Supreme Court dismisses appeal in custody dispute, ruling common sense is not evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's ruling on visitation rights. The appellant argued the appellate court erred by failing to consider common sense regarding the children's ability to visit their father and the mother's conduct. The court held that common sense is not a form of evidence and cannot substitute for the evaluation of presented proof.
Legislator headnote
AI generatedArticles 336, 338-340, 346 of the Code of Civil Procedure; Common sense is not evidence and cannot be used to establish facts or substitute for the evaluation of proof presented in court.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 209 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 209/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Φωτεινή Μηλιώνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αγαθή Παράσογλου και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Μ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., ατομικά και ως ασκούσας την επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων της Β. Μ. και Μ. Μ., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ασημίνα Μαγγόλα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ...2020 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 144/2022 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1476/2022 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από ...2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από ...2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 1476/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από την οικογένεια, το γάμο και την ελεύθερη συμβίωση (άρθρ. 592 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και απέρριψε την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της με αριθμό 144/2022 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή για τη ρύθμιση του δικαιώματος επικοινωνίας του ενάγοντος με τα ανήλικα τέκνα του.
Η ένδικη αίτηση αναίρεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3 και 566 παρ.1 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 εδάφ.
γ του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα, είτε για άμεση απόδειξη, είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008).
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι` αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 271/2021).
Για το ορισμένο της προβολής του λόγου της μη λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα που δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους, ως και ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου αυτά προσκομίσθηκαν και η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 92/2020, ΑΠ 204/2017, ΑΠ 688/2016, ΑΠ 2261/2014) και επιπλέον να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους κατά τη συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθούν αυτεπαγγέλτως υπόψη (ΟλΑΠ 8/2016, ΑΠ 141/2023, ΑΠ 18/2021, ΑΠ 779/2019, ΑΠ 204/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, κρίνοντας ως απαγορευμένα αποδεικτικά μέσα, τα έγγραφα που αυτός επικαλέστηκε και προσκόμισε (ως σχετικά Νο 5 και 6) και συγκεκριμένα τις αποτυπώσεις κειμένου μηνυμάτων μέσω κινητού τηλεφώνου (SMS), που αντάλλαξε με την αναιρεσίβλητη και αποδείκνυαν την πεισματική άρνηση της τελευταίας να διευρύνει τον χρόνο επικοινωνίας του με τα ανήλικα τέκνα, την εκ μέρους της κακή άσκηση της επιμέλειας των ανηλίκων, την εκδικητικότητά της και την εκβιαστική της διάθεση για λήψη οικονομικών ανταλλαγμάτων.
Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο των άνω μηνυμάτων (SMS) και ο πραγματικός ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με αυτό το αποδεικτικό μέσο. Οι διατάξεις του άρθρου 1520 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκαν με τις διατάξεις του άρθρου 13 του Ν 4800/21.05.2021 και οι οποίες (διατάξεις), δυνάμει του άρθρου 18 του ίδιου Νόμου, εφαρμόζονται και στις εκκρεμείς υποθέσεις επί των οποίων δεν έχει εκδοθεί, μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος (16.09.2021), αμετάκλητη δικαστική απόφαση, όπως στην προκειμένη υπόθεση, ορίζουν τα εξής: "Ο γονέας με τον οποίο δεν διαμένει το τέκνο, έχει το δικαίωμα και την υποχρέωση της, κατά το δυνατό, ευρύτερης επικοινωνίας με αυτό, στην οποία περιλαμβάνονται τόσο η φυσική παρουσία και επαφή του με το τέκνο, όσο και η διαμονή του τέκνου στην οικία του.
Ο γονέας με τον οποίο διαμένει το τέκνο οφείλει να διευκολύνει και να προωθεί την επικοινωνία του τέκνου με τον άλλο γονέα σε τακτή χρονική βάση. Ο χρόνος επικοινωνίας του τέκνου με φυσική παρουσία με τον γονέα, με τον οποίο δεν διαμένει, τεκμαίρεται στο ένα τρίτο (1/3) του συνολικού χρόνου, εκτός αν ο γονέας αυτός ζητά μικρότερο χρόνο επικοινωνίας, ή επιβάλλεται να καθορισθεί μικρότερος ή μεγαλύτερος χρόνος επικοινωνίας για λόγους που αφορούν στις συνθήκες διαβίωσης ή στο συμφέρον του τέκνου, εφόσον, σε κάθε περίπτωση, δεν διαταράσσεται η καθημερινότητα του τέκνου.
Αποκλεισμός ή περιορισμός της επικοινωνίας είναι δυνατός μόνο για εξαιρετικά σοβαρούς λόγους, ιδίως όταν ο γονέας, με τον οποίον δεν διαμένει το τέκνο, κριθεί ακατάλληλος να ασκεί το δικαίωμα επικοινωνίας. Για τη διαπίστωση της ακαταλληλότητας του γονέα το δικαστήριο μπορεί να διατάξει κάθε πρόσφορο μέσο, ιδίως την εκπόνηση εμπεριστατωμένης έκθεσης κοινωνικών λειτουργών ή ψυχιάτρων ή ψυχολόγων.
Οι γονείς δεν έχουν το δικαίωμα να εμποδίζουν την επικοινωνία του τέκνου με τους ανώτερους ανιόντες και τους αδελφούς του, εκτός αν συντρέχει σπουδαίος λόγος. Οι γονείς δεν έχουν το δικαίωμα να εμποδίζουν την επικοινωνία του τέκνου με τρίτους που έχουν αναπτύξει μαζί του κοινωνικοσυναισθηματική σχέση οικογενειακής φύσης, εφόσον με την επικοινωνία εξυπηρετείται το συμφέρον του τέκνου.
Τα σχετικά με την επικοινωνία ζητήματα καθορίζονται ειδικότερα είτε με έγγραφη συμφωνία των γονέων είτε από το δικαστήριο. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζεται και η παρ. 4 του άρθρου 1511. Όταν συντρέχει περίπτωση κακής ή καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος επικοινωνίας, ο άλλος γονέας ή κάθε ένας από τους γονείς, αν πρόκειται για επικοινωνία με τρίτο, μπορεί να ζητήσει από το δικαστήριο τη μεταρρύθμιση της επικοινωνίας.".
Με τις ανωτέρω διατάξεις καθιερώνεται ελάχιστο τεκμήριο χρόνου επικοινωνίας του τέκνου με τον γονέα, με τον οποίο δεν διαμένει, που συμβάλλει στην ενίσχυση των μεταξύ τους δεσμών και σχέσεων, στην ομαλή ψυχική και πνευματική ανάπτυξη του τέκνου και στην ολοκλήρωση της προσωπικότητάς του. Η ρύθμιση του δικαιώματος επικοινωνίας από το δικαστήριο γίνεται με γνώμονα πάντοτε το συμφέρον του τέκνου.
Τούτο αποτελεί αόριστη νομική έννοια και γενική ρήτρα, που εξειδικεύεται ανάλογα με τις συνθήκες κάθε περίπτωσης. Για να κριθεί τι αποτελεί συμφέρον του ανηλίκου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, θα εκτιμηθούν τα περιστατικά που διαπιστώθηκαν βάσει αξιολογικών κριτηρίων που αντλεί το δικαστήριο από τους κανόνες της λογικής και τα διδάγματα της κοινής πείρας και σχετικά με το πρόσωπο του ανηλίκου, θα ληφθούν υπόψη και τα πορίσματα της εξελικτικής ψυχολογίας και παιδοψυχιατρικής.
Για τη διαπίστωσή του δε, θα ληφθούν υπόψη και θα αξιολογηθούν όλα τα επωφελή για το ανήλικο στοιχεία και περιστάσεις, χωρίς να επιδρά στην απόφαση κανένας από τους διαφορετικούς παράγοντες που συνοδεύουν το πρόσωπο κάθε γονέα, η τυχόν υπαιτιότητα του γονέα στη διακοπή της συμβίωσης, οι προκύπτουσες συντρέχουσες συνθήκες και περιστάσεις κάτω από τις οποίες θα ασκείται αυτή η προσωπική επικοινωνία.
Το δικαστήριο, επίσης, με την απόφασή του μπορεί να επιβάλει, εφόσον είναι αναγκαίο για την προστασία του συμφέροντος του τέκνου, περιορισμούς στην άσκηση της επικοινωνίας, οι οποίοι μπορούν να αναφέρονται στον τόπο και τον χρόνο της επικοινωνίας, την παρουσία τρίτων προσώπων κατά τη διάρκειά της ή ακόμη να συνίστανται στη λήψη μέτρων που διαμορφώνουν την επικοινωνία με ιδιαίτερο τρόπο, λόγω ειδικών περιστάσεων (ΑΠ 156/2023, ΑΠ 1023/2020, ΑΠ1286/2018, ΑΠ 58/2017).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α` του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Εξάλλου, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στο νόμο έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ένδικης υπόθεσης σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού.
Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων, αντενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, δηλαδή, αποκλειστικά, των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν, καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο.
Ιδρύεται δε ο παραπάνω αναιρετικός λόγος, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου καθιστούν φανερή την ως άνω παραβίαση (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 319/2017). Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 23/2023, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 52/2019).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), (Ολ.ΑΠ 6/2006, ΑΠ 1217/2020).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 518/2023, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 1238/2019).
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 1238/2019, ΑΠ 166/2016). Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς (ΑΠ 164/2021, ΑΠ 30/2020, ΑΠ 1238/2019, ΑΠ 253/2013).
Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παραβίαση (ΑΠ 518/2023, ΑΠ 328/2023, ΑΠ 467/2021, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 598/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 1520 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκαν με τις διατάξεις του άρθρου 13 του Ν 4800/2021, ρυθμίζοντας εσφαλμένα, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, την επικοινωνία του με τα ανήλικα τέκνα του.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα : "Οι διάδικοι τέλεσαν, μεταξύ τους, νόμιμο θρησκευτικό γάμο, στην ..., στις ...2002, από τον οποίο απέκτησαν δύο (2) τέκνα, την Β., που γεννήθηκε στις ...2006 και την Μ., που γεννήθηκε στις ...2013.
Η έγγαμη συμβίωση, όμως, των διαδίκων δεν εξελίχθηκε ομαλά και διασπάστηκε οριστικά, οι τελευταίοι δε αποφάσισαν να λύσουν συναινετικά τον γάμο τους. Υλοποιώντας την ανωτέρω απόφασή τους, προχώρησαν στην έκδοση της με αριθμό 5032/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία κατέστη αμετάκλητη, και με την οποία επικυρώθηκε η από ...2015 έγγραφη συμφωνία τους, για την λύση του γάμου τους η οποία και απαγγέλθηκε, ενώ, ακολούθως, επικυρώθηκε και η από ...2015 έγγραφη συμφωνία τους, με την οποία ρυθμίστηκε η επιμέλεια του προσώπου των ανωτέρω ανηλίκων τέκνων τους, η επικοινωνία μαζί τους και η διατροφή τους.
Ειδικότερα, σύμφωνα με την παραπάνω έγγραφη συμφωνία των διαδίκων, η επιμέλεια του προσώπου των προαναφερόμενων ανήλικων τέκνων τους συμφωνήθηκε ότι θα ασκείται, αποκλειστικά, από την μητέρα τους, ενώ η επικοινωνία του πατέρα τους μαζί τους, ρυθμίσθηκε ως εξής: "1) Από ώρα 19:00 κάθε Δευτέρας, Τρίτης και Πέμπτης μέχρι ώρα 21:00 της ίδιας ημέρας της εβδομάδας ή 20:00 μέχρι 22:00 ανάλογα με τις σχολικές υποχρεώσεις του μεγάλου τέκνου και τον απαραίτητο χρόνο μελέτης των μαθημάτων και λοιπών σπουδών ξένων γλωσσών ή αθλητικών δραστηριοτήτων. 2) Κάθε δεύτερο Παρασκευοσαββατοκύριακο του μήνα από ώρα 19:00 της Παρασκευής έως το βράδυ της Κυριακής και ώρα 20:00 κατά τους χειμερινούς μήνες και 21:00 κατά τους θερινούς μήνες.
Η επικοινωνία του Παρασκευοσαββατοκύριακου, ισχύει μόνο για το μεγάλο τέκνο ενώ για το μικρό τέκνο θα ισχύει μετά τη συμπλήρωση του 3ου έτους της ηλικίας του και κατόπιν καλόπιστου συνεννοήσεως των γονέων. 3) Κατά τις εορτές των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς μία εβδομάδα (τον έναν χρόνο την εβδομάδα των Χριστουγέννων και τον επόμενο χρόνο την εβδομάδα της Πρωτοχρονιάς και στη συνέχεια εναλλάξ ανά έτος). 4) Κατά τις ημέρες του Πάσχα μία εβδομάδα (τον έναν χρόνο την Μεγάλη Εβδομάδα και τον επόμενο χρόνο την εβδομάδα της Διακαινησίμου και στη συνέχεια εναλλάξ ανά έτος). 5) Κατά τις θερινές διακοπές 15 ημέρες που θα ορίζονται εγκαίρως κάθε φορά με κοινή συμφωνία των συμβαλλομένων.
Κατά τις ημέρες της επικοινωνίας του με τα τέκνα του ο πατέρας θα τα παραλαμβάνει από την οικία της μητέρας και θα τα επιστρέφει στον ίδιο τόπο της παραλαβής τους. Εάν κατά τις χρονικές περιόδους, οι οποίες ορίσθηκαν παραπάνω για την επικοινωνία του πατέρα με τα τέκνα (Χριστούγεννα-Πρωτοχρονιά, Πάσχα και θερινές διακοπές) συμπέσει με κάποιο από τα Σαββατοκύριακα του μήνα, κατά το οποίο η μητέρα θα δικαιούται να έχει μαζί της τα τέκνα, το δικαίωμά της αυτό θα καθίσταται ανενεργό.
Το ίδιο ισχύει, αντιστοίχως, και για τον πατέρα. Η τηλεφωνική επικοινωνία συμφωνείται ελεύθερη". Από την επικύρωση της ανωτέρω, από ...2015 έγγραφης συμφωνίας, έως και τον χρόνο συζήτησης της ένδικης αγωγής, η επικοινωνία του ενάγοντος με τα ανήλικα τέκνα των διαδίκων λάμβανε χώρα ομαλά με βάση τα με αυτήν συμφωνηθέντα.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων είναι αεροναυπηγός και, στα πλαίσια της επιχείρησής του, που έχει ως αντικείμενο την συμβουλή επιχειρήσεων, συνήθιζε να μεταβαίνει δύο (2) έως τρεις (3) φορές, ετησίως, τουλάχιστον, επί δέκα (10), περίπου, ημέρες, κάθε φορά, στο εξωτερικό. Ήδη όμως οι περιορισμοί που επιβλήθηκαν για την αντιμετώπιση της πανδημίας και την εισαγωγή νέων μεθόδων εργασίας, όπως η εξ αποστάσεως εργασία, είχαν ως αποτέλεσμα τον περιορισμό των ταξιδιών και την δημιουργία νέων συνθηκών εργασίας, που του εξασφαλίζουν περισσότερο χρόνο, τον οποίο επιθυμεί να διαθέσει για την επικοινωνία του με τις άνω ανήλικες θυγατέρες του.
Η εναγόμενη εργάζεται ως νηπιαγωγός, διορισμένη σε δημόσιο νηπιαγωγείο. Έως το έτος 2019 υπηρετούσε στο … και από το έτος 2020 στην …. Οι διάδικοι κατοικούν στην περιοχή της ... και, μάλιστα, σε κοντινές γειτονιές αυτής, στην περιοχή της ..., ο ενάγων και στο ... η εναγόμενη. Η μεγαλύτερη θυγατέρα των διαδίκων, η Β., φοιτά στην Τρίτη τάξη του Γυμνασίου και η μικρότερη, η Μ., στην Δεύτερη τάξη του Δημοτικού, στο ιδιωτικό σχολείο "...".
Η Β. παρακολουθεί, μετά τη λήξη των μαθημάτων του σχολείου της, μαθήματα αγγλικής γλώσσας, σε ιδιωτικό φροντιστήριο και ιδιαίτερα μαθήματα γερμανικής γλώσσας και η Μ. μαθήματα αγγλικής γλώσσας και ρομποτικής. Αμφότερες οι ανήλικες διατηρούν συναισθηματικά υγιείς σχέσεις, και με τους δύο (2) γονείς τους, διακατέχονται από αισθήματα αγάπης προς αυτούς και έχουν αναπτύξει μαζί τους στενό και ισορροπημένο ψυχικό δεσμό, που τους επιτρέπει να αναπτύσσουν ομαλά την προσωπικότητά τους, γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε από κανέναν.
Οι διάδικοι - γονείς τους επιδεικνύουν αμέριστη αγάπη, ενδιαφέρον και αφοσίωση προς αυτές, συμβάλλοντας απολύτως θετικά στην ομαλή ψυχοσωματική και πνευματική τους ανάπτυξη. Η εναγόμενη - μητέρα τους, ως έχουσα την επιμέλεια του προσώπου τους, τις φροντίζει με ιδιαίτερη στοργή, αφοσίωση και τρυφερότητα.
Και ο εναγόμενος - πατέρας τους, όμως, παρά την λύση του γάμου του με την εναγόμενη - μητέρα τους, έχει επιδείξει ειλικρινή διάθεση, προκειμένου να διατηρήσει και να αναπτύξει τον συναισθηματικό του δεσμό μαζί τους, επιδεικνύοντας σταθερότητα στην τήρηση της επιβληθείσας επικοινωνίας. Εξάλλου, ακόμα και στις συγκυριακές περιπτώσεις που εξαιτίας επαγγελματικών υποχρεώσεων αδυνατεί να επικοινωνεί με τις ανήλικες θυγατέρες του, κατά τις προκαθορισμένες ώρες, φροντίζει να τις αναπληρώνει, με την διευκόλυνση της εναγόμενης μητέρας τους, η οποία δεν αντιτίθεται σε αυτό.
Στην δε οικία του, έχει πλήρως εξοπλισμένα παιδικά δωμάτια, κατάλληλα για την διαμονή των ανηλίκων θυγατέρων του, κατά τον χρόνο επικοινωνίας τους μαζί του, ο οποίος είναι απόλυτα εποικοδομητικός, δεδομένου ότι στέκεται αρωγός τους σε κάθε πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι ανήλικες, κυρίως με τα μαθήματα των θετικών επιστημών.
Κατόπιν των ανωτέρω εκτεθέντων, το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες ζωής των τέκνων και των γονέων τους, όπως αυτές έχουν διαμορφωθεί και εξελιχθεί - και σε σχέση με την προαναφερόμενη από ...2015 έγγραφη συμφωνία - και περιγράφηκαν ανωτέρω, τον συναισθηματικό δεσμό των ανηλίκων και με τους δύο (2) γονείς τους, την συμμόρφωση του ενάγοντος με την προαναφερόμενη συμφωνία, καθώς και το συμφέρον των ανηλίκων, το οποίο, αφενός, υπαγορεύει την μη διατάραξη της καθημερινότητάς τους αλλά, παράλληλα, και την ενίσχυση και, περαιτέρω, προαγωγή του ψυχικού δεσμού τους με τον πατέρα τους, ο οποίος επίσης μπορεί, αυτονόητα, να συνδράμει, καθοριστικά, στην ανάπτυξη της προσωπικότητάς τους, ειδικά καθώς τα ανήλικα θα εισέρχονται και θα διανύουν την κρίσιμη περίοδο της εφηβείας, κρίνει ότι η επικοινωνία με τον ενάγοντα - πατέρα τους, θα πρέπει να περιλαμβάνει περαιτέρω διανυκτερεύσεις και συνεχόμενο χρόνο, οι οποίες, όμως, δεν πρέπει να επιβαρύνουν το καθημερινό πρόγραμμα των ανηλίκων και, γι' αυτό δεν πρέπει να αφορούν στις ημέρες της Δευτέρας και της Τετάρτης, που ζητεί ο ενάγων.
Ομοίως, προς αποφυγή διατάραξης της καθημερινότητάς τους δεν θα πρέπει να επιμηκύνεται η επικοινωνία του ενάγοντος και στις αργίες της 26ης, 28ης/10, 25ης/3, Καθαράς Δευτέρας και Αγίου Πνεύματος, όταν αυτές δεν συμπίπτουν με ημέρες επικοινωνίας του, αλλά βρίσκονται χρονικά κοντά σε αυτές, πλην της περίπτωσης υπό στοιχείο β', που αναφέρεται πιο κάτω.
Με βάση τα ανωτέρω, το Δικαστήριο άγεται στην κρίση ότι το δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας του ενάγοντος πρέπει να ρυθμισθεί, ως ακολούθως: α) Κάθε Τετάρτη, από ώρα 18:00 έως ώρα 21:00, β) κάθε πρώτη και τέταρτη Παρασκευή έως και Δευτέρα, κάθε μήνα από ώρα 18:00 της Παρασκευής έως την ώρα έναρξης του σχολικού ωραρίου το πρωί της Δευτέρας, στην περίπτωση δε που η Παρασκευή τυγχάνει να είναι αργία, από ώρα 15:00 και, στην περίπτωση που η Δευτέρα τυγχάνει να είναι αργία, έως ώρα 18:00, γ) κατά τις εορτές των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς, κατά τα έτη που λήγουν σε ζυγό αριθμό, από ώρα 11:00 της 24ης Δεκεμβρίου, έως ώρα 18:00 της 30ης Δεκεμβρίου και κατά τα έτη που λήγουν σε μονό αριθμό, από ώρα 11:00 της 31ης Δεκεμβρίου έως ώρα 18:00 της 6ης Ιανουαρίου, δ) κατά τις εορτές του Πάσχα, κατά τα έτη που λήγουν σε ζυγό αριθμό, από ώρα 11:00 της Μεγάλης Δευτέρας έως ώρα 11:00 της Δευτέρας της Διακαινησίμου και κατά τα έτη που λήγουν σε μονό αριθμό, από ώρα 11:00 της Δευτέρας της Διακαινησίμου, έως ώρα 11:00 της Κυριακής του Θωμά, ε) κατά την περίοδο των θερινών διακοπών, κατά τα έτη που λήγουν σε ζυγό αριθμό, από ώρα 10:00 της 1ης Ιουλίου έως ώρα 18:00 της 31ης Ιουλίου και κατά τα έτη που λήγουν σε μονό αριθμό, από ώρα 10:00 της 1ης Αυγούστου έως ώρα 18:00 της 31ης Αυγούστου, στ) καθημερινή, απρόσκοπτη τηλεφωνική επικοινωνία με δυνατότητα βιντεοκλήσης, με την χρήση κατάλληλων εφαρμογών, μεταξύ των ωρών 20:00 έως 21:00, σε ώρα συμβατή με το πρόγραμμα των ανηλίκων και κατόπιν συνεννόησης με την εναγομένη.
Η προαναφερόμενη υπό στοιχείο α' και β' επικοινωνία θα ατονεί στις παραπάνω, υπό στοιχεία γ' και δ' περιπτώσεις, δηλαδή, κατά την διάρκεια των εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα. Επίσης, η κατά τα ανωτέρω, υπό στοιχείο α' και β' επικοινωνία, θα ατονεί, κατά τα ζυγά έτη, για το χρονικό διάστημα από 1ης Αυγούστου έως 31ης Αυγούστου και κατά τα μονά έτη από 1ης Ιουλίου έως 31ης Ιουλίου, προκειμένου και η εναγομένη - μητέρα των ανηλίκων να πραγματοποιεί στο αντίστοιχο χρονικό διάστημα θερινές διακοπές μαζί τους.
Κατά την διάρκεια της υπό στοιχείο β', γ', δ' και ε' επικοινωνίας, η εναγόμενη θα έχει απρόσκοπτη τηλεφωνική επικοινωνία, με δυνατότητα βιντεοκλήσης, με την χρήση κατάλληλων εφαρμογών με τις ανήλικες θυγατέρες της, σε χρόνο προσδιορισμένο, κατόπιν συνεννόησης με τον ενάγοντα. Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις, ο ενάγων θα παραλαμβάνει τις ανήλικες θυγατέρες του, κατά τα προαναφερόμενα εναρκτήρια χρονικά σημεία, από την κατοικία της μητέρας τους, όπου και θα τις επιστρέφει κατά τα οριζόμενα ανωτέρω καταληκτικά χρονικά σημεία, με εξαίρεση την υπό στοιχείο β' περίπτωση επικοινωνίας, κατά την οποία θα επιστρέφει τις ανήλικες το πρωί της Δευτέρας στο σχολείο τους ή θα τις παραδίδει στο σχολικό, προς μεταφορά σε αυτό, εκτός αν η Δευτέρα τυγχάνει αργία, οπότε και θα τις επιστρέφει στην κατοικία της μητέρας τους.
Κατά την διάρκεια της υπό στοιχεία γ', δ' και ε' επικοινωνίας του ενάγοντος, ο τελευταίος θα δύναται να μεταβαίνει με τις ανήλικες και στο εξωτερικό.". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της εκκαλούμενης με αριθμό 144/2022 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 1520 ΑΚ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το Ν 4800/2021, κατά την εξειδίκευση της, αποτελούσας στοιχείο εφαρμογής των διατάξεων αυτών, αόριστης νομικής έννοιας του συμφέροντος των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων.
Τούτο δε διότι οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου πληρούσαν το πραγματικό των εν λόγω διατάξεων και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους και την απόκλιση, για λόγους αφορώντες το βέλτιστο συμφέρον των τέκνων, από την κατ' αρχήν προβλεπόμενη ρύθμιση του άρθρου 1520 εδ. γ' ΑΚ. Ειδικότερα, το Εφετείο, με βάση τα ως άνω ανελέγκτως γενόμενα δεκτά και λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες ζωής των τέκνων και των γονέων τους, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί και εξελιχθεί και σε σχέση με την από ...2015 έγγραφη συμφωνία των διαδίκων, με την οποία είχε ρυθμιστεί το δικαίωμα επικοινωνίας του αναιρεσείοντος με τα ανήλικα, τον συναισθηματικό δεσμό των ανηλίκων και με τους δύο (2) γονείς τους, τη συμμόρφωση του αναιρεσείοντος με την ως άνω έγγραφη συμφωνία, έκρινε ότι το καλώς εννοούμενο συμφέρον των τέκνων επιβάλλει να γίνεται η επικοινωνία τους με τον πατέρα τους κατά τον ορισθέντα τρόπο, ώστε να μην διαταραχθεί η καθημερινότητά τους και να διασφαλισθεί η ομαλή ανάπτυξη της προσωπικότητάς τους και παράλληλα να ενισχυθεί ο ψυχικός και συναισθηματικός δεσμός με τον πατέρα τους.
Επομένως, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού από το ως άνω αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων του άρθρου 1520 ΑΚ, ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις προαναφερθείσες διατάξεις.
Επομένως, ο ίδιος ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β` του ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ` αυτούς.
Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 8/2005).
Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδ. β` του αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο απ` αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνα δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.
Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, αλλά ούτε και λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 65/2023, ΑΠ 1373/2022, ΑΠ 79/2018, ΑΠ 1333/2018, ΑΠ 1512/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 εδ. β του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για να εξακριβώσει την βασιμότητα των πραγματικών περιστατικών και την υπαγωγή τους στους εφαρμοστέους κανόνες και συγκεκριμένα :
α. την δυνατότητα των τέκνων να ολοκληρώνουν τις εργασίες και τα καθήκοντά τους στο σπίτι του πατέρα τους, που είναι καλά οργανωμένο και λειτουργικό, β. την χειριστικότητα της μητέρας προς τα ανήλικα τέκνα, που εκδηλώθηκε στα SMS και στην εξώδικη απάντησή της, που συνιστούν άρνησή της για επικοινωνία και εκδικητικότητα, γ.
την προς το συμφέρον των τέκνων ενασχόληση του πατέρα μαζί τους για τη μελέτη των θετικών μαθημάτων, τη δημιουργική τους απασχόληση και την εκμάθηση των αγγλικών, δ. την ευκολία των ανηλίκων να κοιμηθούν μεσοβδόμαδα στο σπίτι του πατέρα τους, αντί να επιστρέφουν στις 21.00 μμ στην κατοικία τους και ε. το κενό που δημιουργεί η κρίση της προσβαλλόμενης για επικοινωνία των ανηλίκων με τον πατέρα τους κάθε 2ο και 4° Παρασκευοσαββατοκύριακο, αφήνοντας ενδιάμεσα δύο εβδομάδες χωρίς επικοινωνία μαζί του.
Ο λόγος, όμως, αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι δεν αποτελούν διδάγματα της κοινής πείρας τα ανωτέρω επικαλούμενα, ως τέτοια, από τον αναιρεσείοντα, καθόσον δεν είναι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα, την οποία το δικαστήριο χρησιμοποιεί για να ανεύρει την έννοια κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς και σε κάθε περίπτωση, υπό την επίκληση της επικαλούμενης πλημμέλειας, ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για την εκτίμηση των αποδείξεων.
Ενόψει τούτων και εφόσον δεν υφίσταται προς έρευνα άλλος λόγος, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, ο δε αναιρεσείων, που ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 106, 176, 183, 189 αριθ. 1 και 191 αριθ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.
Τέλος δεν γίνεται λόγος περί του κατ` άρθρο 495 αριθ.3 ΚΠολΔ παραβόλου, διότι πρόκειται για οικογενειακή διαφορά του άρθρου 592 αριθ.3 ΚΠολΔ και ο αναιρεσείων απαλλάσσεται από την καταβολή του.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από ...2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 1476/2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Οκτωβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ