Legislator Case Law & Legislation
65/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against insurance company's rejection of beneficiary's claim due to alleged false declaration.

Case Number 65/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the Thessaloniki Court of First Instance's final decision rejecting their insurance claim. The appellants, as sole heirs of the insured, argued that the court's reasoning was ambiguous and violated specific insurance law provisions regarding the validity of declarations. The court rejected these arguments, finding the lower court's decision legally sound based on the insured's intentional false response to the questionnaire, which constituted fraud under the relevant insurance statute.

Legislator headnote

AI generated

Articles 33 of Law 2496/1997; Article 559 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the ambiguity of a lower court's reasoning regarding the validity of an insurance declaration is inadmissible if the lower court has sufficiently established the existence of fraud by the insured, rendering the declaration void ab initio.

Keywords

AI generated
insurance claim rejection false declaration fraud insurance contract validity heir beneficiary rights civil procedure appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 33 of Law 2496/1997
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 65 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 65/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κορνηλία Πανούτσου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) … 3) …, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Παπαστεργίου και κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας … με την επωνυμία "…", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μεντή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/11/2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 125/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 111/2020 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7/9/2020 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 7.9.2020 (αρ. εκθ. κατ. 2283/258/7.9.2020) αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η με αριθμό 111/2020 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, η οποία έκανε δεκτή την έφεση της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας κατά της με αριθμό 125/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, εξαφάνισε την τελευταία και απέρριψε την από 11.11.2014 (1855/412/2014) αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, κατά της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας και της Εθνικής Τράπεζας (μη διαδίκου εν προκειμένω), με την οποία οι αναιρεσείοντες, ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του θανόντος στις …, συζύγου της πρώτης και πατρός των λοιπών, Λ.

Τ., ο οποίος είχε εν ζωή ενταχθεί σε πρόγραμμα ομαδικής ασφάλισης της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, επικαλούμενοι αδράνεια της οφειλέτιδός τους πρώτης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, ζήτησαν πλαγιαστικώς, να αναγνωρισθεί η υποχρέωσή της να καταβάλει στη δεύτερη εναγομένη τραπεζική εταιρεία (ΕΤΕ ΑΕ) το χρηματικό ποσό των 26.817,37 ευρώ ως ανεξόφλητο ποσό δανείου, λόγω επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης, δηλαδή του θανάτου του συζύγου και πατρός τους.

Η αίτηση αναιρέσεως, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

1. Από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 2, 9 παρ. 1 και 27 παρ. 1 του Ν. 2496/1997 "Ασφαλιστική σύμβαση, τροποποιήσεις της νομοθεσίας για την ιδιωτική ασφάλιση και άλλες διατάξεις" συνάγεται ότι με την ασφαλιστική σύμβαση, που αποδεικνύεται με έγγραφο, που εκδίδεται από τον ασφαλιστή, η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει, έναντι ασφαλίστρου, στο συμβαλλόμενο της (λήπτη της ασφαλίσεως) ή σε τρίτο, παροχή (ασφάλισμα) δηλαδή την αποζημίωση έως του τυχόν συμφωνημένο ανώτατο όριο (ασφαλιστικό ποσό) σε χρήμα ή, εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει ο ζημιογόνος κίνδυνος, δηλαδή, το περιστατικό από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή της (ασφαλιστικός κίνδυνος ή ασφαλιστική περίπτωση) κατά την τυχόν συμφωνημένη διάρκεια της ασφαλιστικής κάλυψης.

Λήπτης της ασφάλισης είναι το πρόσωπο που καταρτίζει την ασφαλιστική σύμβαση με τον ασφαλιστή. Ασφαλισμένος δε, είναι το πρόσωπο που σχετίζεται με την ασφάλιση, αφού αυτή δικό του κίνδυνο αφορά. Ειδικότερα, είναι το πρόσωπο του οποίου το συμφέρον απειλείται από τον κίνδυνο (στις ασφαλίσεις ζημιών) ή το πρόσωπο τη ζωή ή την υγεία του οποίου αφορά η ασφάλιση (στις ασφαλίσεις προσώπων).

Κατά κανόνα, οι ιδιότητες του λήπτη της ασφάλισης και του ασφαλισμένου συμπίπτουν στο ίδιο πρόσωπο. Αν όμως, οι άνω ιδιότητες δεν συμπίπτουν στο ίδιο πρόσωπο, η ασφάλιση συνάπτεται για λογαριασμό άλλου και είναι γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, διεπόμενη από τα άρθρα 410 επ. ΑΚ. Στην ασφάλιση προσώπων ένα ασφαλιστήριο μπορεί να περιλαμβάνει περισσότερα φυσικά πρόσωπα, η διάρκεια ή τα συμβάντα της ζωής των οποίων έχουν συνδεθεί συμβατικά με την υποχρέωση του ασφαλιστή για ασφάλισμα.

Στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για περισσότερους ασφαλισμένους σε μια ασφάλιση προσώπων, με την οποία ιδρύονται περισσότερες ασφαλιστικές σχέσεις, έτσι ώστε, να υπάρχουν απέναντι στον ασφαλιστή ένας αντισυμβαλλόμενος και πολλοί ασφαλισμένοι, οι οποίοι, κάτω από τις ίδιες προϋποθέσεις, υπόκεινται στους ίδιους κινδύνους.

Το είδος αυτό ονομάζεται ομαδική ασφάλιση, θεσμός των συναλλαγών, για τον οποίο ο νόμος δεν δίδει ειδικά την έννοια του όρου, αλλά μόνον αποσπασματικά στο άρθρο 29 παρ. 3 του ΑσφΝ, όπου γίνεται λόγος για την εξαγορά της ασφάλισης επί ομαδικής ασφάλισης ζωής. Η ομαδική ασφάλιση αποτελεί γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, που διέπεται από τα άρθρα 410 επ.

του ΑΚ, καθ' ο μέρος, τα άρθρα αυτά δεν τροποποιούνται από ειδικές διατάξεις του ν. 2496/1997 (ΑΠ 1895/2008). Σε αυτήν μετέχουν, κατά κανόνα, τρία πρόσωπα, ο ασφαλιστής, ο ασφαλισμένος και ο λήπτης της ασφάλισης (αντισυμβαλλόμενος), ο οποίος μπορεί να συνάψει ασφάλιση για λογαριασμό άλλου (του ασφαλισμένου), που είτε κατονομάζεται, είτε δεν κατονομάζεται στη σύμβαση (άρθρο 9 παρ. 1 του ΑσφΝ).

Αυτός δεν ενεργεί ως αντιπρόσωπος του ασφαλισμένου, αφού εδώ έχουμε ειδική ρύθμιση διάφορη της αντιπροσωπείας του ΑΚ, αλλά στο όνομά του, γι' αυτό και στο πρόσωπό του, κρίνεται η ικανότητα για δικαιοπραξία, ο δόλος, η πλάνη, η συμφωνία με τον ασφαλιστή, ενώ, παράλληλα, βαρύνεται με διάφορα καθήκοντα, όπως το καθήκον πληρωμής του ασφαλίστρου, το καθήκον αποφυγής ή μείωσης της ζημίας κλπ. (άρθρο 9 παρ. 2 εδάφ.

α` του ως άνω νόμου). Ο ασφαλισμένος δεν είναι μεν ο αντισυμβαλλόμενος του ασφαλιστή, αλλά είναι ο δικαιούχος του ασφαλίσματος, το πρόσωπο, δηλαδή, που ορίστηκε στην ασφαλιστική σύμβαση ότι πλήττεται από την πραγματοποίηση του ασφαλιστικού κινδύνου. Ο προσδιορισμός του ως άνω δικαιούχου έχει σημασία, γιατί μόνον αυτός νομιμοποιείται να ζητήσει την πληρωμή του ασφαλίσματος και να ασκήσει τη σχετική αγωγή κατά του ασφαλιστή.

Αν ο ασφαλισμένος δεν είναι ο ίδιος με το λήπτη της ασφάλισης, ο τελευταίος μπορεί να ασκήσει αγωγή με αίτημα την καταβολή στον ασφαλισμένο (ΑΠ 427/2021, ΑΠ 1144/2021). 2. Από το άρθρο 3 παρ. 1 του ιδίου νόμου που αναφέρεται στις νόμιμες προσυμβατικές ανακοινώσεις ορίζεται ότι: "Κατά τη σύναψη της σύμβασης ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται να δηλώσει στον ασφαλιστή κάθε στοιχείο ή περιστατικό που γνωρίζει, το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου, καθώς επίσης και να απαντήσει σε κάθε σχετική ερώτηση του ασφαλιστή".

Στοιχεία και περιστατικά, για τα οποία ο ασφαλιστής έθεσε σαφείς γραπτές ερωτήσεις, τεκμαίρεται ότι είναι τα μόνα τα οποία επηρεάζουν την από μέρους του εκτίμηση και αποδοχή του κινδύνου. Εάν ο ασφαλιστής συνάψει τη σύμβαση με βάση γραπτές ερωτήσεις, δεν μπορεί να επικαλεστεί το γεγονός ότι: α) συγκεκριμένες ερωτήσεις έμειναν αναπάντητες, β) δεν ανακοινώθηκαν περιστάσεις που δεν αποτελούσαν αντικείμενα ερώτησης, γ) δόθηκε καταφανώς ελλιπής απάντηση σε γενική ερώτηση, εκτός αν ο αντισυμβαλλόμενος ενήργησε κατά τον τρόπο αυτό με πρόθεση να εξαπατήσει τον Ασφαλιστή".

Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται ως ασφαλιστικό βάρος η δήλωση προς τον ασφαλιστή κάθε στοιχείου ή περιστατικού, που είναι γνωστό στον λήπτη της ασφάλισης και ουσιώδες για την εκτίμηση του ασφαλιστικού κινδύνου καθώς επίσης και το να απαντήσει σε κάθε σχετική ερώτηση του ασφαλιστή. Το αν ένα περιστατικό είναι ουσιώδες από την άποψη αυτή, κρίνεται όχι κατά τις αντιλήψεις του συγκεκριμένου ασφαλιστή, αλλά σύμφωνα με τις αρχές της ενδεδειγμένης ασφαλιστικής τεχνικής, δηλαδή αντικειμενικά.

Είναι δε ουσιώδες το περιστατικό αυτό, όταν επί τη βάσει των κανόνων της ιατρικής και της κοινής πείρας οδηγεί σε αυξημένη πιθανότητα προσβολής της ασφαλιζόμενης υγείας και συμβάλλει στην ορθή εκτίμηση του ασφαλιστικού κινδύνου, δηλαδή της δυνατότητας να επέλθει η οικονομική ανάγκη που καλύπτει την ασφάλιση, πράγμα το οποίο στη συνέχεια είναι αναγκαίο για τον καθορισμό ενός δικαίου ασφαλίστρου ή για τον περιορισμό της ζημίας (ΑΠ 1493/2021, ΑΠ 912/2020, ΑΠ 1047/2019, ΑΠ 529/2018, ΑΠ 1759/2017, ΑΠ 755/2014, ΑΠ 442/2012, ΑΠ 1119/2003).

Απαιτείται δηλαδή, γνώση του ασφαλισμένου για συγκεκριμένο γεγονός που απέκρυψε από τον ασφαλιστή κατά την κατάρτιση της σύμβασης, χωρίς να αρκεί αμέλεια στην απόκρυψη αυτήν, ενώ το περιστατικό που αποκρύφτηκε θα πρέπει να είναι αντικειμενικά ουσιώδες, άσχετα αν επέδρασε ή όχι στην επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης ή στην έκταση της ζημίας που προκλήθηκε, έτσι ώστε όχι οποιαδήποτε απόκρυψη να δίνει στον ασφαλιστή το σχετικό δικαίωμα, αλλά μόνο εκείνου του γεγονότος που θα ήταν δυνατό να οδηγήσει σε μη κατάρτιση της σύμβασης ασφάλισης ή σε κατάρτισή της με διαφορετικούς όρους (ΑΠ 912/2020, ΑΠ 13/2018, ΑΠ 170/2015, ΑΠ 1093/2010).

Εάν η σύμβαση συναφθεί με βάση έντυπες ερωτήσεις του Ασφαλιστή, τότε τα στοιχεία αυτά, για τα οποία τίθενται οι ερωτήσεις, θεωρούνται τα κρίσιμα για τον ασφαλιστή ως προς την εκτίμηση του ασφαλιστέου κινδύνου, και δεν μπορεί αυτός μεταγενεστέρως, να προβάλει τις αναφερόμενες στην ως άνω διάταξη, υπό στοιχεία α', β' και γ' πλημμέλειες, δηλαδή, περιορίζεται στα όρια του ερωτηματολογίου το εύρος των κρισίμων περιστατικών.

Στην ασφάλιση προσώπων ο ασφαλιστής έχει δικαίωμα να καταγγείλει την ασφαλιστική σύμβαση και να ζητήσει αποζημίωση, απαλλάσσεται δε, της υποχρέωσης του προς καταβολή του ασφαλίσματος, μόνο στην περίπτωση, που ο λήπτης της ασφάλισης δεν εκπλήρωσε το ασφαλιστικό αυτό βάρος της πληροφόρησης του ασφαλιστή, από δόλο.

Ο Ασφαλιστής απαλλάσσεται της υποχρεώσεώς του προς καταβολή του ασφαλίσματος και αν έλαβε γνώση της από δόλο μη δήλωσης του λήπτη της ασφάλισης, μετά την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου. Τα δικαιώματα αυτά παρέχονται στον ασφαλιστή, ανεξαρτήτως της υπάρξεως αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της από δόλο μη δήλωσης και της επέλευσης του ασφαλισμένου κινδύνου, δεν έχει δηλαδή σημασία αν η από δόλο μη ανακοίνωση ή καταφανώς ελλιπής απάντηση σε γραπτές ερωτήσεις του ασφαλιστή συνέχονται με τον ασφαλισμένο κίνδυνο, διότι οι άνω κυρώσεις (καταγγελία, μη καταβολή του ασφαλίσματος) παρέχονται στον ασφαλιστή λόγω της υπαίτιας (με πρόθεση) παραβίασης της υποχρεώσεως του λήπτη της ασφάλισης να ανακοινώσει στον ασφαλιστή τις σχετικές πληροφορίες, απαντώντας στις γραπτές ερωτήσεις του τελευταίου, ο οποίος ακολούθως θα προέβαινε στην εκτίμηση του ασφαλισμένου κινδύνου, αποδεχόμενος ή όχι τη σχετική πρόταση για κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης, έναντι ορισμένου ποσού ασφαλίστρου (ΑΠ 1101/2010), καθόσον η σύνδεση της ασφαλιστικής περίπτωσης με το συγκεκριμένο ασφαλιστικό βάρος, δεν ανάγεται σε προϋπόθεση για την απαλλαγή τού ασφαλιστή (ΑΠ 720/2007). 3.

Κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 2251/1994, που έχει τίτλο "προστασία καταναλωτών" όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το ν. 3587/2007, και έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, αφού η καταχρηστικότητα ενός Γ.Ο.Σ. κρίνεται σύμφωνα με το δίκαιο που ισχύει κατά το χρόνο που γίνεται η χρήση του (ΟλΑΠ 15/2007). "Όροι που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για μελλοντικές συμβάσεις (γενικοί όροι των συναλλαγών), δεν δεσμεύουν τον καταναλωτή, εάν κατά την κατάρτιση της σύμβασης τους αγνοούσε ανυπαιτίως, όπως, ιδίως, όταν ο προμηθευτής δεν του υπέδειξε την ύπαρξη τους ή του στέρησε τη δυνατότητα να λάβει πραγματική γνώση του περιεχομένου τους....

Κατά την ερμηνεία των γενικών όρων συναλλαγών λαμβάνεται υπόψη η ανάγκη προστασίας των καταναλωτών. Γενικοί όροι συναλλαγών που διατυπώθηκαν μονομερώς από τον προμηθευτή ή από τρίτον για λογαριασμό του, σε περίπτωση αμφιβολίας ερμηνεύονται υπέρ του καταναλωτή". Ο έλεγχος της καταχρηστικότητας των ΓΟΣ, της μη εγκυρότητας δηλαδή των Γενικών Όρων Συναλλαγών από τη σκοπιά της εξισωτικής δικαιοσύνης προϋποθέτει δύο προηγούμενα στάδια ελέγχου:

τον έλεγχο εντάξεως των ΓΟΣ στη σύμβαση και την εξακρίβωση του περιεχομένου των ΓΟΣ μέσω της ερμηνείας αυτών. Κατά το στάδιο ελέγχου εντάξεως των ΓΟΣ στη σύμβαση κρίσιμο στοιχείο είναι αυτό της διαπίστωσης μιας ιδιαίτερης συμφωνίας μεταξύ των συμβαλλομένων μερών περί εντάξεως των γενικών όρων στην μεταξύ τους σύμβαση.

Η ιδιαιτερότητα της συμφωνίας αυτής συνίσταται στο ότι αντικείμενό της δεν αποτελεί η διαπραγμάτευση του περιεχομένου των ΓΟΣ, αλλά απλώς και μόνο η συγκατάθεση του πελάτη καταναλωτή περί διαμορφώσεως το περιεχομένου των ΓΟΣ από τον αντισυμβαλλόμενό του. Επομένως, το περιεχόμενο των ΓΟΣ δεν ανάγεται σε περιεχόμενο της βουλήσεως του καταναλωτή και δεν καθίσταται αντικείμενο της δηλώσεώς του.

Δεδομένου λοιπόν ότι ο αντισυμβαλλόμενος στερείται της δυνατότητας να συνεπιδράσει στη διαμόρφωση του περιεχομένου των ΓΟΣ, η αναγωγή τους σε περιεχόμενο της σύμβασης προϋποθέτει τη συνδρομή ορισμένων πρόσθετων προϋποθέσεων επιπλέον των γενικών προαπαιτούμενων για την κατάρτιση οποιασδήποτε έγκυρης σύμβασης (πρόταση, αποδοχή, συμφωνία) Οι προϋποθέσεις αυτές προκύπτουν από το δεύτερο εδάφιο της πρώτης παραγράφου του άρθρου 2, σύμφωνα με το οποίο, "οι ΓΟΣ δεν αναπτύσσουν δεσμευτική ισχύ για τον καταναλωτή εάν αυτός κατά την κατάρτιση της σύμβασης τους αγνοούσε ανυπαίτια και ο προμηθευτής είτε δεν τους υπέδειξε είτε στέρησε τη δυνατότητα στον καταναλωτή να λάβει γνώση του περιεχομένου τους".

Οι εν λόγω προϋποθέσεις αναλύονται ως εξής :α) Επισήμανση προς τον καταναλωτή κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης ότι η τελευταία θα καταρτισθεί υπό τους προτεινόμενους όρους. Επισήμανση θεωρείται ότι υπάρχει όταν ο χρήστης παραπέμπει ανοιχτά στους ΓΟΣ και η βούλησή του περί εντάξεως αυτών στο κείμενο της σύμβασης προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο και σαφώς διαγνωστό για το άλλο μέρος.

β) Εξασφάλιση δυνατότητας πραγματικής γνώσης του περιεχομένου των ΓΟΣ από την πλευρά του προμηθευτή. Δυνατότητα πραγματικής γνώσης των ΓΟΣ υπάρχει μόνο όταν αυτοί τίθενται πράγματι στην διάθεση του καταναλωτή και είναι ευανάγνωστοι, σαφείς και διατυπωμένοι απλά ώστε να γίνονται κατανοητοί από το μέσο καταναλωτή γ) Έλλειψη υπαίτιας άγνοιας του καταναλωτή.

Ο ν.2251/1994, προχωρώντας ένα βήμα περισσότερο σε σχέση με τις άλλες έννομες τάξεις χωρίς νομοθετικό ή νομολογιακό προηγούμενο στην ελληνική έννομη τάξη, δεν αρκείται στην υπόδειξη των ΓΟΣ και την αντικειμενικά νοούμενη δυνατότητα γνώσης του καταναλωτή. Με δεδομένη τη συνδρομή των ανωτέρω δύο προϋποθέσεων, προβλέπει ως περαιτέρω προϋπόθεση για την δεσμευτικότητα των ΓΟΣ την έλλειψη υπαίτιας άγνοιας του καταναλωτή ως προς την ένταξη των ΓΟΣ στη σύμβαση με τον προμηθευτή.

4. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ). Από τη παραπάνω διάταξη συνάγεται ότι ο λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή -αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 10/2011, ΑΠ 114/2016, ΑΠ 191/2013).

Προς εξεύρεση της παραβιάσεως ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας υπάγονται (ΑΠ 1333/2018, ΑΠ 531/2014, ΑΠ 609/2013, ΑΠ 495/2013, ΑΠ 568/2013).

Για την ίδρυση δε του λόγου αυτού αναίρεσης πρέπει η προβαλλόμενη πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης να επιδρά κατά νόμο στο διατακτικό αυτής, περίπτωση η οποία δεν συντρέχει επί πλεοναστικώς ή αφηγηματικώς διαλαμβανομένων αιτιολογιών αυτής (ΑΠ 912/2020, ΑΠ 1113/2017). Εξ άλλου, οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που υφίσταται κενό στη σύμβαση και γενικά στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για την έννοια της δήλωσης βούλησης.

Οι διατάξεις των άρθρων αυτών παραβιάζονται στη περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση, ακόμη και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας για την έννοια της δικαιοπραξίας, είτε παραλείπει να προσφύγει σ' αυτές προς εξεύρεση της αληθινής βούλησης των δικαιοπρακτούντων, ή δεν παραθέτει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των διατάξεων αυτών είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους (ΑΠ 88/2021, ΑΠ 208/2019, ΑΠ 60/2019, ΑΠ 2019).

Στη προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και κατά το ενδιαφέρον για τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, έγιναν δεκτά τα εξής: "Ο Λ. Τ., σύζυγος της πρώτης και πατέρας των δεύτερου και τρίτου των εναγόντων συνήψε ενόσω ζούσε με τη δεύτερη εναγόμενη ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ τη με στοιχεία Α/Α …. "ιδιωτική σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου" ποσού 35.000 ευρώ, για τη "βελτίωση-επισκευή" της κατοικίας του, κειμένης στην … . Το άνω ποσό δανείου συμφωνήθηκε να εξοφληθεί από τον οφειλέτη-δανειολήπτη σε 120 συνεχείς μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις. Πριν από τη σύναψη της σύμβασης αυτής, η τράπεζα διά του αρμοδίου για την παροχή δανείων υπαλλήλου της, διερεύνησε την οικονομική κατάσταση του άνω δανειολήπτη, ζητώντας από τον τελευταίο να του προσκομίσει την τελευταία φορολογική του δήλωση (Ε1) και το βάσει αυτής εκδοθέν εκκαθαριστικό σημείωμα της ΔΟΥ, το οποίο και προσεκόμισε. Με τη με αριθμό καταχώρησης … φορολογική του δήλωση προς τη ΔΟΥ …, που αφορά τα εισοδήματα του έτους …, ο Λ. Τ. φέρεται α) να δηλώνει (τσεκάρει την ένδειξη ΝΑΙ) ότι έχει δικαίωμα έκπτωσης ποσού 1.900 ευρώ λόγω αναπηρίας του άνω του 67% και β) να δηλώνει ως εισοδήματα Ι) από άθροισμα καθαρών ποσών από κύριες συντάξεις 13.675,26 ευρώ και

ΙΙ) από άθροισμα καθαρών ποσών από επικουρικές συντάξεις 10.882,20 ευρώ. Από το εκκαθαριστικό σημείωμα, που εκδόθηκε με βάση την άνω φορολογική δήλωση, προκύπτει ότι αυτός χρεώθηκε με φόρο 1.019,32 ευρώ, επί του συνολικώς δηλωθέντος, καθαρού, από τις άνω πηγές, εισοδήματός του (24.557,46 ευρώ). Η ως άνω οικονομική κατάσταση του Λ.

Τ. θεωρήθηκε ικανοποιητική από την Εθνική Τράπεζα, γι' αυτό και η τελευταία κατήρτισε μαζί του την άνω σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου. Το άνω δάνειο χορηγήθηκε, υπό την προϋπόθεση, ο δανειολήπτης να παρείχε ασφάλεια στη δανείστρια τράπεζα, γι' αυτό και ανέλαβε αυτός την υποχρέωση, με το άρθρο 2.1 της δανειακής σύμβασης, να παραχωρήσει δικαίωμα εγγραφής προσημείωσης υποθήκης υπέρ της δανείστριας τράπεζας για ποσό 42.000 ευρώ......Με το άρθρο 5.2 (Ομαδική ασφάλιση οφειλέτη κατά κινδύνου ζωής) της παραπάνω σύμβασης δανείου ορίζονται τα ακόλουθα: "Ο δανειολήπτης και ο εγγυητής (σημειώνεται από το δικαστήριο ότι στην άνω σύμβαση δανείου κανένα πρόσωπο δεν συμβλήθηκε ως εγγυητής) ενημερώθηκαν ότι η τράπεζα ασφαλίζει με το με αριθμό … ομαδικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο δανειοληπτών ή/και εγγυητών στεγαστικών δανείων, όπως αυτό ισχύει κάθε φορά και με ευνοϊκούς όρους στην … "…" δανειολήπτες ή /και εγγυητές και η ασφάλιση αυτή καλύπτει κινδύνους θανάτου και μόνιμης ολικής ανικανότητας (ΜΟΑ) από ατύχημα ή ασθένεια, όπως περιγράφονται στο ως άνω ασφαλιστήριο συμβόλαιο.

Οι ασφαλιζόμενοι αναλαμβάνουν απέναντι στη Τράπεζα τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την υπαγωγή τους στην ως άνω ομαδική ασφάλιση και πιο συγκεκριμένα.....3) ο οφειλέτης ή /και ο εγγυητής ορίζει ως ανέκκλητο δικαιούχο του ασφαλίσματος την Τράπεζα....5) ο οφειλέτης ή/και ο εγγυητής υποχρεούται να αναγγείλει άμεσα στην Τράπεζα εγγράφως, οποιοδήποτε γεγονός που κατά τα παραπάνω συνιστά την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης.....

Πράγματι, η άνω δανείστρια ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ είχε συνάψει με την πρώτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία στις …. το με αριθμό … "…" με ημερομηνία έναρξης ισχύος του την …, στο οποίο εντάχθηκε και ο Λ. Τ. , ο οποίος πριν από την ένταξή του ενημερώθηκε για το περιεχόμενό του. Το ασφαλιστήριο αυτό συμβόλαιο στα κρίσιμα και ενδιαφέροντα για την εξεταζόμενη υπόθεση άρθρα, έχει ως ακολούθως: ......Άρθρο 2.

ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΑΣΦΑΛΙΖΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ: Κατηγορία "Πρώτη": Κατατάσσονται οι δανειολήπτες ή/και οι εγγυητές που ασφαλίζονται με Ασφάλιση Ζωής και Μόνιμης Ολικής Ανικανότητας από Ατύχημα ή Ασθένεια. Κατηγορία "Δεύτερη": Κατατάσσονται οι δανειολήπτες ή/και οι εγγυητές που ασφαλίζονται μόνο με Ασφάλιση Ζωής.

Σημείωση: Η κατάταξη των ασφαλιζομένων προσώπων στις ανωτέρω κατηγορίες πραγματοποιείται σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο άρθρο 5 (ΕΛΕΓΧΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΙΜΟΤΗΤΑΣ) του παρόντος πρώτου μέρους..... Άρθρο 4. ΠΙΝΑΚΑΣ ΚΑΛΥΨΕΩΝ Α. ΙΣΧΥΕΙ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΣΦΑΛΙΣΜΕΝΟΥΣ ΤΗΣ "ΠΡΩΤΗΣ" ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ. ΑΣΦΑΛΙΖΟΜΕΝΟΙ ΚΙΝΔΥΝΟΙ ΚΑΙ ΑΣΦΑΛΙΖΟΜΕΝΑ ΠΟΣΑ.

ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΖΩΗΣ Η ΜΟΝΙΜΗΣ ΟΛΙΚΗΣ ΑΝΙΚΑΝΟΤΗΤΑΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑ Η ΑΣΘΕΝΕΙΑ: 1. ΖΩΗ: Σε περίπτωση θανάτου ασφαλισμένου προσώπου από οποιαδήποτε αιτία, θα καταβάλλεται στο "ΔΙΚΑΙΟΥΧΟ" ποσό ίσο με το οφειλόμενο άληκτο κεφάλαιο δανείου κατά την ημερομηνία θανάτου του ασφαλιζομένου προσώπου, λαμβανομένων υπόψη τυχόν καθυστερημένων ή ανεξόφλητων τοκοχρεωλυτικών δόσεων ....

Άρθρο 5. ΕΛΕΓΧΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΙΜΟΤΗΤΑΣ. Κάθε πρόσωπο που δικαιούται να ασφαλιστεί σύμφωνα με τους όρους του ασφαλιστηρίου αυτού είναι υποχρεωμένο να συμπληρώσει το παρακάτω ερωτηματολόγιο υγείας, που συμπεριλαμβάνεται στην αίτηση ασφάλισης για τον έλεγχο της ασφαλισιμότητάς του. ΕΡΩΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ ΥΓΕΙΑΣ ΔΑΝΕΙΟΛΗΠΤΗ Η ΕΓΓΥΗΤΗ:

Α. Πάσχετε, έχετε υποστεί, νοσηλευθήκατε ή νοσηλεύεστε για: Ζαχαρώδη Διαβήτη, Έμφραγμα Μυοκαρδίου, Εγχείρηση By Pass, Εγκεφαλικό Επεισόδιο, Καρκίνο, Νεφρική Ανεπάρκεια, Μεταμόσχευση Οργάνων; Β. Έχετε κάποιο φυσικό ελάττωμα ή έχετε υποστεί κάποιο ατύχημα που σας άφησε κάποια αναπηρία; Σε περίπτωση θετικής απάντησης στα ανωτέρω ερωτήματα (Α) και (Β) ή και μόνο στο ερώτημα (Α) ο δανειολήπτης δεν θα γίνεται δεκτός στην ασφάλιση.

Σε περίπτωση αρνητικής απάντησης και στα δύο ερωτήματα (Α και Β) θα ασφαλίζεται με τις καλύψεις της κατηγορίας "Πρώτη". Σε περίπτωση αρνητικής απάντησης στο ερώτημα (Α) και θετικής απάντησης στο ερώτημα (Β) θα ασφαλίζεται με τις καλύψεις της κατηγορίας "Δεύτερη". Άρθρο 6. ΠΙΝΑΚΑΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΡΩΝ Α. ΙΣΧΥΕΙ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΣΦΑΛΙΖΟΜΕΝΟΥΣ ΤΗΣ "ΠΡΩΤΗΣ" ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ.

ΑΣΦΑΛΙΖΟΜΕΝΟΙ ΚΙΝΔΥΝΟΙ ? ΜΗΝΙΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΤΡΟ 1. ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΖΩΗΣ: Το ασφάλιστρο Ζωής υπολογίζεται σύμφωνα με όσα αναφέρονται στο άρθρο 14 παρ. 5 των Γενικών Όρων του παρόντος συμβολαίου. 2. ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΜΟΝΙΜΗΣ ΟΛΙΚΗΣ ΑΝΙΚΑΝΟΤΗΤΑΣ. Το ασφάλιστρο Μόνιμης Ολικής Ανικανότητας ορίζεται σε ποσοστό 15% επί του Ασφαλίστρου Ζωής.

Το συνολικό ΜΙΚΤΟ ΜΗΝΙΑΙΟ ασφάλιστρο (συμπεριλαμβανομένων ΠΚΕ και Χαρτοσήμου) για την Ασφάλιση Ζωής ή Μόνιμης Ολικής Ανικανότητας από Ατύχημα ή Ασθένειας στην έναρξη ισχύος του παρόντος συμβολαίου, ορίζεται σε ευρώ 0,323 για κάθε 1.000 ευρώ ποσού άληκτου κεφαλαίου δανείου. Β. ΙΣΧΥΕΙ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΣΦΑΛΙΖΟΜΕΝΟΥΣ ΤΗΣ "ΔΕΥΤΕΡΗΣ" ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ.

ΑΣΦΑΛΙΖΟΜΕΝΟΙ ΚΙΝΔΥΝΟΙ ? ΜΗΝΙΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΤΡΟ. Το ασφάλιστρο Ζωής υπολογίζεται με βάση τα όσα αναφέρονται στο άρθρο 14 των Γενικών Όρων του παρόντος συμβολαίου. Το συνολικό ΜΙΚΤΟ ΜΗΝΙΑΙΟ ασφάλιστρο (συμπεριλαμβανομένων επασφαλίστρου 16% και Χαρτοσήμου) για την Ασφάλιση Ζωής στην έναρξη ισχύος του παρόντος συμβολαίου, ορίζεται σε ευρώ 0,323 για κάθε 1000 ευρώ ποσού άληκτου κεφαλαίου δανείου.....

Άρθρο 15. ΓΕΝΙΚΟΙ ΟΡΟΙ. "Ασφαλιστήριο" είναι η παρούσα σύμβαση ομαδικής ασφάλισης. "Συμβαλλόμενος" είναι η ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ, η οποία συνομολογεί με την ΕΘΝΙΚΗ το ασφαλιστήριο αυτό και είναι υποχρεωμένη να καταβάλει τα ασφάλιστρα που εισπράττει από τους ασφαλιζομένους. "Ασφαλιζόμενος" ή "Ασφαλιζόμενο Πρόσωπο" είναι το φυσικό πρόσωπο το οποίο ασφαλίζεται με βάση το παρόν ασφαλιστήριο. "Δικαιούχος" είναι η ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ. "Ενεργός απασχόληση".

Σε ενεργό απασχόληση θεωρείται ότι βρίσκεται το πρόσωπο εκείνο που παρουσιάζεται στο συνήθη τόπο της απασχόλησής του για να αναλάβει υπηρεσία και είναι σε θέση να ανταποκριθεί σε όλα τα συνήθη και τακτικά καθήκοντά του. ...... Τέσσερις ημέρες μετά τη σύναψη, στις … της προαναφερόμενης σύμβασης δανείου, ο Λ.

Τ. του Δ., υπέβαλε στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία την από … αίτησή του, με την οποία ζήτησε να ενταχθεί στο άνω με αριθμό …. "…". Στη πρώτη σελίδα της αίτησης αυτής υπάρχει το εξής προδιατυπωμένο περιεχόμενο: 3. ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΚΑΛΥΨΕΙΣ. ΑΣΦΑΛΙΖΕΤΑΙ Η ΑΠΟΠΛΗΡΩΜΗ ΔΑΝΕΙΟΥ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΕΠΕΛΕΥΣΗΣ: Α) ΘΑΝΑΤΟΥ ΑΠΟ ΟΠΟΙΑΔΗΠΟΤΕ ΑΙΤΙΑ ή Β) ΜΟΝΙΜΗΣ ΟΛΙΚΗΣ ΑΝΙΚΑΝΟΤΗΤΑΣ ΛΟΓΩ ΑΣΘΕΝΕΙΑΣ Η ΑΤΥΧΗΜΑΤΟΣ. 4.

ΕΡΩΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ ΥΓΕΙΑΣ με ενδείξεις ΝΑΙ και ΟΧΙ δίπλα σε κάθε ερώτηση: 1) Πάσχετε έχετε υποστεί, νοσηλευθήκατε ή νοσηλεύεστε για: Ζαχαρώδη Διαβήτη, Έμφραγμα Μυοκαρδίου, Εγχείρηση By Pass, Εγκεφαλικό Επεισόδιο, Καρκίνο, Νεφρική Ανεπάρκεια, Μεταμόσχευση Οργάνων; Συμπληρώθηκε η ένδειξη ΟΧΙ με μία τελεία εντός τετραγωνιδίου.

Β. Έχετε κάποιο φυσικό ελάττωμα ή έχετε υποστεί κάποιο ατύχημα που σας άφησε κάποια αναπηρία; Συμπληρώθηκε η ένδειξη ΟΧΙ με μία τελεία εντός τετραγωνιδίου. Στις σελίδες 2 και 3 της αίτησης αυτής περιέχονται σε περίληψη οι όροι ασφάλισης Ζωής και Μόνιμης Ολικής Ανικανότητας. Ένας από τους όρους αυτούς, που περιέχεται στη 3η σελίδα της αίτησης, είναι και ο εξής, αυτουσίως παρατιθέμενος: "6.

ΥΠΕΥΘΥΝΗ ΔΗΛΩΣΗ - ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΣΗ" Αιτούμαι την υπαγωγή μου στην Ομαδική Ασφάλιση Ζωής και Μόνιμης Ολικής Ανικανότητας με βάση τους όρους και τις διατάξεις του με αριθμό … Ομαδικού Ασφαλιστηρίου που έχει συνάψει η … με την ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ, για τους οποίους ενημερώθηκα και τους οποίους ανεπιφύλακτα δέχομαι. .....

Δηλώνω υπεύθυνα ότι οι ανωτέρω απαντήσεις μου είναι ορθές και πλήρεις και ότι δεν παρέλειψα να δηλώσω κάτι σχετικό με την κατάσταση της υγείας μου ή της σωματικής μου ακεραιότητας. Επίσης, δηλώνω υπεύθυνα, ότι αποδέχομαι πως κάθε ψευδής δήλωσή μου, ιδιαίτερα σε ότι αφορά τις απαντήσεις μου στο ερωτηματολόγιο υγείας, και κάθε απόκρυψη γνωστών σε εμένα στοιχείων, αποτελεί ουσιώδη λόγο για να θεωρηθεί η ασφάλιση άκυρη εξ υπ' Αρχής (Άρθρο 3 ν. 2496/97).

Επίσης ορίζω ως ανέκκλητο δικαιούχο του ασφαλίσματος την ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ....... Η πιο πάνω αίτηση του έγινε δεκτή αυθημερόν (…) και ο αιτών κατατάχθηκε ως δανειολήπτης στα ασφαλισμένα πρόσωπα της "πρώτης κατηγορίας", ώστε σε περίπτωση θανάτου του από οποιαδήποτε αιτία, θα δικαιούτο η δικαιούχος Τράπεζα από την ασφαλιστική εταιρεία ποσό ίσο με το οφειλόμενο άληκτο κεφάλαιο του δανείου του, κατά την ημερομηνία θανάτου του.

Η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία δέχθηκε την ως άνω αίτηση, επειδή πείστηκε για την ειλικρίνεια των απαντήσεων στις άνω δύο σαφείς έγγραφες ερωτήσεις της και για την ακρίβεια, της, στον 6ο όρο, ως άνω δήλωσης του αιτούντος - ασφαλιζομένου. ....Έκτοτε ο ως άνω δανειολήπτης - ασφαλισμένος πλήρωνε κάθε μήνα στην εναγομένη Τράπεζα την τοκοχρεωλυτική δόση του δανείου του και ταυτόχρονα και το μηνιαίο ποσό των ασφαλίστρων που είχε οριστεί με το προαναφερθέν με αριθμό … συμβόλαιο ομαδικής ασφάλισης ...Αυτό έγινε μέχρι που ο ανωτέρω απεβίωσε στις ….

Οι ενάγοντες που είναι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, γνωρίζοντας και αποδεχόμενοι την ένταξη του θανόντος στο επίμαχο συμβόλαιο ομαδικής ασφάλισης, γνωστοποίησαν με επιστολή τους, στην ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ και στην πρώτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία το θάνατό του (επέλευση ασφαλιστικού κινδύνου) και αξίωσαν από την πρώτη να ζητήσει από τη δεύτερη το οφειλόμενο άληκτο κεφάλαιο του δανείου του θανόντος δανειολήπτη, λόγω του ότι ο τελευταίος ήταν ασφαλισμένος με το με αριθμό … συμβόλαιο ομαδικής ασφάλισης.

Η πρώτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία , μόλις έλαβε γνώση για τον ως άνω θάνατο του ασφαλισμένου της, έκανε έρευνα, από την οποία διαπίστωσε ότι ο ασφαλισθείς Λ. Τ., δεν είχε τις προϋποθέσεις για να ενταχθεί στην "πρώτη" κατηγορία των ασφαλισμένων, διότι όταν έκανε την αίτησή του για να ενταχθεί στο άνω ομαδικό ασφαλιστήριο ήταν ανάπηρος, έπαιρνε σύνταξη αναπηρίας από το ΙΚΑ και δεν βρισκόταν σε ενεργό απασχόληση, με την έννοια που αναγράφεται στο άρθρο 15 των γενικών όρων του ασφαλιστηρίου, στο οποίο ορίζεται ότι "Σε ενεργό απασχόληση θεωρείται ότι βρίσκεται το πρόσωπο εκείνο που παρουσιάζεται στο συνήθη τόπο της απασχόλησής του για να αναλάβει υπηρεσία και είναι σε θέση να ανταποκριθεί σε όλα τα συνήθη και τακτικά καθήκοντά του" καθώς και ότι δολίως της απέκρυψε την εν λόγω αναπηρία του, καθόσον στο ΕΡΩΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ ΥΓΕΙΑΣ της αίτησης απάντησε στο δεύτερο ερώτημα αρνητικά, ήτοι στο ερώτημα: "Έχετε κάποιο φυσικό ελάττωμα ή έχετε υποστεί κάποιο ατύχημα που σας άφησε κάποια αναπηρία;" απάντησε "όχι".

Κατόπιν τούτου η πρώτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία ενημέρωσε προφορικά την δεύτερη εναγομένη ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ (κατάστημα Πολυγύρου) για τις άνω διαπιστώσεις και στη συνέχεια της απέστειλε το με αριθμό πρωτοκόλλου … έγγραφο, με το οποίο αναφέρεται στην υπόθεση Τ. Λ....... και την ενημερώνει (Εθνική Τράπεζα), ότι δεν θα προβεί προς αυτή ως δικαιούχο ασφαλίσματος στην καταβολή του οφειλομένου άληκτου κεφαλαίου του δανείου, διότι ο θανών δεν μπορούσε να ασφαλιστεί σύμφωνα με τους όρους του με αριθμό … συμβολαίου ομαδικής ασφάλισης.

Περαιτέρω αποδείχθηκαν και τα ακόλουθα: Ο Λ. Τ. εργαζόταν κατά το έτος … ως υπάλληλος (ηλεκτρολόγος) στην εταιρεία ……... Κατά τη διάρκεια της εργασίας του, στις … υπέστη σοβαρό εργατικό ατύχημα και διακομίστηκε στο νοσοκομείο "…" της Θεσσαλονίκης, όπου, μετά από εξέτασή του από γιατρούς της ορθοπεδικής κλινικής του νοσοκομείου, βρέθηκε να έχει υποστεί "εκρηκτικό κάταγμα του Ο1".

Υποβλήθηκε σε χειρουργική σπονδυλοδεσία Θ11, Θ12, Ο1, Ο2, Ο3 ....Το … ο ανωτέρω παθών υποβλήθηκε σε αφαίρεση υλικών σπονδυλοδεσίας στο Γενικό Νοσοκομείο … και έκτοτε, ήτοι μετά το …, έως τουλάχιστον και … παρακολουθείτο στα εξωτερικά ιατρεία του άνω νοσοκομείου, διότι παραπονούνταν για έντονη οσφυαλγία. Κατά τον έλεγχο της ΘΟΜΣΣ με αξονική τομογραφία διαπιστώθηκε πώρωση του κατάγματος με προβολή οπισθίου τεμαχίου του σπονδυλικού σώματος εντός του σπονδυλικού σωλήνα με αποτέλεσμα τη στένωσή του.

Κατά την … ο ασθενής είχε έντονη συμπτωματολογία εκφυλιστικής σπονδυλοαρθροπάθειας και παρουσίαζε κλινική επιδείνωση. Λόγω αυτής της κατάστασης και της αγκύλωσης των σπονδυλικών αρθρώσεων, του συστήθηκε η αποφυγή εργασίας που απαιτεί ορθοστασία, επικύψεις και άρση βάρους. Η κατάσταση της σπονδυλικής στήλης κρίθηκε μόνιμη και μη αναστρέψιμη.

Λόγω του άνω σοβαρού εργατικού ατυχήματος, ο Λ. Τ. κρίθηκε ανάπηρος α) σε ποσοστό 76% από … έως … δυνάμει της με αριθμό … απόφασης της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής (Α.Υ.Ε.) … και του χορηγήθηκε σύνταξη αναπηρίας, με τη με αριθμό … απόφαση του Διευθυντή του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ β) σε ποσοστό 74% από … έως … δυνάμει της με αριθμό … απόφασης της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής (Α.Υ.Ε.) … και του παρατάθηκε με τη με αριθμό … απόφαση του Διευθυντή του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, η άνω σύνταξη αναπηρίας, ίση μάλιστα με τα 4/4 της σύνταξης, για το χρονικό διάστημα από … έως … .

Ο ανωτέρω προσβλήθηκε αρχές του … από τη γνωστή γρίπη των χοίρων και στις … εισήλθε προς νοσηλεία στο Γενικό Νοσοκομείο "…" της…, όπου όμως απεβίωσε στις …, με τη διάγνωση "ανθεκτική υποξυγοναιμία - δυσχέρεια λόγω γρίπης με Η1Ν1". Ο θάνατός του από την ανωτέρω πάθηση (γρίπη Η1Ν1) δεν συνδέεται βέβαια αιτιωδώς με το αποσιωπηθέν "εκρηκτικό κάταγμα του Ο1" που έπαθε από το προαναφερθέν εργατικό ατύχημα, αλλά αυτό, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην μείζονα σκέψη, δεν ασκεί έννομη επιρροή για την απαλλαγή της πρώτης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, εφόσον ήθελε αποδειχθεί ότι ο θανών με δόλο απέκρυψε την άνω αναπηρία του.

Αφότου ο Λ. Τ. είχε πάθει το άνω σοβαρό εργατικό ατύχημα (…) έως και την…, που υπέβαλε την προαναφερόμενη αίτησή του για να ενταχθεί το επίμαχο με αριθμό … συμβόλαιο ομαδικής ασφάλισης, αυτός ων σε πολύ μεγάλο ποσοστό ανάπηρος, δεν εργαζόταν, δηλαδή δεν είχε "ενεργό απασχόληση" κατά την έννοια που προσδιορίστηκε στο προαναφερθέν 15ο άρθρο του εν λόγω με αριθμό … συμβολαίου ομαδικής ασφάλισης, ήτοι "να παρουσιάζεται στο συνήθη τόπο απασχόλησής του για να αναλάβει υπηρεσία και να είναι σε θέση να ανταποκριθεί σε όλα τα συνήθη και τακτικά καθήκοντά του".

Τα αναγκαία χρήματα για να ζήσει αυτός και η οικογένειά του ήταν η αναπηρική του σύνταξη και τα χρήματα που αποκλειστικά κέρδιζε η αγρότισσα σύζυγός του από την εκμετάλλευση των ελαιοκτημάτων της. Το ότι ο θανών κατείχε πράγματι: α) την προσκομιζομένη με αριθμό … άδεια τεχνικού … που εκδόθηκε από τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση …, στις … με πενταετή ισχύ, δηλαδή έως τις … , που δεν ανανεώθηκε, β) την προσκομιζομένη με αριθμό … άδεια εκτέλεσης πλόων που εκδόθηκε από την Λιμενική Αρχή του … , ισχύουσα έως … και μετά από ανανέωση έως … , γ) την προσκομιζομένη με αριθμό … άδεια … , που εκδόθηκε στις … από τη Λιμενική Αρχή της … , ισχύουσα έως … δ) την προσκομιζομένη με αριθμό … ερασιτεχνική ατομική άδεια .., που εκδόθηκε από τη Λιμενική Αρχή του … , ισχύουσα έως τις … , δεν σημαίνει, εκ της κατοχής και μόνο των άνω αδειών, ότι ο ανωτέρω ασχολήθηκε με, τις στις εν λόγω άδειες αναφερόμενες, ειδικότητες, για τον πορισμό εισοδήματός του, ή άλλως δεν σημαίνει "ενεργό απασχόληση" αυτού κατά την έννοια που προσδιορίστηκε στο 15ο άρθρο του επίμαχου με αριθμό … συμβολαίου ομαδικής ασφάλισης, αφού από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε, ότι αυτός είχε εισοδήματα από την εργασία του, σχετική με τις εν λόγω ειδικότητες.

Να σημειωθεί, ότι οι ενάγοντες δεν προσκομίζουν τις φορολογικές δηλώσεις του θανόντος που αφορούν το κρίσιμο χρονικό διάστημα, από τις οποίες θα προέκυπταν πάσης φύσεως εισοδήματα, πλην εκείνων που προέρχονταν από τη σύνταξή του. Πάντως, από την προσκομιζόμενη με αριθμό καταχώρησης … φορολογική του δήλωση προς την ΔΥΟ …, που αφορά τα εισοδήματα του έτους …, φέρεται, ότι ο μετέπειτα θανών Λ.

Τ. δήλωσε ως μοναδικά του εισοδήματα, όπως προαναφέρθηκε, αυτά που προέρχονταν από την κύρια και επικουρική αναπηρική του σύνταξη, και δη 13.675,26 ευρώ από την κύρια σύνταξή του και 10.882,20 ευρώ από την επικουρική. Από όλα τα ως άνω περιστατικά αποδεικνύεται ότι ο Λ. Τ., όταν στις … υπέβαλε στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία την άνω αίτησή του, για να ενταχθεί στο με αριθμό … "… " δεν ήταν σε " ενεργό απασχόληση" και το κυριότερο, ενώ γνώριζε ότι έχει υποστεί το άνω εργατικό ατύχημα, που του είχε αφήσει αναπηρία, παρά ταύτα, παραβαίνοντας την υποχρέωση που είχε από το άρθρο 3 παρ.1 του ν. 2406/1997 απέκρυψε το στοιχείο αυτό από τη πρώτη εναγομένη και ήδη εκκαλούσα "…" καθόσον, όπως προεκτέθηκε, αυτός απήντησε αρνητικά (με "ΟΧΙ") στη δεύτερη ερώτηση του ενσωματωμένου στην αίτηση ερωτηματολογίου υγείας που είχε ως εξής: "Έχετε κάποιο φυσικό ελάττωμα ή έχετε υποστεί κάποιο ατύχημα που σας άφησε κάποια αναπηρία;".

Αυτό το έπραξε με δόλο, γιατί αν απαντούσε θετικά (με "ΝΑΙ") στην άνω δεύτερη ερώτηση, αυτός θα ασφαλιζόταν για καλύψεις της "δεύτερης κατηγορίας" και όχι όπως ασφαλίστηκε για καλύψεις της "πρώτης κατηγορίας", επειδή απήντησε αρνητικά και στα δύο ερωτήματα και θα βαρυνόταν με διαφορετικό ύψος ασφαλίστρου.

Να γίνει υπενθύμιση ενταύθα, ότι ο ίδιος ο θανών, με την ως άνω αίτησή του, για ένταξή του στο ομαδικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο και δη με το άρθρο 6 (με τίτλο "υπεύθυνη δήλωση-εξουσιοδότηση") δήλωσε τα εξής: "Δηλώνω υπεύθυνα ότι οι ανωτέρω απαντήσεις μου είναι ορθές και πλήρεις και ότι δεν παρέλειψα να δηλώσω κάτι σχετικό με την κατάσταση της υγείας μου ή της σωματικής μου ακεραιότητας.

Επίσης, δηλώνω υπεύθυνα ότι αποδέχομαι πως κάθε ψευδής δήλωσή μου, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τις απαντήσεις μου στο ερωτηματολόγιο υγείας, και κάθε απόκρυψη γνωστών σε εμένα στοιχείων αποτελεί ουσιώδη λόγο για να θεωρηθεί η ασφάλιση άκυρη εξ υπ' αρχής. Από τα ανωτέρω στοιχεία προέκυψε, ότι η πρώτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία έθεσε γραπτώς στον θανόντα (ασφαλισμένο της) δύο συγκεκριμένες ερωτήσεις για την υγεία του, που επηρέαζαν την από μέρους της εκτίμηση και αποδοχή του ασφαλισμένου κινδύνου.

Ο θανών δολίως απέκρυψε κατά τα προαναφερθέντα, ότι είχε υποστεί εργατικό ατύχημα που του είχε αφήσει αναπηρία, την οποία είχε και κατά το χρόνο που υπέβαλε την προαναφερθείσα αίτησή του για να ενταχθεί στο επίμαχο ομαδικό ασφαλιστήριο. Παρεπόμενα, η πρώτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία δικαιούταν σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη και τις αναφερόμενες σ' αυτήν διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1 και 6 του ν. 2496/1997 να απαλλαχθεί από την υποχρέωσή της να καταβάλει στην Εθνική Τράπεζα το οφειλόμενο άληκτο κεφάλαιο του δανείου του θανόντος κατά την ημερομηνία του θανάτου του ποσού 26.817,37 ευρώ, υποχρέωση που είχε αναλάβει βάσει του ως άνω με αριθμό … συμβολαίου ομαδικής ασφάλισης".

Με το αιτιολογικό αυτό, η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση έκανε δεκτή και κατ' ουσίαν τους λόγους έφεσης της εκκαλούσας ασφαλιστικής εταιρείας (ήδη αναιρεσίβλητης) περί απαλλαγής της τελευταίας από την υποχρέωση καταβολής του υπόψη ασφαλίσματος, εξ αιτίας της εκ δόλου παράβασης του ασφαλισμένου Λ. Τ. της συμβατικής του υποχρέωσης να γνωστοποιήσει πριν τη κατάρτιση της εν λόγω ασφαλιστικής σύμβασης τα στοιχεία και περιστατικά που γνώριζε και ήταν ουσιώδη για την εκτίμηση από την αναιρεσίβλητη του ασφαλιστικού κινδύνου προς σύναψη της σύμβασης ασφάλισης, απαντώντας σκοπίμως αναληθώς στις τεθείσες ερωτήσεις σχετικά με ενδιαφέροντα στοιχεία του και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, απέρριψε την αγωγή των αναιρεσειόντων ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.

Με βάση τα παραπάνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ότι δηλαδή ο ασφαλισμένος Λ. Τ. στις …, στο ερωτηματολόγιο υγείας της αίτησης για την ένταξή του στο υπόψη ομαδικό ασφαλιστήριο της αναιρεσίβλητης και στο δεύτερο ερώτημα αυτού: "Έχετε κάποιο φυσικό ελάττωμα ή έχετε υποστεί κάποιο ατύχημα που σας άφησε κάποια αναπηρία;" απέκρυψε εκ προθέσεως περιστατικό αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του ασφαλιστικού κινδύνου, απαντώντας εκ δόλου "ΟΧΙ" παρόλο που είχε υποστεί από του έτους … σοβαρό εργατικό ατύχημα, εξ αιτίας του οποίου είχε κριθεί ανάπηρος, και ότι ως εκ τούτου η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία απηλλάγη της υποχρεώσεώς της να κατέβαλε στην δικαιούχο ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ το ως ασφάλισμα οφειλόμενο κατά το χρόνο θανάτου του, άληκτο κεφάλαιο του δανείου του, δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή κάποια από τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που εφήρμοσε και συγκεκριμένα, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 3 παρ.1 του ν. 2496/1997, με την προσήκουσα υπαγωγή των ανελέγκτως γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου της, αφού δέχθηκε, ότι ο αποβιώσας ασφαλισμένος γνώριζε ήδη προ της υποβολής αίτησης για την ένταξή του στο εν λόγω ομαδικό ασφαλιστήριο, ότι εξ αιτίας εργατικού ατυχήματος που του επέφερε μόνιμη και μη αναστρέψιμη βλάβη στη σπονδυλική στήλη, είχε χαρακτηρισθεί ανάπηρος και δη κατά ποσοστό 76 %, και από πρόθεση απέκρυψε το γεγονός της αναπηρίας του από την ασφαλιστική εταιρεία, προς την οποία ψευδώς απήντησε αρνητικά στο σχετικό ερώτημα του ερωτηματολογίου υγείας, καθώς και ότι το γεγονός αυτό ήταν αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του ασφαλιστικού κινδύνου, δεδομένου ότι αν δήλωνε την αναπηρία του θα ασφαλιζόταν για καλύψεις της δεύτερης κατηγορίας, δηλαδή, μόνο για τον κίνδυνο θανάτου και θα βαρυνόταν με διαφορετικό ύψος ασφαλίστρου, χωρίς στις παραδοχές της να διαλαμβάνει ως προϋπόθεση ασφαλισιμότητας το ζήτημα της ενεργούς απασχόλησης του ασφαλισμένου.

Τούτο διότι, σύμφωνα με τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά από την αναιρεσιβαλλομένη, το ζήτημα της ενεργούς απασχόλησης του ασφαλιζομένου δεν εκτιμήθηκε ούτε αξιολογήθηκε ανεπιτρέπτως από την τελευταία ως επιπρόσθετο κριτήριο ασφαλισιμότητας του άνω ασφαλισμένου, εκτός του πλαισίου της εφαρμοζομένης διατάξεως του άρθρου 3 ν. 2496/1997, ως μη συμπεριλαμβανομένου στο γραπτό ερωτηματολόγιο της ασφαλιστικής εταιρείας, αλλά ως ενισχυτικό στοιχείο της περί των πραγμάτων κρίσεως του δικαστηρίου, και δη της υφισταμένης ήδη κατά τη σύναψη της επίδικης σύμβασης ασφάλισης, αναπηρίας του, και του εντεύθεν σχηματισμού πλήρους δικανικής πεποίθησης ως προς το κρίσιμο ζήτημα της εκ δόλου αποσιωπήσεως του αντικειμενικά ουσιώδους στοιχείου της αναπηρίας του ασφαλιζομένου προς ενεργοποίηση του δικαιώματος απαλλαγής της ασφαλιστικής εταιρείας.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, με το οποίο οι αναιρεσείοντες ψέγουν την προσβαλλομένη απόφαση για παραβίαση του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ καθόσον το ζήτημα της "ενεργού απασχόλησης" του ασφαλισμένου δεν περιλαμβανόταν στο ερωτηματολόγιο του ασφαλιστηρίου και συνεπώς, δεν θα έπρεπε να αξιολογηθεί ως κριτήριο ασφαλισιμότητας, είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι η προσβαλλομένη πλημμέλεια πλήττει αιτιολογία πλεοναστική.

Περαιτέρω, ο αυτός λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, σύμφωνα με τον οποίο, εσφαλμένως έκρινε η προσβαλλομένη ως έγκυρο και δεσμευτικό τον όρο τον διαλαμβανόμενο στους Γενικούς Όρους του ομαδικού ασφαλιστηρίου περί "ενεργούς απασχόλησης" του ασφαλισμένου (απορρίπτοντας σιγή τον περί ακυρότητάς του ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης), ενώ αυτός ήταν άκυρος, λόγω αντίθεσής του προς τις προστατευτικές διατάξεις του νόμου περί προστασίας των καταναλωτών (αρθ. 2 παρ.1 ν. 2251/1994), οι οποίες και έδει να εφαρμοστούν, είναι επίσης αβάσιμος, καθόσον η φερομένη ως παραλειφθείσα να εφαρμοσθεί διάταξη του άρθρου 2 ν. 2251/1994, προϋπέθετε την επίκληση και εντεύθεν απόδειξη ανυπαίτιας άγνοιας του προδιατυπωμένου όρου εκ μέρους του λήπτη της ασφάλισης, και δη την εκ μέρους της ασφαλιστικής εταιρείας μη υπόδειξη την ύπαρξη του όρου ή στέρηση της δυνατότητος να λάβει πραγματική γνώση του περιεχομένου του, περιστατικά τα οποία, κατά τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, ουδόλως αποδείχθηκαν, ενώ αντιθέτως κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης προέκυψε πλήρης ενημέρωση του λήπτη της ασφάλισης ως προς άπαντες τους όρους του ασφαλιστηρίου συμβολαίου.

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι αλυσιτελής διότι η ένσταση απαλλαγής της εναγομένης θεμελιώνεται μόνο στη διάταξη του άρθρου παρ.1 του ν. 2496/1997 και όχι σε συμβατικό όρο της ένδικης ασφαλιστικής σύμβασης και δη τον προεκτεθέντα όρο αυτής, ενώ δεν νοείται καταχρηστικότητα και εντεύθεν ακυρότητα όρου συμβάσεως που προβλέπει υποχρεώσεις συμβαλλομένου μέρους που τάσσονται απ' ευθείας από το νόμο και οι οποίες θα υφίσταντο και χωρίς την ύπαρξή του.

Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, με την επίκληση (α) παραβιάσεως των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών (άρθ. 173,200 ΑΚ) και (β) του άρθρου 2 του ν. 2251/1994. Συγκεκριμένα, ότι το δικαστήριο ουσίας εμμέσως διαπίστωσε κενό και αμφιβολία σχετικά με την έννοια του όρου "ενεργός απασχόληση" ως γενικού όρου του εντύπου ομαδικού ασφαλιστηρίου ενόψει του ότι παρόλο που δεν το αναφέρει ρητά, χρησιμοποίησε τις λέξεις "δηλαδή" και "άλλως" ως ερμηνευτικούς όρους, και ακολούθως εσφαλμένως ερμήνευσε τον όρο αυτό, ως υποχρέωση του ασφαλιζομένου να βρίσκεται σε καθεστώς απασχόλησης αντί της απλής δυνατότητος αυτού να εργασθεί, η ερμηνεία δε, αυτή, του μονομερώς τεθέντος από την ασφαλιστική εταιρεία όρου, επί πλέον, θίγει τα συμφέροντα του ασφαλιζομένου ως καταναλωτή, καθόσον περιστέλλει τις δυνατότητες ασφάλισής του.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης αλυσιτελώς προβάλλεται, καθόσον η ύπαρξη ενεργού απασχόλησης, κατά τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, συνιστούσε όρο ασφαλισιμότητας του ασφαλιζομένου στο ομαδικό ασφαλιστήριο, και όχι προϋπόθεση απαλλαγής ή μη της ασφαλιστικής εταιρείας από την υποχρέωση καταβολής του ασφαλίσματος, για την οποία μόνη συμβατική προϋπόθεση, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, τέθηκε η αποδειχθείσα εκ δόλου του λήπτη της ασφάλισης, ψευδής απάντησή του στη δεύτερη ερώτηση του ερωτηματολογίου της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας περί του αντικειμενικά ουσιώδους για την εκτίμηση του κινδύνου, ζητήματος, ότι αυτός είχε υποστεί ατύχημα που του είχε αφήσει αναπηρία. 6.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει, ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 237 παρ. 1 στοιχ.

β`, 453 και 524 παρ.1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1493/2021). Κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/2008).

Πρέπει, όμως, για την ίδρυση του προκειμένου λόγου, το αποδεικτικό μέσο να ήταν χρήσιμο προς άμεση ή έμμεση δια τεκμηρίων απόδειξη (ΑΠ 34/2021, ΑΠ 1134/1993) γεγονότων που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή, δηλαδή που επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 173/2015). Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη, να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου του αυτού είδους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 155/2021, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 38/2019, ΑΠ 1349/2017,ΑΠ 198/2015, ΑΠ 1078/2015, ΑΠ 1204/2008).

Με τον τρίτο, επικουρικά ως προς τους πρώτο και δεύτερο, προβαλλόμενο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στη προσβαλλομένη απόφαση η από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη νομίμως ενώπιόν του προσκομισθέντα έγγραφα και συγκεκριμένα:

α) την από … βεβαίωση εργοδότη από την οποία αποδεικνύεται ότι ο ασφαλισμένος Λ. Τ. εργάστηκε στην … από … μέχρι … β) το εκκαθαριστικό σημείωμα του Λ. Τ. από το έτος … γ) το τιμολόγιο αγοράς κυνηγετικής καραμπίνας και δ) την από … βεβαίωση του αστυνομικού τμήματος ασφάλειας …, ότι ο Λ. Τ. ήταν κάτοχος άδειας κυνηγετικού όπλου από την … μέχρι τον θάνατό του.

Από τη βεβαίωση όμως του Εφετείου, που περιέχεται στην απόφασή του, ότι ελήφθησαν υπόψη μεταξύ άλλων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα ως άνω έγγραφα, πλην όμως η αναιρεσιβαλλομένη, αναιρετικώς ανελέγκτως, δέχθηκε από πλειάδα εγγράφων (ιατρικές γνωματεύσεις δημοσίων νοσοκομείων, αποφάσεις υγειονομικών επιτροπών και αποφάσεις Διευθυντών ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) σχετικά με την μόνιμη αναπηρία του ασφαλισμένου, ότι τα τελευταία αναιρούσαν ουσιαστικά το περιεχόμενο των φερομένων ως αγνοηθέντων εγγράφων και καθιστούσαν βέβαιη την εν επιγνώσει ψευδή δήλωση του ασφαλισμένου ότι δεν είχε υποστεί ατύχημα που του προκάλεσε αναπηρία.

Επομένως ο ανωτέρω από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 γ ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

7. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. β` ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία ουσιαστικών κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ` αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι ορισμοί, οι φυσικοί κανόνες, οι σταθερές γενικές αρχές και οι αφηρημένες υποθετικές κρίσεις για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται επαγωγικώς και αντλούνται -με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας και των μεθόδων των φυσικών επιστημών- από την παρατήρηση του καθημερινού συναλλακτικού βίου, τη μελέτη της εμπειρικής πραγματικότητας και τις -έχουσες καταστεί κοινό κτήμα- γενικές, τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις και χρησιμεύουν στο δικαστήριο είτε για την ερμηνεία των κανόνων δικαίου, μέσω της εξειδίκευσης των αόριστων νομικών εννοιών, οπότε και η παράβασή τους ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο, είτε για την έμμεση απόδειξη και την εξακρίβωση της βασιμότητας των κρίσιμων και αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), ήτοι για την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, οπότε και η τοιαύτη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.

Οσάκις, δηλαδή, τα διδάγματα της κοινής πείρας άγουν στη διαπίστωση της αλήθειας κάποιου πραγματικού ισχυρισμού και στη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ή, γενικώς, στην εκτίμηση των αποδείξεων (π.χ. της αξιοπιστίας των μαρτύρων), τότε η χρησιμοποίησή τους από το δικαστήριο ή η παράλειψη της προσφυγής σ` αυτά παραμένει αναιρετικώς ανέλεγκτη και δεν μπορεί να ιδρύσει τον εκ του άρθρου 559 αρ. 1 εδ.

β` ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 334/2019, ΑΠ 24/2019, ΑΠ 20/2019, ΑΠ 42/2014, ΑΠ 444/2014). Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδ. β` του αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο απ` αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα, δηλαδή, με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής (ΑΠ 870/2020, ΑΠ 110/2019) χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία και εφαρμογή κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς, δηλαδή, όταν τα διδάγματα της κοινής πείρας αφορούν στην εξειδίκευση αορίστων νομικών εννοιών ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς.

Αόριστη νομική έννοια αποτελεί και ο δόλος και άρα ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας περί του αν τα γενόμενα ανέλεγκτα δεκτά από αυτό περιστατικά υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου(ΑΠ 529/2018, ΑΠ 153/2017, ΑΠ 1299/ 2015), ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 933/2021, ΑΠ 1299/2015).

Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 60/2022, AΠ 10/2021, ΑΠ 79/2018, ΑΠ 1333/2018, ΑΠ 1512/2014, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 208/2011, ΑΠ 1662/2010).

Εξ άλλου, με βάση τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι, ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι αυτού που εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 26/2004).

Αντίφαση στις διαλαμβανόμενες αιτιολογίες υφίσταται όταν (εξ αιτίας αυτής) δεν προκύπτουν αναμφιβόλως από την προσβαλλομένη απόφαση τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε η τελευταία ώστε, σε συνδυασμό με το διατακτικό, να κριθεί περαιτέρω αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι απαιτούμενες για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διατάξεως προϋποθέσεις (ΑΠ 1131/2007) ενόψει του ότι κατά νόμο, αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 217/2016, ΑΠ 2119/2014).

Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 1093/2017, ΑΠ 632/2015, ΑΠ 2119/2014). Ως ζητήματα δε, των οποίων η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο, περιστατικά, προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης (ΑΠ 238/2020).

Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 του ΚΠολΔ οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην πληττόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 3 του ν. 2472/1997. Ειδικότερα, ότι με την παραδοχή της αναιρεσιβαλλομένης " ...εάν (ο λήπτης της ασφάλισης Λ.

Τ.) απαντούσε θετικά (με ΝΑΙ) στην δεύτερη ερώτηση του ερωτηματολογίου (περί αναπηρίας) θα ασφαλιζόταν για καλύψεις δεύτερης κατηγορίας και όχι όπως ασφαλίστηκε για καλύψεις της πρώτης κατηγορίας, επειδή απήντησε αρνητικά και στα δύο ερωτήματα, και θα βαρυνόταν με διαφορετικό ύψος ασφαλίστρου..." δεν έγινε χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας προκειμένου να κριθεί αν το αποκρυβέν περιστατικό της αναπηρίας του, που θα οδηγούσε σε καθορισμό διαφορετικού ύψους ασφαλίστρου θα αφορούσε σε προσδιορισμό "δίκαιου ασφαλίστρου", υπό την έννοια ότι σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στο υπόψη ομαδικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο, αυτός θα κατέβαλε ασφάλιστρα για τη δεύτερη κατηγορία ασφάλισης, ήτοι μόνο για το ενδεχόμενο του θανάτου (και όχι για μόνιμη ολική ανικανότητα) που όμως καθορίζονταν μειωμένα κατά ποσοστό 15%.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι οι αναιρεσείοντες ψέγουν την προσβαλλομένη για μη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας όχι για την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε αυτούς, αλλά για την ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα για τη διαπίστωση πραγματικών περιστατικών (μειωμένο ποσοστό ασφαλίστρου κατά ποσοστό 15%) τα οποία ουδόλως διαλαμβάνονται στην ελάσσονα σκέψη της προσβαλλομένης, αλλά σε έγγραφο εκτός αυτής (ομαδικό ασφαλιστήριο).

Τούτο δε παρεκτός και πέραν του ότι η αξιολόγηση του κινδύνου που συνδέεται με τον ασφαλισμένο, επί της οποίας βασίζονται οι όροι του ασφαλιστηρίου συμβολαίου και το ασφάλιστρο υπό την έννοια της τιμολόγησης των κινδύνων, πρόδηλο είναι ότι δέον να καθορίζει ένα αμφιμερώς δίκαιο ασφάλιστρο, ώστε το "δίκαιο" ασφάλιστρο υπέρ του ασφαλιζομένου να μην οδηγεί σε μειωμένα κέρδη την προσδιορίζουσα αυτό ασφαλιστική εταιρεία.

Με τον πέμπτο, επικουρικά ως προς τον τέταρτο, λόγο αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔ οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην πληττόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι μετήλθε αντιφατικών αιτιολογιών κατά τον προσδιορισμό της αόριστης νομικής έννοιας του δόλου, παραβιάζοντας έτσι τα διδάγματα της κοινής πείρας.

Ειδικότερα, ότι παρόλο που η αναιρεσιβαλλομένη δέχεται, ότι ο ασφαλισμένος είχε εκδώσει άδεια αλιείας, εκτέλεσης πλόων και χειρισμού ταχυπλόου, εν τούτοις παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας μη δεχόμενη, ότι ένας άνθρωπος που οδηγεί σκάφος και ψαρεύει δεν μπορεί να είναι ανάπηρος, καθώς και ότι εφόσον προέκυπτε από την φορολογική του δήλωση ότι αυτός ελάμβανε σύνταξη αναπηρίας, τούτο αναγκαίως σημαίνει, ότι και η ασφαλιστική εταιρεία ήταν γνώστης του περιστατικού της αναπηρίας του.

Ο λόγος αυτός ελέγχεται προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της πλημμέλειας της έλλειψης νόμιμης βάσης, οι αναιρεσείοντες επιδιώκουν ανεπιτρέπτως να πλήξουν την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού (αρθ. 561 αρ.1 ΚΠολΔ), σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμο, δεδομένου ότι η προσβαλλομένη με μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες δέχθηκε την εκ προθέσεως (δόλο) απόκρυψη του γεγονότος της αναπηρίας εκ μέρους του λήπτη της ασφάλισης, διαλαμβάνοντας στην ελάσσονα πρότασή της σαφή αιτιολογία συναφώς προς την ανωτέρω αιτίαση και συγκεκριμένα, δεχόμενη ότι το γεγονός της κατοχής αδειών αλιείας και χειρισμού ταχυπλόου εκ μέρους του λήπτη της ασφάλισης δεν σημαίνει αναγκαίως ότι αυτός ο ίδιος δραστηριοποιείτο στο πεδίο αυτό έστω και ερασιτεχνικώς, εφόσον για την κατάγνωση του δόλου αρκούσε η παραδοχή ότι το ζήτημα της αναπηρίας του λήπτη είχε διαγνωσθεί από αρμόδια δημόσια επιτροπή, ενώ ουδεμία υφίσταται παραδοχή της προσβαλλομένης, συναφώς προς το ζήτημα της γνώσεως της αναπηρίας του λήπτη εκ μέρους της μη διαδίκου τραπεζικής εταιρείας, η οποία σε κάθε περίπτωση, ως ζήτημα που άπτεται του αποδεικτικού υλικού είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.

Με τον έκτο λόγο αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔ οι αναιρεσείοντες επικαλούνται ενδοιαστική διατύπωση της προσβαλλομένης απόφασης που καθιστά το πόρισμα αυτής αμφίβολο , ειδικώς με την περιεχόμενη σ' αυτή φράση "... να γίνει υπενθύμιση ενταύθα.. ότι ο ίδιος ο θανών δήλωσε ... δηλώνω υπεύθυνα ότι αποδέχομαι πως κάθε ψευδής δήλωσή μου αποτελεί ουσιώδη λόγο για να θεωρηθεί η ασφάλιση άκυρη εξ υπαρχής..." καθόσον δεν καθίσταται αναμφίβολο "...εάν ο παραπάνω αυτοτελής ισχυρισμός γίνεται δεκτός ως αυτοτελής επάλληλη αιτιολογία που στηρίζει επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης η οποία θα πρέπει να ακυρωθεί αυτοτελώς με λόγο αναίρεσης, ή αν πρόκειται για κάποια άλλη παραδοχή...".

Ο λόγος αυτός είναι αλυσιτελής καθόσον με αυτόν πλήττεται αιτιολογία πλεοναστική, δεδομένου ότι την κρίση του το δικαστήριο της ουσίας περί απαλλαγής της υποχρέωσης της αναιρεσιβλήτου ασφαλιστικής εταιρείας να καταβάλει το ασφάλισμα, στήριξε επαρκώς κατά νόμο στην εκ μέρους του ασφαλισμένου και εκ προθέσεως ψευδή αρνητική του απάντηση στο ερωτηματολόγιο της τελευταίας, πλεοναστικώς αναφερόμενο στην εκ των προτέρων αποδοχή εκ μέρους του των εννόμων συνεπειών που θα είχε τυχόν ψευδής δήλωση του συναφώς.

Με τον έβδομο, επικουρικά προβαλλόμενο ως προς τον έκτο, λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην πληττόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι παραβιάστηκε η ρύθμιση της διάταξης του άρθρου 33 ν. 2496/1997 σύμφωνα με την οποία "Κάθε δικαιοπραξία που περιορίζει τα δικαιώματα του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος είναι άκυρη, εκτός αν ορίζεται κάτι ειδικά στον παρόντα νόμο, ή πρόκειται για ασφάλιση μεταφοράς πραγμάτων, πίστωσης ή εγγύησης, καθώς και θαλάσσια ή αεροπορική ασφάλιση ζημιών", καθόσον η υπεύθυνη δήλωση του ασφαλισμένου περί της ορθότητος των απαντήσεών του και αποδοχής της τυχόν ψευδούς δηλώσεώς του ως ουσιώδους λόγου για την ακύρωση της ασφάλισης, περιορίζει τα δικαιώματά του ως ασφαλισμένου, εφόσον δεν έγινε από δόλο και δεν προκαλεί ουσιώδη επιρροή στην εκτίμηση του κινδύνου.

Ο λόγος αυτός στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, και δη στην επικαλούμενη έλλειψη δόλου εκ μέρους του ψευδώς αναφερομένου ασφαλισμένου, ενώ η αναιρεσιβαλλομένη κατ' ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση δέχθηκε αναμφιβόλως την ύπαρξη δόλου στο πρόσωπο του ασφαλισμένου.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο-Ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7.9.2020 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 111/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Νοεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Ιανουαρίου 2023.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ