Legislator Case Law & Legislation
2109/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeals in construction contract dispute, ruling on unjust enrichment and procedural consolidation.

Case Number 2109/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appeals filed by both a municipal water company and a technical company regarding a final judgment on construction works. The court ruled that the municipal company's appeal was procedurally improper as it was filed as a secondary request dependent on the rejection of the other party's appeal, which had already been decided. Furthermore, the court found no independent legal basis for the municipal company's claim of unjust enrichment since the primary contract dispute had already been adjudicated. Consequently, the court ordered the dismissal of both appeals, the deposit of security into the public treasury, and the condemnation of the appellants to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 246, 573 of the Code of Civil Procedure; Article 904(1)(a) of the Civil Code: When opposing appeals are filed regarding the same final judgment, they must be consolidated to expedite proceedings; a claim for unjust enrichment is subsidiary and cannot be pursued if the primary contractual or tortious claim has already been adjudicated.

Keywords

AI generated
unjust enrichment consolidation of appeals final judgment legal costs procedural consolidation subsidiary claim construction contract

Cited Legislation

AI generated
Article 246 of the Code of Civil Procedure
Article 573 of the Code of Civil Procedure
Article 904(1)(a) of the Civil Code
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
Articles 276(1) and 286(2) of Law 3463/2006

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2109 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2109/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Παναγιώτα Πασσίση - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας - αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τεχνικής εταιρείας με την επωνυμία "…", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Μπούζα.

Της αναιρεσιβλήτου - αναιρεσείουσας: δημοτικής επιχείρησης (Ν.Π.Ι.Δ.) με την επωνυμία "Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης - Αποχέτευσης Μείζονος Περιοχής Βόλου" (Δ.Ε.Υ.Α.Μ.Β.), που εδρεύει στον Βόλο και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Τριαντάφυλλο Εμμανουηλίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-07-2017 αγωγή της δημοτικής επιχείρησης με την επωνυμία "Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης - Αποχέτευσης Μείζονος Περιοχής Βόλου" (Δ.Ε.Υ.Α.Μ.Β.), που κατατέθηκε στο Πενταμελές Εφετείο Λάρισας.

Εκδόθηκε η απόφαση 193/2019 του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείουσες με τις από 18-12-2019 και 16-12-2019 αιτήσεις τους.

Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας - αναιρεσιβλήτου "…" ζήτησε την παραδοχή της αίτησής της, την απόρριψη της αίτησης της αντιδίκου και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική του δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η από 16.12.2019 αίτηση του ν.π.ι.δ. με την επωνυμία "Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης Αποχέτευσης Μείζονος Περιοχής Βόλου" (Δ.Ε.Υ.Α.Μ.Β.) κατά της ανώνυμης τεχνικής εταιρείας με την επωνυμία "…" και το διακριτικό τίτλο "…" για αναίρεση της υπ' αριθ. 193/2019 τελεσίδικης απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας, και η από 18.12.2019 αίτηση της τελευταίας εναντίον της πρώτης για αναίρεση της ίδιας απόφασης, πρέπει να συνεκδικαστούν, διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η δίκη και επέρχεται μείωση των εξόδων, σύμφωνα με το άρθρο 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατά το άρθρο 573 του ίδιου Κώδικα.

Α. ΕΠΙ ΤΗΣ ΑΠΟ 16.12.2019 ΑΙΤΗΣΕΩΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΩΣ: Σύμφωνα με το άρθρο 904 παρ.1 εδ. α' ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία άλλου ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η αξίωση από τη διάταξη αυτή είναι επιβοηθητική, με την έννοια ότι μπορεί να ασκηθεί μόνο αν λείπουν ή αν είναι ανίσχυρες οι προϋποθέσεις της αξίωσης από σύμβαση ή από αδικοπραξία, γιατί, σε αντίθετη περίπτωση, δεν μπορεί να γίνει λόγος για ανυπαρξία ή ελαττωματικότητα της αιτίας.

Επομένως, αν ασκείται αγωγή, με την οποία ζητείται ευθέως ο πλουτισμός του εναγομένου εξαιτίας της ακυρότητας της σύμβασης, για να είναι αυτή ορισμένη πρέπει στο δικόγραφό της να αναφέρονται, σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1α ΚΠολΔ, τα περιστατικά στα οποία οφείλεται ή τα οποία επέφεραν την ακυρότητα και που συνιστούν το λόγο για τον οποίο η αιτία της περιουσιακής μετακίνησης δεν είναι νόμιμη.

Αν όμως η βάση της αγωγής του αδικαιολόγητου πλουτισμού σωρεύεται κατά δικονομική επικουρικότητα στο ίδιο δικόγραφο (άρθρ. 219 ΚΠολΔ) με την κύρια βάση από τη σύμβαση, υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της τελευταίας λόγω ακυρότητας της σύμβασης, τότε για την πληρότητα της επικουρικής βάσης της αγωγής αρκεί, πέρα από τα στοιχεία της σύμβασης και τον πλουτισμό του εναγομένου από την εκτέλεσή της, να γίνεται στο αγωγικό δικόγραφο απλή, έστω και έμμεση, επίκληση της ακυρότητας της σύμβασης, χωρίς να απαιτείται και έκθεση των γεγονότων στα οποία οφείλεται η ακυρότητα, αφού στην εν λόγω περίπτωση η επικουρική βάση θα εξεταστεί μόνο αν η κύρια βάση απορριφθεί λόγω ακυρότητας της σύμβασης, η οποία, συνεπώς, θα είναι δεδομένη (ΟλΑΠ 22/2003, ΟλΑΠ 23/2003, ΑΠ 1384/2019, ΑΠ 1703/2014).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Οι διαδικαστικές πράξεις, που αποτελούν κύριο συστατικό στοιχείο της δίκης ως έννομης σχέσης και ως διαδικασίας, προβλέπονται και ρυθμίζονται από το νόμο, και μάλιστα ασκούνται κατά ορισμένο τύπο και έχουν ορισμένο περιεχόμενο.

Κατ' ακολουθίαν, όταν η διαδικαστική πράξη παρουσιάζει ελαττώματα είτε κατά το πραγματικό είτε κατά τις έννομες συνέπειες, είτε κατά τη λειτουργία της τελολογικής σχέσης του πραγματικού της με τα αντικειμενικώς επιδιωκόμενα έννομα ή πραγματικά αποτελέσματά της, πρόκειται για ανίσχυρη διαδικαστική πράξη.

Οι διαβαθμίσεις δε του ανίσχυρου των διαδικαστικών πράξεων εκτυλίσσονται σε τέσσερις κατά βάση βαθμίδες και συγκεκριμένα, στην πρώτη, κατά την οποία κρίνεται το υποστατό αυτής, στη δεύτερη, κατά την οποία εξετάζεται το ενεργό αυτής, στην τρίτη, κατά την οποία κρίνεται το παραδεκτό, και στην τέταρτη, κατά την οποία κρίνεται το βάσιμο αυτής.

Ειδικότερα, η κρίση για το παραδεκτό σημαίνει ότι η διαδικαστική πράξη παράγει διαδικαστικά αποτελέσματα και είναι προϋπόθεση για να κριθεί στη συνέχεια η διαδικαστική αυτή πράξη και ως προς τη βασιμότητά της. Έτσι, με βάση το λόγο αυτόν αναίρεσης, ελέγχεται η εσφαλμένη απόρριψη ή μη της αγωγής λόγω αοριστίας, αν η απόφαση θεώρησε επαρκή ή ανεπαρκή τα εκτιθέμενα για την εξειδίκευση του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου πραγματικά γεγονότα (ΑΠ 1384/2019, ΑΠ 1703/2014).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Η αναιρεσείουσα Δημοτική Επιχείρηση με την από 27.7.2017, ασκηθείσα ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας, αγωγή της ζήτησε, κατά την κύρια βάση αυτής από τη σύμβαση εκτέλεσης δημόσιου έργου, κατ' άρθρο 11 παρ. 3 του ν. 1418/1984, αφενός την επιστροφή του εργολαβικού ανταλλάγματος ύψους 6.637.441,62 ευρώ, το οποίο, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, κατέβαλε, ως κυρία του έργου, αχρεωστήτως στην ανάδοχο αναιρεσίβλητη, για εκτελεσθείσες εργασίες σε ποσότητες μικρότερες των επιμετρηθεισών, που διαπιστώθηκαν μετά την αυτοδίκαιη συντέλεση της παραλαβής του έργου, και αφετέρου την αναγνώριση ανυπαρξίας οφειλής της για το μη καταβληθέν ακόμη στην αναιρεσίβλητη ποσό του 1.770.654,81 ευρώ, το οποίο, όπως ισχυρίζεται, αντιστοιχεί σε εργολαβικό αντάλλαγμα για ποσότητες εργασιών που, επίσης, δεν εκτελέστηκαν από την τελευταία και διαπιστώθηκαν μετά την αυτοδίκαιη συντέλεση της παραλαβής του έργου.

Επικουρικώς δε, ζήτησε την επιστροφή του ίδιου ως άνω ποσού, καθώς και την αναγνώριση της ανυπαρξίας οφειλής της, με βάση (και) τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, επικαλούμενη, προς θεμελίωσή της, τη συνδρομή, και μόνο, των νόμιμων προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 904 ΑΚ και συγκεκριμένα, την ύπαρξη πλουτισμού της εναγομένης-αναιρεσίβλητης, την επέλευση αυτού σε βάρος της περιουσίας της (αναιρεσείουσας), τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ του πλουτισμού και της ζημίας της, καθώς και την έλλειψη νόμιμης αιτίας του πλουτισμού της αντιδίκου της.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 13 παρ. 4 και 5 του ν. 1418/1984 (άρθ. 77 παρ. 4 και 5 του κ.ν. 3669/2008), απέρριψε την αγωγή κατά την ερειδόμενη στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού επικουρική της βάση ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, με το σκεπτικό, ότι στο δικόγραφό της δεν γίνεται ούτε έμμεση αναφορά σε ακυρότητα της επικαλούμενης, με την κύρια βάση, σύμβασης, αλλά η επικουρική της βάση στηρίζεται ακριβώς στα ίδια περιστατικά, όπως και η κύρια βάση της, που απορρέει από τη σύμβαση εκτέλεσης έργου.

Με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στο Εφετείο για την κρίση του αυτή, πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός, που φέρεται με το αναιρετήριο ως λόγος από τη συγκεκριμένη διάταξη, στην πραγματικότητα όμως πρόκειται για λόγο από τον αριθ. 14 του ίδιου άρθρου, είναι προεχόντως απαράδεκτος, αφού η εν λόγω πλημμέλεια δεν περιλαμβάνεται στους επιτρεπόμενους από το άρθρο 77 παρ. 6 του ν. 3669/2008 (και 13 παρ. 6 του ν. 1418/1984) αναιρετικούς λόγους (ΑΠ 1305/2021, ΑΠ 32/2021), και, σε κάθε περίπτωση, αβάσιμος, εφόσον το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν κήρυξε, παρά το νόμο, απαράδεκτο λόγω αοριστίας, δοθέντος ότι η αναιρεσείουσα, κατά τα εκτιθέμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, ουδόλως επικαλείται, έστω και εμμέσως, ακυρότητα της σύμβασης εκτέλεσης έργου που είχε καταρτίσει με την αναιρεσίβλητη, όπως όφειλε, για το ορισμένο της, κατά δικονομική επικουρικότητα, ασκούμενης αξίωσής της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, χωρίς να αρκεί προς τούτο η αναφορά και μόνο του περιεχομένου του νομικού κανόνα του άρθρου 904 ΑΚ.

Από τη διάταξη του άρθρου 38 "επιμετρήσεις" του π.δ. 609/1985 "Κατασκευή Δημοσίων Έργων" (που έχει εφαρμογή και στα έργα που εκτελούνται από τις Δημοτικές και Κοινοτικές Επιχειρήσεις - άρθρ. 1 του π.δ. 171/1987 "Έργα ΟΤΑ...") και, στη συνέχεια, την ομοίου περιεχομένου διάταξη του άρθρου 52 του, προϊσχύσαντος του ν. 4412/2016, ν. 3669/2008, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 186 του ν. 4070/2012 και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση λόγω του χρόνου των πιο κάτω πράξεων, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 53 (προσωρινή παραλαβή του έργου) του π.δ. 609/1985 και, στη συνέχεια, την ομοίου περιεχομένου διάταξη του άρθρου 73 του ν. 3669/2008 [όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 136 του ν. 4070/2012 (ΦΕΚ Α'82/10.4.2012) και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση], συνάγεται ότι υπό το ως άνω νομικό καθεστώς η Διευθύνουσα Υπηρεσία δεν δικαιούνταν, μετά τη ρητή ή την αυτοδικαίως συναγόμενη σιωπηρή έγκριση της τελικής ή των τμηματικών/ επιμετρήσεων του έργου, να τροποποιεί αυτές (επιμετρήσεις) ή να τις διορθώνει με μεταγενέστερες πράξεις της (ΟλΑΠ 8/2014).

Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 73 του ν. 3669/2008 "Κύρωση της κωδικοποίησης της νομοθεσίας κατασκευής δημόσιων έργων" και υπό τον τίτλο "Προσωρινή παραλαβή του έργου", όπως ίσχυαν πριν από την τροποποίηση των παραγράφων 2 και 4 αυτού με το άρθρο 136 του ν. 4070/2012, ορίζονταν τα εξής: "1. Μετά τη βεβαίωση περάτωσης των εργασιών το έργο παραλαμβάνεται προσωρινά.

Με την προσωρινή παραλαβή ελέγχονται οι εργασίες ποσοτικά και ποιοτικά. Οι εργασίες συμπληρωματικών συμβάσεων παραλαμβάνονται μαζί με τις εργασίες της αρχικής σύμβασης 2. Η προσωρινή παραλαβή διενεργείται μέσα σε έξι (6) μήνες από τη βεβαιωμένη περάτωση του έργου, εφόσον υποβληθεί από τον ανάδοχο η τελική επιμέτρηση του έργου μέσα σε δύο (2) μήνες από την πιο πάνω περάτωση.

Αν η τελική επιμέτρηση υποβληθεί από τον ανάδοχο μεταγενέστερα, η πιο πάνω προθεσμία για τη διενέργεια της παραλαβής αρχίζει από την υποβολή της τελικής επιμέτρησης και του μητρώου έργου. Αν δεν υποβληθεί τελική επιμέτρηση από τον ανάδοχο, η προθεσμία για τη διενέργεια της παραλαβής αρχίζει από την κοινοποίηση στον ανάδοχο της τελικής επιμέτρησης που συντάχθηκε από την υπηρεσία.

Αν η παραλαβή δεν διενεργηθεί ή το πρωτόκολλο δεν εγκριθεί μέσα στην πιο πάνω προθεσμία, η παραλαβή θεωρείται ότι έχει συντελεσθεί αυτοδίκαια τριάντα (30) ημέρες μετά την υποβολή από τον ανάδοχο σχετικής όχλησης για τη διενέργειά της.... 4. Η επιτροπή παραλαβής παραλαμβάνει το έργο ποσοτικά και ποιοτικά, ελέγχει κατά το δυνατόν την επιμέτρηση με γενικές ή σποραδικές καταμετρήσεις, καταγράφει στο πρωτόκολλο τις ποσότητες της τελικής επιμέτρησης, όπως τυχόν διορθώνονται από τους ελέγχους που γίνονται, αιτιολογεί τις τυχόν τροποποιήσεις στις ποσότητες και αναγράφει τις παρατηρήσεις της για τις εργασίες που τυχόν έχουν εκτελεστεί με υπέρβαση των εγκεκριμένων ποσοτήτων ή κατά τροποποίηση των εγκεκριμένων σχεδίων.

Η επιτροπή επίσης ελέγχει κατά το δυνατόν την ποιότητα των εργασιών και αναγράφει στο πρωτόκολλο τις παρατηρήσεις της, ιδίως για τις εργασίες που κρίνονται απορριπτέες ή ελαττωματικές, που πρέπει να αποκατασταθούν, ή παραδεκτές μεν αλλά με μείωση τις τιμής τους". Από την ως άνω διάταξη συνάγεται ότι το έργο που κατασκευάσθηκε παραλαμβάνεται προσωρινά και οριστικά, η παραλαβή δε και στις δύο περιπτώσεις συντελείται με την έγκριση του σχετικού πρωτοκόλλου.

Με την προσωρινή παραλαβή ελέγχονται οι εργασίες που εκτελέσθηκαν ποσοτικά και ποιοτικά, ενώ με την οριστική παραλαβή ελέγχεται και πάλι η καλή κατάσταση των ως άνω εργασιών (ΑΠ 488/2015). Επιπλέον, υπό το καθεστώς του π.δ. 609/1985 και του ν. 3669/2008, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το ν. 4070/2012, ναι μεν η Διευθύνουσα Υπηρεσία δεν δικαιούνταν μετά τη ρητή ή την αυτοδικαίως συναγόμενη σιωπηρή έγκριση της τελικής ή των τμηματικών επιμετρήσεων του έργου να τις τροποποιεί ή να τις διορθώνει με μεταγενέστερες πράξεις της, όμως το δικαίωμα αυτό σαφώς ανήκε στην επιτροπή που παραλάμβανε προσωρινά το έργο, αφού ως νόμιμο καθήκον της οριζόταν ο ποσοτικός και ποιοτικός έλεγχος του παραλαμβανόμενου έργου χωρίς κανένα περιορισμό.

Στο πλαίσιο αυτό, οι εγκεκριμένες ρητά ή σιωπηρά επιμετρήσεις του έργου, έστω και αν τυπικά δεν ακυρώνονται, ανατρέπονται πάντως κατ' αποτέλεσμα, αν διαπιστωθούν κατά την παραλαβή του έργου διαφορές στην ποιότητα ή στις ποσότητες των εργασιών που εκτελέστηκαν και μάλιστα ο φορέας του έργου έχει το δικαίωμα κατά τα άρθρ. 7 παρ. 3-6 και 11 παρ. 3 του ν. 1418/1984 να αναζητήσει τα ποσά που καταβλήθηκαν στον ανάδοχο για εργασίες ελαττωματικές ή σε ποσότητες μικρότερες των όσων αναγράφονται στις επιμετρήσεις.

Με διαφορετική εκδοχή, δηλαδή αν εξαιρεθούν από τον έλεγχο της επιτροπής παραλαβής του έργου οι εργασίες που τμηματικά ή τελικά επιμετρήθηκαν, καθίσταται χωρίς ουσιαστική σημασία η διαδικασία της προσωρινής και, βέβαια, της οριστικής παραλαβής του έργου. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι ήδη ρητά με το άρθρ. 52 παρ. 2 (επιμετρήσεις) του ν. 3669/2008, που κωδικοποίησε τη νομοθεσία για τα δημόσια έργα, ορίζεται ότι οι επιμετρήσεις του έργου, ναι μεν εάν δεν επιστραφούν στον ανάδοχο εγκεκριμένες ή διορθωμένες ή για συμπλήρωση μέσα στην προβλεπόμενη τρίμηνη προθεσμία ή εάν μετά την επανυποβολή τους από τον ανάδοχο δεν ελεγχθούν, διορθωθούν, εγκριθούν και κοινοποιηθούν σ' αυτόν μέσα στην προβλεπόμενη μηνιαία προθεσμία θεωρούνται αυτοδικαίως εγκεκριμένες, μόνον όμως υπό την έννοια ότι επιτρέπεται αυτές να συμπεριληφθούν από τον ανάδοχο σε επόμενο λογαριασμό, γι' αυτό και υπόκεινται στον έλεγχο της Διευθύνουσας Υπηρεσίας σε επόμενο λογαριασμό, ενώ στη συνέχεια οι επιμετρήσεις, είτε ρητά εγκεκριμένες από τη Διευθύνουσα Υπηρεσία του έργου είτε αυτοδικαίως (σιωπηρά, πλασματικά) εγκεκριμένες, μπορούν να ελεγχθούν εκ νέου από την επιτροπή προσωρινής παραλαβής του έργου, οπότε, αν διαπιστωθεί η ύπαρξη αχρεωστήτως καταβληθέντος εργολαβικού ανταλλάγματος, αυτό είναι επιστρεπτέο ύστερα από σύνταξη αρνητικού λογαριασμού.

Μάλιστα, εμφατικά τονίζεται ήδη στο άρθρο 73 παρ. 4 (προσωρινή παραλαβή του έργου) του ν. 3669/2008, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 136 του ν. 4070/2012, ότι η επιτροπή παραλαβής καταγράφει στο πρωτόκολλο παραλαβής "τις ποσότητες της τελικής επιμέτρησης, όπως διορθώνονται από τους ελέγχους που γίνονται, χωρίς να δεσμεύεται από το περιεχόμενο του τελικού επιμετρητικού πίνακα, στον οποίο μπορεί να επέμβει διορθωτικά..." (ΑΠ 1050/2020, ΑΠ 929/2019, ΑΠ 1726/2014, ΑΠ 1791/2013).

Τα παραπάνω επιβεβαιώνονται και από την αιτιολογική έκθεση του ν. 4070/2012, στην οποία για το άρθρο 136 παρ. 3 αναφέρεται ότι "με την παρ. 3 καθορίζεται κατά τρόπο ρητό το αυτονόητο δικαίωμα της Επιτροπής Προσωρινής Παραλαβής του έργου να παραλαμβάνει τις ποσότητες των πράγματι εκτελεσμένων κατά την άποψή της εργασιών, ανεξάρτητα από τις σχετικές εγγραφές και καταχωρήσεις των επιμέρους επιμετρήσεων ή της τελικής επιμέτρησης του έργου και από το αν οι επιμετρήσεις αυτές εγκρίθηκαν πραγματικά ή πλασματικά".

Επομένως, με την ως άνω διάταξη, ερμηνευόμενη ενόψει και του ως άνω σκοπού της θεσπιζόμενης με αυτήν ρύθμισης, δεν καθιερώνεται για πρώτη φορά το ως άνω δικαίωμα της Επιτροπής Προσωρινής Παραλαβής του έργου, αλλά με βάση τα μέχρι τότε νομολογιακά δεδομένα διατυπώνεται και καθορίζεται, κατά ρητό τρόπο, η ήδη και υπό το προηγούμενο νομικό καθεστώς συναγόμενη από το συνδυασμό των σχετικών διατάξεων δυνατότητα της Επιτροπής Προσωρινής Παραλαβής του έργου να τροποποιεί με μεταγενέστερες πράξεις της χωρίς κανένα περιορισμό τις ήδη εγκεκριμένες ρητά ή σιωπηρά επιμετρήσεις του έργου.

Το ως άνω δικαίωμα της Επιτροπής Προσωρινής Παραλαβής του έργου, εφόσον ουδεμία διάκριση γίνεται στο νόμο, ισχύει για τις πάσης φύσεως εργασίες αυτού, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι αφανείς εργασίες, δηλαδή οι εργασίες των οποίων δεν είναι δυνατή η ποσοτική επαλήθευση στην τελική μορφή του έργου (όπως είναι και οι εργασίες που επικαλύπτονται από άλλες και δεν είναι τελικά εμφανείς) [ΑΠ 929/2019].

Εξ άλλου, ενώ κατά το στάδιο της προσωρινής παραλαβής του έργου προβλέπεται η διεξαγωγή ποσοτικού και ποιοτικού ελέγχου του έργου, κατά το στάδιο της οριστικής παραλαβής του ορίζει το άρθρ. 11 παρ. 1 του ν. 4118/1984 και ήδη ορίζει το άρθρ. 75 παρ. 3 του ν. 3669/2008, ότι ελέγχεται πάλι η καλή κατάσταση των εργασιών. Μπορεί έτσι να υποστηριχθεί ότι αποκλείεται κατά το στάδιο αυτό ο ποσοτικός έλεγχος του έργου και υποχρεούται, συνεπώς, η Προϊσταμένη Αρχή να εγκρίνει χωρίς άλλο από την άποψη αυτή το σχετικό πρωτόκολλο.

Όμως, αν ληφθεί υπόψη, ότι κατά τη διάταξη του άρθρ. 11 παρ. 3 του ν. 1418/1984 και ήδη κατά τη διάταξη του άρθρ. 75 παρ. 7 του (προϊσχύσαντος του ν. 4412/2016) ν. 3669/2008, ορίζεται ότι "Αν η παραλαβή συντελεσθεί αυτοδίκαια και διαπιστωθούν εκ των υστέρων διαφορές στις ποσότητες των εργασιών που εκτελέστηκαν, ο ανάδοχος έχει υποχρέωση να επιστρέψει το εργολαβικό αντάλλαγμα που τυχόν έχει καταβληθεί για τις εργασίες αυτές", πρέπει να γίνει δεκτό ότι είναι δυνατός και ο ποσοτικός έλεγχος του έργου κατά το στάδιο της οριστικής παραλαβής του, αφού τον έλεγχο ακριβώς αυτό προϋποθέτουν οι παραπάνω διατάξεις, με την έννοια ότι στην περίπτωση που δεν διενεργήθηκε πράγματι η οριστική παραλαβή, ώστε να ελεγχθεί ποσοτικά το έργο, αλλά αυτή θεωρήθηκε αυτοδικαίως συντελεσθείσα, υπάρχει και πάλι δυνατότητα ποσοτικού ελέγχου του έργου εκ των υστέρων.

Ασφαλώς, διαφορετικό είναι το ζήτημα της αναγκαιότητας των εργασιών που εκτελέστηκαν, η οποία δεν μπορεί να αμφισβητηθεί μετά την οριστική παραλαβή του έργου, έστω και αν αυτή συντελέστηκε αυτοδίκαια (ΑΠ 1726/2014). Ειδικότερα η συντέλεση της οριστικής παραλαβής του έργου γίνεται, κατά την παρ. 1 του άρθρ. 11 του ν. 1418/1984, μετά την προσωρινή παραλαβή και την πάροδο του χρόνου της υποχρεωτικής από τον ανάδοχο συντήρησης του έργου, ενώ αν παρέλθουν άπρακτες οι προβλεπόμενες για τις παραλαβές αυτές προθεσμίες, που αρχίζουν, κατά την παρ. 2 του αυτού άρθρου, από τη βεβαιωμένη περάτωση του έργου, για το οποίο πρέπει να έχει υποβληθεί από τον ανάδοχο και η τελική επιμέτρηση, οι ως άνω παραλαβές θεωρούνται, κατά την ίδια παρ. 2, ότι συντελέστηκαν αυτοδικαίως, εφόσον όμως υπήρξε σχετική έγγραφη όχληση του αναδόχου.

Αντίστοιχα ορίζουν και οι διατάξεις του άρθρ. 55 παρ. 2 του π.δ/τος 609/1985 ότι η οριστική παραλαβή πρέπει να διενεργηθεί μέσα σε δυο μήνες από τότε που λήγει ο χρόνος εγγύησης για το έργο, αν δε η οριστική παραλαβή δεν διενεργηθεί μέσα σ' αυτήν την προθεσμία, θεωρείται ότι έχει συντελεσθεί αυτοδικαίως τριάντα ημέρες μετά την υποβολή από τον ανάδοχο σχετικής όχλησης για τη διενέργειά της.

Κατά το άρθρ. 54 παρ. 1 του ίδιου π.δ/τος, ο χρόνος εγγύησης, κατά τον οποίο ο ανάδοχος φέρει τον κίνδυνο του έργου και υποχρεούται στη συντήρησή του, ορίζεται σε δεκαπέντε (15) μήνες, αρχίζει δε από τη βεβαιωμένη περάτωση των εργασιών, εφόσον μέσα σε δυο μήνες από αυτήν υποβληθεί από τον ανάδοχο η τελική επιμέτρηση, αλλιώς από την ημερομηνία που υποβλήθηκε ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο συντάχθηκε η τελική επιμέτρηση.

Επομένως, αναγκαίες προϋποθέσεις για την αυτοδίκαιη συντέλεση της οριστικής παραλαβής του έργου είναι πρωτίστως η βεβαίωση της περάτωσης των εργασιών του έργου κατά το άρθρ. 52 του π.δ/τος 609/1985 και η τελική επιμέτρησή του, ώστε να αρχίσει έκτοτε να τρέχει ο χρόνος της δεκαπεντάμηνης γι' αυτό εγγύησης, η πάροδος του οποίου αφετηριάζει τη δίμηνη προθεσμία της οριστικής παραλαβής του έργου, με συνέπεια αν παρέλθει άπρακτη και η προθεσμία αυτή, να επέρχεται η αυτοδίκαιη συντέλεση της οριστικής παραλαβής του έργου τριάντα ημέρες μετά την υποβολή από τον ανάδοχο σχετικής όχλησης, που αποτελεί την τελική προϋπόθεση για την αυτοδίκαιη συντέλεση της ως άνω παραλαβής.

Όμοια ορίζουν ήδη και οι διατάξεις των άρθρων 73 και 75 του ν. 3669/2008 (ΑΠ 1726/2013). Εξ άλλου σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 5 εδ. α'του ν. 1418/1984 "Μετά την οριστική παραλαβή του έργου ο ανάδοχος ευθύνεται κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα". Έτσι, μετά την αυτοδίκαιη παραλαβή του έργου, που επέχει θέση έγκρισής του, ως προς την ευθύνη του αναδόχου ισχύει το άρθρο 692 ΑΚ, κατά το οποίο "Μετά την έγκριση του έργου από τον εργοδότη ο εργολάβος απαλλάσσεται από κάθε ευθύνη για τις ελλείψεις του, εκτός αν αυτές δεν μπορούσαν να διαπιστωθούν με κανονική εξέταση όταν έγινε η παραλαβή του έργου ή αν ο εργολάβος τις απέκρυψε με δόλο".

Περαιτέρω, κατά το αρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005, 2/2013).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται, είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.

Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ ΑΠ 20/2005).

Κατά συνέπεια, στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΟλΑΠ 7/2006).

Εξάλλου, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα, έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, ΟλΑΠ 26/2004, ΑΠ 2267/2013).

Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι, κατά το νόμο, αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά, με τον παραπάνω λόγο, για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).

Για να είναι δε ορισμένος και, άρα, παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πού εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση (ΑΠ 892/2020, ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 130/2009).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, ως προς την ουσία της υπόθεσης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα (Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης Αποχέτευσης Μείζονος Περιοχής Βόλου) [ήδη αναιρεσείουσα] προκήρυξε δημόσιο ανοικτό διαγωνισμό για την ανάδειξη αναδόχου του έργου "ΥΔΡΕΥΣΗ ΒΟΛΟΥ-ΕΠΕΚΤΑΣΗ ΚΑΙ ΒΕΛΤΙΩΣΗ ΔΙΚΤΥΟΥ ΥΔΡΕΥΣΗΣ", συνολικού προϋπολογισμού 13.000.000 ευρώ [...].

Ανάδοχος του έργου ανακηρύχθηκε νομίμως η εναγομένη (…) [ήδη αναιρεσίβλητη]. Έτσι, την 7.3.2005 υπεγράφη μεταξύ των διαδίκων το σχετικό εργολαβικό συμφωνητικό, με το οποίο ανατέθηκε στην εναγομένη η εκτέλεση του ανωτέρω έργου αντί αρχικού εργολαβικού ανταλλάγματος 8.969.537,88 ευρώ (χωρίς Φ.Π.Α. και αναθεώρηση).

Το έργο, το τεχνικό αντικείμενο του οποίου συνίστατο στην τοποθέτηση 190.930 μέτρων νέων αγωγών ύδρευσης από πολυαιθυλένιο εντός του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως του Βόλου και της Ν. Ιωνίας για την επέκταση και βελτίωση του υφισταμένου δικτύου έπρεπε να ολοκληρωθεί έως τις 7.3.2007. Η εκτέλεση του έργου..., ολοκληρώθηκε δε στις 7.9.2007, διότι μεσολάβησε έγκριση παρατάσεως του χρόνου παραδόσεως μέχρι τις 7.9.2007 με την υπ' αριθμ. 55/2007 απόφαση του Δ.Σ.

της καθ' ης, η οποία εγκρίθηκε [...]. Στη συνέχεια, στις 14.9.2007 εκδόθηκε από τον προϊστάμενο της διευθύνουσας υπηρεσίας της ενάγουσας η... Βεβαίωση Περαίωσης Εργασιών, με την οποία βεβαιώνεται η εμπρόθεσμη και σύμφωνη με τους όρους της σύμβασης και, τις οδηγίες της Υπηρεσίας ολοκλήρωση των εργασιών του έργου.

Κατά την διάρκεια του έργου συντάσσονταν από την εναγομένη επιμέρους αναλυτικές επιμετρήσεις, οι οποίες υποβάλλονταν προς έλεγχο και έγκριση στη διευθύνουσα υπηρεσία της ενάγουσας. Στις 29.10.2007 η εναγομένη υπέβαλε, με τα υπ' αρ. πρωτ. .... έγγραφά της,... τις τελευταίες επιμέρους αναλυτικές επιμετρήσεις και στις 2.11.2007, υπέβαλε,..., την από 31.10.2007 Τελική Επιμέτρηση και τον Τελικό Συνοπτικό Επιμετρητικό Πίνακα του Έργου.

Η Τελική Επιμέτρηση, συντεταγμένη..., περιλάμβανε αφενός τις εκτελεσμένες ποσότητες εργασιών που είχαν προηγουμένως περιληφθεί στις επιμέρους αναλυτικές επιμετρήσεις και είχαν οριστικοποιηθεί με την έγκριση (ρητή ή αυτοδίκαιη) των επιμετρήσεων αυτών, αφετέρου τις εκτελεσμένες ποσότητες εργασιών των από 29.10.2007 υποβληθεισών επιμέρους αναλυτικών επιμετρήσεων των εκτελεσμένων ποσοτήτων εργασιών.

Η Διευθύνουσα Υπηρεσία της καθ' ης άφησε και παρήλθε άπρακτη η τιθέμενη από τη διάταξη του άρθρου 38 παρ. 4 του π.δ. 609/1985 δίμηνη προθεσμία για τον έλεγχο και την κοινοποίηση της τυχόν διορθωμένης τελικής επιμετρήσεως στον ανάδοχο και έτσι απώλεσε την προθεσμία αυτή, η οποία σύμφωνα με τα προαναφερόμενα είναι, εν όψει της ανάγκης ταχείας περατώσεως των δημοσίων έργων, αποκλειστική, [...].

Συνεπώς, παρερχομένου του διμήνου από της υποβολής (2.11.2007) της Τελικής Επιμετρήσεως στη Διευθύνουσα Υπηρεσία, χωρίς η τελευταία να έχει προβεί στον έλεγχο αυτής και την κοινοποίησή της (ελεγμένης και τυχόν διορθωμένης) στην ανάδοχο, η ανωτέρω Τελική Επιμέτρηση, θεωρείται αυτοδικαίως εγκεκριμένη, όπως υποβλήθηκε, η δε Διευθύνουσα Υπηρεσία δεν είχε πλέον (μετά την εκπνοή του διμήνου στις 3.1.2008) αρμοδιότητα να επιφέρει τροποποιήσεις σ' αυτήν.

Παρά ταύτα όπως προέκυψε από 1) το έγγραφο με αρ. πρωτ. .../29.9.2008 της διευθύνουσας Υπηρεσίας, 2) το 2ο ΑΠΕ που είχε υποβάλει προς έγκριση στη διαχειριστική αρχή η ΔΕΥΑΜΒ και την αιτιολογική έκθεσή του, 3) δύο "Τελικές Επιμετρήσεις" και 4) ένα πίνακα αναθεωρήσεων, η Διευθύνουσα Υπηρεσία της ενάγουσας, παρότι είχε υποχρέωση, δεν είχε αποστείλει στη Διαχειριστική Αρχή την προαναφερόμενη -οριστικοποιημένη και αυτοδικαίως εγκεκριμένη - από 3.1.2008 Τελική Επιμέτρηση, αλλά δύο άλλες "Τελικές Επιμετρήσεις".

Η μία είχε συνταχθεί και υπογραφεί στις 29.9.2008 από τη Διευθύνουσα Υπηρεσία ερήμην της αναδόχου και η άλλη αφορούσε αυθαίρετες και βλαπτικές -για την ανάδοχο - διορθώσεις, στις οποίες είχε προβεί επίσης μονομερώς ο επιβλέπων μηχανικός της ενάγουσας στις 29.9.2008, δηλαδή 8 μήνες και 26 ημέρες μετά την αυτοδίκαιη έγκριση (3.1.2008) της προαναφερόμενης Τελικής Επιμέτρησης του έργου και την οριστικοποίηση των ποσοτήτων που περιλαμβάνονται σε αυτήν.

Τα έγγραφα αυτά ουδέποτε κοινοποιήθηκαν στην εναγομένη. Με αυτά η Διευθύνουσα Υπηρεσία της ενάγουσας εμφάνιζε τις ποσότητες των εργασιών που εκτελέστηκαν κατά πολύ μικρότερες από εκείνες που αναφέρονταν στην από 3.1.2008 αυτοδικαίως εγκεκριμένη Τελική Επιμέτρηση του έργου. Όμως, εφόσον η δίμηνη προθεσμία από την υποβολή της Τελικής επιμέτρησης από την εναγομένη (τότε προσφεύγουσα) παρήλθε άπρακτη στις 3.1.2008, η Διευθύνουσα Υπηρεσία της ενάγουσας δεν είχε πλέον (μετά την εκπνοή του διμήνου την 3.1.2008) αρμοδιότητα να επιφέρει τροποποιήσεις σ' αυτήν και γι' αυτό παρά το νόμο προέβη στη σύνταξη των δύο ανωτέρω εγγράφων που ουσιαστικά συνιστούν βλαπτικές για την εναγομένη περικοπές και τροποποιήσεις.

Τα ανωτέρω κρίθηκαν με δύναμη δεδικασμένου από την υπ' αριθμ. 510/2011 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία...και κατέστη αμετάκλητη, μετά την απόρριψη της αναιρέσεως που άσκησε κατ' αυτής η ενάγουσα, με την υπ' αριθμ. 8/2014 απόφαση της πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου. Συγκεκριμένα με την ως άνω απόφαση (510/2011) του Δικαστηρίου τούτου αναγνωρίστηκε ότι η από 31.10.2007 Τελική Επιμέτρηση, όπως συντάχθηκε και υποβλήθηκε στη Διευθύνουσα Υπηρεσία της ενάγουσας από την εναγομένη-ανάδοχο την 2.11.2007 για το εν λόγω έργο, εγκρίθηκε αυτοδικαίως από την 3.1.2008, καθώς και (αναγνωρίσθηκε) ότι οι διορθώσεις της Διευθύνουσας Υπηρεσίας και η από 29.9.2008 συνταχθείσα από τη Διευθύνουσα Υπηρεσία Τελική Επιμέτρηση δεν είναι νόμιμες, στερούμενες εννόμων αποτελεσμάτων, και ότι παρά το νόμο περικόπηκαν από την από 2.11.2007 υποβληθείσα τελική επιμέτρηση οι αναφερόμενες λεπτομερώς στο σκεπτικό της απόφασης ποσότητες και τέλος υποχρεώθηκε η ενάγουσα να πληρώσει στην εναγομένη ως αμοιβή για τις αναφερόμενες στο σκεπτικό της απόφασης (510/2011) περικοπείσες ποσότητες εργασιών συνολικά το ποσό των 4.028.026,46 ευρώ, πλέον του "αναλογούντος εργολαβικού οφέλους 28%,..., νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής.

Η ενάγουσα όμως, αν και το έργο περατώθηκε νόμιμα και εγκρίθηκε αυτοδικαίως η τελική επιμέτρηση,..., εν τούτοις δεν προχώρησε στην προσωρινή και οριστική παραλαβή του έργου. [...]. Δηλαδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, από τις 7.9.2007 εκκίνησαν όλες οι προθεσμίες Προσωρινής και Οριστικής Παραλαβής. Η ενάγουσα όφειλε εντός εξαμήνου από τις 7.9.2007, δηλαδή έως τις 7.3.2008, το αργότερο, να παραλάβει το έργο προσωρινά και να επιστρέψει το 60% των εγγυητικών επιστολών που είχε στα χέρια της.

Όφειλε, επίσης, εντός διμήνου από την εκπνοή του δεκαπεντάμηνου χρόνου εγγύησης του έργου, να διενεργήσει την οριστική παραλαβή του έργου (να συστήσει δηλαδή επιτροπή παραλαβής, να συνταχθεί πρωτόκολλο παραλαβής και να εγκρίνει το Δ.Σ. της ενάγουσας το πρωτόκολλο οριστικής παραλαβής του έργου). Ακολούθως, να επιστρέψει το υπόλοιπο μέρος των εγγυητικών επιστολών.

Ο χρόνος εγγύησης, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα εξέπνευσε στις 7.12.2008 και συνεπώς, η οριστική παραλαβή του έργου, έπρεπε να διενεργηθεί το αργότερο έως τις 7.2.2009. Η ενάγουσα, όμως, σε καμία ενέργεια δεν προέβη. Έτσι στις 17.3.2009, η εναγομένη υπέβαλε προς τη διευθύνουσα υπηρεσία της ενάγουσας την υπ' αριθμ. πρωτ. .../2009 έγγραφη όχλησή της, με την οποία επισήμαινε στην ενάγουσα τις διατάξεις του νόμου για την προσωρινή και οριστική παραλαβή, ζήτησε τη διενέργειά τους και όχλησε για την αυτοδίκαιη συντέλεσή της.

Η τριακονθήμερη προθεσμία, εντός της οποίας μπορούσε η διευθύνουσα υπηρεσία να προβεί σε παραλαβή του έργου, παρήλθε στις 16.4.2009. Στις 21.4.2009, η ενάγουσα απέστειλε με φαξ το υπ' αριθμ. πρωτ. .../16.4.2009 έγγραφο του διευθυντή τεχνικών υπηρεσιών, με το οποίο δήλωνε προς την εναγομένη ότι απορρίπτεται το αίτημά της για παραλαβή του έργου.

Κατά της τελευταίας εκπρόθεσμης και μη νόμιμης, κατά τα ανωτέρω πράξης της ενάγουσας, η εναγομένη άσκησε νόμιμα και εμπρόθεσμα την υπ' αριθμ. πρωτ. .../30.4.2009 ένστασή της, η οποία, όμως, απορρίφθηκε σιωπηρά από την ενάγουσα. Στη συνέχεια η εναγομένη άσκησε νόμιμα και εμπρόθεσμα την από 17.9.2009 αίτηση θεραπείας, [...].

Και η αίτηση αυτή θεραπείας απορρίφθηκε σιωπηρά (δεν απαντήθηκε). Ενόψει όλων των ανωτέρω η προσωρινή και οριστική παραλαβή του έργου συντελέστηκε αυτοδικαίως στις 16.4.2009. Σημειώνεται ότι μόνες περιπτώσεις που η παραλαβή δεν συντελείται αυτοδικαίως, είναι στις περιπτώσεις που [...]. Στη συγκεκριμένη περίπτωση καμία εκ των ανωτέρω ενεργειών δεν έλαβε χώρα ούτε εντός των τριάντα ημερών, αλλά ούτε και αργότερα, με αποτέλεσμα η παραλαβή να συντελεστεί αυτοδικαίως στις 16.4.2009.

Η ενάγουσα ισχυρίσθηκε ότι στις 16.4.2009 ήτοι την τελευταία ημέρα εκπνοής της προαναφερόμενης τριακονθήμερης προθεσμίας απέστειλε με φαξ το με αριθμό .../16.4.2009 έγγραφο της Διευθύνουσας Υπηρεσίας, με το οποίο εκδηλώνονταν η άρνηση της Διευθύνουσας Υπηρεσίας να συμπράξει στη διαδικασία παραλαβής (προσωρινής και οριστικής) του έργου.

Η αποστολή του φαξ, μολονότι επαναλήφθηκε δύο φορές την ίδια ημέρα (16.4.2009) και ώρα 11.53'.03'' και 12.02'.08'', εν τούτοις δεν περιήλθε στην εναγομένη, διότι απορρίφθηκε το αίτημα για παραλαβή του φαξ, όπως η ίδια η ενάγουσα συνομολογεί. Ο ισχυρισμός, όμως αυτός της ενάγουσας ότι δηλαδή δεν συντελέστηκε αυτοδικαίως η παραλαβή του έργου, διότι αυτή έστω και την τελευταία ημέρα της τριακονθήμερης προθεσμίας εκδήλωσε την άρνησή της να συμπράξει στην παραλαβή του έργου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφενός μεν γιατί η άρνηση αυτή δεν περιήλθε στην εναγομένη-ανάδοχο του έργου, εντός της τριακονθήμερης προθεσμίας, αλλά μετά την παρέλευση αυτής στις 21.4.2009, αφετέρου δε, σε κάθε περίπτωση, διότι η τυχόν, εντός της τριακονθήμερης προθεσμίας, άρνηση της Διευθύνουσας Υπηρεσίας να παραλάβει το έργο, δεν εμποδίζει την αυτοδίκαιη παραλαβή του έργου, σύμφωνα με τα αναφερόμενα αμέσως παραπάνω.

Τα ανωτέρω κρίθηκαν με δύναμη δεδικασμένου με την υπ' αριθμ. 37/2014 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία κατέστη αμετάκλητη, μετά την απόρριψη της αναιρέσεως που άσκησε κατ' αυτής η ενάγουσα, με την υπ' αριθμ. 1275/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου. Συγκεκριμένα με την ως άνω απόφαση (37/2014), αναγνωρίστηκε ότι η προσωρινή και οριστική παραλαβή του έργου συντελέσθηκε αυτοδίκαια στις 16.4.2009 και ότι τα αναφερόμενα στην υπ' αριθμ.

πρωτ. .../16.4.2009 πράξη της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών (αναφορικά με τις αντιρρήσεις που πρόβαλε η ενάγουσα με ΦΑΞ) στερούνται νομιμότητας, ότι ο χρόνος της εγγύησης του έργου έχει λήξει από 7.12.2008 και ότι από τις 30.4.2009 η ενάγουσα είχε υποχρέωση να επιστρέψει τις εγγυητικές επιστολές και τέλος υποχρεώθηκε η ενάγουσα να επιστρέψει στην εναγομένη το σύνολο των εγγυητικών επιστολών του έργου.

Περαιτέρω η ενάγουσα, μετά την αυτοδίκαιη προσωρινή και οριστική παραλαβή του έργου, με την υπ' αρ. .../7.8.2012 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της, που κοινοποιήθηκε στην εναγομένη στις 2.10.2012, με το υπ' αριθμ..../2.10.2012 έγγραφό της, συγκρότησε "Επιτροπή Προσωρινής και Οριστικής Παραλαβής του έργου", η οποία... -αφού προέβη στη διενέργεια 15 τομών σε τυχαία σημεία του αγωγού- συνέταξε το υπ' αριθμ.

πρωτ.../29.3.2013 πρωτόκολλο προσωρινής και οριστικής παραλαβής του έργου, ενώ με την από 3.10.2012 πρόσκληση της Διεύθυνσης τεχνικών Υπηρεσιών της ενάγουσας με το υπ' αριθμ.../3.10.2012 έγγραφό της, προσκλήθηκε η εναγομένη προς προσωρινή και οριστική παραλαβή του έργου στις 10.10.2012. Με την υπ' αριθμ. 283/2015 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, η οποία κατέστη αμετάκλητη, μετά την απόρριψη της αναιρέσεως που άσκησε κατ' αυτής η ενάγουσα, με την υπ' αριθμ. 2019/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, κρίθηκε ότι η Σύσταση-ορισμός από την ενάγουσα με την προαναφερόμενη υπ' αρ..../7.8.2012 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της, της "Επιτροπής για την προσωρινή και οριστική παραλαβή του έργου), που κοινοποιήθηκε στην εναγομένη στις 2.10.2012,..., στερείται νομιμότητας και είναι άκυρη, αφού έλαβε χώρα σε χρόνο που είχε συντελεστεί αυτοδίκαια η προσωρινή και οριστική παραλαβή του έργου και η ενάγουσα είχε απωλέσει την χρονική αρμοδιότητα συγκρότησης της Επιτροπής Παραλαβής, επίσης αναγνωρίστηκε ότι οποιαδήποτε μεταγενέστερη της 16ης Απριλίου 2009 πράξη της ενάγουσας που αφορά σε διαδικασία προσωρινής και οριστικής παραλαβής του έργου στερείται νομιμότητας και είναι άκυρη καθόσον η προσωρινή και οριστική παραλαβή του έργου έχει συντελεσθεί αυτοδίκαια ήδη από τις 16.4.2009, υποχρέωσε δε την ενάγουσα να επιστρέψει το σύνολο των εγγυητικών επιστολών του έργου που είχε λάβει, [...].

Ακόμη με την υπ' αριθμ. 284/2015 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, η οποία κατέστη αμετάκλητη, μετά την απόρριψη της αναιρέσεως που άσκησε κατ' αυτής η ενάγουσα, με την υπ' αριθμ. 2018/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, κρίθηκε ότι η προαναφερόμενη (.../3.10.2012) πρόσκληση της Διεύθυνσης τεχνικών Υπηρεσιών της ενάγουσας, υπογεγραμμένη από τον Πρόεδρο της Επιτροπής Παραλαβής, για παραλαβή του έργου στις 10.10.2012, στερείται νομιμότητας και είναι άκυρη, αφού έλαβε χώρα σε χρόνο που είχε συντελεστεί αυτοδίκαια η προσωρινή και οριστική παραλαβή του έργου και η ενάγουσα είχε απωλέσει τη χρονική αρμοδιότητα να προβεί στην προσωρινή και οριστική παραλαβή του έργου στις 10.10.2012 και αναγνωρίστηκε ότι εφόσον η προσωρινή και οριστική παραλαβή του έργου έχει ήδη συντελεστεί αυτοδίκαια από τις 16.4.2009, οποιαδήποτε μεταγενέστερη πράξη της ενάγουσας που αφορά σε διαδικασία προσωρινής και οριστικής παραλαβής του έργου είναι άκυρη, υποχρέωσε δε την ενάγουσα να επιστρέψει το σύνολο των εγγυητικών επιστολών που είχε λάβει, αναγνωρίζοντας παράλληλα ότι, για όσο χρονικό διάστημα πέραν της 27.4.2019 συνεχίζεται η μη σύννομη παρακράτηση από αυτήν των εγγυητικών επιστολών καλής εκτέλεσης του έργου, η τελευταία έχει υποχρέωση καταβολής στην εναγομένη του συνόλου των τραπεζικών προμηθειών των επιστολών αυτών, εντόκως από την πληρωμή εκάστης χρεώσεως.

Επίσης με την υπ' αριθμ. 285/2015 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, η οποία κατέστη αμετάκλητη, μετά την απόρριψη της αναιρέσεως που άσκησε κατ' αυτής η ενάγουσα, με την υπ' αριθμ. 2020/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, αναγνωρίσθηκε ότι εφόσον η προσωρινή και οριστική παραλαβή του έργου έχει ήδη συντελεσθεί από τις 16.4.2009, οποιαδήποτε μεταγενέστερη πράξη της ενάγουσας που αφορά σε διαδικασία προσωρινής και οριστικής παραλαβής του έργου είναι άκυρη, άρα και το σύνολο των αναφερομένων στο υπ' αριθμ.

… "πρωτόκολλο προσωρινής και οριστικής παραλαβής" εργασιών, είναι εσφαλμένα υπολογισμένες και ότι το σύνολο των εκτελεσμένων ποσοτήτων εργασιών που έχουν αυτοδικαίως παραληφθεί κατά το νόμο είναι οι ποσότητες που προκύπτουν από το σύνολο των αναλυτικών επιμετρήσεων και Π.Π.Α.Ε του έργου που υποβλήθηκαν από την ανάδοχο έως τις 31.10.2007 και περιλήφθηκαν στην από 31.10.2007 τελική επιμέτρηση του έργου.

Σημειώνεται ότι με τις προαναφερόμενες υπ' αριθμ. 283/2015, 284/2015 και 285/2015 αποφάσεις του Δικαστηρίου αυτού, κρίθηκε ότι, οι ισχυρισμοί της ήδη ενάγουσας και τότε καθ' ής η προσφυγή, ότι δεν έχει συντελεσθεί αυτοδικαίως η παραλαβή του έργου στις 10.4.2009 και συνεπώς νομίμως συγκροτήθηκε η ως άνω Επιτροπή Παραλαβής του έργου και ότι από την Επιτροπή Παραλαβής του έργου έχουν διαπιστωθεί σημαντικές ποσοτικές διαφοροποιήσεις, αναφορικά με τις εργασίες που εμφανίζονται να εκτελέστηκαν από την ανάδοχο και τις οποίες έχει αναλάβει να προσδιορίσει το …, είναι απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι, κυρίως διότι, όπως κρίθηκε, για τα ζητήματα αυτά υπάρχει δεδικασμένο που απορρέει από τις υπ' αριθμ. 821/2010 και 510/2011 αμετάκλητες αποφάσεις του Δικαστηρίου τούτου και την υπ' αριθμ. 37/2014 τελεσίδικη απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου.

Η ενάγουσα στη συνέχεια κοινοποίησε στις 21.5.2013 στην εναγομένη με την υπ' αριθμ. .../17.5.2013 πράξη της, τις υπ' αριθμ. 13Α και 9Β αρνητικές εντολές πληρωμής του έργου, με την οποία (πράξη) ζητούνταν η επιστροφή συνολικού ποσού 5.539.383,47 ευρώ και ειδικότερα με την υπ' αριθμ. 13Α αρνητική εντολή πληρωμής η ενάγουσα αιτούνταν την καταβολή-επιστροφή ποσού 4.530.567,37 ευρώ και με την υπ' αριθμ. 9Β αρνητική εντολή πληρωμής η ενάγουσα αιτούνταν την καταβολή-επιστροφή ποσού 1.008.816,10 ευρώ.

Κατά της παραπάνω πράξης και του κύρους των εν λόγω αρνητικών εντολών της ενάγουσας η εναγομένη άσκησε κατά το νόμο προσφυγές. Συγκεκριμένα με την υπ' αριθμ. 35/2017 τελεσίδικη απόφαση του Δικαστηρίου αυτού [...], αναγνωρίσθηκε ότι η υπ' αριθμ. 13Α αρνητική εντολή πληρωμής του έργου στερείται νομιμότητας και είναι άκυρη, όπως και με την υπ' αριθμ. 36/2017 τελεσίδικη απόφαση του Δικαστηρίου αυτού [...], αναγνωρίσθηκε ότι η υπ' αριθμ. 9Β αρνητική εντολή πληρωμής του έργου αυτού στερείται νομιμότητας και είναι άκυρη, διότι, όπως κρίθηκε με τις ανωτέρω αποφάσεις (35/2017 και 36/2017) η υπ' αριθμ. .../17.5.2013 πράξη της ενάγουσας έλαβε χώρα σε χρόνο που είχε συντελεστεί αυτοδίκαια η προσωρινή και οριστική παραλαβή του έργου και η ενάγουσα είχε απωλέσει τη χρονική αρμοδιότητα να προβεί στις 17.5.2013 στη λήψη απόφασης περί έκδοσης των υπ' αριθμ. 13Α και 9Β αρνητικών εντολών πληρωμής της εναγομένης, περικόπτοντας την αμοιβή της εναγομένης κατά τα ποσά των 4.530.567,37 ευρώ και 1.008.816,10 ευρώ αντίστοιχα.

Επίσης με τις τελευταίες αποφάσεις κρίθηκαν ως ουσία αβάσιμοι οι ισχυρισμοί της ενάγουσας ότι δεν έχει συντελεσθεί αυτοδικαίως η παραλαβή του έργου, ότι νομίμως αποφασίστηκε η συγκρότηση της "Επιτροπής για τη διενέργεια προσωρινής και οριστικής παραλαβής" και ότι νομίμως συντάχθηκε το από 29.3.2013 πρωτόκολλο προσωρινής και οριστικής παραλαβής του έργου με το οποίο διαπιστώθηκαν εκτελεσμένες ποσότητες εργασιών λιγότερες από εκείνες που είχαν διαπιστώσει, εγκρίνει και υπογράψει με αναλυτικές επιμετρήσεις και είχαν πληρώσει με σειρά λογαριασμών ο επιβλέπων μηχανικός του έργου και ο Δ/ντής της Τεχνικής Υπηρεσίας και προϊστάμενος της Δ/σας Υπηρεσίας, ώστε να υφίσταται δικαίωμα αυτής να περικόψει εργολαβική αμοιβή,..., ότι η ανωτέρω διαπίστωση περί λιγότερων εκτελεσμένων ποσοτήτων εργασιών επιβεβαιώθηκε και εκ νέου από τη συγκροτηθείσα "Επιτροπή για τη διαπίστωση της ύπαρξης ή μη ποσοτικών αποκλίσεων του έργου", ότι δεν συντελέστηκε νομίμως η παραλαβή του έργου καθόσον δεν υποβλήθηκε από την εναγομένη ο φάκελος ασφάλειας και υγείας, κυρίως διότι, όπως κρίθηκε, για τα ζητήματα αυτά υπάρχει δεδικασμένο που απορρέει από τις υπ' αριθμ. 821/2010 και 510/2011 αμετάκλητες αποφάσεις του Δικαστηρίου τούτου και την υπ' αριθμ. 37/2014 τελεσίδικη απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου.

Η ενάγουσα με την υπ' αριθμ. 81/20.3.2014 απόφαση του ΔΣ αποφάσισε την συγκρότηση "Επιτροπής για τη διαπίστωση ύπαρξης ή μη ποσοτικών αποκλίσεων του έργου". Η Επιτροπή αυτή -μετά τη διενέργεια 100 ερευνητικών τομών σε τυχαία επιλεγμένες θέσεις του κατασκευασμένου δικτύου- συνέταξε το υπ' αριθμ. πρωτ. … πρακτικό αποκλίσεων, με το οποίο διαπιστώθηκαν ποσοτικές αποκλίσεις μεταξύ προβλεπομένων και εκτελεσθεισών εργασιών.

Κατά των πράξεων αυτών ασκήθηκαν από την εναγομένη οι κατά το νόμο προσφυγές. Δυνάμει της υπ' αριθμ. 34/2017 τελεσίδικης απόφασης του Δικαστηρίου αυτού [...], αναγνωρίσθηκε ότι η υπ' αριθμ. .../26.3.2014 απόφαση του ΔΣ με την οποία αποφασίστηκε η συγκρότηση της Επιτροπής για τη διαπίστωση της ύπαρξης ή μη αποκλίσεων του εν λόγω έργου, στερείται νομιμότητας και είναι άκυρη και ότι οποιαδήποτε μεταγενέστερη της 16.4.2009 πράξη της ενάγουσας, που αφορά σε διαδικασία ελέγχου των εκτελεσθεισών εργασιών του παραπάνω έργου στερείται νομιμότητας, καθόσον η προσωρινή και οριστική παραλαβή του έργου έχει συντελεστεί αυτοδίκαια ήδη από τις 16.4.2009 και η ενάγουσα δεν είχε την χρονική αρμοδιότητα να προβεί [...].

Επίσης δυνάμει της υπ' αριθμ. 33/2017 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου [...], αναγνωρίσθηκε ότι το σύνολο των αναφερομένων (εργασιών) στο υπ' αριθμ. .../13.6.2014 "Πρακτικό της Επιτροπής για τη διαπίστωση της ύπαρξης ή μη ποσοτικών αποκλίσεων του έργου" είναι εσφαλμένα υπολογισμένες και ότι το σύνολο των εκτελεσμένων ποσοτήτων εργασιών που έχουν αυτοδικαίως παραληφθεί κατά νόμο, είναι οι ποσότητες που προκύπτουν από το σύνολο των αναλυτικών επιμετρήσεων και Π.Π.Α.Ε.

του έργου, που υποβλήθηκαν από την ανάδοχο έως τις 31.10.2007 και περιλήφθηκαν στην από 31.10.2007 Τελική Επιμέτρηση του Έργου, διότι όπως κρίθηκε με την ίδια απόφαση, η ενάγουσα είχε απωλέσει (χρονικά) την αρμοδιότητα να ενεργήσει ποσοτικό έλεγχο, τον οποίο πραγματοποίησε η με επιμέλεια αυτής (ενάγουσας) συσταθείσα Επιτροπή σε χρόνο που δεν υφίστατο από χρονική άποψη σχετική αρμοδιότητα και αυτής (Επιτροπής) και ακόμη αναγνωρίστηκε ότι οποιαδήποτε μεταγενέστερη της … πράξη της ήδη ενάγουσας, που αφορά σε διαδικασία ελέγχου των εκτελεσθεισών ποσοτήτων εργασιών του παραπάνω έργου στερείται νομιμότητας, καθόσον η Προσωρινή και Οριστική Παραλαβή του έργου έχει συντελεστεί ήδη από τις 10.4.2009.

Σημειώνεται ότι δυνάμει α) της υπ' αριθμ. 821/2010 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, η ενάγουσα υποχρεώθηκε να καταβάλει στην εναγομένη το ποσό των 477.540 ευρώ, εντόκως, που αντιστοιχεί στην αμοιβή της αναδόχου για τις περιλαμβανόμενες στον 10Α λογαριασμό εκτελεσθείσες εργασίες στα πλαίσια της επίδικης σύμβασης δημόσιου έργου, λόγω του ότι αυτός (λογαριασμός), όπως κρίθηκε, αυτοδίκαια εγκρίθηκε από 20.7.2008, β) της υπ' αριθμ. 110/2014 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, η ενάγουσα υποχρεώθηκε να καταβάλει στην εναγομένη αντιστοίχως το ποσό των 60.978,18 ευρώ, εντόκως, που αντιστοιχεί σε οφειλόμενη αμοιβή της αναδόχου για τις περιλαμβανόμενες στον 12Α λογαριασμό εκτελεσθείσες εργασίες στα πλαίσια της ίδιας σύμβασης έργου και γ) των υπ' αριθμ. 417/2010, 418/2010, 419/2010, 420/2010 421/2010 και 509/2011 αποφάσεων του Δικαστηρίου αυτού η ενάγουσα υποχρεώθηκε να καταβάλει στην εναγομένη τα ποσά των 55.719,57 ευρώ, 23.117,07 ευρώ, 51.851,15 ευρώ, 16.588,83 ευρώ, 9.397,28 ευρώ και 25.200 ευρώ, εντόκως, που αντιστοιχεί σε οφειλόμενα ποσά για τις περιλαμβανόμενες εργασίες που αφορούν τους 3Β, 6Β, 4Β, 5Β, 7Β και 8Β λογαριασμούς.

Αναφορικά με τον ισχυρισμό της καθ' ης, ότι για το επίδικο ζήτημα που αφορά την αγωγική βάση από την συμβατική ευθύνη (ήτοι κατά της εκ των υστέρων διαπίστωσης λιγότερων πράγματι εκτελεσμένων ποσοτήτων εργασιών), έχουν κρίνει με δύναμη δεδικασμένου οι προαναφερόμενες τελεσίδικες αποφάσεις του Δικαστηρίου τούτου, ώστε δεν επιτρέπεται αυτό (το κριθέν ζήτημα) να αποτελέσει αντικείμενο νέας δικανικής κρίσης, καθώς καλύπτεται από την ενέργεια του δεδικασμένου (άρθρο 330 ΚΠολΔ) και συγκεκριμένα έχουν κρίνει η υπ' αριθμ. 33/2017 απόφαση...., η υπ' αριθμ. 34/2017 απόφαση..., η υπ' αριθμ. 35 απόφαση..., η υπ' αριθμ. 36/2017 απόφαση..., οι υπ' αριθμ. 283/2015, 284/2015 και 285/2015 αποφάσεις..., η υπ' αριθμ. 510/2011 απόφαση (που αφορά την επιδίκαση της αμοιβής στην ανάδοχο για τις περικοπείσες, παρά το νόμο, ποσότητες του έργου από την από 2.11.2007 υποβληθείσα τελική επιμέτρηση που συνέταξε η ανάδοχος για το εν λόγω έργο), η υπ' αριθμ. 821/2010..., η υπ' αριθμ. 110/2014..., οι 509/2011, 417/2010 έως 421/2010 αποφάσεις..., πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Τούτο διότι από την επισκόπηση των εν λόγω αποφάσεων προκύπτει ότι δεν υπάρχει ταυτότητα διαφοράς, δεδομένου ότι με την εν λόγω αγωγή κατά την κύρια βάση της -από τη σύμβαση δημόσιου έργου- στηριζόμενη στο άρθρο 11 παρ. 3 του ν. 1418/1984, επιδιώκεται διαφορετικό δικαίωμα του κυρίου του έργου, που πηγάζει από την τελευταία διάταξη (γεννιέται κατά το μεταγενέστερο στάδιο της αυτοδίκαιης παραλαβής του έργου), το οποίο (δικαίωμα) δεν αποτέλεσε αντικείμενο των προηγούμενων δικών και το ζητούμενο στη δίκη αυτή θεμελιώνεται σε διάφορη νομική αιτία -δεν υπάρχει ταυτότητα νομικής αιτίας και αιτήματος, δεδομένου ότι τα ζητήματα που έκριναν οι ως άνω αποφάσεις αφορούσαν αμφισβήτηση πράξεων της ενάγουσας σε χρόνο που δεν είχε τη σχετική αρμοδιότητα- με κρίσιμα ζητήματα την αναγνώριση της τελικής επιμέτρησης που υπέβαλε η εναγόμενη ως αυτοδικαίως εγκριθείσας και την αναγνώριση της προσωρινής και οριστικής παραλαβής του έργου ότι συντελέσθηκαν αυτοδίκαια- και όπως κρίθηκε, αυτή (ενάγουσα) δεν είχε την χρονική αρμοδιότητα να προβεί στις προσβαλλόμενες πράξεις για τον ποσοτικό έλεγχο του έργου, αλλά και αμφισβήτηση πράξεων των συσταθεισών Επιτροπών που συντελέσθηκαν σε χρόνο όμως που αυτές δεν είχαν από χρονική άποψη σχετική αρμοδιότητα, όπως και (αφορούσαν) αμφισβήτηση οφειλόμενων ποσών της αμοιβής της αναδόχου για τις εργασίες που περιλαμβάνονται στους ως άνω λογαριασμούς και για τις περικοπείσες ποσότητες της τελικής επιμέτρησης που υπέβαλε η ανάδοχος.

Σημειώνεται δε ότι το αντικείμενο του δεδικασμένου που απορρέει από τις ως άνω αποφάσεις δεν είναι λογικώς ασυμβίβαστο προς το αντικείμενο της παρούσας δίκης. Ακόμη πρέπει να σημειωθεί ότι ο ισχυρισμός της εναγομένης, περί του ότι στην δίκη που αφορούσε την προσφυγή της τελευταίας (εναγομένης -τότε προσφεύγουσας) κατά του από 13.6.2014 πρακτικού "της Επιτροπής για τη διαπίστωση της ύπαρξης ή μη ποσοτικών αποκλίσεων του έργου", προτάθηκε από την ενάγουσα-τότε καθ' ης η προσφυγή ο ισχυρισμός περί μετρήσεων του TEE Μαγνησίας και διαπίστωσης δήθεν λιγότερων εκτελεσθεισών ποσοτήτων εργασιών και δήθεν εξαγόμενων αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών, ο οποίος απορρίφθηκε, ώστε ο προταθείς ισχυρισμός της ήδη ενάγουσας να καλύπτεται από το δεδικασμένο και να μην δύναται να κριθεί εκ νέου, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι η προβολή του ισχυρισμού της (ήδη ενάγουσας) στη δίκη εκείνη δεν μπορούσε να έχει έννομη επιρροή και δεν καλύπτεται από το δεδικασμένο.

Περαιτέρω προκύπτει ότι η ενάγουσα, με την από 15.2.2012 επιστολή του πληρεξουσίου δικηγόρου της, ζήτησε από το Σώμα Επιθεωρητών Δημοσίων Έργων (Σ.Ε.Δ.Ε) "να διερευνήσει το σύνολο των ενεργειών ή παραλείψεων των αρμοδίων οργάνων της ενάγουσας που είχαν την ευθύνη της επίβλεψης και διαχείρισης του εν θέματι έργου, αλλά και της αναδόχου εταιρίας (…) καθώς και το βάσιμο ή μη του ισχυρισμού της αναδόχου ότι εκτέλεσε υπερσυμβατικές εργασίες ύψους 4.028.026,46 ευρώ, χωρίς ΦΠΑ και αναθεώρηση, μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 510/2012 (σ.σ.

ορθό 510/2011) απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου..". Το ΣΕΔΕ απαντώντας στην ως άνω επιστολή με την από 4.10.2012 "ΠΡΩΤΗ ΕΚΘΕΣΗ ΕΛΕΓΧΟΥ των στοιχείων του φακέλου του εν λόγω έργου) -ορθή επανάληψη 8.10.2012-, αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα εξής "ότι από την επεξεργασία των στοιχείων που ετέθησαν σε γνώση του διαπιστώνονται κυρίως τα ακόλουθα: 1.

Παράλειψη της Διευθύνουσας Υπηρεσίας να ελέγξει και εγκρίνει την Τελική Επιμέτρηση του έργου εντός της προθεσμίας που ορίζεται στο άρθρο 38 παρ. 4 του ΠΔ 609/85 (ήδη άρθρο 52 παρ. 5 του ν. 3669/2008). Επισημαίνεται ότι η Τελική Επιμέτρηση υποβλήθηκε εμπροθέσμως από τον ανάδοχο στις 2.11.2007 και διορθώθηκε παράτυπα από την υπηρεσία στις 29.9.2008, ήτοι μετά από 10 μήνες και 26 μέρες, αντί των 2 μηνών που ορίζει ο νόμος.

Επίσης ουδέποτε η εγκεκριμένη Τελική Επιμέτρηση κοινοποιήθηκε από την Διευθύνουσα Υπηρεσία, ως όφειλε, στον ανάδοχο 2. Παράλειψη εφαρμογής των άρθρων 53 (Προσωρινή Παραλαβή) και 55 (Οριστική Παραλαβή) του π.δ. 609/85 (ήδη άρθρα 73 και 75 του Ν. 3669/2008 αντιστοίχως), και τούτο παρά το γεγονός ότι το έργο περαιώθηκε στις 7.9.2007 ή έστω ότι η Τελική Επιμέτρηση διορθώθηκε παράτυπα και εκπρόθεσμα από τη Διευθύνουσα Υπηρεσία στις 29.9.2008, με αποτέλεσμα το έργο να έχει ουσιαστικά παραληφθεί αυτοδίκαια.

Σημειωτέον ότι καμία Παραλαβή του έργου μέχρι 4.10.2012 δεν έχει διενεργηθεί (ήτοι μετά την παρέλευση χρονικού διαστήματος 3 και πλέον ετών). Σε κάθε περίπτωση θα έπρεπε να είχε διενεργηθεί η Προσωρινή Παραλαβή άμεσα και σύμφωνα με τις ως άνω αναφερόμενες διατάξεις, καθ' όσον η επιτροπή έχει την αρμοδιότητα να ελέγξει, τροποποιήσει και καταγράψει στο πρωτόκολλο τις ποσότητες της Τελικής Επιμέτρησης, πράγμα που θα διασφάλιζε την ΔΕΥΑΜΒ.

Σημαντικές καθυστερήσεις της Υπηρεσίας στην πληρωμή των λογαριασμών του έργου με αποτέλεσμα κατόπιν των υπ' αριθμ. 412/2010, 420/2010, 421/2010 και 509/2011 αποφάσεων του Εφετείου Λάρισας, η ΔΕΥΑΜΒ (ενάγουσα) να υποχρεούται να καταβάλει νομιμοτόκως την επιπλέον δαπάνη των 281.874,81 ευρώ, ζημιώνοντας το Δημόσιο. Κατόπιν τούτων το ΣΕΔΕ προχωρά σε ενδελεχή επεξεργασία των στοιχείων, προκειμένου να διερευνήσει σε βάθος περαιτέρω τυχόν ζημία του Δημοσίου και να κατανείμει ευθύνες στα αρμόδια όργανα της ΔΕΥΑΜΒ.

Το σχετικό πόρισμα που συντάσσεται θα διαβιβασθεί αρμοδίως". Εξάλλου, με την από 25.2.2013 Έκθεση Ελέγχου Καταγγελίας, που συντάχθηκε για το επίδικο έργο σε συνέχεια της σε εκτέλεση της υπ' αριθμ. 30/12 απόφασης του ΔΣ της ΔΕΥΑΜΒ (ενάγουσας) από 15.2.2012 επιστολής του πληρεξουσίου δικηγόρου..., της υπ' αριθμ. .../3.10.2012 εισαγγελικής παραγγελίας και του με αρ.

πρωτ. .../4.2.2013 εγγράφου του Πρωτοδικείου Βόλου, το ΣΕΔΕ στο κεφάλαιο "Ζ. Διαπιστώσεις-Συμπεράσματα" αναφέρει επί λέξει τα εξής: "Συμπεράσματα Ζ1" "α. Η Διευθύνουσα Υπηρεσία είχε την υποχρέωση να προβεί στον έλεγχο της Τελικής Επιμέτρησης μέσα σε δύο μήνες από την υποβολή της και να κοινοποιήσει στον ανάδοχο την ελεγμένη και τυχόν διορθωμένη επιμέτρηση, ήτοι μέχρι 2.1.2008 β.

Η Διευθύνουσα Υπηρεσία προέβη στον έλεγχο και διόρθωση των επιμετρήσεων στις 29.9.2008 ήτοι με καθυστέρηση περίπου εννέα (9) μηνών γ. Η Διευθύνουσα Υπηρεσία ουδέποτε κοινοποίησε την διορθωμένη Τελική Επιμέτρηση στην Ανάδοχο του Έργου". Επί του θέματος των Παραλαβών του Έργου "Συμπεράσματα Ζ2" αναφέρει ότι "α.

Η Διευθύνουσα Υπηρεσία παρέλειψε να εφαρμόσει την κείμενη νομοθεσία (άρθρο 53 "Προσωρινή Παραλαβή", άρθρο 54 "Χρόνος υποχρεωτικής συντήρησης του Έργου" και άρθρο 55 "Οριστική Παραλαβή" του π.δ. 609/85), ήτοι να διενεργήσει τις παραλαβές του έργου υποχρεωτικά εντός των προβλεπομένων σ' αυτή προθεσμιών, β. Η Προϊσταμένη Αρχή δεν συγκρότησε επιτροπή παραλαβής ούτε μετά την κατάθεση σχετικής ένστασης του αναδόχου για παραβίαση της κείμενης νομοθεσίας, την οποία μάλιστα απέρριψε σιωπηρά".

Επί του θέματος Καθυστερήσεις πληρωμής "Συμπεράσματα Ζ3" αναφέρει ότι "α. Οι υπηρεσιακοί παράγοντες (Επιβλέπων και Προϊστάμενος Διευθύνουσας Υπηρεσίας) υπέγραψαν εγκαίρως, και εντός των προθεσμιών που προβλέπονται από τον νόμο το σύνολο των λογαριασμών του έργου. Σε δύο μόνο περιπτώσεις υπήρξε σχετική καθυστέρηση, πράγμα όμως που δεν παράγει αποτέλεσμα, β.

Οι σημαντικές καθυστερήσεις στις πληρωμές των 3Β, 4Β, 5Β, 6Β, 7Β, 8Β, και 10Α Λογαριασμών οφείλονται στις καθυστερήσεις έκδοσης των Χρηματικών Ενταλμάτων Πληρωμής, ελλείψει πόρων της ΔΕΥΑΜΒ, καθόσον κυρίως οι εν λόγω λογαριασμοί αφορούσαν το τμήμα του έργου που χρηματοδοτείτο οπό δικούς της πόρους" και "στο Γενικό Συμπέρασμα-πρόταση" αναφέρει επί λέξει ότι "Από όψιμα πλήρη στοιχεία που χορηγήθηκαν στο Σώμα Επιθεωρητών Δ.Ε και αφορούν στους 3Β, 4Β, 5Β, 6Β, 7Β, 8Β λογαριασμούς, προκύπτει ότι οι υπηρεσιακοί παράγοντες της Διευθύνουσας Υπηρεσίας της ΔΕΥΑΜΒ υπέγραψαν εντός των προβλεπόμενων προθεσμιών τους λογαριασμούς και οι όποιες καθυστερήσεις πληρωμών εκείνων των λογαριασμών, για τους οποίους το Εφετείο Λάρισας με αποφάσεις του υποχρέωσε την ΔΕΥΑΜΒ να καταβάλει νομιμοτόκως το επιπλέον ποσό των 281.874,84 ευρώ, οφείλονται στην αδυναμία της ΔΕΥΑΜΒ να καταβάλει από πόρους της έγκαιρα στον ανάδοχο την δαπάνη των υπόψη λογαριασμών, β.

Η επιβληθείσα από το Εφετείο Λάρισας επιβάρυνση, λόγω των σημαντικών καθυστερήσεων πληρωμής των λογαριασμών, προβλέπεται από τον νόμο, δεν προέκυψε σύμφωνα με τα στοιχεία του έργου από αμέλεια των οργάνων της ΔΕΥΑΜΒ και ως εκ τούτου δε δύναται να καταλογισθεί ως ζημία του Δημοσίου, όπως εκ παραδρομής είχε διατυπωθεί στην παρ.

Γ.3 της από 8.12.2012 ορθή επανάληψη της Πρώτης Έκθεσης Ελέγχου, και γ. Να ελεγχθούν πειθαρχικά τόσο τα όργανα της Διευθύνουσας Υπηρεσίας, για τις παραλείψεις - παρατυπίες τις αναφερόμενες στα Ζ1.α, ΖΙ.β, ΖΙ.γ, Ζ2.α συμπεράσματα, όσο και της Προϊσταμένης Αρχής για την αναφερόμενη στο Ζ2.β συμπέρασμα, παρά το γεγονός ότι από αυτές δεν έχει προκληθεί ζημία του Δημοσίου".

Ακόμη το ΣΕΔΕ με το υπ' αριθμ. πρωτ. .../ 26.3.2013 έγγραφό του, σε απάντηση του υπ' αριθμ. πρωτ. .../8.3.2013 εγγράφου του Ειδικού Ανακριτικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Βόλου, με το οποίο ζητούσε να του γνωρίσει "εάν οι εργασίες της αναδόχου εταιρείας καθώς και ποσότητες υλικών που χρησιμοποιήθηκαν, σύμφωνα με την τελική επιμέτρηση του έργου που κατέθεσε η ανάδοχος και αναφέρεται στην υπ' αριθμ. 510/2011 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, πράγματι εκτελέστηκαν και τα υλικά χρησιμοποιήθηκαν, καθόσον προκύπτει ότι η Διευθύνουσα Υπηρεσία της ΔΕΥΑΜΒ εκπρόθεσμα και καθυστερημένα, στις 29.9.2008, συνέταξε δύο τελικές επιμετρήσεις, βάσει των οποίων εμφάνιζε τις ποσότητες των εργασιών που εκτελέστηκαν κατά πολύ μικρότερες από εκείνες που αναφέρονται στην εγκεκριμένη τελικώς τελική επιμέτρηση του έργου που συνέταξε η ανάδοχος, περικόπτοντας και μειώνοντας, αντίστοιχα, και το εργολαβικό αντάλλαγμα.", αναφέρει επί λέξει τα εξής: "α) Δεν δύναται να διακριβωθούν εκ των υστέρων οι πραγματικές ποσότητες εργασιών που εκτελέστηκαν για την κατασκευή του εν θέματι έργου, καθόσον αφορά υπόγειο έργο και οι εργασίες στο σύνολό τους είναι αφανείς εργασίες.

Προς τούτο άλλωστε κατά την εκτέλεση των εργασιών, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 38 (επιμετρήσεις) του Π.Δ. 609/85, προβλέπεται τα επιμετρητικά στοιχεία να λαμβάνονται από κοινού από τους επιβλέποντες και εκπρόσωπο του αναδόχου, να καταχωρούνται σε επιμετρητικά φύλλα εις διπλούν που υπογράφονται από τα δύο μέρη και καθένα παίρνει ένα αντίγραφο, β) Επισημαίνεται δε ότι το έργο παρελήφθη τμηματικά για χρήση με (20) "Πρωτόκολλα διοικητικής Παραλαβής Τμήματος Δικτύου Ύδρευσης για Χρήση" (από 27.9.2005 έως 1.6.2007), οπότε η διευθύνουσα υπηρεσία είχε επαρκή περιθώρια να ελέγξει και εγκρίνει τμηματικά τις επιμετρήσεις κάθε παραλαμβανόμενου τμήματος του έργου".

Εξάλλου οι μηνυτήριες αναφορές της ενάγουσας (ήτοι οι από 19.3.2014, 6.8.2014 και 17.12.2014) "περί εξαπάτησής της από την εναγομένη εταιρία και την … ΑΕ, η οποία -εναγομένη που ενδιαφέρει στην προκειμένη περίπτωση- φέρεται ότι συμπεριφέρθηκε αντισυμβατικά, παραβαίνοντας τις αρχές της καλής πίστης και της χρηστότητας των συναλλαγών, με αποτέλεσμα να υποβληθούν στη ΔΕΥΑΜΒ (ενάγουσα) ψευδή στοιχεία με σημαντικές ποσοτικές διαφοροποιήσεις αναφορικά με την εκτέλεση του έργου "ΥΔΡΕΥΣΗ ΒΟΛΟΥ..." από την εταιρία … (εναγομένη) και συνεκδοχικά η ΔΕΥΑΜΒ (ενάγουσα) να υποχρεωθεί να καταβάλει αχρεωστήτως περισσότερα χρήματα για εργασίες που δεν έγιναν σύμφωνα με τις εγκεκριμένες προδιαγραφές, υποκείμενη σε αντίστοιχη περιουσιακή ζημία" τέθηκαν στο αρχείο, κατ' άρθρο 43 ΚΠΔ με την υπ' αριθμ. ...

από 1.6.2017 έγκριση του Εισαγγελέα Εφετών Λάρισας, διότι, όπως αναφέρεται στην αναφορά του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Βόλου, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προέκυψε δόλια συμπεριφορά σε βάρος της ενάγουσας από τις εν λόγω εταιρίες προκειμένου να προσποριστούν παράνομο περιουσιακό όφελος, και ότι αν και υπήρχαν παρατυπίες και καθυστερήσεις εκ μέρους των αρμοδίων οργάνων της ενάγουσας τόσο ως προς τον έλεγχο και έγκριση των επιμετρήσεων όσο και ως προς την παραλαβή του έργου, δεν προέκυψε ζημία εις βάρος της ενάγουσας με βάση και την από 25.2.2013 εμπιστευτική έκθεση ελέγχου του Σώματος Επιθεωρητών Δημοσίων Έργων (βλ. ...).

Ακόμη, το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας, δυνάμει του υπ' αριθμ. 120/2014 βουλεύματός του αποφάνθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία σε βάρος των κατηγορουμένων: [...], για το αδίκημα της απιστίας στην υπηρεσία κατ' εξακολούθηση σε βάρος του δημοσίου και ειδικότερα της ΔΕΥΑΜΒ, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο βούλευμα, που φέρεται ότι τέλεσαν κατά το χρονικό διάστημα από 2.11.2007 έως και 21.1.2008 για τη μη παρακολούθηση και έλεγχο της πορείας των εργασιών και επιμετρήσεων που υπέβαλαν κάθε φορά οι εκπρόσωποι της αναδόχου εταιρίας "…", ήδη εναγομένης, για το εν λόγω έργο, με αποτέλεσμα, με την υπ' αριθμ. 510/2011 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας να επιδικαστεί στην ανάδοχο το συνολικό ποσό των 4.028.026,46 ευρώ, διότι κρίθηκε ότι, ανεξαρτήτως των όποιων παραλείψεων και καθυστερήσεων σημειώθηκαν στην όλη διαδικασία έγκαιρης έγκρισης των επιμετρήσεων και παραλαβής του έργου και ανεξαρτήτως της ύπαρξης της πιο πάνω οφειλής της ενάγουσας προς την εναγομένη, δεν προέκυψε ότι οι κατηγορούμενοι ενήργησαν με σκοπό να ζημιώσουν τη δημοτική επιχείρηση ή για να προσπορίσουν στον εαυτό τους ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος.

Περαιτέρω, ήταν αδύνατη η τήρηση της συμβατικής διατομής της εκσκαφής σε όλο το έργο και οι διαστάσεις της διατομής εκσκαφής καθορίζονταν κάθε φορά από τις ανά σημείο τοπικές συνθήκες του έργου (υπόγεια δίκτυα οργανισμών κοινής ωφελείας - σωλήνες αποχέτευσης, καλώδια κ.λπ.) και από τις επιτόπου οδηγίες και εντολές της επιβλέπουσας υπηρεσίας της ενάγουσας και συνεπώς ήταν εν γνώσει της ενάγουσας οι διαφορετικές διαστάσεις των εκτελεσθεισών διατομών που υλοποιήθηκαν σε διάφορα σημεία του έργου κατά τον χρόνο κατασκευής τους.

Όπως δε προκύπτει από την απλή επισκόπηση του Ημερολογίου Εργασιών του Έργου, το έργο παρακολουθούνταν από τους τεχνικούς της ενάγουσας και τα σχετικά φύλλα του ημερολογίου είναι υπογεγραμμένα από τους μηχανικούς της ΔΕΥΑΜΒ και συγκεκριμένα από τον...., πτυχιούχο πολιτικό μηχανικό ΤΕ για το διάστημα από 23.5.2005 έως 11.2.2006 και από τον ..., πολιτικό μηχανικό, για το διάστημα από 12.2.2006 έως 10.1.2007.

Σε φύλλα του Ημερολογίου του Έργου αναφέρεται ότι η εκτέλεση των εργασιών γίνεται σύμφωνα με τις ΤΠ (Τεχνικές Προδιαγραφές) και τις οδηγίες της Υπηρεσίας, δίχως την καταγραφή, στις Παρατηρήσεις του αντίστοιχου φύλλου, διαφορετικής άποψης από τους υπογράφοντες μηχανικούς της επίβλεψης, ενώ στο φύλλο της 27.5.2005 στη στήλη Διαταγές αναγράφεται ότι "… και στους αριθμούς … έγιναν ζημιές στις διακλαδώσεις αποχέτευσης.

Δόθηκε εντολή στον ανάδοχο το βάθος εκσκαφής να μειωθεί κατά 30 εκατ. Από 1,30 μ σε 1,00 μ". Ακόμη το ότι η εκτέλεση του έργου έγινε υπό την παρακολούθηση των επιβλεπόντων μηχανικών της ενάγουσας και υπό τις οδηγίες της προκύπτει επιπλέον και από την υπ' αριθμ …. ένορκη βεβαίωση του ..., εργοταξιάρχη της εναγομένης στο επίδικο έργο, ο οποίος αναφέρει επί λέξει ότι "Στο συγκεκριμένο έργο, η ΔΕΥΑΜΒ είχε ορίσει Κλιμάκιο επιβλεπόντων μηχανικών της αποτελούμενο από 10 περίπου άτομα (κ.κ. ..., από όσους θυμάμαι).

Αυτοί ασκούσαν τη διοίκηση του έργου, καθόριζαν τον τρόπο εκτέλεσης των εργασιών και χορηγούσαν εντολές. Δεν έκανε ο ανάδοχος ό,τι ήθελε, ούτε επέλεγε ο ανάδοχος τον τρόπο εκτέλεσης των εργασιών. Παρουσία και υπό την επίβλεψη των μηχανικών αυτών της ΔΕΥΑΜΒ καταγράφονταν με τη βοήθεια του εργοδηγού του αναδόχου ..., οι ποσότητες των εργασιών που εκτελούνταν, ελέγχονταν τα δεδομένα του τοπογραφικού συνεργείου, συμπληρώνονταν επιμετρητικά φύλλα, και εν συνεχεία ο ανάδοχος υπέβαλε αναλυτικές επιμετρήσεις στην ΔΕΥΑΜΒ για να τις ελέγξουν και να τις εγκρίνουν οι μηχανικοί της ΔΕΥΑΜΒ.

Δηλαδή, όλες οι ποσότητες εργασιών που εκτελούνταν αφενός ήταν εν γνώσει της επίβλεψης κατά τον χρόνο εκτέλεσης του έργου, αφετέρου υποβάλλονταν και με έγγραφα και επιμετρήσεις στην ΔΕΥΑΜΒ, έτσι ώστε εν συνεχεία να πληρωθούν" και από την κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας ..., πολιτικού μηχανικού. Προϊσταμένου του Τμήματος Μελετών και Κατασκευών της Διεύθυνσης Προγραμματισμού και Νέων Υποδομών της ΔΕΥΑΜΒ στο ακροατήριο του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας κατά την συνεδρίαση της 24.4.2015, ο οποίος αναφέρει για το επίδικο έργο μεταξύ άλλων επί λέξει ότι "...

Γνώριζε (η ανάδοχος) για τον κίνδυνο διαρροών, ήξερε που έπρεπε να σκάψει. Ο σωλήνας ύδρευσης είναι πιο πάνω, όπου υπάρχει αποχέτευση γίνεται μια ανύψωση...Σήμερα δικάζουμε το πρωτόκολλο του 2013. Το έργο τελείωσε ... Από το 2005-2007 το έργο το επέβλεπαν συνεχώς, δεν ήταν μόνος του ο εργολάβος. Δεν ξέρω αν έσκαβαν σύμφωνα με τη σύμβαση.

Υποβάλλονταν εγγράφως οι ποσότητες που εκτελούνταν. Όταν ολοκληρώνονταν τμήματα υπογράφονταν πρωτόκολλα. Ο επιβλέπων τα υπέγραφε. Για να πληρωθούν δεν ξέρω αν υπέγραφαν" [...]. Η ενάγουσα για την βασιμότητα των αγωγικών ισχυρισμών της επικαλείται και προσκομίζει την από Ιουνίου 2015 έκθεση πραγματογνωμοσύνης για το εν λόγω έργο, που συντάχθηκε από τρεις πραγματογνώμονες, ήτοι τους ..., μηχανολόγο μηχ/κό, ...

τοπογράφο μηχ/κό και ... πολιτικό μηχ/κό, που ορίστηκαν από το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος-Τμήμα Μαγνησίας (TEE Μαγνησίας). Το αντικείμενο της πραγματογνωμοσύνης, με βάση το υπ' αριθμ. … έγγραφο της ενάγουσας προς το TEE Τμήμα Μαγνησίας ήταν "1) η ύπαρξη ή μη ποσοτικών αποκλίσεων των εκτελεσθεισών εργασιών του έργου, σε σχέση με τις υποβληθείσες από τον ανάδοχο και πιστοποιηθείσες από την τεχνική υπηρεσία της ΔΕΥΑΜΒ 2) αν υπάρχουν ποιοτικές αποκλίσεις σε σχέση με τις συμβατικές προδιαγραφές του έργου.

Σε αυτήν την περίπτωση ζητήθηκε η καταγραφή των αποκλίσεων και η αξία που έχει το έργο με βάση τις διαπιστωθείσες πλημμέλειες σε σχέση με την αξία του χωρίς τις πλημμέλειες". Η πραγματογνωμοσύνη αυτή, όπως αναφέρεται ρητά σε αυτήν, λόγω του ότι η παρέλευση 8 με 9 έτη από την κατασκευή του έργου δεν θα έδινε αξιόπιστα ποιοτικά στοιχεία, ακόμη διότι οι καταγραφείσες βλάβες, αστοχίες και υπολειτουργίες στο δίκτυο που κατασκεύασε η εναγομένη ήταν επουσιώδεις έως μηδαμινές, διότι τόσο από τις επί τόπου αυτοψίες για την καταγραφή του έργου από την ομάδα των πραγματογνωμόνων, όσο και από πληροφορίες από την Τεχνική Υπηρεσία της ΔΕΥΑΜΒ δεν προέκυψαν στοιχεία καθιζήσεων στους δρόμους όπου κατασκευάστηκαν τα δίκτυα και ότι από αυτό συνάγεται ότι οι συμπυκνώσεις των επιχωμάτων στους δρόμους ήταν ικανοποιητικές, και διότι στη διάρκεια κατασκευής του έργου έγιναν διάφοροι ποιοτικοί έλεγχοι από αναγνωρισμένα εργαστήρια (… …) που δεν καταλόγισαν σοβαρές παρατυπίες όσον αφορά ποιοτικά στοιχεία, αλλά και διότι οποιοσδήποτε έλεγχος για τυχόν απώλειες του δικτύου, λειτουργία βανών κλπ., λόγω του μεγάλου χρονικού διαστήματος από την εκτέλεση του έργου, δεν θα ήταν αντικειμενικός και τέλος διότι από τις προσωπικές επαφές των πραγματογνωμόνων με τα τεχνικά και διοικητικά στελέχη της ενάγουσας, κυρίως η διαφορά έγκειται στις πιστοποιηθείσες και εκτελεσθείσες εργασίες, περιορίστηκε (η πραγματογνωμοσύνη) στο αντικείμενο της ύπαρξης η μη μόνο ποσοτικών διαφοροποιήσεων των εργασιών που εμφανίζονται να εκτελέσθηκαν από την ανάδοχο του έργου - εναγομένη και περιλαμβάνονται στους λογαριασμούς του έργου (εκτίμηση των διατομών εκσκαφής για τους σωλήνες διατομών Φ90, Φ200, Φ315 και Φ355 που προβλέπονταν στη μελέτη, εκτίμηση των ποσοτήτων επιχώσεων των σκαμμάτων με θραυστό υλικό και άμμο και μήκος τοποθετημένων σωλήνων ανά διατομή).

Οι πραγματογνώμονες θεώρησαν ότι τα παραπάνω στοιχεία μπορεί να εκτιμηθούν ανεξάρτητα από το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, καθώς η φύση και η υφή του εδαφικού επί τόπου υλικού (μητρικού εδάφους) είναι σαφώς διαφορετική από την φύση και τα χαρακτηριστικά των υλικών επιχώσεων. Άρα με μια οποιαδήποτε ερευνητική τομή μπορεί-σημειακά βέβαια- να εκτιμηθεί το πλάτος και το βάθος της εκσκαφής και οι διατομές των προϊόντων επίχωσης, όπως και η διατομή του τοποθετημένου αγωγού.

Στο κεφάλαιο 5 της πραγματογνωμοσύνης "Μεθοδολογία και τρόπος προσέγγισης του αντικειμένου της πραγματογνωμοσύνης" αναφέρεται ότι οι πραγματογνώμονες θεώρησαν ότι είναι δυνατόν να ελεγχθούν -σε τυχαία σημεία και με βάση τους νόμους της στατιστικής- οι γεωμετρικές διαστάσεις των σκαμμάτων, οι διατομές των αγωγών και τα πάχη των επιχώσεων.

Επειδή όλα τα δίκτυα είναι υπόγεια, οι πραγματογνώμονες αναφέρουν ότι για τη λήψη των γεωμετρικών στοιχείων απαιτούνταν τομές κατά πλάτος στις θέσεις των τοποθετημένων αγωγών, ώστε να αποτυπωθούν με μετρήσεις οι διαστάσεις των τομών. Στο κεφάλαιο 5.2 "Μεθοδολογία προσέγγισης δείγματος" αναφέρεται ότι η επιλογή των θέσεων των διερευνητικών τομών έγινε τυχαία με δειγματοληψία με πιθανότητα, και οι προτεινόμενες τομές ανά περιοχή ορίστηκαν σε σύνολο 152 (...), ενώ ο συνολικός αριθμός των διατομών που ελέγχθηκαν είναι 181, καθόσον σε κάποια σημεία στο ίδιο όρυγμα είχαν τοποθετηθεί δύο αγωγοί.

Στο 5.3 κεφάλαιο "Τρόπος εκτέλεσης διερευνητικών τομών - εργασίες πεδίων" περιγράφεται ο τρόπος εκτέλεσης των διερευνητικών τομών και ορίζεται ότι τα μεγέθη που μετρούνταν σε κάθε σκάμμα ήταν τα κάτωθι: 1) πλάτος σκάμματος, (...), 2) βάθος σκάμματος (...), 3) ύψος άμμου (...), 4) ύψος τοποθέτησης σωλήνα ύδρευσης από φυσικό έδαφος, 5) απόσταση σωλήνωσης από το τοίχωμα του σκάμματος και απόσταση σωλήνων μεταξύ τους και 6) πάχος ασφαλτικού.

Στο κεφάλαιο 5.5 της τελικής αξιολόγησης αναφέρεται ότι [...]. Επίσης αναφέρεται ότι δεν έγινε προσπάθεια εκτίμησης των συνολικών όγκων χωματισμών, εκσκαφών, επιχώσεων, εγκιβωτισμών με άμμο και μεταφορών, διότι θεωρήθηκε ότι μπορεί να προκύψουν διαφοροποιήσεις βασιζόμενες σε μη αντικειμενικά κριτήρια, για τα οποία δεν έχουν (οι πραγματογνώμονες) άποψη και δεν μπορούν να εκτιμηθούν από τις επί τόπου αυτοψίες.

Επίσης η απλή ανάγνωση μερικών σελίδων του ημερολογίου του έργου πιθανόν να μην αντικατοπτρίζει τις επί τόπου ειδικές συνθήκες. [...]. Οι εργασίες πεδίου (τομές) ξεκίνησαν στις 24.2.2015 και περατώθηκαν στις 23.4.2015. Με βάση το συνολικό μήκος των τοποθετημένων αγωγών, το οποίο, όπως αυτό προέκυψε από τις δικές τους (πραγματογνωμόνων) μετρήσεις, ανέρχεται σε 183.284 μ, παρουσιάζονται στον πίνακα Δ, ανά διατομή αγωγού, το μήκος των αγωγών και ο αριθμός των ερευνητικών τομών". [...].

Στο κεφάλαιο 9.4 "Εκτίμηση πάχους ασφάλτου και πλάτους αποκατάστασης ασφαλτικών οδοστρωμάτων" αναφέρεται, μεταξύ άλλων επί λέξει ότι "Σε αρκετούς δρόμους υπήρξε ολική αποκατάσταση οδοστρώματος σε όλο το πλάτος της οδού, έτσι δεν ήταν δυνατόν, να επιμετρηθεί το πλάτος αποκατάστασης. Με βάση όλα τα ανωτέρω και λαμβάνοντας υπόψη τα καταγραφέντα από τις διερευνητικές τομές που έγιναν προκύπτουν τα εξής σε σχέση με τα δύο ερωτήματα: (ως προς το πάχος της ασφάλτου).

Από τις επί τόπου μετρήσεις προέκυψε ότι σε όλες σχεδόν τις τομές το πάχος της ασφάλτου ήταν με βάση το απαιτούμενο από τα συμβατικά τεύχη του έργου. Σε αρκετές δε περιπτώσεις, όπως φαίνεται και στους πίνακες όπου καταγράφεται το πάχος της ασφάλτου ήταν μεγαλύτερο από το απαιτούμενο. Για να απαντηθεί το (β) ερώτημα (πλάτος αποκατάστασης οδοστρώματος) έγινε, όπου ήταν δυνατόν, η επί τόπου καταγραφή του ίχνους αποκατάστασης της ασφάλτου.

Μάλιστα στις περισσότερες περιπτώσεις γίνονταν δύο μετρήσεις, μία πριν την δειγματοληπτική τομή και μία μετά. Σαν πλάτος αποκατάστασης λαμβάνονταν ο μέσος όρος των δύο μετρήσεων. Από την στατιστική επεξεργασία των δεδομένων προέκυψε ότι γενικά το πλάτος αποκατάστασης του οδοστρώματος ήταν μεγαλύτερο από το πλάτος του σκάμματος της τάφρου του αγωγού.

Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι σε πολλές μετρήσεις δεν ήταν δυνατόν να εκτιμηθεί το ανωτέρω πλάτος καθόσον υπήρχε ολική αποκατάσταση της στρώσης κυκλοφορίας της οδού σε όλο το πλάτος του οδοστρώματος με αποτέλεσμα τα ίχνη αποκατάστασης να μην είναι ορατά. Επίσης πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η άσφαλτος έχει την ιδιότητα μετατροπής της σε ρευστό με πολύ μεγάλο ιξώδες, στην περίπτωση υψηλών θερμοκρασιών.

Λαμβάνοντας μάλιστα υπόψη και το μεγάλο χρονικό διάστημα μεταξύ κατασκευής έργου και σύνταξη πραγματογνωμοσύνης οι επί τόπου μετρήσεις πιθανόν να έχουν κάποιες αποκλίσεις. Συναξιολογώντας όλα τα ανωτέρω εκτιμούμε ότι σαν πλάτος αποκατάστασης ασφαλτικών οδοστρωμάτων θα πρέπει να ληφθεί το μέσο πλάτος του σκάμματος εκσκαφής, όπως προέκυψε από την στατιστική επεξεργασία, προσαυξημένο κατά 0,20 m" και ακολουθεί ο πίνακας 10 "Προτεινόμενο πλάτος αποκατάστασης οδοστρώματος οδού ανά διάμετρο αγωγού": [...].

Στο κεφάλαιο 9.6 της πραγματογνωμοσύνης "Γενικές τελικές Εκτιμήσεις-Συμπεράσματα" αναφέρεται επί λέξει ότι: "Για την εκτίμηση των διαστάσεων των σκαμμάτων αγωγών, επιχώσεων, αποκαταστάσεων και μήκη τοποθετημένων αγωγών θεωρήσαμε ότι ενδεικτικές "τυχαίες" δειγματοληπτικές τομές θα μπορούσαν να δώσουν μετρήσιμα στοιχεία με τα ανωτέρω μεγέθη.

Με βάση κανόνες της στατιστικής "δειγματοληπτικές τομές" θα μπορούσαν να δώσουν μετρήσιμα στοιχεία για τα ανωτέρω μεγέθη. Με βάση κανόνες της στατιστικής "δειγματοληψία με πιθανότητα", έγιναν εκατόν πενήντα δύο (152) τομές σε διάφορα σημεία, όπου εντοπίσθηκαν 181 αγωγοί. Από αυτές θεωρήθηκαν αξιολογήσιμες οι εκατόν σαράντα δύο (142), όπου εντοπίσθηκαν 167 αγωγοί.

Γενικά δεν προέκυψαν προβλήματα "αναγνωρισιμότητας" του περιγράμματος των διατομών εκσκαφών και επιχώσεων. Ελήφθησαν όλα τα γεωμετρικά στοιχεία των 167 αγωγών επί τόπου. Στην συνέχεια συντάχθηκαν πίνακες ανά περιοχή και διάμετρο αγωγού. Σε πολλά σκάμματα εντοπίσθηκαν διπλοί αγωγοί. Στην συνέχεια έγινε στατιστική επεξεργασία των καταγραφεισών διατομών, ώστε να προκύπτουν οι "μέσες διατομές" σκαμμάτων και επιχώσεων ανά αγωγό.

Τα δείγματα (διατομές) που ελέχθησαν θεωρούνται επαρκή και αξιόπιστα για τους αγωγούς ΡΕ Φ90, μικρότερης αξιοπιστίας για τους αγωγούς ΡΕ Φ200 και περιορισμένης αξιοπιστίας για τους αγωγούς ΡΕ Φ315 και ΡΕ Φ355. Παρόλα αυτά όμως αποτελούν σημαντικές ενδείξεις για τις κατασκευασθείσες διατομές. Κατόπιν οι ανωτέρω διατομές συγκρίθηκαν με τις τυπικές διατομές του έργου έτσι όπως αναφέρονται στα συμβατικά τεύχη.

Γενικά προέκυψαν τα παρακάτω: Δεν υπάρχουν σημαντικές και αξιολογήσιμες διαφορές όσον αφορά τα μήκη τοποθετημένων αγωγών. Υπάρχουν διαφορές τόσο στο πλάτος όσο και στο ύψος εκσκαφών όλων των τύπων αγωγών (ΡΕ Φ90, ΡΕ Φ200, ΡΕ Φ315. ΡΕ Φ355) που οδηγούν σε σημαντικές αποκλίσεις όγκων εκσκαφών μεταξύ κατασκευασθέντων και επιμετρηθέντων.

Υπάρχουν διαφορές διατομών επιχώσεων υλικών, εγκιβωτισμού με άμμο και αμμοχάλικα, που επίσης οδηγούν σε σημαντικές αποκλίσεις όγκων επιχώσεων μεταξύ κατασκευασθέντων και επιμετρηθέντων. Τα πάχη αποκαταστάσεων οδοστρωμάτων και κυρίως οι ασφαλτικές στρώσεις (ΠΤΠ Α-265) είναι σταθερά πάνω από τα απαιτούμενα ελάχιστα πάχη.

Επίσης διαπιστώθηκε ότι το πλάτος αποκατάστασης οδοστρώματος είναι μεγαλύτερο από το αντίστοιχο πλάτος του σκάμματος εκσκαφής. Μικρότερο όμως του απαιτούμενου από τα συμβατικά (τεύχη) της μελέτης, που οδηγεί σε αποκλίσεις μεταξύ κατασκευασθέντων και επιμετρηθέντων. Δεν ήταν δυνατόν να εκτιμηθεί η ποσότητα (και διατομές) των επιχώσεων σκαμμάτων με διαλεγμένα χώματα (Άρθρο αριθμός τιμολογίου … ) διότι η εργασία δεν ήταν επιμετρήσιμη στην σημερινή χρονική περίοδο [το είδος αυτό εργασίας δεν ενδιαφέρει εν προκειμένω].

Δεν δόθηκαν στοιχεία ολικού όγκου χωματισμών επιχώσεων διότι πιθανόν να υπήρχαν παράγοντες που δεν είναι εκτιμήσιμοι την σημερινή χρονική περίοδο (Οι παράγοντες αφορούν μόνο τις συνθήκες του έργου και όχι τις διατομές που διαπιστώθηκαν και όπως προαναφέρθηκε υπολείπονται σημαντικά των συμβατικών διατομών του τεύχους της μελέτης)".

Ενώ λοιπόν οι ως άνω πραγματογνώμονες δεν προσπάθησαν να προβούν ούτε καν σε εκτίμηση των όγκων των εκτελεσθεισών επίδικων εργασιών, διότι όπως επί λέξει αναφέρεται στο κεφάλαιο 5.5. Τελική αξιολόγηση "θεωρήσαμε ότι μπορεί να προκύψουν διαφοροποιήσεις βασιζόμενες σε μη αντικειμενικά κριτήρια, για τα οποία δεν έχουμε άποψη και ούτε μπορούν να εκτιμηθούν από τις επί τόπου αυτοψίες", παρόλα αυτά η ενάγουσα με βάση τις "μέσες διατομές" ανά διάμετρο αγωγού και είδος εργασίας [που προέκυψαν από την στατιστική επεξεργασία των δειγματοληπτικών τομών, που οι πραγματογνώμονες θεώρησαν αξιολογήσιμες (από τις 152 τομές τις 142 τομές) και βάσει των νόμων των πιθανοτήτων], προέβη στον υπολογισμό των συνολικών όγκων των εκσκαφών, χωματισμών, εγκιβωτισμών με άμμο κ.λπ και θεώρησε (η ενάγουσα) ότι οι ούτως υπολογισθείσες ποσότητες αντιπροσωπεύουν τις πραγματικώς εκτελεσθείσες εργασίες του έργου αυτού (βλ.

το από … υπόμνημα του ..., Προϊστάμενου του Τμήματος Μελετών -Κατασκευών της ΔΕΥΑΜΒ, και την σχετική υπ' αριθμ. ….ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Βόλου Χρυσούλας Μπαντέκα του μάρτυρα της ενάγουσας ...., πολιτικού μηχανικού του ΑΠΘ, Προϊστάμενου του Τμήματος Μελετών Κατασκευών της ενάγουσας, [...].

Πλην όμως από την ως άνω πραγματογνωμοσύνη-στην οποία στηρίζονται οι αγωγικοί ισχυρισμοί- η οποία αφορά εκτιμήσεις και η οποία για τον λόγο που προαναφέρθηκε δεν κατέληξε σε συγκεκριμένα (αριθμητικά) αποτελέσματα για τις ποσότητες των επίδικων εκτελεσθεισών εργασιών, που να μπορούν να συγκριθούν με τις ποσότητες της από 31.10.2007 Τελικής Επιμέτρησης της αναδόχου, αλλά περιορίστηκε μόνο στην εύρεση μιας "μέσης τυπικής διατομής" (μέσο βάθος, μέσο πλάτος διατομής) ανά διάμετρο αγωγού και είδος εργασίας [από τον έλεγχο με τομές κατά πλάτος σε τυχαία σημεία των τοποθετημένων αγωγών, προκειμένου να εκτιμηθεί το πλάτος και βάθος της εκσκαφής, όπως και οι διατομές των προϊόντων επίχωσης (άμμου, αμμοχάλικου, ασφάλτου)] και υπολόγισε μόνο την ποσοστιαία απόκλιση (απόκλιση επί τοις εκατόν) αυτής της "μέσης τυπικής διατομής" από την αντίστοιχη τυπική διατομή της σύμβασης, δεν διαπιστώνονται οι πραγματικά εκτελεσθείσες αφανείς επίδικες εργασίες του εν λόγω έργου σε σχέση με αυτές που αναγράφονται στην υποβληθείσα από την ανάδοχο από 31.10.2007 Τελική Επιμέτρηση.

Τα πορίσματα λοιπόν της εν λόγω πραγματογνωμοσύνης, που καταλήγουν βάσει δειγματοληπτικών τομών σε διαπιστώσεις ποσοστιαίων αποκλίσεων της "μέσης τυπικής διατομής" ανά διάμετρο αγωγού και είδος εργασίας από την αντίστοιχη τυπική διατομή της σύμβασης -που διενεργήθηκε με όρους στατιστικής και θεωρίας των πιθανοτήτων- δεν μπορούν να θεωρηθούν ως μια νέα αξιόπιστη επιμέτρηση των πραγματικά εκτελεσθεισών επίδικων εργασιών του έργου, διότι οι εν λόγω μετρήσεις ανάγουν τα αποτελέσματα των 142 δειγματοληπτικών τομών στα 183.284,04 (κατά την μέτρηση των πραγματογνωμόνων) μέτρα συνολικού μήκους του δικτύου [στηρίζονται δηλαδή σε μια τομή ανά 1.290 μ (183.284,04: 142=1290μ)], χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι πραγματικές συνθήκες και οι ιδιαιτερότητες που επικρατούσαν κατά την εκτέλεση του έργου, αφού πρόκειται για υπόγειο έργο ύδρευσης, σε περιοχή με προϋφιστάμενους αγωγούς Ο.Κ.Ω [αποχέτευσης, ΔΕΗ ΟΤΕ κλπ., βλ.

και την υπ' αριθμ … ένορκη βεβαίωση του ..., εργοταξιάρχη της εναγομένης στο επίδικο έργο, ο οποίος περιγράφει τις συνθήκες του πραγματικού τρόπου κατασκευής του υπόγειου έργου, με υπόγεια δίκτυα Ο.Κ.Ω, που συμπλέκονται με αυτό (επίδικο) και υπό συνθήκες κυκλοφορίας και στάθμευσης οχημάτων στους δρόμους διέλευσης του υπό κατασκευή δικτύου και τις εξαιτίας των ιδιαίτερων συνθηκών τροποποιητικές κατά τόπους προσαρμογές της αναδόχου -ανύψωση στάθμης διέλευσης σωλήνων, προσωρινή επίχωση σκαμμάτων, επανεπίχωση, επανεκσκαφή ημιτελούς εργασίας κ.λπ.-], πολύ δε περισσότερο που η εφαρμοσθείσα προς τούτο "μέθοδος δειγματοληψίας με πιθανότητα σύμφωνα με νόμους των πιθανοτήτων" και στατιστικής επεξεργασίας των δειγματοληπτικών τομών, δεν προβλέπεται από το σχετικό άρθρο 38 παρ. 3 του πδ 609/1985, το οποίο ρητά ορίζει τον τρόπο επιμέτρησης των εργασιών βάσει των επιτόπου επιμετρήσεων την στιγμή της κατασκευής και τη σύνταξη ΠΠΑΕ.

Η κρίση του Δικαστηρίου αυτού ενισχύεται επιπλέον και από το γεγονός ότι τα αποτελέσματα των Επιτροπών (Προσωρινής και Οριστικής Παραλαβής του έργου και Επιτροπής Αποκλίσεων) καταλήγουν, βάσει δειγματοληπτικών τομών, σε διαπιστώσεις ποσοστιαίων αποκλίσεων των επιδίκων εργασιών, που δεν συμφωνούν ούτε μεταξύ τους, ούτε και με την προσκομιζόμενη από την ενάγουσα από Ιουνίου 2015 προαναφερόμενη πραγματογνωμοσύνη.

Η πιο πάνω κρίση του Δικαστηρίου δεν αναιρείται από την προσκόμιση από την ενάγουσα προς αντίκρουση των ισχυρισμών της εναγομένης, τόσο της από 23.4.2018 συμπληρωματικής έκθεσης των ίδιων ως άνω πραγματογνωμόνων που ορίστηκαν από το ΤΕΕ Μαγνησίας [...], όσο και,..., της υπ' αριθ. … ένορκης βεβαίωσης των μαρτύρων της ενάγουσας [...].

Σε κάθε δε περίπτωση, με βάση τα προαναφερόμενα, δεν δύναται να διακριβωθούν - εκτιμηθούν εκ των υστέρων οι πραγματικές ποσότητες των εργασιών που εκτελέστηκαν για την κατασκευή του έργου αυτού και μάλιστα μετά την παρέλευση τόσων ετών από το πέρας του έργου (7.9.2007) αφού πρόκειται για εργασίες που αφορούν υπόγειο έργο, που ολοκληρώθηκαν και καλύφθηκαν πριν την 7.9.2007 (σε συνολικό μήκος 183 χιλιομέτρων) και είναι στο σύνολό τους αφανείς, όπως με βεβαιότητα ανέφερε και το Σώμα Επιθεωρητών Δημοσίων Έργων στο προαναφερόμενο υπ' αριθμ.

πρωτ .../26.3.2013 έγγραφό του, όπου τονίζεται ότι δεν δύναται να διακριβωθούν εκ των υστέρων οι πραγματικές ποσότητες των εργασιών που εκτελέστηκαν για την κατασκευή του εν θέματι έργου, καθόσον αφορά υπόγειο έργο και οι εργασίες στο σύνολο τους είναι αφανείς. [...]. Σημειώνεται επίσης ότι δεν αναφέρονται συγκεκριμένες ποσότητες εκτελεσθεισών εργασιών σε κάθε δειγματοληπτική τομή [δεν εκτίθενται στην αγωγή τα στοιχεία διατομών ανά επίδικη εργασία και ανά διάμετρο αγωγού σε καθένα σημείο των τομών αυτών (βάθος, πλάτος μήκος)], ώστε να είναι δυνατή -σημειακά- η διαπίστωση ποσοτικών αποκλίσεων εκτελεσθεισών εργασιών σε σχέση με την συμβατική υποχρέωση της αναδόχου, ούτε και προκύπτουν σαφώς μετρήσεις για τις κρίσιμες διαστάσεις των επιμέρους δειγματοληπτικών τομών (μήκος).

Ανεξάρτητα δε από αυτό, δεν πιθανολογήθηκε ότι οι ποσοτικές αποκλίσεις των επίδικων εκτελεσθεισών εργασιών, συνεπεία της μη τήρησης εκ μέρους της αναδόχου της συμβατικής διατομής δεν μπορούσαν να διαγνωστούν από την ενάγουσα και δεν ήταν αντιληπτές από την τελευταία πριν από την αυτοδίκαιη παραλαβή του έργου, ότι έγιναν αυθαίρετα από την ανάδοχο, η οποία και απέκρυψε το γεγονός αυτό και τις συνεπεία τούτου ποσοτικές διαφορές των εκτελεσθεισών εργασιών από την ενάγουσα και ότι αυτές διαπιστώθηκαν μετά την αυτοδίκαιη προσωρινή και οριστική παραλαβή του έργου, αλλά αντίθετα, όπως προέκυψε, η μη τήρηση της συμβατικής διατομής σε σημεία του όλου έργου υπαγορεύθηκε από αντικειμενικούς παράγοντες (ύπαρξη δικτύων Οργανισμών Κοινής Ωφέλειας) και έγινε εν γνώσει και με οδηγίες των επιβλεπόντων μηχανικών της ενάγουσας κατά την εκτέλεση του έργου και πριν από την αυτοδίκαιη παραλαβή.

Καθώς λοιπόν με βάση τις προαναφερόμενες σκέψεις δεν πιθανολογήθηκε α) ότι μετά την αυτοδίκαιη παραλαβή (16.4.2009) διαπιστώθηκαν διαφορές στις ποσότητες των επίδικων εργασιών που εκτελέστηκαν πράγματι, ήτοι στις εκσκαφές σκαμμάτων αγωγών (σε έδαφος γαιώδες και σε έδαφος βραχώδες), στον εγκιβωτισμό σωλήνων με άμμο, στην επίχωση σκαμμάτων αγωγών με αμμοχάλικο, στην φορτοεκφόρτωση, μεταφορά και διάστρωση κάθε είδους προϊόντων εκσκαφών, στην αποκατάσταση ασφαλτικών οδοστρωμάτων, στην άρση και επανατοποθέτηση πλακών πεζοδρομίου, στην μειωτική τιμή ασφαλτικού οδοστρώματος και στην μειωτική τιμή άρσης και επανατοποθέτησης πλακών πεζοδρομίου, τόσο για το τμήμα Α όσο και για το τμήμα Β του έργου, σε σχέση με αυτές που αναγράφονται στην από 31.10.2007 συνταχθείσα και υποβληθείσα από την ανάδοχο-εναγομένη Τελική Επιμέτρηση, β) ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις της αδικοπραξίας [υπαίτια ζημιογόνος συμπεριφορά της εναγομένης σε βάρος της ενάγουσας που αντίκειται στα χρηστά ήθη (ή που είναι παράνομη)], γ) η ύπαρξη επουσιώδους ελαττώματος (με την έννοια της ποσοτικής διαφοροποίησης των πράγματι εκτελεσθεισών επίδικων εργασιών από αυτές που αναγράφονται στην Τελική Επιμέτρηση), για το οποίο ευθύνεται η εναγομένη, μετά την αυτοδίκαιη παραλαβή (έγκριση) του έργου...πρέπει η αγωγή κατά τις πιο πάνω βάσεις της..., να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη τόσο κατά την κύρια βάση της από τη σύμβαση εκτέλεσης δημόσιου έργου, στηριζόμενη στο άρθρ. 11 παρ. 3 ν. 1418/1984, όσο και κατά την πρώτη επικουρική βάση της από αδικοπραξία (άρθρ. 914, 919 ΑΚ), αλλά και κατά τη δεύτερη επικουρική βάση, με την οποία επιδίωκε η ενάγουσα, ήδη αναιρεσείουσα, ανάλογη μείωση της αμοιβής της αντιδίκου της αναδόχου λόγω επουσιώδους ελαττώματος του έργου, υπό την προαναφερθείσα έννοια, ερειδόμενη στο άρθρο 688 ΑΚ.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 11 παρ.3, 5 παρ.9 του ν. 1418/1984, 681 ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως με τη μη εφαρμογή τους, καθόσον δεν συνέτρεχαν, στη συγκεκριμένη περίπτωση οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, αφού, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν πιθανολογήθηκε ότι οι εκτελεσθείσες από την αναιρεσίβλητη ποσότητες εργασιών ήσαν λιγότερες από αυτές που περιγράφονται στην τελική επιμέτρηση, με συνέπεια να καταφάσκεται η ουσιαστική αβασιμότητα της αγωγής για επιστροφή από την αναιρεσίβλητη στην αναιρεσείουσα αχρεωστήτως καταβληθέντος εργολαβικού ανταλλάγματος.

Εξ άλλου, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των παραπάνω διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής αυτών, τις οποίες, έτσι, δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, αφού αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αρνητικό αποδεικτικό της πόρισμα, ότι, δηλαδή, δεν πιθανολογήθηκε ότι οι εκτελεσθείσες από την αναιρεσίβλητη ποσότητες εργασιών ήταν λιγότερες από αυτές που περιγράφονται στην τελική επιμέτρηση και ότι μετά την αυτοδίκαιη παραλαβή (16.4.2009) διαπιστώθηκαν διαφορές στις ποσότητες των επίδικων εργασιών που εκτελέστηκαν πράγματι.

Η παραδοχή δε ότι "Σε κάθε περίπτωση, με βάση τα προαναφερόμενα, δεν δύναται να διακριβωθούν - εκτιμηθούν εκ των υστέρων οι πραγματικές ποσότητες των εργασιών που εκτελέστηκαν για την κατασκευή του έργου αυτού και μάλιστα μετά την παρέλευση τόσων ετών από το πέρας του έργου (7.9.2007) αφού πρόκειται για εργασίες που αφορούν υπόγειο έργο, που ολοκληρώθηκαν και καλύφθηκαν πριν την 7.9.2007 (σε συνολικό μήκος 183 χιλιομέτρων) και είναι στο σύνολό τους αφανείς" δεν είναι αντιφατική προς την έτερη παραδοχή "δεν πιθανολογήθηκε ότι μετά την αυτοδίκαιη παραλαβή (16.4.2009) διαπιστώθηκαν διαφορές στις ποσότητες των επίδικων εργασιών που εκτελέστηκαν πράγματι".

Επομένως, ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλομένη οι από τους αριθ. 1 και 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες της παραβίασης κανόνων του ουσιαστικού δικαίου και της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω αντιφατικών αιτιολογιών, είναι αβάσιμος και κατά τα δύο σκέλη του.

Σε κάθε περίπτωση δε, ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο προβάλλεται η από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως άνω πλημμέλεια, είναι απαράδεκτος αφενός λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο οι κρίσιμες πραγματικές παραδοχές της προσβαλλομένης, υπό τις οποίες συντελέστηκε η επικαλούμενη πλημμέλεια και οι οποίες πρέπει να παρατίθενται με σαφήνεια και πληρότητα, και δεν αρκούν οι παρατιθέμενες περιορισμένες, κατ' επιλογή της αναιρεσείουσας, αποσπασματικές παραδοχές, και αφετέρου ως προς τις λοιπές αιτιάσεις, διότι αυτές ανάγονται αποκλειστικά στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού του πορίσματος, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εφόσον το πόρισμα που έχει εξαχθεί από τις αποδείξεις διατυπώνεται με πληρότητα και σαφήνεια στην προσβαλλόμενη απόφαση.

Με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση επίσης αιτιάσεις επίσης από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας, ειδικότερα, ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, με το να απορρίψει ως ουσία αβάσιμη την αγωγή της κατά την, ερειδόμενη στην εν λόγω διάταξη, επικουρική της βάση, με την, ελλιπή και αόριστη, αιτιολογία ότι "δεν πιθανολογήθηκε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις της αδικοπραξίας (υπαίτια ζημιογόνος συμπεριφορά της εναγομένης σε βάρος της ενάγουσας που αντίκειται στα χρηστά ήθη ή που είναι παράνομη)" και να μη δεχθεί ότι στοιχειοθετείται αστική απάτη σε βάρος της.

Ο λόγος αυτός, κατ' αμφότερες τις αιτιάσεις του, πρωτίστως είναι απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, συνισταμένης στην έλλειψη αναφοράς στο αναιρετήριο του συγκεκριμένου νομικού σφάλματος και των κρίσιμων πραγματικών παραδοχών της προσβαλλομένης, υπό τις οποίες συντελέστηκαν οι επικαλούμενες παραβιάσεις, πέραν του ότι, με τα όσα η αναιρεσείουσα επικαλείται, κατά τα λοιπά, για τη θεμελίωσή του, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Σε κάθε περίπτωση, ο ίδιος λόγος είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο, δεχόμενο ότι "δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της αδικοπραξίας [υπαίτια ζημιογόνος συμπεριφορά της εναγομένης σε βάρος της ενάγουσας που αντίκειται στα χρηστά ήθη (ή που είναι παράνομη)]", δεν παραβίασε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 914 και 919 του ΑΚ, καθόσον τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν πληρούσαν το πραγματικό των διατάξεων αυτών και δεν δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους, αφού, ειδικότερα, σύμφωνα με τις ουσιαστικές αυτές παραδοχές, α) δεν πιθανολογήθηκε ότι οι εκτελεσθείσες από την αναιρεσίβλητη ποσότητες εργασιών ήταν λιγότερες από αυτές που περιγράφονται στην τελική επιμέτρηση και ότι μετά την αυτοδίκαιη παραλαβή (16.4.2009) διαπιστώθηκαν διαφορές στις ποσότητες των επίδικων εργασιών που εκτελέστηκαν πράγματι, και β) δεν πιθανολογήθηκε, σε κάθε περίπτωση, ότι οι ποσοτικές αποκλίσεις των επίδικων εκτελεσθεισών εργασιών, συνεπεία της μη τήρησης εκ μέρους της αναδόχου της συμβατικής διατομής δεν μπορούσαν να διαγνωστούν από την ενάγουσα και δεν ήταν αντιληπτές από την τελευταία πριν από την αυτοδίκαιη παραλαβή του έργου, ότι έγιναν αυθαίρετα από την ανάδοχο, η οποία και απέκρυψε το γεγονός αυτό και τις συνεπεία τούτου ποσοτικές διαφορές των εκτελεσθεισών εργασιών από την ενάγουσα, αλλά αντίθετα, όπως προέκυψε, η μη τήρηση της συμβατικής διατομής σε σημεία του όλου έργου υπαγορεύθηκε από αντικειμενικούς παράγοντες (ύπαρξη δικτύων Οργανισμών Κοινής Ωφέλειας) και έγινε εν γνώσει και με οδηγίες των επιβλεπόντων μηχανικών της ενάγουσας κατά την εκτέλεση του έργου και πριν από την αυτοδίκαιη παραλαβή.

Επίσης, το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερόμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 914 και 919 του ΑΚ, τις οποίες, έτσι, δεν παραβίασε εκ πλαγίου.

Από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για την άσκηση αίτησης αναίρεσης, όπως και για καθένα λόγο αυτής από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, απαιτείται να έχει ο αναιρεσείων έννομο συμφέρον, τη συνδρομή του οποίου πρέπει να επικαλείται στο οικείο δικόγραφο και το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως.

Έννομο συμφέρον συντρέχει όταν η προσβαλλόμενη απόφαση λόγω της επικαλούμενης αναιρετικής πλημμέλειας βλάπτει συγκεκριμένα δικαιώματα ή νόμιμα συμφέροντα του αναιρεσείοντος, όταν δηλαδή αναπτύσσει δυσμενείς συνέπειες για τη νομική του κατάσταση, ουσιαστική ή δικονομική (ΑΠ 188/2017, ΑΠ 519/2008). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ, υφίσταται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε, ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίσθηκε, ύστερα από ένδικο μέσο, ή αναγνωρίστηκε, ως ανύπαρκτη.

Πρόκειται, δηλαδή, για απόφαση, η οποία παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 321, 324 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 19/2005).

Εν προκειμένω, με τον τέταρτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ορθώς απέρριψε την ένσταση δεδικασμένου της αναιρεσίβλητης, με την παραδοχή ότι το ως άνω δεδικασμένο από τις προαναφερόμενες, προηγηθείσες, τελεσίδικες αποφάσεις του ιδίου Εφετείου δεν καλύπτει το επίδικο ζήτημα διότι, όπως έκρινε, δεν υπάρχει ταυτότητα διαφοράς, επειδή με την ένδικη αγωγή ασκεί διαφορετικό δικαίωμα, που γεννήθηκε "κατά το μεταγενέστερο στάδιο της αυτοδίκαιης παραλαβής του έργου", δεν αποτέλεσε το δικαίωμα αυτό αντικείμενο των προηγούμενων δικών και δεν υπάρχει ταυτότητα νομικής αιτίας και αιτήματος.

Όμως, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι δεν προσάπτεται στην προσβαλλομένη κάποια αναιρετική πλημμέλεια από τις περιοριστικώς αναφερόμενες στο άρθρο 559 ΚΠολΔ ούτε παράβαση σχετικά με το δεδικασμένο, σε κάθε δε περίπτωση, αν ήθελε θεωρηθεί ότι αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η από τον αριθ. 16 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι, επίσης, απαράδεκτος ελλείψει έννομου συμφέροντος, καθόσον η αναιρεσείουσα δεν υφίσταται βλάβη από τις ως άνω σχετικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι οποίες στηρίζουν την κατ' ουσίαν απόρριψη του ισχυρισμού της αντιδίκου της περί υπάρξεως δεδικασμένου για την ασκηθείσα με την ένδικη αγωγή, κατά την κύρια βάση της, αξίωση, αποδεχόμενη, άλλωστε, η ίδια (αναιρεσείουσα), με τον κρινόμενο αναιρετικό λόγο, την ορθότητα της σχετικής παραδοχής της προσβαλλομένης.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 16.12.2019 αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος, για την άσκησή της παραβόλου (άρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) στο δημόσιο Ταμείο και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα (Δ.Ε.Υ.Α.Μ.Β.), ως ηττώμενη διάδικος, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), μειωμένα, όμως, κατ' άρθρα 276 παρ. 1 και 281 παρ. 2 του ν. 3463/2006, όπως ορίζεται στο διατακτικό.

Β. ΕΠΙ ΤΗΣ ΑΠΟ 18.12.2019 ΑΙΤΗΣΕΩΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΩΣ Κατά το άρθρο 556 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση δικαιούται να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον. Η ύπαρξη του έννομου συμφέροντος κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ, πρέπει δε τούτο να αναφέρεται στο αναιρετήριο για τη νομιμοποίηση του αιτούντος.

Το έννομο συμφέρον, που πρέπει να είναι ατομικό και άμεσο, εξαρτάται από το αν η απόφαση αναπτύσσει δυσμενείς συνέπειες για το νικήσαντα διάδικο, όπως και όταν αυτός βλάπτεται από την αιτιολογία της απόφασης και συγκεκριμένα αν από αυτή δημιουργείται δεδικασμένο σε βάρος του σε άλλη δίκη, όταν δηλαδή η αιτιολογία αφορά στο νομικό συλλογισμό που αποτελεί αναγκαίο στοιχείο του δικαιώματος ή της έννομης σχέσης που κρίθηκε και άρα φέρει αφ' εαυτής προσόντα διατακτικού κατά το άρθρο 578 του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 41/2016).

Ο νικήσας διάδικος μπορεί να ασκήσει αναίρεση για την περίπτωση που ήθελε γίνει δεκτή η αναίρεση του αντιδίκου του (επικουρική αναίρεση ή αναίρεση υπό αίρεση), εφόσον επικαλείται και δικαιολογεί ειδικό έννομο συμφέρον κατά την πιο πάνω έννοια (ΑΠ 1265/2019, ΑΠ 533/2017, ΑΠ 1764/2013, ΑΠ 925/2013). Στην προκείμενη περίπτωση, η νικήσασα εναγομένη, ασκεί την υπό κρίση από 18.12.2019 αίτηση αναιρέσεως επικουρικώς, για την περίπτωση και μόνο που θα γίνει δεκτή η αντίθετη ασκηθείσα κατ' αυτής από 16.12.2019 αίτηση αναιρέσεως της ενάγουσας κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, με την οποία η από 27.7.2017 αγωγή της τελευταίας απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον το γεγονός ότι η ύπαρξη δεδικασμένου ως προς τις εκτελεσθείσες ποσότητες εργασιών της, μεταξύ των διαδίκων, ένδικης σύμβασης, έχει ήδη διαγνωσθεί αμετακλήτως με τις επικαλούμενες αποφάσεις, πλην όμως η ηττηθείσα ενάγουσα το αμφισβητεί, καθώς, επικαλούμενη την κρίση της αναιρεσιβαλλομένης περί ανυπαρξίας δεδικασμένου ως προς τις εκτελεσθείσες ποσότητες εργασιών, αρνείται την πληρωμή της εργολαβικής αμοιβής, που έχει επιδικαστεί με την ως άνω αμετάκλητη υπ' αριθ. 510/2011 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, έχοντας ασκήσει ανακοπή κατά πράξεων εκτέλεσης που επισπεύδεται σε βάρος της δυνάμει της εν λόγω εφετειακής απόφασης.

Ήδη, όμως, εφόσον, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, η από 16.12.2019 αίτηση αναίρεσης της ενάγουσας (υπό την αίρεση της παραδοχής της οποίας ασκήθηκε η υπό κρίση αίτηση της νικήσασας εναγομένης) απορρίπτεται με την παρούσα, δεν υφίσταται, πλέον, έννομο συμφέρον της νικήσασας εναγομένης-αναιρεσείουσας για την άσκηση της υπό κρίση αίτησης.

Πρέπει, επομένως, η από 18.12.2019 αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του, κατατεθέντος για την άσκησή της, παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη διάδικος, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), μειωμένα, όμως, κατ' άρθρα 276 παρ. 1 και 281 παρ. 2 του ν. 3463/2006, όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει την από 16.12.2019 αίτηση αναιρέσεως του ν.π.ι.δ. με την επωνυμία "Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης Αποχέτευσης Μείζονος Περιοχής Βόλου" (Δ.Ε.Υ.Α.Μ.Β.) με την από 18.12.2019 επικουρική αίτηση αναιρέσεως της ανώνυμης τεχνικής εταιρείας με την επωνυμία "…." και το διακριτικό τίτλο "…".

Απορρίπτει την από 16.12.2019 αίτηση του ν.π.ι.δ. με την επωνυμία "Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης Αποχέτευσης Μείζονος Περιοχής Βόλου" (Δ.Ε.Υ.Α.Μ.Β.), για αναίρεση της υπ' αριθ. 193/2019 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος, για την άσκηση αναιρέσεως, παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων τριακοσίων πενήντα (1350) ευρώ.

Απορρίπτει την από 18.12.2019 επικουρική αίτηση της ανώνυμης τεχνικής εταιρείας με την επωνυμία "…" και το διακριτικό τίτλο "…", για αναίρεση της ίδιας ως άνω αποφάσεως. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος, για την άσκηση αναιρέσεως, παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων τριακοσίων πενήντα (1350) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Δεκεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ