Supreme Court dismisses appeal against lease dispute judgment citing lack of legal grounds and free evaluation of evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by companies and partners against a final judgment in a lease dispute. The appellants argued that the lower court improperly assigned evidentiary weight to a specific list of creditor claims, yet the court found no specific legal error in this assessment. The court held that the appellate court freely evaluated all evidence under the law, and such factual assessments are not subject to appellate review.
Legislator headnote
AI generatedArticles 561, 564 of the Code of Civil Procedure; The appellate court's free evaluation of evidence in a lease dispute is not subject to review on appeal unless a specific legal error is proven.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 222 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 222/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ..., που εδρεύει στο Κερατσίνι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο Κερατσίνι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Δ. Ξ. του Κ. και 4) Π. Ξ. του Κ., ομορρύθμων εταίρων της ως άνω εταιρείας, κατοίκων Κερατσινίου Αττικής, εκ των οποίων οι 1η, 3ος και 4ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Κατσαρό, ενώ η 2η δεν παραστάθηκε.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Σ. του Θ., 2) Θ. Σ. του Κ., κατοίκων Παλαιού Ψυχικού Αττικής και 3) Μ. Σ. του Κ., κατοίκου Αγίας Παρασκευής Αττικής, εκ των οποίων ο 2ος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρου και οι 1ος και 3ος εκπροσωπήθηκαν από τον αυτό πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Σιδηρόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-12-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: .../2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και .../2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-11-2022 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο 2ος αναιρεσίβλητος και πληρεξούσιος των λοιπών αναιρεσιβλήτων πρόβαλε ένσταση απαραδέκτου της αιτήσεως αναιρέσεως, άλλως δε, ζήτησε την απόρριψη αυτής, καθένας δε ζήτησε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση, από 10-11-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. 8827/982/2022), αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 647 επ. του ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν καταργηθούν με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015), με αριθ. .../2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Αυτή είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αφού ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1-2 του ΚΠολΔ), εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (Α' 87), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε το αναιρεσείoν Ν.Π.Δ.Δ.
επικαλείται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεδομένου ότι, κατά τη διάταξη του άρθρου 83 παρ. 1 του ν. 4790/2021, όπως αυτή ερμηνεύθηκε και συμπληρώθηκε με τη διάταξη του άρθρου 25 του ν. 4792/2021, το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (7/11/2020 - 5/4/2021), λόγω των μέτρων προστασίας από την εξάπλωση της πανδημίας του κορονοϊού covid-19, δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξωδίκων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, ενώ και οι προθεσμίες, που ανεστάλησαν δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από τη προβλεπόμενη λήξη τους (ΑΠ 1033/2024, ΑΠ 687/2024, ΑΠ 1913/2024, ΑΠ 210/2023).
Επομένως, πρέπει να εξετασθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Το άρθρο 76 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι, όταν η διαφορά επιδέχεται ενιαία μόνο ρύθμιση ή η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους ομοδίκους. Οι ομόδικοι που μετέχουν νόμιμα στη δίκη ή, έχουν προσεπικληθεί, αν δεν παραστούν, θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύονται από εκείνους που παρίστανται, με τους οποίους συνδέονται με το δεσμό της αναγκαστικής ομοδικίας.
Περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας καθιερώνει και η διάταξη του άρθρου 22 του Εμπ.Ν. μεταξύ της ομόρρυθμης εταιρίας και των ομόρρυθμων εταίρων, όταν ενάγονται για εταιρικές υποχρεώσεις (ΑΠ 792/2022, ΑΠ 970/2019, ΑΠ 262/2015). Στην ερευνώμενη υπόθεση, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στο ακροατήριο από τη σειρά του πινακίου, κατά τη παρούσα δικάσιμο, παραστάθηκαν οι αναιρεσίβλητοι και από τους αναιρεσείοντες, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της υπόθεσης, οι πρώτη, τρίτος και τέταρτος αυτών (αναιρεσειόντων), ενώ δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, η δεύτερη των αναιρεσειόντων ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "....
Ωστόσο, παρά την απουσία της παραπάνω δεύτερης αναιρεσείουσας και αναγκαίας ομοδίκου των ομόρρυθμων εταίρων της τρίτου και τέταρτου των αναιρεσειόντων, σύμφωνα και με τη προεκτεθείσα σκέψη και ανεξάρτητα από την έλλειψη από την ανωτέρω απούσα διάδικο πληρεξουσίου για την άσκηση από αυτήν του ένδικου μέσου της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, αφού κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 76 παρ. 4 του ΚΠολΔ η παραδεκτή άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης από έναν αναγκαίο ομόδικο επιφέρει αποτελέσματα και για τους λοιπούς αναγκαίους ομοδίκους του, που αδράνησαν ή και για οποιοδήποτε λόγο απώλεσαν το δικαίωμα προσβολής της απόφασης (ΑΠ 60/2022), η διαδικασία θα προχωρήσει σαν να ήταν και αυτή η διάδικος παρούσα, αφού μετέχει νόμιμα στη δίκη και θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται από τους τρίτο και τέταρτο αναγκαίους της ομοδίκους που παρίστανται (άρθρ.76 παρ.1 εδ.
β`του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 576 παρ. 2 εδ. α` και γ` του ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 6 παρ. 1 του ν. 813/1978, όπως αυτό ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 2 του ν. 2041/1992, δεν επιτρέπονταν η με οποιοδήποτε τρόπο, εν όλω ή εν μέρει, παραχώρηση της χρήσης του μισθίου σε άλλον, ιδίως με υπεκμίσθωση ή σύσταση εταιρίας καθώς και η μεταβίβαση εν όλω της μισθωτικής σχέσης, εκτός αν περί αυτού υπήρχε αντίθετη συμφωνία των μερών.
Με το ν. 2041/1992 όμως, που άρχισε να ισχύει από 1-5-1992, τροποποιήθηκε η διάταξη της παρ.1 του άρθρου 6 του ν. 813/1978 (ήδη άρθρο 11 του π.δ/τος 34/1995) και ορίστηκε ότι η ολική ή μερική παραχώρηση του μισθίου σε τρίτο δεν επιτρέπεται, εκτός από αντίθετη συμφωνία των μερών. Έτσι από την ως άνω διάταξη σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 361 και 593 του ΑΚ, προκύπτει ότι με συμφωνία των μερών μπορεί να παραχωρηθεί η χρήση του μισθίου σε τρίτο ή σε εταιρία που έχει συσταθεί με συμμετοχή και του μισθωτή.
Ως εταιρία, στην οποία παραχωρείται η χρήση του μισθίου κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, νοείται προσωπική ή ΕΠΕ που αποκτά νομική προσωπικότητα. Η παραχώρηση όμως αυτή της χρήσης του μισθίου σε τρίτο, είτε με υπεκμίσθωση, είτε με σύσταση εταιρίας, είναι σχέση παρεπόμενη, αναφορικά με τη κύρια μίσθωση και δεν αλλοιώνει υποκειμενικά τη μισθωτική σχέση, η οποία εξακολουθεί να λειτουργεί μεταξύ των αρχικών συμβαλλόμενων (εκμισθωτή και μισθωτή και, σε περίπτωση θανάτου αυτών, των κληρονόμων τους, που υπεισέρχονται στη μισθωτική σχέση).
Έτσι η κυρία μισθωτική σχέση δεν επηρεάζεται ούτε αλλοιώνεται, ακόμη και αν ο εκμισθωτής συναίνεσε ή ενέκρινε τη παραχώρηση της χρήσης του μισθίου, είτε με υπεκμίσθωση, είτε με την σύσταση εταιρίας. Έναντι όμως του εκμισθωτή ευθύνονται εις ολόκληρον και ο μισθωτής και η εταιρία στην οποία παραχωρήθηκε η χρήση του μισθίου (άρθρο 481 του ΑΚ) (ΑΠ 455/2017, ΑΠ 1177/2015, ΑΠ 1099/2015, ΑΠ 1226/2012, ΑΠ 1245/2010).
Εξάλλου παραχώρηση της χρήσης του μισθίου σε άλλον υπάρχει και όταν ακόμη η παραχώρηση έγινε στο νομικό πρόσωπο προσωπικής εταιρίας, μέλη της οποίας είναι μόνο οι συμμισθωτές ή συνυπομισθωτές του μισθίου, διότι και στη περίπτωση αυτή πρόκειται για παραχώρηση σε πρόσωπο που δεν ταυτίζεται με τα πρόσωπα των δικαιούχων (Ολ.ΑΠ 23/1992, ΑΠ 1226/2012).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 477 του ΑΚ, προκύπτει ότι σωρευτική αναδοχή χρέους είναι η σύμβαση που συνάπτεται μεταξύ του δανειστή και ενός τρίτου, με την οποία ο τρίτος αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκπληρώσει ξένο χρέος, χωρίς όμως να απαλλάσσεται ο αρχικός οφειλέτης. Έτσι, παράγεται μία πρόσθετη ενοχή αυτού που υποσχέθηκε να εκπληρώσει το ξένο χρέος παράλληλη με την ενοχή του αρχικού οφειλέτη.
Η σύμβαση αυτή, που μπορεί να καταρτιστεί ακόμη και σιωπηρά, είναι ετεροβαρής και δεν έχει χαρακτήρα αναγνώρισης χρέους από τον αναδεχόμενο, αλλά ανάληψής του, εφόσον αυτό πραγματικά υπάρχει, μπορεί δε να αφορά και μελλοντικό χρέος, ως τέτοιου νοούμενου, τόσο εκείνου του χρέους, που ο νομικός λόγος παραγωγής του υπάρχει κατά τη κατάρτιση της σύμβασης αναδοχής, αλλά δεν έχει γεννηθεί ακόμη (περιορισμένη μελλοντική απαίτηση), όσο και εκείνου του οποίου, ούτε ο λόγος παραγωγής, ούτε η απαίτηση υπάρχει κατά τη κατάρτιση της σύμβασης, υπό την προϋπόθεση όμως ότι, και στις δύο περιπτώσεις το μελλοντικό χρέος είναι οριστό, μπορεί δηλαδή να προσδιορισθεί, κατά το χρόνο που γεννάται η σχετική αξίωση έναντι του οφειλέτη.
Η ευθύνη του αναδοχέα έχει το ίδιο περιεχόμενο και την ίδια φύση με την ευθύνη του παλαιού οφειλέτη. Έτσι, μεταξύ των δύο αυτών προσώπων δημιουργείται, έναντι του δανειστή, παθητική εις ολόκληρον ενοχή (ΑΚ 481), δικαιουμένου του δανειστή να απαιτήσει την εκπλήρωση της παροχής μία μόνο φορά, κατ` επιλογή του, είτε από το τρίτο που αναδέχθηκε το χρέος του οφειλέτη, με βάση τη σύμβαση αναδοχής, είτε από τον οφειλέτη με βάση την μεταξύ δανειστή και οφειλέτη έννομη σχέση (ΑΠ 303/2024, ΑΠ 733/2021, ΑΠ 770/2021, ΑΠ 726/2019, ΑΠ 230/2014).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις, εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Αυτό συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 1709/2024, ΑΠ 1032/2024).
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1909/2024, ΑΠ 1032/2024, ΑΠ 1227/2023). Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 1909/2024, ΑΠ 1032/2024, ΑΠ 1545/2024, ΑΠ 55/2023, ΑΠ 224/2023).
Με το λόγο αυτόν, δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 57/1990, ΑΠ 1545/2024, ΑΠ 1909/2024, ΑΠ 1198/2023, ΑΠ 1230/2023). Τέλος, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσηςαπό τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1227/2024, ΑΠ 1909/2024, ΑΠ 1209/2023, ΑΠ 224/2023, ΑΠ 57/2022).
Έτι περαιτέρω, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 12 του ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, προσδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό μέσο αποδεικτική δύναμη μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που, δεσμευτικά γι`αυτό (δικαστήριο), καθορίζει ο νόμος (ΚΠολΔ 352, 438-440, 447), προβλέποντας ιδίως, ότι ορισμένο αποδεικτικό μέσο παράγει πλήρη απόδειξη χωρίς ή με δυνατότητα ανταπόδειξης, όχι όμως και στη περίπτωση κατά την οποία, εκτιμώντας ελεύθερα, όπως, κατ` αρχήν, έχει δικαίωμα από το νόμο (ΚΠολΔ 340), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη αποδεικτική βαρύτητα από τα άλλα αυτά αποδεικτικά μέσα.
Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, απαιτείται να διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο: α) για την απόδειξη ποίου συγκεκριμένου ισχυρισμού προσκομίστηκε το σχετικό αποδεικτικό μέσο, καθώς και ποία επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης, β) ποία είναι η αποδεικτική δύναμη που είχε το προσκομισθέν αποδεικτικό μέσο και ποία αποδόθηκε σ` αυτό από το δικαστήριο της ουσίας, γ) το σχετικό σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης και δ) ότι έγινε η επίκληση αυτή στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ αν λείπει έστω και ένα από τα ως άνω στοιχεία, όπως όταν δεν αναφέρεται ποιά αποδεικτική δύναμη προσέδωσε το Εφετείο στο έγγραφο, ο συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αόριστος (ΑΠ 1224/2024, ΑΠ 25/2023, ΑΠ 368/2021, ΑΠ 1092/2021, ΑΠ 718/2021, ΑΠ 580/2019, ΑΠ 1542/2018, ΑΠ 1177/2018, ΑΠ 700/2009).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, οι αναιρεσείοντες, με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, από τον αριθ. 1α'και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, προσάπτουν στο Εφετείο τη πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 477 του ΑΚ (περί σωρευτικής αναδοχής χρέους) και των άρθρων 361, 593 του ΑΚ και 6 παρ. 1 και 2 του ν. 813/78, όπως το τελευταίο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 2041/92, καθώς και ότι στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, εξαιτίας των ανεπαρκών αιτιολογιών, ως προς τη συνδρομή των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες εφάρμοσε, που καθιστούν αδύνατο, εν προκειμένω, τον αναιρετικό έλεγχο.
Ειδικότερα δε, μέμφονται τη προσβαλλόμενη απόφαση, ισχυριζόμενοι ότι τα αποδειχθέντα, βάσει αυτής (προσβαλλόμενης απόφασης) πραγματικά περιστατικά δεν συνιστούν σύναψη σύμβασης σωρευτικής αναδοχής του επίδικου χρέους της πρώτης αναιρεσείουσας μισθώτριας εταιρίας με το διακριτικό τίτλο "..." από τη δεύτερη αναιρεσείουσα ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία ... (υπομισθώτρια) που καταρτίστηκε μεταξύ των αναιρεσίβλητων-εκμισθωτών και της δεύτερης αναιρεσείουσας ομόρρυθμης εταιρίας και ως εκ τούτου, κατά τους ισχυρισμούς τους, δεν ενέχεται η δεύτερη αναιρεσείουσα ομόρρυθμη εταιρία (υπομισθώτρια), αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, με τη μισθώτρια ανώνυμη εταιρία για τη πληρωμή στους αναιρεσίβλητους του ποσού που επιδικάστηκε με την προσβαλλόμενη (καταβολή μισθωμάτων) και συνακόλουθα δεν ευθύνονται για την αποπληρωμή του ούτε ο τρίτος και τέταρτος των αναιρεσειόντων (Δ.
και Π. Ξ.), ομόρρυθμα μέλη της ως άνω ομόρρυθμης εταιρίας. Με το δεύτερο δε αναιρετικό λόγο, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθ. 1α'του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, προσάπτουν στο Εφετείο τη πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης, με εσφαλμένη εφαρμογή, των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 21, 99, 100, 106β και 106η του ΠτΚ, όπως αυτές ίσχυαν κατά το χρόνο δημοσίευσης της με αριθ. .../2014 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία επικύρωσε την υποβληθείσα από τη πρώτη αναιρεσείουσα συμφωνία εξυγίανσης, επειδή η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι δεν αποδεικνύεται ο ισχυρισμός της πρώτης αναιρεσείουσας - μισθώτριας ότι οι αναιρεσίβλητοι ανήκουν στη κατηγορία των "μη συμβαλλόμενων πιστωτών" και ως εκ τούτου δεν δεσμεύονται από την ως άνω απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και οι απαιτήσεις τους από τα οφειλόμενα μισθώματα (12.859,35 ευρώ) δεν θα πρέπει να περιοριστούν στο 10% αυτών, όπως προβλέπεται από την ως άνω απόφαση και κατά το δεύτερο σκέλος του τη πλημμέλεια από τον αριθ. 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, καθόσον με το να δεχθεί ότι μόνον αν οι επίδικες απαιτήσεις των αναιρεσίβλητων-εκμισθωτών-εναγόντων περιλαμβάνονταν στη κατάσταση των πιστωτών, γεγονός το οποίο όμως δεν αποδεικνύεται, θα μπορούσαν να ρυθμιστούν οι απαιτήσεις τους αυτές με την προαναφερόμενη απόφαση εξυγίανσης, προσέδωσε στο κατάλογο αυτόν των απαιτήσεων των πιστωτών της πρώτης αναιρεσείουσας αυξημένη αποδεικτική δύναμη που κατά νόμο δεν την είχε.
Στην ερευνώμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από τη προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η από 6-9-2018 έφεση των αναιρεσειόντων κατά της με αριθ. .../2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 7-12-2015 (αριθ. έκθ. κατάθ. 112235/3202/2015) σχετική αγωγή των αναιρεσίβλητων κατά των αναιρεσειόντων, περί καταβολής του ποσού των 12.859,35 ευρώ, οφειλόμενου από σωρευτική αναδοχή χρέους, το Εφετείο δέχθηκε, αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα της επικαλούμενης με την αγωγή σωρευτικής αναδοχής χρέους, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων:''.....
Δυνάμει του από 22-12-2003 ιδιωτικού συμφωνητικού επαγγελματικής μίσθωσης, η δικαιοπάροχος των εναγόντων (μη διαδίκου), Π. Σ. και ο Α. Ζ. εκμίσθωσαν στη πρώτη εναγόμενη (ήδη πρώτη εκκαλούσα) ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ... εκπροσωπούμενη από το πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλό της Δ. Ξ. του Κ./νου, το ευρισκόμενο στην Αθήνα, επί της οδού Πειραιώς, αρ. 80, οικόπεδο επιφάνειας 200,70 τ.μ., μετά της εντός αυτού διώροφης οικοδομής, αποτελούμενης από ισόγειο, επιφάνειας 140,49 τ.μ.
με πατάρι επιφάνειας 56,76 τ.μ., πρώτο (Α) όροφο, επιφάνειας 131,08 τ.μ. και δώμα, επιφάνειας 22,95 τ.μ., του οποίου (οικοπέδου και οικοδομής) οι ανωτέρω (συν)εκμισθωτές ήταν συγκύριοι κατά ποσοστό 1/3 η πρώτη και 2/3 ο δεύτερος εξ αδιαιρέτου, για χρονικό διάστημα δώδεκα ετών αρχής γενομένης από 1-1-2004 μέχρι 31-12-2015, αντί μηνιαίου μισθώματος ποσού 1.580 ευρώ για τους τέσσερις πρώτους μήνες, για τους υπολοίπους μήνες μέχρι τη συμπλήρωση ενός έτους ποσού 2.348 ευρώ, καταβλητέου την 1η ημέρα κάθε μισθωτικού μήνα και αναπροσαρμοζόμενου έκτοτε ετησίως σε ποσοστό ίσο με την αύξηση του τιμαρίθμου του αμέσως προηγούμενου 12μήνου, όπως αυτή θα καθοριστεί από την Εθνική Στατιστική Αρχή, χωρίς να μπορεί η αύξηση να είναι κατώτερη του 2,5%, με βάση το μίσθωμα του τελευταίου μήνα κάθε προηγούμενου έτους, πλέον του τέλους χαρτοσήμου, προκειμένου να διαμορφωθεί και ανακαινιστεί από την άνω μισθώτρια εταιρία - πρώτη, με αποκλειστικές δαπάνες της, σύμφωνα με τις επιχειρηματικές της ανάγκες, έτσι ώστε να καταστεί λειτουργικό και να συμπληρώνει τις ανάγκες της παρακείμενης (όμορης) ξενοδοχειακής επιχείρησης στην οδό Πειραιώς αρ. 78 και Σαλαμίνος αρ. 14 (3ος όρος του άνω μισθωτηρίου).
Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του εν λόγω μισθωτηρίου με τον 9° όρο συμφωνήθηκε ότι "απαγορεύεται η υπομίσθωση ή η με οποιονδήποτε τρόπο παραχώρηση του μισθίου σε τρίτο .... χωρίς προηγούμενη έγγραφη συγκατάθεση των εκμισθωτών. Εξαιρούνται όμως οι περιπτώσεις παραχωρήσεως της χρήσεως μισθίου, ολοκλήρου ή μέρους αυτού, με αντάλλαγμα ή και χωρίς αντάλλαγμα, σε εταιρεία στην οποία θα συμμετέχουν οι εταίροι ή μέτοχοι της μισθώτριας (δηλ.
σε "αδελφή" ¬εταιρία), στη περίπτωση όμως αυτή οι χρήστες θα δεσμεύονται σε ολόκληρο, όπως ακριβώς και η μισθώτρια, από τους όρους της παρούσης συμβάσεως". Μετά πάροδο τριών μηνών, με το από 22-3-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό συστάσεως ομόρρυθμης εταιρίας, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στα με αριθμό μητρώου 58933 και αριθμ.
κατάθεσης .../23-3-2004 βιβλία προσωπικών εταιριών του Πρωτοδικείου Πειραιά, όπως αυτή τροποποιήθηκε εν συνεχεία νομότυπα και ίσχυε, ο προαναφερόμενος πρόεδρος, διευθύνων σύμβουλος και μέτοχος της πρώτης εναγομένης ανωνύμου εταιρίας - μισθώτριας, Δ. Ξ. με τον α¬δελφό του Π. Ξ., συνέστησαν μεταξύ τους ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία ...
τρίτη εναγομένη (ήδη δεύτερη εκκαλούσα), με ομόρρυθμα μέλη, εκπροσώπους και διαχειριστές τους ίδιους (Δ. και Π.. Ξ..) - τέταρτο και πέμπτο εναγομένους (ήδη τρίτος και τέταρτος εκκαλούντες) και με εταιρική μερίδα έκαστος ανερχόμενη σε 50% επί του όλου εταιρικού κεφαλαίου (όροι 6ος και 7ος του άνω συμφωνητικού).
Κατά την ίδια χρονική περίοδο με το από 26-3-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό συστάσεως ομόρρυθμης εταιρίας, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στα με αριθμό μητρώου 58946 και αριθμ. κατάθεσης .../29-3-2004 βιβλία προσωπικών εταιριών του Πρωτοδικείου Πειραιά, όπως τροποποιήθηκε εν συνεχεία νομότυπα και ίσχυε, ο Ε. Λ. του Γ. και ο Ν.
Δ. του Γ. συνέστησαν μεταξύ τους ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία ... με ομόρρυθμα μέλη, εκπροσώπους και διαχειριστές τους ίδιους (Ε. Λ. και Ν. Δ.) και με εταιρική μερίδα έκαστος ανερχόμενη, αντίστοιχα, σε 60% και 40% επί του όλου εταιρικού κεφαλαίου (5ος όρος του άνω συμφωνητικού). Αμέσως μετά, με το από 29-3-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό συστάσεως ομόρρυθμης εταιρίας, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στα με αριθμό μητρώου ...
και αριθμ. κατάθεσης ...2004 βιβλία προσωπικών εταιριών του Πρωτοδικείου Πειραιά, οι προρρηθείσες ομόρρυθμες δύο εταιρίες συνέστησαν μεταξύ τους μία άλλη ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία ..... με εταιρική μερίδα, επί του όλου εταιρικού κεφαλαίου, η πρώτη των εταίρων ομόρρυθμος εταιρίας "... ανερχόμενη σε 51%, και η δεύτερη των εταίρων ομόρρυθμη εταιρία ...
ανερχόμενη σε 49%, ενώ ορίστηκαν διαχειριστές και εκπρόσωποι της άνω συσταθείσας Ο.Ε. οι Δ. Ξ. και Ν. Δ.. Μετά πάροδο περίπου τεσσάρων μηνών από τη σύσταση των ανωτέρω εταιριών, η μισθώτρια εταιρία, με διακριτικό τίτλο "... - πρώτη εναγομένη, εκπροσωπούμενη από τον μέτοχο, πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο της κάνοντας χρήση του προαναφερόμενου (9ου) όρου της ανωτέρω (από 22-12-2003) μισθωτικής σύμβασης, υπεκμίσθωσε με το από 21-7-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό επαγγελματικής (υπο)μίσθωσης (μισθωτήριο), νόμιμα θεωρημένο στην αρμόδια Δ.Ο.Υ.
Πειραιά, με αριθ. κατάθ. ...2004, (στο οποίο ρητά και σαφώς αναγράφεται το προρρηθέν αρχικό μισθωτήριο και το προεκτεθέν περιεχόμενο του ανωτέρω όρου του), για χρονικό διάστημα μέχρι τις 31-12-2019, το ως άνω μίσθιο στην τρίτη εναγόμενη εταιρεία με την επωνυμία ...", εκπροσωπούμενη από τον έτερο ομόρρυθμο εταίρο Π.
Ξ., προκειμένου να χρησιμοποιηθεί όπως επί λέξει αναγράφεται "αποκλειστικώς και μόνον για τη λειτουργία επιχειρήσεως εστιατορίου πολυτελείας, το οποίο θα εξυπηρετεί και το παραπλεύρως (επί της οδού Πειραιώς αρ. 78) λειτουργούν Ξενοδοχείο της εκμισθώτριας, με το οποίο και θα συνδέεται και με εσωτερική είσοδο", η οποία (ομόρρυθμος εταιρία-υπομισθώτρια) αυθημερόν, ήτοι με το από 21-7-2004 συμφωνητικό επαγγελματικής (υπο)μίσθωσης, νόμιμα θεωρημένο στην αρμόδια Δ.Ο.Υ.
Πειραιά, με αριθ. κατάθ. .../22-7-2004, διά του συμβληθέντος και πάλι ως άνω νομίμου εκπροσώπου της ομόρρυθμου εταίρου Δημήτριου Ξυδιά, υπεκμίσθωσε περαιτέρω (κάνοντας ρητή μνεία του ως άνω προηγούμενου μισθωτηρίου υπομίσθωσης) το ίδιο μίσθιο ακίνητο προς την ήδη συνεστημένη, κατά τα ανωτέρω, ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία ...
για το χρονικό διάστημα από 1-10-2004 έως 31-12-2019, αντί συμφωνηθέντος μηνιαίου μισθώματος ποσού 2.500 ευρώ μέχρι τις 31.12.2004 και αναπροσαρμοζόμενου κατά το ποσοστό της αυξήσεως του τιμαρίθμου του προηγούμενου 12μηνου (χωρίς να μπορεί η αύξηση αυτή να είναι κατώτερη του ποσοστού 2,5% από το μίσθωμα του τελευταίου μήνα κάθε προηγούμενου έτους), προκειμένου να χρησιμοποιηθεί όπως και πάλι επί λέξει αναγρά¬φεται "αποκλειστικώς και μόνον για τη λειτουργία επιχειρήσεως εστιατορίου πολυτελείας, το οποίο θα εξυπηρετεί και το παραπλεύρως (επί της οδού Πειραιώς αρ.78) λειτουργούν Ξενοδοχείο της εκμισθώτριας, με το οποίο και θα συνδέεται και με εσωτερική είσοδο.
Το εστιατόριο αυτό θα φέρει τον τίτλο "... Μετά ταύτα, η τελευταία υπομισθώτρια ομόρρυθμη εταιρία όντως χρησιμοποίησε από την έναρξη της μίσθωσης, συνεχώς και αδιαμαρτύρητα το μίσθιο, κατά τα συμφωνηθέντα, ως εστιατόριο πολυτελείας, το οποίο έφερε τον ως άνω τίτλο ..." και εξυπηρετούσε και το παραπλεύρως (επί της οδού Πειραιώς αρ. 78) λειτουργούν ξενοδοχείο της τρίτης εναγόμενης Ο.Ε.
υπεκμισθώτριας. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια της επίμαχης μίσθωσης και συγκεκριμένα τον Ιούλιο του 2006, η άνω αρχική συνεκμισθώτρια, Π. Σ., συγκυρία του μισθίου ακινήτου κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου, όπως προαναφέρθηκε, μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής, με το νομίμως μεταγραμμένο υπ' αριθ. ...2006 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών, Σταυρούλας Σκλιά - Μερτικά, στον πρώτο ενάγοντα - τέκνο της, Νικόλαο Σιδηρόπουλο, σε ποσοστό 1/6 ή 2/12 εξ αδιαιρέτου, την κυριότητα επί του μισθίου ακινήτου και σε έκαστο εκ των λοιπών (δύο) εναγόντων - εγγονών της (Θεόδωρο και Μιχάλη Σιδηρόπουλο), μεταβίβασε λόγω δωρεάς, με το νομίμως μεταγραμμένο υπ' αριθ. 6497/13-7-2006 συμβόλαιο δωρεάς της αυτής ως άνω συμβολαιογράφου, τα υπόλοιπα ποσοστά κυριότητά της επί του μισθίου και συγκεκριμένα κατά ποσοστό 1/12 εξ αδιαιρέτου στον καθένα εξ αυτών, οπότε και υπεισήλθαν στην επίμαχη μισθωτική σχέση, στη θέση της αρχικής δικαιοπαρόχου τους συνεκμισθώτριας, γεγονός που γνώριζαν οι προρρηθείσες μισθώτρια ανώνυμη εταιρία και υπομισθώτριες ομόρρυθμες εταιρίες, αλλά και τους γνωστοποίησαν με την απευθυνόμενη και επιδοθείσα σ' αυτές από 18-7-2011 εξώδικη δήλωσή τους, όπως άλλωστε και δεν αμφισβητούνται.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι με το υπ' αριθ. 6386/22-12-2010 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πειραιώς, Κ. Κ., η προαναφερόμενη τελευταία υπομισθώτρια ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "..." μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... και διακριτικό τίτλο ... - δεύτερη εναγόμενη (μη διάδικος στην παρούσα δίκη), η οποία υπεισήλθε στην ρηθείσα από 21-7-2004 σύμβαση υπομίσθωσης δηλαδή στην επίδικη μισθωτική σχέση, ως ανώνυμη εταιρία πλέον που προήλθε από τον εν λόγω μετασχηματισμό συνεχίζοντας την προσωπικότητα της παλιάς ομόρρυθμης εταιρίας και συνακόλουθα (υπεισήλθε) στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της ως καθολικός διάδοχος, με συνέχιση της ίδιας νομικής προσωπικότητας (...).
Κατά συνέπεια η άνω υπομισθώτρια ομόρρυθμη εταιρία μετατράπηκε σε άλλη νομική μορφή διατηρώντας την ίδια νομική προσωπικότητα, σύμφωνα και με τα προεκτεθέντα στη νομική σκέψη της παρούσας, με αποτέλεσμα η επίμαχη σύμβαση (υπο)μίσθωσης συνέχισε να ισχύει όπως ακριβώς και προηγουμένως με τους ίδιους όρους και συμφωνίες.
Στη συνέχεια, αποδείχθηκε ότι, με το από 30-4-2014 ιδιωτικό συμφωνητικό λύσης της μισθώσεως που συνήφθη μεταξύ των: α) πρώτης εναγόμενης ανωνύμου εταιρίας - "..." - (μισθώτριας-υπεκμισθώτριας), β) δεύτερης εναγόμενης ανωνύμου εταιρίας ... (ως τελευταίας υπομισθώτριας και γ) τρίτης εναγόμενης - ... [αρχικής υπομισθώτριας και υπεκμισθώτριας (προς τη δεύτερη εναγόμενη)], συμφωνήθηκε η αποχώρηση της δεύτερης εναγόμενης από τη χρήση του μίσθιου ακινήτου, στο οποίο μέχρι τότε λειτουργούσε ανελλιπώς το προαναφερόμενο πολυτελές εστιατόριο εκμετάλλευσής της, παραδίδοντας ακολούθως τα κλειδιά αυτού (μισθίου) στον ένα εκ των νομίμων εκπροσώπων της πρώτης εναγόμενης ΑΕ, Π.
Ξ.. Τελικά στις 30-3-2015, η μισθώτρια πρώτη εναγομένη ανώνυμη εταιρία παρέδωσε τα κλειδιά του μισθίου στους συνεκμισθωτές. Εν τω μεταξύ, από τον Απρίλιο του 2014 δεν καταβάλλονταν τόσο στους ενάγοντες όσο και στους άλλους (συν)εκμισθωτές το συμφωνημένο μηνιαίο μίσθωμα των 3.309,46 ευρώ μετά του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου, όπως είχε διαμορφωθεί αυτό μετά τις συμφωνημένες αναπροσαρμογές, και γι' αυτό άπαντες οι εκμισθωτές δηλαδή οι τελευταίοι (ενάγοντες) μετά των άλλων συνεκμισθωτών του μισθίου, Ελπίδας Ζιώγα και Λάζαρου Ζιώγα, άσκησαν ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την από 3-11-2014 (και με αριθ.
καταθ. 122797/2830/2014) αγωγή τους με την οποία κατήγγειλαν την ένδικη μίσθωση (κατ' άρθρα 597 ΑΚ), καθόσον ήδη τους οφείλονταν τα μισθώματα Απριλίου έως και Νοεμβρίου του 2014, συνολικού ποσού 26.475,68 ευρώ (3.309,46 ευρώ Χ 8 μήνες), ζητώντας την απόδοση του μισθίου, λόγω υπερημερίας στη καταβολή μισθωμάτων εκ μέρους των δύο πρώτων εναγομένων εταιρειών, μισθώτριας και υπομισθώτριας αντίστοιχα.
Τα ανωτέρω δέχθηκε και το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του, η οποία δεν προσβάλλεται κατά τούτο με λόγο έφεσης. Περαιτέρω, από τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και από το σαφές περιεχόμενο του προρρηθέντος επίδικου 9ου όρου της κύριας από 22-12-2003 μισθωτικής σύμβασης, στο οποίο σημειωτέον, κατά τα προαναφερθέντα, κατηγορηματικά και ρητά συμφωνήθηκε και εν συνεχεία αποδέχθηκε ανεπιφύλακτα η, εκπροσωπούμενη από τον συμβληθέντα σ' αυτή πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο (Δημήτριο Ξυδιά), πρώτη εναγομένη μισθώτρια ανώνυμη εταιρία, ότι δηλαδή επιτρέπεται κατ' εξαίρεση η υπομίσθωση του μισθίου ακινήτου σε άλλη εταιρία με τη συμμετοχή βέβαια των εταίρων ή μετόχων της τελευταίας-μισθώτριας εταιρίας, ήτοι των δύο αδελφών, Δημήτριου και Πέτρου Ξυδιά, μόνο όμως με τη δέσμευση ότι οι χρήστες (υπομισθωτές) θα ευθύνονται σ' ολόκληρο, όπως ακριβώς και η εν λόγω μισθώτρια, από τους όρους της παρούσας σύμβασης, προκύπτει αβίαστα και απολύτως αναμφίβολα η θέληση των εκμισθωτών να αναλάβουν την καταβολή (πληρωμή) σ' αυτούς των συμφωνημένων μισθωμάτων και να ευθύνονται σ' ολόκληρο μετά της πρώτης εναγόμενης μισθώτριας εταιρίας και οι υπομισθωτές, εν προκειμένω τρίτη και οι δεύτερη εναγόμενες εταιρίες (αντίστοιχα πρώτη και τελευταία υπομισθώτριες κατά τα προεκτεθέντα), οι οποίες, επίσης ρητά συμφωνήθηκε, ότι θα δεσμεύονται από τους όρους αυτούς του εν λόγω μισθωτηρίου, επιδιώκοντας έτσι σαφώς να δεσμεύσουν και τον εκάστοτε υπομισθωτή με τις καταρτισθείσες συμβάσεις υπομίσθωσης, για την εκπλήρωση των εκ της συμβάσεως μισθώσεως υποχρεώσεών του.
Με αυτά τα δεδομένα αποδεικνύεται πλήρως ότι με τις συναφθείσες επίδικες μισθωτικές συμβάσεις ήτοι κύρια σύμβαση και παρεπόμενες δύο (από 21-7-2004 αμφότερες) συμβάσεις υπομίσθωσης του μισθίου ακινήτου, καταρτίστηκε μεταξύ των συμβληθέντων σωρευτική αναδοχή χρέους, που σημαίνει ότι για την καταβολή των οφειλομένων ως άνω ληξιπροθέσμων μισθωμάτων, ευθύνονται σε ολόκληρο οι τρεις πρώτες εναγόμενες εταιρίες, εξ αυτών η πρώτη εναγόμενη ως μισθώτρια και οι άλλες δύο ως υπομισθώτριες.
Εξάλλου, επιρρωνύονται τα ανωτέρω και συγκεκριμένα ότι οι 2η και 3η εναγόμενες εταιρείες, με τις προεκτεθείσες ιδιότητές τους, αποδέχθηκαν, νομίμως εκπροσωπούμενες, την ισχύ του επίμαχου αυτού όρου (9ου), από τις ακόλουθες διαπιστώσεις: α) και στις δύο αυθημερόν συνταχθείσες (21-7-2004) συμβάσεις υπομίσθωσης, γίνεται ρητή αναφορά του περιεχομένου του ανωτέρω όρου, ότι δηλαδή η μισθώτρια εταιρία-πρώτη εναγόμενη ως υπεκμισθώτρια, εκπροσωπούμενη από τον Δημήτριο Ξυδιά, με την αναφερόμενη ιδιότητά του, αλλά και ως διαχειριστής, ομόρρυθμος εταίρος και εκπρόσωπος της τρίτης εναγομένης ομορρύθμου εταιρίας (ως υπομισθώτριας και εν συνεχεία ως υπεκμισθώτριας στην τελευταία σύμβαση υπομίσθωσης), είχαν το δικαίωμα να συνάψουν την εκάστοτε υπομίσθωση, που είχε παραχωρηθεί από τους ενάγοντες εκμισθωτές - συνιδιοκτήτες του μισθίου, με τον όρο αυτό της αρχικής μισθωτικής σύμβασης, γεγονός που συνεπάγεται γνώση και αποδοχή του (όρου) από τους συμβαλλόμενους στις συμβάσεις αυτές, και β) στο προαναφερόμενο από 30-4-2014 ιδιωτικό συμφωνητικό λύσης της τελευταίας υπομίσθωσης, που καταρτίστηκε μεταξύ των τριών πρώτων εναγομένων εταιριών κατά τα προαναφερθέντα ι) πρώτης εναγόμενης ανωνύμου εταιρίας - "..." - (μισθώτριας - υπεκμισθώτριας), εκπροσωπούμενη από τον Δημήτριο Ξυδιά, με την ως άνω ιδιότητά του, ιι) δεύτερης εναγόμενης ανωνύμου εταιρίας ... (ως τελευταίας υπομισθώτριας), και ιιι) τρίτης εναγόμενης - ...
αρχικής υπομισθώτριας και υπεκμισθώτριας (προς την δεύτερη εναγόμενη), εκπροσωπούμενες οι δύο τελευταίες εταιρίες από τα ίδια ως άνω αδέλφια Δημήτριο Ξυδιά και Π. Ξ., με τις αναφερόμενες εκάστοτε ιδιότητές τους, συμβληθέντες αυτοί σημειωτέον ότι και στην αρχική κύρια μισθωτική σύμβαση, αναγράφεται λοιπόν ρητά (στο συμφωνητικό αυτό) ότι η τελευταία κατά σειρά σύμβαση υπομίσθωσης έλαβε χώρα "σε υλοποίηση του όρου 9 του αρχικού μισθωτηρίου, βάσει του οποίου επιτρεπόταν η παραχώρηση του μισθίου, ολοκλήρου ή μέρους αυτού, με αντάλλαγμα ή και χωρίς αντάλλαγμα, σε εταιρεία στην οποία θα συμμετέχουν οι εταίροι ή μέτοχοι της μισθώτριας, υπό την προϋπόθεση ότι οι χρήστες θα δεσμεύονται εις ολόκληρον με την μισθώτρια οπό τους όρους της συμβάσεως (της αρχικής) μισθώσεως", που αδιαμφισβήτητα και μετά απόλυτης βεβαιότητας αποδεικνύει και πάλι γνώση και αποδοχή του (όρου) από τους συμβαλλόμενους στην εν λόγω σύμβαση (βλ.
σχετικό άρθρο 5° του ανωτέρω συμφωνητικού λύσης μίσθωσης). Εξ όλων αυτών καθίσταται πλέον σαφές και βέβαιο ότι, μεταξύ των εκμισθωτών και των τριών πρώτων εναγομένων εταιριών, με τα ως άνω λεπτομερώς αναφερόμενα εκάστοτε συμφωνητικά τους καταρτίστηκε σωρευτική αναδοχή χρέους κατ' άρθρο 477 ΑΚ, σύμφωνα και με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας.
Πέραν δε αυτών, συνηγορεί υπέρ της ανωτέρω άποψης του Δικαστηρίου και ότι αναντίρρητα τόσο ο κύριος μέτοχος, εταίρος και Διευθύνων Σύμβουλος της πρώτης εναγόμενης μισθώτριας και αρχικής υπεκμισθώτριας Α.Ε. Δ. Ξ. (συμβληθείς στην κύρια μισθωτική σύμβαση ως εκπρόσωπος της εν λόγω εταιρίας), όσο και ο έτερος μέτοχος και συνέταιρος σ' αυτήν Πέτρος Ξυδιάς, ήταν και οι μοναδικοί συνέταιροι, συνδιαχειριστές και μεριδιούχοι της τρίτης εναγόμενης υπομισθώτριας και περαιτέρω υπεκμισθώτριας Ο.Ε., συμμετέχουν δε (μετά την κατά τα ανωτέρω μετατροπή) στη δεύτερη εναγόμενη Α.Ε.
και στο μετοχικό κεφάλαιο αυτής περαιτέρω υπομισθώτριας, αποτελώντας τους συνιδρυτές και συνεταίρους σ' αυτήν, μαζί με τους Ν. Δ., Ε. Λ., Κ. Ξ. και Γ. Ξ., όπως προκύπτει και από τα προσκομιζόμενα σχετικά αντίγραφα συμφωνητικών συστάσεως της τρίτης εναγομένης ομόρρυθμης εταιρίας, επίσης της ... εν συνεχεία μετατραπείσας στη δεύτερη εναγομένη Α.Ε., καθώς και του καταστατικού της τελευταίας, σε συνδυασμό με τη φύση των επιδίκων συμβάσεων και του ενιαίου σκοπού αυτών, να χρησιμοποιηθεί το μίσθιο ακίνητο από τις υπομισθώτριες, όπως είχε ήδη διαμορφωθεί και ανακαινιστεί από την μισθώτρια, ως εστιατόριο πολυτελείας, εξυπηρετούντος και τις ανάγκες του όμορου (παραπλεύρως) λειτουργούντος ξενοδοχείου (συμφερόντων της τρίτης εναγομένης Ο.Ε.), όπως και πράγματι έγινε από τη τελευταία υπομισθώτρια - δεύτερη εναγομένη (...
μέχρι και τη λύση της μίσθωσης και παράδοση των κλειδιών αυτού στους εκμισθωτές. Τέλος, και ο ως άνω μάρτυρας των εναγόντων, αδελφός του πρώτου εξ αυτών και πατέρας των λοιπών, Κωνσταντίνος Σιδηρόπουλος, στην ένορκη κατάθεσή του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, επιβεβαιώνει ρητά, μετά λόγου γνώσεως και ιδίας αντίληψης, ότι τα μηνιαία μισθώματα μέχρι το 2011 τα κατέβαλαν στους εκμισθωτές οι αδελφοί Ξυδιά (Δημήτριος και Πέτρος), ενώ έκτοτε η δεύτερη εναγομένη εταιρία ...-υπομισθώτρια (...) που αποδεικνύει σαφώς την μεταξύ τους συμφωνία σωρευτικής αναδοχής χρέους εκ της επίδικης σύμβασης μίσθωσης.
Κατόπιν αυτών, εφόσον αποδείχθηκε ότι συνήφθη μεταξύ των εναγόντων - εκμισθωτών (μετά των λοιπών συνεκμισθωτών) και των τριών πρώτων εναγομένων εταιριών σύμβαση σωρευτικής αναδοχής χρέους (ΑΚ 477), και σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί συναχθεί ότι με τη συμφωνία αυτή, μετά τις διαδοχικές ως άνω υπομισθώσεις, ελευθερώθηκαν οι δεύτερη και τρίτη εναγόμενες εταιρίες - ως υπομισθώτριες, και ως εκ τούτου δεν νομιμοποιούνται αυτές παθητικά στην ασκηθείσα, και σε βάρος τους, ένδικη αγωγή (επιδίκασης οφειλομένων ληξιπροθέσμων μισθωμάτων κλπ.), όπως παντελώς αβάσιμα ισχυρίστηκαν πρωτόδικα οι εναγόμενοι και επαναφέρουν με σχετικό λόγο εφέσεως οι εκκαλούντες (1η και 3η εναγόμενες εταιρίες και 4ος και 5ος των εναγομένων), και πλέον συγκεκριμένα, αβάσιμος κρίνεται ο επαναφερθείς ισχυρισμός του περί ελλείψεως, εκτός της πρώτης εκκαλούσας εταιρίας, παθητικής νομιμοποιήσεως των λοιπών εκκαλούντων, διότι η ανωτέρω συμφωνία με τον (9°) όρο του αρχικού μισθωτηρίου αποτελεί σύμβαση σε βάρος τρίτου, δεδομένου ότι κάτι τέτοιο, βέβαια, δεν αποδεικνύεται από το σύνολο του ανωτέρω αποδεικτικού υλικού.
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ομοίως και απέρριψε τον ως άνω ισχυρισμό, έστω και με εν μέρει συνοπτικότερη αιτιολογία, που συμπληρώνεται με την παρούσα, δεν έσφαλε, απορριπτομένου του σχετικού πρώτου λόγου έφεσης ως ουσιαστικά αβάσιμου. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγομένη ανώνυμη εταιρία (ΞΥΔΙΑΣ Τεχνική ΑΕ) - μισθώτρια, ήδη πρώτη εκκαλούσα, προκειμένου να αντιμετωπίσει την οικονομική της αδυναμία και να αποφευχθεί η πτώχευσή της, συνήψε τρεις (από 31-1-2014, 30-7-2014 και 30-7-2014) συμφωνίες εξυγίανσης με πιστωτές της που εκπροσωπούσαν ποσοστό 61,17% του συνόλου των απαιτήσεων, οι οποίες υποβλήθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, το οποίο, κρίνοντας ότι αυτή (πρώτη εναγομένη εταιρία) πληροί τις προϋποθέσεις να υπαχθεί στην κατ' άρθρο 106 του ΠτΚ διαδικασία εξυγίανσης, επικύρωσε αυτές, με την .../2014 απόφασή του (....), που δημοσιεύθηκε στο ΠΕΜΗ στις 23-12-2014 και στο Δελτίο Δικαστικών Δημοσιεύσεων στις 26-12-2014 και κατέστη τελεσίδικη στις 26-1-2015(...).
Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της ανωτέρω (.../2014) απόφασης, με τις προρρηθείσες υποβληθείσες συμφωνίες εξυγίανσης προβλέφθηκε, μεταξύ άλλων, ότι οι μη συμβαλλόμενοι σ' αυτές "πιστωτές-προμηθευτές", θα ελάμβαναν το 10% του συνόλου της απαίτησής τους, εισπραττόμενο τμηματικά σε ισόποσες εξαμηνιαίες δόσεις, της πρώτης καταβαλλόμενης ένα έτος μετά την τελεσίδικη επικύρωση της εν λόγω συμφωνίας από το αρμόδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο.
Ισχυρίζεται λοιπόν η πρώτη εναγομένη - πρώτη εκκαλούσα, μισθώτρια εταιρία, ότι οι ενάγοντες - εκμισθωτές, εφεσίβλητοι κατατάσσονται στην ως άνω κατηγορία των μη συμβαλλομένων πιστωτών και συνεπώς το ποσό που επιδικάστηκε με την εκκαλουμένη απόφαση ανερχόμενο σε 12.859,35 ευρώ θα πρέπει να μειωθεί στο 1/10 ήτοι σε 1.285,93 ευρώ πλέον τόκων, πλην όμως ο ισχυρισμός της αυτός ελέγχεται απορριπτέος ως αβάσιμος καθόσον δεν αποδείχθηκε από κανένα εκ των ως άνω αποδεικτικών στοιχείων.
Και τούτο, διότι η πρώτη εναγομένη - εκκαλούσα δεν προσκομίζει (ούτε και επικαλείται) την συναφθείσα από την ίδια, αναγκαία εκ του νόμου συνοδεύουσα τις ως άνω επικυρωθείσες συμφωνίες εξυγίανσης, κατάσταση των πιστωτών της, που υποβλήθηκε στο προαναφερόμενο Δικαστήριο (κατ' άρθρο 100 παρ. 3 του ΠτΚ) και η οποία αναφέρεται σε ημερομηνία όχι προγενέστερη των τριών (3) μηνών από την ημερομηνία υποβολής της συμφωνίας στο Δικαστήριο, προκειμένου να διαπιστωθεί και κριθεί από το παρόν Δικαστήριο αν εντάχθηκαν οι εκμισθωτές - ενάγοντες (εφεσίβλητοι) στην άνω κατηγορία των "μη συμβαλλομένων πιστωτών", αφού από την ίδια ως άνω απόφαση δεν προκύπτει αυτό, δοθέντος ότι στη κατάσταση αυτή συμπεριλαμβάνονται όλοι οι πιστωτές, ανεξαρτήτως γενικών ή ειδικών προνομίων, οι απαιτήσεις των οποίων υπήρχαν κατά την ημερομηνία κατάρτισης των εν λόγω συμφωνιών, έστω και αν δεν είναι ληξιπρόθεσμες, ενώ και ο υπολογισμός του ποσοστού των ως άνω συμβαλλομένων πιστωτών γίνεται μόνον με βάση τη κατάσταση αυτή των πιστωτών (....).
Επιπλέον δε οι απαιτήσεις αυτές των περιλαμβανομένων πιστωτών αναγράφονται και προκύπτουν από τα βιβλία του οφειλέτη, εν προκειμένω της πρώτης εναγόμενης μισθώτριας εταιρίας, διαφορετικά απαιτείται δικαστική αναγνώριση της απαίτησης, έστω και με ασφαλιστικά μέτρα, κάτι που δεν επικαλείται η τελευταία ούτε και προκύπτει εξ ουδενός αποδεικτικού στοιχείου για την ένδικη απαίτηση των εναγόντων - εκμισθωτών ανερχομένη στο ανωτέρω συνολικό ποσό των 12.859,35 ευρώ, πέραν του ότι δεν προσκομίζεται ούτε και η, αναφερόμενη στην άνω τελεσίδικη απόφαση, από Ιούλιο του 2014 έκθεση της εμπειρογνώμονας εταιρίας με την επωνυμία "Ksi Greece ΙΚΕ - Ορκωτοί Ελεγκτές Λογιστές Σύμβουλοι Επιχειρήσεων", στην οποία επισυνάπτεται η ίδια ως άνω κατάσταση πιστωτών, οπότε και βεβαιώνεται αυτή ως προς την ακρίβεια και εγκυρότητά της από την εμπειρογνώμονα αυτή εταιρία, καίτοι υποβλήθηκαν κατ' άρθρ. 100 και 106 του ΠτΚ στο άνω Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών).
Έτσι εξ όλων αυτών καθίσταται σαφές ότι δεν δύναται να διαπιστωθεί από το Δικαστήριο, αν οι επίδικες μισθωτικές απαιτήσεις των εκμισθωτών - εναγόντων περιλαμβάνονται στην κατάσταση αυτή των πιστωτών, περίπτωση κατά την οποία και μόνο οι τελευταίοι θα ήταν, κατά το χρόνο της σύναψης της συμφωνίας εξυγίανσης, πτωχευτικοί δανειστές και μάλιστα ανέγγυοι, οπότε και θα μπορούσαν να ρυθμιστούν οι απαιτήσεις τους αυτές με την προαναφερόμενη απόφαση εξυγίανσης, γεγονός ωστόσο που δεν αποδεικνύεται, όπως προαναφέρθηκε και ως εκ τούτου οι ενάγοντες δεν περιλαμβάνονται εν προκειμένω στους μη συμβαλλόμενους πιστωτές της πρώτης εναγόμενης - πρώτης εκκαλούσας, οπότε και δεν μπο¬ρούν να ρυθμιστούν οι επίδικες αξιώσεις κατά τα προδιαληφθέντα.
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, που με την εκκαλουμένη απόφασή του κατέληξε στην ίδια ως άνω κρίση έστω και με εν μέρει συνοπτικότερη αιτιολογία, που συμπληρώνεται με τη παρούσα, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένου του δεύτερου λόγου της έφεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, ως ουσιαστικά αβάσιμο ........''.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ` ουσία την έφεση των εκκαλούντων-εναγόμενων και ήδη αναιρεσειόντων κατά των εφεσίβλητων και ήδη αναιρεσίβλητων, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο έκρινε, έστω και με διάφορη εν μέρει αιτιολογία, όμοια.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 477 του ΑΚ και αυτές των άρθρων 361, 593 του ΑΚ και 6 παρ. 1 και 2 του ν. 813/78, όπως το τελευταίο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 2041/92 (ήδη άρθρο 11 του π.δ/τος 34/1995), τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της σύμβασης σωρευτικής αναδοχής χρέους, δεδομένου ότι, ειδικότερα, με βάση τις ουσιαστικές αυτές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, με τις συναφθείσες επίδικες μισθωτικές συμβάσεις δηλ.
την από 22-12-2003 κύρια σύμβαση και τις παρεπόμενες (από 21-7-2004) συμβάσεις υπομίσθωσης του μισθίου ακινήτου, καταρτίστηκε μεταξύ των συμβληθέντων σωρευτική αναδοχή χρέους, που σημαίνει ότι για την καταβολή των οφειλόμενων ως άνω ληξιπρόθεσμων μισθωμάτων, ευθύνονται εις ολόκληρον οι αναιρεσείουσες εναγόμενες εταιρίες, η πρώτη ως μισθώτρια και η δεύτερη, ομόρρυθμα μέλη της οποίας είναι ο τρίτος και τέταρτος των αναιρεσειόντων, ως υπομισθώτρια, καθόσον, κατά την κατάρτιση της από 22-12-2003 κύριας μισθωτικής σύμβασης ρητά συμφωνήθηκε με τον ένατο (9ο) όρο αυτής, τον οποίο αποδέχθηκε ανεπιφύλακτα η, εκπροσωπούμενη από τον συμβληθέντα σε αυτή πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλό της (Δημήτριο Ξυδιά), πρώτη αναιρεσείουσα (μισθώτρια) ανώνυμη εταιρία, ότι, επιτρέπεται κατ' εξαίρεση η υπομίσθωση του μισθίου ακινήτου σε άλλη εταιρία με τη συμμετοχή των εταίρων ή μετόχων της δηλ.
των αδελφών, Δημήτριου και Πέτρου Ξυδιά (τρίτου και τέταρτου των αναιρεσειόντων), μόνο όμως με τη δέσμευση ότι οι υπομισθωτές θα ευθύνονται εις ολόκληρον, όπως ακριβώς και η μισθώτρια εταιρία, από τους όρους της σύμβασης ως προς την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους από τη μισθωτική σύμβαση και ειδικότερα την καταβολή στους αναιρεσίβλητους των συμφωνημένων μισθωμάτων, ο όρος δε αυτός περιελήφθηκε και στις παρεπόμενες συμβάσεις.
Τα περιστατικά αυτά ανταποκρίνονται πλήρως στις προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 477 του ΑΚ και αυτών των άρθρων 361, 593 του ΑΚ και 6 παρ. 1 και 2 του ν. 813/78, όπως το τελευταίο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 2041/92 και δικαιολογούν την εφαρμογή τους. Επομένως, το Εφετείο, προέβη σε ορθό νομικό χαρακτηρισμό των ένδικων μισθωτικών συμβάσεων, υπαγάγοντας σωστά τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και ιδιαίτερα το περιεχόμενο των συμβάσεων, στην έννοια της πιο πάνω διάταξης του άρθρου 477 του ΑΚ.
Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε τη προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σε αυτήν, ως προς το ουσιώδες ζήτημα περί του χαρακτήρα των μισθωτικών συμβάσεων ως συμβάσεων σωρευτικής αναδοχής χρέους, σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, δεδομένου ότι, κατά τη νοηματική εκτίμηση των σχετικών παραδοχών του, σαφώς δέχεται ότι η δεύτερη αναιρεσείουσα ομόρρυθμη εταιρία (και οι ομόρρυθμοι εταίροι της) ανέλαβε κύρια, ανεξάρτητη και παράλληλη με την αρχική οφειλέτρια-πρώτη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία, ευθύνη εκπλήρωσης του προκύψαντος από τις επίδικες μισθωτικές συμβάσεις χρέους της τελευταίας προς τους αναιρεσίβλητους-εκμισθωτές, στοιχεία που προσιδιάζουν σε σύμβαση σωρευτικής αναδοχής χρέους.
Οι περαιτέρω αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, οι οποίες αφορούν επιχειρήματα του δικαστηρίου, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης. Επομένως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στη προσβαλλόμενη απόφαση, τις, από τους αριθ. 1α'και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πλημμέλειες, είναι αβάσιμος.
Απορριπτέος ως αβάσιμος κρίνεται και ο δεύτερος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο, όπως προαναφέρθηκε, αποδίδεται, με το πρώτο σκέλος του, στη προσβαλλόμενη απόφαση, η πλημμέλεια από τον αριθ. 1α'του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση της εσφαλμένης εφαρμογής των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 21, 99, 100, 106β και 106η του ΠτΚ, όπως αυτές ίσχυαν κατά το χρόνο δημοσίευσης της με αριθ. .../10-11-2014 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία επικύρωσε την υποβληθείσα από τη πρώτη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία συμφωνία εξυγίανσης, καθόσον, προκειμένου η τελευταία να αντιμετωπίσει την οικονομική της αδυναμία και να αποφευχθεί η πτώχευσή της, σύναψε τρεις συμφωνίες εξυγίανσης με πιστωτές της οι οποίοι εκπροσωπούσαν ποσοστό 61,17% του συνόλου των απαιτήσεων, απέμεινε όμως και ποσοστό 38,83% το οποίο δεν εκπροσωπούνταν (δεν συμφώνησαν στη διαδικασία εξυγίανσης) και οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι ότι οι αναιρεσίβλητοι-εκμισθωτές, κατατάσσονται στη κατηγορία "των μη συμβαλλόμενων πιστωτών" και ότι το οφειλόμενο ποσό των 12.859,35 ευρώ (μισθωτικές απαιτήσεις) θα πρέπει να μειωθεί στο 1/10 δηλ.
σε 1.285,93 ευρώ, δεν προσκομίζουν, ούτε επικαλούνται, την κατάσταση πιστωτών κατ' άρθρο 100 παρ. 3 και 106 του ΠτΚ, στην οποία περιλαμβάνονται όλοι οι πιστωτές (επισυναπτόμενη αναγκαίως είτε στην αίτηση του οφειλέτη, είτε στην έκθεση του εμπειρογνώμονα) η οποία υποβλήθηκε στο προαναφερόμενο δικαστήριο (Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς) και αναφέρεται σε ημερομηνία όχι προγενέστερη των τριών μηνών από την ημερομηνία υποβολής της συμφωνίας στο δικαστήριο, προκειμένου να διαπιστωθεί και κριθεί από το Εφετείο, αν εντάχθηκαν οι αναιρεσίβλητοι-εκμισθωτές στην άνω κατηγορία των "μη συμβαλλόμενων πιστωτών", ούτε προσκομίζεται η, από τον Ιούλιο του έτους 2014, έκθεση της εμπειρογνώμονας εταιρίας με την επωνυμία "Ksi Greece ΙΚΕ - Ορκωτοί Ελεγκτές Λογιστές Σύμβουλοι Επιχειρήσεων", στην οποία επισυνάπτεται η ως άνω κατάσταση πιστωτών, οπότε και βεβαιώνεται αυτή ως προς την ακρίβεια και εγκυρότητά της από την εμπειρογνώμονα εταιρία.
Προεχόντως, όμως, η αναφορά των αναιρεσειόντων στον ίδιο λόγο αναίρεσης, ότι "οι επίδικες αξιώσεις των αναιρεσιβλήτων, μολονότι η γένεσή τους μετά την επικύρωση της συμφωνίας εξυγίανσης δεν αμφισβητείται ...", συνεπάγεται, σε κάθε περίπτωση, τη μη δέσμευση των αναιρεσίβλητων πιστωτών από την απόφαση επικύρωσης της συμφωνίας εξυγίανσης κατ' άρθρα 106 γ εδ.
β'και 106 η εδ. β'του ΠτΚ, καθιστώντας αντιφατικές και ως εκ τούτου απαράδεκτες τις αιτιάσεις τους περί δέσμευσης των αναιρεσίβλητων από την υπ'αριθμ. .../2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και περί εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου.
Τέλος, με το δεύτερο σκέλος του δεύτερου αναιρετικού λόγου, οι αναιρεσείοντες μέμφονται τη προσβαλλόμενη απόφαση, ότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ισχυριζόμενοι ότι " με το δεχθεί ότι μόνο αν οι επίδικες μισθωτικές απαιτήσεις των εκμισθωτών-αναιρεσίβλητων περιλαμβάνονταν στη κατάσταση των πιστωτών, γεγονός όμως το οποίο δεν αποδεικνύεται, θα μπορούσαν να ρυθμιστούν οι απαιτήσεις μας αυτές με τη προαναφερόμενη απόφαση εξυγίανσης", προσέδωσε στο κατάλογο αυτό των απαιτήσεων των πιστωτών της πρώτης αναιρεσείουσας δηλ.
στο αποδεικτικό αυτό μέσο, αυξημένη αποδεικτική δύναμη που δεν την είχε κατά νόμο. Με το περιεχόμενο αυτό αποδίδουν στο Εφετείο την από τον αριθ. 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον οι αναιρεσείοντες δεν προσάπτουν στη προσβαλλόμενη απόφαση, ότι προσέδωσε στο επικαλούμενο αποδεικτικό μέσο (κατάλογο απαιτήσεων πιστωτών της πρώτης αναιρεσείουσας) αυξημένη αποδεικτική δύναμη, που δεν την είχε κατά νόμο, ούτε, άλλωστε, εξειδικεύουν ποια είναι η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε από το Εφετείο στο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσα, την οποία δεν είχε, παράβαση η οποία και μόνο θεμελιώνει τον προβαλλόμενο αναιρετικό λόγο.
Αντίθετα, με το περιεχόμενο του λόγου αυτού, μέμφονται το δικαστήριο της ουσίας διότι εσφαλμένα απέδωσε, κατά την εκτίμησή τους, στο ως άνω αποδεικτικό έγγραφο, μεγαλύτερη αξιοπιστία και βαρύτητα ως προς την απόδειξη του γεγονότος, ότι μόνον αν οι επίδικες απαιτήσεις των αναιρεσίβλητων-εκμισθωτών περιλαμβάνονται στη κατάσταση των πιστωτών, γεγονός το οποίο όμως δεν αποδεικνύεται, θα μπορούσαν να ρυθμιστούν οι απαιτήσεις τους αυτές με την προαναφερόμενη απόφαση εξυγίανσης.
Το αποδιδόμενο, όμως, σφάλμα δεν μπορεί να ιδρύσει τον προβαλλόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο. Εξάλλου, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα εκτίμησε ελεύθερα κατά τον κανόνα που θέτει το άρθρο 340 του ΚΠολΔ, το σύνολο των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν ενώπιόν του (μάρτυρες, φωτογραφίες, έγγραφα) και δεν προσέδωσε πλήρη αποδεικτική δύναμη "στον κατάλογο απαιτήσεων των πιστωτών" αλλά, συνεκτίμησε τη μη προσκόμισή του από τους εναγομένους, ήδη αναιρεσείοντες με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, η εκτίμηση δε αυτή δεν ελέγχεται αναιρετικά (άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης (ΑΠ 580/2019, ΑΠ 109/2008).
Μετά τα παραπάνω και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του, κατατεθέντος για την άσκηση αυτής, παραβόλου, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ όπως ισχύει). Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, την, από 10-11-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. 8827/982/2022), αίτηση για αναίρεση της με αριθ. .../2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει, την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του, κατατεθέντος για την άσκηση της ανωτέρω αίτησης, παραβόλου Επιβάλλει, σε βάρος των αναιρεσειόντων τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ