Legislator Case Law & Legislation
213/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal citing procedural defect where documents were not distorted but merely considered alongside other evidence.

Case Number 213/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Single Court of Appeal's decision. The appellant argued that the lower court distorted the content of the appeal document and the expert report, claiming these procedural documents could not be challenged under the law. The court ruled that since the lower court merely considered these documents alongside other evidence rather than relying on them exclusively, no ground for cassation existed.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; A cassation ground based on distortion of procedural documents is inadmissible when the court of first instance considered such documents as one of several means of proof without relying on them exclusively for its finding.

Keywords

AI generated
cassation appeal procedural defect distortion of documents means of proof expert report appeal document code of civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 559, 577 of the Code of Civil Procedure
Articles 111, 118, 216 of the Code of Civil Procedure
Article 1094 of the Civil Code
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 213 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 213/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μαρίας Μουλιανιτάκη, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 3 Μαΐου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Λ. χήρας Τ. Μ., το γένος Β. Ζ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Β. Μ., με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Χ. του Α., 2) Θ. συζ. Ι. Χ., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ναταλία Γρέβια, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ... αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 232/2017 μη οριστική, ... οριστική του Μονομελούς Εφετείου ... Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-11-2019 αίτησή της, η οποία αρχικά προσδιορίστηκε για συζήτηση στη δικάσιμο 13-1-2021 και κατόπιν αναβολής στη δικάσιμο 26-5-2021. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση στη σημερινή δικάσιμο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, μετά τη με αριθμό ... Πράξη του Προέδρου του Γ' Πολιτικού Τμήματος.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη από 21-11-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμ. ... απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ..., που εκδόθηκε, κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, με την οποία έγινε δεκτή, κατά άρθρ. 528 ΚΠολΔ, η από 27-03-2014 έφεση της αναιρεσείουσας, κατά της εκκαλούμενης, με αριθμ. 16/2014, απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε την υπόθεση, δίκασε την αγωγή και έκανε αυτήν δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη. Η ανωτέρω αίτηση ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 566 παρ. 1, 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 571, 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. [1] Από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αριθ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, 1094 ΑΚ συνάγεται ότι για το ορισμένο της αγωγής πρέπει το δικόγραφο αυτής, εκτός από άλλα στοιχεία, να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, με τρόπο που να παρέχεται στον εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας και στο δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου της νομικής της βασιμότητας.

Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκηση της αγωγής, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο (ΑΠ 159..., 165/2018, ΑΠ 1274/2017).

Ειδικότερα, από άποψη περιγραφής του αντικειμένου της διαφοράς προκειμένου περί διεκδικητικής ή αναγνωριστικής αγωγής της κυριότητας ακινήτου, απαιτείται για το ορισμένο αυτής ο καθορισμός κατά τρόπο σαφή της θέσης, στην οποία κείται το ακίνητο και οπωσδήποτε των ορίων του, ώστε να μη γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητά του, αλλά αυτό να εντοπίζεται επακριβώς και να διαχωρίζεται από τα γειτονικά εδάφη (ΑΠ 9/2020, ΑΠ 301/2017), έστω και αν η έκταση και τα όριά του δεν ανταποκρίνονται ακριβώς στην πραγματικότητα, αφού ο ακριβής προσδιορισμός τους εναπόκειται στο δικαστήριο της ουσίας που αποφαίνεται σχετικά, μετά από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1283/2022, ΑΠ 368/2020, ΑΠ1052/2019).

Όταν το διεκδικούμενο ακίνητο φέρεται στην αγωγή ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, ο ενάγων έχει υποχρέωση, εκτός από την έκταση του διεκδικούμενου αυτού τμήματος, να προσδιορίσει τη θέση του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο, έτσι ώστε να είναι δυνατή στον εναγόμενο η άμυνα περί συγκεκριμένου επιδίκου αντικειμένου, στο δικαστήριο δε να μπορεί να τάξει το προσήκον θέμα απόδειξης.

Η περιγραφή του ακινήτου μπορεί να γίνεται και με την αποτύπωσή του με τοπογραφικό διάγραμμα υπό κλίμακα, από το οποίο προκύπτει πλην του σχήματος, οι πλευρές, η θέση, ο προσανατολισμός του και το εμβαδόν του, εφόσον το τοπογραφικό διάγραμμα τούτο ενσωματώνεται στο δικόγραφο της αγωγής (ΑΠ 1319/2020, ΑΠ 159..., 305/2017).

Το γεγονός, όμως, ότι το μνημονευόμενο τοπογραφικό διάγραμμα, στο οποίο εμφαίνεται το επίδικο ακίνητο δεν προσαρτήθηκε στην αγωγή, δεν την καθιστά αόριστη ως προς την περιγραφή του, αν από την όλη περιγραφή του ακινήτου στο δικόγραφο δεν γεννιέται αμφιβολία για την ταυτότητά του (ΑΠ 12/2023, ΑΠ 166/2023). [2] Η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ) και συντρέχει αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη την αγωγή.

Αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, ο, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια, ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 1283/2022, ΑΠ 115/2022, ΑΠ 1400/2022).

Για να ιδρυθεί ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, πρέπει ο σχετικός με την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας, έστω και ο εν λόγω ισχυρισμός θα μπορούσε να ερευνηθεί αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο ουσίας, και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης, στην οποία πρέπει, επίσης, να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής, που κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένη ή απορρίφθηκε ως αόριστη (ΑΠ 617/2022, ΑΠ 350/2022, ΑΠ 353/2020). [3] Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 1033, 369, 1192, 1194 και 1198 ΑΚ, προκύπτει ότι αποκτά κάποιος κυριότητα ακινήτου με παράγωγο τρόπο, ύστερα από συμφωνία με τον αληθή κύριο του ακινήτου ότι μετατίθεται σ` αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία, εφόσον η σχετική συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή.

Σε αγωγή, θεμελιωτική επί παράγωγου τρόπου κτήσης κυριότητας του ενάγοντος, δεν απαιτείται, ως αναγκαίο στοιχείο αυτής, να αναφέρεται ο τρόπος κτήσης της κυριότητας επί του επίδικου από τον δικαιοπάροχο του ενάγοντος. Μόνο, αν ο εναγόμενος ήθελε αμφισβητήσει, με τις προτάσεις του, της πρώτης πρωτοβάθμιας συζήτησης την κυριότητα του τελευταίου και των προ αυτού κτητόρων του επιδίκου, υποχρεούται ο ενάγων, για το ορισμένο της αγωγής, να αναφέρει, είτε με την αγωγή καθ` υποφορά, είτε συμπληρώνοντας, παραδεκτά, κατ' άρθρ. 224 ΚΠολΔ., με την προσθήκη στις ίδιες προτάσεις του της πρώτης συζήτησης, και τον τρόπο κτήσης από το πρόσωπο αυτό της κυριότητας επί του επιδίκου, καταφεύγοντας, αν υπάρξει ανάγκη, σε πρωτότυπη κτήση (χρησικτησία).

Η παράλειψη του ενάγοντος να καθορίσει είτε καθ' υποφοράν με την αγωγή, είτε κατά τα ως άνω, τον τρόπο κτήσης της κυριότητας του επίδικου από τους δικαιοπαρόχους του καθιστά την αγωγή αόριστη (ΑΠ 1279/2022, ΑΠ 1125/2018). H αοριστία αυτή δεν είναι νομική, ως συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, οπότε η παραβίασή της ελέγχεται με βάση τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1α ΚΠολΔ, αλλά είναι ποσοτική, εφόσον στο δικόγραφο της αγωγής δεν αναφέροντα με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημά της αγωγής οπότε η παραβίασή της ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 8 και 14, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1223/2022, ΑΠ 1292/2011). [4] Στην προκείμενη περίπτωση, ο από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή, λόγω αοριστίας, και ειδικότερα, για το λόγο ότι δεν διαλαμβάνεται στο δικόγραφο αυτής, η περιγραφή του μείζονος ακινήτου στο οποίο περιλαμβάνεται η επίδικη εδαφική λωρίδα, εμβαδού 10,70 τ.μ., και, ο, από τον αρ. 8 (και όχι 1α) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα με εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 1710, 1813, 1846, 1192, 1194, 1195, 1198, 1033, 1192, 1041, 1045, ΑΚ αρκέστηκε σε λιγότερα πραγματικά περιστατικά από αυτά που απαιτούνται από το νόμο, και δεν απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη, λόγω επιγενόμενης αοριστίας, επικαλούμενη ότι στην αγωγή δεν διαλαμβάνεται ο τρόπος κτήσης της κυριότητας του επίδικου ακινήτου από τους άμεσους και απώτερους δικαιοπαρόχους των αναιρεσιβλήτων, αν και αμφισβήτησε, μετά την εξαφάνιση της ερήμην της εκδοθείσας πρωτοβάθμιας απόφασης, την κυριότητα των δικαιοπαρόχων των εναγόντων είναι απαράδεκτοι, διότι δεν παρατίθεται το ακριβές περιεχόμενο της αγωγής, στην οποία δεν φέρεται να διαλαμβάνεται καθ' υποφορά συμπλήρωση φερόμενης επιγενόμενης αοριστίας, που κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένη.

Σε κάθε περίπτωση, ο παραπάνω δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι και αβάσιμος. Και, τούτο, διότι από την από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι εξέθεταν ως προς την περιγραφή του επιδίκου ακινήτου, του οποίου αιτήθηκαν να αναγνωριστούν συγκύριοι, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, και να διορθωθεί η ανακριβής πρώτη εγγραφή του στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου ..., του επιδίκου ακινήτου, εμβαδού 10,70 τ.μ., που φαίνεται στο από μηνός ...

τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου - τοπογράφου μηχανικού Γ. Κ., με τα στοιχεία ..., ως τμήμα ακινήτου, εμβαδού 793,66 τ.μ., που συνορεύει το τμήμα σε πλευρές Α5-Α6, μήκους 5,49 μ., Α6-Α7, μήκους 5,68 μ., και Α7-Α8, μήκους 6,80 μ., με ιδιοκτησία Λ. Μ. (...), σε πλευρές Α8-Α9, μήκους 0,18 μ. Α-9-124, μήκους 5,42 μ., με ιδιοκτησία Χ. Τ. (...), και από την πλευρά ..., μήκους 13,09 μ.

με ιδιοκτησία αναιρεσιβλήτων (...), και το όλο ακίνητο με στοιχεία ...) και συνορεύει ολόγυρα με ιδιοκτησία ... Γ. Π. (...) επί πλευράς A36- Α3 μήκους 3.11 μ. Α3-Α4 μήκους 6.77 μ. Α4-Α5 μήκους 6.90 μ. ήτοι σύνολο μήκους 16.78 μ. με ιδιοκτησία Λ. Μ. (.../0/0) επί πλευράς Α5-Α6 μήκους 5.49 μ. Α6-Α7 μήκους 5.68 μ. Α7-Α8 μήκους 6.80 μ. και Α8-Α9 μήκους 0,18 μ.

ήτοι σύνολο 18,15 μ. με ιδιοκτησία Τ. Χ. (.../0/0) επί πλευράς μήκους Α9-Α10 μήκους 3.57 μ, Α10-Α11 μήκους 13.68 μ. ήτοι σύνολο μήκους 17.25 μ. με ιδιοκτησία Δήμου ... (...), επί πλευράς μήκους A11-Α12 μήκους 5.91 μ. Α12-Α13 μήκους 18,62 μ. Α13-Α14 μήκους 4.20 μ. Α14-Α16 μήκους 2.41 μ. Α16-Α17 μήκους 1.55 μ. Α17-Α18 μήκους 8.36 μ. Α18- Α35 μήκους 3.76 μ. Α35 - Α36 μήκους 18,85 μ.

ήτοι σύνολο μήκους 63.56 μ., και με ενσωματωμένο πίνακα συντεταγμένων ορίων και εμβαδομετρήσεων, που βρίσκεται στον οικισμό "..." της πρώην Κοινότητας ... ... και ήδη Δήμου ... ..., ήτοι γίνεται στο δικόγραφο της αγωγής ακριβής προσδιορισμός της θέσης, των ορίων των πλευρικών διαστάσεων, με ενσωματωμένο τον πίνακα συντεταγμένων των ορίων και εμβαδομετρήσεων, με και αναφορά των αριθμών ΚΑΕΚ των ευρύτερων εκτάσεων, μεταξύ των οποίων και της αναιρεσείουσας - εναγόμενης, με αποτέλεσμα να μη γεννάται ουδεμία αμφιβολία ως προς την ταυτότητα του επίδικου τμήματος και του μείζονος ακινήτου, παρά το ότι δεν ενσωματώνεται στην αγωγή το τοπογραφικό διάγραμμα.

Το Μονομελές Εφετείο ..., που έκρινε την αγωγή ορισμένη, και απέρριψε την ένσταση αοριστίας, την οποία, νόμιμα, είχε προβάλλει η αναιρεσείουσα, με τις προτάσεις της, προς απόρριψη της αγωγής, μετά την εξαφάνιση με την προσβαλλόμενη απόφαση, της ερήμην αυτής εκδοθείσας εκκαλούμενης απόφασης, και, συνεπώς, δεν παρέλειψε, παρά το νόμο, να κηρύξει απαράδεκτη την αγωγή λόγω αοριστίας.

Λοιπές αιτιάσεις με τον αυτό παραπάνω λόγο ότι έδει στην αγωγή να αναφέρεται η θέση του τμήματος των 10,70 τ.μ. μέσα στο μείζον ακίνητο της εναγόμενης είναι απαράδεκτος, ως αλυσιτελής, διότι επίδικο τυγχάνει το ανωτέρω τμήμα ως περιλαμβανόμενο στο μείζον ακίνητο των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων και όχι ως τμήμα περιλαμβανόμενο σε μείζον ακίνητο της εναγόμενης - αναιρεσείουσας.

Σε κάθε περίπτωση, ο παραπάνω τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα επικαλούμενη ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή, λόγω επιγενόμενης αοριστίας, διότι οι ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι δεν συμπλήρωσαν με την προσθήκη αντίκρουση των προτάσεων τους, τον τρόπο κτήσης της κυριότητας του επίδικου ακινήτου από τους δικαιοπαρόχους των αναιρεσιβλήτων μέχρι πρωτότυπο τρόπο, αν και αμφισβήτησε, με τις προτάσεις της ως εκκαλούσα εναγόμενη, μετά την εξαφάνιση της ερήμην της εκδοθείσας πρωτοβάθμιας απόφασης, την κυριότητα των δικαιοπαρόχων των εναγόντων, επικαλούμενη, ειδικότερα, στο αναιρετήριο ότι η αμφισβήτηση συνίσταται στο ότι στην αλληλουχία τίτλων που αφορούν τον παράγωγο τρόπο κυριότητας των Δ.

Λ. του Κ., Χ. Λ. του Κ. και Γ. Λ. του Κ., ως απώτερων δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων - εναγόντων, και ειδικότερα, ως ψιλών κυρίων του επίδικου ακινήτου κατά ποσοστό 2/4, 1/4 και 1/4 εξ αδιαιρέτου αντίστοιχα, με επικαρπωτή, κατά ποσοστό 4/4 εξ αδιαιρέτου, τον αποβιώσαντα το έτος 1976 πατέρα τους Κ. Λ., για το λόγο ότι δεν περιλαμβάνονται στους επικαλούμενος τίτλους κυριότητας (νομίμως μεταγεγραμμένα συμβόλαια δωρεάς και αποδοχής κληρονομίας) μεταγενέστερους του έτους 1976, οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι - τέκνα του ανωτέρω επικαρπωτή Ι.

Λ. του Κ. , Χ. Λ. του Κ. και Σ. Λ. του Κ., είναι απαράδεκτος, λόγω αλυσιτέλειας, διότι με τον παραπάνω ισχυρισμό δεν επέρχεται αμφισβήτηση της κυριότητας των δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων. Και, τούτο, διότι από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1000, 1142, 1143 και 1167 του ΑΚ, σαφώς, συνάγεται ότι η επικαρπία είναι το εμπράγματο δικαίωμα επί αλλοτρίου πράγματος, που περιορίζει την εξουσία του κυρίου ως προς τη χρησιμοποίηση και κάρπωση του πράγματος, οπότε ο τελευταίος έχει μόνο τη ψιλή κυριότητα.

Με το θάνατο του επικαρπωτή, δεδομένου ότι η αναιρεσείουσα - εναγόμενη δεν επικαλέστηκε επικαρπία υπέρ περισσοτέρων συνεπικαρπωτών, αποσβένεται η επικαρπία και το περιεχόμενό της περιέρχεται αυτομάτως (εξ ιδίου δικαίου και όχι ως κληρονόμου) στον ψιλό κύριο του πράγματος, ως απόρροια της βασικής αρχής της ελαστικότητας, η οποία ενυπάρχει στο εμπράγματο δικαίωμα της κυριότητας και προσδιορίζει αυτήν, με επακόλουθο να μη νοείται ψιλή κυριότητα επί του πράγματος χωρίς να υπάρχει δικαίωμα επικαρπία διάφορου προσώπου επί τούτου (ΑΠ 600/2023, ΑΠ 435/2020, ΑΠ 1091/2020).

ΙΙΙ. [1] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΟλΑΠ 26/2004).

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 34/2021).

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 34/2021). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 34/2021, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 50/2020).

Για να είναι ορισμένος ο, από τον αριθμό 19 του άνω άρθρου, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, ο κανόνας δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 480/2023, ΑΠ 1092/2021). [2] Στην προκείμενη περίπτωση, οι, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, έβδομος και ένατος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης, είναι απαράδεκτοι, λόγω αοριστίας διότι δεν αναφέρονται οι κανόνες δικαίου που φέρονται από την αναιρεσείουσα ότι παραβιάστηκαν για το ουσιώδες ζήτημα της κτήσης κυριότητας από τους αναιρεσίβλητους με παράγωγο τρόπο και της μη κτήσης κυριότητας επί του επιδίκου από την αναιρεσείουσα με πρωτότυπο τρόπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία) παρά μόνο ως παραβιασθείσα φέρεται η διάταξη του άρθρου 1094 ΑΚ. [3] Σε κάθε προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του με αριθμ. ...

αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου ... Φ. Μ. - Μ., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Δήμου ... στον τόμο 477 και αριθ. 60 στις 24.2.1992, οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσίβλητοι) απέκτησαν κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή και κατά ποσοστό 50/1000 ο καθένας ένα ακίνητο - οικόπεδο εκτάσεως σύμφωνα με το ανωτέρω συμβόλαιο 762,35 μ2.

Το ανωτέρω ακίνητο αγόρασαν από τους 1) Μ. χα Δ. Λ., το γένος Κ. Κ., 2) Κ. Λ. του Δ. και 3) Σ. Λ. του Δ., κατοίκους Αθηνών. Σε αυτούς το ως ακίνητο περιήλθε, κατά ποσοστό 1/4 η πρώτη και κατά τα 3/4 οι λοιποί, από κληρονομιά του αποβιώσαντος την 20.1.1985 χωρίς διαθήκη συζύγου και πατέρα τους αντίστοιχα Δ. Λ. του Κ., δυνάμει της με αριθ.4.763/25.6.1985 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του συμβ/φου Αθηνών Μ.

Ν. Μ. που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... στον τόμο 349 και αριθ. 29, στον δε κληρονομούμενο ως άνω Δ. Λ. το ως άνω ακίνητο είχε περιέλθει δυνάμει του με αριθ. ... συμβολαίου διανομής του τότε συμβολαιογράφου ... Β. Ν., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ...

στον Τόμο 248 και αριθ.86. Το ανωτέρω ακίνητο βρίσκεται εντός των ορίων του προϋφιστάμενου πριν από το 1923 οικισμού "..." της πρώην ομώνυμης κοινότητας ... ... νυν Δήμου ... ..., φέρει ... κι εμφαίνεται κι απεικονίζεται περιμετρικά στο από μηνός ... τοπογραφικό διάγραμμα του Αγρονόμου Τοπογράφου Μηχανικού ΕΜΠ Γ. Κ., με τα στοιχεία (...) και συνορεύει ολόγυρα με ιδιοκτησία ...

Γ. Π. που φέρει ... επί πλευράς Α36-Α3 μήκους 3.11 μ., Α3-Α4 μήκους 6.77 μ., Α4-Α5 μήκους 6.90 μ., ήτοι σύνολο μήκους 16.78 μ., με ιδιοκτησία της εναγόμενης Λ. Μ. (ήδη αναιρεσείουσας) που φέρει .../0/0 επί πλευράς Α5-Α6 μήκους 5.49 μ., Α6-Α7 μήκους 5.68 μ., Α7-Α8 μήκους 6.80 μ. και Α8-Α9 μήκους 0,18 μ., ήτοι σύνολο μήκους 18,15 μ., με ιδιοκτησία Τ. Χ. που φέρει .../0/0 επί πλευράς μήκους Α9-Α10 μήκους 3.57 μ., A10-Α11 μήκους 13.68 μ,, ήτοι σύνολο μήκους 17.25 μ., με ιδιοκτησία Δήμου ...

που φέρει ... επί πλευράς μήκους Α11-Α12 μήκους 5.91 μ., Α12-Α13 μήκους 18,62 μ., Α13-Α14 μήκους 4.20 μ., Α14- A 16 μήκους 2.41 μ., Α16-Α17 μήκους 1.55 μ., Α17-Α18 μήκους 8.36 μ., Α18-Α35 μήκους 3.76 μ., Α35-Α36 μήκους 18,85 μ., ήτοι σύνολο μήκους 63.56 μ.. Σύμφωνα με το ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα το ακίνητο των εναγόντων έχει συνολικό εμβαδόν κατά νεότερη και επακριβή μέτρηση 793.66 τ.μ., μετά όμως την υπαγωγή του στις διατάξεις του Ν. 2664/1998, οπότε έχει λάβει οριστικό αριθμό ..., εμφαίνεται στο αντίστοιχο κτηματολογικό φύλλο των αρχικών εγγραφών με εμβαδό γεωτεμαχίου 832.42 τ.μ., δηλαδή με εμβαδό γεωτεμαχίου ανακριβές και μάλιστα μεγαλύτερο από ότι τους ανήκε και κατείχαν στην πραγματικότητα.

Ακολούθως, οι ενάγοντες προσέφυγαν στο αρμόδιο δικαστήριο και δυνάμει των υπ' αριθμ. ... και 100/212 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... προέβησαν στη διόρθωση των αρχικών εγγραφών του ακινήτου τους κατά το μέρος που εσφαλμένα αποτυπώνονταν ως ιδιοκτησία τους κατά 832.42 τ.μ με αποσπάσεις εδαφικών τμημάτων ξένων ιδιοκτησιών, και πλέον η ιδιοκτησία τους αποτελείται Α) από τμήμα εμβαδού 686,21 τ.μ., όπως διορθώθηκε με την με αριθμό ...

απόφαση του Μονομελούς πρωτοδικείου ... με ... ιδιοκτησίας των, Β) από τμήμα του ακινήτου του Χ. Τ. εμβαδού 90.66 τ.μ. που φέρει ... όπως διορθώθηκε με την με αριθ. ... απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... Γ) από τμήμα του ακινήτου του ... Γ. Π. εμβαδού 6,06 τ.μ. που φέρει ..., όπως διορθώθηκε με την με αριθ. ... απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...

και Δ) τμήμα εμβαδού 10.70 τμ. που φέρεται να ανήκει στην με ... ιδιοκτησία της εναγομένης κατά το κτηματολογικό διάγραμμα και διεκδικούν οι ενάγοντες. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη δυνάμει του με αριθμό ... συμβολαίου προικός του τότε συμβ/φου ... Δ. Λ. που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ...

στον Τόμο 62 και αριθ.83, απέκτησε κατά πλήρη κυριότητα νομή και κατοχή ένα ακίνητο εκτάσεως 1.500 τ.μ. το οποίο επίσης έχει υπαχθεί στις διατάξεις του Ν.2664/1998, οπότε έχει λάβει οριστικό αριθμό ..., εμφαίνεται στο αντίστοιχο κτηματολογικό φύλλο των αρχικών εγγραφών με εμβαδό γεωτεμαχίου 2.002,78 τ.μ., ενώ σύμφωνα υε τους ισχυρισμούς της εναγόμενης το πραγματικό εμβαδόν του ακινήτου είναι 2.681,34 τ.μ., δηλαδή έχει εμβαδό γεωτεμαχίου κατά πολύ μεγαλύτερο από εκείνο του τίτλου κτήσης.

Από την κατάθεση της μάρτυρος Β. Ο. αλλά και από την υπ' αρ. ... πραγματογνωμοσύνη του Μ. Λ., αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού προκύπτει ότι μεταξύ των ιδιοκτησιών των διαδίκων υπάρχει μεγάλη υψομετρική διαφορά κατά μήκος του κοινού συνόρου. Στο επικλινές αυτό τμήμα γης βρίσκεται και το επίδικο τμήμα που αποτελεί στην ουσία μια λωρίδα γης μεταξύ των ιδιοκτησιών με πολύ μικρό πλάτος συνολικού εμβαδού 10,70 τ.μ.

Στο κοινό αυτό όριο υπήρχε παλιότερα φράχτης, όπως ομολογούν και τα δύο μέρη, ο οποίος σήμερα είναι πεσμένος εντός του επίδικου τμήματος, χωρίς όμως να σημειώνεται από κανέναν από τα εμπλεκόμενα μέρη ότι έχει παρασυρθεί κι απομακρυνθεί από το κοινό όριο κατά πολύ. Πέραν του κοινού ορίου και σε απόσταση πλέον των δυόμιση μέτρων από αυτό υπάρχουν ελαιόδεντρα τοποθετημένα ακανόνιστα εντός της ιδιοκτησίας της εναγόμενης.

Από δε την ανωτέρω πραγματογνωμοσύνη προκύπτει ότι το επίδικο τμήμα που καταλαμβάνει το πρανές είναι ανεκμετάλλευτος χώρος, δεν καλλιεργείται, έχει καλυφθεί με βλάστηση (πουρνάρια και κουμαριές) και δεν μπορεί κανείς να διέλθει από την μια ιδιοκτησία στην άλλη λόγω και της υψομετρικής διαφοράς που έχουν.

Από δε το προσαγόμενο από ... τοπογραφικό διάγραμμα του Γ. Κ. προκύπτει ότι η νοητή προέκταση του κοινού ορίου της ιδιοκτησίας των εναγομένων με τον ... Γ. Π., όπως ορίστηκε με την υπ' αρ. με την με αριθ. ... απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., περιλαμβάνει στην ιδιοκτησία των εναγόντων το επίδικο τμήμα και τούτο γιατί ολόκληρη η ιδιοκτησία των εναγόντων που αποσπάστηκε από ένα μεγαλύτερο ενιαίο ακίνητο είναι πιθανότερο να έγινε με χάραξη σε ευθεία γραμμή κι όχι τεθλασμένη και μάλιστα μόνο στο κοινό όριο με την εναγόμενη.

Άλλωστε στο κοινό αυτό όριο τόσο με τον ... όσο και με την ιδιοκτησία της εναγομένης υπάρχουν, σύμφωνα με τον πραγματογνώμονα στις κορυφές με στοιχεία (Β3,Β4,Β5) εμφαινόμενα στο διάγραμμα που συνοδεύει την πραγματογνωμοσύνη πάσσαλοι χωρίς πλέγμα περίφραξης, που αποτελούν σαφώς ενδείξεις ορίων, η δε νοητή ευθεία του κοινού ορίου που δημιουργούν περιλαμβάνει εντός της ιδιοκτησίας των εναγόντων το επίδικο τμήμα.

Εξάλλου από την κατάθεση της μάρτυρος της εναγομένης προκύπτει ότι η αρχική έκταση που δόθηκε με το προικοσυμβόλαιο σ' αυτήν ανερχόταν σε 1.500 τ.μ. περίπου ενώ μετά την ένταξη της περιοχής στο κτηματολόγιο η εναγόμενη ισχυριζόταν ότι ήταν κυρία ακινήτου κατά πολύ μεγαλύτερου από τον τίτλο κτήσης, συμπεριλαμβανομένου και του επιδίκου τμήματος, χωρίς όμως να προσάγει επιπλέον τίτλους κτήσης αλλά επικαλούμενη μόνο ότι κατέστη κυρία με τα προσόντα της τακτικής άλλως της έκτακτης χρησικτησίας.

Ο ισχυρισμός όμως αυτός είναι απορριπτέος ως παντελώς αναπόδεικτος αφού από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε η φυσική εξουσίαση του πράγματος από την εναγόμενη που να εκδηλώνεται με την άσκηση συγκεκριμένων πράξεων που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του πράγματος, ώστε αυτή να δύναται να καταστεί κυρία του επιδίκου με τα προσόντα της χρησικτησίας κατά τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα στο σκεπτικό της παρούσας. 'Αλλωστε πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι το επίδικο τμήμα, ως εδαφική λωρίδα, αποτελεί μικρό τμήμα των επιμέρους ιδιοκτησιών και από κανένα προσαγόμενο αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψαν διακατοχικές πράξεις της εναγόμενης επί αυτού του τμήματος που να αποτελέσουν την βάση για την σαφή κρίση του δικαστηρίου περί της κυριότητας της με χρησικτησία.

Τέλος, δεν μπορεί να παραβλεφθεί το γεγονός της πολύ μεγάλης απόκλισης μεταξύ του εμβαδού κατά τον τίτλο κτήσης του ακινήτου της εναγόμενης και του ισχυρισμού της για την τελική της ιδιοκτησία που δεν μπορεί να δικαιολογηθεί, σε αντίθεση με την πολύ μικρή απόκλιση των αντίστοιχων εμβαδών της ιδιοκτησίας των εναγομένων που αντίθετα δικαιολογούνται από τους διαφορετικούς ανά τον χρόνο τρόπους εμβαδομέτρησης των ακινήτων...".

Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά έγινε δεκτή η αγωγή, αναγνωρίστηκε ότι οι ενάγοντες είναι (συγ)κύριοι του ανωτέρω εδαφικού τμήματος εμβαδού 10,70 τ.μ. κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου και διατάχθηκε η διόρθωση των σχετικών εγγραφών στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου .... Ειδικότερα, το Εφετείο με τις ανωτέρω παραδοχές έκρινε τα εξής: 1) Ότι οι αναιρεσίβλητοι είναι (συγ)κύριοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου της επίδικης εδαφικής λωρίδας, έκτασης 10,70 τ.μ., με παράγωγο τρόπο, ως αποκτήσασες αυτήν με το με αριθμ. ...

αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβ/φου ... Φ. Μ. - Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα, διότι αποτελεί τμήμα του ακινήτου τους, που έχει συνολικό εμβαδό, κατά νεότερη και επακριβή μέτρηση, 793.66 τ.μ. και 2) Ότι η αναιρεσείουσα δεν κατέστη, με πρωτότυπο τρόπο της χρησικτησίας (τακτική και έκτακτη) κυρία της επίδικης εδαφικής λωρίδας, διότι ουδέποτε άσκησε σ' αυτήν πράξεις νομής διανοία κυρίου. [4] Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης αλλά διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κτήσης κυριότητας από τους αναιρεσίβλητους, με παράγωγο τρόπο, ως αποκτήσασες από αληθείς κυρίους, στην επίδικη εδαφολωρίδα, ως μέρους του ακινήτου τους, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, για την ορθή εφαρμογή των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1033, 1192, 1194 ΑΚ τις οποίες εφάρμοσε, και ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη κτήσης της κυριότητας επί της εδαφολωρίδας από την αναιρεσείουσα, με πρωτότυπο τρόπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία), διότι δεν άσκησε πράξεις νομής διανοία κυρίου, και οι ανωτέρω αιτιολογίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1041,1045, 974, 976 ΑΚ, και, επομένως, οι, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, έβδομος και ένατος λόγοι αναίρεσης, κατά το αντίστοιχο οικείο σκέλος αυτών, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμοι.

Λοιπές αιτιάσεις : Α. με τον έβδομο λόγο ότι : 1) αν και διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη ότι μεταξύ των ιδιοκτησιών των διαδίκων υπάρχει μεγάλη υψομετρική διαφορά κατά μήκους του κοινού συνόρου, δεν διαλαμβάνεται πόση είναι η υφιστάμενη υψομετρική διαφορά κατά μήκος του κοινού συνόρου, 2) αν και διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη ότι "στο επικλινές αυτό τμήμα γης βρίσκεται και το επίδικο τμήμα που αποτελεί στην ουσία μία λωρίδα γης μεταξύ των ιδιοκτησιών με πολύ μικρό πλάτος συνολικού εμβαδού" δεν διαλαμβάνεται πόσο είναι το πλάτος του επίδικου τμήματος, 3) αν και διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη ότι "..στο κοινό όριο υπήρχε παλαιότερα φράχτης, όπως ομολογούν και τα δύο μέρη, ο οποίος σήμερα είναι πεσμένος εντός του επίδικου τμήματος, χωρίς όμως να σημειώνεται από κανέναν από τα εμπλεκόμενα μέρη ότι έχει παρασυρθεί ή απομακρυνθεί από το κοινό όριο κατά πολύ.." δεν διαλαμβάνεται σε ποιο σημείο του επίδικου τμήματος είναι πεσμένος ο φράκτης και πως γίνεται ο φράκτης, που κατ' αυτήν, καλύπτει όλο το όριο των ιδιοκτησιών τους να είναι πεσμένος σε μία πολύ μικρή έκταση, συνολικού εμβαδού 10,70 τ.μ. 4) αν και διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη ότι "..πέραν του κοινού ορίου και σε απόσταση πλέον των δυόμιση μέτρων από αυτό υπάρχουν ελαιόδενδρα τοποθετημένα ακανόνιστα εντός της ιδιοκτησίας της εναγόμενης.." δεν διαλαμβάνεται σε πόση ακριβώς απόσταση από το κοινό όριο βρίσκονται τα ελαιόδενδρα, τοποθετημένα ακανόνιστα, εντός της ιδιοκτησίας της εναγόμενης, 5) αν και διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη ότι "από δε την ανωτέρω πραγματογνωμοσύνη προκύπτει ότι το επίδικο τμήμα που καταλαμβάνει το πρανές..." προέβη στην απίστευτη κρίση ότι το επίδικο τμήμα των 10.70 μ2 καταλαμβάνει όλο το πρανές, δηλαδή την κατωφέρεια μεταξύ των δύο ιδιοκτησιών, η οποία κατά την αγωγή έχει πλάτος 100 μ., 6) δεν περιγράφεται στην προσβαλλόμενη το πρανές (από που ξεκινάει και που τελειώνει), 7) δεν αιτιολογείται στην προσβαλλόμενη γιατί το πρανές είναι το όριο των ακινήτων και από ποιο συμβόλαιο προκύπτει αυτό, 8) θεωρεί η προσβαλλόμενη ότι έκταση 10 μ2 έχει καλυφθεί με πουρνάρια και κουμαρές ωσάν να επρόκειτο για πόες, Β.

με τον ένατο λόγο αναίρεσης ότι: 1) διαλαμβάνεται ότι από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε η φυσική εξουσίαση της επίδικης εδαφικής λωρίδας από την αναιρεσείουσα - εναγόμενη, ώστε να δύναται να καταστεί κυρία αυτής, με έκτακτη χρησικτησία και ότι δεν μπορεί να παραβλεφθεί το γεγονός της πολύ μεγάλης απόκλισης μεταξύ του εμβαδού του τίτλου κτήσης της εναγόμενης και του ισχυρισμού της για την τελική της ιδιοκτησία, χωρίς αιτιολόγηση, διότι η διαφορά αυτή στα μέτρα μεταξύ του τίτλου και του τοπογραφικού της οφείλεται στο γεγονός ότι το συμβόλαιο συντάχθηκε από τον ηλικιωμένο συμβ/φο ...

Δ. Λ. το 1966, και δεν μπορούσε να γίνει, χωρίς τη βοήθεια του τοπογράφου που δεν υπήρχε στο χωριό, εμβαδόμετρηση πλαγιάς με δένδρα, μεγάλες πέτρες κλπ. ούτε υπήρχε ανάγκη να γίνει, αφού τα φυσικά όρια ήταν σαφή και δεν υπήρχε αμφισβήτησής τους, 2) με τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη για τη χάραξη σε ευθεία γραμμή και όχι τεθλασμένη του κοινού ορίου με την αναιρεσείουσα οι αναιρεσίβλητοι επιδιώκουν να "ισιώσουν" την ανατολική πλευρά του ακινήτου τους, το οποίο, πρωτοδίκως, πέτυχαν με τον ...

Γ. και επιθυμούν να κάνουν το ίδιο με ακίνητο της αναιρεσείουσας "τρώγοντας" το βουνό και σκάβοντας συνεχώς την πλαγιά, 3) η φυσική οριοθέτηση των αγρών αποδεικνύεται από τις αεροφωτογραφίες του Κτηματολογίου, όπου φαίνονται οι 7 ελιές της αναιρεσείουσας σε ευθεία γραμμή 3 μέτρα δυτικά από τις οποίες υπήρχε φράκτης, 4) η καταπάτηση του κτήματος της αναρεσείουσας προκύπτει από δημόσια (κτηματολογικά) έγγραφα, αφού ενώ αγόρασαν 760 μ2 δήλωσαν στο Κτηματολόγιο 862 μ2, 5) τα επιπλέον μέτρα πήραν οι αναιρεσίβλητοι από την αναιρεσείουσα, και η άδεια, το συμβόλαιο του πρώτου αναιρεσίβλητου αναφέρουν μήκος της βόρειας πλευράς του 31,30 μ. (18,80 ο ναός και 12,50 η αναιρεσείουσα), ενώ η αγωγή 35 μ. (16,80 ο ναός και 18,2 η αναιρεσείουσα), άρα μπήκαν 6 μ.

στο οικόπεδο της αναιρεσείουσας, 6) ότι αφού οι ελιές βρίσκονται μέσα στην ιδιοκτησία της αναιρεσείουσας, ο χωρισμός των κτημάτων το 1960 έγινε 3 μέτρα νοτιοδυτικότερα αυτών, εκεί όπου τοποθετήθηκε ο φράκτης από τον κοινό δικαιοπάροχό τους, Β. Ζ., και παραβλέποντας τα αυτονόητα και ομολογημένα σήμερα οι αναιρεσίβλητοι θέλουν να πάρουν τις ελιές της αναιρεσείουσας, αφού εκεί θα ανέβουν αν γίνει δεκτή η αγωγή τους, είναι απαράδεκτοι διότι δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, καθόσον οι επικαλούμενες αιτιάσεις είτε ανάγονται μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων, είτε αποτελούν πραγματικά επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, είτε σε παράπονο μη ανάλυσης ιδιαιτέρως ή διεξοδικά των επιχειρημάτων των διαδίκων, που δεν αποτελούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και υπό την επίφαση των ανωτέρω αναιρετικών λόγων πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 770/2023, ΑΠ 1933/2022). [5] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομιστεί για αυτά οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για τα "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά (ΑΠ 158/2023, ΑΠ 1933/2022, ΑΠ 274/2021).

Ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση, καταλήξει σε έστω και εσφαλμένη για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 1284/2022, ΑΠ 255/2020, ΑΠ1078/2019). Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο με πληρότητα και σαφήνεια, ποια πράγματα δέχθηκε το δικαστήριο ως αληθινά, καθώς και ότι τα δέχθηκε, χωρίς να αναφέρει στην απόφασή του αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε την απόδειξή τους, καθώς και ποια ήταν η επίδρασή τους στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 1342/2022, ΑΠ 1144/2021, ΑΠ 24/2021).

Στην προκείμενη περίπτωση, ο, από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, έβδομος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος αυτού, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς απόδειξη, και ειδικότερα, που αναφέρονται στον παραπάνω έβδομο λόγο αναίρεσης με στοιχεία Α1 έως και 8, είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας.

Και, τούτο, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα επικαλούμενα από την αναιρεσείουσα χωρίς να αναφέρει σ' αυτήν καθόλου αποδεικτικά μέσα. [6] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν.

Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ.1 στοιχ. β', 346 και 453 παρ. 1 ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διάδικου που τις προσκόμισε (ΑΠ 1746/2022, ΑΠ 603/2022, ΑΠ 138/2021).

Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του (ΑΠ 835/2022, ΑΠ 199/2021). Μπορεί η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ` ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ.

Η τελευταία αυτή διάταξη, αναφέρεται βέβαια στον τρόπο επαναφοράς ισχυρισμών, έχει όμως εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου. Δεν είναι, συνεπώς, νόμιμη η κατ` έφεση επίκληση εγγράφου, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου περιέχεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα έγγραφα που ο διάδικος είχε επικαλεστεί και προσαγάγει πρωτοδίκως, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλόμενων πρωτόδικων προτάσεων, που περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, ή με ενσωμάτωση των προτάσεων προηγουμένων συζητήσεων, στις οποίες γίνεται επίκληση των εγγράφων, στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης (ΟλΑΠ 23/2008).

Δεν πρόκειται για ενσωμάτωση, όταν στο κείμενο των προτάσεων της δευτεροβάθμιας δίκης ή μεταγενέστερης συζήτησης περιέχονται, έστω και αυτούσιες, οι προτάσεις προηγούμενης συζήτησης, καλυπτόμενες από την υπογραφή του πληρεξουσίου δικηγόρου στις προτάσεις, διότι με τον τρόπο αυτό οι προηγούμενες προτάσεις και οι τελευταίες κατέστησαν ενιαίες (ΑΠ 1218/2020, ΑΠ 901/2019, ΑΠ 1654/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση του δικογράφου των προτάσεων των αναιρεσιβλήτων που υπέβαλαν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στη δικάσιμο της 20-02-2019, στην οποία εισήχθη προς συζήτηση, με την από 25-07-2018 κλήση των αναιρεσιβλήτων, μετά την έκδοση της με αριθμ. 64/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου ..., με την οποία διατάχθηκε η διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης, προκύπτει ότι στο κείμενο των προτάσεων περιέχονται αυτούσιες, οι υποβληθείσες προτάσεις της προηγούμενης συζήτησης της υπόθεσης, καλυπτόμενες από την υπογραφή του πληρεξουσίου δικηγόρου στις προτάσεις της μεταγενέστερης συζήτησης, και με τον τρόπο αυτό οι προηγούμενες προτάσεις, της πρώτης συζήτησης, και οι τελευταίες (αυτές δηλαδή που κατατέθηκαν κατά τη νέα συζήτηση) κατέστησαν ενιαίες, και, γίνεται νόμιμη επίκληση από τους αναιρεσίβλητους - εφεσίβλητους, σε όλα τα αποδεικτικά μέσα και έγγραφα, και, συνεπώς, δεν πρόκειται για ενσωμάτωση των προτάσεων της πρώτης συζήτησης, και, έτσι, γίνεται νόμιμη επίκληση των αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων τα με αριθμ. ..., ..., ...

συμβόλαια και τις με αριθμ. ... και ... αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., και η με αριθμ. ... έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ορισθέντος πραγματογνώμονος Λ. Μ.. Επομένως, ο, από τον αριθμ. 11β (και όχι 10) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος. [7] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11α ΚΠολΔ, ιδρύεται ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει.

Μη επιτρεπόμενα αποδεικτικά μέσα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι εκείνα από τα οποία λείπει κάποια προϋπόθεση του υποστατού τους ή του παραδεκτού της χρήσης τους (ΑΠ 811/2015, ΑΠ 761/2011, ΑΠ 1457/2008). [8] Κατά το άρθρο 370 παρ. 3 ΚΠολΔ "Τους πραγματογνώμονες μπορεί να τους αντικαταστήσει για εύλογη αιτία το Δικαστήριο που τους διόρισε, με αίτηση των διαδίκων ή αυτεπαγγέλτως κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ.".

Εύλογη αιτία στο πρόσωπο του πραγματογνώμονα υφίσταται όταν στο πρόσωπό του συντρέχουν ορισμένα περιστατικά τα οποία δικαιολογούν την αντικατάσταση. Η ένταξη των περιστατικών στην έννοια της εύλογης αιτίας απόκειται στην κρίση του δικαστηρίου το οποίο ερευνά σε κάθε περίπτωση τα συγκεκριμένα περιστατικά που προβάλλονται.

Τέτοια εύλογη αιτία υπάρχει και στην περίπτωση, κατά την οποία ο πραγματογνώμων, που έχει ήδη οριστεί, δεν αποδέχεται το διορισμό του, χωρίς μάλιστα να είναι ανάγκη να επικαλεστεί ο ίδιος και κάποιο συγκεκριμένο λόγο για την εν λόγω άρνηση του. Κατά την εκδίκαση της σχετικής αίτησης πρέπει να καλούνται από τον αιτούντα, όταν επισπεύδεται από διάδικο, ή από το δικαστήριο (όταν ενεργεί αυτεπαγγέλτως) όλοι οι διάδικοι.

Η κλήση προς συζήτηση μπορεί να γίνει στον πληρεξούσιο δικηγόρο του διαδίκου, που διορίστηκε σύμφωνα με διατάξεις του άρθρου 96 ΚΠολΔ, ο οποίος είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη στην οποία είναι πληρεξούσιος, έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν με δικόγραφο γνωστοποιηθεί στους λοιπούς διαδίκους η αντικατάστασή του (άρθρ. 143 παρ. 1 εδ α ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 696 του ΚΠολΔ, αν κάποιος δεν έλαβε μέρος ή δεν κλήθηκε κατά τη συζήτηση αίτησης στην οποία εκδόθηκε απόφαση που διέταξε ασφαλιστικά μέτρα ή μεταρρύθμισε ή ανακάλεσε απόφαση ασφαλιστικών μέτρων και έχει έννομο συμφέρον, δικαιούται να ζητήσει την ανάκληση ή τη μεταρρύθμιση της απόφασης από το δικαστήριο που την εξέδωσε.

Με τη ρύθμιση της ανωτέρω διάταξης εξασφαλίζεται το συνταγματικώς κατοχυρωμένο δικαίωμα ακρόασης χωρίς να εισάγεται υποκατάστατο της ανακοπής ερημοδικίας, αφού για την ουσιαστική παραδοχή της εν λόγω αίτησης πρέπει να γίνεται επίκληση και πιθανολόγηση είτε διαδικαστικών, είτε ουσιαστικών σφαλμάτων της απόφασης, ενώ δεν είναι απαραίτητη η επίκληση μεταβολής των πραγμάτων.

Για να στηριχθεί αίτηση ανάκλησης με βάση τη διάταξη του άρθρου 696 παρ. 1 του ΚΠολΔ, δεν αρκεί απλά η μη νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αιτούντος την ανάκληση, αλλά περαιτέρω: α) έννομο συμφέρον του αιτούντος και β) επίκληση και πιθανολόγηση από αυτόν ότι το ληφθέν ασφαλιστικό μέτρο δεν διατάχθηκε νόμιμα, λόγω μη συνδρομής των αναγκαίων προϋποθέσεων. [9] Ο παραπάνω από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης μπορεί να συρρέει με το λόγο του αρ. 11α, όταν το αποδεικτικό μέσο που προσκομίστηκε είναι ανεπίτρεπτο και το δικαστήριο, παρά ταύτα το έλαβε υπόψη.

Ιδρύει τον από τον αρ. 14 παραπάνω λόγο και η εσφαλμένη κήρυξη ή μη κήρυξη ως απαράδεκτου κάποιου αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 1035/2022), ως συνέπεια παράβασης δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς τη διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη αυτή (ΑΠ 116/2020, ΑΠ 571/2021, ΑΠ 673/2013). [10] Στην προκείμενη περίπτωση, ο, από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τέταρτος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση επικαλούμενη ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη, λόγω ακυρότητας, τη με αριθμ.

κατ. ... έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ορισθέντος, με τη με αριθμ. 64/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ..., πραγματογνώμονος Λ. Μ. σε αντικατάσταση του ορισθέντος, με τη με αριθμ. 232/20-09-2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ..., πραγματογνώμονος Ε. Κ., λόγω μη αποδοχής του διορισμού από τον τελευταίο, διότι: 1) δεν κλητεύθηκε η ίδια (αναιρεσείουσα) στη δίκη αντικατάστασης του πραγματογνώμονος αλλά ο δικηγόρος Λάρισας Β.

Μ., ο οποίος εκπροσώπησε αυτήν κατά τη συζήτηση της έφεσής της, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, στη δικάσιμο της 15-03-2017, κατά την οποία εκδόθηκε η προαναφερθείσα μη οριστική απόφαση, που διέταξε την επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης, προκειμένου να διεξαχθεί δικαστική πραγματογνωμοσύνη, από τον ανωτέρω αποποιηθέντα τοπογράφο - μηχανικό, διότι δεν είχε παράσχει ειδικό πληρεξούσιο εκπροσώπησής της στη δίκη εκείνη ούτε με δήλωσή της που καταχωρίστηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, 2) ο ανωτέρω δικηγόρος κλήθηκε προς συζήτηση της αίτησης αντικατάστασης στη δικάσιμο της 07-2-2017 και όχι στη δικάσιμο της 07-02-2018 κατά την οποία συζητήθηκε η ανωτέρω αίτηση, είναι αβάσιμος, διότι η μη κλήτευση ή μη νόμιμη κλήτευση του διάδικου στη δίκη ασφαλιστικών μέτρων, με αντικείμενο την αντικατάσταση πραγματογνώμονος, λόγω μη αποδοχής του διορισμού του, δεν επάγεται ακυρότητα της απόφασης διορισμού του νέου πραγματογνώμονα ούτε ακυρότητα της συνταχθείσας από τον τελευταίο έκθεσης πραγματογνωμοσύνης αλλά θεμελιώνει μόνο δικαίωμα ανάκλησης της απόφασης, και μόνο όταν έχει έννομο συμφέρον και δεν διατάχθηκε νόμιμα η αντικατάσταση, λόγω μη συνδρομής των αναγκαίων προϋποθέσεων, των οποίων προϋποθέσεων την ύπαρξη συνομολογεί η αναιρεσείουσα με το αναιρετήριο.

Και, τούτο, ανεξαρτήτως ότι από το με αριθμ. ... πληρεξούσιο της συμβ/φου ... Ε. Κ., με το οποίο η αναιρεσείουσα διόρισε τον Β. Μ., δικηγόρο Δ.Σ.Λ, ως αντίκλητο, αντιπρόσωπο, ειδικό πληρεξούσιο δικηγόρο, να παρασταθεί στο Δικαστήριο αυτό και να την αντιπροσωπεύσει προς υποστήριξη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και να υποστηρίξει την υπόθεσή της, ενεργώντας οτιδήποτε αναγκαίο προς τούτο, προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα παρασταθείσα, κατά τη σημερινή δικάσιμο, δια του ανωτέρω δικαστικού πληρεξουσίου δικηγόρου της, ενέκρινε σιωπηρώς την εκπροσώπησή της, και ως εκκαλούσας, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, στις 15-03-2017, αλλά και κατά το χρόνο επίδοσης της ανωτέρω κλήσης, όπως προκύπτει από συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 96, 104 ΚΠολΔ, 1519 παρ. 1, 211, 217 παρ. 2 και 238 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ανατρέχει αναδρομικά και η σιωπηρή έγκριση, μπορεί να γίνει σε μεταγενέστερο στάδιο της δίκης, ήτοι και στον επόμενο βαθμό (ΑΠ 1536/2022, ΑΠ 1252/2013, ΑΠ 683/2013), ενώ προφανής είναι η κλήτευση για τη δικάσιμο της 07-02-2018 και όχι για δικάσιμο της 07-02-2017, που είναι προγενέστερη και της προαναφερθείσας 232/20-09-2017 μη οριστικής απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης. [11] Ο, από τον αρ. 11α (και όχι 11γ) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τέταρτος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, εκθέτοντας ότι έλαβε υπόψη την παραπάνω με αριθμ. ...

έκθεση πραγματογνωμοσύνης του τοπογράφου μηχανικού Λ. Μ., ενώ αυτή αποτελούσε απαράδεκτο, λόγω της ακυρότητάς του, αποδεικτικό μέσο, είναι αβάσιμος, διότι και αν ακόμη και η κλήτευση της αναιρεσείουσας για να παραστεί στη δίκη ασφαλιστικών μέτρων για την αντικατάσταση δεν ήταν νόμιμη, δεν επάγεται ακυρότητα της ανωτέρω έκθεσης του διορισθέντος ως άνω δικαστικού πραγματογνώμονος. [12] Ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, κατά το αντίστοιχο οικείο σκέλος αυτού, με το οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη, 1) από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την προαναφερθείσα (...) έκθεση πραγματογνωμοσύνης, και 2) από τον αρ. 11β (και όχι 1α) του άρθρου 559 ΚΠολΔ παρά το νόμο έλαβε αυτήν διότι αποτελεί άκυρο αποδεικτικό μέσο, για το λόγο (ως προς αμφότερες τις πλημμέλειες) ότι δεν φέρει ημερομηνία και τόπο σύνταξης, με αποτέλεσμα να μην έχει τα απαραίτητα στοιχεία για το κύρος της, είναι αβάσιμος, διότι μόνη η έλλειψη των στοιχείων αυτών δεν καθιστά άκυρη την έκθεση της πραγματογνωμοσύνης, ανεξαρτήτως ότι από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, επισκόπηση αυτής προκύπτει ότι η ανωτέρω έκθεση πραγματογνωμοσύνης συντάχθηκε μετά τις από 02-06-2018, 04-06-2018 και 09-07-2018 επιτόπιες στο επίδικο ακίνητο επισκέψεις του πραγματογνώμονος, στον οικισμό ... "..." της Δ.Ε. ..., και έλαβε ως βέβαιη ημεροχρονολογία σύνταξης, στις 13-07-2018, οπότε κατατέθηκε, στο Εφετείο ..., από τον ίδιο τον πραγματογνώμονα, με αριθμ.

πρωτ. .... [13] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008).

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι` αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον, από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 2/2008) ή κατ` άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη (ΟλΑΠ 14/2005, ΑΠ 111/2023, ΑΠ 1530/2022).

Ο ίδιος ως άνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία την οποία είχε επικαλεσθεί νομίμως ο διάδικος, για ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με την προϋπόθεση ότι το δικαστήριο δέχθηκε διαφορετικό πόρισμα από το αναφερόμενο στη δικαστική ομολογία.

Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 339, 352 παρ. 1 και 353 του ΚΠολΔ, δεν αποτελεί δικαστική ομολογία οποιαδήποτε τοιαύτη, αλλά εκείνη που αποσκοπεί στην αποδοχή αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος. Η δικαστική ομολογία, δηλαδή η παραδοχή με μονομερή δήλωση, απευθυνόμενη προς το δικαστήριο το οποίο δικάζει την υπόθεση, ενός κρίσιμου γεγονότος από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επίκλησης και απόδειξής του, πρέπει να είναι σαφής και συγκεκριμένη (ΑΠ 675/2021, 478/2021, ΑΠ 967/2020).

Για την πληρότητα, όμως, του ως άνω αναιρετικού λόγου, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο: α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) η επίκληση και προσκομιδή αυτού κατά νόμιμο τρόπο ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 901/2019, 675/2019), γ) ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε και το περιεχόμενο του ισχυρισμού, ώστε να μπορεί να κριθεί αν αυτός ήταν ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού και, δ) το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 511/2022, ΑΠ 1637/2022, ΑΠ 960/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, ο, από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πέμπτος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος αυτού, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει την αιτίαση ότι το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη τα παρακάτω αποδεικτικά μέσα τα οποία ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης : 1) την από Φεβρουάριο 2019 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Α.

Ν., από την οποία προκύπτει ότι η επίδικη εδαφολωρίδα ανήκει στην κυριότητα της αναιρεσείουσας, 2) τη με αριθμ. ... απόφαση του Ειρηνοδικείου ..., που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, σύμφωνα με την οποία, το πρώτο δεκαήμερο Αυγούστου 1992 ο πρώτος αναιρεσίβλητος κατέλαβε τμήμα του ακινήτου του Ναού (....), έκοψε 3 κυπαρίσσια του που οριοθετούσαν τις ιδιοκτησίες τους, κατέστρεψε παλαιότερη περίφραξη και τοποθέτησε σιδηροπασσάλους για να περιφράξει την έκταση, ενώ υπήρχε ελλιπής (μικρή) περίφραξη που χώριζε τις ιδιοκτησίες Μ.

και Λ., σύμφωνα με τη θεώρηση που έγινε από τον Ειρηνοδίκη ..., τα οποία, ως εκκαλούσα, επικαλέστηκε νόμιμα, με τις προτάσεις της, και προσκόμισε στο Εφετείο, είναι αβάσιμος. Και, τούτο, διότι από τη βεβαίωση, του Εφετείου, που περιέχεται στην απόφασή του, ότι ελήφθησαν υπόψη, μεταξύ άλλων, και τα έγγραφα, που οι διάδικοι νομότυπα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, έστω και χωρίς να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, και από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα από την αναιρεσείουσα φερόμενα ως αγνοηθέντα, ως άνω, έγγραφα, χωρίς μάλιστα να απαιτείται να γίνεται διάκριση μεταξύ εκείνων που λήφθηκαν υπόψη προς άμεση ή έμμεση απόδειξη και εκείνων που λήφθηκαν υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια.

Περαιτέρω, ο, από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ένατος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος αυτού, με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τη δικαστική ομολογία των αναιρεσιβλήτων, που εμπεριέχεται στις κατατεθείσες στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο προτάσεις τους, και, ειδικότερα, κατά το αναιρετήριο περιγράφεται "Όπως επίσης ομολογούν οι αντίδικοι στη 10η σελ., τελ.

σειρά και 11η σελ., 2η σειρά, των προτάσεών τους και κατέθεσε η μάρτυς τους, το σημερινό φυσικό όριο των ακινήτων απέχει 2 - 3 μέτρα από τις τελευταίες προς Νότο ελιές "μου" (της αναιρεσείουσας). Άρα η επίδικη έκταση ανήκει σε μένα (αναιρεσείουσα), αφού βρίσκεται βόρεια του ορίου, στην προέκταση παραπλεύρως των ελιών, όπως προκύπτει απ' όλα τα τοπογραφικά", είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο 1) ότι η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε τη φερόμενη δικαστική ομολογία των αναιρεσιβλήτων, και ο τρόπος που επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα αυτήν στο δικαστήριο ουσίας, και 2) το ακριβές περιεχόμενο της φερόμενης δικαστικής ομολογίας των αναιρεσιβλήτων, προκειμένου να κριθεί ότι αποσκοπεί στην αποδοχή αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τους φερόμενους ομολογούντες γεγονότος. [14] Με τη διάταξη του αρ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδρασή στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται, με την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 14/2021).

Υπό την έννοια αυτή, "πράγματα" που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης είναι και οι λόγοι έφεσης, που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (ΟλΑΠ 25/2003, AΠ 229/2020). Γι' αυτό, η παραδοχή από το εφετείο ανύπαρκτου λόγου έφεσης, η επανάκριση κεφαλαίου της πρωτόδικης απόφασης έξω από τα όρια της έφεσης ή η μη λήψη υπόψη λόγου έφεσης, συνιστούν πλημμέλειες που εμπίπτουν στον προβλεπόμενο από την ανωτέρω διάταξη λόγο αναίρεσης (ΑΠ 285/2023, ΑΠ 782/2019).

Δεν αποτελούν πράγματα οι αρνήσεις (αιτιολογημένοι ή μη) ή οι ισχυρισμοί, που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επιρροή στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 41/2021, ΑΠ 1028/2021), ούτε αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 34/2023, ΑΠ 1092/2021), ή αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 171/2023, ΑΠ 2068/2022).

Στην προκείμενη περίπτωση, ο, από τον αρ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πέμπτος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, επικαλούμενη ότι δεν έλαβε υπόψη το λόγο έφεσης, με τον οποίο παραπονείτο ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της, ότι μέσα στο επίδικο τμήμα δεν υπάρχουν υπολείμματα παλαιού φράκτη, που αποτελούσε το όριο των μεταξύ των διαδίκων ιδιοκτησιών, είναι απαράδεκτος, διότι δεν συνιστά "πράγμα" με την παραπάνω έννοια.

Σε κάθε περίπτωση είναι και αβάσιμος, διότι από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι έλαβε υπόψη τον παραπάνω λόγο έφεσης και τον απέρριψε κατ' ουσίαν. Περαιτέρω, ο από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πέμπτος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος αυτού, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι αυτή (αναιρεσείουσα) ισχυρίστηκε ότι στο επίδικο τμήμα υπάρχει και σήμερα φράχτης, ενώ η ίδια, με την προσθήκη των προτάσεών της, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά την εξαφάνιση της ερήμην στο πρώτο βαθμό εκδοθείσας δικαστικής απόφασης, επικαλέστηκε ότι τα υπολείμματα του φράκτη βρίσκονται πολύ νοτιότερα της επίδικης λωρίδας μέσα (2 - 3 μέτρα) στο ακίνητο των αναιρεσιβλήτων, είναι απαράδεκτος, διότι τα επικαλούμενα δεν αποτελούν πράγματα αλλά επιχειρήματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, και προβάλλονται από την αναιρεσείουσα προς υποστήριξη των αντίθετων με την προσβαλλόμενη άποψη. [15] Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, και όχι και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1273/2022). Έγγραφα κατά την παραπάνω διάταξη θεωρούνται τα αναφερόμενα στα άρθρα 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, ως αποδεικτικά μέσα, ενώ αντίθετα δεν αποτελούν έγγραφα τα διαδικαστικά έγγραφα της ίδιας δίκης, όπως η αγωγή, οι προτάσεις των διαδίκων, το δικόγραφο της έφεσης, τα πρακτικά της δίκης κ.λπ. (ΑΠ 2033/2022, ΑΠ 189/2019, ΑΠ 1105/2017), οι εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης και τεχνικές εκθέσεις συμβούλων των διαδίκων, γνωμοδοτήσεις τρίτων προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης σε ζητήματα που αφορούν εκκρεμή δίκη, ούτε έγγραφα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο, με αποτέλεσμα να μην ιδρύεται ο από την τελευταία αυτή διάταξη προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης (ΑΠ 1285/2022, ΑΠ 713/2020).

Για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, και όχι όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 4/2011, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1273/2022).

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την, από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, επικαλούμενη ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο: α) με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος αυτού, του διαδικαστικού εγγράφου της έφεσης, δεχόμενη διαφορετικά πράγματα απ' αυτά ανέγραψε η ίδια στο εφετήριο και β)με τον όγδοο λόγο αναίρεσης, το περιεχόμενο της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του τοπογράφου μηχανικού Λ.

Μ. είναι απαράδεκτος, διότι δεν ιδρύεται, κατά προαναφερθέντα ο επικαλούμενος λόγος αναίρεσης, όταν πρόκειται για διαδικαστικά της δίκης έγγραφα όπως το δικόγραφο της έφεσης και του αποδεικτικού μέσου της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, ανεξαρτήτως ότι το δικαστήριο ουσίας δεν στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο παραπάνω αποδεικτικό μέσο, το οποίο συνεκτίμησε απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει αυτά, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος.

IV. Κατόπιν αυτών, και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, και να διαταχθεί η εισαγωγή του προκαταβληθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο, λόγω της ήττας της (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχήν του αιτήματος αυτών, πρέπει να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ) όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-11-2019 αίτηση αναίρεσης της με αριθμ. ... απόφασης του Μονομελούς Εφετείου ...

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2024.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ