789/2021 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΤου ενάγοντος - εκκαλούντος - εφεσιβλήτου - καλούντος: Π. Κ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Καρύδη που ανακάλεσε την από 22/9/2020 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Legislator headnote
AI generated789/2021 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην αντίστροφη περίπτωση, αν δηλαδή η αγωγή έγινε δεκτή και απορρίφθηκε ένσταση του εναγομένου κατ' αυτής, ο τελευταίος εκκαλώντας την απορριπτική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, μπορεί να επαναφέρει στο Εφετείο την ένσταση αυτή μόνο με λόγο έφεσης ή με πρόσθετο λόγο και όχι απλά με τις προτάσεις του (ΑΠ 979/2003).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 789 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 789/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου - Εισηγητή, Αναστασία Περιστεράκη και Μαρία Μουλιανιτάκη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του ενάγοντος - εκκαλούντος - εφεσιβλήτου - καλούντος: Π. Κ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Καρύδη που ανακάλεσε την από 22/9/2020 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Των εναγομένων - εκκαλούντων - εφεσιβλήτων - καθ' ων η κλήση: 1) Π. Κ. του Δ., 2) Δ. Κ. του Π., κατοίκων ..., 3) Δ. Κ. του Π., συζύγου Α. Α., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/1/2005 αγωγή του ήδη ενάγοντος - εκκαλούντος - εφεσιβλήτου - καλούντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 360/2009 μη οριστική και 203/2014 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ήδη εναγόμενοι - εκκαλούντες - εφεσίβλητοι - καθ' ων η κλήση με την από 10/12/2014 αίτησή τους και ο ήδη ενάγων - εκκαλών - εφεσίβλητος - καλών με την από 16/3/2015 αίτησή του, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν.
Εκδόθηκε η 151/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την προσβαλλόμενη απόφαση και παρέπεμψε σε νέα συζήτηση την ως άνω υπόθεση.
Εκδόθηκε η 20/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, την αναίρεση της οποίας ζήτησε ο ήδη ενάγων - εκκαλών - εφεσίβλητος - καλών με την από 29/3/2018 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 620/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 20/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης και κράτησε την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση ενώπιόν του. Η υπόθεση επαναφέρεται για νέα συζήτηση με την από 15/10/2019 κλήση του ενάγοντος - εκκαλούντος - εφεσιβλήτου - καλούντος.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Α.1.Νόμιμα φέρονται ενώπιον του τμήματος αυτού με την από 15-10-2019 κλήση του ενάγοντος Π. Κ. του Π., η από 7-2-2007 με αριθμ.έκθ. κατάθ.26/2007 έφεση του ενάγοντος και η από 14-2-2007 με αριθμ. έκθ. κατάθ.33/2007 έφεση των εναγομένων, κατά της υπ'αριθμ. 21/2016 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, οι οποίες πρέπει να συνεκδικασθούν λόγω συνάφειας (άρθρο 246 ΚΠολΔ), μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 620/2019 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία αναιρέθηκε στο σύνολό της η υπ' αριθ. 20/2018 απόφαση του Εφετείου Θράκης (που συνεκδίκασε αντιμωλία των διαδίκων τις δύο ως άνω αντίθετες εφέσεις) και κρατήθηκε η υπόθεση για ουσιαστική εκδίκαση από το παρόν Δικαστήριο. "Από το συνδυασμό των άρθρων 570 παρ. 2, 579 παρ. 1, 580 παρ. 3 (όπως το τελευταίο εδάφιο της παρ. 3 προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 4 του ν. 4045/2012) και 581 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή, κατά τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), στα οποία αφορά ο δεκτός γενόμενος λόγος αναίρεσης, καθώς και εκείνα που συνάπτονται αρρήκτως προς τα αναιρεθέντα. Η έκταση της αναίρεσης προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης, κατισχύει δε κάθε αντίθετης γενικής διατύπωσης αυτής.
Συνεπώς, κατά τη νέα εκδίκαση της έφεσης, οι διάδικοι επανέρχονται στη θέση που ήσαν πριν από τη συζήτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση και η έφεση επαναξετάζεται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση, αφού κατατεθούν προτάσεις, σύμφωνα με όσα ορίζονται από το άρθρο 237 ΚΠολΔ και, αφού παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να υποβάλουν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις. -Κατά το άρθρο 522 Κ.Πολ.Δ., με την άσκηση της έφεσης, η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους.
Από αυτό συνάγεται ότι, αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, απέρριψε την αγωγή εν όλω ή εν μέρει, κατά παραδοχή αυτοτελούς ισχυρισμού (ένστασης) του εναγομένου, τη δε απόφαση αυτή εκκαλεί ο ενάγων, η υπόθεση ή το σχετικό κεφάλαιο αυτής μεταβιβάζονται με την άσκηση της έφεσης στο Εφετείο, αδιαίρετα και ως σύνολο, τόσο δηλαδή ως προς την αγωγή ή το οικείο μέρος αυτής, όσο και ως προς την ένσταση και δεν υπάρχει ανάγκη να επαναφέρει την τελευταία και ο εναγόμενος, με τις προτάσεις του στο Εφετείο, κατά τους ορισμούς του άρθρου 240 Κ.Πολ.Δ.
Στην αντίστροφη περίπτωση, αν δηλαδή η αγωγή έγινε δεκτή και απορρίφθηκε ένσταση του εναγομένου κατ' αυτής, ο τελευταίος εκκαλώντας την απορριπτική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, μπορεί να επαναφέρει στο Εφετείο την ένσταση αυτή μόνο με λόγο έφεσης ή με πρόσθετο λόγο και όχι απλά με τις προτάσεις του (ΑΠ 979/2003).
Α4. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, η προσβαλλόμενη απόφαση, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ο ενάγων-εκκαλών Π. Κ. με την από 25-1-2005 αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας ισχυρίσθηκε ότι ο παππούς του, Δ.
Κ., απεβίωσε χωρίς διαθήκη στις 4-4-1963 και άφησε μοναδικούς (εξ αδιαθέτου) κληρονόμους του τη σύζυγό του Α. Κ., και τους γιούς του Ε., Π. και Π. (πατέρα του ενάγοντος), κατά ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου τον καθένα, στα ιδανικά μερίδια των ακινήτων που περιγράφονται στην αγωγή. Ότι η ανωτέρω γιαγιά του, Α. Κ., εκτός από τα ως άνω ακίνητα που απέκτησε ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του συζύγου της, ήταν κυρία και των ακινήτων που αναφέρονται στην αγωγή (κατά τα επίσης αναφερόμενα σ'αυτήν ποσοστά).
Ότι αυτή απεβίωσε στις 31-8- 2002 και με την από 7-6-2002 ιδιόγραφη διαθήκη της ,η οποία δημοσιεύθηκε, νόμιμα και κηρύχθηκε κυρία με την υπ'αριθμ. 300/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, εγκατέστησε ως τετιμημένους κληρονόμους της στο σύνολο της κληρονομιαίας περιουσίας της τους εναγομένους, κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στην αγωγή ποσοστά εξ αδιαιρέτου, αποκλείοντας τον ίδιον.
Ότι η ως άνω ιδιόγραφη διαθήκη είναι άκυρη, διότι δεν έχει γραφεί ολόκληρη με το χέρι της, ούτε χρονολογήθηκε και υπογράφηκε από αυτήν. Ότι εφόσον η ως άνω ιδιόγραφη διαθήκη είναι άκυρη και θεωρείται ως μη γενομένη, χωρεί η εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή, σύμφωνα με την οποία μοναδικοί κληρονόμοι της γιαγιάς του είναι ο γιός της Π. (πρώτος εναγόμενος), αποκλειομένων των τέκνων του τελευταίου (δεύτερου και τρίτης των εναγομένων) και ο ίδιος ο ενάγων, ως τέκνο του προαποβιώσαντος γιού της Π..
Ότι οι εναγόμενοι αποδέχθηκαν την, κατά τα ανωτέρω επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομιά που αποτελείται από αγροτικά και αστικά ακίνητα, στα οποία εγκαταστάθηκαν και τα νέμονται ως κληρονόμοι, μη αναγνωρίζοντας το κληρονομικό του δικαίωμα. Με βάση το ιστορικό αυτό ζητούσε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 7-6-2002 ιδιόγραφης διαθήκης της Α.
χήρας Δ. Κ., στη συνέχεια δε, και αφού χωρήσει η εξ αδιαθέτου διαδοχή να αναγνωρισθεί το κληρονομικό του δικαίωμα, κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή εξ αδιαιρέτου ποσοστά, επί των επίδικων κληρονομιαίων ακινήτων, υποχρεουμένων των εναγομένων να του τα αποδώσουν.
Η αγωγή αυτή έγινε εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη με την 21/2006 απόφαση του πιο πάνω δικαστηρίου, με την οποία: 1) αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα της επίμαχης διαθήκης και ,στη συνέχεια, χώρησε η εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή στην κληρονομιαία περιουσία της Α. χήρας Δ. Κ. μεταξύ του ενάγοντος και του πρώτου εναγομένου (αποκλειομένων των 2ου και 3ης των εναγομένων -τέκνων του). 2)έγινε δεκτός ο ισχυρισμός ιδίας κυριότητας του πρώτου εναγομένου (με έκτακτη χρησικτησία) επί των αγροτικών ακινήτων της θανούσας 3) αναγνωρίστηκε το κληρονομικό δικαίωμα του ενάγοντος επί των αστικών ακινήτων της κληρονομιάς και διατάχθηκε η απόδοσή τους, κατά τα αναφερόμενα στην απόφαση ποσοστά εξ αδιαιρέτου και 4) απορρίφθηκαν οι ισχυρισμοί των εναγομένων περί ιδίας κυριότητας του πρώτου εναγομένου στα πιο πάνω αστικά ακίνητα, περί παραγραφής και περί καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αγωγής ,αναφορικά με τα τελευταία αυτά ακίνητα.
Κατά της εν λόγω απόφασης οι διάδικοι άσκησαν τις από 7-2-2007 και 14-2-2007 εφέσεις, που συνεκδικάσθηκαν, και εκδόθηκαν οι 360/2009 (μη οριστική) και 203/2014 (οριστική) αποφάσεις του Εφετείου Θράκης, με την τελευταία των οποίων απορρίφθηκαν κατ' ουσία οι πιο πάνω εφέσεις. Κατά της απόφασης αυτής οι διάδικοι άσκησαν αντίθετες αναιρέσεις ,επί των οποίων εκδόθηκε η 151/2016 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου που αναίρεσε την προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση, αφενός κατά παραδοχή του από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης του ενάγοντος, αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα της ιδιότητας των επίδικων αγροτικών ακινήτων ως μη κληρονομιαίων και αφετέρου κατά παραδοχή του από το άρθρο 559 αριθ. 8β' ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης των εναγομένων για τη μη λήψη υπόψη από το Εφετείο των επικαλούμενων πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ.
Ακολούθως, παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο με την 20/2018 οριστική απόφασή του απέρριψε κατ'ουσία την έφεση του ενάγοντος, ενώ δέχθηκε κατ' ουσία την έφεση των εναγομένων και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση απέρριψε την ένδικη περί κλήρου αγωγή ως ουσιαστικώς αβάσιμη, κατά παραδοχή της ένστασης των εναγομένων περί καταχρηστικής άσκησης της πιο πάνω αγωγής, αναφορικά με τα αστικά ακίνητα.
Κατά της απόφασης αυτής ο ενάγων άσκησε την από 29-3-2018 αίτηση αναίρεσης ,επί της οποίας εκδόθηκε η 620/2019 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που αναίρεσε την προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολο της κατά παραδοχή του από το άρθρο 559 αριθμ. 11γ'ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης για τη μη λήψη υπόψη των περιγραφόμενων εγγράφων τα οποία επικαλέσθηκε και προσκόμισε ο ενάγων (εκκαλών - εφεσίβλητος) προς απόδειξη των ισχυρισμών του ότι τα επίδικα αγροτικά ακίνητα περιλαμβάνονται στην κληρονομιαία περιουσία της γιαγιάς του Α.
Κ. και προς απόκρουση των ισχυρισμών των εναγομένων περί ιδίας κυριότητας του πρώτου εναγομένου επί των αγροτικών ακινήτων και καταχρηστικής άσκησης της περί κλήρου αγωγής, ακολούθως δε κρατήθηκε η υπόθεση για να δικαστεί κατ' ουσία σε νέα συζήτηση από το παρόν Δικαστήριο (άρθρ.581 &1 ΚΠολΔ). Κατόπιν αυτών, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που βρίσκονταν από την έκδοση της 20/2018 απόφασης του Εφετείου Θράκης και πρέπει να επανεξεταστούν οι εφέσεις των διαδίκων στα όρια που διαγράφονται από τις πιο πάνω αναιρετικές αποφάσεις.
Ειδικότερα, η έρευνα αυτή θα περιοριστεί στα κεφάλαια της αναιρεθείσας απόφασης που αναφέρονται στην κτήση ιδίας κυριότητας του πρώτου εναγομένου (με έκτακτη χρησικτησία) επί των επίδικων αγροτικών ακινήτων και, συνακόλουθα , της μη συμπερίληψής τους στην κληρονομιαία περιουσία της θανούσας ,καθώς και της καταχρηστικής άσκησης της περί κλήρου αγωγής, ενώ δεν θα επανεξεταστούν οι μη αναιρεθείσες διατάξεις της πιο πάνω απόφασης ,αναφορικά με την ακυρότητα της επίμαχης διαθήκης, την εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή του ενάγοντος και του πρώτου εναγομένου στην κληρονομιά της Α.
Κ. και την ιδιότητα των αστικών ακινήτων ως αντικειμένων της πιο πάνω κληρονομιάς ,οι οποίες (διατάξεις) έχουν καταστεί πλέον αμετάκλητες, εφόσον δεν ανατράπηκαν με τις αποφάσεις του Δικαστηρίου τούτου επί των προαναφερόμενων αιτήσεων αναίρεσης.
Ά2. Περαιτέρω κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 74 του ν.4690/30-5-2020 (ΦΕΚ Α 104) "Διατάξεις για την επαναλειτουργία των πολιτικών δικαστηρίων και τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης "ορίζονται τα εξής: ".2. Σε περίπτωση που η συζήτηση υπόθεσης οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας και με οποιαδήποτε διαδικασία ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής, δηλαδή μέχρι και τις 31.5.2020, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του δικαστή, ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο σε σύντομη κατά το δυνατόν δικάσιμο και κατά προτεραιότητα εντός του χρονικού διαστήματος από 1.7.2020 έως 15.7.2020 ή από 1.9.2020 έως 15.9.2020. Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προς ενημέρωση των διαδίκων, και πάντως όχι επί ποινή ακυρότητας, η νέα δικάσιμος γνωστοποιείται από τον γραμματέα στον δικηγορικό σύλλογο της έδρας του δικαστηρίου και στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Με πρωτοβουλία επίσης του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η νέα δικάσιμος με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων ή με ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr για όσα δικαστήρια και διαδικασίες έχουν ενταχθεί στο εν λόγω σύστημα.
A3. Σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 524 ΚΠολΔ. σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος, η έφεση απορρίπτεται κατ' ουσίαν ως ανυποστήρικτη, χωρίς έρευνα του παραδεκτού της, καθώς από την ερημοδικία του εκκαλούντος τεκμαίρεται παραίτηση από το ασκηθέν ένδικο μέσο (ΑΠ 1439/2008). Εξάλλου, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 524 ΚΠολΔ, σε περίπτωση ερημοδικίας του εφεσιβλήτου ως προς την έφεση η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν και αυτός παρών.
Στην προκείμενη περίπτωση από τις υπ' αριθμ.2499Γ', 2497Γ', 2498Γ'/29-11-2019 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θράκης Κ. Γ., τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται ο ενάγων-εκκαλών -εφεσίβλητος Π. Κ. προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 15-10-2019 κλήσης του με πράξεις καταθέσεως δικογράφου και ορισμού δικασίμου για τη δικάσιμο της 18-3-2020 και κλήση προς εμφάνιση κατά τη συζήτηση αυτής, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους καθών η κλήση (εναγομένους -εφεσίβλητους -εκκαλούντες).
Κατά την ανωτέρω δικάσιμο η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε, λόγω της προσωρινής αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων της Επικράτειας από 13-3- 2020 έως 27-3-2020 (δυνάμει της με αριθμ. Δ1α/ΓΠ.οικ.17734 ΚΥΑ ,Τεύχος ΦΕΚ Β'833/2020). Στη συνέχεια, η Πρόεδρος του Γ' Πολιτικού Τμήματος Ασπασία Μαγιάκου, σύμφωνα με το άρθρο 74 παρ.2 του Ν.4690/30-5-2020 όρισε αυτεπάγγελτα δικάσιμο για την εκδίκαση της άνω υπόθεσης την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης, αυτή δε ημερομηνία της νέας δικασίμου, γνωστοποιήθηκε ηλεκτρονικά από τον Γραμματέα του Αρείου Πάγου στην διαδικτυακή πύλη της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων, στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων και στο site του Αρείου Πάγου, ο ίδιος δε ως άνω Γραμματέας ενέγραψε την υπόθεση στο οικείο πινάκιο, εγγραφή που ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Οι καθών η κλήση (εκκαλούντες - εφεσίβλητοι- εναγόμενοι), όμως, δεν εμφανίστηκαν κατά τη συζήτηση της κλήσης στη σημερινή δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε και συζητήθηκε η υπόθεση με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, αλλ' ούτε κατέθεσαν δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνησή της, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 524 παρ.3 και 4 Κ.ΠολΔ, να απορριφθεί η έφεση των εναγομένων, λόγω της ερημοδικίας τους, και να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν αυτοί παρόντες ως εφεσίβλητοι, ως προς την νομοτύπως και εμπροθέσμως ασκηθείσα από 7-2-2007 έφεση του ενάγοντος κατά της υπ' αριθμ. 21/2006 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων 21 παρ.1 και 4, 22 και 33 παρ. 1 και 2 του Ν. 674/1977 "περί αναδασμού της γης κλπ.", συνάγεται ότι, αν ο αναδασμός έλαβε χώρα μετά την ισχύ του νόμου αυτού, δηλαδή μετά την 1-9-1977 από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της αποφάσεως του Νομάρχη που κυρώνει τον αναδασμό, η κυριότητα των κτημάτων που δημιουργήθηκαν μ'αυτόν περιέρχεται αυτοδικαίως στους αναγραφόμενους ως δικαιούχους στον κυρωθέντα κτηματολογικό πίνακα ενώ, αντιστοίχως, αποσβήνεται αυτοδικαίως το δικαίωμα κυριότητος που υπήρχε επί των κτημάτων που αναδιανεμήθηκαν.
Μετά την ως άνω κύρωση εκείνος που αξιώνει δικαίωμα κυριότητας ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα μπορεί να διεκδικήσει το κτήμα που παραχωρήθηκε αντί αποζημιώσεως κατά του αναγραφομένου στον πίνακα δικαιούχου. Με την μεταγραφή των οριστικών τίτλων κυριότητος (παραχωρητηρίων) αποκλείεται η διόρθωση ή ακύρωση αυτών με απόφαση του οικείου Νομάρχη, εφόσον θίγονται δικαιώματα τρίτων που έχουν αποκτηθεί νομίμως, ή παρήλθε τριετία από την μεταγραφή τους, με εξαίρεση την περίπτωση αντιγραφικών σφαλμάτων.
Στην περίπτωση που αποκλείεται, κατά τα ανωτέρω, η διόρθωση ή ακύρωση των τίτλων κυριότητας, καθένας που αξιώνει δικαίωμα κυριότητος ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα επί ακινήτου που έχει υπαχθεί στον αναδασμό δικαιούται να λάβει μόνο αποζημίωση από εκείνον υπέρ του οποίου εκδόθηκε το παραχωρητήριο και δεν έχει δικαίωμα να διεκδικήσει το νέο κτήμα απ αυτόν, είναι δε αδιάφορη, κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, οποιαδήποτε άγνοια ή πλάνη σχετικά με τον αναδασμό του κυρίου του αναδιανεμηθέντος κτήματος.
Προϋπόθεση, συνεπώς, για την κτήση της κυριότητος στο νέο κτήμα από τον αναφερόμενο ως δικαιούχο, αποτελεί η κυριότητα τούτου επί του κτήματος που υπεβλήθη στη διαδικασία του αναδασμού, σε αντικατάσταση του οποίου εδόθη το νέο ακίνητο. Στην περίπτωση δε που ο αναγραφόμενος ως δικαιούχος δεν ήταν κύριος του αναδιανεμηθέντος κτήματος, το οποίο θεωρείται ότι απαλλοτριώθηκε αναγκαστικώς, ο κύριος τούτου δικαιούται, όπως λέχθηκε, να ζητήσει την απόδοση μόνο του νέου ακινήτου, με αγωγή που έχει εμπράγματο χαρακτήρα και στρέφεται κατά του αναγραφομένου στον κτηματολογικό πίνακα ως δικαιούχου υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις δυνατότητας ασκήσεως της από απόψεως χρόνου.
Η ρύθμιση αυτή αποβλέπει στην αποφυγή διαιωνίσεως της εκκρεμότητας, ως προς την οριστικοποίηση των τίτλων κυριότητος και ανατροπής, μετά παρέλευση τριετίας, των ευεργετικών αποτελεσμάτων του αναδασμού (ΑΠ 802/1992). Μετά όμως την έκδοση και μεταγραφή του παραχωρητηρίου είναι δυνατή η χρησιδεσποτεία από τρίτον του ακινήτου (που προήλθε από τον αναδασμό), η οποία, συντρεχόντων και των λοιπών ουσιαστικών όρων μπορεί να οδηγήσει, πρωτοτύπως, δηλαδή με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, στη γένεση δικαιώματος κυριότητας στο πρόσωπο κάποιου τρίτου επ' αυτού, με συνέπεια την κατάλυση της κυριότητας που αποκτήθηκε πρωτοτύπως με τον αναδασμό από τον παραχωρησιούχο.
Όσον αφορά την νομή επί των κτημάτων που δημιουργήθηκαν με τον αναδασμό περιέρχεται αυτοδικαίως στους δικαιούχους από τη χρονολογία που θα ορίσει η απόφαση της Επιτροπής Αναδασμού που τυχόν θα εκδοθεί περί τούτου, μετά την περάτωση της υποδείξεως επί του εδάφους των νέων αγροτεμαχίων, από την ίδια δε χρονολογία αποσβήνεται αυτοδικαίως το δικαίωμα νομής των πρώην νομέων επί του αναδιανεμηθέντος κτήματος (ΑΠ 506/1995).
Περαιτέρω με τον αναδασμό δεν μεταβάλλεται το νομικό καθεστώς του αγροτεμαχίου, που μπορεί να είναι και κληροτεμάχιο, αλλ'απλώς μεταβάλλεται η θέση του. Στην έννοια της μη μεταβολής της νομικής κατάστασης του αγροτεμαχίου περιλαμβάνεται και το αμετάβλητο της ιδιότητας του γεωργικού κλήρου. Η ιδιότητα του κληροτεμαχίου συνεχίζει να διατηρείται και στο νέο μετά τον αναδασμό τεμάχιο, με αποτέλεσμα και τούτο να τυγχάνει της ίδιας νομικής προστασίας του αγροτικού κλήρου, όπως η πλασματική καλόπιστη νομή του άρθρου 79 παρ.2 Αγροτικού Κώδικα, μέχρι την ισχύ του Α.Ν. 431/1968, η, κατά τις διατάξεις των άρθρων 208-222 του ίδιου Κώδικα, αλλά και του άρθρου 1 του ανωτέρω Α.Ν, απαγόρευση κατατμήσεως του κλπ.
Συνεπώς, αν κάποιο ακίνητο εισφέρθηκε στον αναδασμό, που διενεργήθηκε μετά το έτος 1977, και εμφανίσθηκε ως δικαιούχος του αναδιανεμηθέντος ακινήτου στον οικείο κτηματολογικό πίνακα, που κυρώθηκε με απόφαση του Νομάρχη, που δημοσιεύθηκε νόμιμα, κάποιος τρίτος μη κύριος του εισφερθέντος ακινήτου, στη συνέχεια δε, εκδόθηκε στο όνομα του τελευταίου, ο οικείος τίτλος κυριότητος και μεταγράφηκε, ο προβάλλων ίδιο δικαίωμα κυριότητος νομίμως κτηθέν επί του εισφερθέντος ακινήτου, μπορεί να διεκδικήσει το νέο ακίνητο από τον εξ αναδασμού κύριο του, εφόσον δεν παρήλθε τριετία από της μεταγραφής του τίτλου κυριότητος.
Εξάλλου, με τον α.ν. 821/1948, που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του ν.δ. 1110/1949, τροποποιήθηκε με το ν.2258/1952, το ν.δ. 3621/1956 και το ν.δ. 3958/1959 και καταργήθηκε με το άρθρο 34 περ.α' του ν. 674/1977, ορίζονταν με τα άρθρα 7 και 8 αυτού, εκτός άλλων, και τα εξής: "Από της δημοσιεύσεως εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της κατά το άρθρον 6 αποφάσεως του Υπουργού της Γεωργίας η κυριότης των κατά την αναδιανομήν δημιουργηθέντων κτημάτων περιέρχεται αυτοδικαίως εις τους εν των κυρωθέντι κτηματολογικώ πίνακι αναγεγραμμένους ως δικαιούχους αυτών, αποσβεννυμένου αυτοδικαίως επίσης του δικαιώματος κυριότητος επί των αναδιανεμηθέντων κτημάτων.
Πάντα τα τυχόν εμπράγματα ή ενοχικά δικαιώματα άτινα υφίσταντο επί των αναδιανεμηθέντων κτημάτων θεωρούνται αυτοδικαίως αποσβεσθέντα από της κατά το άρθρον 6 δημοσιεύσεως της αποφάσεως του Υπουργού της Γεωργίας περί κυρώσεως της αναδιανομής και έκτοτε αυτοδικαίως ανασυσταθέντα επί των αντί τούτων δια της αναδιανομής δημιουργηθέντων κτημάτων..." (άρθρο 7 παρ.1 και 2). "Το Δημόσιον, εκδίδον τα παραχωρητήρια ταύτα, απαλλάσεται πάσης υποχρεώσεως έναντι παντός αξιούντος δικαίωμα κυριότητος ή άλλο εμπράγματον δικαίωμα, δυναμένου τούτου να διεκδικήση μόνον το αντί της αποζημιώσεως παραχωρηθέν κτήμα και μόνον κατά του υπέρ ου εξεδόθη το παραχωρητήριον" (άρθρο 8 παρ.2).Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι στην περίπτωση κατά την οποία ο αναδασμός έλαβε χώρα πριν από την έναρξη της ισχύος του ν.674/1977, δηλαδή, πριν από την 1-9-1977 (άρθρο 35 του νόμου αυτού) και παρήλθε τριετία από την τελευταία χρονολογία (1-9-1977), αναφορικά με τα παραχωρητήρια που μεταγράφηκαν πριν από τη χρονολογία αυτήν, ή τριετία από τη μεταγραφή των παραχωρητηρίων, αναφορικά με εκείνα που μεταγράφηκαν μετά τη χρονολογία αυτήν, καθένας που αξιώνει δικαίωμα κυριότητας ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα σε ακίνητο που έχει υπαχθεί σε αναδασμό, δικαιούται να λάβει μόνο αποζημίωση από εκείνον υπέρ του οποίου εκδόθηκε το παραχωρητήριο και δεν έχει το δικαίωμα να διεκδικήσει το ακίνητο που παραχωρήθηκε κατά την αναδιανομή, κατά τη διάταξη του άρθρου 8 παρ.2 του αν.ν.821/1948, προς την οποία άλλωστε είναι παρεμφερής και η παραπάνω αναφερόμενη διάταξη του άρθρου 21 παρ.4 του ν. 674/1977 (ΑΠ 1527/2004).
Από τα παραπάνω συνάγονται τα ακόλουθα: Ο κατά τον αγροτικό νόμο αποκαθιστάμενος κληρούχος από την εγκατάστασή του στον κλήρο, ακόμη και αν δεν παρέλαβε την κατοχή του, θεωρείται ως μόνος καλής πίστεως νομέας (πλασματική νομή) και ο κλήρος αυτός που παραχωρήθηκε είναι ανεπίδεκτος χρησικτησίας από άλλον.
Εγκατάσταση στον κλήρο αποτελεί η παραχώρηση με απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων ορισμένου κλήρου σε πρόσωπο δικαιούμενο αποκατάστασης και την ίδια πιο πάνω πλασματική νομή έχουν και οι κληρονόμοι του κληρούχου. Η κυριότητα των κλήρων περιέρχεται αυτοδικαίως στους αναφερόμενους στους κτηματολογικούς πίνακες της οριστικής διανομής δικαιούχους, επί μεν παραμεθορίων ο περιοχών από τη μεταγραφή του εκδοθέντος παραχωρητηρίου, επί δε μη παραμεθορίων περιοχών από τη δημοσίευση της απόφασης του Υπουργού Γεωργίας για την κύρωση της οριστικής διανομής στο ΦΕΚ.
Είναι δυνατή μετά την κτήση κυριότητας από τον κληρούχο, μεταβίβαση του μεριδίου του προς άλλο συγκληρονόμο, στην έννοια της οποίας περιλαμβάνεται, η παράδοση με τη βούληση του κληρονόμου, κατά το ΒΡΔ, κτήση νομής μεριδίου και με βάση αυτή κτήση κυριότητας με χρησικτησία, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις.
Μετά τον α.ν. 431/23-5-1968 ο κληρούχος ή ο κληρονόμος του δεν έχει πλασματική νομή στον κλήρο, αν δεν τον κατέχει πράγματι, με συνέπεια να είναι δυνατή η χωρίς τη θέλησή του κτήση από τρίτο της νομής για την κτήση κυριότητας με χρησικτησία, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις. Αυτό μπορεί να συμβεί μόνον, εφόσον έχει κυρωθεί νομίμως η οριστική διανομή και έχει αποκτήσει κυριότητα ο κληρούχος, διότι μέχρι τότε η κυριότητα ανήκει στο Δημόσιο. (ΑΠ 764/2004).
Απαγορεύεται, μετά τον α.ν. 431/1968 η κατάτμηση των τεμαχίων της οριστικής διανομής, ενώ δεν συνιστά κατάτμηση η διάθεση εξ αδιαιρέτου μερίδας συνιδιοκτήτη κληροτεμαχίου προς τρίτο.
Περαιτέρω ο αναδασμός δεν αφορά μόνο κληροτεμάχια (από αγροτική αποκατάσταση προσφύγων και γηγενών) αλλά και άλλες αγροτικές ιδιοκτησίες, και με αυτόν δεν μεταβάλλεται το νομικό καθεστώς των αγροτεμαχίων, αλλ'απλώς η θέση τους κατά (α.ν. 821/1948). Έτσι η ιδιότητα του αγροτεμαχίου συνεχίζει να διατηρείται και στο νέο μετά τον αναδασμό τεμάχιο, το οποίο τυγχάνει της νομικής προστασίας του αγροτικού κλήρου (άρθρ. 79 &2 Αγροτικού Κώδικα, α.ν. 431/1968.).Από τη δημοσίευση στο ΦΕΚ της απόφασης του Υπουργού Γεωργίας (α.ν. 821/1948) ή της απόφασης του Νομάρχη (ν.674/1977) η κυριότητα των αναδιανεμηθέντων κτημάτων περιέρχεται αυτοδικαίως στους αναγραφόμενους ως δικαιούχους στον κυρωθέντα κτηματολογικό πίνακα και επέρχεται αυτοδικαίως απόσβεση της κυριότητας που υπήρχε επί των κτημάτων που εισφέρθηκαν στον αναδασμό.
Μετά τη μεταγραφή του παραχωρητηρίου της αναδιανομής αποκλείεται η διόρθωση ή ακύρωση αυτών με απόφαση του Νομάρχη, εφόσον θίγονται δικαιώματα τρίτων που αποκτήθηκαν νομίμως ή παρήλθε 3ετία από τη μεταγραφή τους, με εξαίρεση αντιγραφικών σφαλμάτων. Στην περίπτωση αποκλεισμού διόρθωσης ή ακύρωσης των παραχωρητηρίων, όποιος αξιώνει δικαίωμα κυριότητας ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα επί αναδιανεμηθέντος ακινήτου δικαιούται να λάβει μόνο αποζημίωση από τον παραχωρησιούχο.
Μετά την έκδοση και μεταγραφή παραχωρητηρίου είναι δυνατή η χρησιδεσποτεία από τρίτο του αναδιανεμηθέντος ακινήτου(ν.674/1977-(ΑΠ 809/2015). Ως προς τη νομή των αναδιανεμηθέντων κτημάτων αυτή περιέρχεται αυτοδικαίως στους αναγραφόμενους δικαιούχους στον πρόχειρο κτηματολογικό πίνακα, από την έκδοση της γνωμοδότησης της Επιτροπής Αναδιανομής επί των σχετικών ενστάσεων, αποσβεννυμένου έκτοτε του δικαιώματος νομής επί των παλαιών κτημάτων (α.ν. 821/1948 - ΑΠ 701/1980).
Η αναδιανομή αποτελεί πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας. Μετά την κύρωση της αναδιανομής εκδίδονται τίτλοι κυριότητας (παραχωρητήρια) υπέρ των αναγραφόμενων δικαιούχων στον πίνακα αναδιανομής, που μεταγράφονται με την επιμέλεια της Δ/νσης Γεωργίας (α.ν.821/1977). Δεν απαγορεύεται από τον α.ν. 821/1948 ή άλλο νόμο, η δια δικαιοπραξίας μεταβίβαση αναδιανημητέων ακινήτων κατά το διάστημα από την έκδοση της απόφασης του Υπουργού Γεωργίας για τη διενέργεια της αναδιανομής μέχρι τη δημοσίευση της απόφασης που κυρώνει (ο ίδιος Υπουργός) το νέο κτηματικό καθεστώς της αναδιανομής και την έκδοση των παραχωρητηρίων (ΑΠ 701/1980).
Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 26, 74, 79, 180,188,193, 203, 207 και 208 του Αγροτικού Κώδικα, ενόψει και του άρθρου 1 παρ. 1 του ΑΝ 431/1968, κατά το οποίο από την έναρξη της ισχύος του επιτρέπεται στους κατά την εποικιστική νομοθεσία κληρούχους η δια δικαιοπραξιών εν ζωή ενοποίηση ή οπωσδήποτε διάθεση των κάθε φύσεως κλήρων τους υπό μόνο τον περιορισμό της μη κατάτμησης των τεμαχίων της οριστικής διανομής, σαφώς προκύπτει ότι από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της απόφασης του Υπουργού Γεωργίας που αφορά την κύρωση της οριστικής διανομής, η κυριότητα των κλήρων περιέρχεται αυτοδίκαια στους αναφερόμενους στο κτηματολόγιο κληρούχους, στο όνομα των οποίων εκδίδονται οι τίτλοι κυριότητας (παραχωρητήρια) και ότι η εγκατάσταση τον κλήρο θεωρείται γενομένη από την παραχώρηση του, αφότου ο κληρούχος θεωρείται ως μόνος καλής πίστεως νομέας αυτού και, συνεπώς, παραχωρηθείς κλήρος είναι ανεπίδεκτος χρησικτησίας, αφού προς τούτο απαιτείται νομή, την οποία δεν μπορεί να έχει άλλος εκτός του κληρούχου, την ίδια δε πλασματική επί του κλήρου νομή του κληρούχου έχουν κατ' επέκταση και οι κληρονόμοι του και, έτσι, ούτε σ' αυτόν μπορεί άλλος κληρονόμος να χρησιδεσπόσει, εκτός αν μετά την κτήση από τον κληρούχο της κυριότητάς του επί του κλήρου μεριδίου του, χώρησε νόμιμη μεταβίβαση του προς άλλο συγκληρονόμο, κατ' άρθρο 228 Αγρ.
Κώδικα, στην έννοια της οποίας περιλαμβάνεται και η, με παράδοση, κατά το προϊσχύσαν ΒΡΔ και υπό τον ΑΚ (976), με τη βούληση του κληρονόμου, κτήση της νομής του μεριδίου του από άλλον συγκληρονόμο και βάσει αυτής, την κτήση κυριότητας τούτου με χρησικτησία, εφόσον συντρέξουν και οι λοιπές κατά νόμο προϋποθέσεις αυτής.
Μετά όμως την έναρξη ισχύος του άνω Α.Ν. 431/1968 (23.5.68) ο κληρούχος ή ο κληρονόμος του δεν λογίζεται κατά πλάσμα δικαίου νομέας του κλήρου αν δεν κατέχει πράγματι αυτόν, με συνέπεια να είναι δυνατή η χωρίς τη θέλησή του, κτήση από τρίτο της νομής του κληροτεμαχίου που μπορεί, αν συντρέξουν και οι λοιπές προϋποθέσεις, να οδηγήσει στην κτήση της κυριότητας τούτου με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, εφόσον συμπληρωθεί ο αναγκαίος για καθεμία χρόνος νομής από την έναρξη ισχύος του άνω Α.Ν..
Περαιτέρω με το άρθρο 189 (παρ. 1 και 2) του Αγροτικού Κώδικα τίθεται γενική διάταξη ως προς την περιέλευση των ατομικών κλήρων στους κληρούχους, συνιστάμενη στο ότι αυτοί αποκτούν την κυριότητα των πιο πάνω κλήρων από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης της απόφασης του Υπουργού Γεωργίας ή του αρμόδιου Γενικού Διοικητή περί κύρωσης της οριστικής διανομής καθενός αγροκτήματος. (ΑΠ 149/2009).Περαιτέρω κατά το άρθρο 1045 ΑΚ εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 ΑΚ, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί αυτήν την εξουσία με διάνοια κυρίου.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1871,1872, 1882 του ΑΚ, προκύπτει ότι ο κληρονόμος δικαιούται με την περί κλήρου αγωγή να απαιτήσει από εκείνον που κατακρατεί ως κληρονόμος αντικείμενα της κληρονομιάς, την αναγνώριση του κληρονομικού του δικαιώματος και την απόδοση της κληρονομιάς ή κάποιου αντικειμένου της.
Ως αντικείμενα της κληρονομιάς, των οποίων, κατά τα ανωτέρω, την απόδοση δικαιούται να απαιτήσει ο κληρονόμος με την περί κλήρου αγωγή, θεωρούνται και εκείνα, επί των οποίων ο κληρονομούμενος κατά το χρόνο του θανάτου του είχε την κυριότητα ή τη νομή ή και απλά κατοχή τους. Στοιχεία της περί κλήρου αγωγής, η οποία παραδεκτά στρέφεται και κατά του συγκληρονόμου που νέμεται τα κληρονομιαία αντικείμενα και αξιώνει ως κληρονόμος όλη την κληρονομιά ή μεγαλύτερη μερίδα από αυτή που πραγματικά του ανήκει, είναι:
α) ο θάνατος του κληρονομουμένου, β) το κληρονομικό δικαίωμα του ενάγοντος, λόγω της συγγενικής του σχέσης με τον κληρονομούμενο ή από διαθήκη, γ) ότι ο κληρονομούμενος είχε στην κυριότητα ή και μόνο στη νομή ή κατοχή του κατά το χρόνο του θανάτου του τα κληρονομιαία πράγματα. Δεν αποτελεί, όμως, στοιχείο της βάσης της αγωγής ο τρόπος με τον οποίο ο κληρονομούμενος απέκτησε την κυριότητα, νομή ή κατοχή αυτών (ΑΠ 1500/1999), εκτός εάν ο εναγόμενος αμφισβητήσει ότι τα εν λόγω αντικείμενα είναι κληρονομιαία, οπότε ο ενάγων θα πρέπει να εκθέσει τον τρόπο με τον οποίο ο κληρονομούμενος απέκτησε την κυριότητα, νομή ή κατοχή τους και δ) ότι ο εναγόμενος κατακρατεί pro herede τα κληρονομιαία αντικείμενα, ως κληρονόμος, δηλαδή, με τη βούληση αντιποίησης κληρονομικού δικαιώματος, οπότε ο ενάγων οφείλει να αποδείξει πράξεις ή δηλώσεις του εναγομένου, από τις οποίες να συνάγεται ότι νέμεται τα κληρονομιαία, επικαλούμενος δικό του κληρονομικό δικαίωμα.
Είναι αδιάφορο, αν αυτός είναι καλής ή κακής πίστεως, αν, δηλαδή, πιστεύει ότι είναι πράγματι δικαιούχος του κληρονομικού δικαιώματος ή όχι (ΑΠ 340/2000). Αυτό σημαίνει ότι, αν κάποιος κατακρατεί αντικείμενο της κληρονομιάς επικαλούμενος όχι κληρονομικό του δικαίωμα, αλλά ότι του το πώλησε ή του το δώρισε ή του το εκμίσθωσε ή του το χρησιδάνεισε ο κληρονομούμενος ή ότι το κατέλαβε αδικαιολόγητα, τότε δεν μπορεί να εναχθεί με την περί κλήρου αγωγή, αλλά μ' αυτήν που αρμόζει στη συγκεκριμένη έννομη σχέση.
Έτσι, ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι νέμεται τα κληρονομιαία αντικείμενα, χωρίς ειδικό τίτλο ή με ειδικό τίτλο (π.χ. πώληση, δωρεά κ.λ.π., αδιάφορα αν ο τίτλος είναι έγκυρος ή όχι) ή και αυθαίρετα, δηλαδή, pro possessore και όχι ως κληρονόμος, αποτελεί ανεπτυγμένη άρνηση της αγωγής που ανάγεται στην παθητική του νομιμοποίηση (ΑΠ 75/2018), οπότε αν αποδειχθεί η βασιμότητα του παραπάνω ισχυρισμού η αγωγή περί κλήρου θα απορριφθεί ελλείψει παθητικής νομιμοποίησης.
Κατ' αυτού ο κληρονόμος μπορεί να ασκήσει, τόσο τις ειδικές αγωγές που θα είχε ο κληρονομούμενος (π.χ. διεκδικητική αγωγή), όσο και αγωγές για την προστασία της νομής (άρθρο 983 ΑΚ), καθώς επίσης και αναγνωριστική αγωγή για το κληρονομικό του δικαίωμα (ΑΠ 987/2017). Τέλος, δεν αποτελούν στοιχεία της βάσης της περί κλήρου αγωγής η αποδοχή κληρονομιάς και η μεταγραφή της, ούτε η κυριότητα του ενάγοντος στα αντικείμενα της κληρονομιάς ,εφόσον η αγωγή αυτή δεν περιέχει διεκδίκηση, έστω και αν ζητείται η απόδοση αυτών στον ενάγοντα (ΑΠ 400/2009).
Εξάλλου, η με την αγωγή του άρθρου 1871 του ΑΚ ασκούμενη περί κλήρου αξίωση υπόκειται στη συνήθη εικοσαετή, κατά το άρθρο 249 ΑΚ, παραγραφή, αφετήριο χρονικό σημείο της οποίας είναι εκείνο κατά το οποίο ο εναγόμενος κατέλαβε έστω και μερικά από τα αντικείμενα της κληρονομιάς (ΑΠ 1480/2001). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1879 ΑΚ, εφόσον δεν έχει παραγραφεί η αγωγή περί κλήρου ο νομέας της κληρονομιάς δεν μπορεί να επικαλεστεί κατά του κληρονόμου τη χρησικτησία πράγματος που το νέμεται σαν να ανήκει στην κληρονομιά.
Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς εκείνες του άρθρου 1871 ΑΚ, που καθορίζει την έννοια της περί κλήρου αγωγής, και του περί έκτακτης χρησικτησίας άρθρου 1045 ΑΚ, συνάγεται ότι εκείνος που μετά το θάνατο κάποιου είναι νομέας της κληρονομιάς του θανόντος, υπό την έννοια ότι κατακρατεί αντικείμενα της κληρονομιάς ως κληρονόμος, και που νέμεται με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ήτοι για μια εικοσαετία, πράγμα ως ανήκον στην κληρονομιά, εφόσον ενάγεται από τον κληρονόμο του θανόντος με την περί κλήρου αγωγή, δηλαδή, ενάγεται προς αναγνώριση του κληρονομικού δικαιώματος και απόδοσης της κληρονομιάς, μπορεί ως ένσταση καταλυτική της αγωγής να επικαλεστεί και να αποδείξει την ύπαρξη έκτακτης χρησικτησίας, μόνον, όμως , αν επικαλεστεί και αποδείξει και την παραγραφή της περί κλήρου αγωγής (ΑΠ 2028/2009).
Περαιτέρω, κατ'άρθρο 1891 ΑΚ νέμηση είναι η σύμβαση μεταξύ του κληρονομουμένου ανιόντος και των κατιόντων του με την οποία διανέμεται η υπάρχουσα περιουσία για το χρόνο μετά το θάνατο του ανιόντος. Αποτελεί προδιανομή των περιουσιακών στοιχείων του ανιόντος μεταξύ των κατιόντων του. Τα στοιχεία αυτά δεν αποβάλλουν την κληρονομική τους ιδιότητα και υπόκεινται στην περί κλήρου αγωγή, καθόσον παραμένουν στην περιουσία του ανιόντος, ενώ οι κατιόντες αποκτούν ελπίδα κτήσης τους.
Η σύμβαση αυτή έχει ενοχική ενέργεια και όχι εμπράγματη, διότι δεν περιέχει επίδοση αλλά προσδιορίζει τον τρόπο, με τον οποίο θα γίνει η κατανομή των περιουσιακών στοιχείων. Με την ανωτέρω σύμβαση ο ανιών προσδιορίζει τα καθέκαστον στοιχεία από την υπάρχουσα περιουσία του, τα οποία μετά τον θάνατο του θα περιληφθούν στην κληρονομική μερίδα κάθε κατιόντος ως μελλοντικού κληρονόμου αυτού, ενώ δεν περιέχει παραχώρηση εν ζωή του ανιόντος, αλλά αποτελεί απλή διανομή υπό την προϋπόθεση της υπό των κατιόντων κληρονομήσεως του ανιόντος, αν δεν ανακληθεί απ' αυτόν.
Η πιο πάνω σύμβαση περιέχει για μεν τον ανιόντα διάταξη τελευταίας βουλήσεως, για δε τους κατιόντες που συμπράττουν, αναγνώριση προς αλλήλους ότι αυτή η διανεμητική πράξη του ανιόντος θα είναι ισχυρή και υποχρεωτική ως προς αυτούς, εάν και εφόσον γίνουν στο μέλλον κληρονόμοι του ανιόντος, εφόσον δε περιέχει προδιανομή της ενεστώσης περιουσίας, ως συνόλου, εμπίπτει στο άρθρο 367 ΑΚ και υποβάλλεται στο συμβολαιογραφικό τύπο.
Επιπροσθέτως ,όταν στη νέμηση περιλαμβάνονται ακίνητα, αυτή, εφόσον θα ισχύσει στο μέλλον ως διανομή αυτών, υποβάλλεται σε συμβολαιογραφικό τύπο, μετά δε τον θάνατο του ανιόντος και την αποδοχή της κληρονομιάς του, μαζί με τη μεταγραφή εκείνης (αποδοχής) υποβάλλεται και η νέμηση σε μεταγραφή.
Δ. Στην προκείμενη περίπτωση από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, από την 13.458/16-2-2009 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα του ενάγοντος Π. Κ. που λήφθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου ...
Φ. συζ. Γ. Κ., μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση των εναγομένων και ήδη εφεσιβλήτων, όπως προκύπτει από τις υπ αριθμό 644 γ'/11.2.2009, 645γ'/11.2.2009 και 643 γ'/11.2.2009 εκθέσεις επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Καβάλας Γ. Ζ., από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τα οποία νόμιμα προσκομίζει και επικαλείται ο ενάγων, αποδείχθηκαν, καθό μέρος αφορά την έφεση του ενάγοντος, τα ακόλουθα:
Η Α. χήρα Δ. Κ. απεβίωσε στις 31-8-2002. Κατά το χρόνο του θανάτου της η ανωτέρω διαθέτιδα κατέλειπε την από 7-6-2002 ιδιόγραφη διαθήκη της, η οποία δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθμ. 311/1-10-2002 πρακτικό συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας και κηρύχθηκε κυρία με την υπ' αριθμ. 300/2002 απόφαση του ιδίου ως άνω δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία (ιδιόγραφη διαθήκη) η διαθέτης εγκατέστησε ως τετιμημένους εκ διαθήκης κληρονόμους της τον 2° και την 3η των εναγομένων.
Η ως άνω διαθήκη, είναι άκυρη, όπως κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου με την 203/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης και, ως εκ τούτου χωρεί πλέον για το σύνολο της κληρονομιαίας περιουσίας της θανούσας η εξ' αδιαθέτου (κληρονομική διαδοχή και συγκεκριμένα καλούνται ως συγκληρονόμοι της πρώτης τάξης (1813 ΑΚ) ο ενάγων, που είναι τέκνο του προαποβιώσαντος υιού της, και ο 1ος εναγόμενος που είναι υιός της και θείος του ενάγοντος, αποκλείων τους 2° και 3η των εναγομένων - (τέκνα του πρώτου εναγομένου).
Κατά το χρόνο του θανάτου της η Α. χήρα Δ.. Κ., υπήρχαν στο όνομα της θανούσας τα ακόλουθα περιουσιακά στοιχεία (αγροτικά ακίνητα): α) ιδανικό μερίδιο 6,925% εξ αδιαιρέτου του με αριθμ. 686 β'αγροτεμαχίου, (γεωργικός κλήρος), συνολικού εμβαδού 8.319 τ.μ. που βρίσκεται στο Δ.Δ.... του Δήμου ..., β) ιδανικό μερίδιο 5,825% εξ αδιαιρέτου του με αριθμ. 687β'αγροτεμαχίου,(γεωργικός κλήρος), συνολικού εμβαδού 7.585 τ.μ.
που βρίσκεται στο Δ.Δ. ... του Δήμου ..., γ) ιδανικό μερίδιο 29,10% εξ αδιαιρέτου του με αριθμ. 687β' αγροτεμαχίου, (γεωργικός κλήρος), συνολικού εμβαδού 7.585 τ.μ. που βρίσκεται στο Δ.Δ. ... του Δήμου ..., δ) ιδανικό μερίδιο 71,40% εξ αδιαιρέτου του με αριθμ.687α' αγροτεμαχίου, (γεωργικός κλήρος), συνολικού εμβαδού 1835 τ.μ. που βρίσκεται στο Δ.Δ. ...
του Δήμου ..., ε) ιδανικό μερίδιο 25% εξ αδιαιρέτου του με αριθμ. 95 αγροτεμαχίου, (γεωργικός κλήρος), συνολικού εμβαδού 13.574 τ.μ. που βρίσκεται στο Δ.Δ. ... του Δήμου ..., στ) το 100% του με αριθμ. 240 αγροτεμαχίου, (γεωργικός κλήρος), συνολικού εμβαδού 28.320 τ.μ. που βρίσκεται στο Δ.Δ. ... του Δήμου .... Τα πιο πάνω υπό στοιχεί α' έως και δ' αγροτεμάχια προήλθαν από αναδιανομή του αγροκτήματος ... ,η οποία κυρώθηκε το έτος 1997 με την .../12-11-1997 απόφαση του Νομάρχη … που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Β' ....
Για τους αγρούς δε αυτούς εκδόθηκαν στο όνομα της Α. Κ. τίτλοι κυριότητας και ειδικότερα: α)για τον υπ' αριθμ. 686β'αγρό (α'και β'ακίνητα), ο υπ' αριθμ. .../1-9-1998 τίτλος κυριότητας (παραχωρητήριο) της Διεύθυνσης Γεωργίας Ν. … που μεταγράφηκε την 21-1-2000, στον τόμο 579 με αύξοντα αριθμό 96 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ...
β)για τον υπ' αριθμ. 687β'αγρό, ο υπ' αριθμ. .../1-9-1998 τίτλος κυριότητας της Διεύθυνσης Γεωργίας Ν. … που μεταγράφηκε την 21-1-2000, στον τόμο 579 με αύξοντα αριθμό 92 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., γ) για τον υπ' αριθμ.687 α' αγρό, ο υπ αριθμ .../1-9-1998 τίτλος κυριότητας της Διεύθυνσης Γεωργίας Ν. Καβάλας που μεταγράφηκε την 21-1-2000 στον τόμο 579 με αύξοντα αριθμό 91 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ....
Το υπό ε'στοιχείο ακίνητο περιήλθε στην κυριότητα της θανούσας με τον υπ'αριθμ. .../5-9-1968 τίτλο κυριότητας της Διεύθυνσης Εποικισμού του Υπουργείου Γεωργίας που μεταγράφηκε στον τόμο 350 και με αριθμ. 55 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου .... Το υπό στοιχείο στ' ακίνητο περιήλθε στην κυριότητα της θανούσας με τον υπ'αριθμ..../2-3-1976 τίτλο κυριότητας της Διεύθυνσης Γεωργίας Ν.
… που μεταγράφηκε στον τόμο 350 και με αριθμ. 55 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου .... Τα ανωτέρω αποδεικνύονται από τους πιο πάνω μνημονευόμενους τίτλους και συνομολογούνται από τους εναγομένους..Τα πιο πάνω αγροτεμάχια ,περιλαμβάνοντα στην κληρονομιά της θανούσας και δεν είχαν εκφύγει της περιουσίας της κατά το χρόνο θανάτου της, όπως άλλωστε προκύπτει και από την 7078/19-3-2004 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον της συμβολαιογράφου … Δ.
Κ., όπου οι εναγόμενοι αποδέχονται, ως εκ διαθήκης κληρονόμοι, ότι τα ακίνητα αυτά περιλαμβάνονται στην κληρονομιά της θανούσας.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι τις 19-6-1975 θανατώθηκε σε αυτοκινητικό ατύχημα ο υιός της διαθέτιδας, και πατέρας του ενάγοντος Π. Κ., ο δε 1ος εναγόμενος μετά το θάνατο του αδελφού του επέστρεψε από τη ..., όπου και εργαζόταν, ώστε να στηρίξει τη μητέρα του. Πράγματι, από τα τέλη του έτους 1975 ο πρώτος εναγόμενος άρχισε να τα καλλιεργεί, τα ανωτέρω ακίνητα, όχι όμως με διάνοια κυρίου αλλά, για λογαριασμό της μητέρας του Α.
Κ., ασκώντας όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό τους διακατοχικές πράξεις (καλλιέργεια, κ.λ.π.) για λογαριασμό της τελευταίας, η οποία δεν αποδείχθηκε ότι του παρέδωσε άτυπα, ούτε με την έννοια της νέμησης ανιόντος (η οποία θα ήταν άκυρη ως σύσταση εμπραγμάτου δικαιώματος, σύμφωνα με τις προηγηθείσες νομικές σκέψεις), κατά το έτος 1975, τη νομή των επίδικων ακινήτων, κατά τα πιο πάνω ποσοστά εξ αδιαιρέτου, όπως αβάσιμα ισχυρίσθηκε ο πρώτος εναγόμενος.
Η κρίση του Δικαστηρίου ενισχύεται από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρα του ενάγοντος (και μητέρας του) Κ. Μ. ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία κατέθεσε ότι ". Είχε γίνει ένα τροχαίο το 1975 στα .... Η γιαγιά δεν μοίρασε την περιουσία της εξαιτίας του τροχαίου. Ο Π. καλλιεργούσε όλα τα χωράφια ....ήταν στη ...
όταν σκοτώθηκαν τα αδέλφια του ...Επέστρεψε στο ... γύρω στο 1980-1982. Όλα τα χωράφια αυτός τα καλλιεργούσε μέχρι τώρα. Τα χωράφια τα καλλιεργούσε μόνο αυτός, κανείς άλλος δεν μπήκε μέσα. Ο Π. αφού ήταν στο χωριό, η μαμά του τα έδωσε σε αυτόν και τα καλλιεργούσε ο Π. στο δικό του όνομα. Δεν γνωρίζω αν έδινε κάτι στη γιαγιά ...
Τα χωράφια τα δούλευε ο Π. όχι για να γίνουν δικά του .... Εξάλλου, και ο μάρτυρας του ενάγοντος Π. Κ., πρώτος εξάδελφος του πρώτου εναγομένου και θείος του ενάγοντος και των λοιπών εναγομένων, στην 13458/2009 ένορκη βεβαίωσή του κατέθεσε ότι: "Δεν έχω ακούσει ποτέ στο ... ..η Α. Κ. αμέσως μόλις έχασε τα δυο παιδιά της ....να έδωσε όλα τα χωράφια και τα οικόπεδά της στο γιό της Π....Κάτι τέτοιο δεν είχε το κουράγιο να το κάνει η Α., έχοντας χάσει πρόσφατα δυο παιδιά της και δυο εγγόνια της κι ενώ γνώριζε ότι η Κ., με την οποία ζούσε στη ...
ο γιός της Π., είχε μόλις γεννήσει το παιδί του θανόντα γιού της. Άλλωστε πιστεύω ότι μια τέτοια πράξη η Α. θα την έκανε σε συμβολαιογράφο ... Η Α. απλώς όταν γύρισε ο Π. από τη ..., περίπου το έτος 1986, ήταν μεγάλης ηλικίας δεν μπορούσε πια να καλλιεργεί, ούτε τα δικά της χωράφια, ούτε αυτά του θανόντα γιού της Π.
και γι'αυτό τα έδωσε στον Π. για να τα καλλιεργεί εκείνος για λογαριασμό της και να της αποδίδει ένα μέρος από τα εισοδήματα, για να ζεί. Αυτό, άλλωστε κάνουν όλοι οι γονείς, όταν περάσει η ηλικία τους στην ελληνική ύπαιθρο. Αφότου γύρισε ο Π. από τη ..., αυτός καλλιεργούσε απλώς όλα τα παραπάνω χωράφια ...όχι όμως για να τα κάνει δικά του, όπως από χρόνια μου έλεγε η Κ., μητέρα του Π., αλλά βοηθώντας τη γιαγιά παίρνοντας τους καρπούς των χωραφιών και δίνοντας στη γιαγιά ένα μέρος από την αξία των καρπών ...
ο Π. έκανε μεν κάποιες αξιοποιήσεις ορισμένων από αυτούς τους αγρούς στους οποίους είχε μερίδιο κι η Α. και ο θανών Π., αυτό όμως το έκανε στη δεκαετία του 1980 αφότου επέστρεψε από τη ..., όπου εργαζόταν....αυτές δε τις αξιοποιήσεις που έκανε ο Π., τις έκανε απλά και μόνο γιατί ήθελε να βελτιώσει την παραγωγή των αγρών και να λαμβάνει (και λάμβανε πράγματι) πλούσια εισοδήματα από αυτούς, ενώ αν οι αγροί ήταν οικονομικά ασύμφοροι θα τους είχε εγκαταλείψει, ....
με τα 3.000.000 δρχ. που έδωσε ο Π. στον Π., δεν αφορούσε το μερίδιο που θα έπαιρνε ο Π. από τα χωράφια της γιαγιάς του, όταν εκείνη πέθαινε...." Τα όσα κατέθεσαν οι πιο πάνω μάρτυρες δεν αναιρούνται από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα των εναγομένων Α. Β. στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία δεν κρίνεται πειστική, αν ληφθεί υπόψη και το ότι ο εν λόγω μάρτυρας ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι "γνώριζε την επίμαχη (άκυρη διαθήκη) και ότι αυτή είχε συνταχθεί από την ίδια την Α.
Κ., ενώ δεν είχε ακούσει ότι ήταν ψεύτικη". Από τα παραπάνω και το λοιπό αποδεικτικό υλικό αποδεικνύεται ότι τα ανωτέρω υπό στοιχεία α έως και στ' αγροτικά ακίνητα κατά το χρόνο θανάτου της κληρονομουμένης ανήκαν, κατά τα πιο ποσοστά εξ αδιαιρέτου στην κυριότητά της και περιλαμβάνονται στην κληρονομιά της, ενώ ο πρώτος εναγόμενος δεν κατέστη κύριος αυτών, κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσοστά, νεμηθείς αυτά με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, από το έτος 1975, και εντεύθεν, όπως αβάσιμα ισχυρίστηκε γιατί δεν άσκησε σ' αυτά πράξεις νομής ,ατομικά και για λογαριασμό του, αλλά τις άσκησε χωρίς διάνοια κυρίου, για λογαριασμό της μητέρας του.
Ενισχυτικό της ανωτέρω κρίσης αποτελεί και η από 17-11-2016 βεβαίωση του Τοπικού Οργανισμού Εγγείων Βελτιώσεων ..., περί του ότι" η χρέωση των αρδευτικών τελών για τα αγροτεμάχια υπ'αριθμ. 95 έκτασης 13754 τ.μ. και υπ αριθμ. 240 έκτασης 28320 τ.μ. αγροκτήματος ... για το χρονικό διάστημα από το έτος 1984 έως και το έτος 2002 γινόταν στο όνομα Κ.
Α. χήρα Δήμου, ενώ από το έτος 2003 μέχρι και σήμερα γίνεται στο όνομα του Κ. Π. του Δήμου..." Εξάλλου αποδείχθηκε ότι μετά το θάνατο της κληρονομουμένης ο πρώτος εναγόμενος νέμεται και κατέχει ως μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος ένα ακίνητο της κληρονομιάς (αστικό), οι δε δεύτερος και τρίτη εναγόμενοι νέμονται και κατέχουν ως μοναδικοί κληρονόμοι (δυνάμει άκυρης ιδιόγραφης διαθήκης) τα αναφερόμενα στην αγωγή κληρονομιαία ακίνητα (αγροτικά και αστικά).
Μάλιστα, οι ίδιοι, όπως προαναφέρθηκε, αποδέχθηκαν την ως άνω κληρονομιά με την 7078/19-3-2004 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον της συμβολαιογράφου … Δ. Κ., την οποία μετέγραψαν νόμιμα, και υπέβαλαν δήλωση φόρου κληρονομιάς στην αρμόδια ΔΟΥ ..., στην οποία περιέλαβαν ως κληρονομιαία τα προαναφερόμενα ακίνητα ,κατέχουν δε τα ακίνητα αυτά ως κληρονόμοι (pro herede), της Α.
χήρας Δ. Κ., αμφισβητώντας το κληρονομικό δικαίωμα του ενάγοντος, επ' αυτών αρνούμενοι να του τα αποδώσουν, κατά τα ποσοστά που αυτός καλείται στην πρώτη τάξη, δυνάμει της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής. Εξάλλου, ειδικώς στα υπό στοιχείο α' έως και δ' ακίνητα, προερχόμενα, όπως προαναφέρθηκε, από αναδιανομή του αγροτικού κτήματος ..., δεν υπήρχε δυνατότητα νομής χρησικτησίας από τον πρώτο εναγόμενο πριν από την απόκτηση της κυριότητας του γεωργικού κλήρου, δηλαδή, πριν από τη δημοσίευση στο ΦΕΚ της απόφασης του Νομάρχη … (την 5-12-1997) για την κύρωση της οριστικής διανομής, καθώς και πριν την έκδοση (την1-9-1998) και μεταγραφή των παραχωρητηρίων (την 21-1-2000) των αναδιανημηθέντων κτημάτων στους δικαιούχους και εν προκειμένω στη θανούσα, έκτοτε δε μέχρι το έτος 2002, δεν συμπληρώθηκε 20ετία του πρόσωπο του πρώτου εναγομένου στη νομή των πιο πάνω ακινήτων.
Επομένως η ένσταση ιδίας κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία που πρόβαλε ο πρώτος εναγόμενος, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.
Περαιτέρω εφόσον το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, απέρριψε την αγωγή εν μέρει, κατά παραδοχή αυτοτελούς ισχυρισμού (ένστασης ιδίας κυριότητας του πρώτου εναγομένου, για τα αγροτικά ακίνητα) τη δε απόφαση αυτή εκκαλεί ο ενάγων, η υπόθεση ή το σχετικό κεφάλαιο αυτής μεταβιβάζονται με την άσκηση της έφεσης στο Εφετείο, αδιαίρετα και ως σύνολο, τόσο δηλαδή ως προς την αγωγή ή το οικείο μέρος αυτής, όσο και ως προς την ένσταση και δεν υπάρχει ανάγκη να επαναφέρει την τελευταία και ο εναγόμενος - εφεσίβλητος με τις προτάσεις του στο Εφετείο, κατά τους ορισμούς του άρθρου του άρθρου 240 Κ.Πολ.Δ. Επίσης με την εκκκαλούμενη απορρίφθηκε η κατ'άρθρο 281 ΑΚ προβληθείσα ένσταση του πρώτου εναγομένου ως ουσιαστικά αβάσιμη, η οποία δεν μπορεί να ερευνηθείς διότι δεν επαναφέρθηκε από τον πρώτο εναγόμενο στο εφετείο, με την ιδιότητα του εφεσίβλητου (αφού λόγω της ερημοδικίας του δεν κατέθεσε προτάσεις).
Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση, κατά το μέρος που αυτή πλήττεται με την ερευνώμενη έφεση του ενάγοντος, κατέληξε σε διαφορετικό συμπέρασμα και απέρριψε την από 3-2-2005 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου 24/2005 περί κλήρου αγωγή του (ως προς τα αγροτικά ακίνητα) ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακώς εκτίμησε τις αποδείξεις, όπως βάσιμα υποστηρίζει ο εκκαλών, με τον πρώτο λόγο της κρινομένης εφέσεώς του, ο οποίος, συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, παρελκούσης της εξέτασης του δεύτερου λόγου αυτής.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, να γίνει δεκτή η με αριθμ. έκθ. κατάθ. 26/7-2-2007 έφεση του ενάγοντος ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, κατά το μέρος που απέρριψε την κρινόμενη αγωγή αναφορικά με τα αγροτικά ακίνητα της κληρονομιάς. Στη συνέχεια, αφού κρατηθεί η υπόθεση προς εκδίκαση από το παρόν Δικαστήριο, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, κατά το μέρος που είχε απορρίψει εν μέρει την ως άνω αγωγή περί κλήρου, (535 παρ. 1 ΚΠολΔ), καθώς και ως προς τη διάταξη της δικαστικής δαπάνης σε βάρος των εναγομένων -εφεσιβλήτων, και ακολούθως να γίνει δεκτή η αγωγή αυτή ως ουσιαστικά βάσιμη (και για τα αγροτικά ακίνητα) και να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας του ενάγοντος εις βάρος των εναγομένων (άρθρα 176,183 και 191 παρ.2ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
Πρέπει επίσης, για την περίπτωση ,που οι μη εμφανισθέντες εκκαλούντες- εφεσίβλητοι θα ασκήσουν ανακοπή ερημοδικίας κατά της απόφασης αυτής, να ορισθεί παράβολο ερημοδικίας (501, 502, 505 ΚΠολΔ - ΑΠ 337/2016), όπως ορίζεται στο διατακτικό. Τα δικαστικά έξοδα του εφεσιβλήτου για το δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας ως προς την απορριφθείσα υπ' αριθ.
κατάθ. 33/20-2-2007 αντίθετη έφεση βαρύνουν τους εκκαλούντες, λόγω της ερημοδικίας τους (183,184,191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ τις κρινόμενες εφέσεις με αριθμ. έκθ. κατάθ. 26/2007 και 33/2007 κατά της υπ' αριθ. 21/2006 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας.- ερήμην των εκκαλούντων -εφεσιβλήτων - (εναγομένων).
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την με αριθμ.33/20-2-2007 έφεση κατ'ουσία.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους εκκαλούντες στα δικαστικά έξοδα του εφεσιβλήτου για το δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας και τα προσδιορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ' ουσίαν την με αριθμ. 26/2007 έφεση του ενάγοντος.
ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την υπ' αριθ. 21/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, κατά το μέρος που απέρριψε την από 25/1/2005 περί κλήρου αγωγή, όσον αφορά τα αγροτικά ακίνητα της κληρονομίας, καθώς και ως προς τη διάταξή της περί δικαστικής δαπάνης.
ΔΕΧΕΤΑΙ την αγωγή αυτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν (και για τα αγροτικά ακίνητα.) ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ το εξ αδιαθέτου κληρονομικό δικαίωμα του ενάγοντος στα εξής αγροτικά ακίνητα.
1.Στά 3,4625% εξ αδιαιρέτου του υπ' αριθμ. 686 β' αγροτεμαχίου, αρδευομένου, συνολικής έκτασης 8.319 τετρ. μέτρων, του αγροκτήματος του δημοτικού διαμερίσματος ... του Δήμου ....
2. Στα 17,4625% εξ αδιαιρέτου του υπ' αριθμ. 687 β αγροτεμαχίου, μη αρδευομένου, συνολικής έκτασης 7.585 τετρ. μέτρων, του αγροκτήματος του δημοτικού διαμερίσματος ... του Δήμου ....? 3. Στα 35,70% εξ αδιαιρέτου του υπ' αριθμ. 687 α' αγροτεμαχίου, μη αρδευομένου, συνολικής έκτασης 1.835 τετρ. μέτρων, του αγροκτήματος του δημοτικού διαμερίσματος ... του Δήμου ....
4. Στα 12,50% εξ αδιαιρέτου του υπ' αριθμ. 95 αγροτεμαχίου, αρδευομένου, συνολικής έκτασης 13.574 τετρ. μέτρων, του αγροκτήματος του δημοτικού διαμερίσματος ... του Δήμου ....
5. Στο 50% εξ αδιαιρέτου του υπ'αριθμ. 240 αγροτεμαχίου, αρδευομένου, συνολικής έκτασης 28.320 τετρ. μέτρων, του αγροκτήματος του δημοτικού διαμερίσματος ... του Δήμου ....
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ :α) τους δεύτερο και τρίτη εναγομένους να αποδώσουν στον ενάγοντα, ο καθένας κατά το ιδανικό του μερίδιο( 50% ) τα εξής αγροτικά ακίνητα.
1. Τα 3,4625% εξ αδιαιρέτου του υπ' αριθμ. 686 β' αγροτεμαχίου, αρδευομένου, συνολικής έκτασης 8.319 τετρ. μέτρων, του αγροκτήματος του δημοτικού διαμερίσματος ... του Δήμου ... 2. Τα 17,4625% εξ αδιαιρέτου του υπ'αριθμ. 687 β'αγροτεμαχίου, μη αρδευομένου, συνολικής έκτασης 7.585τετρ. μέτρων, του αγροκτήματος του δημοτικού διαμερίσματος ... του Δήμου ....
3. Τα 35,70% εξ αδιαιρέτου του υπ' αριθμ. 687 α' αγροτεμαχίου, μη αρδευομένου, συνολικής έκτασης 1.835 τετρ. μέτρων, του αγροκτήματος του δημοτικού διαμερίσματος ... του Δήμου ....
4. Τα 12,50% εξ αδιαιρέτου του υπ' αριθμ. 95 αγροτεμαχίου, αρδευομένου, συνολικής έκτασης 13.574 τετρ. μέτρων, του αγροκτήματος του δημοτικού διαμερίσματος ... του Δήμου ....
5. Το 50%εξ αδιαιρέτου του υπ'αριθμ. 240 αγροτεμαχίου, αρδευομένου, συνολικής έκτασης 28.320 τετρ. μέτρων, του αγροκτήματος του δημοτικού διαμερίσματος ... του Δήμου ....
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος των εναγομένων τη δικαστική δαπάνη του ενάγοντος και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ. Και ΟΡΙΖΕΙ παράβολο για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας κατά της παρούσας διακοσίων ενενήντα (290) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Απριλίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 24 Ιουνίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ