Legislator Case Law & Legislation
2099/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal against hospital judgment regarding bank debt collection agency contract validity.

Case Number 2099/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the bank's appeal against the First Instance Court's judgment regarding a debt collection agency contract. The court found that the bank retained creditor status because the agency contract was merely an authorization for collection, not an assignment of the debt. Consequently, the First Instance Court erred in dismissing the bank's claim for payment.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561, 580 of the Code of Civil Procedure; A contract authorizing a third party to collect debts without transferring ownership constitutes a management agency, not an assignment, thereby preserving the original creditor's standing to sue.

Keywords

AI generated
debt collection agency assignment of claims management agency contract creditor status Code of Civil Procedure bank debt recovery legal standing

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191 of the Code of Civil Procedure
Article 28 of Law 2579/1998
Article 22 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2099 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2099/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Χρυσούλα Πλατιά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "…" και τον διακριτικό τίτλο "…", ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "…" που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Ρήγα.

Του αναιρεσιβλήτου: ενιαίου ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Αττικής ΣΙΣΜΑΝΟΓΛΕΙΟ - ΑΜΑΛΙΑ ΦΛΕΜΙΓΚ", έδρα του οποίου είναι το Γενικό Νοσοκομείο Αττικής ΣΙΣΜΑΝΟΓΛΕΙΟ, το οποίο βρίσκεται στον Δήμο Αμαρουσίου Νομού Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Λύτρα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-9-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7948/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 5987/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-11-2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που παραδεκτώς επισκοπούνται, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, προκύπτουν επί της διαδικαστικής πορείας της υπόθεσης τα ακόλουθα: Η (πρώτη) ενάγουσα τραπεζική εταιρία "…" (της οποίας καθολική διάδοχος είναι η ήδη αναιρεσείουσα) άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά του εναγόμενου και ήδη αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ (Νοσοκομείου) την από 11.9.2014 αγωγή της, με την οποία, επικαλούμενη ότι οι επίδικες απαιτήσεις εκχωρήθηκαν στην ίδια (υπό την πρώην επωνυμία … από την εταιρία με την επωνυμία … και το διακριτικό τίτλο … (μη διάδικο στην προκείμενη δίκη) με βάση την από … σύμβαση ενεχυράσεως απαιτήσεων και διαχείρισης ενεχυραζόμενων απαιτήσεων", ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει νομιμοτόκως, κυρίως από τις διατάξεις περί σύμβασης πώλησης και επικουρικώς από τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, το συνολικό ποσό των 58.416,95 ευρώ, που αντιστοιχεί στις απαιτήσεις της για το συμφωνηθέν τίμημα από την εκτέλεση των αναφερόμενων συμβάσεων προμήθειας (πώλησης) των αναφερόμενων εμπορευμάτων (ιατροφαρμακευτικού υλικού), οι οποίες είχαν συναφθεί (χωρίς τη διαδικασία κατάρτισης συμβάσεων προμήθειας με ΝΠΔΔ) μεταξύ της ως άνω εκχωρήτριας εταιρίας (ως πωλήτριας) και του…., στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του οποίου υπεισήλθε το αναιρεσίβλητο, ως φορέας υποδοχής του ως άνω Νοσοκομείου δυνάμει του άρθρου 32 του Ν. 3918/2011.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την υπ' αριθ. 7948/2018 απόφασή του, αφού κήρυξε καταργημένη τη δίκη ως προς τη δεύτερη ενάγουσα εταιρία με την επωνυμία …. λόγω παραίτησης του πληρεξούσιου δικηγόρου της από το δικόγραφο αυτής, δικάζοντας την αγωγή ως προς την πρώτη ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα), α) απέρριψε αυτήν ως μη νόμιμη κατά την κύρια βάση της και β) έκρινε νόμιμη αυτήν ως προς την επικουρική από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό βάση της, αλλά, στη συνέχεια, την απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης της ως άνω ενάγουσας, κατά παραδοχή σχετικού ισχυρισμού του εναγόμενου νοσοκομείου (ήδη αναιρεσίβλητου), με την αιτιολογία ότι με την από … σύμβαση ενεχύρασης απαιτήσεων, καταρτίσθηκε ταυτόχρονα και σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων, δυνάμει της οποίας οι επίδικες απαιτήσεις εκχωρήθηκαν (μεταβιβάσθηκαν) τελικά στην (αρχικά δεύτερη ενάγουσα) εταιρία … η οποία, μετά τη νόμιμη αναγγελία της εκχώρησης αυτής, κατέστη, ως πράκτορας, αποκλειστική δικαιούχος αυτών, με συνέπεια η (πρώτη) ενάγουσα να μην νομιμοποιείται ενεργητικώς να επιδιώξει δικαστικά τις εν λόγω απαιτήσεις, αφού για να καταστεί εκ νέου δικαιούχος αυτών, πρέπει να λάβει χώρα νόμιμη επανεκχώρησή τους στην ίδια.

Κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και ως προς το μέρος που απέρριψε την αγωγή της, κατά την επικουρική βάση της, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης, η (πρώτη) ενάγουσα άσκησε έφεση, η οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν με την, εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 5987/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Κατά της τελεσίδικης αυτής απόφασης η (πρώτη) ενάγουσα άσκησε την κρινόμενη από 2.11.2020 αίτηση αναίρεσης, η οποία, ως ασκηθείσα νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ)

ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για τη νομιμοποίηση προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης αρκεί καταρχήν ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης ουσιαστικής έννομης σχέσης, ότι δηλαδή ο ίδιος είναι φορέας του ασκούμενου επίδικου δικαιώματος και ο εναγόμενος της αντίστοιχης υποχρέωσης.

Για τον έλεγχο της νομιμοποίησης το δικαστήριο οφείλει να αρκεσθεί στους εμπεριεχόμενους στο εισαγωγικό δικόγραφο ισχυρισμούς. Αρκεί, δηλαδή, μόνον ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός είναι ο φορέας του δικαιώματος και ο εναγόμενος ο φορέας της αντίστοιχης υποχρέωσης ή ότι αυτοί είναι τα υποκείμενα της έννομης σχέσης, που φέρεται προς κρίση.

Αν οι αγωγικοί ισχυρισμοί δεν αιτιολογούν ένα τέτοιο σύνδεσμο ενάγοντος και εναγομένου, η αγωγή θα είναι ανομιμοποίητη και θα απορριφθεί ως απαράδεκτη. Ο ισχυρισμός δε περί έλλειψης νομιμοποίησης χαρακτηρίζεται ως δικονομικός και δη ως μη αυτοτελής ισχυρισμός. Αν, όμως, οι αγωγικοί ισχυρισμοί αιτιολογούν μεν τον ως άνω σύνδεσμο αλλά αποδεικνύεται η αναλήθεια των ισχυρισμών αυτών, τότε η αγωγή θα απορριφθεί όχι για έλλειψη νομιμοποίησης, αλλά ως αβάσιμη για ανυπαρξία του επίδικου δικαιώματος ή της επίδικης υποχρέωσης.

Στην περίπτωση αυτή η από μέρους του εναγομένου προβαλλόμενη έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης δεν συνιστά ένσταση, αλλά άρνηση της βάσης της αγωγής. Ποια πρόσωπα είναι οι -κατά κανόνα- φορείς συγκεκριμένων δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων ορίζεται από το ουσιαστικό δίκαιο που επιτρέπει την άσκηση της αγωγής.

Ο δε αναιρετικός έλεγχος της νομιμοποίησης γίνεται με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 25/2008, ΟλΑΠ 18/2005), γιατί, κατά τον ΚΠολΔ, η νομιμοποίηση των διαδίκων νοείται ως η εξουσία διεξαγωγής συγκεκριμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση. Επειδή λοιπόν το ουσιαστικό δίκαιο καθορίζει το αντικείμενο της έννομης σχέσης αλλά και τους φορείς, η τυχόν εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το ζήτημα της νομιμοποίησης κάποιου διαδίκου σημαίνει ότι το σφάλμα αυτό οφείλεται σε παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 266/2021, ΑΠ 42/2021, ΑΠ 656/2019, ΑΠ 59/2019).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 35, 36, 39, 44 και 47 του ν.δ. της 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", που διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 41 ΕισΝΑΚ, και ακολούθως με το άρθρο 52 παρ. 3 ΕισΝΚΠολΔ, η εφαρμογή του οποίου επεκτάθηκε στις τράπεζες με το άρθρο 26 παρ. 9 του Ν. 2076/1992, ορίζονται τα εξής:

Άρθρο 35: "Αι διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου εφαρμόζονται οσάκις εταιρεία (πιστώτρια) λαμβάνει ενέχυρον απαίτησιν α) λόγω δανείου, είτε απλού, είτε επ' ανοικτώ λογαριασμώ, β) ...". Άρθρο 36 παρ. 1: "Προς σύστασιν του ενεχύρου απαιτείται σύμβασις ενεχυριάσεως ...". Άρθρο 39: "1. Εάν αντικείμενον της ενεχυριάσεως είναι απαίτησις ονομαστική του οφειλέτου κατά τρίτου, η ενεχυρίασις συνεπάγεται εκχώρησιν της απαιτήσεως υπό του οφειλέτου προς την πιστώτριαν. 2.

Αντίγραφον της συμβάσεως ενεχυριάσεως επιδίδεται τω τρίτω. 3. Από της επιδόσεως θεωρείται η πιστώτρια, ως νεμομένη την απαίτησιν". Άρθρο 44: "Εάν αντικείμενον της ενεχυριάσεως είναι απαίτησις, η πιστώτρια δικαιούται ίνα εισπράξη την απαίτησιν ως εκδοχεύς, το δε μετά την εξόφλησιν υπόλοιπον αποδίδει τω οφειλέτη".

Με τις ανωτέρω διατάξεις εισήχθη, ως προς την ενεχυρίαση ονομαστικών απαιτήσεων προς εξασφάλιση απαιτήσεων ανωνύμων εταιριών από δάνειο, απλό ή με ανοικτό λογαριασμό, εξαιρετικό δίκαιο και, ως εκ τούτου, οι περί ενεχύρου διατάξεις του Αστικού Κώδικα εφαρμόζονται μόνον συμπληρωματικώς για ζητήματα μη ρυθμιζόμενα από τις ανωτέρω ειδικές διατάξεις.

Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, η ενεχυρίαση απαίτησης συνεπάγεται όχι απλή επιβάρυνση αυτής, όπως η συνήθης ενεχυρίαση απαίτησης, αλλά την εκ του νόμου εκχώρησή της προς τον ενεχυρούχο πιστωτή, ο οποίος γίνεται πραγματικός και μοναδικός δικαιούχος της απαίτησης, δικαιούμενος, ως εκ τούτου, να την εισπράξει.

Η εκχώρηση συντελείται όταν αντίγραφο της σύμβασης ενεχυρίασης επιδίδεται στον τρίτο (οφειλέτη), μετά δε την αναγγελία αυτή αποκόπτεται κάθε δεσμός του τρίτου (οφειλέτη) με τον εκχωρητή, ο οποίος αποξενώνεται και δεν μπορεί να αναμιχθεί με οποιονδήποτε τρόπο στην απαίτηση, αποκλειστικός δικαιούχος της οποίας είναι πλέον ο εκδοχέας, συνήθως τράπεζα, η οποία θεωρείται όχι οιονεί νομέας αλλά νομέας αυτής της απαίτησης, που της μεταβιβάζεται από εκείνον (εκχωρητή), και, συνεπώς, η εκδοχέας τράπεζα δικαιούται να εισπράξει όλη την ενεχυρασμένη απαίτηση και νομιμοποιείται να ασκήσει αγωγή κατά του οφειλέτη (ΑΠ 615/2022, ΑΠ 1394/2021, ΑΠ 151/2020, ΑΠ 4/2020, ΑΠ 1028/2018).

ΙΙΙ. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του Ν. 1905/1990, η σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων (factoring) είναι μια σύμβαση μεταξύ ενός πράκτορα επιχειρηματικών απαιτήσεων, που είναι είτε τράπεζα, είτε άλλη ανώνυμη εταιρία αποκλειστικού σκοπού, και μιας επιχείρησης (εμπορικής εταιρίας ή και φυσικού προσώπου), που ασχολείται κατ` επάγγελμα με την πώληση αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών.

Περιεχόμενο της σύμβασης αυτής είναι ότι η εταιρία πρακτορείας (πράκτορας ή factor) αναλαμβάνει να παρέχει στην επιχείρηση του πελάτη της (προμηθευτή), για το διάστημα που συμφωνείται και έναντι αμοιβής, υπηρεσίες σχετικές με την προεξόφληση, τη λογιστική και νομική παρακολούθηση, τη διαχείριση καθώς και την είσπραξη μέρους ή του συνόλου των χρηματικών απαιτήσεων κατά των πελατών της (οφειλετών).

Συγκεκριμένα, με το άρθρο 1 παρ. 1 εδάφ. τελευταίο του ως άνω Ν. 1905/1990 προβλέπεται ότι "Περιεχόμενο της πρακτορείας αποτελεί ιδίως η εκχώρηση απαιτήσεων στον πράκτορα με ή χωρίς δικαίωμα αναγωγής, η εξουσιοδότηση για την είσπραξή τους, η χρηματοδότηση του προμηθευτή με προεξόφληση των απαιτήσεων, η λογιστική ή νομική παρακολούθηση των απαιτήσεων, η διαχείρισή τους, η ολική ή μερική κάλυψη του πιστωτικού κινδύνου του προμηθευτή".

Πρόκειται, δηλαδή, για ένα μηχανισμό, με τον οποίο επιδιώκονται (σωρευτικά ή διαζευκτικά) τρεις σκοποί: ένας χρηματοδοτικός, ένας διαχειριστικός και ένας ασφαλιστικός (εγγυητικός), με τις αντίστοιχες λειτουργίες. Ειδικότερα, αν με τη σύμβαση επιδιώκεται και χρηματοδοτικός σκοπός, τότε ο προμηθευτής μεταβιβάζει στον πράκτορα τις εκκρεμείς (ήδη γεννημένες ή μέλλουσες να γεννηθούν) απαιτήσεις του από τη διάθεση αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών και ο πράκτορας καταβάλλει αμέσως το σύνολο ή μέρος των απαιτήσεων, αφού παρακρατήσει ένα ποσοστό που αντιστοιχεί στον προεξοφλητικό τόκο.

Η κατά τα ανωτέρω μεταβίβαση συντελείται με συνεχείς εκχωρήσεις των απαιτήσεων του προμηθευτή προς τον πράκτορα και την πίστωση από τον τελευταίο του λογαριασμού του πρώτου με τα αντίστοιχα ποσά, η δε πρακτορεία επιχειρηματικών απαιτήσεων αναγγέλλεται εγγράφως από τον πράκτορα ή τον προμηθευτή στον οφειλέτη, κατά τα αναφερόμενα στο άρθρο 2 του ανωτέρω νόμου.

Από την τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 2 του Ν. 1905/1990, σε συνδυασμό με τα άρθρα 455, 460 έως 462 του ΑΚ, προκύπτει ότι, μετά την αναγγελία από τον πράκτορα ή τον προμηθευτή στον οφειλέτη της σύμβασης πρακτορείας και της εκχώρησης της απαίτησης στον πράκτορα, αποκόπτεται κάθε δεσμός του οφειλέτη προς τον εκχωρητή και η εκχωρηθείσα απαίτηση αποκτάται από τον πράκτορα-εκδοχέα, που δικαιούται έκτοτε μόνος αυτός να επιδιώξει δικαστικώς την είσπραξή της (ΑΠ 632/2021, ΑΠ 1564/2017, ΑΠ 1883/2014).

Η σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων (factoring), διαμορφούμενη από την ευρηματικότητα των συναλλασσομένων, μπορεί να εμφανίζεται με πολλές και ποικίλες μορφές, περιέχοντας έτσι, εκτός από την παροχή υπηρεσιών και την εκχώρηση των απαιτήσεων του προμηθευτή, στοιχεία και άλλων συμβάσεων του ενοχικού ή του εμπορικού δικαίου.

Έτσι, η επιχείρηση που συνεργάζεται με μια εταιρεία factoring μπορεί να επιλέξει εκείνο το συνδυασμό των υπηρεσιών που ανταποκρίνεται στις ανάγκες της. Άλλωστε και η διατύπωση του άρθρου 1 παρ. 1 εδ. 2 του Ν. 1905/1990 είναι τέτοια, που να επιτρέπει και να ευνοεί αυτή την ελευθερία, στη δημιουργία διαφόρων τύπων του factoring (ΑΠ 301/2022, ΑΠ 262/2021, ΑΠ 260/2021, ΑΠ 59/2013, ΑΠ 1233/2012).

Δηλαδή, η σύμβαση που καταρτίζεται μεταξύ του πράκτορα και του προμηθευτή είναι μία "σύμβαση πλαίσιο", με την οποία καθορίζονται ελεύθερα, στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 361 ΑΚ, οι όροι συνεργασίας των μερών, όπως το είδος της σύμβασης factoring, η οποία, ως συμβατικό μόρφωμα που δημιουργήθηκε από την πράξη, εμφανίζεται στις συναλλαγές με διάφορες μορφές (ΑΠ 301/2022), οι σπουδαιότερες από τις οποίες είναι:

α) γνήσια σύμβαση factoring, κατά την οποία ο πράκτορας αναλαμβάνει τον κίνδυνο της μη φερεγγυότητας του οφειλέτη και μη γνήσια σύμβαση, όταν ο κίνδυνος αυτός παραμένει στον προμηθευτή, β) αφανής σύμβαση factoring, κατά την οποία ο πράκτορας εισπράττει την απαίτηση στο όνομα του προμηθευτή, μολονότι αυτός (πράκτορας) είναι ο δικαιούχος (ως εκδοχέας της απαίτησης), χωρίς να έχει προηγηθεί αναγγελία της εκχώρησης στον οφειλέτη, ενώ, εάν γίνει αυτή η αναγγελία, τότε πρόκειται για εμφανές factoring, γ) σύμβαση factoring με ή χωρίς προεξόφληση, κατά την οποία κριτήριο είναι ο χρόνος εξόφλησης των απαιτήσεων από τον πράκτορα, αφού αν ο χρόνος αυτός συμφωνηθεί να είναι μεταγενέστερος της εκχώρησης και συγκεκριμένα όταν θα καταστούν απαιτητές οι εκχωρηθείσες αξιώσεις, τότε δεν υπάρχει προεξόφληση, ενώ αν, αντιθέτως, συμφωνηθεί ότι ο πράκτορας θα εξοφλήσει στον προμηθευτή τις εκχωρηθείσες απαιτήσεις, πριν να τις εισπράξει από τους οφειλέτες του προμηθευτή, θα πρόκειται για σύμβαση factoring με προεξόφληση, δ) εισαγωγική ή εξαγωγική σύμβαση factoring, αναλόγως του αν η εκχωρούμενη απαίτηση οφείλεται από πρόσωπο που κατοικεί στην Ελλάδα ή στην αλλοδαπή και ε) διαχειριστική σύμβαση factoring, κατά την οποία ελλείπει η χρηματοδοτική και εξασφαλιστική λειτουργία και ο πράκτορας αναλαμβάνει τη διαχείριση, λογιστική παρακολούθηση και είσπραξη των απαιτήσεων του προμηθευτή.

Στην τελευταία αυτή περίπτωση (διαχειριστικό factoring), που προβλέπεται ρητά στο άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 1905/1990 (με την μορφή κυρίως της εξουσιοδότησης προς είσπραξη απαιτήσεων) και έχει ευρεία εφαρμογή στην πράξη, η σύμβαση πρακτορείας εξυπηρετεί αποκλειστικά "διαχειριστικούς" σκοπούς, υπό την έννοια ότι ο πράκτορας, έχοντας την αναγκαία οργανωτική δομή, μπορεί να αναλάβει τη διαχείριση, λογιστική παρακολούθηση και την είσπραξη των απαιτήσεων, απαλλάσσοντας τον προμηθευτή τόσο από τις δαπάνες όσο και από το χρόνο που απαιτείται συχνά για το σκοπό αυτό, παρακρατώντας για τις υπηρεσίες αυτές ως αμοιβή ένα ποσοστό επί των απαιτήσεων.

Με τον τρόπο αυτό παρέχεται ικανή βοήθεια στους επιχειρηματίες να αφοσιώνονται στα κύρια καθήκοντά τους, της παραγωγής και της διάθεσης των προϊόντων τους, αφήνοντας την λοιπή, μη παραγωγική εργασία, στον πράκτορα. Στην περίπτωση, όμως, του "διαχειριστικού factoring", με τη μορφή της εξουσιοδότησης προς είσπραξη, διαχείρισης και λογιστικής παρακολούθησης των απαιτήσεων, δεν εκχωρούνται οι υπό πρακτόρευση απαιτήσεις στον πράκτορα, αλλά παραχωρείται σ' αυτόν μόνο η εξουσία να τις εισπράξει ο τελευταίος, στο δικό του όνομα, από τον οφειλέτη, αλλά για λογαριασμό του εξουσιοδοτούντος, ο οποίος διατηρεί την ιδιότητα του δικαιούχου (φορέα) των απαιτήσεων, χωρίς να επέρχεται μεταβολή των υποκειμένων της έννομης σχέσης.

Συνεπώς, με τη σύμβαση διαχειριστικού factoring, ο πράκτορας δικαιούται απλώς να προβεί στην είσπραξη της απαίτησης, χωρίς να την αποκτά. Πρόκειται, δηλαδή, για ένα συμβατικό μόρφωμα που προσομοιάζει με την έμμεση αντιπροσώπευση, με την οποία παρέχεται στον έμμεσο αντιπρόσωπο η εξουσία να εισπράξει ορισμένη απαίτηση του αντιπροσωπευομένου στο δικό του όνομα αλλά για λογαριασμό του τελευταίου.

ΙV. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ανώνυμη εταιρία … και το διακριτικό τίτλο … συνήψε με την εκκαλούσα (και ενάγουσα) τραπεζική εταιρία (της οποίας καθολική διάδοχος είναι η αναιρεσείουσα) και τη μη διάδικο … την από 19-12-2011 σύμβαση κάλυψης κοινού ομολογιακού δανείου ύψους (κάλυψης) 9.800.000 ευρώ.

Η πιστούχος εταιρία … συναλλασσόταν, στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων της, με το "1° Νοσοκομείο Ι.Κ.Α - Ε.Τ.Α.Μ. [Αθήνας]", καθολικός διάδοχος του οποίου είναι το εφεσίβλητο και εναγόμενο ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Αττικής ΣΙΣΜΑΝΟΓΛΕΙΟ-ΑΜΑΛΙΑ ΦΛΕΜΙΝΓΚ" (ήδη αναιρεσίβλητο). Συγκεκριμένα η πιστούχος εταιρία προμήθευε, δυνάμει συμβάσεων πώλησης, και παρέδιδε στο "1° Νοσοκομείο Ι.Κ.Α - Ε.Τ.Α.Μ. [Αθήνας]", χωρίς να έχει προηγουμένως συναφθεί δημόσια σύμβαση προμήθειας, διάφορες ποσότητες υλικών.

Για τις πωλήσεις αυτές η πωλήτρια εξέδιδε τιμολόγια-δελτία αποστολής, στα οποία περιγράφονται κατ' είδος, ποσότητα και τιμή τα πωληθέντα προϊόντα. Μεταξύ των άλλων η πωλήτρια εξέδωσε τα εξής (επίδικα) τιμολόγια (- δελτία αποστολής) δυνάμει των οποίων παρέδωσε στο εφεσίβλητο ιατρικό υλικό: 1) …. Η εκκαλούσα και ενάγουσα τράπεζα σύναψε με την προμηθεύτρια-πωλήτρια την από … σύμβαση ενεχυράσεως απαιτήσεων και διαχείρισης ενεχυραζόμενων απαιτήσεων, η οποία συνοδεύεται από το παράρτημα … που αφορά (και) τα ανωτέρω τιμολόγια.

Στη σύμβαση αυτή συμβλήθηκε εκ τρίτου και η εταιρία … [αρχική δεύτερη ενάγουσα ως προς την οποία χώρησε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής]. Όπως προκύπτει από την από … σύμβαση και το παράρτημα αυτής …, συμφωνήθηκε περαιτέρω ότι η εκ τρίτου συμβαλλόμενη εταιρία πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων ….

θα διενεργεί τη διαχείριση, είσπραξη και λογιστική παρακολούθηση των ως άνω ενεχυραζόμενων απαιτήσεων (άρθρο 6 παρ. 6.01 της σύμβασης) και ότι θα είναι αποκλειστικά αρμόδια για την είσπραξη στο όνομά της, αλλά για λογαριασμό της τράπεζας, των ενεχυραζόμενων απαιτήσεων, δικαιούμενη μετά την λήξη κάθε ενεχυραζόμενης απαίτησης να εισπράττει και το νόμιμο τόκο υπερημερίας (άρθρο 6 παρ. 6.02 στοιχ.

β της σύμβασης). Επίσης συμφωνήθηκε ότι οι οφειλέτες θα καταβάλουν νομίμως μόνο στην …., ως αποκλειστικά αρμόδια για την είσπραξη των ενεχυραζόμενων απαιτήσεων (άρθρο 6 παρ. 6.03 εδ. α' της σύμβασης), με την επισήμανση μάλιστα ότι εάν για οποιοδήποτε λόγο οφειλέτης καταβάλει στην ενεχυράζουσα, η τελευταία υποχρεούται να αποδώσει άμεσα το εισπραχθέν ποσό στην … (άρθρο 6 παρ. 6.03 εδ.

β' και γ' της σύμβασης). Περαιτέρω ορίστηκε ότι η σύμβαση διέπεται από το ελληνικό δίκαιο και ιδιαίτερα από τις διατάξεις του ν.δ. της 17ης Ιουλίου/13ης Αυγούστου 1923 και του ν. 1905/1990 (άρθρο 8 παρ. 8.02 της σύμβασης). Με βάση, λοιπόν, τα ανωτέρω συμφωνηθέντα καταρτίστηκε εκτός από τη σύμβαση εκχώρησης λόγω ενεχύρου και σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων, όπου την ιδιότητα του εκδοχέα-πράκτορα και αποκλειστικά αρμόδιου για την είσπραξη των προαναφερόμενών επίδικων απαιτήσεων είχε η συμβαλλόμενη … Η ιδιότητα αυτή της … ως εκδοχέα-πράκτορα και αποκλειστικά αρμόδιου για την είσπραξη των προαναφερόμενων επίδικων απαιτήσεων προκύπτει ρητά και με σαφήνεια από το ανωτέρω παράρτημα … της σύμβασης που κοινοποιήθηκε για την αναγγελία της εκχώρησης.

Με το παράρτημα αυτό (που τιτλοφορείται μάλιστα … [η σχετική υπογράμμιση υπάρχει και στο κείμενο του παραρτήματος] αναγγέλλεται η εκχώρηση και καλείται ο οφειλέτης "1° Νοσοκομείο Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ." να καταβάλλει στην …, η οποία έχει οριστεί αποκλειστικά αρμόδια για την είσπραξη, η δε καταβολή θα γίνεται είτε σε μετρητά στα γραφεία της …, είτε με επιταγή ημέρας εις διαταγήν της … που θα παραδίδεται στα ανωτέρω γραφεία της, είτε με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό της … .Το παράρτημα αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της αντίστοιχης σύμβασης και υπογράφεται από τα ίδια συμβαλλόμενα μέρη με εκείνα της σύμβασης (εκκαλούσα τράπεζα, … και ….

Επομένως, κατά τα συμφωνηθέντα, αρχικά εκχωρήθηκαν οι επίδικες απαιτήσεις από την προμηθεύτρια εταιρία στην ενάγουσα (νυν εκκαλούσα) τράπεζα λόγω ενεχύρου προς εξασφάλιση απαίτησης της τελευταίας, και εν συνεχεία στην εταιρία … προς είσπραξη. Η αναγγελία της εκχώρησης προς την … κοινοποιήθηκε με επίδοση της από … σύμβασης ενεχυράσεως απαιτήσεων και διαχείρισης ενεχυραζόμενων απαιτήσεων επισυναπτόμενου του παραρτήματος …της σύμβασης...

στην Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Θεσσαλονίκης, ως Δ.Ο.Υ. της ενεχυράζουσας... στη Γενική Διεύθυνση Οικονομοτεχνικών Υπηρεσιών του ΙΚΑ, στο οποίο ανήκε το "1° Νοσοκομείο Ι.Κ.Α - Ε.Τ.Α.Μ."... στη Δ.Ο.Υ. Μεγάλων Επιχειρήσεων και... στον Διοικητή του Ι.Κ.Α., στο οποίο ανήκε το "1° Νοσοκομείο Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.". Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα ανωτέρω...

μόνον η πράκτορας εκδοχέας ανώνυμη εταιρία "…, ήταν αποκλειστική δικαιούχος είσπραξης και δικαστικής διεκδίκησης των απαιτήσεων. Η ενάγουσα τράπεζα διατείνεται με την υπό κρίση αγωγή ότι, κατόπιν κοινής συμφωνίας μεταξύ αυτής και της … , λύθηκε η μεταξύ τους συνεργασία, οπότε κατέστη η ίδια εκ νέου αποκλειστική δικαιούχος προς είσπραξη των απαιτήσεων, το γεγονός δε αυτό γνωστοποιήθηκε στο εναγόμενο νυν εφεσίβλητο με την αγωγή.

Ο ισχυρισμός αυτός δεν ασκεί έννομη επιρροή και δεν διαφοροποιεί τα προεκτεθέντα, δεδομένου ότι, εφόσον είχε προηγηθεί εκχώρηση στην πράκτορα …, έπρεπε να επακολουθήσει επανεκχώρηση των απαιτήσεων στην τράπεζα με κοινοποίηση προς τους κατά νόμο οριζόμενους. Ως εκ τούτου, η εκκαλούσα - ενάγουσα δεν νομιμοποιείται ενεργητικά στην άσκηση της αγωγής".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε αποφανθεί ομοίως και είχε απορρίψει την αγωγή της ως ουσιαστικά αβάσιμη λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησής της προς δικαστική επιδίωξη των επίδικων απαιτήσεων.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 1905/1990, 455 του ΑΚ και 35, 36, 39, 44, 47 του ν.δ. της 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", σε συνδυασμό με αυτήν του άρθρου 68 ΚΠολΔ, καθόσον δέχθηκε ότι, εκτός από τη σύμβαση εκχώρησης λόγω ενεχύρου, με την οποία εκχωρήθηκαν, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις του ως άνω ν.δ., οι επίδικες απαιτήσεις από την πωλήτρια εταιρία στην αναιρεσείουσα τράπεζα, καταρτίσθηκε και σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων, με την οποία η αναιρεσείουσα εκχώρησε τελικά τις εν λόγω απαιτήσεις στην εταιρία …, με συνέπεια η τελευταία, ως εκδοχέας-πράκτορας, να καταστεί αποκλειστική δικαιούχος είσπραξης και δικαστικής διεκδίκησης αυτών και ότι, μετά ταύτα, η αναιρεσείουσα δεν νομιμοποιείται ενεργητικά στην άσκηση της αγωγής, παρότι, κατά τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, η ανωτέρω σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων είχε ως περιεχόμενο την ανάθεση από την αναιρεσείουσα στην εταιρία ….

της είσπραξης, διαχείρισης και λογιστικής παρακολούθησης των εν λόγω απαιτήσεων στο όνομά της αλλά για λογαριασμό της αναιρεσείουσας και, επομένως, είχε τον χαρακτήρα σύμβασης "διαχειριστικού factoring" με τη μορφή της εξουσιοδότησης προς είσπραξη, διαχείρισης και λογιστικής παρακολούθησης των υπό πρακτόρευση απαιτήσεων, με συνέπεια, τη μη εκχώρηση των εν λόγω απαιτήσεων στην ανωτέρω πράκτορα, αλλά την παραχώρηση σ' αυτήν μόνον της εξουσίας να προβεί η ίδια στην είσπραξή τους από τον οφειλέτη, στο δικό της όνομα, αλλά για λογαριασμό της εξουσιοδοτούσας αναιρεσείουσας τράπεζας, η οποία έτσι διατήρησε την ιδιότητα της δικαιούχου (φορέως) των επίδικων απαιτήσεων, χωρίς να επέλθει μεταβολή των υποκειμένων της έννομης σχέσης, κατά τα εκτιθέμενα στην μείζονα πρόταση στην υπό στοιχείο

ΙΙΙ παράγραφο της παρούσας και, συνακόλουθα, νομιμοποιείται ενεργητικά προς δικαστική επιδίωξη των απαιτήσεων αυτών. Επομένως, ο πρώτος, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω πλημμέλεια της παραβίασης των προαναφερόμενων κανόνων ουσιαστικού δικαίου, είναι βάσιμος.

V. Κατ` ακολουθίαν τούτων, παρελκούσης της έρευνας του δεύτερου λόγου, ο οποίος καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω κριθέντος ως βασίμου, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Στη συνέχεια δε, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που δίκασε, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η απόδοση στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος από αυτήν, για το παραδεκτό της αίτησης, παραβόλου. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο, που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176, 183 και 191 ΚΠολΔ), που κατέθεσε προτάσεις, με τις οποίες υποβάλλει σχετικό αίτημα, ενόψει του ότι, ναι μεν το αναιρεσίβλητο αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και έχει τα προνόμια απαλλαγών και ατελειών του Δημοσίου (άρθρο 28 παρ. 4 Ν. 2579/1998), η νομική του, όμως, υπηρεσία δεν ασκείται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους ώστε να έχει εφαρμογή το άρθρο 22 παρ. 3 του Ν. 3693/1957 περί μειωμένης δικαστικής δαπάνης (ΑΠ 615/2022, ΑΠ 151/2020, ΑΠ 1056/2019, ΑΠ 1616/2018), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 5987/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί, όμως, από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος από αυτήν παραβόλου.

Επιβάλλει στο αναιρεσίβλητο τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Νοεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ