Legislator Case Law & Legislation
215/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on tort liability and procedural grounds regarding witness deposition documents.

Case Number 215/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Instance Court's final judgment on tort liability. The appellant argued for liability based on negligence and procedural irregularities, but the court found the lower court's reasoning sufficient and the appeal grounds inadmissible. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 914, 297, 298 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if it challenges a final judgment on substantive grounds without new evidence or if it relies on documents that do not constitute proof under the law, such as witness examination records.

Keywords

AI generated
tort liability negligence civil code provisions appeal admissibility witness deposition legal costs procedural error

Cited Legislation

AI generated
Articles 914, 297, 298 of the Civil Code
Articles 936, 974, 1000 of the Civil Code
Articles 17 and 28 of the Constitution
Article 1 of Protocol 1 of the ECHR
Article 999 of the Civil Code
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Articles 339 and 432 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 215 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Γ.Β

Αριθμός 215/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη - Εισηγητή, Ασημίνα Υφαντή και Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αιμίλιο Χαρλαύτη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Π. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Σπυρίδωνα Δεσεγγρίνη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/11/2017 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 565/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 10/2020 του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30/6/2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 30.06.2020 και με αριθ. κατάθ.18/02.07.2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 10/06.02.2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ.552, 553,556,558,564 παρ.3 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298 ΑΚ προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση ευθύνης προς αποζημίωση του αμέσως ζημιωθέντος λόγω αδικοπραξίας, απαιτείται συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, πρόκληση εξ αυτής ζημίας σε άλλον και αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς και της επελθούσας ζημίας.

Όταν με την αδικοπραξία (θίγεται) ένα έννομο αγαθό, η προξενούμενη στην περιουσία ζημία, προέρχεται από την ολική ή μερική καταστροφή (βλάβη) του αγαθού αυτού. Έτσι, από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων και εκείνων των άρθρων 936, 974 και 1000 ΑΚ, επί βλάβης πράγματος, μπορεί να ζητήσει αποζημίωση για την καταστροφή ή χειροτέρευσή του, καθώς και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ο φορέας εμπραγμάτου δικαιώματος, πρωτίστως δε αυτός που έχει δικαίωμα κυριότητας του πράγματος, το οποίο προστατεύεται από τις διατάξεις των άρθρων 17 και 28 παρ.1 του Συντάγματος, 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και 999 επ.

ΑΚ, το οποίο παρέχει στον κύριο το δικαίωμα να διαθέτει το αντικείμενο της κυριότητας κατ` αρέσκεια και να απολαμβάνει τα από αυτή δικαιώματα, αποκλείοντας κάθε ενέργεια άλλου. Ακόμη, δικαιούχος της αποζημιώσεως μπορεί να είναι ο επικαρπωτής, ο αγοραστής στον οποίο παραδόθηκε το πράγμα με τον όρο παρακρατήσεως της κυριότητος από τον πωλητή μέχρι της αποπληρωμής του τιμήματος, αλλά και ο νομέας αυτού, καθώς και ο μισθωτής και ο απλός κάτοχος ήτοι ο δυνάμει εννόμου σχέσεως μετά του νομέως δικαιούμενος σε φυσική εξουσίαση του πράγματος, αφού για να επαναφέρουν τούτο στην προηγούμενη κατάστασή του, που θα τους επιτρέψει την τακτική του εκμετάλλευση και την απόλαυση των εξ αυτού ωφελημάτων, θα υποβληθούν σε δαπάνες (ΑΠ 420/2018, ΑΠ 1730/2010).

Ειδικότερα ο νομέας ακινήτου, επί του οποίου ασκεί κάποια εκμετάλλευση, δικαιούται να ζητήσει αποζημίωση για τη ζημία του υπέστη από την καταβολή δαπανών για την επαναφορά του στην προ της φθοράς ή βλάβης κατάσταση της εκμεταλλεύσεώς του καθώς και για το από την ματαιωθείσα εκμετάλλευσή του διαφυγόν κέρδος (ΑΠ 1233/1993).

Εκείνος δε που αξιώνει την καταβολή αποζημίωσης για τη βλάβη πράγματος, θα πρέπει να επικαλεστεί την ιδιότητα που έχει στο πράγμα, ώστε να νομιμοποιείται ενεργητικώς προς αποζημίωση, αλλά και να μπορεί να υπολογιστεί το ποσό της αποζημίωσης που δικαιούται, καθόσον η έκταση της ζημίας που καθένας έχει υποστεί από τη βλάβη του πράγματος και συνεπώς το ύψος της αποζημίωσης που δικαιούται εξαρτάται από το δικαίωμα που έχει επ` αυτού.

Την ύπαρξη του δικαιώματος αυτού θα πρέπει να διαγνώσει το δικαστήριο ώστε να επιδικάσει την αποζημίωση καθώς και να προσδιορίσει το ύψος της (ΑΠ 420/2018). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με κακή εφαρμογή του, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).

Στην τελευταία περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013). Δηλαδή, στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).

Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).

Επομένως η έλλειψη νόμιμης βάσης πρέπει να αναφέρεται σε παραδοχές της αποφάσεως επί εκείνων των ζητημάτων που ασκούν ουσιαστική επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή αντένστασης. Εάν τα περιστατικά, που προβάλλονται με το λόγο αναίρεσης ως αντιφατικά, ως εκ περισσού διατυπώθηκαν ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος ή την απόρριψή του κατά παραδοχή ενστάσεως και επομένως χωρίς να είναι αναγκαία για τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων, τότε οι σχετικές προς θεμελίωση του λόγου αυτού αναίρεσης αιτιάσεις είναι αλυσιτελείς και απορρίπτονται ως αβάσιμοι (ΑΠ 255/2010, ΑΠ 1008/2007).

Ανεπάρκεια αιτιολογιών δεν υπάρχει, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Άλλωστε, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).

Περαιτέρω, τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016, ΑΠ 1266/2011).

Συνακόλουθα η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013).Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) διατηρεί βιοτεχνία παρασκευής με παραδοσιακό τρόπο σάπωνος, αλλά και κατάστημα λιανικής πώλησης αυτού, καθώς και συναφών προϊόντων, και χημικό εργαστήριο για τις ανάγκες του σαπωνοποιείου.

Η ανωτέρω επιχείρηση του ενάγοντος, στεγάζεται σε κατάστημα ισογείου ορόφου διώροφης οικοδομής, που βρίσκεται στην Κέρκυρα, επί της .... Ο ενάγων τυγχάνει ψιλός κύριος, κατά ποσοστό 37,5% εξ αδιαιρέτου, του εν λόγω καταστήματος του ισογείου ορόφου, ενώ την ισόβια επικαρπία του εν λόγω ακινήτου, κατά το ως άνω ποσοστό της ανήκουσας σ' αυτόν ψιλής κυριότητας, έχει η μητέρα του και συγκύριοι του ίδιου ακινήτου, κατά το υπόλοιπο ποσοστό των 62,50% εξ αδιαιρέτου, είναι οι, Σ.

Π., Ε. Π., Α. Π., Χ. - Ό. Π. και Π. Σ.-Π., οι οποίοι, δυνάμει των από Σεπτεμβρίου 2010 και Δεκεμβρίου 2014 ιδιωτικών συμφωνητικών μίσθωσης, έχουν παραχωρήσει στον ενάγοντα τη χρήση του ως άνω ακινήτου τους για την άσκηση της επιχειρηματικής του δραστηριότητας, κατά το ως άνω συνολικό ποσοστό τους. Το κατάστημα αυτό έχει εμβαδόν 417,00 τ.μ.

μετά του δικαιώματος αποκλειστικής χρήσης επί αυλής 102,54 τ.μ., ως και μετά του δικαιώματος αέρος και υψούν επί τμήματος του υπόστεγου της ως άνω οικοδομής, επιφάνειας 200 τ.μ. περίπου. Ο πρώτος των εναγομένων(ήδη αναιρεσείων) είναι αποκλειστικός κύριος και νομέας του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου της ίδιας οικοδομής, επιφάνειας 135,49 τ.μ., με καλυμμένη βεράντα 50,00 τ.μ.

περίπου, τον οποίο χώρο ο πρώτος των εναγομένων, είχε εκμισθώσει στον δεύτερο των εναγομένων στις 14-6-2016, δυνάμει άτυπης(προφορικής)σύμβασης επαγγελματικής μίσθωσης. Κατά τους όρους της άτυπης συμφωνίας τους, το μίσθιο θα χρησιμοποιούνταν από τον μισθωτή και ήδη δεύτερο εναγόμενο, για τη στέγαση ενός καταστήματος εμπορίας παλαιών αντικειμένων (παλαιοπωλείο).

Η επαγγελματική μίσθωση που συνήφθη μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου εναγομένου, δηλώθηκε στην Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων(ΑΑΔΕ), στις 16-6-2016... Σύμφωνα με το υπ' αριθ. πρωτ. 1245/8-3-2018 έγγραφο της ΔΕΔΔΗΕ, η σύνδεση με αριθμό παροχής ... που βρίσκεται επί της ..., διεκόπη την 8-12-2010, κατόπιν αίτησης του προηγούμενου μισθωτή του καταστήματος...

στο όνομα του οποίου ήταν η ηλεκτρική παροχή. Περί ώρα 23:45 της 31ης Αυγούστου 2016, δηλαδή ώρα που ο δεύτερος των εναγομένων απουσίαζε από το ως άνω κατάστημά του, προκλήθηκε, στο ανωτέρω κτίριο, πυρκαγιά, η εστία της οποίας εντοπίζεται στον πρώτο όροφο, δηλαδή στο μίσθιο του δεύτερου εναγομένου. Η φωτιά επεκτάθηκε σε όλο τον όροφο του κτιρίου, τον οποίο κατέκαυσε πλήρως.

Επεκτάθηκε επίσης μερικώς στο κλιμακοστάσιο του κτιρίου. Η πυρκαγιά κατεσβέσθη με την επέμβαση ισχυρών δυνάμεων της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Κέρκυρας. Από τον έλεγχο που διενήργησε ο μηχανολόγος μηχανικός Χ. Κ., ο οποίος ορίσθηκε πραγματογνώμονας στα πλαίσια της διενεργηθείσας προανάκρισης από την Πυροσβεστική Υπηρεσία και συνέταξε την από 1-9-2016 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, προέκυψε ότι η εστία της προσδιορίστηκε στο δώμα του ορόφου άνωθεν της ξύλινης ψευδοροφής του κτιρίου, ότι η καύσιμη ύλη που τροφοδότησε την επέκταση της πυρκαγιάς, πέραν του σημείου που αυτή αρχικά εκδηλώθηκε, ήταν οι ξύλινες σανίδες της ψευδοροφής, ο ξύλινος σκελετός και το ξύλινο σανίδωμα της στέγης του κτιρίου....

Επιπρόσθετα, στην υπ' αριθμόν πρωτ. 277/14-6-2017 Έκθεση Τεχνικής Πραγματογνωμοσύνης του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος(Περιφερειακό Τμήμα Κέρκυρας), την οποία διενήργησαν ο μηχανολόγος μηχανικός Ν. Κ. και ο πολιτικός μηχανικός Κ. Π.... αναφέρεται επί λέξει:.... Από τις ανωτέρω εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, προκύπτει με βεβαιότητα ότι η πυρκαγιά προκλήθηκε ενώ η ηλεκτρική εγκατάσταση του καταστήματος βρισκόταν υπό τάση, οφείλεται δε σε βραχυκύκλωμα, το οποίο προκλήθηκε λόγω της πεπαλαιωμένης, ασυντήρητης και με εκτός κανονισμών πρόχειρες επεμβάσεις, ηλεκτρολογικής εγκατάστασης, της υπερφόρτωσης των παροχών συσκευών και φωτιστικών και της συνακόλουθης υπερθέρμανσης των καλωδίων, σε συνδυασμό με την παντελή έλλειψη μέσων πυροπροστασίας, κυρίως δε της έλλειψης ρελέ διαφυγής, όπως τα ανωτέρω εξειδικεύονται στις εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης...

Από το εν γένει αποδεικτικό υλικό, αποδεικνύεται... ότι η επίμαχη ηλεκτρική εγκατάσταση είχε συνδεθεί παρανόμως, ήδη κατά την έναρξη της μισθώσεως στις 16.6.2016, τούτο δε ήταν εν γνώσει και των δύο συμβαλλομένων, εκμισθωτή... και μισθωτή... Η κρίση αυτή στηρίζεται στα ακόλουθα προκύψαντα περιστατικά: Τη μη έκδοση λογαριασμών πληρωμής ρεύματος...

Από πλευράς α' εναγομένου, προκύπτει... ότι αυτός γνώριζε ότι δεν είχε γίνει νόμιμη επανασύνδεση και απέκρυψε αυτήν... Άλλωστε, η συμφωνία που επικαλείται... ότι δηλαδή ο μισθωτής... ανέλαβε την υποχρέωση να επισκευάσει και εν μέρει αντικαταστήσει την παλαιά ηλεκτρολογική εγκατάσταση και να προβεί στη νόμιμη διαδικασία επανασύνδεσης της ηλεκτρικής παροχής, δεν αποδείχθηκε από κανένα στοιχείο.

Αλλά και από τις μονομερείς δηλώσεις της μίσθωσης προς την ΑΑΔΕ, εκ μέρους του α' εναγομένου... ενισχύεται η κρίση του Δικαστηρίου περί γνώσεως... της παράνομης επανασύνδεσης της ηλεκτρικής παροχής του μισθίου. Συγκεκριμένα, στην από 16-6-2006 με αριθμό 9815897 δήλωση, δηλώνει το μίσθιο ως "μη ηλεκτροδοτούμενο", με διάρκεια της μίσθωσης από 16-6-2016 έως 31-12-2016.

Εν συνεχεία, με την υπ' αριθ. 10650975 δήλωσή του προς την ίδια αρχή(ΑΑΔΕ), στις 5.9.2016, δηλαδή μετά την πυρκαγιά, δηλώνει την ίδια μίσθωση με την ίδια διάρκεια και αναφέρει αριθμό παροχής ΔΕΗ του μισθίου (...), το εμφανίζει δηλαδή ως ηλεκτροδοτούμενο, παρότι η νόμιμη ηλεκτροδότηση αυτού έγινε μεταγενεστέρως, στις 7-9-2016, σύμφωνα με το υπ' αριθ. 1245/8.3.2018 έγγραφο της ΔΕΔΔΗΕ...

Είναι προφανής η προσπάθεια συγκάλυψης της παράνομης επανασύνδεσης, στην οποία δεν θα προέβαινε εάν δεν ήταν συμμέτοχος ή τουλάχιστον γνώστης της παράνομης σύνδεσης... Περαιτέρω και όσον αφορά στην υποχρέωση συντήρησης και ελέγχου της ηλεκτρολογικής εγκαταστάσεως... αμφότεροι οι εναγόμενοι, ήταν υποχρεωμένοι να λάβουν όλα τα αναγκαία μέτρα, για τη σωστή συντήρηση της ηλεκτρικής εγκαταστάσεως του μισθίου στο οποίο εκδηλώθηκε η πυρκαγιά.

Τούτο ισχύει τόσο για τον πρώτο εξ αυτών, εκμισθωτή, ο οποίος, παρότι γνώριζε την παλαιότητα της εγκαταστάσεως, δεν μερίμνησε, πριν την παράδοση του μισθίου στον δεύτερο, να ελέγξει αυτήν και τη συντηρήσει καταλλήλως, όσο και για τον δεύτερο, μισθωτή, ο οποίος όφειλε, ευθύς μετά την παραλαβή του μισθίου να ελέγξει την εγκατάσταση και να την επισκευάσει.

Αποτέλεσμα της αμελούς αυτής συμπεριφοράς των ανωτέρω, ήταν, η ηλεκτρική εγκατάσταση να παρουσιάζει τις φθορές και ελλείψεις...(φθαρμένα καλώδια, χωρίς την απαιτούμενη μόνωση και χωρίς κουτιά στις διακλαδώσεις αυτών, έλλειψη ρελέ διαφυγής κ.λ.π.),ένεκα των οποίων προκλήθηκε η πυρκαγιά... Σύμφωνα με τα ανωτέρω, η ένδικη πυρκαγιά με τα ζημιογόνα αποτελέσματά της, οφείλεται στη συγκλίνουσα αμέλεια αμφοτέρων των εναγομένων, οι οποίοι παρέλειψαν τις υποχρεώσεις τους...

αλλά και την καλή πίστη και τα χρηστά συναλλακτικά ήθη, προς συντήρηση της ηλεκτρολογικής εγκαταστάσεως του ακινήτου, ώστε αυτή να είναι σύμφωνη με τους αντίστοιχους κανονισμούς και συνεπώς ασφαλής, οι παραλείψεις δε αυτές των εναγομένων τελούν σε προφανή αιτιώδη σχέση με την πρόκληση της πυρκαγιάς και τις συνακόλουθες ζημιογόνες συνέπειές της.

Η εκκαλουμένη απόφαση επομένως, η οποία δέχθηκε ότι η πυρκαγιά οφείλεται σε παραλείψεις μόνον του δευτέρου εναγομένου και όχι και του πρώτου εναγομένου και απέρριψε την αγωγή ως προς αυτόν λόγω έλλειψης υπαιτιότητάς του, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων. Αποδεικνύονται επομένως βάσιμοι οι σχετικοί πρώτος και δεύτερος λόγοι της εφέσεως του ενάγοντος...

με τους οποίους πλήττεται η κρίση αυτή της εκκαλουμένης, αβάσιμοι δε οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της εφέσεως του δευτέρου εναγομένου... με τους οποίους υποστηρίζει αυτός ότι δεν βαρύνεται με οποιαδήποτε υπαιτιότητα στην πρόκληση της πυρκαγιάς και ότι αυτή οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθούν οι αμέσως ανωτέρω λόγοι της Β' εφέσεως, να γίνουν δεκτοί οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της Α'εφέσεως (του ενάγοντος), να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη κατά τη διάταξή της περί απορρίψεως της αγωγής ως προς τον πρώτο εναγόμενο και, αφού κρατηθεί η υπόθεση, να ερευνηθεί περαιτέρω η αγωγή και ως προς τον πρώτο εναγόμενο...

Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι από την πυρκαγιά που εκδηλώθηκε στον πρώτο όροφο και άνωθεν του καταστήματος του ενάγοντος, κατεστράφη ολοσχερώς ο άνω όροφος και η στέγη της οικοδομής, με αποτέλεσμα να χρήζει αυτή επισκευών, ώστε να επανέλθει σε λειτουργική κατάσταση, επίσης δε, από τις μεγάλες ποσότητες που έριξε η πυροσβεστική για την κατάσβεσή της, κατεστράφησαν όλα τα εμπορεύματα που ο ενάγων διατηρούσε στο κατάστημά του, καθώς και διάφορα μέρη του εξοπλισμού και της επίπλωσης αυτού.

Αποδείχθηκε ειδικότερα, ότι λόγω των ζημιών που υπέστη η οικοδομή από την πυρκαγιά, χαρακτηρίστηκε αυτή ως επικίνδυνη από στατική-δομική άποψη και από άποψη δημόσιας ασφάλειας, με την υπ' αριθ. 47005/4327/ 5.9.2016 έκθεση επικινδύνου, που συντάχθηκε μετά από αυτοψία που διενήργησε πολιτικός μηχανικός του Τμήματος Αυθαιρέτων-Επικινδύνων της Διεύθυνσης Πολεοδομίας του Δήμου Κέρκυρας.

Σύμφωνα με την ανωτέρω έκθεση, διαπιστώθηκε ότι η πυρκαγιά προκάλεσε, μεταξύ άλλων, κατάρρευση της στέγης, καταστροφή διαχωριστικών μεσοτοιχιών, ζημίες στο πάτωμα του ορόφου με κίνδυνο κατάρρευσης, απώλεια στατικής επάρκειας κλπ... Ανάλογες είναι και οι διαπιστώσεις που καταγράφονται στην από 9-9-2016 έκθεση αυτοψίας της Υπηρεσίας Νεωτέρων Μνημείων του Υπουργείου Πολιτισμού, η οποία επελήφθη, διότι το κτίριο είναι χαρακτηρισμένο ως μνημείο.

Ειδικότερα, στην ως άνω έκθεση αναφέρεται ότι το κτίριο αντιμετωπίζει σοβαρές φθορές στη στέγη, στις εσωτερικές μεσοτοιχίες του ορόφου, στα δάπεδα του ορόφου, οι οποίες θέτουν σε άμεσο κίνδυνο τη δομική ακεραιότητά του και θεωρούνται άκρως επικίνδυνες για τη φέρουσα ικανότητα του κτιρίου και τη λειτουργία του.

Υπάρχει άμεσος κίνδυνος από πιθανή κατάρρευση του δαπέδου, καθώς και από τα αποκολλημένα ετοιμόρροπα τμήματα της στέγης. Το ισόγειο εργαστήριο του πίσω τμήματος αντιμετωπίζει κίνδυνο, από την εκτιμώμενη συγκέντρωση υλικών της κατάρρευσης στη στέγη του, η οποία επιβαρύνεται περαιτέρω από την ανεξέλεγκτη ροή ομβρίων, λόγω κακής απορροής των υδάτων της στέγης.

Προτείνεται δε η λήψη άμεσων μέτρων προστασίας, που θα περιλαμβάνουν εσωτερική υποστήλωση της οροφής στο ισόγειο, με μεταλλικά ικριώματα βαρέως τύπου, προσωρινή τοποθέτηση ικριωμάτων σε όλο το μήκος και ύψος της πρόσοψης, απομάκρυνση των υλικών κατάρρευσης από τον όροφο και τη στέγη, καθαίρεση όλων των σαθρών υλικών, κατασκευή προσωρινής στέγης, σφράγισμα ανοιγμάτων κ.λ.π.

Ο ενάγων, ως συγκύριος του ακινήτου και αποκλειστικός κάτοχος του ισογείου καταστήματος, προχώρησε στην σύνταξη μελέτης για την αποκατάσταση των άνω ζημιών. Με αίτησή του εξεδόθη η υπ' αριθ. 54897/5235/12.10.2016 οικοδομική άδεια εκτέλεσης εργασιών μικρής κλίμακας και ανέθεσε την εκτέλεση των εργασιών αποκατάστασης, στον πολιτικό μηχανικό Θ.

Β.... Οι εργασίες αποκατάστασης που ανέλαβε και εκτέλεσε ο εν λόγω εργολάβος... με δικά του υλικά και μέσα, έγιναν σε δύο φάσεις και συγκεκριμένα: Α'ΦΑΣΗ: Υποστήλωση του πατώματος του δαπέδου του α' ορόφου 89 τμ, με την τοποθέτηση κάτω από το ταβάνι του ισογείου πατώματος 89 τμ από υλικό ¨Μπετοφόρμ¨ 22 χιλιοστών, εδραζομένου σε ξύλινες δοκούς 80 Χ 180 χιλιοστών ανά 0,70 μ., ήτοι 25 τεμάχια, που στηρίζονται σε μεταλλικές δοκούς 180 Χ 180 Χ 6 χιλ.

οι οποίες εδράζονται σε μεταλλικά υποστηλώματα 180 Χ 180 Χ 6 χιλ., ήτοι 13 υποστηλώματα, τα οποία εδράζονται σε μεταλλική πλάκα 500 Χ 500 Χ 10 χιλ. σε δύο θέσεις πάνω από το δωμάτιο του χημείου και του γραφείου, οι δοκοί δε συγκολλήθηκαν σε πλάκες 300Χ300Χ6 στους φέροντες τοίχους με στριφώνια. Κατασκευή ξύλινου παταριού με μόνωση με πλαστική μεμβράνη επάνω από το πεζοδρόμιο επιφάνειας 30 τμ, ώστε να διέρχονται οι πεζοί.

Σήμανση του χώρου στην πρόσοψη του κτιρίου με την τοποθέτηση 3 μεταλλικών εμποδίων με έντονο φωσφορούχο χρωματισμό, για την απαγόρευση της στάθμευσης οχημάτων. Για τις ανωτέρω εργασίες συμφωνήθηκε και καταβλήθηκε εργολαβική αμοιβή, κατ' αποκοπήν, ύψους 26.000€ πλέον ΦΠΑ από 24%. Β'ΦΑΣΗ: Έγιναν εργασίες απομάκρυνσης των υλικών της κατάρρευσης από το δάπεδο του α' ορόφου της οικοδομής και συγκεκριμένα απομάκρυνση 160 κυβικών μέτρων άχρηστων υλικών, που ήταν τα υπολείμματα της πυρκαγιάς...

Απομάκρυνση των σαθρών υλικών από τους λιθόκτιστους τοίχους της οικοδομής, ήτοι επιχρισμάτων επιφάνειας 100 τμ τουλάχιστον και υδρορροών σε μήκος 28 μέτρων, σφράγιση του άνω μέρους των τοίχων του α' ορόφου με τσιμεντοκονίαμα Μ 10 σε μήκος 28 μέτρων. Επίσης, κατασκευάστηκε μεταλλικό ¨σενάζ¨ μήκους 28 μέτρων στην στάθμη έδρασης της στέγης...

Έγινε βαθύ αρμολόγημα για την αποκατάσταση της μειωμένης αντοχής του κονιάματος της τοιχοποιΐας ... Καλύφθηκαν τα οκτώ ανοίγματα των παραθύρων και θυρών του α' ορόφου... Κατασκευάστηκε ξύλινη στέγη, επιφάνειας 142 τμ με ξύλινο σκελετό(δίρριχτη στο εμπρόσθιο τμήμα του κτιρίου) ... καθώς και ξύλινη μονόχυτη στέγη 55 τμ., πάνω από την προσθήκη-επέκταση του α' ορόφου με σανίδωμα 25 mm...

Για τις εργασίες της παραπάνω Β' φάσης του έργου, συμφωνήθηκε και καταβλήθηκε εργολαβική αμοιβή, κατ' αποκοπήν, 21.000 € πλέον ΦΠΑ 24% και συνεπώς η συνολική εργολαβική αμοιβή για όλες τις ανωτέρω εργασίες Α' και Β' φάσης, ανήλθε σε 47.000 € πλέον ΦΠΑ 11.280, ήτοι σύνολο 58.280 €, ποσό που ο ενάγων κατέβαλε στον ανωτέρω πολιτικό μηχανικό, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών αυτού.

Επίσης, για την άρση της επικινδυνότητας του κτιρίου και για να καταστεί δυνατή η συνέχιση της εκμετάλλευσής του, έγιναν και οι εξής εργασίες... Για όλες τις ανωτέρω εργασίες ο ενάγων δαπάνησε συνολικά το ποσό των 6.170,82 €, μετά του ΦΠΑ. Συνολικά δηλαδή, για την εκτέλεση των ανωτέρω εργασιών ο ενάγων αναγκάσθηκε να δαπανήσει το συνολικό ποσό των 64.450,82 € (58.280 + 6.170,82).

Περαιτέρω για την αποκατάσταση των ζημιών στο εσωτερικό του κτιρίου και στον εξοπλισμό του καταστήματος του ενάγοντος, απαιτούνται οι κάτωθι εργασίες, αντίστοιχης δαπάνης... Ήτοι αποκαταστάθηκαν ζημίες, στο ακίνητο και στο εντός αυτού εξοπλισμό και υπάρχοντα είδη, ανερχόμενες στο συνολικό ποσό των 35.168,89 €...

Επίσης, λόγω των εκτεταμένων καταστροφών από την πυρκαγιά... το ως άνω κατάστημα πώλησης σάπωνος, διέκοψε προσωρινά τη λειτουργία του από 1-9-2016 έως 28-2-2017, χρονικό διάστημα που απαιτήθηκε για την αποκατάσταση των ζημιών και την επαναφορά του σε κατάσταση που επέτρεπε την εκμετάλλευσή του. Για την απώλεια των εισοδημάτων του ενάγοντος από τις πωλήσεις των προϊόντων του καταστήματός του κατά το διάστημα αυτό, επιδικάστηκε ως αποζημίωσή του, με την εκκαλουμένη απόφαση, το ποσό των 22.993,86 €.

Η κρίση αυτή της εκκαλουμένης, δεν πλήττεται με κάποιο λόγο έφεσης... Τέλος... σύμφωνα με όσα προεξετέθησαν και, ειδικότερα, τις συνθήκες, υπό τις οποίες έλαβε χώρα η πρόκληση της ζημίας σε βάρος του ενάγοντος, του βαθμού υπαιτιότητας των εναγομένων και της ελλείψεως υπαιτιότητας αυτού, του μεγέθους της ζημίας και της αναπόφευκτης ψυχολογικής δοκιμασίας, στην οποία υποβλήθηκε ο ενάγων, υπέστη αυτός ηθική βλάβη από την εις βάρος του αδικοπραξία των εναγομένων.

Για την ικανοποίηση αυτής, ενόψει των στοιχείων που προαναφέρθηκαν και της κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως των διαδίκων και των λοιπών συνθηκών, απαιτείται το εύλογο ποσό των 10.000 €.

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, αντί του παραπάνω ποσού, επιδίκασε, για την αιτία που προαναφέρθηκε, το μικρότερο ποσό των 3.000 €, εσφαλμένα τις αποδείξεις εκτίμησε και το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε. Ως εκ τούτου, ο σχετικός τέταρτος λόγος της εφέσεως του ενάγοντος... κρίνεται βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

Ενόψει των ανωτέρω, οι αγωγικές αξιώσεις του ενάγοντος κατά των εναγομένων, για τις προαναφερθείσες αιτίες, αποδεικνύονται βάσιμες για τα ποσά των 64.450,82 € και 35.168,89€ για θετικές ζημίες, 22.993,86 € για διαφυγόντα κέρδη κατά τη μη πληττόμενη διάταξη της εκκαλουμένης και 10.000 € για χρηματική ικανοποίηση, συνολικά δε για το ποσό των 132.613,57 €".

Με βάση δε τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο, έκανε δεκτή τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου εξαφάνισε την υπ' αριθμ. 565/2019 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, που είχε απορρίψει την αγωγή του ως κατ' ουσίαν αβάσιμη ως προς τον πρώτο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα, ελλείψει υπαιτιότητας του τελευταίου, και την είχε κάνει εν μέρει δεκτή, μόνο ως προς το δεύτερο εναγόμενο, κράτησε την υπόθεση, προχώρησε στην εκ νέου έρευνα της άνω αγωγής και δέχθηκε αυτήν εν μέρει ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, αφενός υποχρεώνοντας αμφοτέρους τους εναγομένους να του καταβάλουν, ως αποζημίωση από αδικοπραξία, έκαστος εις ολόκληρον, το συνολικό ποσό των 122.613,57 €, αφετέρου αναγνωρίζοντας ότι του οφείλουν να του καταβάλουν, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης του, επίσης εις ολόκληρον έκαστος, και το ποσό των 10.000 ευρώ.

Έτσι δε που έκρινε το Εφετείο, θεμελιώνοντας το δικαίωμα αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης του ενάγοντος και από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του εκ των εναγομένων ήδη αναιρεσείοντος, με βάση όχι μόνο την ιδιότητα του ψιλού συγκυρίου, κατά το ποσοστό των 37,5% εξ αδιαιρέτου, αλλά και τις επικαλούμενες ιδιότητες του νομέα και κατόχου ολόκληρου του ως άνω πληγέντος ακινήτου, απορρέουσες από τα επικαλούμενα από Σεπτεμβρίου 2010 και Δεκεμβρίου 2014 ιδιωτικά συμφωνητικά μίσθωσης, δυνάμει των οποίων το υπόλοιπο ποσοστό των συγκυρίων των 62,50% εξ αδιαιρέτου, είχε παραχωρήσει στον αναιρεσίβλητο τη χρήση του παραπάνω ακινήτου για την άσκηση της επιχειρηματικής του δραστηριότητας, κατά το ως άνω συνολικό ποσοστό τους, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τους αναφερθέντες στην αρχή της παρούσας ουσιαστικούς κανόνες δικαίου των άρθρων 297,298,299,914, 974 και 1000 ΑΚ, που προστατεύουν και το δικαίωμα του κατόχου να αξιώνει αποζημίωση για την καταστροφή ή βλάβη του πράγματος, με το οποίο συνδέεται, αφού για να επαναφέρει τούτο στην προηγούμενη κατάστασή του, που θα του επιτρέψει την τακτική του εκμετάλλευση και την απόλαυση των εξ αυτού ωφελημάτων, θα υποβληθεί σε δαπάνες και ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στις ανωτέρω διατάξεις, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες και εφαρμόστηκαν στην προκειμένη περίπτωση.

Συνακόλουθα, τα όσα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, όμως, με τον πρώτο λόγο της ο αναιρεσείων με τον από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο αιτώμενος το Εφετείο ότι παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 1142, 1171, 1172, 1179 και 1180 ΑΚ, ως και 76 ΚΠολΔ, καθόσον σχετικά με την αποκατάσταση της ζημίας του αναιρεσιβλήτου από τις δαπάνες στις οποίες αυτός υποβλήθηκε, προκειμένου να επανέλθει στην προηγούμενη κατάστασή του, πριν την ένδικη πυρκαγιά, το πληγέν ακίνητο, που κατείχε ως μισθωτής, έπρεπε αυτός να ασκήσει τις ένδικες αξιώσεις του δήθεν από κοινού με την επικαρπώτρια του ποσοστού του 37,5% εξ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητας, που του ανήκε, καθιστούν αυτόν αβάσιμο, καθόσον οι ως άνω επικαλούμενες, προς θεμελίωσή του διατάξεις ως μη εφαρμοσθείσες, δεν ήταν πράγματι, εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση, αφού αυτές αναφέρονται στο εμπράγματο δικαίωμα της επικαρπίας και με τη διάταξη του άρθρου 1172 ΑΚ ρυθμίζονται οι μεταξύ του ψιλού κυρίου και επικαρπωτή σχέσεις ως προς τη διάθεση του ποσού της αποζημίωσης για την αποκατάσταση ή την αντικατάσταση του πράγματος, δηλαδή η ρυθμιστική εμβέλεια της εν λόγω διάταξης αναφέρεται στις μεταξύ του ψιλού κυρίου και του επικαρπωτή σχέσεις, μετά την καταστροφή του πράγματος, και όχι σε εκείνες μεταξύ ενός εκάστου εξ αυτών και του οφειλέτη της αποζημίωσης (ΑΠ 1824/2008), όπως εν προκειμένω με την αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος εναντίον των υπαιτίων, από τους οποίους ζήτησε αποζημίωση για την καταστροφή του πράγματος.

Όπως δέχθηκε στη προσβαλλόμενη απόφαση κατά τα προεκτεθέντα, συνέρρεαν στο πρόσωπο του ήδη αναιρεσίβλητου οι προαναφερόμενες ιδιότητες, ήτοι του συγκυρίου κατά την ψιλή κυριότητα του 37,5% εξ αδιαιρέτου του ισογείου ορόφου του κτιρίου, που επλήγη από την ένδικη πυρκαγιά, καθώς και του αποκλειστικού κατόχου και μοναδικού φορέα και ιδιοκτήτη της ατομικής επιχείρησης τύπου παραδοσιακού σαπωνοποιείου, που στεγαζόταν στο ως άνω ακίνητο, που είχε στην κυριότητά του ολόκληρο τον εξοπλισμό της και τα εντός αυτού ευρισκόμενα εμπορεύματα αυτής και ως εκ τούτου δεν συνέτρεχε περίπτωση κοινής εναγωγής με την επικαρπώτρια μητέρα του επί του παραπάνω ποσοστού της ανήκουσας σ' αυτόν ψιλής κυριότητας του εν λόγω καταστήματος του ισογείου ορόφου.

Τέλος με τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο διέλαβε επαρκείς, σαφείς και όχι αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων, τις οποίες εφάρμοσε, καθόσον τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δικαιολογούν τη θεμελίωση αδικοπρακτικής ευθύνης και στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος, ο οποίος, ενώ γνώριζε την παράνομη ηλεκτρολογική εγκατάσταση του μισθίου, στο οποίο εκδηλώθηκε η πυρκαγιά, και είχε υποχρέωση να λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα για τη σωστή συντήρηση αυτής, αμέλησε και δεν μερίμνησε, ως εκμισθωτής, πριν την παράδοση του μισθίου στο μισθωτή, να ελέγξει αυτήν και να τη συντηρήσει καταλλήλως, με αποτέλεσμα εκ της συγκλίνουσας αμέλειας αμφοτέρων των υπαιτίων (εκμισθωτή-μισθωτή), να προκληθούν οι φθορές, οι οποίες προκάλεσαν το επίμαχο βραχυκύκλωμα στην εγκατάσταση, που αποτέλεσε και την αιτία της πυρκαγιάς από την οποία προκλήθηκαν, αιτιωδώς, οι ένδικες ζημίες του ήδη αναιρεσίβλητου, ενάγοντος.

Δεν ήταν δε αναγκαία, για την πληρότητα της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με το ως άνω ουσιώδες ζήτημα, η παράθεση και άλλων, πλην των ανωτέρω, αιτιολογιών.

Συνεπώς, και ο από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, είναι αβάσιμος. Κατά τις λοιπές αιτιάσεις τους, οι ίδιοι ως άνω λόγοι, καθό μέρος με αυτούς, υπό το πρόσχημα της παραβίασης του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, πλήττεται η ακυρωτικά ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου, είναι απαράδεκτοι.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει λόγο αναίρεσης της αποφάσεως, νοούνται τα προβλεπόμενα ως αποδεικτικά μέσα- έγγραφα, κατά τα άρθρα 339 και 432 ΚΠολΔ, που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη κατά του αντιδίκου. Έτσι, δεν θεωρούνται έγγραφα, με την εν λόγω έννοια, εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο(ΑΠ 545/2014, ΑΠ 670/2011, ΑΠ 5/2011, ΑΠ 1412/2010), όπως είναι τα διαδικαστικά έγγραφα στα οποία περιλαμβάνονται και οι μαρτυρικές καταθέσεις, που δόθηκαν ενώπιον Πταισματοδίκη ή άλλου αρμόδιου (προ)ανακριτικού υπαλλήλου κατά την προδικασία ποινικής δίκης(ΑΠ 1217/2018, ΑΠ 1953/2017, ΑΠ 216/2006, ΑΠ 556/2003).Επομένως ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, γιατί παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 14.10.2016 ένορκης κατάθεσης του ίδιου (αναιρεσείοντος), που εξετάστηκε ενώπιον του αρμοδίου ανακριτικού υπαλλήλου Πυρονόμου Α.

Γ., κατά τη διάρκεια της διενεργηθείσας προκαταρκτικής εξέτασης, με αποτέλεσμα να καταλήξει σε εσφαλμένο συμπέρασμα ως προς την συνυπαιτιότητα αυτού στην πρόκληση της ένδικης πυρκαγιάς, είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, αφού η έκθεση εξέτασης μάρτυρα δεν αποτελεί έγγραφο με την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ.

Τέλος, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο(άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ). Επίσης πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρ.176,183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 30.06.2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 10/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Φεβρουαρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ