Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to statute of limitations and lack of legal interest.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's judgment as inadmissible and without legal interest. The appellants had previously withdrawn four lawsuits and two earlier claims against the State, which the Court found had expired due to the statute of limitations. Consequently, the Court ruled that the remaining claim also fell within the limitation period and the appeal was therefore baseless.
Legislator headnote
AI generatedArticles 573, 68, 556 of the Code of Civil Procedure; Article 93 of Law 2362/1995: An appeal is inadmissible if the underlying claim has expired due to the statute of limitations and the appellant lacks legal interest in the outcome.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 222 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 222/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Απόστολο Φωτόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1……, εως και 98……, όλων κατοίκων….. Οι 6η, 15η, 23η, 26η, 27η, 28η, 29η, 42η, 43η, 46η, 57η, 64η, 73η, 77η, 79η, 89η, 91η και 96ος δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι λοιπές εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Βασιλείου, ο οποίος δήλωσε ότι α)η 91η (Ι. Φ.) απεβίωσε και β) διορθώνει τα εξής σημεία στην αίτηση αναίρεσης: i)την 18η σελίδα της αίτησης αναίρεσης (12ος στίχος) από το εσφαλμένο "αλλά και με τις προτάσεις μας 18 επ." στο ορθό "αλλά και με τις προτάσεις μας 9 επ." ii)την 25η σελίδα της αίτησης αναίρεσης (14ος στίχος) από το εσφαλμένο "των αγωγικών αξιώσεων για τα έτη 2004 και 2005" στο ορθό "των αγωγικών αξιώσεων για τα έτη 2006 και 2007" και iii)το επώνυμο της 18ης αναιρεσείουσας Τ. Χ. του Ε. στο ορθό Ψ. Χ. του Ε., και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Αφροδίτη Καρούκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-3-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων (με αριθμό κατάθεσης 61556/2013/2011), που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1858/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 4096/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29-7-2020 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που είναι απών και υπό τον όρο ότι η επίσπευση της συζήτησης έλαβε χώρα εγκύρως, η υπόθεση συζητείται σα να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος - με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος - διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ στην αντίθετη περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς αυτόν (ΑΠ 1308/2022, ΑΠ 1357/2021).
Αν περαιτέρω εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση είναι ο αναιρεσείων και απουσιάζει ο ίδιος ή τταρίσταται, αλλά δεν υποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση του με την οποία εμφανίζεται ότι επιμελείται για τη συζήτηση με αποτέλεσμα να μην εφαρμόζεται η τελευταία αυτή διάταξη για συζήτηση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο σα να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 39/2005, ΟλΑΠ 9/2003, ΑΠ 566/2022).
Στην περίπτωση αυτή αν δεν προκύπτει κλήτευση του αναιρεσείοντος που απουσιάζει ή αν δεν παρίσταται προσηκόντως, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς αυτόν κηρύσσεται απαράδεκτη (ΑΠ 1691/2022, ΑΠ 516/2021). Περαιτέρω κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του ΚΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο και κατά το άρθρο 96 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά.
Με το άρθρο 63 ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α/201/22-12-2017) προστέθηκε εδάφιο στην τελευταία αυτή διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 96 ΚΠολΔ και ορίσθηκε ότι ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα ενώπιον του Αρείου Πάγου μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.
Εξάλλου σύμφωνα με το άρθρο 104 του ίδιου Κώδικα για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.
Κατά το δεύτερο περαιτέρω εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Τέλος με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 εδ. α ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, ενώ με τη διάταξη του εδαφίου β του ίδιου άρθρου, όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, ορίζεται ότι σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
Αν επομένως απολείπεται ή δεν μετέχει προσηκόντως στη συζήτηση ένας από τους περισσότερους αναιρεσείοντες ή αναιρεσιβλήτους που τελούν μεταξύ τους σε σχέση απλής ομοδικίας, η υπόθεση χωρίζεται ως προς αυτούς και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νόμιμα μόνο ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νόμιμα.
Η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς απλούς ομοδίκους που δεν έχουν κλητευθεί (ΑΠ 536/2020).Τις κλητεύσεις επικαλείται κα αποδεικνύει ο διάδικος που παρίσταται (ΑΠ 1195/2022, ΑΠ 306/2020). Στην προκειμένη περίπτωση όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά εγγραφής της στο πινάκιο δεν εμφανίσθηκαν η έκτη (6η), η δέκατη πέμπτη (15η), η εικοστή τρίτη (23η), η εικοστή έκτη (26η), η εικοστή έβδομη (27 η), η εικοστή όγδοη (28 η), η εικοστή ένατη (29η), η τεσσαρακοστή δεύτερη (42η), η τεσσαρακοστή τρίτη (43η), η τεσσαρακοστή έκτη (46η), η πεντηκοστή έβδομη (57η), η εξηκοστή τέταρτη ( 64η), η εβδομηκοστή τρίτη (73η), η εβδομηκοστή έβδομη (77η), η εβδομηκοστή ένατη (79η), η ογδοηκοστή ένατη (89η), η ενενηκοστή πρώτη (91η) και ο ενενηκοστός έκτος (96ος) από τους αναιρεσείοντες.
Οι διάδικοι που προαναφέρθηκαν - μαζί με όσους από τους λοιπούς παρέστησαν - επέσπευσαν τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμό 4096/13-8-2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και συγκεκριμένα κατέθεσαν την αίτηση στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών, επιμελήθηκαν να προσδιορίσουν δικάσιμο για τη συζήτησή της - η οποία ορίσθηκε αρχικά για την 31-1-2023 και μετά από αναβολή για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης - και κλήτευσαν το αντίδικό τους, Ελληνικό Δημόσιο, να παραστεί ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατά την αρχική της δικάσιμο (βλ.
την υπ' αριθμό 1720/26-10-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Ν. Π. Καρατσικάκη). Από τα έγγραφα όμως που υπάρχουν στη δικογραφία δεν προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες που απολείπονται είχαν χορηγήσει πληρεξουσιότητα προς το Δικηγόρο Αθηνών, Π. Α. Καμπίτη (Α.Μ.
ΔΣΑ 16772) να επισπεύσει τη συζήτηση για λογαριασμό τους. Ο θάνατος επομένως της 91ης αναιρεσείουσας, Ι. Φ. του Γ. και της Σ., κατοίκου, όσο ζούσε, ..., που επήλθε στις 31-3-2023, δηλαδή μετά την κατάθεση της ένδικης αίτησης αναίρεσης στις 30-7-2020, και ο οποίος γνωστοποιήθηκε στο αναιρεσίβλητο από τον Δικηγόρο Δημήτριο Βασιλείου κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης με προφορική δήλωση του καταχωρηθείσα στα πρακτικά, ο οποίος εκπροσώπησε τους παριστάμενους αναιρεσείοντες, ως πληρεξούσιος δικηγόρος αυτών, δεν επέφερε τη διακοπή της δίκης ως προς τη συγκεκριμένη αναιρεσείουσα (άρθρα 573 παρ. 1, 286 περ.
α, 287 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρβλ. την ΑΠ 7/2020). Η συζήτηση επομένως της αίτησης ως προς όλους τους αναιρεσείοντες που προαναφέρθηκαν πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη (άρθρα 573 παρ. 1, 94, 96 παρ. 3, 104, 108 και 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται και στο διατακτικό. 2. Με την από 29-7-2020 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 5425-677/30-7-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμό 4096/13-8-2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και γενικά παραδεκτά (άρθρα 522, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει συνεπώς να ερευνηθεί και περαιτέρω ως προς παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Ο πληρεξούσιος περαιτέρω Δικηγόρος των αναιρεσειουσών διόρθωσε παραδεκτά - σύμφωνα με τα άρθρα 573 παρ. 1 και 224 εδάφιο β ΚΠολΔ (ΑΠ 172/2020) - το επώνυμο της 18ης αναιρεσείουσας από το εσφαλμένο "«Τ.
Χ. του Ε. στο ορθό "«Ψ. Χ. του Ε.. Το ορθό επώνυμο της αναιρεσείουσας που προαναφέρθηκε προκύπτει από το υπ' αριθμό ... Δελτίο Αστυνομικής Ταυτότητας που προσκομίζεται νόμιμα με επίκληση. Το αναιρεσίβλητο μάλιστα δεν αμφισβητεί ότι πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο (άρθρα 573 παρ. 1 και 261 ΚΠολΔ). Με το δεδομένο αυτό η 18η αναιρεσείουσα θα προσδιορίζεται εφεξής με το ορθό επώνυμό της "«Ψ.
Χ. του Ε.. Ο ίδιος Δικηγόρος εξάλλου διόρθωσε επίσης παραδεκτά (άρθρα 573 παρ. 1 και 224 εδάφιο β ΚΠολΔ) την ένδικη αίτηση αναίρεσης από τις εσφαλμένες φράσεις της - που περιλήφθηκαν στο δικόγραφό της από προφανή παραδρομή κατά τη σύνταξή του- α) "αλλά και με τις προτάσεις μας (18 επ. )" η οποία αναφέρεται στο 12ο στίχο της 18ης σελίδας της και β) "των αγωγικών αξιώσεων για τα έτη 2004 και 2005" που αναφέρεται στο 14ο στίχο της 25ης σελίδας της στις ορθές, όπως προκύπτει από το όλο περιεχόμενο της αναίρεσης, α) "αλλά και με τις προτάσεις μας 9 επ." και β) "των αγωγικών αξιώσεων για τα έτη 2006 και 2007" αντίστοιχα. 3.
Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής : Στην από 21-3-2010 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 61556-2013/6-4-2011 αγωγή - την οποία απηύθυναν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και έστρεψαν κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου - οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες είχαν εκθέσει τα εξής :
Ότι είχαν καταρτίσει με το εναγόμενο συμβάσεις έργου κατά τις ημερομηνίες που αναφέρονται για την καθεμία τους στην αγωγή και ότι έκτοτε έως και την άσκηση της αγωγής προσέφεραν προσηκόντως σε αυτό την εργασία τους ως καθαρίστριες σε σχολεία της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης του Νομού Αττικής.
Ότι με τις συμβάσεις τους αυτές κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου με αποτέλεσμα το εναγόμενο καταχρηστικά να τις χαρακτηρίζει μισθώσεις έργου, μολονότι επρόκειτο στην πραγματικότητα για συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Ότι στη συνέχεια κατατάχθηκαν νόμιμα - σύμφωνα με το άρθρο 11 π.δ. 164/2004 - σε οργανικές θέσεις του εναγομένου και ότι από το Δεκέμβριο του έτους 2006 και τον Ιανουάριο του έτους 2007, όπως ειδικότερα είχαν αναφέρει στην αγωγή, παρείχαν στο εναγόμενο την εργασία τους σε εκτέλεση συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι, τέλος, παρόλα αυτά το εναγόμενο κατέβαλλε σε αυτούς από το έτος 2001 έως και το έτος 2008 μειωμένες αποδοχές σε σχέση με αυτές που λάμβαναν άλλοι υπάλληλοί του οι οποίοι παρείχαν σε αυτό την εργασία τους σε εκτέλεση συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, όπως αναλυτικά είχαν εκθέσει στην αγωγή τους.
Με το ιστορικό αυτό είχαν αιτηθεί - κατά περίπτωση - είτε να υποχρεωθεί, είτε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει σε καθεμία από αυτές για την αιτία που προαναφέρθηκε νομιμότοκα τις διαφορές των αποδοχών τους συγκεκριμένου ποσού για την καθεμία τους, κυρίως, σύμφωνα με την αρχή της ίσης μεταχείρισης που απορρέει από συνταγματικές και υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις, επικουρικά σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 2470/1997 και 3205/2003 για το ενιαίο μισθολόγιο και, επικουρικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 904 επ.
ΑΚ για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δίκασε την υπόθεση αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ. ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν, πριν τροποποιηθούν με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο ν. 4335/2015) και εξέδωσε την υπ' αριθμό 1858/6-6-2014 οριστική απόφαση με την οποία α) απέρριψε ως παραγεγραμμένη την αγωγή ως προς τη δεύτερη ενάγουσα, β) απέρριψε ως παραγεγραμμένη την αγωγή ως προς όλες τις λοιπές ενάγουσες για το χρονικό διάστημα από το έτος 2001 έως και την 31-3-2007 και, τέλος, γ) δέχθηκε την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και κατά περίπτωση είτε υποχρέωσε, είτε αναγνώρισε την υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στις ενάγουσες - εκτός της δεύτερης από αυτές- συγκεκριμένα χρηματικά ποσά στην καθεμία τους για την αιτία που προαναφέρθηκε νομιμότοκα για το χρονικό διάστημα από 1-4-2007 έως και 31-12-2008.
Οι ενάγουσες άσκησαν κατά της απόφασης του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου την από 11-3-2015 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 1661/13-3-2015 έφεση την οποία απηύθυναν ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ενώ το εναγόμενο την από 17-3-2015 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 1790/18-3-2015 έφεση που απηύθυνε ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου για λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου και σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρα 591 παρ. 1 και 520 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Οι εκκαλούντες διάδικοι ζήτησαν να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση με σκοπό α) οι ενάγουσες, εκκαλούσες και εφεσίβλητες, να γίνει στο σύνολό της δεκτή η αγωγή τους κατά του εναγομένου και β) το εναγόμενο, εκκαλούν και εφεσίβλητο, να απορριφθεί στο σύνολό της η αγωγή εναντίον του. Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών συνεκδίκασε τις δύο (2) εφέσεις αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 591 παρ. 1 και 663 επ.
ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν, πριν τροποποιηθούν με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο ν. 4335/2015, σε συνδυασμό με το άρθρο 246 ΚΠολΔ) και εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη υπ' αριθμό 4096/13-8-2018 απόφαση με την οποία α) απέρριψε ως αβάσιμη στην ουσία την από 11-3-2015 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 1661/13-3-2015 έφεση που είχαν ασκήσει οι εκκαλούσες-ενάγουσες, ενώ β) δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την από 17-3-2015 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 1790/18-3-2015 έφεση που είχε ασκήσει το εκκαλούν-εναγόμενο.
Μετά από αυτό εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, κράτησε και δίκασε την αγωγή την οποία απέρριψε ως παραγεγραμμένη για όλες τις επίδικες αξιώσεις των εναγουσών. 4.1. Από τα άρθρα 68 και 556 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το έννομο συμφέρον αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού και των κατ' ιδίαν λόγων της αναίρεσης και θεμελιώνεται στη βλάβη που υφίσταται ο αναιρεσείων από το περιεχόμενο της απόφασης που προσβάλλεται, ενώ με την άσκηση της αναίρεσης επιδιώκεται να ανατραπεί η επιβλαβής της συνέπεια για τον αναιρεσείοντα.
Αν επομένως οι πλημμέλειες οι οποίες αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δεν επιδρούν στο διατακτικό της, οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται ως αλυσιτελείς (ΑΠ 4/2022, ΑΠ 394/2012). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου (...)".
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, όπως και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, 1/2016).
Με το λόγο αναίρεσης που προαναφέρθηκε ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ίδιου δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκαν ως μη νόμιμες ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 3/2020).
Στην τελευταία περίπτωση η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 399/2021, ΑΠ 518/2019). 4.2. Το άρθρο 90 παρ.3 του Ν. 2362/1995 "Περί Δημοσίου Λογιστικού Ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις", το οποίο ίσχυε μέχρι 31-12-2014 (ήδη άρθρο 140 παρ. 3 του Ν 4270/2014, ο οποίος ισχύει - σύμφωνα με το άρθρο 183 παρ. 1 του ίδιου νόμου - από 1-1-2015), ορίζει ότι : "Η απαίτηση οποιουδήποτε των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλης κάθε φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά από διετία από της γενέσεώς της".
Περαιτέρω, το άρθρο 93 περ. α' του ίδιου Ν. 2362/1995, (ήδη άρθρο 143 περ. α' του Ν. 4270/2014) ορίζει ότι η παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου διακόπτεται μόνον "Με την υποβολή της υπόθεσης στο δικαστήριο ή σε διαιτητές, οπότε αρχίζει εκ νέου από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων. του δικαστηρίου ή των διαιτητών".
Εξάλλου το άρθρο 261 ΑΚ, όπως ίσχυε, πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 101 παρ.1 Ν. 4139/2013 (ΦΕΚ Α. 74 / 20.3.2013), όριζε ότι: "Την παραγραφή διακόπτει η έγερση της αγωγής. Η παραγραφή, που διακόπηκε, με τον τρόπο αυτό, αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου". Το αυτό άρθρο 261 ΑΚ, όπως ήδη ισχύει από 20-3-2013 μετά την αποκατάστασή του σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, ορίζει ότι: "1.Την παραγραφή διακόπτει η άσκηση της αγωγής.
Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτόν αρχίζει και πάλι από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την κατ' άλλο τρόπο περάτωση της δίκης . 2. Στην περίπτωση που οι διάδικοι δεν επισπεύδουν την πρόοδο της δίκης και εφόσον δεν προβλέπεται άλλη προθεσμία για την ενέργεια διαδικαστικών πράξεων από αυτούς, η παραγραφή αρχίζει και πάλι έξι μήνες μετά την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου.
Στις περιπτώσεις αυτές η παραγραφή διακόπτεται εκ νέου εφόσον κάποιος διάδικος επισπεύσει την πρόοδο της δίκης. 3. Η παρούσα διάταξη εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση". Με το δεύτερο εδάφιο της πρώτης παραγράφου προβλέπεται με την άσκηση της αγωγής ταυτόχρονα διακοπή της παραγραφής και μία ιδιότυπη αναστολή αυτής, μέχρι το χρονικό σημείο έκδοσης τελεσίδικης απόφασης ή περάτωσης της δίκης με άλλο τρόπο (ΑΠ 1233/2019, ΑΠ 146/2017) Η διάταξη όμως του άρθρου 261 ΑΚ, όπως ήδη ισχύει από 20-3-2013, ούτε τροποποίησε ούτε κατήργησε την ειδική διάταξη του άρθρου 93 περ.
α' του Ν. 2362/1995 (ήδη 143 περ. α' του Ν. 4270/2014) για τη διακοπή της παραγραφής των απαιτήσεων κατά του Δημοσίου και την εκ νέου έναρξή της από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου, η οποία εξάλλου δεν περιλαμβάνει τέτοια περίπτωση (εκ νέου έναρξη της παραγραφής που διακόπηκε με την έκδοση τελεσίδικης απόφασης) και κατισχύει ως ειδική κάθε γενικότερης διάταξης.
Η περίπτωση εξάλλου αυτή δεν υπάρχει ως λόγος αναστολής στην επίσης ειδική διάταξη του άρθρου 92 του Ν. 2362/1995 για την αναστολή της παραγραφής των απαιτήσεων κατά του Δημοσίου, που προβλέπει ως μόνο λόγο αναστολής, ο έχων την απαίτηση λόγω ανωτέρας βίας να εμποδίστηκε να ασκήσει την αξίωση μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου, της παραγραφής.
Περαιτέρω και οι μεταγενέστερες του υπό τη νέα μορφή άρθρου 261 ΑΚ διατάξεις των άρθρων 142 και 143 περ. α του Ν. 4270/2014, έχουν το ίδιο ακριβώς περιεχόμενο με τις διατάξεις των άρθρων 92 και 93 παρ. α που καταργήθηκαν. Η παραγραφή των απαιτήσεων κατά του Δημοσίου λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως σύμφωνα με το άρθρο 94 εδάφιο δ του Ν. 2362/1995 (ήδη άρθρο 144 εδάφιο δ του Ν. 4270/2014) σε αντίθεση με την αναστολή ή τη διακοπή της παραγραφής που δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, αλλά απαιτείται προβολή τους με αντένσταση του ενάγοντος (ΑΠ 494/2022, ΑΠ 1233/2019, ΑΠ 2203/2014).
Επιπλέον από το συνδυασμό των διατάξεων που προαναφέρθηκαν συ συνδυασμό με αυτή του άρθρου 92 του ανωτέρω Ν. 2362/1995 (ήδη 142 του Ν.4270/2014) σύμφωνα με το οποίο "οι περί αναστολής της παραγραφής διατάξεις των άρθρων 257 έως 259 του Αστικού Κώδικα, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στον παρόντα νόμο, εφαρμόζονται και επί απαιτήσεων κατά του Δημοσίου.
Η παραγραφή απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αναστέλλεται για όσο χρόνο ο έχων την απαίτηση λόγω ανωτέρας βίας έχει εμποδιστεί .να ασκήσει την αξίωση μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της παραγραφής" συνάγεται ότι κατά τη νομοθετική βούληση που εκφράσθηκε σαφώς, τα ζητήματα του χρόνου παραγραφής των κατά του Δημοσίου αξιώσεων και των λόγων διακοπής και αναστολής της παραγραφής αυτής ρυθμίζονται από τον Κώδικα Δημοσίου Λογιστικού και για το λόγο αυτό δεν μπορούν να εφαρμοσθούν ως προς τα ζητήματα αυτά οι αντίστοιχες διατάξεις του Αστικού Κώδικα, παρά μόνον στις περιπτώσεις που το ίδιο το Δημόσιο Λογιστικό παραπέμπει σε αυτές, όπως συμβαίνει με τις διατάξεις των άρθρων 257 έως και 259 ΑΚ που αφορούν στην αναστολή της παραγραφής.
Οι διατάξεις αυτές είναι οι μόνες διατάξεις του Αστικού Κώδικα που εφαρμόζονται στην αναστολή της παραγραφής (ΑΠ 399/2021). Σε περίπτωση αξίωσης, η οποία έχει καταστεί επίδικη, αν ο διάδικος απρακτεί, η παραγραφή μπορεί να συμπληρωθεί σε επιδικία, δηλαδή, αν μεταξύ δύο κατά σειρά διαδικαστικών πράξεων παρέλθει διάστημα ισόχρονο με την παραγραφή που διακόπηκε.
Ο ορισμός όμως δικασίμου σε χρόνο πέραν της παραγραφής, επειδή υπάρχει αδυναμία να ορισθεί συντομότερη δικάσιμος εξαιτίας του φόρτου εργασίας του δικαστηρίου, δεν συνιστά ανώτερη βία, αλλά πρέπει να ερευνάται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, αν πράγματι ο διάδικος εξάντλησε κάθε δυνατότητα να αποτρέψει τη συμπλήρωσής της (ΑΠ 575/2020, ΑΠ 611/2014).
Ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι εμποδίστηκε από ανώτερη βία να ασκήσει την αξίωσή του μέσα στο τελευταίο εξάμηνο τού χρόνου της παραγραφής, αποτελεί αντένσταση στην ένσταση παραγραφής, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, αλλά απαιτείται να προταθεί από τον ενάγοντα.
Τέλος σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (...)". Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Ο ισχυρισμός συνεπώς πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας. Πρέπει επιπλέον να αναφέρεται τόσο ο χρόνος, όσο και ο τρόπος που προτάθηκε ή επαναφέρθηκε στο Δικαστήριο της ουσίας, ώστε να μπορεί να κριθεί αν ήταν νόμιμος και παραδεκτός [...] (ΟλΑΠ 15/2020, ΑΠ 241/2022).
Περαιτέρω από τα άρθρα 591 παρ. 1 β, 115 παρ. 3, 666 παρ. 1 και 256 παρ. 1 δ ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν από την έναρξη της ισχύος του Ν. 4335/2015 και έχουν εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, προκύπτει ότι στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρηθούν στα πρακτικά με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις προτάσεις που κατατέθηκαν.
Απαιτείται, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση η προφορική πρόταση των ισχυρισμών η οποία, επειδή έγινε κατά τη συζήτηση, σημειώνεται στα πρακτικά και έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν τους αυτοτελείς ισχυρισμούς στις προτάσεις που κατατέθηκαν (ΟλΑΠ 2/2005, ΑΠ 241/2022). Εξάλλου κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 και ισχύει στην προκειμένη περίπτωση, επειδή οι εφέσεις κατατέθηκαν στις 13-3-2015 και στις 18-3-2015, δηλαδή πριν την 1-1-2016, "είναι απαράδεκτη ή προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν: 1)προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα (...) ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής (...).
Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως". Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 527 ΚΠολΔ ως νέοι ισχυρισμοί νοούνται μόνον όσοι τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων (ΑΠ 241/2022, ΑΠ 364/2018).
Αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός (αντένσταση) είναι και ο ισχυρισμός περί αναστολής της παραγραφής της αξίωσης, ο οποίος, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, πρέπει να προβάλλεται από τον ενάγοντα. 4.3 Στο δεύτερο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείουσες εκθέτουν ότι το Μονομελές Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 261 και 255 ΑΚ και συνεπώς υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, επειδή α) απέρριψε ως παραγεγραμμένες όλες τους τις αξιώσεις που είχαν αποτελέσει αντικείμενο αρχικά των υπό στοιχεία 2562/2005, 2563/2005, 2856/2007, 494/2009 τεσσάρων (4) αγωγών τους τις οποίες είχαν απευθύνει ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών και είχαν στρέψει κατά του αναιρεσιβλήτου, και στη συνέχεια αντικείμενο των από 10-6-2009 και με αύξοντα αριθμό εκθέσεων κατάθεσης 103282-2911/15-6-2009 και 106497-2984/17-6-2009 δύο (2) αγωγών τους με την ίδια ιστορική και νομική αιτία που είχαν απευθύνει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και είχαν στρέψει κατά του αναιρεσιβλήτου και με τις οποίες είχαν παραιτηθεί από τα δικόγραφα των προηγουμένων τεσσάρων (4) αγωγών τους εναντίον του και, τέλος, αντικείμενο και της ένδικης - με επίσης ίδια ιστορική και νομική αιτία - από 21-3-2010 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 61556-2013/6-4-2011 αγωγής, με την οποία παραιτήθηκαν από τα δικόγραφα των από 10-6-2009 και με αύξοντα αριθμό εκθέσεων κατάθεσης ως άνω 103282-2911/15-6-2009 και 106497-2984/17-6-2009 αγωγών τους κατά του αναιρεσιβλήτου με την παραδοχή ότι (...) ο χρόνος [της διετούς παραγραφής] διέρρευσε μεταξύ της επίδοσης της τελευταίας [ένδικης αγωγής από 21-3-2010 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 61556-2013/6-4-2011] (12-5-2011) και της συζήτησής της (1-10-2013), χωρίς ενδιαμέσως να μεσολαβήσει οποιαδήποτε διαδικαστική πράξη, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 261 ΑΚ η παραγραφή των αξιώσεών τους διακόπηκε με την άσκηση της ένδικης αγωγής και θα άρχιζε πάλι με την έκδοση τελεσίδικης απόφασης για το λόγο ότι οι επίδικες αξιώσεις δεν είχαν υποπέσει σε παραγραφή, όταν άρχισε να ισχύει το άρθρο 261 ΑΚ, όπως είχε ήδη αντικατασταθεί από το άρθρο 101 παρ. 1 ν. 4939/2013, και, επικουρικά, β) ότι η πάροδος μεταξύ της επίδοσης της ένδικης αγωγής που διενεργήθηκε στις 12-5-2011 έως και τη συζήτησή της που έλαβε χώρα στις 1-10-2013 χρονικού διαστήματος μεγαλύτερου από δύο (2) έτη - και η οποία είχε ως αποτέλεσμα οι επίδικες αξιώσεις τους να παραγραφούν σε επιδικία - οφειλόταν σε λόγο ανώτερης βίας και, συγκεκριμένα, στην αδυναμία του Δικαστηρίου λόγω φόρτου εργασίας να προσδιορίσει συντομότερη δικάσιμο, πριν παρέλθει ο χρόνος της παραγραφής.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν οι εξής κρίσιμες παραδοχές της προς το λόγο αναίρεσης που προαναφέρθηκε : α) ότι οι αναιρεσείουσες-ενάγουσες επέδωσαν την από 21-3-2010 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 61556-2013/6-4-2011 ένδικη αγωγή τους στο αναιρεσίβλητο-εναγόμενο στις 12-5-2011 και η συζήτησή της ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου έλαβε χώρα στις 1-10-2013 και β) ότι, επιπλέον, στο διάστημα μεταξύ της επίδοσης της αγωγής και της συζήτησής της δεν διενεργήθηκε οποιαδήποτε άλλη διαδικαστική πράξη που θα μπορούσε να διακόψει την παραγραφή.
Με το δεδομένο περαιτέρω ότι - όπως προαναφέρθηκε - το ζήτημα της παραγραφής των επιδίκων αξιώσεων ρυθμίζεται από την ειδική διάταξη του άρθρου 93 περίπτωση α ν. 2362/1995 (και ήδη άρθρο 143 περίπτωση α ν. 4270/2014) - σύμφωνα με την οποία η παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής αρχίζει πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου - και όχι από την τελεσιδικία της απόφασης, όπως ορίζεται στο άρθρο 261 παρ. 1 ΑΚ μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 101 παρ. 1 ν. 4139/2013, οι αξιώσεις των αναιρεσειουσών είχαν πράγματι παραγραφεί κατά τη διάρκεια της επιδικίας.
Το Μονομελές Εφετείο επομένως με την απόφαση που αναιρεσιβάλλεται δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 93 περίπτωση α Ν. 2362/1995 και 261 ΑΚ και συνεπώς δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, όπως αβάσιμα επικαλούνται οι αναιρεσείουσες στο πρώτο σκέλος του δευτέρου λόγου αναίρεσης.
Για το λόγο αυτό ο λόγος αναίρεσης κατά το ίδιο σκέλος του πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Σημειώνεται ότι η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με την υπ' αριθμό 7/2022 απόφαση αποφάνθηκε μόνο για το ζήτημα που είχε αχθεί προς κρίση ενώπιόν της και, συγκεκριμένα, ότι η διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 101 παρ. 1 ν. 4139/2013, είναι αντίθετη με το Σύνταγμα κατά το μέρος που εισήγαγε ρυθμίσεις και ως προς τις εκκρεμείς υποθέσεις οι οποίες δεν είχαν περατωθεί ακόμη με την έκδοση τελεσίδικης απόφασης, αφορούσαν όμως σε αξιώσεις που είχαν ήδη παραγραφεί σε επιδικία έως και την 20-3-2013 - όταν άρχισε να ισχύει ο ν. 4139/2013 - δηλαδή σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ, όπως ίσχυε, πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 101 παρ. 1 του νόμου που προαναφέρθηκε.
Η απόφαση συνεπώς της ΟλΑΠ δεν ασχολήθηκε με το ζήτημα της σχέσης της διάταξης του άρθρου 93 παρ. α ν. 2362/1995 (και ήδη άρθρου 143 παρ. α ν. 4270/2014 που έχει όμοιο περιεχόμενο) με τη διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ, όπως ισχύει σήμερα μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 101 παρ. 1 ν. 4139/2013, όπως αβάσιμα επικαλούνται οι αναιρεσείουσες.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης ως το δεύτερο σκέλος του είναι αόριστος και πρέπει επομένως να απορριφθεί ως απαράδεκτος (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ), επειδή οι αναιρεσείουσες δεν επικαλούνται στο αναιρετήριο είτε α) ότι, πρώτον, είχαν προβάλει ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου - με καταχώριση στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του - αντένσταση για αναστολή της παραγραφής των επιδίκων αξιώσεών τους ως απάντηση στην ένσταση παραγραφής τους την οποία είχε προβάλει το αναιρεσίβλητο-εναγόμενο ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου - αν ληφθεί υπόψη ότι η επίδικη διαφορά είχε δικασθεί κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών - και επιπλέον, δεύτερον, ότι είχαν επαναφέρει τον ισχυρισμό τους αυτό νόμιμα και ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 240, 262 παρ. 1, 591 παρ. 1 και 663 επ.
ΚΠολΔ, είτε β) ότι προέβαλαν - και μάλιστα με αναφορά στο χρόνο και στον τρόπο - τον ίδιο ισχυρισμό για πρώτη φορά ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου ως εφεσίβλητες στην από 17-3-2015 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 1790/18-3-2015 έφεση που είχε ασκήσει το εναγόμενο κατά της υπ' αριθμό 1858/6-6-2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών σύμφωνα με τα άρθρα 591 παρ. 1 και 527 αριθμός 1 ΚΠολΔ.
Στον πρώτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείουσες εκθέτουν ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 261 και 263 ΑΚ και συνεπώς υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες που προβλέπονται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμοί 1 και 8, επειδή δέχθηκε ότι όλες οι αξιώσεις των αναιρεσειουσών κατά του αναιρεσιβλήτου - που είχαν αποτελέσει αντικείμενο αρχικά των υπό στοιχεία 2562/2005, 2563/2005, 2856/2007, 494/2009 τεσσάρων (4) αγωγών τους κατά του αναιρεσιβλήτου και τις οποίες είχαν απευθύνει ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών και στη συνέχεια αντικείμενο και των από 10-6-2009 και με αύξοντα αριθμό εκθέσεων κατάθεσης 103282-2911/15-6-2009 και 106497-2984/17-6-2009 δύο (2) αγωγών τους κατά του αναιρεσιβλήτου που είχαν απευθύνει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και με τις οποίες είχαν παραιτηθεί από τα δικόγραφα των προηγουμένων τεσσάρων (4) αγωγών τους εναντίον του και, τέλος, αντικείμενο και της ένδικης από 21-3-2010 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 61556-2013/6-4-2011 αγωγής, με την οποία παραιτήθηκαν από τα δικόγραφα των δύο (2) προγενέστερων αγωγών τους κατά του αναιρεσιβλήτου - υπέπεσαν σε παραγραφή, μολονότι η παραγραφή τους είχε διακοπεί με την επίδοση στο αναιρεσίβλητο στις 24-6-2009 των από 10-6-2009 και με αύξοντα αριθμό εκθέσεων κατάθεσης 103282-2911/15-6-2009 και 106497-2984/17-6-2009 δύο (2) αγωγών τους εναντίον του.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής (άρθρα 573 παρ. 1, 68 και 556 ΚΠολΔ), επειδή, ακόμη και αν υποτεθεί ότι με τις από 10-6-2009 και με αύξοντα αριθμό εκθέσεων κατάθεσης 103282-2911/15-6-2009 και 106497-2984/17-6-2009 δύο (2) αγωγές τους κατά του αναιρεσιβλήτου είχε πράγματι επέλθει διακοπή της παραγραφής, δεν επηρεάζεται το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης.
Και τούτο διότι οι ένδικες αξιώσεις των αναιρεσειουσών κατά του αναιρεσιβλήτου υπέπεσαν μεταγενέστερα σε παραγραφή, επειδή από τότε που επιδόθηκε η ένδικη αγωγή τους στο αναιρεσίβλητο στις 12-5-2011 έως και τη συζήτησή της που έλαβε χώρα στις 1-10-2013, όπως ανελέγκτως (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) δέχθηκε η αναιρεσιβαλλομένη, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από δύο (2) έτη (άρθρο 93 α ν. 2362/1995).
Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν - και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα - η αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως αβάσιμη και τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου που κατέθεσε προτάσεις μετά από νόμιμο και βάσιμο αίτημά του πρέπει να επιβληθούν μειωμένα σε βάρος των αναιρεσειουσών (άρθρα 573 παρ. 1, 176 παρ. 1, 191 παρ. 2, 183 ΚΠολΔ22 ν. 3693/1957 σε συνδυασμό με την παράγραφο 2 της υπ' αριθμό 134423 οικ.
της 8-12-1992/20-1-1993 Κ.Υ.Α. Οικονομικών και Δικαιοσύνης (Φ.Ε.Κ. Β 11) η οποία εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 5 ν. 1738/1987 (ΑΠ 597/2019), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης ως προς την έκτη (6η), τη δέκατη πέμπτη (15η), την εικοστή τρίτη (23η), την εικοστή έκτη (26η), την εικοστή έβδομη (27η), την εικοστή όγδοη (28η), την εικοστή ένατη (29η), την τεσσαρακοστή δεύτερη (42η), την τεσσαρακοστή τρίτη (43η), την τεσσαρακοστή έκτη (46η), την πεντηκοστή έβδομη (57η), την εξηκοστή τέταρτη (64η), την εβδομηκοστή τρίτη (73η), την εβδομηκοστή έβδομη (77η), την εβδομηκοστή ένατη (79η), την ογδοηκοστή ένατη (89η), την ενενηκοστή πρώτη (91η) και τον ενενηκοστό έκτο (96ο) από τους αναιρεσείοντες.
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αναίρεσης ως προς τους αναιρεσείοντες που προαναφέρθηκαν
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 29-7-2020 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 5425-677/30-7-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμό 4096/13-8-2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες που παραστάθηκαν στη δίκη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, το ύψος των οποίων ορίζει σε τριακόσια (300) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ