Supreme Court dismisses appeal for lack of reasoning and improper challenge to first instance court's fact-finding.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the First Instance Court's ruling regarding property ownership. The appellants argued the lower court lacked sufficient reasoning on the identity of the plaintiff and the method of acquiring title, claiming a procedural error under Article 560 of the Code of Civil Procedure. The court rejected these arguments as vague and inadmissible because they attempted to re-evaluate evidence and facts already decided by the lower court, which is prohibited by Article 561.
Legislator headnote
AI generatedArt. 560, para. 6 KPolD; Art. 561, para. 1 KPolD: Appeals alleging insufficient reasoning are inadmissible if they are vague, fail to cite substantive laws, or improperly seek a re-evaluation of evidence and facts decided by the court of first instance.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 2105 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2105/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα-Εισηγήτρια, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αναστασία Καραμανίδου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 5 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σωτηρία Κοσμά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. χήρας Δ. Σ., το γένος Ε. και Σ. Κ., κατοίκου ..., 2) Σ. συζ. Π. Η., το γένος Δ. και Μ. Σ., κατοίκου ..., 3) Γ. Σ. του Χ. και της Α., κατοίκου ..., 4) Γ. Μ. του Α. και της Κ., κατοίκου ..., 5) Ε. Κ. του Ι. και της Σ., κατοίκου ..., ως κληρονόμου της Π. συζ. Ε. Κ., το γένος Χ. και Α. Σ., 6) Ι. - Χ. Κ. του Ε. και της Π., κατοίκου ..., ως κληρονόμου της Π. συζ. Ε. Κ., το γένος Χ. και Α. Σ. Ο υπό στοιχείο 5 αναιρεσίβλητος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Οι λοιποί, υπό στοιχεία 1, 2, 3, 4 και 6 αναιρεσίβλητοι, εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σέργιο Μαναράκη, που ανακάλεσε την από 15-1-2025 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παραστάθηκε στο ακροατήριο, και κατέθεσαν προτάσεις.
Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος των ως άνω αναιρεσιβλήτων. αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, δήλωσε ότι ο υπό στοιχείο 5 αναιρεσίβλητος απεβίωσε στις ...-2022 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό .../2022 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Καρύστου Ευβοίας, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν ο μοναδικός κληρονόμος αυτού υπό στοιχείο 6 ήδη αναιρεσίβλητος, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο του, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-2-2012 (με αρ. κατ. 16/17-2-2012) στρεφόμενη κατά του Ελληνικού Δημοσίου, αγωγή των: Μ. χήρας Δ. Σ. (1η αναιρεσίβλητη), Σ. Η. το γένος Σ. (2η αναιρεσίβλητη), Π. Κ. (η οποία μετά την άσκηση της αγωγής απεβίωσε και στη θέση της υπεισήλθαν οι κληρονόμοι της, 5ος και 6ος των αναιρεσιβλήτων), Γ. Σ. (3ος αναιρεσίβλητος) και Γ. Μ. (4ος αναιρεσίβλητος), που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείου Καρύστου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 52/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 290/2015, 95/2018, 305/2020 μη οριστικές, 157/2022 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 1-1-2023 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 62 εδ. α' ΚΠολΔ, όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα αυτή, που ως διαδικαστική προϋπόθεση εξετάζεται κατά το άρθρο 73 ΚΠολΔ αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, παύει να υπάρχει για το φυσικό πρόσωπο με το θάνατό του (άρθρο 35 ΑΚ).
Εξάλλου κατά το άρθρο 313 παρ. 1 εδ. δ` ΚΠολΔ, η απόφαση που εκδόθηκε σε δίκη διεξαχθείσα κατά ανύπαρκτου φυσικού προσώπου, όπως είναι και αυτό που αποβίωσε, δεν έχει υπόσταση και ρητά χαρακτηρίζεται και αυτή ως ανύπαρκτη. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με τις εφαρμοζόμενες και στην αναιρετική δίκη (άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ) διατάξεις των άρθρων 286 επ.
ΚΠολΔ, σύμφωνα με τις οποίες διακοπή της δίκης συνεπεία μεταβολής στο πρόσωπο διαδίκου επέρχεται, με τη συνδρομή και των λοιπών νόμιμων προϋποθέσεων, μόνον αν η μεταβολή συμβεί έως ότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, συνάγεται ότι αν ο θάνατος διαδίκου συμβεί μετά το τέλος της συζήτησης αυτής ή και μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, δηλαδή σε χρόνο που δεν είναι πλέον εκκρεμής η δικαστική διαδικασία, οπότε δεν είναι εκ των πραγμάτων δυνατή η διακοπή και η επανάληψη της δίκης, πρέπει τα ένδικα μέσα κατά της ως άνω απόφασης, άρα και η αίτηση αναίρεσης, να απευθύνονται κατά των κληρονόμων του αποβιώσαντος, όπως για την αναίρεση ειδικότερα ορίζει το άρθρο 558 ΚΠολΔ.
Διαφορετικά, αν κατά το χρόνο άσκησης της αναίρεσης (της κατάθεσής της κατ` άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ) ο αναιρεσίβλητος έχει αποβιώσει, η αίτηση που ασκήθηκε εναντίον του απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη, λόγω ακυρότητας του δικογράφου, σύμφωνα με τα άρθρα 62 εδ. α`, 73, 159, 160 παρ. 1 και 556 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν ο αναιρεσείων αγνοούσε το γεγονός του θανάτου του αντιδίκου του, οπότε η αναίρεση παραδεκτά μεν θεωρείται ότι απευθύνθηκε κατά του αποβιώσαντος, η συζήτησή της όμως, εφόσον έχει μέχρι τότε γνωστοποιηθεί το γεγονός του θανάτου του, θα είναι απαράδεκτη αν δεν κλητεύθηκαν να παραστούν σ` αυτήν ή δεν παρέστησαν αυτοβούλως οι κληρονόμοι του (ΑΠ 98/2022, 717/2014).
Ειδικότερα δε από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α`, 287, 291 και 292 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος. Ο θάνατος του διαδίκου που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά, με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, εφόσον δε δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, ακολουθεί η άμεση συζήτηση της υπόθεσης (ΟλΑΠ 5/2022, ΑΠ 619/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, νομίμως δηλώθηκε, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσιβλήτων, Σέργιο Μαναράκη, του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, αφενός μεν βίαιη διακοπή της δίκης λόγω θανάτου ως προς τον πέμπτο των αναιρεσιβλήτων (θανάτου, που επήλθε στις ...-2022, δηλαδή μετά τη συζήτηση από το δικάσαν ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας της υπόθεσης και πριν την άσκηση της αίτησης αναίρεσης) αφετέρου δε η συνέχιση της δίκης από τον έκτο των αναιρεσιβλήτων, ο οποίος υπεισήλθε στη θέση του αποβιώσαντος, ως καθολικός του διάδοχος. Η ιδιότητα του τελευταίου ως κληρονόμου του ανωτέρω αποβιώσαντος πέμπτου αναιρεσίβλητου, δεν αμφισβητήθηκε, γνώση δε του θανάτου του ανωτέρω αρχικού διαδίκου από το αναιρεσείον δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 98/2022, 109/2019). Επιπροσθέτως, προσκομίσθηκε και απόσπασμα της .../2022 ληξιαρχικής πράξης θανάτου του πέμπτου αναιρεσίβλητου του Ληξιάρχου Δήμου Καρύστου Εύβοιας. Ενόψει αυτών, η από 21-12-2022 αίτηση αναίρεσης κατά της 157/2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, που δίκασε αντιμωλία των διαδίκων, ως Εφετείο, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), Επομένως η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Στο άρθρο 560 του ΚΠολΔ, απαριθμούνται περιοριστικά οι λόγοι αναίρεσης κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων. Οι αμέσως πιο πάνω αναιρετικοί λόγοι αντιστοιχούν προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5, 7, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προς τους οποίους, όμως, δεν ταυτίζονται απολύτως (ΑΠ 399/2020, ΑΠ 935/2020, ΑΠ 69/2019, ΑΠ 60/2019, ΑΠ 894/2018) και επομένως, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αποκλείεται η προβολή αναιρετικών λόγων από τους αριθμούς 3, 6, 9, 10, 11,12, 13, 14, 15, 16, 17, 18 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού οι λόγοι αυτοί δεν περιλαμβάνονται στην, κατά τα άνω, ειδική για τις εν λόγω αποφάσεις και περιοριστική απαρίθμηση του άρθρου 560 ΚΠολΔ (ΑΠ 1680/2022, ΑΠ 1505/2022). Οι πρώτος και τέταρτος λόγοι της αναίρεσης, συνεπώς, σύμφωνα με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση του δικάσαντος ως Εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου πλημμέλειες των αριθμών 14 και 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, είναι απαράδεκτοι.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 (ταυτόσημη με αυτήν του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔ) αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).
Για την πληρότητα του άνω λόγου πρέπει με σαφήνεια να αναφέρονται στο αναιρετήριο: 1) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, και μάλιστα ενάριθμα (ΑΠ120/2017, 261/2016), αφού παγίως γίνεται δεκτό ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί στην αυτεπάγγελτη θεμελίωση του σχετικού λόγου, βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία, 2) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005), έστω και κατά τρόπο συνοπτικό ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, ενώ δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης, 3) ο ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη ή ανεπάρκεια και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, καθώς και ότι ο εν λόγω νόμιμος και ουσιώδης ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την απόφαση και 4) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή τη μνεία ότι δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλειπής αιτιολογία, τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ ΑΠ 20/2005).
Τέλος, η αοριστία του λόγου αυτού δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΑΠ 1265/2017, 674/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση με τους δεύτερο και τρίτο λόγους αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια (και όχι του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), λόγω μη επαρκούς αιτιολογίας αναφορικά με την ταυτότητα του επιδίκου και τον τρόπο κτήσης της κυριότητας του επιδίκου από τους απώτατους δικαιοπαρόχους των αναιρεσιβλήτων. Ωστόσο οι παραπάνω λόγοι αναίρεσης είναι απαράδεκτοι πρωτίστως ως αόριστοι, αφού δεν αναφέρονται οι φερόμενες ως εκ πλαγίου παραβιασθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου. Πέραν τούτου και πάλι όλες οι αιτιάσεις, που προβάλλονται με τους παραπάνω λόγους και αφορούν τους ουσιαστικούς ισχυρισμούς του αιτούντος, που όμως δεν έγιναν δεκτοί από το Δικαστήριο της ουσίας, την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα οποία στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα, είναι απαράδεκτες, διότι υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στις διατάξεις του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ το αναιρεσείον επιχειρεί να πλήξει την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 αρ. 1 ΚΠολΔ), με επαναξιολόγηση των αποδείξεων και καλύτερη κατά την άποψη τους, ανάλυση του αποδεικτικού υλικού.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, κατά το νόμιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, 22 ν. 3693/1957).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-12-2022 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθ. 157/2022 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, που δίκασε ως Εφετείο.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσίβλητων, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Δεκεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ