Legislator Case Law & Legislation
2098/2025 AI generated

Supreme Court allows appeals against lower court's finding that defendants owed accounting duties to the plaintiff.

Case Number 2098/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeals filed by two defendants against final and non-final judgments from the Thessaloniki Regional Court of Appeal. The lower court had incorrectly ruled that the defendants, who managed the business alongside the plaintiff, were legally obligated to provide an accounting to him. The Court found this error in applying Article 303 of the Civil Code regarding the duty to account for management expenses. Consequently, the appealed judgments were annulled, and the case was remitted for retrial with the defendants ordered to pay the plaintiff's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 303 of the Civil Code; The court established that a person managing a business jointly with another is not automatically exempt from the duty to account for management expenses if they actively participated in the administration and incurred costs.

Keywords

AI generated
duty to account joint management Civil Code Article 303 appeal annulment management expenses partnership liability legal costs

Cited Legislation

AI generated
Article 303 of the Civil Code
Article 246 of the Code of Civil Procedure
Article 573 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2098 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2098/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μιχαήλ Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Νικόλαο Κουτσούκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:

Α.Του αναιρεσείοντος: Ε. Ζ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Τσιάντο.

Του αναιρεσίβλητου: Μ. Ζ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Σιδηρόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

και

Β. Του αναιρεσείοντος: Χ. Ζ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Χριστοδούλου.

Του αναιρεσίβλητου: Μ. Ζ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Σιδηρόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-01-2013 αγωγή Λογοδοσίας του ήδη αναιρεσίβλητου και στις δύο αναιρέσεις, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 48/2017 μη οριστική, 9/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 121/2022 μη οριστική, 1958/2023 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση των αποφάσεων του Εφετείου Θεσσαλονίκης ζητούν οι αναιρεσείοντες με τις από 04-12-2023 και 27-06-2024 αιτήσεις τους αντίστοιχα.

Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή των αιτήσεών τους και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Εισάγονται προς συζήτηση: 1) η από 4-12-2023 αίτηση αναίρεσης του Ε. Ζ. και 2) η από 27-6-2024 αίτηση αναίρεσης του Χ. Ζ., που στρέφονται κατά των 1958/2023 οριστικής και 121/2022 μη οριστικής αποφάσεων του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, οι οποίες πρέπει να συνεκδικασθούν λόγω της μεταξύ τους συνάφειας και προς διευκόλυνση και επιτάχυνση της διεξαγωγής της δίκης κατ' άρθρο 246 Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα (Α.Π. 18/2025, Α.Π. 953/2023, Α.Π. 367/2020, Α.Π. 707/2019). Οι ως άνω αιτήσεις αναίρεσης έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 Κ.Πολ.Δ.). Πρέπει, συνεπώς, να γίνουν τυπικά δεκτές (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

II. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 303 Α.Κ., όποιος έχει τη διαχείριση μιας ολικά ή μερικά ξένης υπόθεσης, εφόσον η διαχείριση συνεπάγεται εισπράξεις και δαπάνες, έχει υποχρέωση να λογοδοτήσει. Για τον σκοπό αυτό ο δοσίλογος οφείλει να ανακοινώσει στον δεξίλογο λογαριασμό που να περιέχει αντιπαράθεση των εσόδων και των εξόδων, καθώς και ό,τι προκύπτει από την αντιπαράθεση αυτή και να επισυνάψει τα δικαιολογητικά, εφόσον συνηθίζονται (Α.Π. 1263/2010).

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, με την οποία καθιερώνεται η γενική υποχρέωση για εξώδικη ή δικαστική λογοδοσία εκείνου στο πρόσωπό του οποίου συγκεντρώνονται οι προϋποθέσεις του νόμου και ρυθμίζεται ο τρόπος κατά τον οποίο θα εκπληρωθεί στην πράξη η υποχρέωση λογοδοσίας, ο δοσίλογος οφείλει να ανακοινώσει στον δεξίλογο έγγραφο λογαριασμό για τις διαχειριστικές πράξεις και για τον χρόνο για τον οποίο ζητείται η λογοδοσία, όπου πρέπει να αναγράφονται λεπτομερώς τα έσοδα και τα έξοδα που έχουν πραγματοποιηθεί κατά τον χρόνο της διαχείρισης, καθώς και το κατάλοιπο που προκύπτει από τη διαφορά των δύο σκελών του λογαριασμού, ακόμη δε να επισυνάψει και τα δικαιολογητικά έγγραφα, εφόσον η έκθεσή τους συνηθίζεται, κατά τρόπο ώστε να παρέχεται στον δεξίλογο πλήρης εικόνα της υπόθεσης που διαχειρίστηκε αυτός (δοσίλογος) και να διευκολύνεται έτσι ο έλεγχος των επί μέρους κονδυλίων (Α.Π. 1122/2006).

Στον Αστικό Κώδικα υπάρχουν ειδικές διατάξεις που επιβάλλουν την υποχρέωση λογοδοσίας, συνδέοντάς την με ορισμένη ιδιότητα του υπόχρεου προσώπου και ορισμένο έργο που αυτό άσκησε, όπως στο άρθρο 718 Α.Κ., με το οποίο ορίζεται ότι ο εντολοδόχος υποχρεούται να παρέχει πληροφορίες στον εντολέα αναφορικά με την ανατεθείσα υπόθεση μετά δε το πέρας της εντολής οφείλει λογοδοσία, και τη διάταξη του άρθρου 754 παρ. 1 Α.Κ.

που ισχύει και επί εταιριών που έχουν αποκτήσει νομική προσωπικότητα, με την οποία ορίζεται ότι ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του διαχειριστή εταίρου, εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις περί εντολής των άρθρων 714 έως 723 του ιδίου Κώδικα. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι και ο εταίρος διαχειριστής ομόρρυθμης εμπορικής εταιρίας, όταν λήξει η διαχείριση ή και πριν τη λήξη της, αν αυτό ορίζεται οπό την εταιρική σύμβαση ή συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 762 ΑΚ, υποχρεούται σε λογοδοσία προς τους λοιπούς μη διαχειριστές εταίρους (Α.Π. 437/2012).

Υποχρέωση λογοδοσίας του διαχειριστή προς έτερο διαχειριστή (συνδιαχειριστή) μπορεί να γεννηθεί εάν ο διαχειριστής που επιδιώκει την λογοδοσία είχε μεν τυπικά την ιδιότητα του διαχειριστή πλην όμως δεν αναμείχθηκε στην διαχείριση ασκώντας διαχειριστικές πράξεις. Εάν ο δοσίλογος δεν προβαίνει εξώδικα σε ανακοίνωση προς τον δεξίλογο λογαριασμού ή εάν ο λογαριασμός, που ανακοίνωσε ο δοσίλογος, δεν είναι σαφής, ορισμένος και λεπτομερειακός, για όλο το χρονικό διάστημα της διαχείρισης, δεν εκπληρώνεται η ως άνω υποχρέωση του δοσίλογου, ο δε δεξίλογος δικαιούται να επιδιώξει την εκπλήρωση της υποχρέωσης του δοσίλογου για ανακοίνωση του λογαριασμού με αγωγή, στην οποία εφαρμόζονται οι ειδικές διατάξεις των άρθρων 473 - 477 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 527/2022, Α.Π. 700/2021, Α.Π. 437/2012, Α.Π. 977/1997).

Αίτημα της αγωγής λογοδοσίας μπορεί να είναι η καταβολή του καταλοίπου του λογαριασμού, ήτοι του ποσού που θα προκύψει από την αντιπαράθεση των εσόδων και των εξόδων για όλο το χρονικό διάστημα της διαχείρισης, χωρίς να χρειάζεται να προσδιοριστεί αυτό στο δικόγραφο, κατά παρέκκλιση των ορισμών του άρθρου 216 Κ.Πολ.Δ.

Στην αγωγή λογοδοσίας μπορεί να σωρευθεί όμως, εκτός από το αίτημα καταβολής του καταλοίπου, και αίτημα καταβολής ορισμένου ελλείμματος, αν δεν κατατεθεί ο λογαριασμός ή ο κατάλογος με τα δικαιολογητικά. Το αίτημα αυτό διαφοροποιείται από το αίτημα για την καταβολή του καταλοίπου του λογαριασμού, καθόσον ενώ το αίτημα για την καταβολή του καταλοίπου συνέχεται με την κατάθεση του λογαριασμού, την οποία προϋποθέτει, και συγκεκριμενοποιείται κατά το στάδιο που θα επακολουθήσει, το αίτημα για την καταβολή του πιθανολογούμενου (εικαζόμενου) ελλείμματος, αποτελεί ιδιότυπο (πρόσθετο) μέσο εξαναγκασμού του οφειλέτη και πρόσθετο μέσο εκτέλεσης, το οποίο συντρέχει με τα μέσα εκτέλεσης του άρθρου 946 Κ.Πολ.Δ.

Το μέσο αυτό διατάσσεται από το δικαστήριο μόνο κατόπιν αίτησης του ενάγοντα, και αποσκοπεί, όπως και τα μέσα εκτέλεσης του άρθρου 946 Κ.Πολ.Δ., να κάμψει την άρνηση του οφειλέτη να καταθέσει εντός της ταχθείσας προθεσμίας τον λογαριασμό ή τον κατάλογο των στοιχείων, πράξη η οποία δεν μπορεί να επιχειρηθεί από τρίτο πρόσωπο.

Επομένως, αν ζητήθηκε με την αγωγή για λογοδοσία κατά το άρθρο 473 Κ.Πολ.Δ. να καταβληθεί ορισμένο έλλειμμα, για την περίπτωση που δεν θα κατατεθεί ο λογαριασμός και το έλλειμμα πιθανολογείται, το δικαστήριο με την απόφαση που διατάζει τη λογοδοσία μπορεί να καταδικάσει τον εναγόμενο, για την περίπτωση που δεν θα καταθέσει εμπρόθεσμα τον λογαριασμό ή τον κατάλογο με τα δικαιολογητικά, να καταβάλει το κατά την κρίση του έλλειμμα.

Το δικαστήριο μπορεί, εάν το κρίνει αναγκαίο, να διατάξει απόδειξη για το πιθανό έλλειμμα. Από τις πιο πάνω διατάξεις συνάγεται ότι, προκειμένου να εξαναγκαστεί ο δοσίλογος να εκπληρώσει εμπρόθεσμα την υποχρέωσή του, ήτοι να προβεί στις ως άνω πράξεις, οι οποίες δεν μπορούν να γίνουν από τρίτο πρόσωπο, αλλά η επιχείρηση αυτών εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούλησή του, καταλείπεται στο δικαστήριο η διακριτική εξουσία, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης αυτού προς τις επιταγές από τη δικαστική απόφαση, να καταδικάσει τούτον σε καταβολή ορισμένου ελλείμματος, υπό την απαραίτητη όμως προϋπόθεση ότι τούτο ζητήθηκε (Α.Π. 437/2025, Α.Π. 707/2020).

III. Α. Κατά το άρθρο 106 Κ.Πολ.Δ., το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση του διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς, τους οποίους προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν. Σύμφωνα με τη θεμελιακή αρχή της διάθεσης που καθιερώνεται με τη δικονομική αυτή διάταξη, το δικαστήριο υποχρεούται να περιορίζεται στο οριοθετούμενο από την αίτηση αντικείμενο και δεν μπορεί να επιδικάσει πέραν του αιτηθέντος. Η υπέρβαση του οριοθετούμενου από την αίτηση αντικειμένου της δίκης δημιουργεί λόγο αναίρεσης της απόφασης κατ' άρθρο 559 αριθ. 9 περιπτώσεις α' και β' Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 44/2025, Α.Π. 1753/2023, Α.Π. 1273/2017), κατά το οποίο αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε (περίπτωση α) ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν (περίπτωση β). Ο όρος "επιδίκασε" του εν λόγω άρθρου νοείται με την ευρεία έννοια, δηλαδή αν το δικαστήριο αποφάσισε, αναγνώρισε ή προέβη σε διάπλαση, χωρίς να υφίσταται αντίστοιχο αίτημα. Ως τέτοιο νοείται κάθε αυτοτελές αίτημα των διαδίκων, με το οποίο ζητείται η παροχή δικαστικής προστασίας, σε οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της, λ.χ. το αίτημα ή βάση αγωγής, ανταγωγής, κύριας παρέμβασης, ένδικων μέσων κ.λπ., όχι όμως και ενστάσεων, με εξαίρεση την ένσταση συμψηφισμού (Α.Π. 44/2025, Α.Π. 1753/2023, Α.Π. 203/2022, Α.Π. 384/2019, Α.Π. 927/2018, Α.Π. 983/2017).

III.Β. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. α' Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.Α.Π. 1/2016, Ολ.Α.Π. 2/2013, Ολ.Α.Π. 7/2006, Α.Π. 1319/2022).

Εσφαλμένη, κατ` ακρίβειαν, εφαρμογή υπάρχει, όταν αποδόθηκε μεν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, ορθά, η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια, όμως, δεν εφαρμόστηκε ο ίδιος στην κρινόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά που δέχτηκε, ανέλεγκτα ο δικαστής της ουσίας, υπάγονταν στον κανόνα αυτού ή, αντίστροφα, εφαρμόστηκε ο κανόνας αυτός, αν και τα περιστατικά δεν υπάγονταν σ' αυτόν (Ολ.ΑΠ 4/2006, Ολ.Α.Π. 36/1988, Α.Π. 1330/2011, Α.Π. 159/2004).

IV. Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος σε αμφότερες τις αιτήσεις αναίρεσης με την από 22-1-2013 αγωγή του κατά των εναγόμενων-αναιρεσειόντων εξέθεσε ότι δυνάμει ιδιωτικού συμφωνητικού, που δημοσιεύτηκε νόμιμα, συστήθηκε ομόρρυθμη εταιρία μεταξύ του ιδίου, που συμμετείχε με ποσοστό 50%, των εναγόμενων και τρίτου, με αντικείμενο την ανέγερση οικοδομών με το σύστημα της αντιπαροχής και διαχειριστή τρίτο πρόσωπο, που δεν ήταν μέλος της εταιρίας.

Ότι ακολούθησαν έξι πράξεις τροποποίησης του καταστατικού με ισάριθμα ιδιωτικά συμφωνητικά, που δημοσιεύτηκαν νόμιμα, με το πρώτο των οποίων διαχειριστές της εταιρίας ορίζονταν ο ενάγων και ο πρώτος εναγόμενος, με τα δεύτερο, τρίτο και τέταρτο συνδιαχειριστές ορίζονταν οι δεύτερος και πρώτος εναγόμενοι εναλλάξ, με το τέταρτο άλλαξε η επωνυμία της εταιρίας και με το έκτο ορίστηκε μοναδικός διαχειριστής ο δεύτερος εναγόμενος, όμως στην πραγματικότητα ο ενάγων δεν άσκησε ποτέ τη διαχείριση της εταιρίας, αλλά διαχειριστές αυτής από τη σύστασή της υπήρξαν μόνο αμφότεροι οι εναγόμενοι, και ότι από πωλήσεις ακινήτων η εταιρία φέρεται ότι είχε έσοδα κατά το χρονικό διάστημα από 24-6-2005 έως 22-3-2013 ύψους 4.124.700 ευρώ.

Ζήτησε μετά ταύτα να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, με απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης, να ανακοινώσουν στον ενάγοντα λογαριασμό που να περιέχει αντιπαραβολή των εισπράξεων και δαπανών της εταιρίας και το εκ της αντιπαραβολής αυτής προκύπτον υπόλοιπο και να επισυνάψουν όλα τα δικαιολογητικά έγγραφα, για το χρονικό διάστημα από τη σύσταση της εταιρίας μέχρι τη συζήτηση της αγωγής, άλλως να υποχρεωθεί καθένας από αυτούς να του ανακοινώσει λογαριασμό με αντιπαραβολή των εισπράξεων και δαπανών και το προκύπτον υπόλοιπο για τα χρονικά διαστήματα, κατά τα οποία είχε έκαστος την ιδιότητα του καταστατικού διαχειριστή της εταιρίας, δηλαδή ο πρώτος εναγόμενος από 15-11-2004 έως 28-2-2005 και από 5-5-2005 έως 2-9-2006, και ο δεύτερος εναγόμενος από 28-2-2005 έως 5-5-2005 και από 2-9-2006 μέχρι τη συζήτηση της αγωγής, να υποχρεωθούν αυτοί να του καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, το ποσό του καταλοίπου που του αναλογεί βάσει της εταιρικής του συμμετοχής, άλλως να υποχρεωθεί έκαστος να του καταβάλει το ποσοστό που του αναλογεί επί του καταλοίπου που αφορά τη διαχειριστική περίοδο, κατά την οποία ήταν καταστατικός διαχειριστής, νομιμοτόκως από τη λήξη της προθεσμίας για την υποβολή του λογαριασμού.

Επί της αγωγής εκδόθηκε αρχικά η 48/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, η οποία την έκανε δεκτή και υποχρέωσε καθένα εκ των εναγόμενων να καταθέσει εντός προθεσμίας έξι μηνών από την επίδοση λογαριασμό με αντιπαραβολή εσόδων και εξόδων για τη διαχείριση της εταιρίας από αυτόν από 20-5-2004 μέχρι 31-1-2014 καθώς και το αποτέλεσμα της αντιπαραβολής, επισυνάπτοντας τα σχετικά δικαιολογητικά, και απείλησε κατά του κάθε εναγόμενου προσωπική κράτηση και χρηματική ποινή για την περίπτωση μη συμμόρφωσης.

Μετά την πάροδο της ταχθείσας προθεσμίας, η υπόθεση επανήλθε ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου και εκδόθηκε η 9/2019 απόφαση, με την οποία έγινε δεκτό ότι ο πρώτος εναγόμενος δεν κατέθεσε λογαριασμό και ότι η κατατεθείσα από τον δεύτερο εναγόμενο έκθεση δεν περιλαμβάνει αντιπαραβολή εσόδων και εξόδων και δεν αποτελεί λογαριασμό, και διαπιστώθηκε ότι πληρώθηκε η αίρεση υπό την οποία τελούσε η 48/2017 απόφασή του.

Κατά των αποφάσεων αυτών ασκήθηκαν από τους διαδίκους (ενάγοντα και εναγόμενους) εφέσεις, επί των οποίων εκδόθηκε αρχικά η 121/2022 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης για τη διαπίστωση του ύψους του καταλοίπου που προκύπτει από την αντιπαραβολή των εσόδων και των εξόδων της εταιρίας, και ακολούθως η 1958/2023 οριστική απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκαν οι εφέσεις των εναγόμενων, έγινε δεκτή η έφεση του ενάγοντος δικάστηκε η αγωγή κατά το περιλαμβανόμενο σε αυτήν, όπως έκρινε το δικαστήριο, αίτημα περί επιδίκασης ελλείμματος, έγινε αυτό δεκτό και υποχρεωθηκαν οι εναγόμενοι να καταβάλουν στον ενάγοντα το ποσό των 963.437,63 ευρώ νομιμοτόκως, με την ακόλουθη αιτιολογία: "...

αφού κατά τα παραπάνω διαγνώστηκε η ύπαρξη υποχρέωσης των εναγομένων για λογοδοσία και διενεργήθηκε η πραγματογνωμοσύνη, που διατάχθηκε κατά τα παραπάνω, πρέπει, αφού γίνει δεκτός σχετικός λόγος της έφεσης του ενάγοντος ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν ερεύνησε το σωρευόμενο στην αγωγή αίτημα για καταβολή προς αυτόν του πιθανολογούμενου ελλείμματος, κατά το ποσοστό της εταιρικής του μερίδας, δηλαδή κατά 50%, δεδομένου ότι από την παραδεκτή επισκόπηση τόσο της αγωγής όσο και των δύο αποφάσεων, προκύπτει αφενός ότι, έχει σωρευθεί τέτοιο αίτημα στην αγωγή και αφετέρου ότι, δεν υπάρχει διάταξη περί του αιτήματος αυτού, το οποίο κρίθηκε νόμιμο με την εκκαλούμενη υπ' αρ. 48/2017 απόφαση, στην εκκαλούμενη υπ' αρ. 9/2019 απόφαση, η αγωγή να κρατηθεί...

μόνο ως προς το εν λόγω αίτημα, το οποίο κρίθηκε κατά τα παραπάνω, νόμιμο ως στηριζόμενο στις διατάξεις του άρθρου 473 ΚΠολΔ, και να δικασθεί από το παρόν Δικαστήριο, στη συνέχεια, δε, να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα... Πιθανολογείται, επομένως ότι με βάση το ποσοστό του ενάγοντος στα καθαρά κέρδη (50%), ποσό ύψους 963.437,63 ευρώ (1.926.875,26 Χ 50%) είναι αυτό που αποτελεί το έλλειμμα, που οι εναγόμενοι - δοσίλογοι πρέπει να αποδώσουν στον ενάγοντα - δεξίλογο, εις ολόκληρον έκαστος, ως συνδιαχειριστές της ομόρρυθμης εταιρείας κατά το επίδικο διάστημα...".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή στην αγωγή περιλαμβάνεται και αίτημα περί καταβολής ελλείμματος, και ακολούθως δέχτηκε αυτό και υποχρέωσε τους εναγόμενους να καταβάλουν στον ενάγοντα για την ανωτέρω αιτία το ποσό των 963.437,63 ευρώ, επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, αφού ο ενάγων με την αγωγή του ζήτησε μόνο την καταβολή της αναλογίας του στο κατάλοιπο του λογαριασμού, που θα προέκυπτε από την αντιπαράθεση του λογαριασμού εσόδων (εισπράξεων) και εξόδων (δαπανών) της εταιρίας, που θα υπέβαλαν οι εναγόμενοι, και όχι επιπλέον την επιδίκαση συγκεκριμένου ποσού ως ελλείμματος, η δε αναφορά στο ιστορικό μέρος της αγωγής του ύψους των εσόδων της εταιρίας από την εμπορική της δραστηριότητα γίνεται διηγηματικά και δεν αποτελεί αίτημα για την καταβολή ελλείμματος. Ενόψει αυτών, είναι βάσιμος ο πρώτος λόγος αμφοτέρων των αιτήσεων αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν πλημμέλεια από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με την ανωτέρω αιτίαση.

Περαιτέρω, το Εφετείο με την 1958/2023 απόφαση δέχθηκε ότι "... αποδεικνύεται ότι, ναι μεν ο ενάγων διέμενε στην Ιταλία, όμως, αυτό δεν τον εμπόδιζε να ασκεί διαχείριση στις εταιρικές υποθέσεις, από κοινού με τους εναγόμενους. Οι τελευταίοι, βέβαια, ως κάτοικοι Χαλκιδικής και κατασκευαστές εξοχικών κατοικιών στην περιοχή, είχαν τις γνωριμίες και γνώριζαν ποιοι οικοπεδούχοι της περιοχής ενδιαφέρονταν να παραχωρήσουν τα ακίνητά τους για ανέγερση κατοικιών, όμως, καμία πώληση - αγορά δεν γινόταν χωρίς την προηγούμενη ενημέρωση και έγκριση του ενάγοντος, σύμφωνα με την κατάθεση της ίδιας ως άνω εξετασθείσας, μάρτυρας, που λόγω της θέσης είχε ιδία αντίληψη για την παρουσία του ενάγοντος.

Αλλά και κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ο ενάγων, όντας έμπειρος επιχειρηματίας και έχοντας συστήσει ο ίδιος δικές του εταιρίες, όπως στο αγωγικό δικόγραφο επικαλείται, αποκλείεται να "επένδυσε" ένα κεφάλαιο ύψους 30.000 ευρώ, το έτος 2004, για να συστήσει την εταιρία, και μετά απλά να άφησε τη διαχείριση αποκλειστικά στους εναγόμενους, δίχως επίβλεψη.

H δε συχνότατη παρουσία του στη Χαλκιδική αποδεικνύεται και από την εμφάνισή του σε κάθε μία από τις, ουκ ολίγες, τροποποιήσεις του καταστατικού, που προαναφέρθηκαν. Το ανωτέρω συμπέρασμα δεν αναιρείται από το γεγονός ότι, στα προσύμφωνα, που η εργολάβος ομόρρυθμη εταιρία κατήρτιζε με τους οικοπεδούχους, δεν εμφανιζόταν ο ενάγων, αλλά ο εκάστοτε εκ των εναγομένων διαχειριστής ως αντισυμβαλλόμενος, των οικοπεδούχων όπως ενδεικτικά στα υπ' αρ. .../2005, .../2005 συμβολαιογραφικά προσύμφωνα μεταβίβασης ποσοστών - εργολαβικό, που την εταιρία εκπροσώπησε ο πρώτος εναγόμενος.

Ούτε αναιρείται από το ότι στο αρμόδιο Πολεοδομικό Γραφείο την απαιτούμενη αίτηση, για την έκδοση οικοδομικών αδειών, κατέθετε ένας από τους εναγόμενους - διαχειριστές, όπως ενδεικτικά οι υπ' αρ. 200/2005, 201/2005 άδειες της Πολεοδομίας Ν. Μουδανιών, που εκδόθηκαν κατόπιν αιτήσεων που κατέθεσε ο πρώτος εναγόμενος, καθώς οι εναγόμενοι κατοικούσαν μόνιμα στη Χαλκιδική και ήταν, πρακτικά, πιο εύκολο να εμφανίζονται ενώπιον των συμβολαιογράφων και των δημοσίων υπηρεσιών και να κινούν τις διαδικασίες για την ανέγερση οικοδομών, σε σχέση με τον ενάγοντα, που κατοικούσε εκτός Ελλάδας.

Τέλος η κρίση ότι και ο ενάγων ασκούσε διαχείριση ενισχύεται και από το γεγονός ότι, κατά την κατάρτιση των οριστικών συμβολαίων αγοραπωλησίας, εμφανιζόταν πάντοτε και ο ενάγων ενώπιον του συμβολαιογράφου, όπως, ενδεικτικά προκύπτει από το υπ' αρ. ....2004 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ν.

Τ. που αυτός εμφανίζεται ως "συνδιαχειριστής" της εργολάβου εταιρίας... Κατόπιν των ανωτέρω, αποδεικνύεται η ύπαρξη νόμιμης υποχρέωσης τόσο του πρώτου όσο και του δεύτερου των εναγομένων να παράσχουν λογοδοσία στον ενάγοντα για την διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων, για ολόκληρο το αιτούμενο χρονικό διάστημα κατά το οποίο αποδείχθηκε ότι ήταν συνδιαχειριστές με τον ενάγοντα... ".

Έτσι όμως που έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή οι εναγόμενοι (νυν αναιρεσείοντες) υπείχαν υποχρέωση να παράσχουν λογοδοσία, παρά την παραδοχή ότι ο ενάγων (νυν αναιρεσίβλητος) ήταν συνδιαχειριστής από κοινού με αυτούς (εναγόμενους) της ομόρρυθμης εταιρίας και όχι απλά μη διαχειριστής εταίρος, ασκούσε δε ουσιαστική ενεργή διαχείριση, έσφαλε, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα ανωτέρω στην υπό στοιχεία II μείζονα σκέψη, περί την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 303 Α.Κ., όπως παραπονούνται οι αναιρεσείοντες με τον εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. δεύτερο λόγο αμφοτέρων των αιτήσεων αναίρεσης, ο οποίος επομένως είναι βάσιμος.

Κατόπιν των ανωτέρω, κατά παραδοχή των ως άνω κριθέντων ως βάσιμων πρώτου και δεύτερου λόγων αμφοτέρων των αναιρέσεων, πρέπει να αναιρεθούν οι προσβαλλόμενες 121/2022 και 1958/2013 αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ). Επίσης πρέπει να διαταχθεί η απόδοση του παράβολου της αναίρεσης σε έκαστο αναιρεσείοντα (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος στη δικαστική δαπάνη εκάστου αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183 και 191 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί τις 121/2022 και 1958/2023 αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου της αναίρεσης σε έκαστο αναιρεσείοντα.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο Μ. Ζ. στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσείοντα Ε. Ζ., την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο Μ. Ζ. στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσείοντα Χ. Ζ., την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Δεκεμβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2025.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ