Legislator Case Law & Legislation
2100/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal against appellate court's declaration of inadmissibility due to procedural error.

Case Number 2100/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Third Instance Court of Patras, which had declared the appeal inadmissible. The appellant argued that the lower court erred by dismissing the appeal while the main claim regarding the primary lawsuit remained pending. The court found this a procedural violation under Article 559 of the Code of Civil Procedure, ruling that the appeal should have been stayed until the main case concluded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 580 of the Code of Civil Procedure; An appeal declared inadmissible while the main claim remains pending violates procedural law and must be remitted for retrial.

Keywords

AI generated
procedural error inadmissibility appeal admissibility stayed proceedings Code of Civil Procedure remittal third instance court

Cited Legislation

AI generated
Articles 495, 552, 553, 556, 558, 564 paragraph 3, 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 561 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 513 of the Code of Civil Procedure
Article 249 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 14 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2100 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2100/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, δραστηριοποιείται δε με υποκατάστημα στην Ελλάδα με την επωνυμία ... Υποκατάστημα Ελλάδος. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Παπαχρονόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κοντούλα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-1-2015 αγωγή προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, την από 5-10-2015 προσεπίκληση σε παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, την από 29-7-2015 προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή και την ασκηθείσα προφορικώς μέσω των προτάσεων πρόσθετη παρέμβαση, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 273/2018 του ίδιου Δικαστηρίου, που κήρυξε εαυτό καθ' ύλην αναρμόδιο, 682/2019 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών και 5/2021 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-2-2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Η κρινόμενη από 18-02-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων με την τακτική διαδικασία, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ).Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

2.Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης που παραδεκτά επισκοπούνται κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, προκύπτουν επί της διαδικαστικής πορείας της υποθέσεως τα ακόλουθα: Η μη διάδικος στην παρούσα δίκη Λ. Π. του Ν. (L. P. του D.), άσκησε κατά της (επίσης μη διαδίκου στην παρούσα δίκη) εταιρείας "..." και της αναιρεσίβλητης, την από 29/1/2018 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να της καταβάλουν καθεμία εις ολόκληρον το ποσό των 517.319,88 Ευρώ, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, εξ' αιτίας τραυματισμού της σε εργατικό ατύχημα, ισχυριζόμενη ότι οι ως άνω εναγόμενες ήταν εργοδότριές της.

Κατόπιν, η αναιρεσίβλητη άσκησε στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο εναντίον της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας την από 5/10/2015 προσεπίκληση σε παρέμβαση και παρεμπίπτουσα αγωγή της, με την οποία, επικαλούμενη σύμβαση ασφάλισης αστικής ευθύνης καταρτισθείσα μεταξύ τους, την προσεπικάλεσε ως δικονομική εγγυήτρια στην παραπάνω δίκη και ζήτησε, για την περίπτωση ευδοκίμησης της άνω αγωγής της κυρίως ενάγουσας σε βάρος της, να αναγνωρισθεί η υποχρέωσή της να της καταβάλει, κάθε ποσό που αυτή θα υποχρεωνόταν να καταβάλει στην κυρίως ενάγουσα κατ' αποδοχή της προαναφερθείσας αγωγής της.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών, το οποίο συνεκδίκασε την κύρια αγωγή με την ως άνω προσεπίκληση και την ενωμένη σ' αυτή παρεμπίπτουσα αγωγή, εξέδωσε την υπ' αριθμ. 273/2018 απόφασή του, με την οποία απέρριψε την αγωγή ως προς την πρώτη εναγομένη "...", κήρυξε εαυτό αναρμόδιο να δικάσει την αγωγή κατά της αναιρεσίβλητης και την προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή της αναιρεσίβλητης εναντίον της αναιρεσείουσας και παρέπεμψε αυτές προς συνεκδίκαση στο καθ' ύλην αρμόδιο δικαστήριο, Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών.

Ακολούθως εκδόθηκε από το δικαστήριο της παραπομπής Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών η υπ' αριθ. 682/2019 απόφαση, η οποία ανέστειλε την εκδίκαση της κύριας αγωγής ως προς το κονδύλιο ποσού 17.024,00 ευρώ για απώλεια μισθών, μέχρι την προσκομιδή της σχετικής βεβαίωσης του ΕΦΚΑ, ενώ την δέχτηκε κατά τα λοιπά και αναγνώρισε την υποχρέωση της αναιρεσίβλητης να καταβάλει στην κυρίως ενάγουσα το ποσό των 46,34 ευρώ για ιατρικά έξοδα και το ποσό των 50.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και συνολικά 50.046,34 ευρώ νομιμότοκα και τη δικαστική δαπάνη της, ενώ επιπλέον τούτο έκανε εν μέρει δεκτή και την άνω προσεπίκληση και παρεμπίπτουσα αγωγή της αναιρεσίβλητης εναντίον της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας και αναγνώρισε την υποχρέωση της τελευταίας να καταβάλει στην αναιρεσείουσα, ό,τι αυτή καταβάλει στην κυρίως ενάγουσα μέχρι του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης των 50.000 ευρώ, νομιμότοκα από την καταβολή του και τη δικαστική δαπάνη της, δεχόμενο ως προς τα λοιπά κονδύλια της κύριας αγωγής ένσταση απαλλαγής της ευθύνης της αναιρεσείουσας.

Κατά της απόφασης αυτής, ειδικά κατά το κεφάλαιό της, με το οποίο έκανε εν μέρει δεκτή την προσεπίκληση και παρεμπίπτουσα αγωγή της αναιρεσίβλητης εναντίον της, η αναιρεσείουσα άσκησε την από 25.11.2019 έφεσή της, ζητώντας την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης και την απόρριψη της άνω προσεπίκλησης και παρεμπίπτουσας αγωγής της αναιρεσίβλητης στο σύνολό της, η δε αναιρεσίβλητη, άσκησε κατά της εκκαλούμενης απόφασης την από 27.11.2019 έφεση, ζητώντας και αυτή την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης και την απόρριψη της κύριας αγωγής.

Επί των εφέσεων αυτών εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη με αριθμό 5/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, που απέρριψε τις εφέσεις της αναιρεσείουσας και της αναιρεσίβλητης ως απαράδεκτες, κατ' άρθρα 513 παρ.1β και 532 του ΚΠολΔ, ως στρεφόμενες κατά απόφασης η οποία είναι εν μέρει οριστική.

3. Ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λ.π.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (Ολ.

Α.Π. 1/2019, Ολ.Α.Π.25/2008, ΑΠ 1383/2021). Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (Ολ ΑΠ 2/2001,ΑΠ 933/2019). Ειδικότερα, με τον όρο απαράδεκτο νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 480/2020, ΑΠ 175/2019, ΑΠ 1496/2017).

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις επιτευκτικές διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η κατ' αποτέλεσμα ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής (ΑΠ 927/2019, ΑΠ 357/2018).

Έτσι, με τον ανωτέρω, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό της ασκήσεως των ενδίκων μέσων (ΑΠ 371/2008), των προσθέτων λόγων εφέσεως, της αντεφέσεως, των ανακοπών (άρθρα 583 επ. 632, 933 ΚΠολΔ) και των προσθέτων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (ΑΠ 1206/2019, ΑΠ 2081/2018).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 513 § 1 ΚΠολΔ, έφεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που εκδίδονται στον πρώτο βαθμό, εφόσον αυτές - εξαιρουμένων των περιπτώσεων του στοιχείου α` της παραγράφου 1 - περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή. Αν η απόφαση είναι εν μέρει οριστική δεν επιτρέπεται έφεση ούτε κατά των οριστικών διατάξεων πριν εκδοθεί οριστική απόφαση για τη δίκη.

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 88 ΚΠολΔ για το παραδεκτό της προσεπίκλησης του δικονομικού εγγυητή πρέπει ο προσεπικαλών να ισχυρίζεται ότι μεταξύ αυτού και του προσεπικαλουμένου υπάρχει, σύμφωνα με το νόμο ή σύμβαση, έννομη σχέση, η οποία, σε περίπτωση ήττας του στην κύρια δίκη, του παρέχει το δικαίωμα αποζημίωσης κατά του προσεπικαλουμένου.

Απαιτείται, δηλαδή, στην περίπτωση της προσεπίκλησης του δικονομικού εγγυητή να υπάρχουν δύο έννομες σχέσεις, μία η επίδικη στην εκκρεμή δίκη και μία η ασκουμένη με την προσεπίκληση, επιπλέον δε η δεύτερη να εξαρτάται από την πρώτη, με την έννοια ότι μόνον εάν ο προσεπικαλών ηττηθεί ως προς αυτήν (πρώτη, κύρια δίκη), αποκτά δικαίωμα αποζημίωσης, με βάση τη δεύτερη έννομη σχέση κατά του προσεπικαλουμένου (ΑΠ 693/2020).

Στη δεύτερη αυτή έννομη σχέση δεν μετέχει ο ενάγων της κύριας δίκης και αντίδικος του προσεπικαλέσαντος. Έτσι, η πρωτόδικη απόφαση, με την οποία γίνεται δεκτή η κύρια αγωγή και η προσεπίκληση του δικονομικού εγγυητή με την ενωμένη σ' αυτή παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημιώσεως αποτελείται από δύο διαφορετικές οριστικές διατάξεις επί διαφόρων αντικειμένων δίκης, δηλαδή από δύο ιδιαίτερα κεφάλαια δίκης, με το πρώτο από τα οποία διαγιγνώσκεται το παραδεκτό και το βάσιμο της κύριας αγωγής και με το δεύτερο το παραδεκτό και το βάσιμο της προσεπικλήσεως και της ενωμένης σ' αυτή αποζημιώσεως.

Η δικαστική πρωτόδικη απόφαση που περιέχει διατάξεις τόσο επί της βασικής αγωγής όσο και επί της παρεμπίπτουσας αγωγής είναι εκκλητή, με τις λοιπές προϋποθέσεις του νόμου, αυτοτελώς για καθένα από τα παραπάνω κεφάλαιά της (ΑΠ 204/2013). Ενόψει αυτών, η νομοτυπική μορφή της διάταξης, σύμφωνα με την οποία "αν η απόφαση είναι εν μέρει οριστική, δεν επιτρέπεται έφεση ούτε κατά των οριστικών διατάξεων της πριν εκδοθεί οριστική απόφαση στη δίκη", δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση συνεκδίκασης της κύριας αγωγής και της προσεπίκλησης του δικονομικού εγγυητή, όπου υπάρχουν δύο αιτήσεις έννομης προστασίας, δύο αυτοτελείς έννομες σχέσεις δίκης μεταξύ διαφορετικών προσώπων και με διαφορετικό αντικείμενο, ενόψει της σύνθετης διαδικαστικής φύσης της προσεπίκλησης του δικονομικού εγγυητή.

Συνεπώς, έφεση συγχωρείται και κατ` αποφάσεως, η οποία περιέχει μη οριστικές διατάξεις επί της (κύριας) αγωγής, ενώ αποφαίνεται οριστικά επί της συνεκδικασθείσας με αυτή αγωγής του εναγομένου κατά τρίτου - ως δικονομικού εγγυητή - περί αποζημιώσεώς του σε περίπτωση ήττας του, μη καθισταμένης εντεύθεν απαραδέκτου της εφέσεως κατά της άνω αποφάσεως, που περατώνει την επί της παρεμπίπτουσας αγωγής δίκη, η οποία είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη της περί αποζημιώσεως (κύριας) αγωγής, αποτελώντας στην ουσία άλλη, κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης του άρθρου 513 ΚΠολΔ, δίκη (πρβλ.

ΑΠ 709/2018, ΑΠ 1365/2002, ΑΠ 405/1986, ΑΠ 1312/1980). Βέβαια, είναι ορατό το ενδεχόμενο η απόφαση επί της (κύριας) αγωγής να απορριφθεί και έτσι το απορριπτικό διατακτικό της πρωτοβάθμιας απόφασης επί της προσεπίκλησης να είναι άνευ ουσίας για τον προσεπικληθέντα. Γι' αυτό το λόγο προκρίνεται η αναστολή εκδίκασης της έφεσης μέχρι την τελεσίδικη περάτωση της δίκης επί της αγωγής κατ' ανάλογη εφαρμογή του 249 ΚΠολΔ.

Έτσι, όταν εκδοθεί- ενδεχομένως- απορριπτική απόφαση για τον προσεπικαλούντα, μπορεί να ασκήσει έφεση εναντίον της και να επαναφέρει στην ίδια δικάσιμο την πιο πάνω ανασταλείσα έφεση, έτσι ώστε να συνεκδικαστούν οι δύο εφέσεις. Επομένως, με βάση τα ανωτέρω εκτιθέμενα, το δικάσαν Εφετείο, το οποίο έκρινε εν προκειμένω, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ως απαραδέκτως ασκηθείσα την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας (προσεπικαλουμένης - παρεμπιπτόντως εναγομένης) κατά της προμνησθείσας υπ` αριθ. 682/2019 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία δεν περατώθηκε οριστικά η δίκη ως προς την κύρια αγωγή, αλλ' όμως κρίθηκε οριστικά ως προς την συνεκδικασθείσα προσεπίκληση με την παρεμπίπτουσα αγωγή, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρ. 559 εδ. 14 ΚΠολΔ της παρά το νόμο κηρύξεως απαραδέκτου και, συνεπώς, ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι βάσιμος.

Κατόπιν αυτών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιο αυτής, που αφορά την από 25.11.2019 έφεση της αναιρεσείουσας και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος αυτής, στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους Δικαστές (αρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (αρ. 495 παρ.3 Β ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη λόγω της ήττας της (αρ. 176,183 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, κατά το νόμιμο αίτημα αυτής, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ` αριθ. 5/2021 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών κατά το κεφάλαιο αυτής που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας απόφασης (έφεση της αναιρεσείουσας).

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές. Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα που αυτή κατέθεσε για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Νοεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ