Supreme Court dismisses appeal on contract validity and damages calculation, ruling on fair determination clauses.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against a final judgment awarding damages to two individuals by a milk company. The appellants argued the contract was void due to an arbitrary determination clause and that the awarded damages were disproportionate. The court held that such clauses are invalid only if the determining party acts arbitrarily without judicial review, and that the lower court's discretion on damages was not subject to appellate review.
Legislator headnote
AI generatedArticles 371 and 372 of the Civil Code; A contract clause delegating the determination of supply to one party is void if that party may act arbitrarily without the other party's or court's control, whereas a clause delegating determination to one party in case of doubt requires fair judgment under Article 371, and appellate review of such factual assessments is generally inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 2119 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2119/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΓΑΛΑΚΤΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΛΑΡΙΣΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΟΛΥΜΠΟΣ", που εδρεύει στην Λάρισα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Σερμέτη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Λ. Γ. του Σ., 2) Π. Γ. του Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Κουτσούκη και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/4/2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 236/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 415/2013 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30/1/2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Καγκάνης ανέγνωσε την από 23/10/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά μεν το άρθρο 371 ΑΚ "αν ο προσδιορισμός της παροχής ανατέθηκε σ' έναν από τους συμβαλλομένους ή σε τρίτον, σε περίπτωση αμφιβολίας, θεωρείται ότι ο προσδιορισμός πρέπει να γίνει με δίκαιη κρίση. Αν δεν έγινε με δίκαιη κρίση ή βραδύνει, γίνεται από το δικαστήριο.", κατά δε το άρθρο 372 του ίδιου Κώδικα, "σύμβαση στην οποία ο προσδιορισμός της παροχής ανατίθεται στην απόλυτη κρίση ενός από τους συμβαλλομένους είναι άκυρη".
Από το συνδυασμό των εν λόγω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι, είναι άκυρη η συμφωνία περί αορίστου παροχής, όταν ο προσδιορισμός της παροχής ανατίθεται στον ένα των συμβαλλομένων, ο οποίος μπορεί να προβεί σ' αυτόν κατά τρόπο αυθαίρετο, μη υποκείμενο στον έλεγχο του αντισυμβαλλομένου ή του δικαστηρίου, σε τρόπο ώστε η δέσμευση του άλλου από τη συμφωνία αυτή να είναι υπέρμετρη και αλόγιστη.
Αντίθετα, αν ο προσδιορισμός της παροχής ανατέθηκε από τους συμβαλλομένους, απλώς σ'έναν απ' αυτούς, ο τελευταίος υποχρεούται, έναντι του άλλου, να προβεί στον προσδιορισμό της παροχής, εν αμφιβολία, με δίκαιη κρίση, εφαρμοζόμενης της διάταξης του άρθρου 371 ΑΚ. Και αν μεν η κρίση του ενός συμβαλλομένου μέρους θεωρηθεί εκ μέρους του άλλου δίκαιη, γεννιέται η επί την παροχή αξίωση, όταν όμως θεωρηθεί μη δίκαιη, κάθε ένα μέρος δικαιούται να ζητήσει, με αναγνωριστική αγωγή, τον προσδιορισμό από το Δικαστήριο.
Ως δίκαιη κρίση ή κρίση αγαθού ανδρός θεωρείται η κρίση του ελευθέρως δικάζοντος εντός του σκοπού της ενοχής και δη της σύμβασης και εντός των συγκεκριμένων μεταξύ των μερών περιστάσεων. Για το σχηματισμό δε της δίκαιης κρίσης πρέπει από τη σύμβαση να προκύπτει κάποια βάση ή αφετηρία για τέτοια κρίση ως λ.χ.
ο δια της συμβάσεως επιδιωκόμενος σκοπός των μερών ή η συνομολογηθείσα αντιπαροχή. Έτσι, σε μία σύμβαση αποκλειστικής εμπορικής συνεργασίας μεταξύ εμπόρων ενυπάρχει ο σκοπός του εμπορικού κέρδους, που επιδιώκει το κάθε συμβαλλόμενο μέρος. Η πώληση δε, κατ' άρθρο 513 ΑΚ, είναι έγκυρη, όταν το τίμημα είναι ορισμένο ή τουλάχιστον οριστό, όπως όταν ο προσδιορισμός του τμήματος ανατέθηκε να γίνεται από τον ένα των συμβαλλομένων με δίκαιη κρίση.
Και μόνο αν από τη σύμβαση δεν προκύπτει καμιά βάση ή αφετηρία για δίκαιη κρίση, η αόριστη αυτή ανάθεση είναι άκυρη (ΑΠ 336/1999). Ενώ δεν υπάρχει έδαφος εφαρμογής του 371 ΑΚ όταν η παροχή δεν είναι αόριστη ή είναι φαινομενικά αόριστη, όπως συμβαίνει και όταν προσδιορίζεται με βάση υφιστάμενα κατά την κατάρτιση της συμβάσεως αντικειμενικά στοιχεία και δεν έχει συμφωνηθεί ο προσδιορισμός της από τον ένα συμβαλλόμενο ή από τρίτο (ΑΠ 425/2007, ΑΠ 773/03).
Περαιτέρω, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που εκτίθενται στην αγωγή σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του επίδικου δικαιώματος (ΟλΑΠ 18/1998). Αντίθετα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, και ελέγχεται αναιρετικά με το λόγο από τον αριθ. 14 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ (Ολ.
ΑΠ 1573/1981, ΑΠ 697/12, ΑΠ 1495/09). Η νομική αυτή παραδοχή τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας, ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενο αυτής. Σε αντίθετη περίπτωση στοιχειοθετείται ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με την έννοια ότι δεν λήφθηκε υπόψη αγωγικός ισχυρισμός, θεμελιωτικός του φερομένου προς διάγνωση δικαιώματος, ο οποίος διαφοροποιεί την εκτίμηση για αοριστία της αγωγής ή, αντιστρόφως, λήφθηκε υπόψη ισχυρισμός, που δικαιολογούσε την νομική ή ποιοτική επάρκεια της αγωγής, ο οποίος όμως δεν προτάθηκε με το δικόγραφο αυτής (ΑΠ 880/10, ΑΠ 935/14).
Εξάλλου, γίνεται δεκτό ότι, στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με την αναίρεση πλήσσεται είτε μία απ' αυτές είτε όλες μεν αλλά η προσβολή μιας απ' αυτές δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναίρεσης που προσβάλλουν τις λοιπές αιτιολογίες κρίνονται απορριπτέοι ως αλυσιτελείς (Ολ.ΑΠ 25/2003 Ολ.ΑΠ 25/94, ΑΠ 137/12, ΑΠ 320/08, ΑΠ 308/99).
Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η, κατ' ορθή εκτίμηση των προς θεμελίωσή του εκτιθεμένων, από τον αριθμό 14 και όχι 1 του αρθρ.559 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση, παρά το νόμο, έκρινε ορισμένη την κατ' αυτής αγωγή των αναιρεσιβλήτων, και ως προς την επί της διατάξεως του άρθρου 371 ΑΚ θεμελιουμένη βάση της, με την οποία οι τελευταίοι, επικαλούμενοι ότι ο εκ μέρους αυτής (αναιρεσείουσα), ως αγοράστριας, γενόμενος, κατά την παρασχεθείσα δια της σχετικής συμβάσεως ευχέρεια, προσδιορισμός της ανά λίτρο τιμής των πωληθεισών προς την ίδια από τους πρώτους ποσοτήτων γάλακτος, δεν έγινε κατά δίκαιη κρίση, υπολειπόμενος δυσαναλόγως της εύλογης σχετικής τιμής, ζήτησε τον, με απόφαση του Δικαστηρίου, προσδιορισμό αυτής στα αναφερόμενα σ' αυτήν (αγωγή) επίπεδα (όρια) και την επιδίκαση της προκύπτουσας διαφοράς τόσο με βάση την παραπάνω διάταξη του άρθρου 371 ΑΚ όσο και με βάση τις διατάξεις περί αδικοπραξιών [κατά τα με πληρότητα εκτιθέμενα θεμελιωτικά αυτών πραγματικά περιστατικά] παραλείποντας να κηρύξει το απαράδεκτο του ενδίκου αγωγικού δικογράφου ως προς την παραπάνω, εκ του άρθρου 371 ΑΚ, βάση της λόγω αοριστίας, απορρέουσας από τη μη αναφορά των απαιτουμένων για τον αιτούμενο, κατά δίκαιη κρίση, προσδιορισμό κριτηρίων και ειδικότερα "των ποιοτικών χαρακτηριστικών της πωληθείσας ποσότητας γάλακτος." Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος, ως αβάσιμος καθόσον, από την επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου, προκύπτει η εκ μέρους των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων γενομένη και από την αναιρεσείουσα συνομολογούμενη (βλ. 19η σελίδα αναίρεσης), επίκληση των απαραιτήτων για τον αιτούμενο (κατά δίκαιη κρίση) προσδιορισμό, κριτηρίων και ειδικότερα. "α) της σχέσης μεταξύ τιμής αγοράς και τελικής τιμής καταναλωτή των γαλακτοκομικών προϊόντων, β) του κόστους των ζωοτροφών και γ) της ανόδου του πληθωρισμού και των συνεχών αυξήσεων τιμών των παραγομένων προϊόντων", μη όντας απαραίτητης και της αναφοράς των ποιοτικών χαρακτηριστικών του πωλουμένου γάλακτος αφού αυτά μπορεί να προκύψουν από τις αποδείξεις.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι, ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. (ΑΠ1254/10, ΑΠ 179,495/13).
Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, εσφαλμένως η προσβαλλομένη απόφαση έκανε δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη την κατ' αυτής ασκηθείσα και επί της διατάξεως, πλην άλλων, του άρθρου 371 ΑΚ, θεμελειωθείσα αγωγή των αναιρεσιβλήτων, δεχθείσα, με ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού, που αναφέρεται στο πραγματικό (μείζονα πρόταση) της εφαρμοσθείσας (και απαραίτητο όρο της επί των αδικοπραξιών (αρ. 914 ΑΚ) σωρευομένης βάσης αποτελούσας) ως άνω διάταξης (του άρθρου 371 ΑΚ), τη συνδρομή των απαιτουμένων για τον αιτούμενο προσδιορισμό της παροχής (τιμής γάλακτος) και συνακόλουθα της επικαλουμένης ζημίας προϋποθέσεων παρόλο που τα, ως αποδειχθέντα γενόμενα δεκτά, πραγματικά περιστατικά απέκλειαν τη συνδρομή των προαναφερθεισών προϋποθέσεων επιβάλλοντας την, (λόγω ουσιαστικής αβασιμότητας) απορριπτική κρίση.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι, αυτή, μετ' εκτίμηση των προσκομισθεισών από τους διαδίκους αποδείξεων, δέχθηκε, αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ως άνω ζήτημα, τα παρακάτω "Οι ενάγοντες (αναιρεσίβλητοι) οι οποίοι διατηρούσαν μονάδες εκτροφής γαλακτοπαραγωγών αγελάδων, κατάρτισαν με την εναγόμενη που είναι εταιρία γαλακτομικών και τυροκομικών προϊόντων ατομικές άτυπες συμβάσεις αποκλειστικής προμήθειας αορίστου χρόνου.
Ειδικότερα ο πρώτος ενάγων προμήθευε την εναγομένη από τον Ιανουάριο 2006 έως τον Σεπτέμβριο 2006 και η δεύτερη ενάγουσα από το Φεβρουάριο του 2006 μέχρι τον Ιούλιο του 2006. Ειδικότερα οι ενάγοντες συνέλεγαν και διατηρούσαν το παραγόμενο γάλα σε παγολεκάνες που τους προμήθευε η εναγομένη η οποία στη συνέχεια το παραλάμβανε με ισόθερμο βυτίο κάθε ημέρα ή ανά δυο ημέρες.
Με τη παραλαβή εκδίδονταν από τον οδηγό του βυτιοφόρου δελτίο ποσοτικής παραλαβής γάλακτος ή σε ορισμένες περιπτώσεις ο παραγωγός εξέδιδε δελτίο αποστολής. Τα δελτία αποστολής και τα έντυπα του μετρητή καταχωρούνταν σε καρτέλα του παραγωγού που διατηρούσε η εναγομένη. Η εναγομένη κατέβαλε το τίμημα στο τέλος του μήνα ή στις αρχές του επομένου για τον προηγούμενο μήνα.
Η τιμή του παραδιδόμενου γάλακτος δεν καθορίστηκε επαρκώς από τους συμβαλλόμενους αλλά ανατέθηκε στην εναγομένη να την προσδιορίσει κατά δικαία κρίση. Έτσι οι ενάγοντες ανέμεναν ότι η εναγομένη θα καθόριζε την τιμή του γάλακτος ελευθέρως αλλά εντός του σκοπού της ενοχής και δη της σύμβασης και εντός των συγκεκριμένων μεταξύ των μερών περιστάσεων, λαμβάνοντας υπόψη το διό της συμβάσεως επιδιωκόμενο σκοπό των μερών ή τη συνομολογηθείσα αντιπαροχή η οποία σε μία σύμβαση αποκλειστικής προμηθείας γάλακτος μεταξύ κτηνοτρόφων και γαλακτοβιομηχανίας αποβλέπει στον σκοπό του εμπορικού κέρδους που επιδιώκει το κάθε συμβαλλόμενο μέρος.
Βέβαια η τιμή αγοράς του γάλακτος διαμορφωνόταν κατά τη συμφωνία των μερών με βάση: 1) την ποιότητα του εισκομιζόμενου γάλακτος (χημική σύσταση γάλακτος, μικροβιακή κατάσταση, αντιβιοτικά), β) την ποσότητα, γ) το μέγεθος της κτηνοτροφικής μονάδας, δ) τις προοπτικές ανάπτυξης της μονάδας και ε) την εποχικότητα.
Συγκεκριμένα όσον αφορά την ποιότητα του γάλακτος, το γάλα που παράγεται από αγελάδες με ολική μικροβιακή χλωρίδα (ΟΜΧ) έως 100.000, λίπος από 4,10 έως 4,20% γρ./100γρ και πρωτεΐνη από 3,40 έως 3,50 γρ/100γρ χαρακτηρίζεται ως γάλα πρώτης κατηγορίας και χρησιμοποιείται για την παραγωγή φρέσκων προϊόντων δηλαδή για την παραγωγή φρέσκου παστεριωμένου γάλακτος και για την παραγωγή γιαουρτιού, ενώ το γάλα που παράγεται από αγελάδες με ΟΜΧ 101.000 έως 400.000, λίπος από 3,60 έως 4,10 % γρ/100γρ και πρωτεΐνη από 3,10 έως 3,40 γρ/100γρ χαρακτηρίζεται ως γάλα δεύτερης κατηγορίας και χρησιμοποιείται ως γάλα τυροκόμησης για την παραγωγή διάφορων ειδών τυριού.
Σύμφωνα με τις οδηγίες 92/46, 92/47 και το προεδρικό διάταγμα 56/95 το γάλα κάθε μονάδας παραγωγής πρέπει να ελέγχεται μηνιαίως (τουλάχιστον) δύο φορές για τον προσδιορισμό της ΟΜΧ και μία φορά για τη μέτρηση της χημικής σύστασης, του σημείου πήξης, του αριθμού των σωματικών κυττάρων και την παρουσία ή μη αντιβιοτικών.
Έτσι κατά την παραλαβή του γάλακτος η εναγόμενη λάμβανε δείγμα αυτού, το οποίο ανέλυε στο εγκεκριμένο εργαστήριο αυτοελέγχου που διατηρεί και με βάση τα ποιοτικά χαρακτηριστικά του γάλακτος και τα υπόλοιπα κριτήρια που παραπάνω αναφέρονται προσδιόριζε ανά μήνα την τιμή του γάλακτος. Όμως τα ανωτέρω στοιχεία τα οποία λάμβανε υπόψη της η εναγομένη για να καθορίσει τη τιμή του γάλακτος ήταν μεν αντικειμενικά, όμως δεν καθόριζαν και την παροχή ως ορισμένη ή οριστή διότι με βάση τα ανωτέρω κριτήρια θα κυμαινόταν η τιμή του γάλακτος μέσα στα πλαίσια της ανώτερης τιμής που ανατέθηκε στην εναγομένη ο καθορισμός της κατά δικαία κρίση με σκοπό την ικανοποίηση και των δύο αντισυμβαλλομένων μερών.
Όμως η εναγομένη δεν καθόρισε την ανώτερη τιμή της αγοράς του γάλακτος με δίκαιη κρίση. Αντίθετα όπως αποδείχθηκε προκείμενου εν γνώσει της να προκαλέσει βλάβη στους ενάγοντες συμμετείχε σε συμφωνία με άλλες γαλακτοβιομηχανίες σχετικά με τον καθορισμό των τιμών αγοράς του γάλακτος από τους γαλακτοπαραγωγούς, και την κατανομή πηγών εφοδιασμού του αγελαδινού γάλακτος, έτσι προσδιόρισε την τιμή αγοράς του γάλακτος σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα που δεν αντιστοιχούσαν σ' αυτά που θα διαμορφώνονταν αν λειτουργούσαν οι κανόνες του ελεύθερου ανταγωνισμού.
Προσδιόριζε αυτοτελώς και αυτόνομα τη συμπεριφορά της έναντι των παραγωγών. Ειδικότερα από τον Ιούνιο του 2005 διαβιβάστηκαν στη Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού (ΓΔΑ) δελτία τύπου σχετικά με διαμαρτυρίες αγελαδοτρόφων καθώς και πλήθος κοινοβουλευτικών ερωτήσεων σχετικά με πιθανές στρεβλώσεις στην αγορά γαλακτοκομικών προϊόντων (διαμόρφωση τιμών από τον παραγωγό μέχρι τον καταναλωτή).
Κατόπιν αυτού η ΓΔΑ ξεκίνησε το Μάρτιο του 2006 διαδικασία αυτεπάγγελτης έρευνας σε επιχειρήσεις, που δραστηριοποιούνται στην παραγωγή και εμπορία γαλακτοκομικών προϊόντων με στόχο τη διερεύνηση τυχόν παραβάσεων των άρθρων 1 και 2 ν 703/1977 και των άρθρων 81 και 82 της Συνθήκης των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στους τομείς της παραγωγής νωπού γάλακτος, της χονδρικής πώλησης γαλακτοκομικών προϊόντων και της λιανικής πώλησης γαλακτοκομικών προϊόντων.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 369/Υ/2007 απόφαση της Επιτροπής Ανταγωνισμού με την οποία διαπιστώθηκε, μεταξύ άλλων, οριζόντια συμφωνία το 2004 μεταξύ των γαλακτοβιομηχανιών Δέλτα, Φάγε, Όλυμπος Μεβγάλ και Νεστλέ περί συγκράτησης και μείωσης των τιμών αγοράς νωπού γάλακτος από τους παραγωγούς-κτηνοτρόφους και αποφυγής-περιορισμού μετακινήσεων των παραγωγών μεταξύ των γαλακτοβιομηχανιών (συμφωνία της Λάρισας) κατά παράβαση των άρθρων 1 ν.703/1977 και 81 ΣΕΚ και απόφαση/πρακτική το 2001 στο πλαίσιο του Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανιών Γαλακτοκομικών Προϊόντων (ΣΕΒΓΑΠ) περί καθορισμού κατώτατων και ανώτατων τιμών αγελαδινού γάλακτος. Της επεβλήθη πρόστιμο από την ως άνω επιτροπή ποσού 3.168.806,01 ευρώ για παράβαση του άρθρου Ιτου ν 703/ 1077 και 81 παρ ΙΣυνθΕΚ Ενώ με την υπ' αριθμ. 15/2010 απόφαση του ΔΕΦ Αθηνών έγινε δεκτή κατά ένα μέρος προσφυγή της εναγομένης και περιορίστηκε το ως άνω πρόστιμο στο ποσό των 1.584.403 ευρώ.
Σύμφωνα λοιπόν με τα ανωτέρω η εναγομένη αντί να καθορίσει με δίκαιη κρίση την ανώτερη τιμή πώλησης του γάλακτος, προέβη σε καταχρηστική εκμετάλλευση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης στην οποία βρίσκονταν προς αυτή οι γαλακτοπαραγωγοί, μη διαθέτοντας ισοδύναμη εναλλακτική λύση, να μεταβούν σε άλλες γαλακτοβιομηχανίες αφού είχε συμφωνηθεί η απαγόρευση της μετακίνησης τους, ενεργώντας πράξη ανταγωνισμού αντικείμενη στα χρηστά ήθη με πρόθεση επαγωγής ζημίας στους ενάγοντες, δεδομένου ότι η συμπεριφορά της συναρτάται με τη συμμετοχή της σε συμφωνία με άλλους γαλακτοπαραγωγούς σχετική όχι μόνο με την συγκράτηση των τιμών, αλλά και με τη μείωση αυτών κατά 1,5% και την αποφυγή της μετακίνησης των παραγωγών και τη λόγω αυτής διαμόρφωση της τιμής αγοράς του γάλακτος από τους παραγωγούς σε υπερβολικά χαμηλά επίπεδα σε σχέση με αυτά που θα διαμορφώνονταν αν λειτουργούσε επαρκώς ο ανταγωνισμός, στην παρακώλυση, τον περιορισμό ή την νόθευση του οποίου απέβλεπαν οι ανωτέρω επιχειρήσεις με την συμφωνία της Λάρισας όπως επονομάστηκε.
Τούτο επιβεβαιώνεται από το γεγονός, το οποίο συνομολογεί με τις προτάσεις της και η εναγομένη αναφέροντας πίνακα τιμών, ότι κατά το έτος 2005 η εταιρεία <ΔΩΔΩΝΗ> που δεν συμμετείχε στην ανωτέρω συμφωνία κατά μέσο όρο καθόριζε τη τιμή του γάλακτος σε 0,41 ευρώ. Ενώ από τον αυτόν ως άνω πίνακα προκύπτει ότι η εναγομένη από το 2004 έως και το 2006 συνέχιζε να τηρεί τις ως άνω συμφωνίες και μάλιστα με καθοδική πορεία αφού το έτος 2004 η τιμή του γάλακτος ήταν κατά μέσο όρο 0,3799 ευρώ και το έτος 2005 ήταν κατά μέσο όρο 0,3688 ευρώ, ενώ κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή η μέση τιμή για τον πρώτο ενάγοντα κατά το ένδικο χρονικό διάστημα ήταν ο,30 και για την δεύτερη ενάγουσα ήταν κατά μέσο όρο 0,293 ευρώ.
Σύμφωνα λοιπόν με τα ανωτέρω κατά εύλογη κρίση έπρεπε να καθοριστεί και η τιμή του γάλακτος των εναγόντων κατά το ένδικο χρονικό διάστημα στο ποσό των 0,40 ευρώ ανά κιλό κατ' άρθρο 371 ΑΚ". Επί πλέον δε η συμπεριφορά της εναγομένης σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτιθέμενα συνιστά και αδικοπραξία.
Συνεπώς οι ενάγοντες δικαιούνται για το ένδικο χρονικό διάστημα τη διαφορά της καταβληθείσας σ' αυτούς τιμής των 0,30 ευρώ κατά μέσο όρο ανά κιλό γάλακτος με την εύλογη τιμή την οποία καθορίζει το δικαστήριο στο ποσό των 0,40 ευρώ ανά κιλό και πρέπει να λαμβάνουν ως αποζημίωση για την σε βάρος τους αδικοπραξία".
Έτσι που έκρινε το εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή την παραπάνω, ουσιαστικού δικαίου, διάταξη του άρθρου 371 ΑΚ, διαλαβόν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της προσβαλλομένης απόφασής του, που αναφέρεται στο πραγματικό της εφαρμοσθείσας ως άνω διάταξης, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της συνδρομής των απαιτουμένων, για τον αιτούμενο από το Δικαστήριο προσδιορισμό της τιμής (παροχής) των πωληθεισών από τους αναιρεσιβλήτους στην αναιρεσείουσα ποσοτήτων γάλακτος, προϋποθέσεων και ειδικότερα αφενός του αορίστου της εν λόγω παροχής και της ανάθεσης προσδιορισμού αυτής στη δίκαιη και όχι στην απόλυτη, ώστε να τίθεται θέμα (στην τελευταία περίπτωση) της προβλεπομένης από το άρθρο 372 ΑΚ ακυρότητας, κρίση της αναιρεσείουσας και αφετέρου της παραδοχής ότι ο γενόμενος από την αναιρεσείουσα προσδιορισμός δεν έγινε κατά δίκαιη κρίση δεχθείσα ως προς μεν την πρώτη (των ως άνω προϋποθέσεων) ότι "η τιμή του παραδιδομένου γάλακτος δεν καθορίστηκε επαρκώς από τους συμβαλλομένους αλλά ανατέθηκε στην εναγόμενη να την προσδιορίσει κατά δίκαιη κρίση λαμβάνοντας υπόψη το δια της συμβάσεως επιδιωκόμενο σκοπό των μερών που είναι αυτός του εμπορικού κέρδους", ως προς δε τη δεύτερη την παραδοχή, ότι "η αναιρεσείουσα δεν προέβη στο σχετικό προσδιορισμό κατά δίκαιη κρίση λαμβάνοντας υπόψη " τα κατά τη συμφωνία κριτήρια διαμόρφωσης της τιμής αυτής και συγκεκριμένα α) την ποιότητα του εισκομιζομένου γάλακτος (χημική σύσταση, μικροβιακή κατάσταση, αντιβιοτικά β) την ποσότητα, γ) το μέγεθος της κτηνοτροφικής μονάδος, δ) την εποχικότητα και ε) τις προοπτικές ανάπτυξης της μονάδας", τα οποία χαρακτηρίζονται μεν αντικειμενικά χωρίς όμως να καθιστούν την παροχή ορισμένη ή φαινομενικά αόριστη ώστε, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, να αποκλείεται η εφαρμογή της 371 ΑΚ, αφού, κατά τη σχετική, περαιτέρω, παραδοχή της προσβαλλομένης απόφασης " με βάση τα κριτήρια αυτά θα προσδιοριζόταν η τιμή του γάλακτος κατά τη δίκαιη κρίση της εναγομένης με σκοπό την ικανοποίηση των συμβαλλομένων μερών", πλην όμως η αναιρεσείουσα "προκειμένου, εν γνώσει της να προκαλέσει βλάβη στους ενάγοντες συμμετείχε σε συμφωνία με άλλες γαλακτοβιομηχανίες σχετικά με τον καθορισμό των τιμών αγοράς του γάλακτος και την κατανομή πηγών εφοδιασμού του αγελαδινού γάλακτος προσδιορίζοντας την τιμή αγοράς του σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα που δεν αντιστοιχούσαν σ' αυτά που θα διαμορφώνονταν αν λειτουργούσαν οι κανόνες του ελεύθερου ανταγωνισμού καθισταμένου αναγκαίου του δικαστικού προσδιορισμού αυτής στην εύλογη ανά κιλό τιμή 0,40 ευρώ αντί της καταβληθείσας 0,30 που κατά δίκαιη κρίση είχε καθοριστεί από την αναιρεσείουσα." Οι παραπάνω παραδοχές αφενός καλύπτουν με πληρότητα το πραγματικό του εφαρμοσθέντος ως άνω κανόνα δικαίου (371 ΑΚ) και αφετέρου καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο με αποτέλεσμα να ελέγχεται αρνητικά, κρινόμενη απορριπτέα ως αβάσιμη, η προσβαλλομένη με τον ως άνω αναιρετικό, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγο αιτίαση.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε λάθος αναγνώσεως και αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά το άρθρο 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, το οποίο πρέπει να προσκομίζεται στο δικαστήριο (ΑΠ 992/14, ΑΠ 533/09). διαφορετικό περιεχόμενο από εκείνο που πραγματικά αυτό έχει και ακολούθως καταλήγει σε επιζήμιο αποδεικτικό πόρισμα, για πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Όχι όμως και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου το οποίο ανέγνωσε σωστά, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για αιτίαση αναφερομένη στην αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ. ΑΠ 2/2008, 1/1999, ΑΠ 1401/10, ΑΠ 25/11, ΑΠ 437/05). Για να θεμελιωθεί ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος. (ΑΠ 128/13, ΑΠ 1654/05, ΑΠ 1208/08).
Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση παραμόρφωσε το περιεχόμενο των νομίμως προσκομισθεισών απ' αυτήν προς αντίκρουση των περί αδικοπραξίας αγωγικών ισχυρισμών των αναιρεσιβλήτων υπ'αριθ. 369/ν/2007 και 15/2010 αποφάσεων της Επιτροπής Ανταγωνισμού και Διοικητικού Εφετείου Αθηνών αντίστοιχα δια της παραλείψεως της να αναγνώσει από μεν την πρώτη απόφαση την παραδοχή αυτής που αναφέρεται " στη μη απόδειξη με βεβαιότητα εάν και κατά πόσο υλοποιήθηκε η συμφωνία της Λάρισας σχετικά με τη συγκράτηση - μείωση των τιμών αγοράς γάλακτος από τις εμπλεκόμενες γαλακτοβιομηχανίες και αφετέρου ως προς τον περιορισμό των μετακινήσεων των παραγωγών" από δε τη δεύτερη την παραδοχή αυτής ότι η συμφωνία της Λάρισας έλαβε χώρα σε προηγούμενο του ενδίκου χρονικού διαστήματος (β' εξάμηνο του 2006) και ειδικότερα το έτος 2004 με αποτέλεσμα οι οποιασδήποτε αποφάσεις της συνάντησης αυτής να μη τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με τις ένδικες συμβάσεις του 2006.
Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος, ως απαράδεκτος, αφού, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι η διαμόρφωση του κρισίμου για την έκβαση της δίκης, αποδεικτικού πορίσματος; "περί υλοποιήσεως της συμφωνίας της Λάρισας αναφορικά με τη συγκράτηση - μείωση των τιμών αγοράς του πωλημένου γάλακτος και της δι' αυτής επιδιωκόμενης παρακώλυσης και νόθευσης του ανταγωνισμού" δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα φερόμενα ως παραμορφωθέντα έγγραφα, τα οποία η προσβαλλομένη απόφαση δεν εξαίρει αλλά απλώς αναφέρει αλλά στη συνεκτίμηση αυτών με τις προσκομισθείσες λοιπές αποδείξεις (έγγραφες διαμαρτυρίες αγελαδοτρόφων διαβιβασθείσες στη Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού, κοινοβουλευτικές ερωτήσεις βουλευτού της διενέργεια σχετικής έρευνας από Γ.Δ.Α μαρτυρικές καταθέσεις) όπως αυτό ευχερώς συνάγεται (και) από την παραδοχή της προσβαλλομένης ότι "Τούτο (δηλ.
η κρίση περί της υλοποιήσεως της συμφωνίας της Λάρισας) επιβεβαιώνεται (και) από το γεγονός, το οποίο συνομολογεί με τις προτάσεις της η εναγομένη (αναιρεσείουσα) αναφέροντας πίνακα τιμών, ότι κατά το έτος 2005 η εταιρεία ΔΩΔΩΝΗ, που δεν συμμετείχε στην ανωτέρω συμφωνία κατά μέσο όρο καθόριζε τη τιμή του γάλακτος σε 0,41 ευρώ.
Ενώ από τον αυτόν ως άνω πίνακα προκύπτει ότι η εναγόμενη από το 2004 έως το 2006 συνέχιζε να τηρεί τις ως άνω συμφωνίες και μάλιστα με καθοδική πορεία αφού το έτος 2004 η τιμή του γάλακτος ήταν κατά μέσο όρο 0,3799 ευρώ και το έτος 2005 ήταν κατά μέσο όρο 0,3688 ευρώ, ενώ κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή η μέση τιμή για τον πρώτο ενάγοντα κατά το ένδικο χρονικό διάστημα ήταν 0,30 και για δεύτερη ενάγουσα ήταν κατά μέσο όρο 0,293 ευρώ".
Με το αρθρ. 25§1(δ) του Συντάγματος, όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την αναθεώρηση ου Συντάγματος με το από 6/17.4.2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας.
Η αρχή αυτή, που η νομολογία των δικαστηρίων, στο πλαίσιο του κράτους δικαίου, παγίως αναγνώριζε ως ισχύουσα και πριν ακόμη από την αναγωγή της σε ρητή συνταγματική έννοια, απαιτεί οι επιβαλλόμενοι από το νομοθέτη ή τη διοίκηση περιορισμοί στην άσκηση των ατομικών δικαιωμάτων να οριοθετούνται με βάση τα εννοιολογικά στοιχεία της προσφορότητας και της αναγκαιότητας του λαμβανόμενου μέτρου και της αναλογίας του προς τον επιδιωκόμενο με αυτό σκοπό (ΟλΑΠ 10/2003).
Δηλαδή για να είναι σύμφωνοι με την ως άνω αρχή της αναλογικότητας οι επιβαλλόμενοι από το νόμο περιορισμοί των ατομικών δικαιωμάτων πρέπει να πληρούν τα ακόλουθα τρία κριτήρια και συγκεκριμένα να είναι α) κατάλληλοι, δηλαδή πρόσφοροι για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, β) αναγκαίοι, δηλαδή να συνιστούν μέτρο, το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον ιδιώτη ή το κοινό και γ) αναλογικοί υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε εύλογη σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν (ΟλΑΠ 43, 44 και 45/2005).
Επομένως ως συνταγματική αρχή, που θέτει όρια στους περιοριστικούς των ατομικών δικαιωμάτων νόμους, απευθύνεται μεν κατ' αρχήν στο νομοθέτη, όμως η επίκληση της είναι δυνατή και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, στην περίπτωση προπάντων που ο κοινός νομοθέτης είτε έχει παραβιάσει την αρχή αυτή, θεσπίζοντας με νόμο υπέρμετρους περιορισμούς των ατομικών δικαιωμάτων, οπότε ο δικαστής, ελέγχοντας τη συνταγματικότητα του νόμου, οφείλει να μην εφαρμόσει αυτόν κατά τη ρητή επιταγή του αρθρ. 93§4 του Συντάγματος, είτε έχει παραλείψει να ασκήσει τις συνταγματικές του υποχρεώσεις, καταλείποντας κενό, οπότε η αρχή της αναλογικότητας καλείται επικουρικά σε εφαρμογή (ΟλΑΠ 6/2009).
Δηλαδή, άμεσος αποδέκτης της επιταγής για σεβασμό της αρχής της αναλογικότητας είναι ο κοινός νομοθέτης, όταν αυτός θεσπίζει περιορισμούς των ατομικών δικαιωμάτων με βάση τη συνταγματική επιφύλαξη υπέρ του νόμου, την οποία και υλοποιεί, όχι δε και ο δικαστής, ο οποίος πάντως οφείλει να ελέγχει αν η αρχή αυτή έχει τηρηθεί και σε αρνητική περίπτωση να αρνείται την εφαρμογή του νόμου ως αντισυνταγματικού (ΟλΑΠ 27/2008? ΑΠ 123/2010).
Υπό την έννοια αυτή η παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας δεν ιδρύει αυτοτελή λόγο αναίρεσης (ΑΠ 350/2009 αντιθ. ΑΠ 703/2006), αλλά προϋποθέτει η ύπαρξη λόγου αναίρεσης: για κακή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που προσβάλλεται ως αντισυνταγματικός, οπότε, κατά το σχετικό έλεγχο, θα κριθεί και η συμφωνία του με την αρχή αυτή (ΑΠ 180/2014) ή, κατά περίπτωση, θα πληρωθεί, με εφαρμογή και της αρχής αυτής, συνταγματικά ανεπίτρεπτο νομοθετικό κενό.
Περαιτέρω, κατά το αρθρ. 932 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας, αφού αναιρετικά ανέλεγκτα δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλομένης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη ως κριτήρια το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.
Συνεπώς, ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης επαφίεται στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας, η σχετική δε κρίση του, κατά την κρατούσα στη νομολογία άποψη, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται ύστερα από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, οπότε και δεν μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου και μάλιστα αναφορικά με την αρχή της αναλογικότητας (ΟλΑΠ 13/2002, 8/2005, 19/2011, ΑΠ 1670/2006, 554/2007, 2037/2007, 804/2008, 787/2009, 1715/2010, 677/2011,1251/2011, 43/2012, 114/2012), καθόσον, ορίζοντας στο αρθρ. 932 ΑΚ ο νομοθέτης, ότι το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά τη κρίση του χρηματική ικανοποίηση, δηλαδή χρηματική ικανοποίηση ανάλογη με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης, έλαβε υπόψη του και την αρχή της αναλογικότητας και την εξειδίκευσε ως προς το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης, απαιτώντας αυτή να είναι εύλογη (ΟλΑΠ 6/2009, ΑΠ 1243/2010 βλ. και ΑΠ 1257/2011).
Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης προβάλλονται από την αναιρεσείουσα οι από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ αιτιάσεις με την επίκληση της ευθείας και εκ πλαγίου παράβασης από την προσβαλλομένη απόφαση της, ουσιαστικού δικαίου, διάταξης του άρθρου 932 ΑΚ, και, σε κάθε περίπτωση, της Συνταγματικής περί αναλογικότητας αρχής του άρθρου 25 του Συντ.
κατά τον προσδιορισμό της, λόγω ηθικής βλάβης, επιδικασθείσας στους αναιρεσιβλήτους χρηματικής ικανοποίησης, η οποία προσδιορίστηκε "στα δυσανάλογα με τη ζημία, υπέρμετρα και αυθαίρετα ποσά των 7000 και 12.000 Ευρώ". Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος τόσο κατά το μέρος κατά το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της ευθείας και εκ πλαγίου παράβασης αυτοτελώς της διάταξης του άρθρου 932 ΑΚ αφού, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, η κρίση του δικαστηρίου αναφορικά με το ύψος της επιδικαζόμενης χρηματικής ικανοποιήσεως, ως αναγομένη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για εσφαλμένη εφαρμογή νόμου, δεν ελέγχεται αναιρετικά, όσο και κατά το μέρος κατά το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η δια ως άνω πλημμέλεια αλλά σε σχέση με τον, δια μέσω της αρχής αναλογικότητας, έλεγχο της αόριστης νομικής έννοιας του "εν λόγου" καθόσον, και αν ακόμη ήθελε γίνει δεκτό ότι είναι παραδεκτή ο δια μέσου της αρχής της αναλογικότητας αναιρετικός έλεγχος της έννοιας της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης (ΑΠ 132/06, ΑΠ 955/06,ΣΤΕ 424/12) ενόψει της εκκρεμότητας του σχετικού ζητήματος ενώπιον της Ολομελείας του ΑΠ (βλ.
παραπεμπτική 979/14 απόφαση του τμήματος αυτού), ο έλεγχος αυτός αφορά, σε κάθε περίπτωση, μόνο την υπέρβαση των ακραίων ορίων της παρεχομένης με τη διάταξη του αρθρ. 932 ΑΚ διακριτικής ευχέρειας, επίκληση, την οποία όμως δεν περιλαμβάνει η προσβαλλομένη αιτίαση, ούτε άλλωστε και συνιστά η αναφορά "σε δυσανάλογα, αυθαίρετα και υπέρμετρα ποσά".
Κατ' ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει και της προβολής άλλου (αναιρετικού) λόγου προς έρευνα, πρέπει ν' απορριφθεί, στο σύνολό της, η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την, από 30-1-2014 και με αριθμ. καταθ. 8/2014, αίτηση αναίρεσης της 415/2013 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Λάρισας.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Νοεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Νοεμβρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ