Legislator Case Law & Legislation
921/2018 AI generated

Supreme Court dismisses divorce appeal regarding defamatory phrases, ruling they were not necessary for the case.

Case Number 921/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a divorce judgment, ordering him to pay the respondent's legal costs. The respondent had sought the deletion of insulting phrases in her complaint, which the lower court refused to strike out. The appellate court found these phrases were not necessary for the defense and did not constitute the required elements of insult or contempt, thus rejecting the appeal on procedural grounds.

Legislator headnote

AI generated

Articles 206 and 553 of the Code of Civil Procedure; Articles 176, 183, and 191 of the Code of Civil Procedure: A court's refusal to strike out defamatory phrases is not appealable unless the substance of the case is challenged, and such refusal is valid if the phrases are not necessary for the defense and do not meet the legal definition of insult.

Keywords

AI generated
divorce appeal defamatory phrases striking out insult and contempt procedural admissibility legal costs substance of case

Cited Legislation

AI generated
Article 1439 § 1 of the Civil Code
Article 206 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 no. 19 of the Code of Civil Procedure
Article 367 § 2 of the Penal Code
Articles 176, 183 and 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 794/2017
Case 156/2013
Case 931/2014
Case 620/2006

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 921 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 921/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου - Εισηγητή και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Κ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Βουκελάτο. Της αναιρεσίβλητης: Β. - Ε. Γ. του Χ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Σταμουλάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 10-8-2010 και 9-12-2011 αγωγές των ήδη αναιρεσείοντος και αναιρεσίβλητης, αντίστοιχα και την ανταγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που ασκήθηκε με τις προτάσεις του, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 138/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 26/2016 του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-8-2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά το άρθρο 1439 § 1 Α.Κ. καθένας από τους συζύγους μπορεί να ζητήσει διαζύγιο όταν οι μεταξύ τους σχέσεις έχουν κλονισθεί τόσο ισχυρά από λόγο που αφορά στο πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσεως να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται ως λόγος διαζυγίου ο αντικειμενικός κλονισμός της έγγαμης σχέσεως, χωρίς να απαιτείται το στοιχείο της υπαιτιότητας για να μπορεί να ζητηθεί το διαζύγιο.

Έτσι ο ενάγων, για τη θεμελίωση και παραδοχή της αγωγής του, πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ότι ο γάμος έχει κλονισθεί από ορισμένα γεγονότα που αναφέρονται στο πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων με την έννοια της υπάρξεως αιτιώδους συνδέσμου ανάμεσα στα αντικειμενικώς πρόσφορα κλονιστικά της έγγαμης σχέσεως γεγονότα αυτά και στο πρόσωπο του εναγομένου συζύγου του ή και των δύο και ότι ο κλονισμός είναι τόσο ισχυρός ώστε βασίμως η εξακολούθηση της συμβιώσεως έχει καταστεί αφόρητη γι' αυτόν.

Αν το κλονιστικό γεγονός αφορά και τους δύο συζύγους, το προς διάζευξη δικαίωμα γεννάται ανεξαρτήτως από το ποιον από τους δύο συζύγους βαρύνει περισσότερο η ύπαρξή του και από το εάν υπάρχει υπαιτιότητα στο πρόσωπο ενός μόνο. Αν όμως το κλονιστικό γεγονός συνδέεται αποκλειστικώς με το πρόσωπο του ενάγοντος, δεν γεννάται υπέρ αυτού δικαίωμα διαζεύξεως με βάση την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 1439 § 1 Α.Κ.

Το ότι για τη λύση του γάμου είναι πλέον αδιάφορο αν ο κλονισμός οφείλεται σε υπαίτιο ή ανυπαίτιο κλονιστικό γεγονός, συνεπάγεται ότι στη δίκη του διαζυγίου δεν δικαιολογείται σε καμιά πλευρά έννομο συμφέρον για την έρευνα της υπαιτιότητας, το δε δεδικασμένο της διαπλαστικής αποφάσεως του διαζυγίου δεν εκτείνεται σε ζητήματα υπαιτιότητας σε καμιά περίπτωση, ούτε και στη δίκη διατροφής μετά το διαζύγιο, όπως προβλέπει το άρθρο 1442 Α.Κ., ενόψει της διατάξεως του άρθρου 1444 § 1 Α.Κ.

Αντικείμενο δε της δίκης διαζυγίου είναι όχι η δικαστική διάγνωση του λόγου που δικαιολογεί την απαγγελία του διαζυγίου, αλλά το διαπλαστικό αποτέλεσμα της λύσεως του γάμου. Επομένως στην περίπτωση συνεκδικάσεως αντίθετων αγωγών διαζυγίου, με τις οποίες καθένας από τους συζύγους ζητεί τη λύση του γάμου για ισχυρό κλονισμό της έγγαμης σχέσεως από λόγο που αφορά το πρόσωπο του άλλου συζύγου, αν η μία από αυτές γίνει δεκτή και η άλλη απορριφθεί, ο διάδικος του οποίου η αγωγή απορρίφθηκε δεν έχει έννομο συμφέρον κατά τα άρθρα 68, 516 § 2 και 556 § 2 Κ.Πολ.Δ.

να ασκήσει αντίστοιχα έφεση ή αναίρεση κατά της πρωτόδικης ή της τελεσίδικης αποφάσεως και να ζητήσει την εξαφάνισή της, με σκοπό να απορριφθεί η αγωγή του αντιδίκου του και να γίνει δεκτή η δική του αγωγή, καθόσον η έννομη συνέπεια που και αυτός επιδίωξε με την αγωγή του, δηλαδή η λύση του γάμου, στην οποία εμμένει, έχει ήδη επέλθει, και ως εκ τούτου το εκατέρωθεν υποβληθέν αίτημα δικαστικής διαπλάσεως έχει ικανοποιηθεί με την απαγγελία διαζυγίου, έστω και με βάση διάφορα περιστατικά, που συγκροτούν όμως τον ίδιο λόγο, ήτοι τον αντικειμενικό κλονισμό του γάμου (ΑΠ 50/2013).

Τέλος από τις διατάξεις των άρθρων 68, 73, 532 και 577 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το έννομο συμφέρον αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης και η συνδρομή του ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, η δε έλλειψή του συνεπάγεται την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαραδέκτου (Α.Π. 1242/2011). Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, ελλείψει εννόμου συμφέροντος του ήδη αναιρεσείοντος για την άσκησή της, η έφεσή του κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε απαγγελθεί η λύση του γάμου των διαδίκων, κατά παραδοχή αγωγής της αναιρεσίβλητης για τον από το άρθρο 1439 § 1 Α.Κ.

προβλεπόμενο λόγο του ισχυρού κλονισμού της έγγαμης σχέσεώς τους, που αφορούσε το πρόσωπο του αναιρεσείοντος και είχε απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η αντίθετη αγωγή του αναιρεσείοντος, η οποία στηριζόταν στον ίδιο λόγο, ομοίως δε είχε απορριφθεί και η ασκηθείσα με τις προτάσεις ανταγωγή του ιδίου με το ίδιο αίτημα, στηριζόμενη στον αντικειμενικό κλονισμό λόγω υπερδιετούς διαστάσεως των συζύγων.

Από δε τις παραδοχές της πρωτόδικης αποφάσεως, που επικυρώθηκε με την προσβαλλόμενη και το διαπλαστικό αποτέλεσμα της λύσεως του γάμου των διαδίκων, στο οποίο, ως αποκλειστικό αντικείμενο της δίκης, κατέληξε, δεχόμενη τη μία από τις αντίθετες αγωγές των διαδίκων, οι οποίες είχαν το αυτό αντικείμενο και αίτημα και την ίδια πραγματική θεμελίωση, διέφεραν δε μόνο κατά το στοιχείο της υπαιτιότητας, προκύπτει, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί προηγουμένως, ότι ο αναιρεσείων δεν έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει το ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως.

Κατ' ακολουθίαν ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από τους αριθ. 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει τον ισχυρισμό ότι υπήρξε εσφαλμένη κρίση του δικάσαντος δικαστηρίου εν σχέσει προς την έλλειψη εννόμου συμφέροντός του με συνέπεια το δικαστήριο να κηρύξει παρά το νόμο απαράδεκτη την έφεσή του, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 206 του ΚΠολΔ ο δικαστής μπορεί, εκτός των άλλων, ύστερα από αίτηση ενός διαδίκου ή και αυτεπαγγέλτως, να διατάξει να διαγραφούν από τα δικόγραφα ή τις προτάσεις των διαδίκων εξυβριστικές ή άλλες ανάρμοστες φράσεις. Με τη διάταξη αυτή, με την οποία επιδιώκεται η διασφάλιση της ευπρέπειας κατά τη διεξαγωγή του δικαστικού αγώνα, παρέχεται η εξουσία στο δικαστήριο, μετά από αίτηση κάποιου διαδίκου ή και αυτεπαγγέλτως, χωρίς χρονικό περιορισμό, να διατάσσει να διαγραφούν από τα δικόγραφα ή τις προτάσεις των διαδίκων εξυβριστικές ή άλλες ανάρμοστες φράσεις, οι οποίες, χωρίς να είναι αναγκαίες για την προσήκουσα υπεράσπιση των συμφερόντων των διαδίκων, αποβλέπουν σε ονειδισμό και περιφρόνηση του αντιδίκου ή του δικαστηρίου.

Αρμόδιο για τη διαγραφή είναι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου απευθύνεται το δικόγραφο ή οι προτάσεις του διαδίκου, όπου διαλαμβάνονται οι επίμαχες εξυβριστικές ή άλλες ανάρμοστες φράσεις (ΑΠ 794/2017, ΑΠ 156/2013). Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 206 και 553 ΚΠολΔ προκύπτει ότι οι αποφάσεις που διατάσσουν τη διαγραφή εξυβριστικών ή άλλων αναρμόστων φράσεων που περιέχονται στα δικόγραφα ή τις προτάσεις των διαδίκων, δεν υπόκεινται αυτοτελώς σε αναίρεση, εάν δεν προσβάλλεται και η ουσία της υπόθεσης, αλλά, και στην περίπτωση αυτή, εφόσον οι υπό διαγραφή φράσεις συνιστούν αναγκαία στοιχεία της ιστορικής βάσης της αγωγής ή της ενστάσεως (ΑΠ 931/2014, ΑΠ 620/2006).

Κατ' ακολουθίαν αυτών ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο κατά το πρώτο σκέλος προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 206 ΚΠολΔ, απέρριψε η προσβαλλόμενη απόφαση το λόγο εφέσεως με τον οποίο αυτός παρεπονείτο για την απόρριψη από το πρωτόδικο δικαστήριο του αιτήματος διαγραφής των διαλαμβανομένων στην αγωγή της αναιρεσίβλητης αναρμόστων φράσεων, κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος αφού ναι μεν η σχετική, περί μη διαγραφής, παραδοχή της προσβαλλομένης αποφάσεως συμπροσβάλλεται με την ουσία της υποθέσεως, δεν γίνεται όμως περαιτέρω επίκληση ότι οι διαγραφείσες φράσεις αποτελούν θεμελιωτικό στοιχείο της ένδικης αγωγής της.

Αλλά και κατά το δεύτερο σκέλος του ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ 19 αιτίαση, με την επίκληση ότι η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως, εφόσον παρέλειψε να παραθέσει αιτιολογία επί του ουσιώδους ζητήματος εάν κατ' άρθρο 367 § 2 του ΠΚ αίρεται ή όχι ο άδικος χαρακτήρας της πράξεως της αναιρεσίβλητης, ήτοι της συμπεριλήψεως στην αγωγή της προσβλητικών χαρακτηρισμών για τον αναιρεσείοντα, δεδομένου του τρόπου εκδηλώσεως αυτών, είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από την επισκόπηση του περιεχομένου της προκύπτει, απορρίπτοντας το αίτημα του αναιρεσείοντος περί διαγραφής των κατ' αυτόν ανάρμοστων φράσεων, προσέθεσε επιπλέον την κρίση ότι οι χαρακτηρισμοί αυτοί δεν είναι υβριστικοί αφού με αυτούς δεν εκδηλώνεται καταφρόνηση και ονειδισμός του αναιρεσείοντος.

Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28 Αυγούστου 2016 αίτηση του Ε. Κ. για αναίρεση της 26/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Μαρτίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 16 Μαΐου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ