Legislator Case Law & Legislation
219/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal and rejects request to strike out lawyer's comment on opponent's knowledge of judgment.

Case Number 219/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by a company against a final judgment of the Single Member Court of Western Greece. The appellants requested the removal of a phrase in the appeal document claiming the opposing counsel knew the judgment's content one day before its publication. The court held that this remark was not abusive or insulting but rather expressed the lawyer's surprise at the early knowledge of the judgment's content.

Legislator headnote

AI generated

Articles 35(2) and 41 of the Code of Professional Ethics; Article 205 of the Code of Civil Procedure: A lawyer's remark questioning the opponent's counsel's prior knowledge of a judgment does not constitute abuse of office or insult if it serves the purpose of the argument and lacks a derogatory tone.

Keywords

AI generated
appeal procedure professional ethics abuse of office judicial courtesy lawyer conduct civil procedure striking out remarks

Cited Legislation

AI generated
Articles 294, 295, 297 and 299 of the Code of Civil Procedure
Article 573(1) of the Code of Civil Procedure
Article 569(2)(a) and (b) of the Code of Civil Procedure
Articles 37 and 120 of Law 4842/2021
Article 21(2) of Law 4912/2022
Article 116(2b) of Law 4842/2022
Articles 35(2) and 41 of the Code of Professional Ethics
Article 205 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 219 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 219/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη), Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Απριλίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Κ. Α. Α. «Ε. και δ.τ. «Κ. Α. Α.", που εδρεύει στο ...") και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Κρικίδη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι η αναιρεσείουσα παραιτείται από το δεύτερο λόγο της από 10-5-2023 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθμ. ... απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Τ. του Α. και 2) Δ. συζ. Χ. Τ., το γένος ..., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Τσώκο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-10-2020 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο ... και συνεκδικάστηκε με την από 15-1-2019 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ... οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και ... του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-5-2023 αίτησή της και τους από 19-3-2024 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ζωή Καραχάλιου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 295, 297 και 299 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, ο αναιρεσείων μπορεί, με προφορική δήλωση που καταχωρείται στα πρακτικά του δικαστηρίου, ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του, να παραιτηθεί είτε από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης, είτε από ορισμένους αναιρετικούς λόγους.

Η παραίτηση αυτή έχει ως συνέπεια να θεωρείται, στην πρώτη περίπτωση, ότι η αίτηση αναίρεσης δεν ασκήθηκε στο σύνολο της, ενώ στη δεύτερη περίπτωση, ότι δεν προβλήθηκαν οι αναιρετικοί λόγοι, από τους οποίους έγινε η παραίτηση (ΑΠ 1003/2023, ΑΠ 1135/2020, ΑΠ 416/2019, ΑΠ 404/2016). Περαιτέρω, κατά την παράγραφο 2 εδαφ. α' και β' του άρθρου 569 ΚΠολΔ, όπως το άρθρο 569 διαμορφώθηκε δυνάμει των άρθρων 37 και 120 του Ν. 4842/2021 και συμπληρώθηκε με το άρθρο 21 παρ. 2 του Ν. 4912/2022, ισχύει δε από 1-1-2022 και, σύμφωνα με το άρθρο 116 παρ. 2β του Ν. 4842/2022 εφαρμόζεται και επί των εκκρεμών ένδικων μέσων, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 281 ΚΠολΔ, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση.

Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Από το συνδυασμό της διάταξης αυτής προς τις διατάξεις του άρθρου 577 παρ. 1 και 2 του ίδιου κώδικα, που εφαρμόζονται αναλογικά και για τους πρόσθετους λόγους και που ορίζουν ότι το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης και αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει αυτεπαγγέλτως, προκύπτει ότι αν δεν τηρήθηκαν και οι δύο προϋποθέσεις της άσκησης των πρόσθετων λόγων, δηλαδή κατάθεση του δικογράφου αυτών, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης και επίδοση αυτού στον αναιρεσίβλητο πριν από την ίδια προθεσμία, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως τους πρόσθετους λόγους ως απαράδεκτους.

Στην προθεσμία αυτή των τριάντα ημερών δεν υπολογίζονται οι ημέρες κατάθεσης και επίδοσης του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, καθώς και η ημέρα της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης (ΑΠ 1376/2022, ΑΠ 506/2021, ΑΠ 824/2018, ΑΠ 866/2017, ΑΠ 1831/2014). Στην προκειμένη περίπτωση, πριν από την έναρξη της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής, η αναιρεσείουσα, με προφορική δήλωση του εκπροσωπούντος αυτήν πληρεξουσίου δικηγόρου, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του παρόντος δικαστηρίου, παραιτήθηκε από το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Η παραίτηση αυτή, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προεκτέθηκε, είναι νόμιμη και συνεπώς ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, στον οποίο αφορά η παραίτηση, θεωρείται ότι δεν προβλήθηκε. Κατά τα λοιπά, η κρινόμενη από 10-5-2023 (αριθμ. έκθ. κατ. ...) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. ... τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών κατά την οποία δικάζονται οι μισθωτικές διαφορές (άρθρ. 591 επ., 614 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, όπως τα άρθρα αυτά αντικαταστάθηκαν με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας από τη δημοσίευσή της (3-5-2023), αφού από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι παριστάμενοι διάδικοι επικαλούνται επίδοσή της (άρθρο 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος 3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 και ισχύει από 1-1-2016), (άρθρα 552,553,556,558,564,566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).

Η ως άνω αίτηση αναίρεσης και οι από 19-3-2024 (αριθ. κατ. 57/2024) πρόσθετοι λόγοι αυτής, που έχουν ασκηθεί παραδεκτά και εμπρόθεσμα, με ιδιαίτερο δικόγραφο, στις 19-3-2024, και έχουν νόμιμα και εμπρόθεσμα επιδοθεί στον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσίβλητων, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση (άρθρ. 569 παρ. 2 ΚΠολΔ), αυθημερόν (19-3-2024), ήτοι τριάντα (30) πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης (12 ημέρες από τον Μάρτιο 2024 και 18 ημέρες από τον Απρίλιο 2024), όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη μετ'επικλήσεως υπ' αριθμ. ...

έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Ο. Μ.. Π., πρέπει να συνεκδικασθούν, λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας και προς εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης (άρθρα 577 παρ. 1 και 3, 569 παρ. 1 και 2, 573, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 246 του ΚΠολΔ) και να ερευνηθούν, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του ΚΠολΔ).

Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής: Οι ενάγοντες, ήδη αναιρεσίβλητοι, με την από 15-1-2019 (αριθ.

έκθ. κατάθ. Ειδ.Μ:….) αγωγή τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., απευθυνόμενη κατά των α) Ε. Τ. του Α., β) Χ. Κ. του Κ./νου (μη διαδίκων στην παρούσα αναιρετική δίκη) και γ) της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας, ζήτησαν, με βάση τα ιστορούμενα σ' αυτήν πραγματικά περιστατικά, να αναγνωρισθεί ότι η αναφερόμενη στην αγωγή σύμβαση επαγγελματικής μίσθωσης, που συνήφθη δυνάμει του από 3-8-2006 μισθωτηρίου, έληξε στις 31-12-2018 και να υποχρεωθεί η εναγόμενη εταιρεία, καθώς και κάθε τρίτος που τυχόν έλκει δικαιώματα απ' αυτήν να τους αποδώσει τη χρήση του μισθίου ακινήτου.

Η εκ των εναγομένων της παραπάνω αγωγής ανώνυμη εταιρεία, ήδη αναιρεσείουσα, με την από 6-10-2020 (αριθμ. έκθ. κατ. Ειδ….) αγωγή που άσκησε ενώπιον του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου, ζήτησε, με βάση τα ιστορούμενα σ' αυτήν πραγματικά περιστατικά, να αναγνωρισθεί ότι με το από 27-9-2012 ιδιωτικό συμφωνητικό που υπογράφηκε μεταξύ των εναγομένων-εναγόντων της προαναφερόμενης αγωγής, ήδη αναιρεσίβλητων, ως εκμισθωτών και της ίδιας ως μισθώτριας, καταρτίσθηκε νέα σύμβαση επαγγελματικής μίσθωσης, επικουρικά δε, σε περίπτωση που κριθεί ότι με το εν λόγω ιδιωτικό συμφωνητικό δεν καταρτίσθηκε νέα, αλλά τροποποιήθηκε η αρχική από 3-8-2006 σύμβαση επαγγελματικής μίσθωσης, να αναγνωρισθεί ότι παρατάθηκε η διάρκεια της τελευταίας κατά τέσσερα (4) έτη, κατόπιν της εκ μέρους της μισθώτριας του δικαιώματος προαίρεσης, που περιγράφεται στον πρώτο όρο της άνω σύμβασης.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο ..., αφού συνεκδίκασε τις παραπάνω αγωγές, με την υπ' αριθμ. ... οριστική απόφασή του, απέρριψε την από 15-1-2019 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, απέρριψε την από 6-10-2020 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας κατά την κύρια βάση της ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και δέχθηκε αυτήν κατά την επικουρική της βάση και αναγνώρισε ότι η διάρκεια της υφιστάμενης μεταξύ των διαδίκων από 3-8-2006 σύμβασης επαγγελματικής μίσθωσης παρατάθηκε έως την 31-12-2022.

Μετά από έφεση που άσκησε η ενάγουσα της από 6-10-2020 αγωγής, ήδη αναιρεσείουσα, κατά της ανωτέρω απόφασης, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. ... απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει τα ίδια.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 1551/2018, ΑΠ 130/2016).

Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).

Μάλιστα, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 1551/2018, ΑΠ 1572/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτίαση εκ του αριθ. 1 εδ. α'του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παράβαση της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 574 του ΑΚ, σύμφωνα με την οποία "Με τη σύμβαση της μίσθωσης πράγματος ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση να παραχωρήσει στο μισθωτή τη χρήση του πράγματος για όσο χρόνο διαρκεί η σύμβαση και ο μισθωτής να καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα" και της διάταξης του άρθρου 5 παρ. 1 του Π.Δ. 34/1995, όπως η παρ. 1 αντικαταστάθηκε με την παρ.6 άρθρ.7 Ν. 2741/1999 (ΦΕΚ Α 199/28.9.1999) για τις "εμπορικές μισθώσεις", σύμφωνα με την οποία " Η μίσθωση ισχύει για δώδεκα (12) έτη ακόμη και, αν έχει συμφωνηθεί για βραχύτερο ή για αόριστο χρόνο, μπορεί όμως να λυθεί με νεότερη συμφωνία που αποδεικνύεται με έγγραφο βέβαιης χρονολογίας", καθώς η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την έφεσή της και κατ'επέκταση την αγωγή της, με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι με το από 27-9-2012 ιδιωτικό συμφωνητικό καταρτίσθηκε νέα επαγγελματική μίσθωση, κρίνοντας πως μόνη αιτία κατάρτισης του εν λόγω ιδιωτικού συμφωνητικού ήταν η μείωση του έως τότε καταβαλλόμενου μισθώματος και όχι η κατάρτιση νέας σύμβασης επαγγελματικής μίσθωσης, με το σκεπτικό πως "εάν η βούληση των συμβαλλομένων ήταν η κατάρτιση νέας μισθωτικής σύμβασης θα όριζαν μεταξύ άλλων, προεχόντως τη διάρκεια αυτής, με το εναρκτήριο και το καταληκτικό της σημείο, για το οποίο καμία σχετική μνεία δεν γίνεται σ' αυτό".

Ωστόσο, κατά την αναιρεσείουσα, το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε τις προαναφερόμενες διατάξεις, διότι αφενός η διάρκεια της μίσθωσης δεν εμπίπτει στο ελάχιστο περιεχόμενο που απαιτείται για την κατάρτιση σύμβασης μίσθωσης, αφετέρου επειδή στις ενεργείς κατά την έναρξη ισχύος του ν. 4242/2014 επαγγελματικές μισθώσεις, η ελάχιστη διάρκεια καθορίζεται σε δώδεκα έτη.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι δεν εκτίθενται παντελώς οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές του Εφετείου, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου εκ μέρους του δικάσαντος Δικαστηρίου. Σε κάθε όμως περίπτωση είναι και αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι με την από 27-9-2012 σύμβαση οι συμβληθέντες διάδικοι δεν συνήψαν νέα μισθωτική σύμβαση, χωρίς να προσφύγει σε ερμηνεία των παραπάνω διατάξεων, ότι δηλαδή απαιτείται να αναφέρεται στη σύμβαση η διάρκεια της μίσθωσης και συνεπώς οι επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα διατάξεις δεν ήταν εφαρμοστέες.

Ο άνω δε λόγος, με το περιεχόμενο που προεκτέθηκε, είναι επίσης απαράδεκτος, διότι αφορά κατ' επίφαση απόδοση πλημμέλειας από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ενώ στην πραγματικότητα πλήττεται με αυτόν η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και την, εντεύθεν, κατάληξη του Εφετείου σε διαφορετικό πόρισμα από το θεωρούμενο ορθό από την αναιρεσείουσα, με βάση τα αναφερόμενα από αυτή αποδεικτικά στοιχεία, χωρίς μάλιστα να αποδίδεται πλημμέλεια με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης.

Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 εδ. α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών.

Οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ εφαρμόζονται από το δικαστήριο της ουσίας, όταν, κατά την ανέλεγκτη, ως προς αυτό, κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση βούλησης των συμβαλλομένων. Η κρίση του δικαστηρίου για την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δικαιοπρακτική δήλωση βούλησης, όσο και η μετά τη διαπίστωση αυτή κρίση για την αληθινή δήλωση βούλησης, ως κρίσεις αναγόμενες σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν υπόκεινται, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 70/2022, ΑΠ 10/2021, ΑΠ 10/2015), εκτός αν, από όσα το δικαστήριο της ουσίας δέχεται, δεν διευκρινίζεται η θέση του στο ζήτημα, αν υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια στη δήλωση βούλησης, αφού από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό, εξαρτάται αν θα εφαρμοστούν ή όχι οι παραπάνω ερμηνευτικές διατάξεις.

Η παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, αν και ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των ως άνω άρθρων του ΑΚ (ΑΠ 70/2022, ΑΠ 355/2020, ΑΠ 1636/2018, ΑΠ 867/2018, ΑΠ 788/2018).

Η διαπίστωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση βούλησης των συμβαλλομένων μπορεί είτε να αναφέρεται στην απόφαση ρητώς, είτε να προκύπτει από αυτήν εμμέσως, όταν, δηλαδή, παρά τη μη ρητή αναφορά της ή, ακόμη, και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της σύμβασης, η οποία (ερμηνεία) αποκαλύπτει ότι το δικαστήριο βρέθηκε μπροστά σε κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση βούλησης των συμβαλλομένων, τα οποία ακριβώς δημιούργησαν την ανάγκη να καταφύγει σε ερμηνεία της.

Ειδικότερα, η πρώτη από τις διατάξεις αυτές εξαίρει το υποκειμενικό στοιχείο της δήλωσης, δηλαδή την άποψη του δηλούντος και απαιτεί η ερμηνεία να μην προσκολλάται στις λέξεις της δήλωσης, αλλά να αναζητεί την αληθινή βούληση του δηλούντος, όπως όμως αυτή εξωτερικεύθηκε και δεν παρέμεινε ενδόμυχη, ενώ η δεύτερη εξαίρει το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή την άποψη γενικώς των συναλλασσόμενων και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται, όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη.

Στο πλαίσιο αυτό το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσης του και εκτιμά, με διαφορετική κατά περίπτωση βαρύτητα, το δικαιοπρακτικό σκοπό και τη φύση της σύμβασης, τις συνθήκες και τις εν γένει συνήθειες (τοπικές, χρονικές, γλωσσικές) υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων, τις διαπραγματεύσεις και την προηγούμενη συμπεριφορά αυτών καθώς και τα συμφέροντα των μερών και ιδιαίτερα του μέρους που αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος κάθε φορά συμβατικός όρος.

Μόνη η παράλειψη της μνείας των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ δεν συνιστά παραβίασή τους, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη κατά την ερμηνεία της σύμβασης τα ερμηνευτικά κριτήρια που προβλέπονται με αυτήν. Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί, όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και εμμέσως, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δήλωσης βούλησης, παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς για τη διαπίστωση της αληθούς έννοιας των δηλώσεων ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, με την έννοια ότι το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας κατέληξε (το δικαστήριο), δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 70/2022, ΑΠ 102/2022, ΑΠ 66/2022).

Αντιθέτως, δεν παραβιάζονται οι ίδιοι κανόνες, όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει στην απόφασή του, ότι η ελεγχόμενη δήλωση βούλησης είναι πλήρης, σαφής, χωρίς κενά και δεν καταλείπει αμφιβολία για το περιεχόμενό της (ΑΠ 253/2022, ΑΠ 10/2021, ΑΠ 545/2019, ΑΠ 1059/2018, ΑΠ 1597/2017, ΑΠ 1164/2015). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, πρέπει να αναγράφεται στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, ότι το δικαστήριο της ουσίας, ενώ είχε διαπιστώσει ευθέως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας, δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες, αλλιώς είναι αόριστος και, συνεπώς, απαράδεκτος (ΑΠ 66/2022, ΑΠ 70/2022, ΑΠ 854/2020, ΑΠ 545/2019, ΑΠ 896/2019, ΑΠ 875/2017).

Οι ίδιοι ως άνω κανόνες (173, 200 του ΑΚ) παραβιάζονται όμως και εκ πλαγίου στην περίπτωση που δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή της συμπλήρωσης της δικαιοπραξίας και ιδίως η διατύπωση της δήλωσης βούλησης ή όταν στην απόφαση δεν διευκρινίζεται και ούτε προκύπτει αν υπήρχε ή όχι κενό ή ασάφεια στη δικαιοπραξία και, επομένως, ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας της, την οποία ωστόσο το δικαστήριο πραγματοποίησε ή αναλόγως παρέλειψε να πραγματοποιήσει, οπότε η απόφασή του στερείται νόμιμης βάσης και υπόκειται στο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΑΠ 70/2022, ΑΠ 66/2022, ΑΠ 10/2021).

Κατά την έννοια του λόγου αυτού η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση, στην παρακώλυση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.ΑΠ 6/2006, ΑΠ 224/2023, ΑΠ 1217/2020). Συνακόλουθα τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 224/2023, ΑΠ 932/2021).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το δε να ειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1184/2015).

Συνακόλουθα, η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, και η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ), πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλόμενου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 2107/2022).

Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. β'ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας, προκειμένου να ανεύρει, βάσει αυτών, την αληθινή έννοια κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς, όχι δε και όταν παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 24/2022, ΑΠ 1220/2021, ΑΠ 816/2021, ΑΠ 1267/2020, ΑΠ 909/2020).

Για την πληρότητα του λόγου αυτού αναίρεσης απαιτείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 116 αριθ. 4 και 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάσθηκαν, καθώς και ο κανόνας δικαίου, την ερμηνεία και εφαρμογή του οποίου τα διδάγματα αυτά αφορούν (ΑΠ 24/2022, ΑΠ 140/2021, ΑΠ 780/2020).

Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές, που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.

Έτσι, αποκλείεται η αναίρεση για εσφαλμένη χρησιμοποίησή τους ή μη χρησιμοποίησή τους προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν (ΑΠ 1092/2021, ΑΠ 140/2021, ΑΠ 1250/2019). Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, κατά τους ορισμούς της οποίας ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, θεσπίζει κανόνα που προσδιορίζει τον τρόπο εκπλήρωσης της παροχής.

Η έννοια των χρηστών ηθών είναι νομική και εξετάζεται αντικειμενικώς, σύμφωνα με την αντίληψη του εμφρόνως σκεπτόμενου ατόμου σε σχέση με το επιτρεπτό του σκοπού και των μέσων που χρησιμοποιήθηκαν (ΑΠ 512/2008). Για τη δημιουργία εθίμου, το οποίο συνιστά αυτοτελή πηγή κανόνων δικαίου (άρθρ. 1 ΑΚ), απαιτείται μακρά, αδιάκοπη και ομοιόμορφη άσκηση με συνείδηση δικαίου, δηλαδή με την πεποίθηση των ασκούντων ότι εφαρμόζουν κανόνα δικαίου.

Η παραβίαση εθιμικού κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύει τον προβλεπόμενο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Αντίθετα, τα συναλλακτικά ήθη και οι συνήθειες αποτελούν τρόπους συμπεριφοράς, οι οποίοι επικρατούν στις συναλλαγές και δεν περιέχουν κανόνα δικαίου. Ως εκ τούτου η παραβίασή τους δεν ιδρύει τον εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, εκτός αν η εφαρμογή τους επιβάλλεται από κανόνα δικαίου (ΑΠ 491/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο (3ο αναιρετικό λόγο κατά την αναιρεσείουσα) και το δεύτερο πρόσθετο λόγο (4ο αναιρετικό λόγο κατά την αναιρεσείουσα), η αναιρεσείουσα αποδίδει στη προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με την αιτίαση ότι:

α) το Μονομελές Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδας αν και διαπίστωσε ότι η ένδικη από ….σύμβαση που καταρτίσθηκε μεταξύ των αναιρεσίβλητων και της αναιρεσείουσας είναι πλήρης και σαφής, παρά ταύτα, προέβη σε ερμηνεία της, συσχετίζοντας όρους της, λαμβάνοντας στοιχεία εκτός αυτής και αντλώντας επιχειρήματα από το σκοπό της, αποκαλύπτοντας έτσι ότι βρέθηκε μπροστά σε κενό ή αμφιβολία σχετικά με τις διαλαμβανόμενες σε αυτή δηλώσεις βουλήσεως των διαδίκων, τα οποία ακριβώς δημιούργησαν την ανάγκη ερμηνείας της, χωρίς όμως να εφαρμόσει, ως όφειλε, τους ερμηνευτικούς κανόνες, με αποτέλεσμα να καταλήξει σε εσφαλμένο πόρισμα αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της ένδικης υπόθεσης ζήτημα, ήτοι για το αν με το εν λόγω ιδιωτικό συμφωνητικό καταρτίσθηκε νέα σύμβαση μίσθωσης ή τροποποιήθηκε η αρχική, β) εσφαλμένα εφάρμοσε τα διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να ερμηνεύσει τις δηλώσεις βουλήσεως, καταλήγοντας έτσι στο εσφαλμένο πόρισμα, το οποίο έρχεται σε αντίθεση με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, δεδομένου ότι η κατάρτιση του συμφωνητικού από την αναιρεσείουσα εταιρεία ως μισθώτρια, αλλά και ο χαρακτηρισμός της ως μισθώτριας και όχι υπομισθώτριας, καθώς και η υπογραφή από την αναιρεσείουσα και όχι από τους αρχικούς μισθωτές, ερμηνεύθηκε εσφαλμένα από το Εφετείο ως συναίνεση των τελευταίων για την τροποποίηση της αρχικής μίσθωσης, ενώ θα έπρεπε να γίνει δεκτό ότι τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι τα μισθώματα έκτοτε καταβάλλονται απευθείας από την αναιρεσείουσα στους εκμισθωτές, κατατείνουν στο συμπέρασμα ότι δια του ένδικου ιδιωτικού συμφωνητικού καταρτίσθηκε νέα σύμβαση επαγγελματικής μίσθωσης και γ) διέλαβε αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της συνδρομής των προϋποθέσεων για (μη) προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, διότι ενώ αναφέρεται ότι με το παραπάνω ιδιωτικό συμφωνητικό έλαβε χώρα τροποποίηση του από 3-8-2004 αρχικού μισθωτηρίου, στη συνέχεια επιχειρείται ερμηνεία της αληθούς βούλησης των συμβληθέντων μερών, ενώ δεν διευκρινίζει αν υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια στο ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό.

Με το περιεχόμενο αυτό, ο ως άνω πρώτος πρόσθετος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, είναι απαράδεκτος, διότι σε αυτόν δεν διαλαμβάνονται οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω Δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την κατ' ουσίαν απόρριψη της έφεσης της αναιρεσείουσας ως αβάσιμης και επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης (...) του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... [η οποία είχε κρίνει ομοίως και είχε απορρίψει την από 6-10-2020 αγωγή της αναιρεσείουσας κατά την κύρια βάση της και δέχθηκε αυτήν κατά την επικουρική της βάση ως ουσιαστικά βάσιμη], υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παραβίαση αυτή, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του αριθμού 1 εδαφ.

α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα περιορίζεται στο να διαλάβει στο δικόγραφο των πρόσθετων λόγων το συμπέρασμα της ουσιαστικής κρίσης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και αποσπασματικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατ' επιλογή της, χωρίς να αναφέρει το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, με βάση τα οποία το Εφετείο κατέληξε σε δυσμενές για την αναιρεσείουσα συμπέρασμα, καθώς και σε μη (ορθή) εφαρμογή των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.

Σε κάθε περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο για τη διαμόρφωση της κρίσης του περί κατάρτισης μεταξύ των συμβαλλομένων (αναιρεσείουσας και αναιρεσίβλητων) τροποποιητικής σύμβασης μίσθωσης και όχι νέας επαγγελματικής μίσθωσης, δεν διαπίστωσε - ούτε εμμέσως- την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις σχετικές δηλώσεις βουλήσεως των διαδίκων, η κρίση του δε αυτή δεν είναι προϊόν αξιολογήσεως και ερμηνευτικής αποσαφηνίσεως των άνω δηλώσεων βουλήσεως των διαδίκων, αλλά αποτελεί πραγματική διαπίστωση (οντολογική κρίση), συναχθείσα από την εκτίμηση στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων και, άρα, μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), πέραν του ότι τα στοιχεία που αναφέρει η αναιρεσείουσα ότι λήφθηκαν υπόψη εκτός της καταρτισθείσας σύμβασης αποτελούν επιχειρήματα του δικαστηρίου προς ενίσχυση του αποδεικτικού του πορίσματος.

Ο ίδιος πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ, β'του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τα διδάγματα της κοινής πείρας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι ερείδεται επί αναληθούς από νομική και ουσιαστική άποψη προϋποθέσεως.

Και τούτο για το λόγο ότι κατά τις διαφεύγουσες τον αναιρετικό έλεγχο ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης, προκύπτει ότι το Εφετείο δεν προέβη σε ερμηνεία των δηλώσεων βουλήσεως των συμβληθέντων μερών, εφαρμόζοντας τα διδάγματα της κοινής πείρας, σε κάθε δε περίπτωση είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, διότι ουδόλως αναφέρονται σ'αυτόν ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν έλαβε υπόψη του το Εφετείο και εσφαλμένα δεν χρησιμοποίησε.

Επίσης, ο ίδιος παραπάνω λόγος, καθ'ο μέρος πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, αφού δεν αναφέρεται για τη θεμελίωσή του, ποια είναι η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, που κατά τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας παραβιάστηκαν από το Εφετείο, ούτε ο κανόνας δικαίου που επέβαλε την εφαρμογή τους στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Επιπλέον, υπό τα παραπάνω εκτιθέμενα, δεν μπορεί να ερευνηθεί ούτε η συνδρομή ή μη του εκ του αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δεύτερου πρόσθετου λόγου, αφού δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο ή στο δικόγραφο των πρόσθετων λόγων οι κρίσιμες παραδοχές στο σύνολό τους, ώστε να κριθεί εάν πράγματι στερείται νόμιμης βάσης, ως έχουσα ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες.

Οι ίδιοι δε λόγοι, κατά το μέρος, που πλήττεται η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των αναφερομένων σ' αυτούς επί μέρους παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, που διαλαμβάνονται αποσπασματικά, είναι απορριπτέοι κατά το μέρος αυτό ως απαράδεκτοι, διότι η επ' αυτών κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν ελέγχεται αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ.

Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου, λόγω της ήττας της, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει, να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176,180, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

Κατά το άρθρο 206 ΚΠολΔ, το οποίο, αν και δεν αναφέρεται στο άρθρο 573 ΚΠολΔ, εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, ο δικαστής μπορεί, ύστερα από αίτηση ενός διαδίκου ή και αυτεπαγγέλτως να διατάξει να διαγραφούν από τα δικόγραφα ή τις προτάσεις των διαδίκων, εξυβριστικές ή άλλες ανάρμοστες φράσεις. Με τη διάταξη αυτή, με την οποία επιδιώκεται η διασφάλιση της ευπρέπειας κατά τη διεξαγωγή του δικαστικού αγώνα, παρέχεται η εξουσία στο δικαστήριο να διατάσσει και αυτεπαγγέλτως, χωρίς να περιορίζεται προς τούτο χρονικά, να διαγραφούν από τα δικόγραφα ή τις προτάσεις διαδίκου εξυβριστικές ή άλλες ανάρμοστες φράσεις, οι οποίες χωρίς να είναι αναγκαίες για την προσήκουσα υπεράσπιση των συμφερόντων των διαδίκων, αποβλέπουν σε ονειδισμό και περιφρόνηση του αντιδίκου ή του δικαστηρίου.

Επίσης, η απόφαση αυτή για τη διαγραφή εξυβριστικών ή ανάρμοστων φράσεων δεν αφορά τη διάγνωση ιδιωτικού δικαιώματος, ούτε συνιστά επιβολή ποινής, κατά την τεχνική του όρου έννοια, αλλά ηθική κύρωση, της οποίας οι συνέπειες αντανακλούν στο πρόσωπο του πληρεξούσιου δικηγόρου, έστω και αν τα δικόγραφα συντάσσονται στο όνομα του διαδίκου.

Ανάρμοστες είναι γενικά και οι φράσεις που φανερώνουν καταφρόνηση προς τον αντίδικο ή τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ή τους δικαστές που εξέδωσαν τις προσβαλλόμενες αποφάσεις και προς τη δικαιοσύνη γενικότερα (ΑΠ 489/2018, ΑΠ 156/2013). Εξάλλου κατά τα άρθρα 35 παρ. 2, και 41 του Ν. 4194/2013 "Δικηγορικός Κώδικας" ο δικηγόρος πρέπει να τηρεί τους κανόνες ευπρέπειας προς τους συναδέλφους του και να αποφεύγει υβριστικές, προσβλητικές ή υπαινικτικές εκφράσεις προσωπικά εναντίον αυτών, και να τηρεί τον υφιστάμενο κάθε φορά Κώδικα Δεοντολογίας του Δικηγορικού Λειτουργήματος Οι διατάξεις αυτές, όπως και εκείνη του άρθρου 205 ΚΠολΔ, αποβλέπουν στην άμεση εξασφάλιση της διαδικαστικής τάξης, η οποία πρέπει να συγκεντρώνει τα στοιχεία της ευπρεπούς και κόσμιας συμπεριφοράς από όλους και έναντι όλων των παραγόντων της δίκης και επιβάλλει σε κάθε διάδικο και τον πληρεξούσιο αυτού δικηγόρο, κατά τη γραπτή ή προφορική ανάπτυξη των ισχυρισμών και επιχειρημάτων και την απόκρουση των ισχυρισμών του αντιδίκου του, να τηρεί την ευπρέπεια του δικανικού λόγου και να μη χρησιμοποιεί εξυβριστικούς, καταφρονητικούς ή ειρωνικούς χαρακτηρισμούς ή εκφράσεις που δεν είναι αναγκαίες για την έκθεση ή ανάπτυξη των επιχειρημάτων του (ΑΠ 1181/2022, ΑΠ 921/2018, ΑΠ 2132/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσίβλητοι με τις από 4-4-2024 προτάσεις τους ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ζητούν να διαγραφεί από το από 10-5-2023 δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης η φράση που αναφέρεται σε "εντυπωσιακό χάρισμα του πληρεξουσίου Δικηγόρου των αντιδίκων να γνωρίζει το περιεχόμενο της υπ' αριθμόν ...

απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας μία ημέρα πριν αυτή κατατεθεί προς δημοσίευση στη Γραμματεία του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου..". Η παραπάνω έκφραση, που χρησιμοποίησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσείουσας στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης, δεν υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο προς επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού του και δεν είναι εξυβριστική και καταφρονητική για τον παραστάντα πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσίβλητων κατά την αναιρετική δίκη, ανεξαρτήτως δε του ότι δεν απευθύνεται κατά του τελευταίου, αλλά κατά έτερου πληρεξουσίου που παραστάθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...

κατά τη συζήτηση της μεταγενέστερης από 15-9-2022 αγωγής των αναιρεσίβλητων κατά της αναιρεσείουσας για απόδοση του μισθίου ακινήτου, αποδίδει την απορία και έκπληξη του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας για το πώς πληροφορήθηκε την έκδοση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. ... απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας στις 2-5-2023, ήτοι μία ημέρα πριν τη δημοσίευσή της, που έλαβε χώρα στις 3-5-2023.

Επομένως το αίτημα των αναιρεσίβλητων να διαγραφεί από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης η ανωτέρω φράση πρέπει να απορριφθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει την από 10-5-2023 (αριθμ. έκθ. κατ. ...) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. ... τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας και τους από 19-3-2024 (αριθμ. έκθ. κατ. ...) πρόσθετους λόγους αναίρεσης.

Απορρίπτει την αναίρεση και τους πρόσθετους λόγους.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ