Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding joinder of parties and free evaluation of evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appeal filed by a company and an individual against a Thessaloniki Court of Appeal decision in a traffic accident case. The appellants argued for joinder of parties and alleged procedural errors regarding witness testimonies and lack of standing, but the court found these claims unsupported. The court ruled that joinder requires clearly defined legal status and that the Court of Appeal properly evaluated evidence and considered the appellants' arguments on standing before dismissing them.
Legislator headnote
AI generatedArticles 68, 74, 75, 79, 118, 216, 218, 219 of the Code of Civil Procedure; Articles 339 and 432 et seq. of the Code of Civil Procedure; Joinder of parties is prohibited unless the legal status of the appellant or defendant is definitively established by the substantive legal relationship; The Court of Appeal's free evaluation of evidence and dismissal of arguments on standing are not subject to appellate review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 670 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 670/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Γ. του Γ., κατοίκου ..., 2) Ομόρρυθμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΚΕΝΤΕΠΟΖΙΔΗΣ & ΣΙΑ - ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΝΩΣΗ Ο.Ε.", που εδρεύει στην Κοζάνη και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Κακαβέλα και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Π., χήρας Κ., 2) Α. Π. του Κ., 3) Η. Π. του Κ., 4) Α. Π. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικολέτα Κορωνίδου και κατέθεσαν προτάσεις.
Στο σημείο αυτό, ο συνήγορος των ως άνω αναιρεσειόντων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε με την παρουσία και του Γραμματέα του, δημοσίευσε δια του Προέδρου του την απόφαση που έχει τον ίδιο αριθμό με αυτό το πρακτικό, με την οποία απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέταξε την πρόοδο της δίκης.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 10/10/2006 (2) αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 40314/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 994/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16/6/2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Λαμπρόπουλος ανέγνωσε την από 9/11/2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της από 16-6-2010 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθ. 994/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 74, 75, 79, 118, 216 παρ.1, 218 και 219 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι δεν επιτρέπεται η διαζευτική ή επικουρική εναγωγή, γιατί το πρόσωπο του δικαιούχου ενάγοντος και του υποχρέου εναγομένου πρέπει να είναι ορισμένο και θετικό και να συνάπτεται με τα πραγματικά περιστατικά που δικαιολογούν την ιδιότητα αυτού, ως ενάγοντος ή εναγομένου.
Διαζευτική εναγωγή υπάρχει όταν ενάγουν ή ενάγονται περισσότερα πρόσωπα, χωρίς να προσδίδεται σε ένα από αυτά, κατά τρόπο οριστικό ή θετικό η ιδιότητα του ενάγοντος ή του εναγομένου και δικαιούχου ή υποχρέου αντίστοιχα, από την έννομη σχέση της δίκης. Επικουρική δε εναγωγή υπάρχει, όταν ο δεύτερος και οι επόμενοι ενάγουν η ενάγονται για την περίπτωση της απόρριψης της αγωγής κατά του αμέσως προηγούμενου αυτών.
Και στις δύο περιπτώσεις δεν πρόκειται για ενεργητική ή παθητική ομοδικία, αντίστοιχα, των άρθρων 74 επ. ΚΠολΔ, καθόσον οι ενάγοντες ή οι εναγόμενοι δεν είναι κοινωνοί της ίδιας απαίτησης ή υποχρέωσης, αντίστοιχα, έναντι του εναγομένου ή ενάγοντος, αντίστοιχα, αφού ένας μόνο είναι ο δικαιούχος ή ευθύνεται, αντίστοιχα αλλά υπάρχει αμφιβολία προς αυτούς.
Επομένως, επι διαζευκτικής ή επικουρικής εναγωγής, περισσοτέρων προσώπων η αγωγή είναι απαράδεκτη, λόγω της ακυρότητας του δικογράφου που δημιουργείται, επι μεν διαζευκτικής εναγωγής από την πλήρη αοριστία της αγωγής, ως προς το πρόσωπο του διαδίκου, επι δε της επικουρικής εναγωγής, λόγω της άσκησης της αγωγής υπό την αίρεση της απόρριψης αυτής, ως προς τον ενάγοντα ή τον εναγόμενο, η οποία δεν επιτρέπεται και συνεπώς απορρίπτεται και με αυτεπάγγελτη έρευνα από το δικαστήριο (ΑΠ 1821/2007).
Εξάλλου, κατ'άρθρο 559 αριθ.14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την επισκόπηση των αγωγών και των εφέσεων των εναγόντων-εκκαλούντων-αναιρεσιβλήτων, ούτοι ενάγουν με την πρώτη αγωγή (αριθ.κατ.45365/12-10-2006) το Επικουρικό Κεφάλαιο και με την δεύτερη τοιαύτη (αριθ.κατ.45366/12-10-2006) τους αναιρεσείοντες, και με τις εφέσεις τους (αριθ.κατ.1023, 1024/4-3-2008) ισχυρίζονται το μεν ότι κακώς απορρίφθηκε η αγωγή τους κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου, το δε ότι η δεύτερη τοιαύτη έγινε, εν μέρει, δεκτή και ότι συνυπαίτιος του ενδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος ήταν ο σύζυγος της πρώτης και πατήρ των λοιπών εναγόντων-εκκαλούντων-αναιρεσιβλήτων.
Τόσον το πρωτόδικο όσο και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκαν, κατά την ανέλεγκτη κρίση τους, ότι άμεση εμπλοκή στο ένδικο ατύχημα δεν είχε άγνωστος οδηγός και αγνώστου αριθμού κυκλοφορίας όχημα, αλλά ο πρώτος αναιρεσείων, οδηγός του υπ'αριθ.κυκλ. ... ΙΧΦ αυτοκινήτου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις προς τρίτους ζημίες στη δεύτερη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία, καθώς επίσης και ο οδηγός του υπ'αριθ.κυκλ....
ΔΧΕ αυτοκινήτου (ΤΑΧΙ), σύζυγος της πρώτης και πατήρ των λοιπών αναιρεσιβλήτων. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν έσφαλε με τη μη κήρυξη απαραδέκτου, καθόσον η αίτηση των δύο αγωγών και ειδικότερα της δεύτερης δεν αποτελεί εναγωγή, ούτε αγωγή υπό αίρεση σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτιθέμενα. Το γεγονός της συνεκδίκασης των αγωγών δεν διαφοροποιεί τα πράγματα, καθόσον με την ένωση και συνεκδίκαση, η οποία εναπόκειται στην ανέλεκτη κρίση του δικαστηρίου, οι συνεκδικαζόμενες, ως άνω, αγωγές δεν έχασαν την αυτοτέλεια τους.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίον αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.20 ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο της ουσίας παρεμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει λόγο αναιρέσεως θεωρούνται τα από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 432 επ. ΚΠολΔ προβλεπόμενα αποδεικτικά έγγραφα. Ως εκ τούτου δεν είναι έγγραφα εκείνα τα οποία αποτυπώνουν στο περιεχόμενο τους άλλα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 310/1999) όπως είναι τα πρακτικά της δίκης και οι εκθέσεις ένορκης εξέτασης ή βεβαίωσης μαρτύρων κατά το μέρος που περιλαμβάνει τα υπό του μάρτυρος ενόρκως κατατεθέντα ή βεβαιωθέντα (ΑΠ 751/1999). Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης με τον οποίον αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθ.20 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι παρεμόρφωσε το περιεχόμενο των ενόρκων καταθέσεων δύο μαρτύρων, οι οποίοι εξετάσθηκαν προανακριτικά στα πλαίσια σχηματισμού ποινικής δικογραφίας για τα αίτια και την υπαιτιότητα των εμπλεκομένων προσώπων στο ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν η δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ (Ολ) 12/1991). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο που δίκασε, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, έλαβε υπόψη και τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης τους, το οποίον επανέφεραν ενώπιον του με αυτοτελή λόγο έφεσης, και τον απέρριψε.
Συνεπώς δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ και ο σχετικός τρίτος λόγος της κρινομένης αίτησης αναίρεσης κατά το μέρος που προβάλλεται η ως άνω αιτίαση είναι αβάσιμος. Επίσης αβάσιμος είναι, κατά τα λοιπά, ο ίδιος λόγος αναίρεσης που αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων τις οποίες το δικαστήριο της ουσίας εκτιμά ελεύθερα και δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1120/2007).
Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθ.8 και 19 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός κατά το πρώτο σκέλος του είναι αβάσιμος, καθόσον, όπως και ανωτέρω αναφέρθηκε, του πρωτοδίκως προβληθέντα και με αυτοτελή λόγο έφεσης επαναφερθέντα ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης, το Εφετείο τον έλαβε υπόψη του και τον απέρριψε. Επίσης και κατά το δεύτερο σκέλος του είναι αβάσιμος, διότι δεν γίνεται καμία ειδική αναφορά ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος του δικαστηρίου. Πέραν δε τούτου οι αιτιάσεις και οι ισχυρισμοί πλήττουν την ουσία της υπόθεσης η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 1875/2006). Κατ'ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (αρθρ.176, 183 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-6-2010 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθ.994/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 3 Μαΐου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ