Supreme Court dismisses appeal against insurance liability decision regarding intentional car accident damages.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court of Athens' decision regarding insurance liability for damages caused by a car accident. The appellant argued that the court applied a repealed statute, claiming this created legal inequality by leaving the victim without compensation options. The court rejected this claim, finding that the lower court correctly applied the current mandatory insurance coverage rules and did not rely on the abolished provision. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the insurance company's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553 § 1β, 556, 558, 564, 566, 577 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal based on the alleged application of a repealed law is inadmissible if the lower court's decision was based on the currently valid statutory provisions governing the specific legal relationship.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 551 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 551/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Μαρία Βάρκα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Χ. του Σ., κατοίκου ... Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Τριανταφυλλίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΙΔ με την επωνυμία «ΓΡΑΦΕΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Εύα (Ευανθία) Τσελώνη - Παρασκευοπούλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16.06.2016 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1713/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 95/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14.06.2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Βάρκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[1] Η κρινόμενη από 14.06.2019 (γεν. αριθμ. εκθ. καταθ. 6106/2019) αίτηση για την αναίρεση της με αριθμό 95/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρ. 681Α ΚΠολΔ) έχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω δικαστηρίου (άρθρ. 495 § ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευσή της, εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής (άρθρ. 564 § 3 ΚΠολΔ). Ωσαύτως, έχει κατατεθεί από τον αναιρεσείοντα το προβλεπόμενο από το άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ παράβολο.
Συνεπώς, ενόψει και των διατάξεων των άρθρων 552, 553 § 1β, 556, 558, 564, 566 παρ 1 και 577 ΚΠολΔ, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).
[2] Από την κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι η, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής. Ο ενάγων ήδη αναιρεσείων άσκησε την από 16.06.2016 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αιτούμενος αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, κατά του Ι. M. (ως προς τον οποίο παραιτήθηκε από τη διαδικαστική πράξη της επίσπευσης της συζήτησης και της εγγραφής της στο πινάκιο) και κατά του εναγομένου, ήδη αναιρεσιβλήτου ΝΠΙΔ, ευθυνομένου σύμφωνα με το νόμο για τις υλικές ζημίες και σωματικές βλάβες, που προκάλεσε ο ως άνω οδηγός κατά την οδήγηση του αυτοκινήτου ιδιοκτησίας του, το οποίο είχε γερμανικές πινακίδες και χώρα συνήθους στάθμευσης τη Γερμανία, όπως ειδικότερα εξέθετε στην αγωγή.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, με την υπ'αριθμ. 1713/2017 οριστική απόφασή του, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και δη μόνον ως προς τα κονδύλια που αφορούσαν την αποζημίωση για τις υλικές ζημίες που υπέστη το αυτοκίνητο του ενάγοντος, ενώ απέρριψε τις αξιώσεις του για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη αναφορικά με τις σωματικές βλάβες που του προκάλεσε ο ως άνω οδηγός, δεχόμενο ότι αυτές (σωματικές βλάβες) δεν προκλήθηκαν εξ αμελείας του ανωτέρω οδηγού, αλλά εκ προθέσεως (ενδεχόμενου δόλου) και επομένως εξαιρούνται από την ασφάλιση.
Στη συνέχεια, ο ενάγων άσκησε κατά της ως άνω πρωτόδικης αποφάσεως την από 07.10.2017 έφεσή του, παραπονούμενος για τους περιεχόμενους σ' αυτήν λόγους, επί της οποίας εκδόθηκε η αντιμωλία των διαδίκων, με αριθμό 95/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση του εκκαλούντος ήδη αναιρεσείοντος και την οποία (απόφαση) προσβάλλει ο ενάγων με την κρινόμενη αναίρεσή του.
[3] Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία - ΟλΑΠ 1/1990).
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμ. 19 λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσης, με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας, αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μη μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (ΟλΑΠ 13/1995).
Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτει αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε 'Αρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναιρέσεως ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, κατά συνέπεια, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 εδ.α` του Ν. 489/1976 όπως αυτός κωδικοποιήθηκε με το Π.Δ. 237/1986 και συμπληρώθηκε με μεταγενέστερους νόμους, ορίζεται ότι η ασφάλιση πρέπει να καλύπτει την αστική ευθύνη του κυρίου, του κατόχου και κάθε οδηγού ή προστηθέντα για την οδήγηση ή υπεύθυνου του ασφαλισμένου αυτοκινήτου. Κατά το εδ. β' της ίδιας διάταξης ορίζεται ότι εξαιρείται η αστική ευθύνη των προσώπων, που προκάλεσαν το ατύχημα εκ προθέσεως. Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι ο ασφαλιστής δεν καλύπτει ασφαλιστικά την αστική ευθύνη του οδηγού, καθώς και του ιδιοκτήτη, που είχε προστήσει στην οδήγηση τον οδηγό, ο οποίος προκαλεί, εκ προθέσεως, ατύχημα σε τρίτο πρόσωπο και τούτο διότι βούληση μεν του νομοθέτη είναι η ασφαλιστική κάλυψη των ζημιών τρίτου, που προκαλούνται από την κυκλοφορία του αυτοκινήτου, έστω και από βαριά αμέλεια, όχι, όμως να καλύπτεται ασφαλιστικά ο ασφαλισμένος, ο οποίος χρησιμοποιεί το αυτοκίνητό του ως μέσον τέλεσης αδικήματος. Κατά συνέπεια, στην περίπτωση αυτή ο ασφαλιστής δεν ευθύνεται έναντι του παθόντα τρίτου, για να του καλύψει την αστική ευθύνη του οδηγού και του προστήσαντα αυτόν στην οδήγηση ιδιοκτήτη του ζημιογόνου αυτοκινήτου, εναγόμενος δε ο ασφαλιστής, επιτρεπτώς προβάλλει την σχετική ένσταση απαλλαγής και κατά του τρίτου ζημιωθέντα.
Τέλος, στο άρθρο 27 παρ.1 Ν. 489/1976, όπως ισχύει, ορίζεται ότι "Το Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης διακανονίζει ζημίες και καταβάλλει αποζημιώσεις για λογαριασμό αλλοδαπών Γραφείων Διεθνούς Ασφάλισης, εντός των ορίων που καθορίζονται από τις διατάξεις του παρόντος, λόγω ατυχημάτων τα οποία προκαλούνται από την κυκλοφορία στην Ελλάδα αυτοκινήτων οχημάτων, που έχουν τον τόπο συνήθους στάθμευσης στο έδαφος χωρών, τα αντίστοιχα Γραφεία των οποίων εφαρμόζουν το Τμήμα II της Ενοποιημένης Συμφωνίας, εφόσον τα αυτοκίνητα αυτά είναι εφοδιασμένα με ισχύον πιστοποιητικό διεθνούς ασφάλισης (πράσινη κάρτα)". Ο δικαιούχος αποζημίωσης από ατύχημα έχει ευθεία αξίωση κατά του ΓΔΑ, δεν υπάρχει ανάγκη παρεμβολής άλλου προσώπου ή άλλης διαδικασίας, αφού το ΓΔΑ είναι αμέσως υποκείμενο της σχετικής υποχρεώσεως.
Συνεπώς, το ΓΔΑ έχοντας νομική θέση που προσομοιάζει με εκείνη του ασφαλιστή δικαιούται να προβάλει κατά του ζημιωθέντος, όσες ενστάσεις θα μπορούσε να προβάλει και ο ασφαλιστής αν ενήγετο από τον τρίτο.
[4] Στην προκειμένη περίπτωση το δικάσαν Μονομελές Εφετείο, με την προσβαλλόμενη (υπ' αριθμ. 95/2019) απόφασή του, δέχθηκε, ανελέγκτως κατά το ενδιαφέρον, αναφορικά με τους λόγους αναιρέσεως, τμήμα της, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
«| Στην Ε.Ο. Αθηνών - Κορίνθου, την 07.08.2015 και περί ώρα 16:00 ο ενάγων οδηγούσε το με αρ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητό του, με κατεύθυνση προς Αθήνα, κινούμενος στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας. Την ίδια στιγμή ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας το με αρ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, που διέθετε γερμανικές πινακίδες κυκλοφορίας, με μόνιμο τόπο σταθμεύσεως τη Γερμανία, διαθέτοντας πιστοποιητικό διεθνούς ασφάλισης εκινείτο επί της ως άνω Ε.Ο., με την ίδια κατεύθυνση, στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας.
Στο ύψος της Χαλυβουργικής, σε μια στροφή με «σαμαράκι», το όχημα του α' εναγομένου οδηγού, παρέκκλινε της πορείας του προς τη λωρίδα του ενάγοντος και προσέκρουσε με το οπίσθιο μέρος του οχήματός του στο μπροστινό δεξιό μέρος του οχήματος του ενάγοντος και δη, στον καθρέπτη, στο φτερό και στον εμπρόσθιο δεξιό προφυλακτήρα.
Αποκλειστικός υπαίτιος της ως άνω σύγκρουσης των οχημάτων είναι ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος λόγω της αυξημένης για τις περιστάσεις ταχύτητας –ενόψει και του ότι το όχημά του έσερνε ένα τροχόσπιτο– δεν είχε συνεχώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, παρέκκλινε προς τη λωρίδα κυκλοφορίας του ενάγοντος, και προσέκρουσε στο όχημα του τελευταίου με αποτέλεσμα να του προκαλέσει υλικές ζημίες.
Αμέσως μετά τη σύγκρουση, ο ενάγων θέλοντας να πάρει τα στοιχεία του παραπάνω οδηγού, το ακολούθησε κάνοντάς του νεύμα να σταματήσει. Ο πρώτος εναγόμενος, όμως, συνέχισε την πορεία του και ο ενάγων ακολουθώντας τον, τον προσπέρασε και σταμάτησε το αυτοκίνητό του στο ύψος του Χαϊδαρίου, στο Δαφνί, στη δεξιά λωρίδα.
Κατέβηκε από το αυτοκίνητό του και όταν ο α’ εναγόμενος ακινητοποιήθηκε λόγω του ερυθρού σηματοδότη στη λωρίδα κυκλοφορίας του, κατευθύνθηκε πεζός προς αυτόν και στάθηκε στο δεξιό μέρος του αυτοκινήτου του, προς την πλευρά του συνοδηγού, ζητώντας του να κατέβει από το όχημά του για να ανταλλάξουν στοιχεία, ώστε να αποκατασταθούν οι προξενηθείσες ζημίες.
Πλην όμως, ο εναγόμενος, αν και αντιλήφθηκε τον ενάγοντα, εν τούτοις ανέπτυξε ταχύτητα, χωρίς να προηγηθεί εκ μέρους του κάποιος ελιγμός αποφυγής, με συνέπεια να τον χτυπήσει με το μπροστινό δεξιό μέρος του αυτοκινήτου του, παρασύροντας και εκτινάσσοντας τον ενάγοντα στο παρμπρίζ (βλ. προσκομισθείσα φωτογραφία).
Αφού δε, στη συνέχεια, τον έσυρε σε απόσταση 20 μέτρων, εγκατέλειψε το σημείο σύγκρουσης και τον ενάγοντα τραυματισθέντα, αναπτύσσοντας ταχύτητα. Τελικά ο α’ εναγόμενος συνελήφθη από την Τροχαία Χαϊδαρίου, μετά από κλήση αυτοπτών μαρτύρων που συγκράτησαν τα στοιχεία του οχήματος.
Εξαιτίας της ένδικης παράσυρσης ο ενάγων τραυματίσθηκε σοβαρά, μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ στο "ΑΤΤΙΚΟ" Νοσοκομείο, όπου διαπιστώθηκε κάταγμα (ΔΕ) γόνατος και θλαστικά τραύματα προσώπου και (ΑΡ) αντιβραχίου. Διακομίσθηκε μετά στο Νοσοκομείο "ΤΖΑΝΕΙΟ" με το ΕΚΑΒ, όπου διαπιστώθηκε θλαστικό τραύμα κάτω γνάθου, δύο θλαστικά τραύματα μετωπιαίας χώρας, εκχύμωση οφθαλμού, εγκαύματα άνω άκρων και κάταγμα κνήμης. Εξεταζόμενος από την Ορθοπεδική κλινική διαπιστώθηκε συντριπτικό κάταγμα του άνω άκρου κνήμης και υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση, κρίθηκε δε ως πιθανός χρόνος αποθεραπείας 6 μήνες (βλ. σχετικές ιατρικές γνωματεύσεις των ως άνω Νοσοκομείων). Αποκλειστικά υπαίτιος για τις προκληθείσες ως άνω σωματικές βλάβες είναι ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος, με βάση τα όσα προαναφέρθηκαν, ενήργησε με πρόθεση (ενδεχόμενο δόλο), όταν ευρισκόμενος ο ενάγων απέναντί του, ζητώντας του να κατέβει από το όχημά του, αυτός επιτάχυνε το όχημά του πατώντας το "γκάζι", προς το μέρος του ενάγοντα, χωρίς να προσπαθήσει να τον αποφύγει, με συνέπεια να τον παρασύρει και να τον τραυματίσει, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα που τυχόν θα προκληθεί από την ενέργειά του αυτή.
Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά προκύπτουν από τη σχηματισθείσα σε σχέση με το ποινικό αδίκημα δικογραφία, η οποία εκτιμάται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, στην οποία περιλαμβάνονται:
(α) η από 07.08.2015 ένορκη κατάθεση του παθόντος ενάγοντος, ο οποίος μεταξύ των άλλων ανέφερε ότι: «[…] του έκανα νόημα να σταματήσει. Ο οδηγός του αυτοκινήτου όμως δεν σταμάτησε, ανέπτυξε ταχύτητα και με χτύπησε, ενώ μπορούσε να με αποφύγει». Και
(β) το με αρ. πρωτ. .../8-8-2015 διαβιβαστικό έγγραφο του Τμημ. Ασφ. Χαϊδαρίου προς την Εισαγγελία Αθηνών, όπου γίνεται λόγος ότι ο συλληφθείς οδηγός I. M. (α’ εναγόμενος) οδηγώντας το ζημιογόνο αυτοκίνητο, «παρέσυρε με ανθρωποκτόνο πρόθεση τον Χ. Σ., προκαλώντας του σοβαρές σωματικές βλάβες».
Μάλιστα, σε βάρος του πρώτου εναγομένου ασκήθηκε ποινική δίωξη για την πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης και παραπέμφθηκε αυτός να δικαστεί ενώπιον του Β' Αυτοφώρου Μονομελούς Πλημ/κειου Αθηνών, το οποίο με την αρ. 83725/2015 απόφασή του κήρυξε ένοχο τον ερήμην δικασθέντα ως άνω κατηγορούμενο και του επέβαλε για την ως άνω πράξη την ποινή φυλακίσεως των 20 μηνών. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι στη δίκη αυτή ο ενάγων παρέστη ως πολιτικώς ενάγων, επιδιώκοντας χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ως παθών, εκ της ως άνω αδικοπραξίας και με την παράστασή του αυτή υποστήριξε την κατηγορία της επικίνδυνης σωματικής βλάβης (άρθρ 309-308 παρ. 1α ΠΚ) σε βάρος του κατηγορουμένου (α’ εναγομένου) αποδεχόμενος σαφώς το γεγονός ότι οι προκληθείσες από τον τελευταίο σωματικές βλάβες σε βάρος του τελέστηκαν από πρόθεση. Σε περίπτωση που ο ενάγων πίστευε ότι οι ανωτέρω σωματικές βλάβες προκλήθηκαν από αμέλεια, κατά την οδήγηση, του υπαίτιου οδηγού, δεν θα παρίστατο ως πολιτικώς ενάγων και δεν θα επεδίωκε την καταδίκη του α’ εναγομένου για την επικίνδυνη σωματική βλάβη που του προκάλεσε και η κατάθεσή του στο ακροατήριο θα ήταν, σε κάθε περίπτωση, ευνοϊκή για τον κατηγορούμενο. Τούτο όμως, δεν συνέβη και γι’ αυτό ο τελευταίος κηρύχθηκε ένοχος για την πράξη που κατηγορείτο, ενώ επιδικάσθηκε στον αιτούντα–πολιτικώς ενάγοντα η αιτηθείσα χρηματική ικανοποίηση.
Τα πιο πάνω δεκτά γενόμενα δεν αναιρούνται και πάντως δεν κλονίζονται σοβαρά από τις προανακριτικές καταθέσεις των μαρτύρων Μ. Π. που αντιλήφθηκε το τροχαίο ατύχημα και Χ. Ζ., Αστυνομικού, που επελήφθη του συμβάντος, την κατάθεση στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου της μάρτυρος Χ. Δ., αδερφής του ενάγοντος, που δεν ήταν παρούσα στο επίδικο συμβάν αλλά και της αρ. .../2016 ένορκης βεβαίωσης του μάρτυρα Σ. Κ., ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ευφροσύνης Κατή, η παρουσία του οποίου στον τόπο του ως άνω συμβάντος δεν αποδεικνύεται από τα έγγραφα της ποινικής δικογραφίας|».
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη, την από 07.10.2017 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης 1713/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δεχόμενο, όπως έχει προεκτεθεί, ως βάσιμη κατ’ ουσίαν την ένσταση του εναγομένου, ήδη αναιρεσιβλήτου νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου ΓΔΑ, ότι οι σωματικές βλάβες του ενάγοντος προκλήθηκαν από πρόθεση-ενδεχόμενο δόλο του υπαιτίου (α’ εναγομένου) και ως εκ τούτου οι απαιτήσεις του ενάγοντος που απορρέουν από την προκληθείσα σ' αυτόν σωματική βλάβη, εξαιρούνται από την ασφαλιστική κάλυψη.
[5] Κρίνοντας έτσι το πιο πάνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε, εκ πλαγίου, την προαναφερόμενη, ουσιαστικού δικαίου, διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 489/1976, αφού διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της εκ προθέσεως (με ενδεχόμενο δόλο) προκλήσεως του ατυχήματος και των συνεπειών αυτού, ως προς το σκέλος που αφορά τις αξιώσεις του ενάγοντος για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που απορρέουν από τις σωματικές βλάβες που υπέστη, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της εν λόγω διάταξης που εφάρμοσε και, επομένως, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση όπως αβάσιμα διατείνεται ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναίρεσης.
Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη, αναιρετικά, κρίση του ότι, αποκλειστικά υπαίτιος για τις προκληθείσες σωματικές βλάβες είναι ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος ενήργησε με πρόθεση (ενδεχόμενο δόλο), όταν ευρισκόμενος ο ενάγων απέναντί του, ζητώντας του να κατέβει από το όχημά του, αυτός επιτάχυνε το όχημά του πατώντας το "γκάζι", προς το μέρος του ενάγοντα, χωρίς να προσπαθήσει να τον αποφύγει, με συνέπεια να τον παρασύρει και να τον τραυματίσει, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα που τυχόν θα προκληθεί από την ενέργειά του αυτή.
Όλες οι αναφερόμενες στον παραπάνω πρώτο λόγο του αναιρετηρίου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος απαραδέκτως προβάλλονται διότι με αυτές, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στο άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα.
Συγκεκριμένα, για το ενδιαφέρον εν προκειμένω θέμα της εκ προθέσεως προκλήσεως του ατυχήματος, δεν απαιτείτο η παράθεση επιπλέον αιτιολογιών, και δη η αναφορά του ουσιώδους περιεχόμενου των καταθέσεων των τριών μαρτύρων (Π., Ζ., Χ., και της ένορκης βεβαίωσης του Σ. Κ.), οι οποίες δεν κλόνισαν σοβαρά το αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου, όπως αναγράφεται στη σελίδα 10 της αποφάσεως, αφού οι φερόμενες ως ελλείψεις αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και στην ανάλυση του αποδεικτικού υλικού και δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, κατά συνέπεια, δεν αποτελούν «αιτιολογία» της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη νομική σκέψη της παρούσης.
Επίσης, απορριπτέος ως απαράδεκτος για τους αμέσως παραπάνω λόγους κρίνεται ο ίδιος ως άνω λόγος, αναίρεσης κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται ανεπάρκεια αιτιολογίας στο θέμα της εκ προθέσεως σωματικής βλάβης του αναιρεσείοντος-ενάγοντος, στο σημείο όπου εκτιμάται το περιεχόμενο της ένορκης κατάθεσης του τελευταίου, που περιλαμβάνεται στην ποινική δικογραφία από την οποία όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, δεν προκύπτει ότι αυτός γνώριζε το περιεχόμενο του διαβιβαστικού εγγράφου του Τμήματος Ασφαλείας Χαϊδαρίου, ούτε το ποινικό αδίκημα της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, για το οποίο ο α’ εναγόμενος οδηγός, καταδικάσθηκε σε ποινή φυλακίσεως 20 μηνών από το Αυτόφωρο Μονομελές Πλημ/κειο Αθηνών, όπου ο ίδιος (ενάγων) παραστάθηκε ως πολιτικώς ενάγων.
Περαιτέρω, η αναφορά της προσβαλλόμενης απόφασης: «Μάλιστα, σε βάρος του πρώτου εναγομένου ασκήθηκε ποινική δίωξη για την πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης και παραπέμφθηκε [...]. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι στη δίκη αυτή ο ενάγων παρέστη ως πολιτικώς ενάγων [...]», αποτελεί επιχείρημα της προσβαλλόμενη απόφασης προς ενίσχυση της αιτιολογίας της για το ότι αποδείχθηκε η εκ προθέσεως πρόκληση των σωματικών βλαβών, από τα αποδεικτικά μέσα που επακριβώς αναφέρει η οποία μόνο στηρίζει επαρκώς και αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης.
Απορριπτέος επομένως, ως απαράδεκτος κρίνεται ο πρώτος λόγος της αναίρεσης.
Με τον δεύτερο (2ο) λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, για τη θεμελίωση της κρίσεώς του αναφορικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και την υπαιτιότητα του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος στην πρόκληση των σωματικών βλαβών του, η οποία ήταν αυτή της εξ αμελείας και όχι του ενδεχόμενου δόλου που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση.
Συγκεκριμένα, αιτιάται ότι δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι η προσβαλλομένη απόφαση έλαβε υπόψη της: α) τις προανακριτικές καταθέσεις της Μ. Π., Χ. Ζ. και β) την με αριθμό …/25-10-2018 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Σ. Κ., οι οποίες ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αναφορικά με το ως άνω θέμα της υπαιτιότητος.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο στήριξε την κρίση του στο ότι οι προκληθείσες σωματικές βλάβες του ενάγοντος προκλήθηκαν από πρόθεση-ενδεχόμενο δόλο του υπαίτιου οδηγού (α' εναγομένου) και ότι ως εκ τούτου οι απαιτήσεις του ενάγοντος που απορρέουν από την προκληθείσα σ' αυτόν σωματική βλάβη, εξαιρούνται από την ασφαλιστική κάλυψη (φύλλο 6ο), κατά τις λεπτομερώς περιγραφόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση συνθήκες του ενδίκου ατυχήματος, αφού εκτίμησε: "την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος του ενάγοντος Χ.
Δ. (αδερφής του) που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά συνεδρίασης, την .../25-10-2018 ένορκη βεβαίωση του Σ. Κ., ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών, Ευφροσύνης Κατή, που προσκομίζει ο εκκαλών και η οποία έχει ληφθεί μετά από νόμιμη, κατ’ άρθρο 671 παρ.1 εδ.
τελευταίο ΚΠολΔ, κλήτευση του αντιδίκου του (βλ. την αρ. …/22-10-2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Θεοφάνη Χατζηγρίβα), απ' όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, για να χρησιμεύσουν ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, στα οποία συμπεριλαμβάνονται και εκείνα της ποινικής δικογραφίας, την επισκόπηση των φωτογραφιών, των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητείται («αρθρ. 444 αρ. 3 448 παρ.2, 457 παρ.4 ΚΠολΔ, αποδείχθηκαν […]»).
Εξάλλου, στην αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως του ρητά αναγράφεται ότι: «[…] Τα πιο πάνω δεκτά γενόμενα δεν αναιρούνται και πάντως δεν κλονίζονται σοβαρά από τις προανακριτικές καταθέσεις των μαρτύρων Μ. Π. που αντιλήφθηκε το τροχαίο ατύχημα και Χ. Ζ., αστυνομικού, που επελήφθη του συμβάντος, την κατάθεση στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου της μάρτυρος Χ.
Δ., αδερφής του ενάγοντος, που δεν ήταν παρούσα στο επίδικο συμβάν αλλά και της με αριθμό .../2016 ένορκης βεβαίωσης του μάρτυρα Σ. Κ., ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Ευφροσύνης Κατή, η παρουσία του οποίου στον τόπο του ως άνω συμβάντος δεν αποδεικνύεται από τα έγγραφα της ποινικής δικογραφίας». Συνεπώς ελήφθησαν υπ’ όψη από το δικαστήριο και οι επικληθείσες από τον αναιρεσείοντα προανακριτικές καταθέσεις καθώς και η προαναφερθείσα ένορκη βεβαίωση, οι οποίες συνεκτιμήθηκαν με το λοιπό αποδεικτικό υλικό που αναφέρθηκε, έτσι ώστε καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το δικαστήριο έλαβε και συνεκτίμησε το όλο αποδεικτικό υλικό για τον σχηματισμό του ως άνω αποδεικτικού πορίσματός του.
Κατ' ακολουθία ο 2ος λόγος της αναίρεσης με τα αντίθετα παράπονα του αναιρεσείοντος (εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ' ΚΠολΔ), είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Στην πραγματικότητα, οι προβαλλόμενες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, για εσφαλμένη αξιολόγηση και παραγνώριση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών αυτών μέσων, αποτελούν ουσιαστικές, εκ μέρους του, προσεγγίσεις, που εκτιμά διαφορετικά τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα, οι οποίες και απαραδέκτως προβάλλονται, κατ' άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ.1ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν υπάρχει παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου η οποία εκφράζεται είτε με την ψευδή ερμηνεία είτε με την κακή εφαρμογή του κανόνα που εντοπίζεται στη μείζονα σκέψη του νομικού συλλογισμού της προσβαλλόμενης απόφασης ή στην υπαγωγή των πραγματικών παραδοχών που διαμόρφωσαν το αποδεικτικό πόρισμα (ελάσσονα πρόταση). Δεν ελέγχεται δε η απόφαση με τον παραπάνω λόγο αν το σφάλμα εντοπίζεται σε επιχείρημα που χρησιμοποιήθηκε προς ενίσχυση ή επιβεβαίωση του συλλογισμού της αποφάσεως.
Με τον τρίτο (3ο) λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων επικαλείται την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ισχυρίζεται, ότι το εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από τη διάταξη αυτή, γιατί παραβίασε ευθέως τα άρθρα 63 και 64 παρ.2 του ΚΠΔ, με το να δεχθεί ότι «ο ενάγων παρέστη ως πολιτικώς ενάγων, επιδιώκοντας χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ως παθών, εκ της ως άνω αδικοπραξίας και με την παράστασή του αυτή υποστήριξε την κατηγορία της επικίνδυνης σωματικής βλάβης σε βάρος του κατηγορουμένου, αποδεχόμενος σαφώς το γεγονός ότι οι προκληθείσες από τον τελευταίο σωματικές βλάβες σε βάρος του τελέστηκαν από πρόθεση.
Σε περίπτωση που ο ενάγων πίστευε ότι οι ανωτέρω σωματικές βλάβες προκλήθηκαν από αμέλεια, κατά την οδήγηση, του υπαίτιου οδηγού, δεν θα παρίστατο ως πολιτικώς ενάγων και δεν θα επεδίωκε την καταδίκη του α' εναγομένου για την επικίνδυνη σωματική βλάβη που του προκάλεσε και η κατάθεσή του στο ακροατήριο θα ήταν, σε κάθε περίπτωση, ευνοϊκή για τον κατηγορούμενο».
Με τέτοιο περιεχόμενο ο λόγος αυτός του αναιρετηρίου, σύμφωνα με όσα παραπάνω στη μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης αναφέρθηκαν, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι με την επίκληση της πλημμέλειας από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προσβάλλονται αιτιάσεις που εντοπίζονται σε επιχειρήματα του Εφετείου προς ενίσχυση της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα της παραδοχής που διαμόρφωσε το αποδεικτικό της πόρισμα περί εκ προθέσεως προκλήσεως σωματικών βλαβών από τον ενάγοντα στον εναγόμενο οδηγό και μη καλύψεως ως εκ τούτου ασφαλιστικά των αξιώσεών του για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης εξαιτίας των σωματικών βλαβών που του προκάλεσε ο ως άνω οδηγός, η οποία στηρίζει επαρκώς και αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης (Ολ ΑΠ 25/2003, ΑΠ 125/2017, ΑΠ 1008/2007).
Πρέπει επομένως, ν’ απορριφθεί και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως.
Τέλος, με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση τις πλημμέλειες από τον αριθμό 1 εδ. α'του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο, εφάρμοσε νόμο που είχε καταργηθεί από το έτος 2012, ήτοι εφάρμοσε το άρθρο 19 του ΠΔ 237/1986, όπως αυτό τροποποιήθηκε με άρθρο 5 παρ.1 ΠΔ 264/1991, που όριζε ότι το Επικουρικό Κεφάλαιο είναι υποχρεωμένο να καταβάλει στα πρόσωπα που ζημιώθηκαν αποζημίωση, αν το ατύχημα προήλθε από αυτοκίνητο οδηγούμενο από πρόσωπο που προκάλεσε από πρόθεση το ατύχημα, πλην όμως τα ως άνω ΠΔ έχουν ήδη καταργηθεί με το άρθρο 4 εδ. 1 Ν.4092/2012 γεγονός που συνεπάγεται ότι ο παθών δεν έχει άλλη δυνατότητα αποζημίωσης για τις σωματικές του βλάβες παρά μόνο να στραφεί κατά του φυσικού προσώπου με ότι αυτό συνεπάγεται με αποτέλεσμα με τον τρόπο αυτό να δημιουργείται ανισότητα απέναντι στο νόμο. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, γιατί ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, καθ’ όσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, στην προκειμένη περίπτωση δεν εφαρμόσθηκε από το Εφετείο η ως άνω (καταργηθείσα) διάταξη, αλλά η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 εδ. β' (τελευταίος του ν. 489/1976, όπως αυτός κωδικοποιήθηκε με το Π.Δ. 237/1986 και συμπληρώθηκε με μεταγενέστερους νόμους, το οποίο ορίζει:
«1. Η ασφάλιση πρέπει να καλύπτει την αστική ευθύνη του κυρίου, του κατόχου και κάθε οδηγού ή προστηθέντος για την οδήγηση ή υπεύθυνου του ασφαλισμένου αυτοκινήτου. Εξαιρείται η αστική ευθύνη των προσώπων που επελήφθησαν του αυτοκινήτου με κλοπή ή βία και αυτών που προκάλεσαν το ατύχημα εκ προθέσεως, η οποία και αναφέρεται στη μείζονα νομική σκέψη της προσβαλλομένης σε σχέση με το θέμα του εκ προθέσεως ατυχήματος και της εξαιρέσεως ασφαλιστικής καλύψεως στην περίπτωση αυτή, ούτε άλλωστε η εκ περισσού αναφορά στη μείζονα σκέψη της ίδιας απόφασης ότι ο εναγόμενος έχει τη δυνατότητα να επιδιώξει την ικανοποίηση του είτε κατά του ιδίου του υπαιτίου είτε κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου διαμόρφωσε το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης σε σχέση με το παραπάνω ζήτημα».
Σύμφωνα με τα παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη του παρασταθέντος αναιρεσιβλήτου νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου «Γραφείου Διεθνούς Ασφάλισης», το οποίο κατέθεσε προτάσεις (υπόμνημα), σύμφωνα με το σχετικό αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο λόγω της ήττας του κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14.06.2019 και με ειδ. αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 591/2019 αίτηση για αναίρεση της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο υπ` αριθμ. 95/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσίβλητου νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Και
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 29 Απριλίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ