλε όλα τα επίδικα και αξιόποινα πραγματικά περιστατικά ζητώντας την παραδειγματική τιμωρία των υπαιτίων, με αποτέλεσμα την επιβολή προσωρινής κράτησης στον Κ.

Α. για τα προαναφερόμενα πλαστά πληρεξούσια, στ) ότι ενήργησε για την διασφάλιση των συμφερόντων των δανειστών, ζ)ότι η επισήμανση περί του ενδεχομένου δασικού χαρακτήρα και εκτός σχεδίου του προσημειωθέντος ακινήτου έγινε προ της υπογραφής της έγγραφης σύμβασης δανείου και της καταβολής των χρημάτων και η) ότι το ποινικό σκέλος της υπόθεσης εκκρεμούσε ακόμη.

Ο λόγος αυτός, εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος, διότι οι παραπάνω ισχυρισμοί αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση της ιστορικής βάσης της εναντίον του αναιρεσείοντος αγωγής και συμπεράσματα αυτού από την εκτίμηση των αποδείξεων.

VI) Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη της τρίτης περίπτωσης του άρθρου 559 αρ. 11 του Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 335 και 338 έως 340 και 561 παρ. 1 του ίδιου Κ.Πολ.Δ.

προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να ελέγχεται η κρίση του ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου, περιλαμβανομένων και των ερμηνευτικών ή στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 και 20 Κ.Πολ.Δ.

Ωστόσο δεν επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί να καθίσταται βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα από αυτά κατ' είδος αναφερόμενα κατά το νόμο επιτρεπτά (Α.Π. 544/2005, 190/1995). Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο στήριξε την κρίση του κυρίως σε άλλα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 700/2012).

Με τον τρίτο λόγο της αίτησης του, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό της κρίσης του, δεν έλαβε υπόψη του τα παρακάτω έγγραφα, τα οποία νομίμως επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιον του Εφετείου ήτοι : α) την από 26-6-1998 σύμβαση δανείου, β) το με αριθμό σχετικού 7 πισ/κό του αρμόδιου υποθ/κα, από το οποίο προκύπτει ότι στις 31-8-1998 ενεγράφη προσημείωση υποθήκης στο ακίνητο της Ε.

Α. - Χ., γ) τις 16605/1998 και 2199/1998 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς αντίστοιχα , από τις οποίες προκύπτει ότι και άλλες φορές αυτός είχε εκπροσωπήσει την 1η αναιρεσίβλητη και σε άλλες εγγραφές συναινετικών προσημειώσεων υποθήκης και δ) την μηνυτήρια αναφορά του προς τον Εισαγγελέα Πλημ/κών Αθηνών , με την οποία κατήγγειλε όλα τα επίδικα και αξιόποινα περιστατικά.

Από τη βεβαίωση του Εφετείου ότι για το σχηματισμό του ανωτέρω αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη, πλην άλλων, και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε ως δικαστικά τεκμήρια αλλά και από το σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης, καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα υπό στοιχ. α, γ και δ παραπάνω έγγραφα. Για δε τη σύμβαση δανείου γίνεται και ειδική αναφορά στο αιτιολογικό της απόφασης. Το ότι στη σύμβαση αυτή, όπως προκύπτει από επισκόπηση της, ο φερόμενος ως εκπρόσωπος της Ε. Α. -Χ., Κ. Α. βεβαιώνει ότι το ένδικο ακίνητο είναι ελεύθερο παντός βάρους, δεν σημαίνει ότι αυτός ήταν υπεύθυνος για τον έλεγχο των τίτλων και από την πλευρά των δανειστών ούτε ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του το ως άνω έγγραφο. Ειδικά όσον αφορά το υπό στοιχ. β' έγγραφο (πιστ/κό υποθ/κα), από την επισκόπηση του προκύπτει ότι αυτό φέρει αριθμό 222 και ημερομηνία 4-5-2009, που σημαίνει ότι δεν μπορεί ο αναιρεσείων να το επικαλέστηκε και να το προσκόμισε στο Εφετείο, αφού φέρει μεταγενέστερη της προσβαλλομένης απόφασης ημερομηνία έκδοσης. Επομένως, ο προβαλλόμενος εκ του άρθρου 559 αρ. 11 γ' Κ.Πολ.Δ. αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος

VII) Με τον τέταρτο λόγο της αίτησής του ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ. βάλλει κατά της ανέλεγκτης επί της ουσίας κρίσης του Δικαστηρίου, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (561 παρ. 1 Κ. Πολ.Δ.).

Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και ως προς την 1η αναιρεσίβλητη, Να καταδικαστεί δε ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς, στη δικαστική δαπάνη μόνο της 1ης αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ), δεδομένου ότι η απολειπομένη 2η αναιρεσίβλητη δεν υποβλήθηκε σε έξοδα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπό κρίση αίτηση του Α. Χ. για αναίρεση της 947/2005 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της 1ης αναιρεσίβλητης Κ. Σ., την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Νοεμβρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Δεκεμβρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ