Supreme Court partially allows appeal on child support award but dismisses appeal on other judgment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision on child support while dismissing the appeal against the Court of First Instance's ruling on other claims. The appellant sought to overturn a judgment awarding five years of salary compensation to the mother and her minor children, arguing against the First Instance Court's specific allocation. The court found the appeal regarding the salary compensation valid due to a need for further clarification, but deemed the appeal against the First Instance's other decision unfounded and inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArt. 495(3) of the Code of Civil Procedure; Art. 580(3) of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court may partially allow an appeal when only specific portions of the contested judgment require further examination, mandating remittal of the relevant portion to the lower court for additional proceedings while dismissing the remainder.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 220 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 220/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα - Εισηγήτρια και Αριστείδη Βαγγελάτο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Ζ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Νάσο Νικολόπουλο και Ειρήνη Ζαννίνου, οι oποίοι δεν κατέθεσαν προτάσεις. Κατέθεσε όμως προτάσεις ο έτερος πληρεξούσιος δικηγόρος του Νικόλαος Νύκτας.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ζ. Γ., χήρας Μ. Χ., για τον εαυτό της ατομικά και για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων της Μ. Χ. και Χ. Χ., 2. Α. Ε. του Χ., 3. Ά. Χ. του Μ., και 4. Μ. Χ. του Μ., κατοίκων .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χ. Μ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-7-2021 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 282/2022 του ίδιου Δικαστηρίου και 666/2022 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση των αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-11-2022 αίτησή του και τους από 23-3-2023 προσθέτους αυτής λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 4055/2012, που ισχύει από 2.4.2012 κατά το άρθρο 113 αυτού, όπως συμπληρώθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 93 του Ν. 4139/2013, και η οποία αναριθμήθηκε σε παρ. 3 με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 μετά την αναδιατύπωση του εν λόγω άρθρου, που ισχύει από 1.1.2016 [κατά το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του τελευταίου αυτού νόμου], προβλέπεται η καταβολή παραβόλου από εκείνον που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης, της αναίρεσης και της αναψηλάφησης (και επί περισσοτέρων ομοδίκων ενός παραβόλου), το οποίο ανέρχεται στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ για την περίπτωση της αναίρεσης κατά απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου και στο ποσό των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ για την περίπτωση αναίρεσης κατά απόφασης του Εφετείου και το οποίο επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, με κύρωση, σε περίπτωση μη καταβολής αυτού, την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαράδεκτου από το Δικαστήριο.
Σύμφωνα, όμως, με το τελευταίο εδάφιο της διάταξης αυτής, η ως άνω υποχρέωση δεν ισχύει για τις διαφορές, μεταξύ άλλων, από το άρθρο 614 παρ. 3 του ιδίου Κώδικα (εργατικές διαφορές). Στην προκειμένη περίπτωση με την από 28.11.2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλονται η με αριθμό 666/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς και η με αριθμό 282/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκαν με αντικείμενο θανατηφόρο εργατικό ατύχημα.
Κατά την κατάθεση της ως άνω αίτησης αναίρεσης στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιώς, που έλαβε αριθμό κατάθεσης ..., ο αναιρεσείων προέβη στην επισύναψη του με αριθμό ... ηλεκτρονικού παραβόλου, ύψους τριακοσίων (300) ευρώ και κατά την κατάθεση της ίδιας αίτησης αναίρεσης στη Γραμματεία του Εφετείου Πειραιώς, που έλαβε αριθμό κατάθεσης …2022, ο αναιρεσείων προέβη στην επισύναψη του με αριθμό ...
ηλεκτρονικού παραβόλου, ύψους τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ. Η ως άνω διαφορά, όμως, ως εργατική διαφορά απαλλάσσεται της καταβολής παραβόλου για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης και κατά συνέπεια τα καταβληθέντα παράβολα πρέπει να αποδοθούν στον αναιρεσείοντα ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης επί της ως άνω αίτησης αναίρεσης (ΑΕΔ 3, 4/2014, ΑΠ 1300/2022, ΑΠ 484/2019).
Κατά το άρθρο 552 του ΚΠολΔ, με αναίρεση μπορούν να προσβληθούν οι αποφάσεις των ειρηνοδικείων, των μονομελών και των πολυμελών πρωτοδικείων, καθώς και των εφετείων. Κατά δε το άρθρο 553 παρ. 1 εδ. β' του ίδιου Κώδικα, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή, ενώ κατά την παρ. 2 της ίδιας διάταξης αν προσβληθεί με αναίρεση η οριστική απόφαση θεωρούνται πως έχουν προσβληθεί και οι μη οριστικές που έχουν εκδοθεί προηγουμένως και αν δεν απευθύνεται ρητώς εναντίον τους η αναίρεση.
Οι μη οριστικές αποφάσεις, όπως είναι και εκείνη, με την οποία το δικαστήριο διατάσσει την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, η οποία είχε κηρυχθεί περατωμένη, για να προσκομιστούν έγγραφα κατά το άρθρο 254 του ΚΠολΔ (Α.Π. 876/2015), δεν υπόκεινται αυτοτελώς σε αναίρεση, αλλά θεωρούνται ότι έχουν προσβληθεί μαζί με την οριστική και αν δεν απευθύνεται κατ' αυτών η αναίρεση, αρκεί, βέβαια, να υπάρχει λόγος αναίρεσης κατ' αυτών (ΚΠολΔ 566 παρ.1 - ΑΠ 1720/2013, ΑΠ 2148/2007).
Περαιτέρω, από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι, αν η πρωτόδικη απόφαση προσβλήθηκε με έφεση και αυτή έγινε τυπικά δεκτή, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η οριστική απόφαση του Εφετείου, που ερεύνησε την ουσία της υπόθεσης, αφού, αν μεν έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η έφεση, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίσθηκε και έπαυσε να υπάρχει και αν η έφεση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν, η πρωτόδικη απόφαση ενσωματώθηκε πλέον στην εφετειακή απόφαση (ΟλΑΠ 40/1996, ΑΠ 1167/2015, ΑΠ 1451/2013, ΑΠ 1477/2012, ΑΠ 1126/2008, ΑΠ 233/2011).
Στην τελευταία αυτή περίπτωση τα τυχόν σφάλματα της πρωτόδικης απόφασης, αφού επικυρώνονται από το εφετείο, μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναίρεσης ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας απόφασης, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους παραδεκτά προβαλλόμενους (ΟλΑΠ 40/1996, ΑΠ 625/2022, ΑΠ 129/2022, ΑΠ 658/2012, ΑΠ 568/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης, τα οποία κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 21.7.2021 και με αριθμό κατάθεσης 5593/2489/2021 αγωγή οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, εκ των οποίων η πρώτη ενεργεί ατομικά και ως έχουσα τη γονική μέριμνα των δύο ανήλικων τέκνων της, εξέθεταν ότι την 1.1.2021 ο Αιγύπτιος αλιεργάτης Μ.
Χ., σύζυγος της πρώτης ενάγουσας, πατέρας των εκπροσωπούμενων από αυτήν δύο ανηλίκων τέκνων τους, γιος της δεύτερης ενάγουσας και αδελφός των τρίτου και τέταρτου εναγόντων τραυματίσθηκε θανάσιμα υπό τις συνθήκες που περιγράφονται στην αγωγή, καθ'ον χρόνο εργαζόταν στο αλιευτικό σκάφος "Ά. Ι." με αριθμό νηολογίου Χίου ..., πλοιοκτήτης του οποίου είναι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων, ο οποίος ήταν και εργοδότης του θανόντος.
Ότι ο θανάσιμος τραυματισμός του ως άνω στενού συγγενούς του οφείλεται στην περιγραφόμενη στην αγωγή υπαιτιότητα (αμέλεια) του εναγομένου, πλοιοκτήτη του σκάφους και των προστηθέντων αυτού. Ότι εξαιτίας του αδόκητου θανάτου του Μ. Χ., η πρώτη ενάγουσα και τα ανήλικα τέκνα της δικαιούνται την κατά το κοινό αστικό δίκαιο πλήρη αποζημίωση λόγω στέρησης της διατροφής τους, η μεν πρώτη ενάγουσα για το χρονικό διάστημα από τις 2.1.2021 μέχρι και τις 2.1.2047 και καθένα από τα ανήλικα τέκνα της μέχρι την ενηλικίωσή τους, άλλως δικαιούνται την προβλεπόμενη στο ν. 551/1915 αποζημίωση που περιλαμβάνει πέντε μηνών μισθούς του θανόντος και ότι όλοι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ψυχικής τους οδύνης.
Με βάση τους ισχυρισμούς τους αυτούς ζήτησαν να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει: 1α) στην πρώτη ενάγουσα το συνολικό ποσό των 374.800 ευρώ για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής της οδύνης, άλλως το ποσόν των 250.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής της οδύνης και τετρακόσια (400) ευρώ κάθε μήνα για τη χρονική περίοδο από 2.1.2021 μέχρι 2.1.1947, άλλως το συνολικό ποσό των 263.732 ευρώ για αποζημίωσή της κατά το ν. 551/1915 και για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής της οδύνης, 1β) στην πρώτη ενάγουσα για λογαριασμό της ανήλικης θυγατέρας της Μ.
Χ. το συνολικό ποσόν των 228.800 ευρώ για αποζημίωση λόγω στέρησης της διατροφής της και χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής της οδύνης, άλλως το ποσό των 200.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής της οδύνης και το ποσό των 200 ευρώ κάθε μήνα για το χρονικό διάστημα από 2.1.2021 μέχρι 2.1.2033, άλλως το ποσό των 210.299 ευρώ για αποζημίωσή της κατά το ν. 551/1915 και χρηματική ικανοποίηση της ψυχικής της οδύνης, 1γ) στην πρώτη ενάγουσα για λογαριασμό του ανήλικου γιού της Σ.
Χ. το συνολικό ποσόν των 236.000 ευρώ για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής του οδύνης, άλλως το ποσό των 200.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση της ψυχικής του οδύνης και το ποσό των 200 ευρώ κάθε μήνα από τις 2.1.2021 μέχρι τις 2.1.2036 για αποζημίωση της στέρησης της διατροφής του, άλλως το ποσό των 210.299 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής του οδύνης και για αποζημίωση του ν. 551/1915, 2) στη δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 200.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής της οδύνης και 3) σε καθένα από τους τρίτο και τέταρτο ενάγοντες το ποσό των 75.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής τους οδύνης, όλα δε τα ως άνω ποσά ζήτησαν με το νόμιμο τόκο κατά τις διακρίσεις της αγωγής.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που δίκασε την υπόθεση αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών, εξέδωσε τη με αριθμό 282/2022 απόφασή του, με την οποία δέχθηκε κατά ένα μέρος ως ουσιαστικά βάσιμη την ως άνω από 21.7.2021 αγωγή και υποχρέωσε τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα να καταβάλει: 1)στην πρώτη ενάγουσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη (α) για τον εαυτό της ατομικά το συνολικό ποσόν των 83.732 ευρώ (ήτοι 70.000 ευρώ για την αποκατάσταση της ψυχικής της οδύνης και 13.732 ευρώ για αποζημίωση κατά το ν. 551/1915) (β) για καθένα από τα ανήλικα τέκνα της το συνολικό ποσό των 70.299 ευρώ (ήτοι 60.000 ευρώ για την αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης και 10.299 ευρώ για αποζημίωση κατά το ν. 551/1915), 2) στη δεύτερη ενάγουσα και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη το ποσό των 10.000 ευρώ για τη χρηματική ικανοποίηση της λόγω ψυχικής της οδύνης και 3) σε καθένα από τους τρίτο και τέταρτο ενάγοντες και ήδη τρίτο και τέταρτο αναιρεσίβλητους το ποσό των 5.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής τους οδύνης, όλα δε τα παραπάνω ποσά τα επιδίκασε με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Κατά της ως άνω με αριθμό 282/2022 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς ασκήθηκαν οι εξής εφέσεις- πρόσθετοι λόγοι έφεσης: α) Η από 2.3.2022 και με αριθμό κατάθεσης στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιώς 2047/135/2022 έφεση και οι από 10.9.2022 και με αριθμό κατάθεσης στη Γραμματεία του Εφετείου Πειραιώς 856/241/2022 πρόσθετοι λόγοι έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος και β) η από 3.3.2022 και με αριθμό κατάθεσης στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιώς 2096/143/2022 έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων.
Το Μονομελές Εφετείο Πειραιώς με τη με αριθμό 666/2022 απόφασή του, αφού συνεκδίκασε την από 2.3.2022 έφεση και τους από 10.9.2022 πρόσθετους λόγους έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος και την από 3.3.2022 έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων, δέχθηκε τυπικά αυτές και τις απέρριψε κατ' ουσίαν, επικυρώνοντας έτσι τη με αριθμό 282/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.
Στη συνέχεια ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων άσκησε ενώπιον του Αρείου Πάγου την από 28.11.2022 αίτηση αναίρεσης, η οποία φέρει αριθμό κατάθεσης στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιώς ... και αριθμό κατάθεσης στη Γραμματεία του Εφετείου Πειραιώς 1155/107/2022 και τους από 23.2.2023 και με αριθμό κατάθεσης 49/2023 πρόσθετους λόγου αναίρεσης, με τους οποίους προσβάλλονται η με αριθμό 282/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και η με αριθμό 666/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, η από 28.11.2022 αίτηση αναίρεσης και οι από 23.2.2023 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης κατά το μέρος που στρέφονται κατά της με αριθμό 282/2022 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς ασκούνται απαραδέκτως και συνακόλουθα απαράδεκτες είναι και οι αιτιάσεις των λόγων του κυρίως δικογράφου της αίτησης αναίρεσης και του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης που αφορούν στη με αριθμό 282/2022 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.
Όμως, η από 28.11.2022 αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που στρέφεται κατά της με αριθμό 666/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς ασκείται νομότυπα και εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Πειραιώς στις 30.11.2022 και κατά το αναιρετήριο η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα στις 28.11.2022 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 και 144 παρ. 1 του ΚΠολΔ).
Επίσης, οι από 23.2.2023 και με αριθμό κατάθεσης 49/2023 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης κατά το μέρος που στρέφονται κατά της με αριθμό 666/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς ασκούνται παραδεκτά με κατάθεση του δικογράφου στις 23.2.2023 και επίδοση αυτού στις 23.2.2023 στο Δικηγόρο και αντίκλητο των αναιρεσίβλητων Χ.
Μ., όπως προκύπτει από την με αριθμό ... έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή στο Εφετείο Πειραιώς Α. Α.. Ά., ήτοι ασκούνται περισσότερο από τριάντα ημέρες πριν την ορισθείσα δικάσιμο της 28 Μαρτίου 2023 (άρθ. 569 παρ.2 του ΚΠολΔ).
Συνεπώς, η από 28.11.2022 αίτηση αναίρεσης και οι από 23.2.2023 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, κατά το μέρος αυτών με το οποίο προσβάλλεται η με αριθμό 666/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, είναι παραδεκτοί (άρθρο 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των διαλαμβανομένων στα άνω δικόγραφα λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996).
Για το ορισμένο του από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, ποία ήταν τα πράγματα αυτά που παρά το νόμο το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη, μολονότι προτάθηκαν παραδεκτά πρωτοδίκως και επαναφέρθηκαν νόμιμα στο Εφετείο, και ποία επίδραση θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης, χωρίς να αρκεί η μνεία μόνο των σχετικών νομικών διατάξεων (ΑΠ 1082/2018, ΑΠ 161/2017, ΑΠ 869/2017, ΑΠ 253/2011, ΑΠ 366/2009) ή, αντιστρόφως, ποία ήταν τα πράγματα που, αν και δεν προτάθηκαν, λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και ποία επίδραση είχαν αυτά στην έκβαση της δίκης, χωρίς και πάλι να αρκεί η μνεία μόνο των σχετικών νομικών διατάξεων.
Διαφορετικά, αν τα προαναφερόμενα δεν περιλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα στο αναιρετήριο, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, η οποία δεν αίρεται με συμπλήρωση στις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (αγωγή ή έφεση) του αναιρεσείοντος (ΟλΑΠ 20/2005,ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 57/90, ΑΠ 1082/2018).
Στην ερευνώμενη υπόθεση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παρείδε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με τον οποίο, δεδομένης της παρακράτησης της κυριότητας του αλιευτικού σκάφους "Α. Ι. «Ι. Ν. Χ. ... από την πωλήτρια εταιρεία "Μ. Ν. Ε.", ο αναιρεσείων, ως μη έχων την κυριότητα αυτού, δεν νομιμοποιείται παθητικώς στην ασκηθείσα αγωγή των αναιρεσίβλητων ούτε ενέχεται προς αποζημίωση αυτών.
Ο ως άνω πρώτος λόγος αναίρεσης, εκτιμώμενος ότι προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι προεχοντως αόριστος, διότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ο τρόπος με τον οποίο προτάθηκε ο ως άνω ισχυρισμός του αναιρεσείοντος στο Εφετείο και ο λόγος για τον οποίο ο συγκεκριμένος ισχυρισμός θα ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του ν. 551/1915 "περί ευθύνης προς αποζημίωσιν των εξ ατυχημάτων εν τη εργασία παθόντων εργατών ή υπαλλήλων" όπως κωδικοποιήθηκε με το β.δ/γμα της 24.7./25.8.1920, διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 εδαφ. α του ΕισΝΑΚ και ισχύει και επί ναυτικής εργασίας [άρθρα 2 του ίδιου νόμου και 66 του ΚΙΝΔ (ν. 3816/1958 όπως ίσχυε μέχρι την κατάργησή του με τα άρθρα 292 και 293 του νέου ΚΙΝΔ (ν. 5020/15.02.2023 ΦΕΚ Α 29)] ως ατύχημα από βίαιο συμβάν, το οποίο επήλθε κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής σε εργάτη ή υπάλληλο των εργασιών ή επιχειρήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 2 του ίδιου νόμου (εργατικό ατύχημα), για το οποίο παρέχεται δικαίωμα αποζημίωσης κατά τις διατάξεις του νόμου αυτού, θεωρείται κάθε βλάβη του σώματος ή της υγείας, (περιλαμβανομένου και του θανάτου), η οποία είναι αποτέλεσμα βίαιης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, μη αναγομένου αποκλειστικά σε οργανική ή παθολογική προδιάθεση του παθόντος και το οποίο δεν θα συνέβαινε αν δεν υπήρχε η εργασιακή σχέση και η υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες παροχή της εργασίας (Ολ.ΑΠ 1287/1986, ΑΠ 246/2022).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 16 του ν. 551/ 1915 προκύπτει ότι ο παθών από εργατικό ατύχημα (και σε περίπτωση θανάτου του οι κατά το άρθρο 6 του ιδίου νόμου συγγενείς του), έχει δικαίωμα να ασκήσει την αγωγή του κοινού δικαίου και να ζητήσει, σύμφωνα με τα άρθρα 297, 298 και 914 ΑΚ, πλήρη αποζημίωση, μόνο όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν έλαβε χώρα σε εργασία ή επιχείρηση, στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζοµένων και βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια µε τη µη τήρηση των διατάξεων αυτών, διαφορετικά, εάν δηλαδή δεν συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις αυτές, µπορεί να ασκήσει µόνο την αγωγή από το ν. 551/1915.
Τέτοιες διατάξεις είναι εκείνες, οι οποίες ειδικά προβλέπουν τους όρους ασφάλειας των εργαζοµένων και ειδικότερα προσδιορίζουν τους όρους που πρέπει να τηρηθούν, µνηµονεύοντας συγκεκριµένα µέτρα, µέσα και τρόπους προς επίτευξη της ασφάλειάς τους. Δεν αρκεί, δηλαδή, ότι το ατύχηµα επήλθε από τη µη τήρηση όρων, οι οποίοι επιβάλλονται από την κοινή αντίληψη, την υποχρέωση πρόνοιας και την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιµέλεια, χωρίς να προβλέπονται από ειδική διάταξη νόµου (Ολ.ΑΠ 26/1995, ΑΠ 959/2014).
Σε κάθε, όµως, περίπτωση, δηλαδή και όταν ακόµη ο εργοδότης απαλλάσσεται από την υποχρέωση για αποζηµίωση, ο παθών από εργατικό ατύχηµα διατηρεί την αξίωση για χρηµατική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης κατά του εργοδότη, εφόσον το ατύχηµα οφείλεται σε πταίσµα (δόλο ή αµέλεια οποιασδήποτε µορφής) αυτού ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων, που κρίνεται κατά το κοινό δίκαιο (άρθρα 914, 922, 932 ΑΚ), µη απαιτουμένης της συνδροµής του ειδικού πταίσματος της µη τήρησης επιβαλλομένων όρων ασφαλείας (Ολ.ΑΠ 1117/1986, ΑΠ 1953/2022, ΑΠ 246/2022, ΑΠ 959/2014), ενώ η αντικειμενική ευθύνη του εργοδότη κατά το ν. 551/1915 δεν επεκτείνεται και στη χρηµατική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, καθόσον γι' αυτήν απαιτείται υπαιτιότητα (ΑΠ 959/2014).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 34 παρ.2 και 60 παρ.3 του Α.Ν. 1846/1951 "Περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων" συνάγεται ότι, εάν ο παθών από ατύχημα, που προκλήθηκε εξαιτίας βιαίου συμβάντος κατά την εκτέλεση της εργασίας του, υπάγεται στην υποχρεωτική ασφάλιση του ΙΚΑ, δηλαδή εάν το ατύχημα συνέβη στον τόπο εργασίας του που βρίσκεται στην ασφαλιστική περιοχή του ΙΚΑ, ανεξαρτήτως του εάν κατά το χρόνο του ατυχήματος ο παθών είχε πράγματι ασφαλισθεί ή όχι στο ΙΚΑ, ο εργοδότης απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση προς αποζημίωση του εργαζομένου, δηλαδή απαλλάσσεται τόσο από την ευθύνη προς αποζημίωση σύμφωνα με τις διατάξεις του κοινού δικαίου (Αστικού Κώδικα), όσο και από την προβλεπομένη κατά τις διατάξεις του Ν. 551/1915 ειδική αποζημίωση, ακόμη και εάν το ατύχημα οφειλόταν στο ότι δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών σχετικών με τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων.
Μόνο αν το ατύχημα οφείλεται σε δόλο του εργοδότη ή προσώπου που έχει προστηθεί από τον εργοδότη, ο τελευταίος έχει την υποχρέωση να καταβάλει στον παθόντα εργαζόμενο (ή στα δικαιούμενα αποζημίωσης μέλη της οικογένειας του θανατωθέντα σε εργατικό ατύχημα εργαζόμενου) την από το άρθρο 34 παρ.2 του Α.Ν. 1846/1951 διαφορά μεταξύ του ποσού της σύμφωνα με το κοινό δίκαιο αποζημίωσης και του ολικού ποσού των παροχών που λόγω του ατυχήματος το ΙΚΑ χορηγεί στον εργαζόμενο (ΑΠ 246/2022).
Περαιτέρω, με τις διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 10 του ν.δ/τος 4104/1960 (ΦΕΚ Α 147), όπως αντικαταστάθηκαν με την παράγραφο 1 του άρθρου 18 του ν. 4476/1965 (ΦΕΚ Α 103) και συμπληρώθηκαν με το άρθρο 18 του ν. 1654/1986 (ΦΕΚ Α 177) ορίζονται τα εξής: "Επιφυλασσομένης της εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 34 παρ. 2 και 60 παρ. 3 του α.ν. 1846/1951, εφ'όσον ο ησφαλισμένος ή τα μέλη της οικογενείας του δύνανται ν' αξιώσουν κατ' άλλους νόμους αποζημίωσιν δια ζημίαν προσγενομένην αυτοίς συνεπεία ασθενείας, αναπηρίας ή θανάτου του εις διατροφήν αυτών υποχρέου, η αξίωσις αυτή μεταβιβάζεται εις το ΙΚΑ, δι' ο ποσόν τούτο οφείλει ασφαλιστικώς παροχάς εις τον δικαιούχον της αποζημώσεως, καθ' α ειδικώτερον θέλει ρυθμισθή δια Β.Δ/τος, εκδιδομένου προτάσεις του Υπουργού Εργασίας μετά γνώμην του Δ.Σ.
του ΙΚΑ. Η παραπάνω μεταβίβαση επέρχεται αυτοδικαίως από τότε που γεννήθηκε η αξίωση. Συμβιβασμός του δικαιούχου, παραίτηση, εκχώρηση ή με οποιοδήποτε τρόπο αλλοίωση της αξίωσής του για αποζημίωση είναι άκυρη κατά το μέρος που αφορά τις παραπάνω αξιώσεις του ΙΚΑ από παροχές". Επίσης, με το άρθρο 47 παρ. 6 του ν. 3518/2006 (ΦΕΚ Α 272) ορίζεται ότι "Οι διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 10 του ν.δ. 4104/1960 (ΦΕΚ Α 147), όπως αντικαταστάθηκαν με την παράγραφο 1 του άρθρου 18 του ν. 4476/1965 (ΦΕΚ Α 103) και συμπληρώθηκαν με το άρθρο 18 του ν. 1654/1986, καθώς και οι διατάξεις του β.δ. 226/23.2./21.3.1973 (ΦΕΚ 66 Α) έχουν ανάλογη εφαρμογή και στους ασφαλιστικούς οργανισμούς ελευθέρων επαγγελματιών, ανεξάρτητα απασχολούμενων, καθώς και στον Ο.Γ.Α.".
Από την τελευταία διάταξη [δηλαδή αυτή της παρ. 6 του άρθρου 47 του ν. 3518/2006], σαφώς συνάγεται ότι η παρ. 5 του άρθρου 10 του ν. δ 4104/1960 [όπως η τελευταία αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 18 του ν. 4476/1965 και συμπληρώθηκε με το άρθρο 18 του ν. 1654/1986] έχει στο σύνολό της ανάλογη εφαρμογή [και] στον ΟΓΑ. Ειδικότερα, η αυτοδίκαιη μεταβίβαση στον ΟΓΑ της αξίωσης αποζημίωσης των ασφαλισμένων σε αυτόν μισθωτών, για την ζημία την οποία οι τελευταίοι αξιώνουν από τρίτο συνεπεία ασθένειας, ή αναπηρίας [ή σε περίπτωση θανάτου τους αξιώνουν τα δικαιούμενα διατροφής μέλη της οικογένειάς τους], μέχρι το ποσόν που ο ΟΓΑ τους οφείλει ασφαλιστικές παροχές, ισχύει (κατ' ανάλογη εφαρμογή) υπό την επιφύλαξη της μη συνδρομής των άρθρων 34 παρ. 2 και 60 παρ. 3 του α.ν. 1846/1951, που ορίζουν τα δικαιώματα των παθόντων [ή σε περίπτωση θανάτου τους τα δικαιώματα των μελών της οικογένειάς τους] σε εργατικό ατύχημα.
Επομένως, όταν ο παθών από ατύχημα (ή σε περίπτωση θανάτου τούτου τα δικαιούμενα αποζημίωσης μέλη της οικογένειάς του) που προκλήθηκε εξαιτίας βίαιου συμβάντος κατά την εκτέλεση της εργασίας του υπάγεται στην υποχρεωτική ασφάλιση του ΟΓΑ, ανεξαρτήτως του εάν κατά το χρόνο του ατυχήματος είχε πράγματι ασφαλισθεί ή όχι στον ΟΓΑ, ο εργοδότης απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση προς αποζημίωση του παθόντος (και σε περίπτωση θανάτου του των μελών της οικογένειάς του) δηλαδή τόσο από την ευθύνη προς αποζημίωση σύμφωνα με τις διατάξεις του κοινού δικαίου (Αστικού Κώδικα), όσο και από την προβλεπόμενη κατά τις διατάξεις του ν. 551/1915 ειδική αποζημίωση, ακόμη και αν το ατύχημα προκλήθηκε εξαιτίας του ότι δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών σχετικών με τους όρους ασφάλειας των εργαζομένων.
Και μόνον αν το εργατικό ατύχημα οφείλεται σε δόλο του εργοδότη ή προσώπου που έχει προστηθεί από τον εργοδότη, ο τελευταίος έχει υποχρέωση να καταβάλει στον παθόντα εργαζόμενο (ή σε περίπτωση θανάτου του στα δικαιούμενα αποζημίωσης μέλη της οικογένειάς του) τη διαφορά μεταξύ του ποσού της αποζημίωσης που ο παθών -εργαζόμενος δικαιούται κατά τον Αστικό Κώδικα (άρθρα 297, 298, 914, 928, 929) και του ποσού των παροχών που λόγω του εργατικού ατυχήματος ο ΟΓΑ χορηγεί στον παθόντα (ή σε περίπτωση θανάτου του στα μέλη της οικογένειάς του).
Επισημαίνεται, όμως, ότι η κατά τα ανωτέρω απαλλαγή του εργοδότη δεν αφορά και την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης κατά τις διατάξεις του κοινού δικαίου προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που ο παθών υπέστη από το ατύχημα ή σε περίπτωση θανάτου του προς αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης των συγγενικών του προσώπων (ΑΠ 246/2022).
Εξάλλου, στο άρθρο 7 παρ. 1 εδαφ. α, παρ. 2 περ. γ, δ υποπερ. ββ κα γγ και παρ. 10 εδαφ. α και β του ν. 3232/2004 "Θέματα Κοινωνικής Ασφάλισης και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 48/12.2.2004) ορίζονται τα εξής: "1 εδαφ. α. Στην ασφάλιση του Ο.Γ.Α. υπάγονται υποχρεωτικά και αυτοδίκαια, από 1.1.2004, εξαιρούμενοι της ασφάλισης του Ι.Κ.Α. -Ε.Τ.Α.Μ.
με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου, οι απασχολούμενοι με αμοιβή σε αγροτικές εργασίες της πρωτογενούς αγροτικής δραστηριότητας, σε αγροτικές εκμεταλλεύσεις ή σε αγροτικούς συνεταιρισμούς, ανεξάρτητα από τη νομική μορφή και το μέγεθος αυτών.[...]. 2) Για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου αυτού ισχύουν οι ακόλουθοι εννοιολογικοί ορισμοί:
α) [...]. β) [...]. γ) Αγροτικά προϊόντα είναι τα αγαθά που παράγονται στα πλαίσια των αγροτικών εκμεταλλεύσεων και είναι, κατά βάση, τα προϊόντα του εδάφους, της κτηνοτροφίας, της αλιείας, της δασοπονίας, καθώς και τα προερχόμενα από το πρώτο στάδιο επεξεργασίας των προϊόντων αυτών. δ) Αγροτική εκμετάλλευση είναι η μονάδα παραγωγής αγροτικών προϊόντων η οποία δραστηριοποιείται ιδίως:
αα) [...]. ββ) Στην κτηνοτροφία, αλιεία, ιπποπαραγωγή. γγ) Στην αλιεία σε γλυκά νερά, στην παράκτια και στη μέση αλιεία, στην σπογγαλιεία, στην ιχθυοτροφία, στην παραγωγή γόνου, στη βατραχοτροφία, στην καλλιέργεια μυδιών, στρειδιών και στην εκτροφή μαλακίων και μαλακοστράκων. [...]. 10. Οι αλλοδαποί εργαζόμενοι που προσκαλούνται να απασχοληθούν στην αγροτική οικονομία ή σε εκμεταλλεύσεις της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού ασφαλίζονται στον Ο.Γ.Α.
από την είσοδό τους στη χώρα. Ο προσκαλών με την αποστολή της πρόσκλησης υποχρεούται να ενημερώσει συγχρόνως τον Ο.Γ.Α. για τον αριθμό των προσκαλούμενων αλλοδαπών, τα ατομικά στοιχεία τους, το χρονικό διάστημα απασχόλησής τους, καθώς και το είδος της απασχόλησης στην αγροτική οικονομία.[...]". Από τις ως άνω διατάξεις του νόμου 3232/2004 σαφώς συνάγεται ότι ο αλλοδαπός, ο οποίος προσκαλείται στην Ελλάδα για να εργασθεί ως αλιεργάτης, ασφαλίζεται υποχρεωτικά στον Ο.Γ.Α.
από την είσοδό του στη χώρα. Τέλος, με τη διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 930 Α.Κ., το οποίο αναφέρεται στην κατ` άρθρο 928-929 Α.Κ. υποχρέωση αποζημίωσης λόγω θανάτωσης ή βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, ορίζεται ότι η αξίωση αποζημίωσης δεν αποκλείεται εκ του ότι κάποιος άλλος έχει την υποχρέωση να αποζημιώσει ή να διατρέφει αυτόν που αδικήθηκε.
Με τη διάταξη αυτή o νομοθέτης για να αποτρέψει την ανεπιεική λύση της απαλλαγής (ολικής ή μερικής) του ζημιώσαντος, εισάγει ειδικά για τις περιπτώσεις υποχρέωσης αποζημίωσης ένεκα θανάτωσης ή βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου των άρθρων 928 και 929 ΑΚ, εξαίρεση από την αρχή του καταλογισμού των ωφελειών ή συνυπολογισμού ζημίας και κέρδους (Ολομ.
ΑΠ 807/1973). Συγκεκριμένα, η Α.Κ. 930 παρ. 3 αποτελεί έκφραση μιας γενικότερης αρχής ότι σε περίπτωση προσβολής της ζωής, του σώματος ή της υγείας προσώπου με αδικοπραξία, ο υπεύθυνος δεν απαλλάσσεται της αστικής ευθύνης από το ότι τρίτος υποχρεούται από σύμβαση ή από το νόμο σε ορισμένη παροχή προς τον παθόντα ή τους οικείους του.
Η παροχή αυτή σκοπό έχει την εξασφάλιση και ανακούφιση του ζημιωθέντος και όχι την απαλλαγή του ζημιώσαντος. Ο παραπάνω σκοπός της Α.Κ. 930 παρ. 3 επιβάλλει την όσο το δυνατόν ευρεία ερμηνεία αυτής. Σύμφωνα έτσι με την παραπάνω γενική αρχή, η διάταξη του άρθρου 930 παρ. 3 Α.Κ., παρά το ότι από τη γραμματική διατύπωσή της φαίνεται να αφορά στις περιπτώσεις, που κάποιος άλλος έχει υποχρέωση να αποζημιώσει ή να διατρέφει αυτόν που ζημιώθηκε, αυτή εφαρμόζεται σε κάθε παροχή τρίτου, ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου, είτε στηρίζεται σε σύμβαση, είτε στο νόμο, είτε γίνεται εκουσίως χωρίς νομική υποχρέωση και αποβλέπει στην άρση ή μείωση των συνεπειών της προσβολής κατά της ζωής, του σώματος ή της υγείας προσώπου και όχι να ωφελήσει το βλάψαντα, του οποίου αφήνεται άθικτη η υποχρέωση αποζημίωσης.
Από τα παραπάνω συνάγεται ότι "άλλος" με την έννοια της Α.Κ. 930 παρ. 3 μπορεί να είναι οποιοσδήποτε τρίτος, όπως λ.χ. το Δημόσιο, ασφαλιστικοί οργανισμοί, ασφαλιστικές εταιρίες, ιδιώτης, συγγενείς, εργοδότης κ.λ.π.. Επομένως, κατ` εφαρμογή της παραπάνω διάταξης του άρθρου 930 παρ. 3 Α.Κ., ο παθών από αδικοπραξία δικαιούται σε σωρευτική απόληψη, πέραν των παροχών τρίτου, και της οφειλομένης από τον αδικοπραγήσαντα αποζημίωσης (ΑΠ 91/2019, ΑΠ 152/2017, ΑΠ 1488/2014, ΑΠ 384/2013, ΑΠ 1111/2012, ΑΠ 347/2009).
Η δυνατότητα αυτή για την απόκτηση, δηλαδή, από τον παθόντα αθροιστικά της αποζημίωσης που του οφείλει αυτός που τον ζημίωσε και της παροχής του τρίτου, δεν υφίσταται μόνο όταν ο νομοθέτης ορίζει διαφορετικά, όπως συμβαίνει με το προεκτεθέν άρθρο 10 παρ. 5 του ν.δ.4104/1960 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 παρ. 1 του ν. 4476/1965 και συμπληρώθηκε με το άρθρο 18 του ν. 1654/1986, σύμφωνα με το οποίο η αξίωση αποζημίωσης του παθόντος, ή σε περίπτωση θανάτωσης αυτού των μελών της οικογένειάς του μεταβιβάζεται από το νόμο στο ΙΚΑ, όταν αυτό κατέβαλε ή υποχρεούται να καταβάλει στον παθόντα ή στα μέλη της οικογένειάς του κοινωνική ή ασφαλιστική παροχή προς κάλυψη της ζημίας τους (ΑΠ 538/2022, ΑΠ 91/2019, ΑΠ 152/2017, ΑΠ 1361/2013, ΑΠ 116/2010, ΑΠ 598/2009) και με τη διάταξη του άρθρου 47 παρ. 6 του Ν. 3518/2006,, σύμφωνα με την οποία η παρ. 5 του άρθρου 10 του ν.δ.4104/1960 όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 18 του ν. 4476/1965 και συμπληρώθηκε με το άρθρο 18 του ν. 1654/1986 έχει ανάλογη εφαρμογή και στους ασφαλιστικούς οργανισμούς ελευθέρων επαγγελματιών, ανεξάρτητα απασχολούμενων, καθώς και στον ΟΓΑ (ΑΠ 538/2022, ΑΠ 1111/2012, ΑΠ 347/2009, ΑΠ 1127/2002).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία περίπτωση η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 477/2022, 9/2022, ΑΠ 1082/2018, ΑΠ 1420/2013).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 1082/2018). Τέλος, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ μπορεί να εξετασθεί και ο λόγος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, διότι περιέχει σιωπηρά και παράπονο για έλλειψη νόμιμης βάσης (ΑΠ 1509/2022, ΑΠ 970/2021, ΑΠ 550/2020, ΑΠ 755/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, ως προς τα πραγματικά περιστατικά που αφορούν στα κρίσιμα ζητήματα: α) της αποζημίωσης που δικαιούται η πρώτη ενάγουσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, για τον εαυτό της ατομικά και ως ασκούσα τη γονική μέριμνα των δύο ανηλίκων τέκνων της, από το θανάσιμο τραυματισμό του συζύγου της και πατέρα των ως άνω ανηλίκων τέκνων, που συνέβη την 1.1.2021 επί του με ελληνική σημαία αλιευτικού σκάφους- μηχανότρατας "Ά.
Ι." με αριθμό νηολογίου Χίου ..., κατά την ώρα που ο θανών αλιεργάτης εργαζόταν και β) του υπόχρεου στην καταβολή της εν λόγω αποζημίωσης, το Μονομελές Εφετείο Πειραιώς δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο εκκαλών -εφεσίβλητος εναγόμενος (ήδη αναιρεσείων) είναι πλοιοκτήτης του υπό ελληνική σημαία αλιευτικού σκάφους - μηχανότρατας (Α/Κ) "Ά.
Ι." με αριθμόν νηολογίου Χίου .... [...]. Το συγκεκριμένο σκάφος διενεργεί αλιεία στα εσωτερικά θαλάσσια ύδατα και σε αυτό υπάρχει, σύμφωνα με το π.δ. 16/2004 υποχρέωση ναυτολόγησης ενός Κυβερνήτη Γ, ενός Μηχανοδηγού Β και ενός ναύτη. Την 1.1.2021 το ανωτέρω σκάφος διενεργούσε 2.ν.μ. από τα Καρδάμυλα, βορειανατολικά της νήσου αλιεία στην ευρύτερη θαλάσσια περιοχή Καρδαμύλων Χίου, έχοντας προς τούτο σχετική άδεια αλίευσης με το εργαλείο δίχτυ τράτας βυθού, με πλήρωμα τον Κυβερνήτη Ι.
Ν. και τέσσερις αλιεργάτες Αιγύπτιους υπηκόους και κατόχους ατομικών αδειών αλιείας, μεταξύ των οποίων και ο σύζυγος της πρώτης εκκαλούσας εφεσίβλητης ενάγουσας (ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης), πατέρας των εκπροσωπουμένων από αυτή ανηλίκων τέκνων Μ. και Χ. [...]. Ο προαναφερόμενος είχε προσληφθεί από τον εναγόμενο πλοιοκτήτη στις 16.10.2020 δυνάμει άτυπης (προφορικής) συμβάσεως εργασίας, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως λιμενεργάτης στο σκάφος.
Επισημαίνεται δε ότι πέραν των καθηκόντων που άπτονταν της αλιευτικής δραστηριότητας, ο θανών εκτελούσε, κατόπιν ρητών εντολών και οδηγιών του πλοιοκτήτη, και καθήκοντα πηδαλιούχου τις ώρες κατά τις οποίες γινόταν η ανέλκυση των διχτύων αλιείας στο κατάστρωμα του σκάφους και ο ως άνω κυβερνήτης του σκάφους αναπαυόταν, εκτελώντας ο ίδιος (Χ.
Μ.) τους απαιτούμενους ελιγμούς του σκάφους κατά τη διάρκεια της ανέλκυσης και συνέδραμε στη συνέχεια τους λοιπούς αλιεργάτες στην ανέλκυση των διχτύων και στις λοιπές απαιτούμενες εργασίες σχετικά με το αλίευμα. [...], [ακολουθούν οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά με τις συνθήκες του εργατικού ατυχήματος, με τα αίτια πρόκλησής του και την υπαιτιότητα].
Να σημειωθεί περαιτέρω ότι το προαναφερόμενο εργατικό ατύχημα δεν συνδέεται αιτιωδώς με παράβαση κάποιου ειδικού όρου ασφαλείας. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο θανών ασφαλιζόταν κατά το χρόνο επέλευσης του ένδικου ατυχήματος στο ΝΑΤ, σύμφωνα με την από 7.1.2021 δήλωση του εκκαλούντος -εφεσίβλητου εναγομένου πλοιοκτήτη, με αποτέλεσμα να παραμείνει σε ισχύ ως προς αυτόν το σύστημα σωρευτικής απόληψης της αποζημιώσεως που καθιερώνει η διάταξη του άρθρου 930 ΑΚ και συνακόλουθα το δικαίωμα των διατρεφόμενων από αυτόν πρόσωπα [ορθό προσώπων] να απαιτήσουν αποζημίωση από τον υπόχρεο πλοιοκτήτη ανεξαρτήτως του εάν το ΝΑΤ κάλυψε μέρος της ζημίας τους για την αυτή αιτία και συνεπώς ο σχετικός πέμπτος λόγος [εννοείται της έφεσης] του πλοιοκτήτη περί του αντιθέτου είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Ως βάση για τον υπολογισμό της πιο πάνω αποζημίωσης λαμβάνονται οι πραγματικές αποδοχές που καταβάλλονταν πράγματι στον θανόντα μέσα στο πριν από το ατύχημα δωδεκάμηνο και αν η εργασία του δεν διήρκησε σε όλο αυτό το χρονικό διάστημα. Από τις διατάξεις των άρθρων 3 αρ. 5, 6 αρ. 2 περ. α' και 4 παρ. 2 του ν. 551/1915 προκύπτει ότι σε περίπτωση θανάτου η αποζημίωση περιλαμβάνει τους μισθούς πέντε ετών, προκύπτει ότι η οφειλόμενη κατά τις ανωτέρω διατάξεις στη σύζυγο του θανόντος και τα ανήλικα τέκνα της αποζημίωση ανέρχεται στο ποσό των 34.331 ευρώ [...] τα 2/5 εκ των οποίων δικαιούται η σύζυγος και τα 3/5 τα ανήλικα τα οποία αυτή εκπροσωπεί.".
Τα ως άνω πραγματικά περιστατικά που, αναιρετικώς ανέλεγκτα (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ) έγιναν δεκτά από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι, δηλαδή ο εναγόμενος [ήδη αναιρεσείων], που είναι πλοιοκτήτης του αλιευτικού σκάφους "Ά. Ι." στις 16.10.2020 προσέλαβε τον υπήκοο Αιγύπτου Χ. Μ., σύζυγο της πρώτης ενάγουσας [ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης] και πατέρα των εκπροσωπουμένων από αυτήν δύο ανηλίκων τέκνων της, προκειμένου ο Χ.
Μ. να εργασθεί ως αλιεργάτης [από προφανή παραδρομή τον αναγράφει λιμενεργάτη] στο ως άνω σκάφος, ότι, έκτοτε αυτός, κατ' εντολή του εναγομένου -πλοιοκτήτη, εκτελούσε εργασίες σχετικές με την αλίευση και το αλίευμα, καθώς και τις πρόσθετες επί του πλοίου εργασίες που περιγράφονται στην απόφαση και ότι την 1.1.2021, που συνέβη το ένδικο εργατικό ατύχημα, από το οποίο επήλθε ο θάνατος του Χ.
Μ., το αλιευτικό σκάφος ιδιοκτησίας του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος διενεργούσε αλιεία στην ευρύτερη περιοχή Καρδαμύλων Χίου, με πλήρωμα τον Κυβερνήτη Ι. Ν. και τέσσερις αλιεργάτες Αιγυπτίους υπηκόους, μεταξύ των οποίων ήταν και ως άνω θανών" οδηγούν, ως προς το ουσιώδες ζήτημα του ασφαλιστικού Οργανισμού, στον οποίο υπάγεται υποχρεωτικά από το νόμο ο θανών αλλοδαπός αλιεργάτης, στην εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 7 παρ. 1 εδαφ.
α, παρ. 2 περ. γ, δ υποπερ. ββ και γγ και 10 εδαφ. α του ν. 3232/2004 "Θέματα Κοινωνικής Ασφάλισης και άλλες διατάξεις", που αναπτύχθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη, σύμφωνα με τις οποίες ο θανών αλλοδαπός αλιεργάτης υπάγεται αυτοδίκαια στην ασφάλιση του Ο.Γ.Α.
Συνεπώς, η επακολουθήσασα παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι ο ως άνω αλιεργάτης ήταν ασφαλισμένος στο ΝΑΤ συγκρούεται και αλληλοαναιρείται με τις ως άνω αρχικές της παραδοχές. Επιπλέον, η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι "ο θανών ασφαλιζόταν κατά το χρόνο επέλευσης του ένδικου ατυχήματος στο ΝΑΤ σύμφωνα με την από 7.1.2021 δήλωση του εκκαλούντος εφεσίβλητου εναγομένου πλοιοκτήτη" δεν έχει επαρκή αιτιολογία, καθότι δεν καθορίζεται η Αρχή ή η Υπηρεσία του Δημόσιου Τομέα ή ο Ασφαλιστικός Οργανισμός ή και ο τρίτος, όπου απευθύνεται η από 7.1.2021 δήλωση και δεν παρατίθεται το περιεχόμενό της, με συνέπεια να μην προκύπτει με σαφήνεια το πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης ότι από τη δήλωση αυτή συνάγεται ότι ο θανών αλλοδαπός αλιεργάτης υπάγεται στο ΝΑΤ.
Οι ως άνω αντιφάσεις και οι παραλείψεις στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης στερούν αυτή νόμιμης βάσης, διότι δεν επιτρέπουν τον έλεγχο της συνδρομής ή μη συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων εφαρμογής των άρθρων 3 αριθμ.5, 4 και 6 του ν. 551/1915, του άρθρου 7 παρ. 1 εδαφ. α και 10 εδαφ. α του ν. 3232/2004, του άρθρου 47 παρ. 6 του ν. 3518/2006, του άρθρου 10 παρ. 5 του ν.δ. 4104/1960 όπως αντικατ.
με το άρθρο 18 παρ. 1 του ν. 4476/1965 και συμπληρώθηκε με το άρθρο 18 του ν. 1654/1986 και των άρθρων 34 παρ. 2 και 60 παρ. 3 του α.ν. 1846/1951, που αφορούν στο ουσιώδες ζήτημα της υποχρέωσης ή της απαλλαγής του εναγομένου-αναιρεσείοντος, [πλοιοκτήτη και εργοδότη του θανόντος κατά το ένδικο εργατικό ατύχημα Αιγύπτιου αλιεργάτη] να καταβάλει την αποζημίωση του άρθρου 3 αριθμ. 5 του ν. 551/1915 στα δικαιούμενα κατά το άρθρο 6 του ίδιου νόμου μέλη της οικογένειάς του [δηλαδή στην πρώτη ενάγουσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη και στα εκπροσωπούμενα από αυτήν δύο ανήλικα τέκνα της].
Τέλος, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεχόμενο ότι "ο θανών ασφαλιζόταν κατά το χρόνο επέλευσης του ένδικου ατυχήματος στο ΝΑΤ, με αποτέλεσμα να παραμένει σε ισχύ ως προς αυτόν το σύστημα σωρευτικής απόληψης της αποζημίωσης που καθιερώνει η διάταξη του άρθρο 930 ΑΚ και συνακόλουθα το δικαίωμα των διατρεφόμενων από αυτόν προσώπων να απαιτήσουν αποζημίωση από τον υπόχρεο πλοιοκτήτη" και καταλήγοντας στο πόρισμα να επιδικάσει στην πρώτη εναγομένη-πρώτη αναιρεσίβλητη για την ίδια και για τα εκπροσωπούμενα από αυτήν δύο ανήλικα τέκνα της, την προβλεπόμενη από τα άρθρα 3 αρ. 5 και 4 του ν. 551/1915 αποζημίωση, που περιλαμβάνει τους μισθούς των πέντε ετών, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε και το άρθρο 930 παρ. 3 του ΚΠολΔ, το οποίο, όπως ήδη εκτέθηκε στην προηγηθείσα νομική σκέψη, αναφέρεται στην κατά τα άρθρα 928 -929 ΑΚ υποχρέωση αποζημίωσης λόγω θανάτωσης ή βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου [αποζημίωση σημειωτέον που δεν επιδικάσθηκε στην ένδικη υπόθεση] και το οποίο δεν εφαρμόζεται όταν ο νομοθέτης ορίζει διαφορετικά, όπως συμβαίνει με την παρ. 5 του άρθρου 10 του ν.δ. 4104/1960, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ 1 του άρθρου 18 του ν. 4476/1965 και συμπληρώθηκε με το άρθρο 18 του ν. 1654/1985, σύμφωνα με την οποία η κατ' άλλους νόμους αξίωση αποζημίωσης των μελών της οικογένειας του θανατωθέντος παθόντος μεταβιβάζεται από το νόμο στο ΙΚΑ, όταν αυτό κατέβαλε ή υποχρεούται να καταβάλει σε αυτά κοινωνική ή ασφαλιστική παροχή προς κάλυψη της ζημίας τους και η οποία (παρ. 5 του άρθρου 10 του ν.δ. 4104/1960 όπως ισχύει) σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 47 του ν. 3518/2006 έχει ανάλογη εφαρμογή και στον ΟΓΑ.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα ως άνω και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση [χωρίς να αριθμείται] η από το αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, εξεταζόμενος και ως λόγος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα (καθότι, όπως ήδη αναφέρθηκε περιέχει σιωπηρά και παράπονο για έλλειψη νόμιμης βάσης), είναι βάσιμος.
Από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, η οποία είναι απόρροια της λειτουργίας της αίτησης αναίρεσης ως ένδικου μέσου ακυρωτικού χαρακτήρα, χωρίς, δηλαδή, με την άσκησή αυτής να δημιουργείται τρίτος βαθμός δικαιοδοσίας σύμφωνα και με το άρθρο 12 παρ.1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις ή όπου, υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικού λόγου, πλήττεται η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1180/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο αναιρετικό λόγο ο αναιρεσείων αρνείται αιτιολογημένα την ευθύνη του ίδιου ή οποιουδήποτε άλλου προστηθέντος από αυτόν προσώπου σχετικά με τις συνθήκες πρόκλησης του ένδικου ατυχήματος και τα αίτια επέλευσης του θανάτου του αλιεργάτη Μ. Χ.ύ, με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο μέμφεται το Εφετείο ότι εσφαλμένα δέχθηκε το "συμβάν της 1.1.2022", κατά το οποίο επήλθε ο θάνατος του ως άνω αλιεργάτη ως εργατικό ατύχημα, χωρίς να έχει εισέτι αποφανθεί επ' αυτού η Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Χίου, με τον πέμπτο αναιρετικό λόγο προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση ελλιπών εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης και με τον έκτο αναιρετικό λόγο αιτιάται ότι το Εφετείο εσφαλμένα δέχθηκε ότι ο θανών αλιεργάτης δεν είχε επαρκή εκπαίδευση. Οι τρίτος, τέταρτος, πέμπτος και έκτος λόγοι της ένδικης αναίρεσης είναι απαράδεκτοι, διότι με αυτούς, υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικού λόγου, πλήττεται η εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών περιστατικών και του περιεχομένου των εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης, που κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1180/2017).
Περαιτέρω, στο άρθρο 340 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου δεύτερου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, το οποίο εφαρμόζεται και στην ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών (άρθρο 591 παρ. 1 του ΚΠολΔ) ορίζεται ότι: "Το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική δύναμη καθενός.
Λαμβάνει, επίσης, υπόψη και εκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394". Κατά το άρθρο δε 393 παρ. 1 του ΚΠολΔ "Δεν επιτρέπεται να αποδειχθούν με μάρτυρες συμβάσεις ή συλλογικές πράξεις, καθώς και πρόσθετα σύμφωνα, προγενέστερα, σύγχρονα ή μεταγενέστερα δικαιοπραξίας που έχουν συνταχθεί εγγράφως όταν η αξία του αντικειμένου τους υπερβαίνει τα τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ, έστω και αν δεν είναι αντίθετα προς το περιεχόμενο του εγγράφου" και κατά το άρθρο 423 παρ. 1 του ΚΠολΔ οι διατάξεις του άρθρου 393 του ίδιου Κώδικα εφαρμόζεται αναλόγως κατά τη διαδικασία λήψης ένορκης βεβαίωσης.
Από τις διατάξεις αυτές σαφώς συνάγεται ότι δεν λαμβάνονται υπόψη μαρτυρικές καταθέσεις και ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων για την απόδειξη συμβάσεων εργασίας που έχουν συνταχθεί εγγράφως, όταν η αξία του αντικειμένου τους υπερβαίνει τα 30.000 ευρώ. Αντίθετα, σύμφωνα με τις ίδιες διατάξεις επιτρέπεται η δια μαρτύρων και ενόρκων βεβαιώσεων απόδειξη πραγματικών περιστατικών που αφορούν στις συνθήκες υπό τις οποίες παρέχεται η εγγράφως συμφωνηθείσα εργασία, όπως είναι το ωράριο απασχόλησης του εργαζόμενου.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον έβδομο, χωρίς αριθμό, αλλά εκτιμώμενο από τον αριθμό 11 α του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων αιτιάται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση κατά παράβαση των άρθρων 393, 394 και 395 του ΚΠολΔ δέχθηκε ότι αποδείχθηκε με τους μάρτυρες των αναιρεσίβλητων (καταθέσαντες και ενόρκως βεβαιώσαντες) ότι ο θανών αλιεργάτης απασχολείτο καθημερινά στο πλοίο του επί δέκα τέσσερις (14) ώρες και κατόπιν αυτού δέχθηκε την αιτουμένη από τους αναιρεσίβλητους αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 551/1915, ενώ το μοναδικό αποδεικτικό στοιχείο των όρων της σύμβασης παροχής εξαρτημένης εργασίας που είχε συνάψει με τον θανόντα Μ.
Χ. είναι η προσκομισθείσα στο Δικαστήριο σύμβαση εργασίας του. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Τούτο διότι, όπως και ο ίδιος ο αναιρεσείων αναφέρει, το Εφετείο έλαβε υπόψη του τους μάρτυρες, που εξετάσθηκαν και ενόρκως βεβαίωσαν με επιμέλεια των αναιρεσίβλητων όχι για την απόδειξη του περιεχομένου της έγγραφης σύμβασης εργασίας που είχαν συνάψει ο αναιρεσείων και ο θανών αλιεργάτης -συγγενής των αναιρεσίβλητων, αλλά μόνο για την απόδειξη του πραγματικού γεγονότος που αφορούσε το ωράριο της ημερήσιας απασχόλησης του ως άνω αλιεργάτη.
Περαιτέρω, με τον όγδοο λόγο του αναιρετηρίου προτείνεται η ένσταση του συντρέχοντος πταίσματος του αλιεργάτη Μ. Χ. στην πρόκληση του ένδικου εργατικού ατυχήματος και στον κατ' αυτό θανάσιμο τραυματισμό του. Ο ως άνω λόγος προτείνεται αλυσιτελώς, διότι ο διαλαμβανόμενος σε αυτόν ισχυρισμός άπτεται της ουσίας της υπόθεσης, η οποία δεν ερευνάται από τον Άρειο Πάγο.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που αφορά όλους τους λόγους αναίρεσης, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο αυτό, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο και στη συνέχεια να αποδεικνύεται από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως (ΑΠ 1162/2019, ΑΠ 199/2017, ΑΠ 183/2014, ΑΠ 2319/2014, ΑΠ 114/2009).
Ειδικότερα, η αοριστία της αγωγής ή της ένστασης ερευνάται μεν αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, πλην όμως ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους που αφορούν τη δημόσια τάξη και, επομένως, για να ιδρύσει λόγο αναίρεσης, πρέπει να έχει προταθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αν αυτού η απόφαση προσβάλλεται με την αναίρεση, και συγκεκριμένα να έχει προταθεί νόμιμα και δη με λόγο έφεσης του εναγομένου ή με τις προτάσεις του ως εφεσιβλήτου προς απόκρουση της κατ' αυτού έφεσης (ΟλΑΠ 1/1987, ΑΠ 1162/2019, ΑΠ 75/2008, ΑΠ 1165/2007, ΑΠ 1714/2007, ΑΠ 669/2007, ΑΠ 1316/1992).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, με τον ένατο χωρίς αριθμό, αλλά εκτιμώμενο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο ο αναιρεσείων αιτιάται ότι το Εφετείο εσφαλμένα δεν απέρριψε την ένδικη αγωγή ως αόριστη, κατά τα κεφάλαια αυτής με τα οποία κατά την κύρια βάση της αιτείτο πλήρης αποζημίωση για τη στέρηση διατροφής της πρώτης αναιρεσίβλητης και των ανήλικων τέκνων της εξαιτίας του θανάσιμα τραυματισθέντος στο ένδικο εργατικό ατύχημα συζύγου της και πατέρα των τέκνων της και κατά την επικουρική της βάση αιτείτο η κατά το ν. 551/1915 ειδική αποζημίωσή τους. Ο ένατος αναιρετικός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι δεν διαλαμβάνεται σε αυτόν ότι ο ισχυρισμός περί αοριστίας των ως άνω κεφαλαίων της ένδικης αγωγής είχε προταθεί νόμιμα στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και δη με λόγο ή πρόσθετο λόγο έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος ή με τις προτάσεις του ως εφεσίβλητου προς απόκρουση της κατ' αυτού έφεσης των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων.
Επίσης, απαράδεκτος είναι και ο δέκατος λόγος αναίρεσης, διότι με αυτόν πλήττεται η με αριθμό 282/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς με την αιτίαση ότι μη νόμιμα δέχθηκε ότι υφίσταται δικαστική πληρεξουσιότητα του Δικηγόρου που εκπροσώπησε τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους πρωτοδίκως με βάση τα προσκομισθέντα ξενόγλωσσα έγγραφα, που δεν έφεραν θεώρηση από προξενική αρχή, επικύρωση του γνήσιου της υπογραφής του μεταφράσαντος αυτά Δικηγόρου και βεβαίωση του τελευταίου ότι έχει επαρκή γνώση της γλώσσας από την οποία μεταφράζει. Τούτο διότι η πρωτόδικη απόφαση ενσωματώθηκε στην προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση, που δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 2.3.2022 και με αριθμό κατάθεσης 2047/135/2022 έφεση και τους από 10.9.2022 και με αριθμό κατάθεσης 856/241/2022 πρόσθετους λόγους έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος και την από 3.3.2022 και με αριθμό κατάθεσης 2096/143/2022 έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων, με συνέπεια, τα τυχόν σφάλματα της πρωτόδικης απόφασης, που επικυρώθηκαν με την προσβαλλόμενη με τη αριθμό 666/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, προτείνονται μόνο ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας απόφασης, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους παραδεκτά προβαλλόμενους.
Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται σε παραβάσεις κανόνων δικονομικού δικαίου, στον οποίο υπάγονται οι κανόνες που ρυθμίζουν τον τρόπο, τα όργανα και την μορφή της ένδικης προστασίας (ΑΠ 386/2020, ΑΠ 1556/2018, ΑΠ 112/2016, ΑΠ 609/2014). Επίσης, κατά τις διατάξεις του άρθρου 96 παρ. 1 του ΚΠολΔ η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση είτε με ιδιωτικό έγγραφο, εφόσον η υπογραφή εκείνου που παρέχει την πληρεξουσιότητα βεβαιώνεται από δημόσια, δημοτική ή άλλη αρμόδια αρχή ή από δικηγόρο, μπορεί δε η πληρεξουσιότητα να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και πρέπει να αναγράφει τα ονόματα των πληρεξουσίων.
Από τις ανωτέρω διατάξεις σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 104, 105 και 524 παρ. 3 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται στα πολιτικά δικαστήρια με πληρεξούσιο δικηγόρο, διοριζόμενο με τον τύπο που ορίζει ο νόμος. Επομένως, αν κατά τη συζήτηση μιας πολιτικής υπόθεσης ο πληρεξούσιος δικηγόρος διαδίκου εμφανίζεται στο δικαστήριο, αλλά δεν αποδεικνύει την πληρεξουσιότητά του, την οποία αυτεπαγγέλτως εξετάζει το Δικαστήριο, ο διάδικος αυτός δεν μετέχει νομίμως στη δίκη και θεωρείται δικονομικώς απών (ΑΠ 1536/2022, ΑΠ 1601/2017, ΑΠ 1695/2017, ΑΠ 1540/2017).
Επιπλέον, κατά το άρθρο 104 ΚΠολΔ για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως (Ολ ΑΠ 13/2008, ΑΠ 1536/2022, ΑΠ 1601/2017), αφού η έλλειψη της πληρεξουσιότητας συνεπάγεται, σε κάθε περίπτωση και άνευ ετέρου, την ακυρότητα όλων των διαδικαστικών πράξεων που επιχειρήθηκαν χωρίς τη συνδρομή της (ΑΠ 1556/2018, ΑΠ 211/2018).
Ακόμη, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 96, 104, 105 και 524 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο διάδικος, για λογαριασμό του οποίου παρέστη δικηγόρος που δεν είχε δικαστική πληρεξουσιότητα, δικαιούται να εγκρίνει μεταγενέστερα τις πράξεις του δικηγόρου αυτού που προηγήθηκαν. Η έγκριση αυτή μπορεί να γίνει και σιωπηρά σε μεταγενέστερο στάδιο της δίκης, ήτοι και στον επόμενο βαθμό, με το διορισμό του ίδιου ή άλλου δικηγόρου, καθόσον η έγκριση αφορά τις πράξεις και όχι το πρόσωπο, οπότε θεραπεύονται και οι άκυρες διαδικαστικές πράξεις του προηγούμενου βαθμού κρίσης (ΑΠ 1536/2022, ΑΠ 1252/2013, ΑΠ 683/2013, ΑΠ 835/2010).
Εξάλλου, από το άρθρο 11 του ΑΚ, που ορίζει ότι η δικαιοπραξία είναι έγκυρη ως προς τον τύπο αν είναι σύμφωνη είτε με το δίκαιο που διέπει το περιεχόμενό της είτε με το δίκαιο του τόπου που επιχειρείται, προκύπτει ότι για το κύρος της πληρεξουσιότητας που δόθηκε στην αλλοδαπή αρκεί ο τύπος που προβλέπεται είτε από τη lex fori είτε από τη lex loci actus (AΠ 1144/2007).
Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 340, 591 παρ.1, 524 παρ.1, 614 αριθμ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο ένατο του αυτού άρθρου και νόμου, από 1-1-2016 και έχουν στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή, εφόσον, τόσο η αγωγή, όσο και οι εφέσεις των διαδίκων και οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης του αναιρεσείοντος, επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ασκήθηκαν μετά την κατά την 1-1-2016 έναρξη ισχύος του ν. 4335/2015, προκύπτει ότι και στις υποθέσεις που εκδικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη, τόσο τα αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική δύναμη του καθενός, όσο και τα αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, τα οποία, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394 ΚΠολΔ, δηλαδή μόνο εφόσον είναι επιτρεπτή η εμμάρτυρη απόδειξη, εκτιμώνται και αξιολογούνται ελεύθερα.
Δηλαδή όχι απλώς επικουρικά, αλλά παράλληλα με τα πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα. Έτσι, λαμβάνονται παραδεκτά υπόψη, αδιακρίτως πλέον και έγγραφα αχρονολόγητα, ανεπικύρωτα, αχαρτοσήμαντα, άκυρα για οποιοδήποτε λόγο και μη συντεταγμένα κατ` αποδεικτικό τύπο, καθώς και ιδιωτικά ανυπόγραφα ή υπέρ του εκδότη τους, γενικά δε κάθε είδους έγγραφα και φωτοτυπίες εγγράφων, των οποίων δεν βεβαιώνεται η ακρίβειά τους από το αρμόδιο για το σκοπό αυτό πρόσωπο, χωρίς να ιδρύεται ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 11 εδαφ.
α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, ο οποίος ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει (ΑΠ 714/2022). Στην προκειμένη περίπτωση με τον ενδέκατο (χωρίς αρίθμηση) λόγο αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι εξής πλημμέλειες: α) αν και με τον πρώτο λόγο της έφεσής του ο αναιρεσείων είχε επαναφέρει την πρωτοδίκως προβληθείσα ένστασή του που αφορούσε το κύρος του με αριθμό 95/Α/2021 ξενόγλωσσου πληρεξουσίου εγγράφου, το οποίο ο εκπροσωπήσας πρωτοδίκως τους αναιρεσίβλητους Δικηγόρος είχε προσκομίσει προς απόδειξη της χορηγηθείσας σε αυτόν πληρεξουσιότητας και το οποίο ήταν μεταφρασμένο στην ελληνική γλώσσα χωρίς, όμως, να υφίσταται η επικύρωση του γνήσιου της υπογραφής του μεταφράσαντος δικηγόρου από τον αρμόδιο δικηγορικό σύλλογο και χωρίς να υπάρχει βεβαίωση του μεταφράσαντος δικηγόρου ότι έχει επαρκή γνώση της γλώσσας από και προς την οποία μεταφράζει, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι έχει δοθεί ειδική πληρεξουσιότητα στον ως άνω δικηγόρο να παραστεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και να ασκήσει έφεση, κατά εσφαλμένη εφαρμογή των άρθρων 532, 533 παρ. 2, 104 και 116 παρ. 1 και 529 του ΚΠολΔ και κυρίως προέβη σε εσφαλμένη εφαρμογή της από 5.10.1961 σύμβασης της Χάγης (ν. 1497/1984) και β) εσφαλμένα απέρριψε τον λόγο έφεσής του, σύμφωνα με τον οποίο το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κακώς έλαβε υπόψη του τα προσκομισθέντα από τους ενάγοντες ξενόγλωσσα έγγραφα, με τα οποία προσπάθησαν να αποδείξουν ότι νομιμοποιούνται στην άσκηση της ένδικης αγωγής, αν και τα έγγραφα αυτά δεν φέρουν προξενική επικύρωση ούτε έχει γίνει επικύρωση της υπογραφής του μεταφράσαντος αυτά δικηγόρου, ούτε υπάρχει βεβαίωση του τελευταίου ότι έχει επαρκή γνώση της γλώσσας από και προς την οποία μεταφράζει.
Επιπλέον, με τον συναφή με το πρώτο σκέλος του ενδέκατου αναιρετικού λόγου, δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, στον οποίο γίνεται επίκληση της από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλειας ο αναιρεσείων αιτιάται κατά λέξη τα εξής "Το Μονομελές Εφετείο Πειραιώς εν προκειμένω, έσφαλε κατά την κρίση (559 περ. 11 ΚΠολΔ) του διότι έκαμε αποδεκτά, παρά τα όσα ορίζουν οι ανωτέρω διατάξεις [εννοείται οι παρατεθείσες στον ίδιο πρόσθετο λόγο διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 4 και 11 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας] και τα άρ. 94 έως 96 ΚΠολΔ, τα συμβολαιογραφικά πληρεξούσια των αναιρεσίβλητων με αριθμό 94/Α/2021 και 54/Β/2021, τα οποία έχουν συνταχθεί στην αλλοδαπή (Αίγυπτο).
Τα έγγραφα αυτά, τα οποία φέρονται ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων, δεν περιέχουν ταυτοποίηση των υπογραφόντων-αναιρεσιβλήτων, διότι δεν έχουν βεβαίωση του γνήσιου της υπογραφής τους από αρμόδια προξενική διοικητική αρχή -Προξενείο της Ελλάδας στην Αίγυπτο- ούτε αυτό έγινε από αρμόδια διοικητική αρχή στην Ελλάδα με τη φυσική παρουσία των "αιτουμένων", οι οποίοι θα έφεραν διαβατήρια με άδεια εισόδου στη χώρα.
Ούτε αυτό έγινε με παρουσία δύο μαρτύρων υπηκοότητας των αιτουμένων-αναιρεσιβλήτων στην Ελλάδα, εφόσον η φυσική παρουσία των αντιδίκων ήταν αδύνατη, οι οποίοι θα βεβαίωναν το αίτημα ταυτοποίησης των αιτουμένων στα απαραίτητα έγγραφα με συμβολαιογραφική πράξη". Έχοντας το ως άνω περιεχόμενο και αίτημα, ο ενδέκατος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο του σκέλος, καθώς και ο συναφής με το ως άνω σκέλος δεύτερος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (και όχι την από τον αριθμό 11) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια.
Ωστόσο από τα ξενόγλωσσα έγγραφα, τα οποία κατά την ελληνική τους μετάφραση αναγράφουν τα στοιχεία "Επίσημο Ειδικό Πληρεξούσιο -
Αριθμός 95/Α/9.1.2021 - Για χρήση στην Ελλάδα" και "Επίσημο Ειδικό Πληρεξούσιο -
Αριθμός 54/Β/16.1.2021 - Για χρήση στο εξωτερικό και στην Ελλάδα", προκύπτουν τα εξής: Έχουν καταρτισθεί από τους Συμβολαιογράφους…..., με παρόντες τους αναιρεσίβλητους, οι οποίοι τα υπέγραψαν μετά την ανάγνωσή τους. Έχουν: 1) Επικύρωση της Υπηρεσίας Υποθηκοφυλακείου και Επικυρώσεων 16.1.2021. 2) Επικύρωση του Υπουργείου Εξωτερικών της Αιγύπτου με αριθμό .... 3) Επικύρωση της Πρεσβείας της Αιγύπτου στην Αθήνα με αριθμό ... 13.4.2022 και 4) Επικύρωση του Υπουργείου Εξωτερικών της Ελλάδος από τις 18.4.2022.
Επίσης, στα μεταφρασμένα έγγραφα έχει τεθεί η βεβαίωση του μεταφράσαντος αυτά δικηγόρου Γ. Δ.. Δ.: "Ακριβής μετάφραση στην Ελληνική από την Αραβική γλώσσα του εγγράφου, του οποίου το επικυρωμένο έγγραφο επισυνάπτεται στην παρούσα, εκδίδω δε τη μετάφραση αυτή σύμφωνα με το άρθρο 36 παρ. 2 γ του Κώδικα Δικηγόρων (ν.4194/2013), βεβαιώνοντας συγχρόνως ότι έχω επαρκή γνώση της γλώσσας από και προς την οποία μεταφράζω.
Η ως άνω μετάφραση έχει πλήρη ισχύ έναντι οποιασδήποτε δικαστικής ή άλλης Αρχής, σύμφωνα με το άρθρο 36 παρ. 2 γ[ορθό δ] του άνω Κώδικα" η υπογραφή δε του μεταφράσαντος δικηγόρου επικυρώνεται από τον Πρόεδρο του Δ.Σ.Α. Τέλος, με τα ως άνω ειδικά πληρεξούσια, οι αναιρεσίβλητοι για όλες τις υποθέσεις τους και ιδίως αυτές που προέρχονται από το θάνατο του συγγενούς τους Μ.
Μ. Μ. Μ. Χ., που συνέβη στις 2.1.2021, ενώ εργαζόταν ως αλιεργάτης στο αλιευτικό σκάφος ελληνικής σημαίας με το όνομα "ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΙΙ", νηολογίου Χίου αρ. ..., ιδιοκτησίας του Σ. Ζ., κατοίκου Αγ. ..., δίδουν την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα, μεταξύ άλλων και στον Χ. Ι.. Μ., δικηγόρο του Δ.Σ.Π. να παρίσταται και να τους αντιπροσωπεύει σε όλα γενικά τα Ελληνικά Πολιτικά, Διοικητικά και Ποινικά Δικαστήρια, κάθε βαθμού και δικαιοδοσίας, καθώς και στον Άρειο Πάγο, ως ενάγοντες ή εναγόμενους και με όλες γενικά τις ιδιότητες του διαδίκου, να ενεργεί για την υποστήριξη των δικαίων τους όλες τις κύριες και παρεπόμενες διαδικαστικές πράξεις που αναγράφονται στο άρθρο 97 του ΚΠολΔ, καθώς και κάθε εξώδικη ενέργεια, ήτοι να κάνει αγωγές και ανταγωγές, να υποβάλλει αιτήσεις για ασφαλιστικά μέτρα, να παίρνει μέτρα συντηρητικά, αναγκαστικά και προσωρινά, να προσβάλλει τις δυσμενείς για αυτούς αποφάσεις με όλα τα ένδικα μέσα, τακτικά και έκτακτα (όπως εφέσεις, αναιρέσεις) και να παραιτείται από αυτά.
Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η μονομερής δικαιοπραξία (πληρεξουσιότητα) των αναιρεσίβλητων, που καταρτίσθηκε στην Αίγυπτο, είναι έγκυρη ως προς τον τύπο με βάση το δίκαιο του τόπου που επιχειρήθηκε, τα με αριθμούς ... ειδικά συμβολαιογραφικά πληρεξούσια φέρουν προξενική θεώρηση, που τέθηκε στις 18.4.2022 και για την ακριβή μετάφρασή τους υπάρχει η κατά το άρθρο 36 παρ. 2 περ.
δ του Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013) βεβαίωση του μεταφράσαντος αυτά δικηγόρου ότι έχει επαρκή γνώση της αραβικής γλώσσας από την οποία τα μετέφρασε. Κατά συνέπεια, οι αναιρεσίβλητοι, παρασταθέντες κατά τη δικάσιμο της 22.9.2022 ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς δια του δικαστικού πληρεξουσίου δικηγόρου τους, Χ.
Ι.. Μ. ενέκριναν σιωπηρώς την εκπροσώπησή τους από αυτόν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς που εξέδωσε τη με αριθμό 282/2022 απόφαση, καθώς και την άσκηση της από 3.3.2023 έφεσής τους κατά της πρωτόδικης απόφασης, η έγκριση δε αυτή, κατά τη μείζονα σκέψη, ανατρέχει αναδρομικά στο χρόνο συζήτησης της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και κατέστησε έγκυρη και την κατατεθείσα από 3.3.2023 έφεσή τους.
Επισημαίνεται δε ότι η κυρωθείσα με το ν. 1497/1984 από 5.10.1961 Σύμβαση της Χάγης, δεν τυγχάνει εφαρμογής στην ένδικη υπόθεση, καθότι δεν έχει επικυρωθεί από την Αίγυπτο. Ενόψει αυτών, το Μονομελές Εφετείο Πειραιώς το οποίο αποφάνθηκε ομοίως (βλ. 29η σελίδα της προσβαλλόμενης απόφασης), δέχθηκε, δηλαδή, ότι οι αναιρεσίβλητοι μετείχαν νομίμως στη δίκη ενώπιόν του, ότι με τα ως άνω προσκομισθέντα σε αυτό συμβολαιογραφικά πληρεξούσια ενέκριναν τις προηγηθείσες διαδικαστικές πράξεις του Δικηγόρου Χ.
Ι.. Μ., που τους εκπροσώπησε και στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και ότι η Αίγυπτος δεν έχει επικυρώσει την από 5.10.1961 Σύμβαση της Χάγης, ορθά εφάρμοσε τα άρθρα 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 104, 105, 159 περ. 1, 524 παρ. 2 και 529 παρ. 1 του ΚΠολΔ και ορθά δεν εφάρμοσε την από 5.10.1961 Σύμβαση της Χάγης. Επομένως, το πρώτο σκέλος του ενδέκατου λόγου και ο συναφής δεύτερος πρόσθετος λόγος, με τους οποίους υποστηρίζονται τα ως άνω αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
Επιπλέον, αβάσιμο είναι και το δεύτερο, χωρίς αριθμό, αλλά εκτιμώμενο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ σκέλος του ενδέκατου λόγου αναίρεσης. Τούτο διότι, όπως ήδη αναφέρθηκε στην προηγηθείσα νομική σκέψη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 340 του ΚΠολΔ, τα συγκεκριμένα ξενόγλωσσα έγγραφα, τα οποία μεταφρασμένα στην ελληνική γλώσσα οι αναιρεσίβλητοι προσκόμισαν στα δικαστήρια της ουσίας για να αποδείξουν ότι νομιμοποιούνται να ασκήσουν την ένδικη αγωγή, είναι υποστατά και λαμβάνονται υπόψη ως αποδεικτικό μέσο, διότι φέρουν προξενική επικύρωση, φέρουν τη βεβαίωση του μεταφράσαντος αυτά δικηγόρου ότι έχει επαρκή γνώση της γλώσσας από την οποία τα μεταφράζει και υπάρχει η επικύρωση της υπογραφής του μεταφράσαντος δικηγόρου από το δικηγορικό του σύλλογο, Κατά συνέπεια, τα ως άνω ξενόγλωσσα έγγραφα- μεταφρασμένα στην ελληνική γλώσσα, συνιστούν επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο και νόμιμα λήφθηκαν υπόψη και εκτιμήθηκαν ελεύθερα από το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, ενόψει και του ότι από το όλο περιεχόμενο της πρωτόδικης απόφασης προκύπτει ότι στην κρινόμενη περίπτωση χρησιμοποιήθηκε και το εμμάρτυρο μέσο απόδειξης, το οποίο ορθά επετράπη, αφού δεν επρόκειτο για απόδειξη σύμβασης που έχει συνταχθεί εγγράφως με αξία αντικειμένου υπερβαίνουσα το από το άρθρο 393 παρ. 1 ΚΠολΔ οριζόμενο ποσό των 30.000 ευρώ, ούτε για απόδειξη κατά του περιεχομένου έγγραφης δικαιοπραξίας, οπότε δεν θα ήταν επιτρεπτή η εμμάρτυρη απόδειξη κατά το άρθρο 393 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο αποφάνθηκε ομοίως και απέρριψε τον δεύτερο λόγο της από 2.3.2022 έφεσης του εναγομένου -εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος δεν έχει υποπέσει στην από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια.
Περαιτέρω στο δωδέκατο λόγο του αναιρετηρίου, που φέρει τον τίτλο "Ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος", διαλαμβάνεται ότι τα ποσά που επιδικάσθηκαν από την προσβαλλόμενη απόφαση είναι υπέρογκα ότι υφίσταται οικονομική αδυναμία του αναιρεσείοντος να τα καταβάλει χωρίς να προσφύγει σε δανεισμό και ζητείται, επικουρικά, σε περίπτωση που το Δικαστήριο τούτο απορρίψει την έφεση του αναιρεσείοντος και κάνει δεκτή την αγωγή των αναιρεσίβλητων, να ληφθεί υπόψη και η οικονομική κατάσταση του αναιρεσείοντος, καθότι τίθεται θέμα και της δικής του αυτοσυντήρησης. Με αυτό το περιεχόμενο ο δωδέκατος λόγος του αναιρετηρίου είναι απαράδεκτος, διότι διαλαμβάνει ισχυρισμό, ο οποίος δεν στηρίζει οποιονδήποτε από τους οριζόμενους στους αριθμούς 1 έως και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης.
Τέλος, με τον πρώτο πρόσθετο, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων αιτιάται ότι το Μονομελές Εφετείο Πειραιώς έλαβε υπόψη του και εξέδωσε απόφαση για την αγωγή με γενικό αριθμό κατάθεσης 7692/2016 και ειδικό αριθμό κατάθεσης 4004/2016, η οποία ουδεμία σχέση έχει με την ένδικη αγωγή των αναιρεσίβλητων κατ' αυτού.
Από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης, με αριθμό 666/2022, απόφασης για την έρευνα της βασιμότητας ή μη βασιμότητας του ως άνω πρώτου πρόσθετου αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι στο δεύτερο φύλλο αυτής αναγράφονται τα εξής "Οι κρινόμενες από 2.3.2022 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 2047/135/2022 και 3.3.2022 και με αριθμό κατάθεσης 2096/143/2022 εφέσεις αμφοτέρων των διαδίκων μερών και εν μέρει ηττηθέντων ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κατά της με αριθμό 282/2022 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία περιουσιακών -εργατικών διαφορών (άρθρα 621 επ.
ΚΠολΔ και 82 ΚΙΝΔ) αντιμωλία των διαδίκων επί της από 21.7.2021 και με αριθμό κατάθεσης 5593/2489/2021 αγωγής ασκήθηκαν νομοτύπως και εμπροθέσμως[...]. Με αυτές θα συνεκδικασθούν οι από 10.9.2022 με αριθμό κατάθεσης 856/241/2022 πρόσθετοι λόγοι έφεσης που άσκησε ο ήδη εκκαλών εφεσίβλητος εναγόμενος ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με δικόγραφο που κατατέθηκε στις 13.9.2022 τη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου και επιδόθηκε στον πληρεξούσιο Δικηγόρο των ήδη εκκαλούντων εφεσιβλήτων εναγόντων ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου [...]" Ακολούθως στην 5η σελίδα της προσβαλλόμενης απόφασης (άλλως 1η σελίδα του τρίτου φύλλου αυτής) αναγράφεται ότι "Στη συγκεκριμένη περίπτωση με την ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου από 10.10.2016 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 7692/4004/2016 αγωγή τους οι ήδη εκκαλούντες εφεσίβλητοι κάτοικοι εξωτερικού (Αιγύπτου) εξέθεταν ότι ο Μ.
Χ., υπήκοος Αιγύπτου, σύζυγος της πρώτης και πατέρας των εκπροσωπουμένων από την ίδια ανήλικων τέκνων της, υιός της δεύτερης και αδελφός των τρίτου και τέταρτου εναγόντων ήδη εκκαλούντων εφεσιβλήτων, είχε προσληφθεί από τον ήδη εφεσίβλητο εκκαλούντα εναγόμενο κάτοικο Χίου με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας προκειμένου να εργασθεί ως αλιεργάτης στο υπό ελληνική σημαία αλιευτικό σκάφος τύπου μηχανότρατα (Α/Κ) "ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΙΙ" (αριθμός νηολογίου Χίου ...) πλοιοκτησίας του εκκαλούντος εφεσιβλήτου εναγομένου. [...] και ακολούθως ιστορείται η ένδικη από 21.7.2021 και με αριθμό κατάθεσης 5593/2489/2021 αγωγή.
Από την αντιπαραβολή των ως άνω περικοπών της προσβαλλόμενης απόφασης σαφώς συνάγεται ότι από προφανή παραδρομή κατά τη σύνταξή της αναγράφεται στην πέμπτη σελίδα της αγωγή με άλλη ημερομηνία σύνταξης και άλλους γενικό και ειδικό αριθμούς κατάθεσης και ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εξέτασε την από 2.3.2022 έφεση και τους από 10.9.2022 πρόσθετους λόγους έφεσης του αναιρεσείοντος και την από 3.3.2022 έφεση των αναιρεσίβλητων κατά της με αριθμό 282/2022 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία είχε εκδοθεί επί της από 21.7.2021 και με αριθμό κατάθεσης 5593/2489/2021 αγωγής των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος.
Επομένως, ο πρώτος πρόσθετος λόγος, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει κατά παραδοχή του δεύτερου λόγου της από 28.11.2022 και με αριθμό κατάθεσης στη Γραμματεία του Εφετείου Πειραιώς 1155/107/2022 αίτησης αναίρεσης να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη, με αριθμό 666/2022, απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς κατά το κεφάλαιό της που αφορά στην επιδίκαση στην πρώτη ενάγουσα -πρώτη αναιρεσίβλητη, για την ίδια ατομικά και για λογαριασμό των εκπροσωπουμένων από αυτήν δύο ανηλίκων τέκνων της, της κατά τα άρθρα 3 αριθμ. 5, και 4 του ν. 551/1915 αποζημίωσης και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, κατά το άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, καθόσον η υπόθεση ως προς το κεφάλαιό της αυτό χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση. Τέλος, πρέπει οι αναιρεσίβλητοι, που νικήθηκαν, να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, ο οποίος παρέστη, άσκησε πρόσθετους λόγους αναίρεσης και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει την απόδοση των καταβληθέντων παραβόλων ύψους τριακοσίων (300) και τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ στον αναιρεσείοντα.
Κηρύσσει απαράδεκτη την από 28.11.2022 και με αριθμό κατάθεσης στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιώς ... αίτηση αναίρεσης και απαράδεκτους τους από 23.2.2023 και με αριθμό κατάθεσης 49/2023 πρόσθετους λόγους αναίρεσης κατά το μέρος αυτών, με το οποίο στρέφονται κατά της με αριθμό 282/2022 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.
Δέχεται εν μέρει την από 28.11.2022 και με αριθμό κατάθεσης στη Γραμματεία του Εφετείου Πειραιώς 1155/107/2022 αίτηση αναίρεσης και απορρίπτει τους πρόσθετους λόγους κα'τα το μέρος που στρέφονται κατά της 666/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Αναιρεί τη με αριθμό 666/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο αυτής και συγκεκριμένα κατά το κεφάλαιό της με το οποίο επιδίκασε στην πρώτη ενάγουσα - πρώτη αναιρεσίβλητη, για την ίδια και για λογαριασμό των εκπροσωπουμένων από αυτήν δύο ανηλίκων τέκνων της την οριζόμενη στα άρθρα 3 αριθμ. 5, και 4 του ν. 551/1915 αποζημίωση μισθών πέντε ετών.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το ως άνω κεφάλαιό της προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ