2167/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Χυτήρογλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονυσία Μπιτζούνη, Βασιλική Ηλιοπούλου, Βασιλική Μπαζάκη - Δρακούλη και Στυλιανό Δαρέλλη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated2167/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2167 / 2018 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 2167/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Χυτήρογλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονυσία Μπιτζούνη, Βασιλική Ηλιοπούλου, Βασιλική Μπαζάκη - Δρακούλη και Στυλιανό Δαρέλλη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 19 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Παπαγεωργίου, (κωλυομένης της Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 3/2018 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Ιωαννίνων. Με κατηγορούμενο τον Α. Γ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Πεπελάση. Με πολιτικώς ενάγοντες τους 1. Α. Κ. χήρα Η., 2. Ν. Κ. του Η. και 3. Ι. Κ. του Η., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Καραγιάννης, ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Απριλίου 2018 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 447/2018.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του κατηγορουμένου, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' ΚΠοινΔ, "ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους υπόλοιπους διαδίκους, με κλήση που επιδίδεται σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166, στο ακροατήριο του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου...". Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 515 παρ. 1 του ΚΠοινΔ προκύπτει, ότι σε περίπτωση που αναβληθεί η συζήτηση της υπόθεσης σε ρητή δικάσιμο, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανιστούν κατά αυτήν χωρίς νέα κλήτευση, ακόμα και αν δεν ήταν παρόντες κατά τη δημοσίευση της αναβλητικής απόφασης. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 515 παρ. 2 εδ. α' του άνω Κώδικα, κατά την οποία "αν εμφανιστεί ο αναιρεσείων, η συζήτηση γίνεται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, ακόμα και αν κάποιος από αυτούς δεν εμφανίστηκε", σαφώς προκύπτει, ότι το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου προχωρεί στη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως παρά την ερημοδικία κάποιου διαδίκου, εκτός του αναιρεσείοντος, υπό τον όρο ότι ο μη εμφανισθείς ή οι μη εμφανισθέντες διάδικοι έχουν νόμιμα κλητευθεί προς τούτο, αλλιώς το ανωτέρω Δικαστήριο κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της παρούσας δίκης και τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, ο μεν κατηγορούμενος, Α. Γ. παραστάθηκε νομίμως δια πληρεξουσίου δικηγόρου, οι δε πολιτικώς ενάγοντες Α., χήρα Η. Κ., Ν. Κ. του Η. και Ι. Κ. του Η., κλητεύθηκαν από την Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, νομίμως και εμπροθέσμως, προκειμένου να παραστούν δια συνηγόρου στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου κατά τη δικάσιμο της 11-05-2018 (βλ. τα σχετικά από 23-04-2018 τρία (3) αποδεικτικά επιδόσεως του αρχιφύλακα Κ. Κ.), και συζητηθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά της υπ' αριθ. 3/2018 αθωωτικής αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Ιωαννίνων, όταν και αναβλήθηκε η εκδίκαση για την παρούσα δικάσιμο της 19-10-2018, πλην όμως κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το πινάκιο κατά την εν λόγω δικάσιμο (19-10-2018) με την παρουσία του αναιρεσείοντος, οι πολιτικώς ενάγοντες δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου στη συνεδρίαση αυτή (05-10-2018), ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Επομένως, εφόσον κλητεύθηκαν νόμιμα, κατά τα άνω, πρέπει, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, το Δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 505 παρ. 2 εδ. α' ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 479 παρ. 2 (άρθρο 483 παρ. 3), δηλαδή μέσα σε ένα μήνα από την καταχώριση της αποφάσεως καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά οποιασδήποτε αποφάσεως, συνεπώς και αθωωτικής, οποιουδήποτε ποινικού Δικαστηρίου, για όλους τους αναφερόμενους στο άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠοινΔ λόγους, μεταξύ των οποίων και για έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ. απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (αρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ).
Προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου της αθωότητας, που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α. (Ν.Δ. 53/1974), έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει είτε, όταν δεν εκτίθενται καθόλου στην απόφαση πραγματικά περιστατικά είτε, όταν δεν αιτιολογεί το δικαστήριο, με σαφήνεια και πληρότητα, γιατί δεν πείστηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα, που προσδιορίζονται στα πρακτικά και τα οποία έλαβε υπόψη για τον σχηματισμό της κρίσεώς του.
Δεν απαιτείται, όμως, για την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αθωωτικής αποφάσεως, να εκθέτει το δικαστήριο σ' αυτήν περιστατικά, από τα οποία πείστηκε για την αθωότητα του κατηγορουμένου, δεδομένου ότι αντικείμενο αποδείξεως στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου.
Ειδικά, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, για να είναι η δικαστική απόφαση αιτιολογημένη πρέπει να προκύπτει από αυτήν, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά, προκειμένου να διαμορφώσει την κρίση του. Πιο συγκεκριμένα, για την πληρότητα της αιτιολογίας σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.
Τέλος, για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1, 2, 3 ΠΚ δεν είναι άδικη η πράξη που τελείται σε περίπτωση άμυνας. Άμυνα είναι η αναγκαία προσβολή του επιτιθέμενου στην οποία προβαίνει το άτομο για να υπερασπισθεί τον εαυτό του ή άλλον από άδικη και παρούσα επίθεση που στρέφεται εναντίον τους. Το αναγκαίο μέτρο της άμυνας κρίνεται από το βαθμό επικινδυνότητας της επίθεσης, από το είδος της βλάβης που απειλούσε, από τον τρόπο και την ένταση της επίθεσης και από τις λοιπές περιστάσεις.
Σύμφωνα δε με το άρθρο 23 ΠΚ, όποιος υπερβαίνει τα όρια της άμυνας τιμωρείται, αν η υπέρβαση έγινε με πρόθεση, με ποινή ελαττωμένη (αρθρ. 83) και αν έγινε από αμέλεια, σύμφωνα με τις διατάξεις τις σχετικές με αυτήν. Μένει ατιμώρητος και δεν του καταλογίζεται η υπέρβαση, αν ενήργησε με αυτόν τον τρόπο εξ αιτίας του φόβου ή της ταραχής που του προκάλεσε η επίθεση.
Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι για την παραδοχή της καταστάσεως αμύνης απαιτείται η συνδρομή τριών προϋποθέσεων και ειδικότερα: α) επίθεση δηλαδή ορισμένη ανθρώπινη ενέργεια, με την οποία εκτίθεται σε κίνδυνο έννομο αγαθό κάποιου προσώπου, β) η επίθεση να είναι άδικη, υπό την έννοια ότι η επίθεση αυτή αντιφάσκει αντικειμενικά στο δίκαιο, και γ) η επίθεση να είναι παρούσα, δηλαδή, να έχει αρχίσει κίνδυνος του εννόμου αγαθού από επιθετική ενέργεια, και δεν έληξε ακόμα, να επίκειται η έναρξη κινδύνου αυτού ή να συντρέχει βάσιμη περίπτωση δικαιολογημένου φόβου αμέσου ενάρξεως της επιθετικής ενέργειας.
Από αυτόν τον ίδιο ορισμό της άμυνας κατ` άρθρο 22 παρ. 2 Π.Κ., προκύπτει ότι, ως τέτοια θεωρείται όχι μόνον η παθητική απλώς υπεράσπιση αλλά η με αντιπαραβολή κατά του επιτεθέντος ασκούμενη υπεράσπιση. Τίθεται όμως με την παράγραφο 3 του άρθρου 22 Π.Κ. περιορισμός του δικαιώματος αυτού της άμυνας στο αναγκαίο μέτρο, όπως προεκτέθηκε, και συνεπώς υπέρβαση αυτού (του αναγκαίου μέτρου) υπάρχει:
α) όταν κάποιος χρησιμοποιεί επικινδυνότερο μέσον υπεράσπισης, από εκείνο το οποίο in concreto ήταν αναγκαίο για την απόκρουση της επίθεσης, β) όταν γίνει χρήση του μέσου υπεράσπισης εντονότερη του δέοντος, γ) όταν προς αποτροπή ασήμαντης βλάβης, προσβάλει κάποιος τη ζωή ή επιφέρει σοβαρό τραυματισμό του επιτιθέμενου.
Πάντα βεβαίως με την προϋπόθεση, ότι ο αμυνόμενος γνωρίζει και έχει στη διάθεση του ολιγότερο επικίνδυνο μέσο άμυνας και μπορεί ακίνδυνα να κάμει χρήση αυτού. Περαιτέρω, το εάν η βλάβη που επήλθε στον επιτιθέμενο, από τον αμυνόμενο, υπήρξε νόμιμη ή έγινε καθ` υπέρβαση του αναγκαίου της αμύνης μέτρου, είναι ζήτημα πραγματικό και κρίνεται με βάση τις ειδικές περιστάσεις κάθε περίπτωσης, πάντοτε όμως κρίνεται όχι υποκειμενικώς, δηλαδή, όχι με βάση τι ο αμυνόμενος θεώρησε ως αναγκαίο προς απόκρουση της επίθεσης, αλλά αντικειμενικώς, δηλαδή τι κατά τις συγκεκριμένες περιστάσεις της περίπτωσης ήταν πράγματι αναγκαίο.
Η υπέρβαση δε αυτή, κατ' άρθρο 23 ΠΚ, συνιστά άδικη πράξη και γίνεται είτε με δόλο ή από αμέλεια του αμυνομένου, όπως προεκτέθηκε, και προϋποθέτει ύπαρξη αδίκου και παρούσης επιθέσεως, δηλαδή, κατάσταση άμυνας (άρθρο 22 Π.Κ.), γι' αυτό και δεν συντρέχει περίπτωση τέτοιας υπέρβασης, σε περίπτωση νομιζόμενης άμυνας, ούτε σε περίπτωση προφάσεως άμυνας.
Τέλος η μόνη περίπτωση να μείνει ατιμώρητος ο δράστης που υπερέβη τα όρια της άμυνας, είναι, αυτό να έγινε λόγω φόβου ή ταραχής στην οποία περιήλθε από την επίθεση. Το μέτρο της άμυνας θα κριθεί, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 3 ΠΚ, με βάση το βαθμό επικινδυνότητας της επίθεσης, το είδος της βλάβης που απειλήθηκε, τον τρόπο και την ένταση της επίθεσης και τις λοιπές περιστάσεις.
Ειδικότερα, δεν απαιτείται να υπάρχει αναλογία μεταξύ απειληθέντος εννόμου αγαθού από τον επιτιθέμενο και τελικά προσβληθέντος από τον αμυνόμενο και η βαρύτερη προσβολή καλύπτεται από την άμυνα, εφ` όσον μία ηπιότερη προσβολή δεν θα περιείχε την εγγύηση ότι η απόκρουση θα ήταν ασφαλής, άμεση και οριστική, ενώ εάν στη διάθεση του αμυνόμενου υπάρχει άλλο μέσο εξίσου πρόσφορο αλλά ηπιότερο, τότε αυτός θα πρέπει να χρησιμοποιήσει το ηπιότερο μέσο προς απόκρουση της επιθέσεως.
Τέλος, το μέτρο της αμυντικής πράξης θα κριθεί όχι με την αξιολόγηση του αποτελέσματος της πράξης, αλλά με την αξιολόγηση της πράξης καθαυτής. Ενδιαφέρει ο τρόπος της ενέργειας του αμυνομένου και όχι η βλάβη που τελικά προκλήθηκε στον επιτιθέμενο.
Εν προκειμένω, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 3/2018 απόφασή του, της οποίας ζητείται η αναίρεση με την κρινόμενη, νομοτύπως και εμπροθέσμως ασκηθείσα, με αριθμό 22/03-04-2018 αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, δεδομένου ότι η καταχώρηση της προσβαλλομένης αποφάσεως στο Ειδικό βιβλίο έγινε στις 09-03-2018, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Ιωαννίνων κήρυξε αθώο κατά πλειοψηφία τον αναιρεσίβλητο κατηγορούμενο Α. Γ. του Ν. της αξιόποινης πράξης της θανατηφόρου σωματικής βλάβης, την οποία φέρεται να τέλεσε στην …. στις 18-08-2008, λόγω συνδρομής του λόγου άρσης του αδίκου της άμυνας.
Στο σκεπτικό της απόφασης αυτής, το δικαστήριο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων κατά το είδος τους αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, κατά πλειοψηφία, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 18 Αυγούστου 2008 και περί ώρα 12.30-13.00 περίπου, ο κατηγορούμενος Α.
Γ. του Ν., …., πτηνοτρόφος, ετών 27, έβαινε με το υπ' αριθμ. κυκλ. ...62 Ι.Χ.Φ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του πατέρα του, σε ανώνυμη δημοτική οδό του …., με κατεύθυνση την Ε.Ο. ….. Στη συμβολή των οδών εισήλθε ανέλεγκτα στην Ε.Ο. ... με σκοπό να κατευθυνθεί προς … και απέκλεισε την πορεία του κανονικώς κινούμενου επί της Ε.Ο.
Ι.Χ.Ε. Αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο Η. Κ. του Ν., ετών 54, συνταξιούχου αστυνομικού, με επικείμενο κίνδυνο να συγκρουστούν τα δύο οχήματα, ο οποίος κίνδυνος απεφεύχθη χάριν επιτυχόντων ελιγμών του οδηγού Η. Κ.. Ο τελευταίος τότε έκανε προς τον Α. Γ. εποπτικές κινήσεις διαμαρτυρίας και θυμού και του έκανε σήμα με τα φώτα του και το ηχητικό όργανο του οχήματος του, να σταματήσει προφανώς για να του κάνει έντονες παρατηρήσεις για την προαναφερόμενη οδηγική συμπεριφορά του.
Όμως ο κατηγορούμενος τον προσπέρασε και κατευθυνόταν προς …. Θυμωμένος ο Η. Κ. που δεν σταμάτησε, τον προσπέρασε πάλιν και επισταμένως του ζητούσε να σταματήσει και πράγματι, μετά από διαδρομή 1.050 μέτρων, ο κατηγορούμενος σταμάτησε το όχημά του Εκτός του οδοστρώματος, ο δε Η. Κ. σταμάτησε Επίσης το όχημά του σε απόσταση 15-20 μέτρων μπροστά από το σταματημένο όχημα του Α.
Γ., επί του οδοστρώματος στο ρεύμα πορείας προς Άρτα, έχοντας καταλάβει περί το ήμισυ του ρεύματος πορείας αυτού. Εξοργισμένος κατέβηκε από το όχημά του και κατευθύνονταν προς τον Α. Β., είχε και αυτός εξέλθει του οχήματος του και τον ανέμενε. Ο Η. Κ. με επιθετικές διαθέσεις και με λεκτικές διαμαρτυρίες Για την μη συνετή οδήγηση του Α.
Γ. και κραδαίνοντας τα κλειδιά του οχήματός του, ζούσε στα χέρια του, πλησιάζοντας τον Α. Β., έδειχνε διάθεση να τον χτυπήσει με τα χέρια του. Ο Α. Γ. τότε ύψωσε τα χέρια του για να προφυλάξει το πρόσωπό του, από την επερχόμενη επίθεση του Η. Κ. προς αυτόν και παράλληλα για να αποφύγει το χτύπημα στο πρόσωπο του, επέφερε γρονθος το πρόσωπο του Ηλία κασναφέρη στην περιοχή των χειλέων του.
Τότε ο Η. Κ. κλονίστηκε, απώλεσε την ισορροπία του και έπεσε προς τα πίσω. Κατά την πτώση του επί της ασφάλτου, χτύπησε το πίσω και πλάγιο μέρος της κεφαλής του επί του οδοστρώματος. Εκ της πτώσεως του αυτής και του χτυπήματος της κεφαλής του επί του οδοστρώματος, πόνεσε τις αισθήσεις και παρουσίασε σπασμούς.
Κάτ' εκείνη τη στιγμή, προσήλθε στο σημείο, άλλο αυτοκίνητο με οδηγό τον Δ. Κ. και συνοδηγό τον Η. Κ., οι οποίοι είδαν τον Η. Κ. επί του κέντρου του οδοστρώματος να κείτεται και να παρουσιάζει σπασμούς, τον δε Α. Γ. να βρίσκεται πλησίον αυτού και να τον παρατηρεί. Σε ερώτηση του Δ. Κ., αν ειδοποιήθηκε ασθενοφόρο, μας το είπε ότι ήδη ειδοποίησε το ΕΚΑΒ να έρθει στο σημείο και ο Δ.
Κ., προσέτρεξε στο σημείο όπου κείτονταν ο Η. Κ. και αφού ανασήκωσε την κεφαλή του, ρίξε λίγο νερό στο πρόσωπο του για να συνέλθει, ο δε Η. Κ. πήρε ένα τρίγωνο από το όχημά τους και το τοποθέτησε έμπροσθεν του σημείου, προς αποφυγή παρασύρσεώς τους από επερχόμενα οχήματα. Κατά το διάστημα που δίδονται οι πρώτες βοήθειες από τον Δ.
Κ. στον Η. Κ., ο τελευταίος έκανε εμετό. Εντός ολίγου κατέφθασε και το ασθενοφόρο, το οποίο μετέφερε τον Η. Κ. το Γενικό Νοσοκομείο …, όπου μετά από 8 μέρες νοσηλείας και παρά τις προσπάθειες των ιατρών να τον θεραπεύσουν, κατέληξε. Υπό τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, ο κατηγορούμενος κατάφερε μόνο ένα χτύπημα διά των χειρών του στον Η.
Κ., το σημείο των χειλέων αυτού και το οποίο ήταν μικρής εντάσεως, τα δε έτερα πολλαπλά χτυπήματα που έφερε το θύμα προήλθαν από την πτώση του επί του οδοστρώματος λόγω απώλειας της ισορροπίας του. Το χτύπημα δε αυτό κατάφερε στο θύμα ο κατηγορούμενος αμυνόμενος, καθόσον Το θύμα κατευθύνεται με απειλητικές διαθέσεις κατ' αυτού και κραδαίνοντας κατ' αυτού τα χέρια του και κρατώντας το ένα εξ αυτών τα κλειδιά του αυτοκινήτου.
Βασίμως δε, εξέλαβε ο κατηγορούμενος ότι θα χειροδικήσει κατ' αυτού και μάλιστα θα τον χτυπήσει την περιοχή του προσώπου του. Προκειμένου δε να αποφύγει την κατ' του επίθεση, που ήδη ήταν σε εξέλιξη, όταν απέκρουσε το κατ αυτού χτύπημα από τον Η. Κ., δια της προτάξεως των χειρών του, για αυτό και φέρει οίδημα (γρατζουνιά) στο χέρι του, τότε μόνο τον έπληξε με γρόνθο στο πρόσωπό του, στην περιοχή των χειλέων του και εξ αυτού του πλήγματος, απώλεσε την ισορροπία του και κατέπεσε επί του οδοστρώματος, χτυπώντας στο οπίσθιο και πλάγιο μέρος της κεφαλής του, εκ των οποίων τραυμάτων και εξέπνευσε μετά από οχτώ (8) μέρες στο Γενικό Νοσοκομείο ….
Συνεπώς, θα πρέπει κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 22 του Π.Κ, να κριθεί η πράξη του ατιμώρητος και να κηρυχθεί αθώος, ως ευρισκόμενος σε άμυνα, κατά παραδοχή του οικείου αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου.".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο, στη συνέχεια, κήρυξε αθώο, κατά πλειοψηφία, τον κατηγορούμενο, του ότι: "Στην …, στις 18-8-2008, με πρόθεση προξένησε σε άλλον σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας, η οποία είχε ως επακόλουθο το θάνατο του παθόντος, το βαρύτερο δε αυτό αποτέλεσμα οφείλεται σε αμέλειά του.
Ειδικότερα, κατά των ανωτέρω τόπο και χρόνο επιτέθηκε κατά του Η. Κ. του Ν., τον χτύπησε με τις γροθιές τους στο πρόσωπο και στο κεφάλι και του προξένησε βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση, καθολική αιμορραγική διήθηση μαλακών μορίων, αιμορραγική διήθηση κροταφικων μυών, γραμμοειδες κάταγμα εξοικειωμένο από το αριστερό κροταφικό οστό και εκτεινόμενο στο μέσο κρανιακό βόθρο αριστερά, γραμμοειδες κάταγμα μένω από το ινιακό οστό και εκτεινόμενο στο μέσο κρανιακό βόθρο, κεφάλαιο αιμάτωμα και στοιχεία υποσκληρίδιας συλλογής αίματος στη βρεγματική χώρα, καθολική υπεραχνοειδή αιμορραγία εγκεφάλου και παρεγκεφαλίτιδας, εγκολεασμό τμήματος του εγκεφάλου εντός του ινιακού Τμήματος και πολλαπλές αιμορραγικές θλάσεις στους βαθύτερους σχηματισμούς αμφότερων των ημισφαιρίων, αποτέλεσμα από τις κακώσεις αυτές ως μόνης ενεργούς αιτίας, να επέλθει, κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του στο νοσοκομείο, ο θάνατός του στις 23-8-2008.
Το βαρύτερο αυτό αποτέλεσμα δεν ήταν στην πρόθεσή του, αλλά προκλήθηκε από αμέλεια του, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, δεν προέβλεψε ότι θα μπορούσε από τις ως άνω ενέργειες του (γροθιές στο πρόσωπο και το κεφάλι του θανόντος) να επέλθει ο θάνατός του.".
Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93§3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού παραθέτει τα αποδεικτικά μέσα και εκθέτει, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και τις σκέψεις που στηρίζουν την απαλλακτική του κρίση και ειδικότερα την κρίση του ότι, από τα αναφερόμενα στην απόφαση και τα πρακτικά αποδεικτικά μέσα, δεν αποδείχθηκε η ενοχή του κατηγορουμένου Α. Γ. του Ν. για την αξιόποινη πράξη της θανατηφόρας σωματικής βλάβης και ότι η συμπεριφορά που κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου επέδειξε, συνιστούσε άμυνα, η οποία αίρει τον αξιόποινο χαρακτήρα αυτής.
Ειδικότερα πλήρως αιτιολογείται η συνδρομή των προϋποθέσεων της άμυνας και συγκεκριμένα η άδικη επίθεση του θανόντος η οποία ήταν παρούσα, δηλαδή, είχε αρχίσει ο κίνδυνος του εννόμου αγαθού από επιθετική ενέργεια (ήτοι, κατά τις ανέλεγκτες περί τα πράγματα κρίσεις του δικαστηρίου της ουσίας, υπήρξε τόσο κατεύθυνση προς τον αναίρεσίβλητο-κατηγορούμενο "με απειλητικές διαθέσεις", οι οποίες δικαιολογούσαν ότι εκείνος "εξέλαβε...ότι θα χειροδικήσει εναντίον του" όσο και αυτή καθ' αυτή επιθετική πράξη, ήτοι "χτύπημα από τον Η. Κ.", το οποίο "απέκρουσε... δια της προτάξεως των χειρών του, γι' αυτό και φέρει οίδημα (γρατσουνιά) στο χέρι του"). Ομοίως αιτιολογείται πλήρως και ειδικώς ότι η επιθετική αυτή πράξη δεν υπερέβη το αναγκαίο μέτρο αφού δεν ήταν εντονότερη, επικινδυνότερη ή αναντίστοιχη με την επιθετική πράξη (πλήγμα "με γρόνθο στο πρόσωπο" του επιτιθέμενου έναντι χτυπήματος "στην περιοχή του προσώπου" του αμυνόμενου-κατηγορουμένου). Επομένως και με βάση τις σκέψεις που προεκτέθηκαν ο τρόπος της ενέργειας του αμυνομένου δεν υπερέβη το μέτρο της αμυντικής πράξης.
Επομένως, οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος Εισαγγελέα είναι αβάσιμες, αφού από τις ως άνω παραδοχές, προκύπτει ότι το Μικτό Ορκωτό Εφετείο δεν στέρησε από την απόφασή του την αξιούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Πλέον ή συγκεκριμένα, προκύπτει ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και [αυτά που λέει στο α], αφού η κρίση της πλειοψηφίας συνάδει με αυτά (δύο τραύματα εκ των οποίων το ένα δημιουργήθηκε από το πλήγμα του κατηγορουμένου και το άλλο από την πτώση στο οδόστρωμα) και το [β] το οποίο δεν διαφοροποιείται κατά περιεχόμενο. Περαιτέρω, ομοίως αβάσιμες είναι και οι αιτιάσεις περί ασαφούς και αντιφατικής αιτιολογίας αφού στην απόφαση αιτιολογημένα περιγράφεται ότι συνέτρεξε περίπτωση άμυνας και όχι νομιζόμενης άμυνας. Ειδικότερα ειδικά και εμπεριστατωμένως αιτιολογημένα εκτίθεται ότι η κατ' άρθρο 22 ΠΚ επίθεση είχε εκκινήσει με την κατεύθυνση του παθόντος (Η. Κ.) με απειλητικές διαθέσεις και συνεχίστηκε με χτύπημα του τελευταίου προς την περιοχή του προσώπου του κατηγορουμένου το οποίο αυτός απέκρουσε δια της προτάξεως των χειρών του.
Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ` αριθ. εκθ. 22/03 Απριλίου 2018 αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3/2018 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Ιωαννίνων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Νοεμβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Δεκεμβρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ