Supreme Court dismisses appeal; witness testimony invalid without document loss; contract remains valid until expiry.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's decision to uphold the insurance contract. The appellant argued that witness testimony should suffice to prove the contract's validity after the original document was lost, but the court found no evidence of such loss. Consequently, the court ruled that the contract remained valid until its expiration date, rejecting the appellant's claim that the contract was voided prior to the insured event.
Legislator headnote
AI generatedArticles 394(1)(c), 2, 270(1), 339 of the Code of Civil Procedure; Article 15 of Law 2943/2001: Witness testimony to prove a contract is permitted only in cases of accidental loss of the document; without such loss, the party must rely solely on oath and confession.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 700 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 700/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 9 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΤΛΑΝΤΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στην Αθήνα, νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Μουσά.
Του αναιρεσίβλητου: Γ. Τ. του Ι., κατοίκου ..., o οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Θεοδώρου, ο οποίος ανακάλεσε την από 5.1.2012 δήλωσή του για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8 Απριλίου 1997 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7429/1998 μη οριστική, 5173/2002 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 3290/2004 του Εφετείου Αθηνών. Επί της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1400/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση του Εφετείου (3290/2004) και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο αυτό δικαστήριο. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 3556/2010 απόφασή του, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την 1 Οκτωβρίου 2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 27 Δεκεμβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνης του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 394 παρ. 1 εδ. γ' και 2, 270 παρ. 1 και 339 Κ.Πολ.Δ., όπως τα δύο τελευταία ίσχυαν πριν την τροποποίησή τους με τα άρθρα 12 και 14 του ν. 2915/2001 και ήταν εφαρμοστέα σε υποθέσεις, των οποίων η πρώτη συζήτηση έγινε προ της 1-1-2002 (άρθρο 15 του ν. 2943/2001), όταν ο νόμος ή οι συμβαλλόμενοι έχουν ορίσει για τη δικαιοπραξία το έγγραφο ως αποδεικτικό τύπο, τότε η απόδειξη με μάρτυρες της δικαιοπραξίας, επιτρέπεται μόνον στην περίπτωση τυχαίας απώλειας του εγγράφου, χωρίς συνδρομή της οποίας απομένουν στο διάδικο για την απόδειξη της σύμβασης μόνον ο όρκος και η ομολογία (Α.Π. 1701/1995).
Από το συνδυασμό των άρθρων 185, 189, 192 του ΑΚ., 189 και 192 του Εμπ.Ν., από τα οποία τα δύο τελευταία, όπως περιλαμβάνονται στο ένατο τμήμα του Νόμου αυτού καταργήθηκαν με το άρθρο 33 παρ. 2 του Ν. 2496/1997, αλλά ίσχυαν κατά το χρόνο κατάρτισης της ένδικης ασφαλιστικής σύμβασης και επέλευσης του ασφαλιζόμενου κινδύνου, προκύπτει ότι η σύμβαση ασφαλίσεως, που πρέπει να περιέχει τα πρόσωπα των συμβαλλομένων, το αντικείμενο της ασφάλισης, το ασφαλιζόμενο ποσό, το ασφάλιστρο, τους κινδύνους και το χρόνο έναρξης και λήξης αυτών, καταρτίζεται με απλή συναίνεση των μερών, συντελείται από το χρόνο αποδοχής της αιτήσεως για ασφάλιση από τον ασφαλιστή, η οποία μπορεί να υποδηλωθεί και σιωπηρώς με την αποστολή του ασφαλιστηρίου στον αιτούντα και αποδεικνύεται από το ασφαλιστήριο που αποτελεί αποδεικτικό και όχι συστατικό αυτής έγγραφο και για το κύρος του οποίου αρκεί μόνον η υπογραφή του ασφαλιστή.
Οι περιεχόμενοι δε στο ασφαλιστήριο γενικοί και ειδικοί όροι, από τους οποίους οι ειδικοί, επικρατούν των γενικών, δεσμεύουν τον ασφαλιζόμενο και όταν ακόμη δεν το υπέγραψε, εφόσον σε αυτό στηρίζει τις αξιώσεις του, το επικαλείται και το προσκομίζει στο δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 447 του Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 1491/2009, 1978/2009).
Νόμιμη είναι η επίκληση και προσκόμιση του ασφαλιστηρίου από τον μη θέσαντα επ' αυτού την υπογραφή του ασφαλισμένο, όταν αυτή γίνεται με τις προτάσεις του κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η προσβαλλόμενη απόφαση ή με συγκεκριμένη σ' αυτές αναφορά στις προτάσεις του προηγουμένων συζητήσεων, οι οποίες προσκομίζονται σε επικυρωνένο αντίγραφο και στις οποίες γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτού κατά τρόπο που προκύπτει η ταυτότητά του (ΟλΑΠ 9/2000).
Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αρ. 11 του Κ.ΠολΔικ. αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι :α) Ο από την πρώτη περίπτωση του άρθρου 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δικ.
λόγος αναιρέσεως, της λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων που ο νόμος δεν επιτρέπει, ιδρύεται, όταν λαμβάνεται υπόψη αποδεικτικό μέσο άλλο από εκείνα που καθορίζονται στα άρθρα 339 και 270 παρ. 2 εδ.β' και γ' του Κ.Πολ.Δικ. είτε για άμεση είτε για έμμεση απόδειξη, καθώς και όταν η χρήση του νόμιμου αποδεικτικού μέσου δεν είναι επιτρεπτή στη συγκεκριμένη περίπτωση λόγω της φύσεως της υποθέσεως ή προβλέπεται απόδειξη μόνον με συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο (ΟλΑ.Π. 8/1987).
β) Από τη δεύτερη περίπτωση του ίδιου άρθρου, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 237 εδ. 1β, 346 και 453 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. (συνάγεται), ότι για την ίδρυση του λόγου αναιρέσεως της παρά το νόμο λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι δεν προσκόμισαν, νοούνται ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου, που τις προσκόμισε, για το σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης του δικαστηρίου επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης, παραδεκτώς και νομίμως προταθέντος ισχυρισμού, θεμελιωτικού αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης ή αντέφεσης.
Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε δι' αναφοράς με αυτές σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του αποδεικτικού μέσου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ, το οποίο, αν και αναφέρεται στον τρόπο επαναφοράς ισχυρισμών, εφαρμόζεται αναλόγως και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων (ΟλΑΠ 23/2008).
Η δικαστική, όμως ομολογία λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 566/1989, 799/1983). γ) Από τη διάταξη της τρίτης περίπτωσης του άρθρου 559 αρ. 11 του Κ.Πολ.Δικ., σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 335 και 338 έως 340 και 561 παρ. 1 του ίδιου Κ.Πολ.Δικ προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να ελέγχεται η κρίση του ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου, περιλαμβανομένων και των ερμηνευτικών ή στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 και 20 Κ.Πολ.Δ.
Ωστόσο δεν επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί να καθίσταται βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα από αυτά κατ' είδος αναφερόμενα, κατά το νόμο επιτρεπτά (Α.Π. 544/2005, 190/1995). Στις δύο τελευταίες περιπτώσεις οι αποδείξεις που παρά το νόμο λήφθηκαν υπόψη μολονότι δεν προσκομίσθηκαν ή δεν λήφθηκαν υπόψη παρά το ότι έγινε νόμιμη επίκληση και προσκομιδή τους στο δικαστήριο της ουσίας, πρέπει να είναι κρίσιμες για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού των διαδίκων, αφού μόνον ένας τέτοιος ισχυρισμός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (Ολ.ΑΠ 42/2002) και δεν ιδρύονται οι λόγοι αυτοί αναίρεσης, αν το δικαστήριο στήριξε την κρίση του κυρίως σε άλλα αποδεικτικά μέσα.
Τέλος κατά το άρθρο 559 αρ. 10 του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής καθιερώνεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο για πράγματα που δέχθηκε ως αληθινά δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ή δεν έχει προσαχθεί καμιά απόδειξη (Α.Π. 148/1991, 311/1985).
Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την κρίση του από τα αποδεικτικά μέσα που μνημόνευσε στην απόφασή του ή δεν συμπίπτουν απολύτως-χωρίς να διαφέρουν ουσιωδώς- τα περιστατικά της αγωγής με όσα έγιναν δεκτά με την απόφαση (Α.Π. 185/1998). Στην υπόψη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο αφού έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, την έκθεση πραγματογνωμοσύνης και τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι σχημάτισε την κρίση του για την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής του αναιρεσιβλήτου, αφού δέχθηκε τα ακόλουθα :
Στις 28-2-1996, αφού προηγήθηκαν τρεις ασφαλιστικές συμβάσεις του εκκαλούντος- ενάγοντος (ήδη αναιρεσιβλήτου) με ισάριθμες ασφαλιστικές εταιρείες (μη διαδίκους) που ανέλαβαν την ευθύνη να καλύψουν τον κίνδυνο κατά πυρκαγιάς ενός εργοστασίου εκείνου (ενάγοντος) σε ποσοστό 42% (7%+25%+10%) της δηλωθείσας ασφαλιστικής αξίας του, κατάρτισε με την αναιρεσείουσα-εφεσίβλητη- εναγόμενη για το υπόλοιπο (μέχρι το 50%) ποσοστό (8%) της αξίας των ασφαλισθέντων πραγμάτων του επίσης ασφαλιστική σύμβαση, για την οποία συντάχθηκε το ...
ασφαλιστήριο συμβόλαιο, διάρκειας μέχρι 1-7-1996, που ανανεώθηκε μέχρι την 1-7-1997. Στις 9-9-1996 και περί ώρα 09.45' εξερράγη πυρκαγιά στο ασφαλισθέν εργοστάσιο του ενάγοντος, που αποδόθηκε σε βραχυκύκλωμα, συνεπεία της οποίας κατεστράφη σχεδόν ολικά η ηλεκτρική εγκατάσταση, τα μηχανήματα, οι πρώτες ύλες και τα εμπορεύματα. "Η εναγομένη προέβαλε πρωτοδίκως και κατ' έφεση τον ισχυρισμό, (ένσταση) ότι κατά το χρόνο της επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης, η ασφαλιστική σύμβαση είχε λυθεί, με καταγγελία από τον ασφαλισμένο ενάγοντα, διότι αυτός είχε καταγγείλει την σύμβαση συνασφάλισης που είχε καταρτίσει με την συνασφαλίστρια ασφαλιστική εταιρία ''SUN ALLIANCE INSURANCE (HELLAS)'', δυνάμει δε προσθέτου όρου της μεταξύ των διαδίκων ασφαλιστικής σύμβασης, που περιελήφθη στο υπ' αριθμ. ...
ασφαλιστήριο που εκδόθηκε από αυτή, η καταγγελία από τον ασφαλισμένο της σύμβασης με την παραπάνω συνασφαλίστρια εταιρία, συνεπάγονταν και τη λύση της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης. Ειδικότερα η εναγόμενη επικαλέστηκε τον πρόσθετο όρο του άνω ασφαλιστηρίου συμβολαίου, ο οποίος ανέφερε τα εξής : "ΕΙΔΙΚΟΣ ΟΡΟΣ ΣΥΝΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ.
Δηλούται και συμφωνείται ότι η ''SUN ALLIANCE INSURANCE (HELLAS)'' αναγνωρίζεται από τους λοιπούς συνασφαλιστές ως ηγήτρια εταιρία (LEADING) στην παρούσα ασφάλιση. Κατ' ακολουθίαν ο ασφαλιζόμενος δύναται πάσα γνωστοποίηση σχετική με την λειτουργία της παρούσης ασφαλιστικής συμβάσεως να απευθύνει εις μόνην την ''SUN ALLIANCE'' δεσμευομένων αυτομάτως και των λοιπών συνασφαλιζομένων εταιριών.
Οι συμμετέχουσες στην παρούσα κάλυψη ασφαλιστικές εταιρίες και η ηγήτρια, ευθύνονται σε περίπτωση επελεύσεως της ασφαλιστικής περιπτώσεως ατομικώς και μέχρι του ποσοστού συμμετοχής μιας εκάστης τούτων, αποκλειομένης ρητώς της αλληλεγγύου αδιαιρέτου η εις ολόκληρον ευθύνης. Επίσης συμφωνείται ότι κάθε παρά της ηγέτιδος ασφαλιστικής εταιρίας γενόμενος αποδεκτός διακανονισμός ζημίας, είναι υποχρεωτικός και για τους λοιπούς συνασφαλιστές".
Σχετικά με τον όρο αυτό που περιέχεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο, του οποίο προσκομίστηκε και με επίκληση και είναι υπογεγραμμένο απ' αυτή, αποδείχθηκε ότι δεν υπογράφηκε (το ασφαλιστήριο συμβόλαιο) από τον ενάγοντα. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι αυτός, αφού δεν υπέγραψε το άνω ασφαλιστήριο συμβόλαιο, δεν υπέγραψε επίσης και τον όρο αυτό της σύμβασης, ούτε καθ' οιονδήποτε τρόπο έλαβε γνώση του (προσθέτου) όρου αυτού, ούτε τον αποδέχθηκε και συνεπώς το άνω ασφαλιστήριο συμβόλαιο που είναι ιδιωτικό έγγραφο, ως τέτοιο αποτελεί απόδειξη μόνο κατά της εκδότριάς του εφεσίβλητης που το προσκόμισε και δη για τα ουσιώδη στοιχεία της σύμβασης, ότι δηλαδή καταρτίστηκε η ασφαλιστική σύμβαση, γεγονός άλλωστε που συνομολογεί ρητά η εφεσίβλητη και δεν το αμφισβητεί (αφού και ανεξάρτητα από την προσκόμιση του ασφαλιστηρίου -συμβολαίου, μόνο τη διάρκειά της αμφισβητεί), τον ασφαλιστή εν προκειμένω την εφεσίβλητη, τον ασφαλισμένο ήτοι τον εκκαλούντα, το αντικείμενο της ασφάλισης, το ποσό για το οποίο γίνεται αυτή, τον κίνδυνο που καλύπτεται, το ποσό του ασφαλίστρου και το χρόνο διάρκειάς της και όχι και για τον πρόσθετο άνω όρο που κατά την κρίση του δικαστηρίου τέθηκε υπέρ της εκδότριας και συνεπώς αφού ο εκκαλών δεν προσκομίζει και επικαλείται στις προτάσεις του τόσο τις πρωτοβάθμιες όσο και ενώπιον του δικαστηρίου τούτου το ασφαλιστήριο τούτο, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη αυτό για απόδειξη του πρόσθετου όρου αυτού υπέρ της υπογράψασας το ασφαλιστήριο εκδότριας του- εφεσίβλητης.
Και βέβαια πέραν των άνω ουσιωδών στοιχείων κάθε ασφαλιστικής σύμβασης, στα πλαίσια της από το άρθρο 361 ΑΚ αρχής της συμβατικής ελευθερίας είναι δυνατόν να συμφωνηθούν και πρόσθετοι όροι, εφόσον όμως αυτοί αποτέλεσαν αντικείμενο των μεταξύ των συμβαλλομένων διαπραγματεύσεων και έγιναν εκατέρωθεν αποδεκτοί, πράγμα που δεν συνέβη στην προκειμένη περίπτωση, όπως άνω αποδείχθηκε.
Συνεπώς αφού ο εκκαλών δεν υπέγραψε την ασφαλιστική σύμβαση της εφεσίβλητης και τον πρόσθετο αυτό όρο, δεν δεσμεύεται απ' αυτόν και η καταγγελία εκ μέρους του στις 15-8-1996 της ασφαλιστικής σύμβασης που είχε συνάψει με την "ηγήτρια", όπως την αποκαλεί η εφεσίβλητη, άνω αναφερθείσα ασφαλιστική εταιρία,(μη διάδικο) δεν συνεπάγεται και ακυρωτικό αποτέλεσμα και ως προς τις λοιπές ασφαλίστριες εταιρίες και συνεπώς την λύση της επίδικης μεταξύ των διαδίκων σύμβασης, η οποία διατηρήθηκε ισχυρή μέχρι την λήξη της στις 1-1-1997, αφού μάλιστα ο εκκαλών κατέβαλε και τα σχετικά ασφάλιστρα για ανανέωσή της μέχρι τον χρόνο αυτό και καλύπτει επομένως την αντίστοιχη ζημία του εκκαλούντα λόγω του επελθόντος την 9-9-1996 λόγω πυρκαγιάς ασφαλιστικού κινδύνου και τα αντίθετα υποστηριζόμενα από την εφεσίβλητη είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Και ναι μεν η τελευταία ισχυρίζεται ότι η ακύρωση της επίδικης σύμβασής της με τον εκκαλούντα έλαβε χώρα στις 28-8-1996 και προς απόδειξη του ισχυρισμού της αυτού επικαλείται και προσκομίζει δύο έγγραφα που στο επάνω μέρος τους φέρουν την επωνυμία της ασφαλιστικής εταιρίας ''SUN ALLIANCE'', φέρουν ως ασφαλισμένο τον εκκαλούντα και από κάτω γράφουν "ΑΚΥΡΩΣΗ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΥ" χωρίς να φέρουν όμως καμία ημερομηνία.
Πώς θα μπορούσε όμως η αναφερόμενη άνω στο έγγραφο εταιρία να έχει προβεί σε ακύρωση έκτοτε (28-8-1996) του ασφαλιστικού συμβολαίου και για λογαριασμό της εφεσίβλητης, όπως ισχυρίζεται η τελευταία προσκομίζοντας τα έγγραφα αυτά, στα οποία σημειωτέον περιέχονται σφραγίδες και υπογραφές των νομίμων εκπροσώπων όλων των ασφαλιστικών εταιριών που ασφάλισαν τον εκκαλούντα και της εφεσίβλητης, καθήν στιγμή η τελευταία (εφεσίβλητη), που φέρεται σ' αυτά να τα έχει υπογράψει με σφραγίδα έκτοτε (28-8-1996), στην από 4-10-1996 επιστολή της που απευθύνει προς τον εκκαλούντα, ρητά δηλώνει την ημερομηνία αυτή(4-10-1996), ότι δεν γνώριζε μέχρι τότε που της γνωστοποίησε ο ίδιος ο εκκαλών με την από 10-9-1996 επιστολή του την πυρκαγιά του εργοστασίου του, για την ακύρωση του συμβολαίου του μ' αυτήν από τις 15-8-1996, διότι όπως ισχυρίζεται στο έγγραφο η "πρωτασφαλίστρια" αυτή εταιρία δεν της το είχε γνωστοποιήσει(την ακύρωση και του δικού της συμβολαίου δηλαδή).
Έτσι το δικαστήριο κρίνει ότι η σχετική αλληλογραφία που έλαβε χώρα μεταξύ των διαδίκων, έγινε μετά την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου και ότι οι φερόμενες δήθεν στις 28-8-1996 ακυρώσεις του συμβολαίου και ως προς την εφεσίβλητη που είχαν προσχηματικό χαρακτήρα, προκειμένου ενόψει της άνω επελεύσεως, να αποσείσει στην συγκεκριμένη περίπτωση η εφεσίβλητη, οποιαδήποτε ευθύνη της από την σύμβαση ασφαλίσεως με τον εκκαλούντα.
Άλλωστε και το από 27-8-1996 με τον τίτλο "ΤΕΛΕΦΑΞ" της Χέλλας Ματαλών, που απευθύνει προς την "SUN ALLIANCE", με το οποίο φέρεται να εντέλλεται η πρώτη την δεύτερη να ακυρώσει τα ασφαλιστικά συμβόλαια του εκκαλούντος, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι δεν αποδείχθηκε ότι είχε το προς τούτο δικαίωμα, οποιοδήποτε αίτημα ακυρώσεως συμβολαίου και αν περιέχει αυτό (τέλεφαξ) αφορά μόνο το συμβόλα