Legislator Case Law & Legislation
707/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on jurisdictional error regarding private employment contract termination timing.

Case Number 707/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeals filed by the State and the employee against a lower court ruling. The State argued that the civil court lacked jurisdiction because the employment contract had already terminated before the administrative body issued its decision. The court rejected this, noting that the contract's expiration did not alter the nature of the relationship or the timing of the administrative act. Consequently, the appeals were found baseless, and the State was ordered to pay the litigation costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 573 of the Code of Civil Procedure; The expiration of a successive employment contract prior to the administrative decision does not deprive civil courts of jurisdiction over the characterization of the relationship as an indefinite-term private employment contract.

Keywords

AI generated
jurisdictional error employment contract termination administrative act timing civil court competence private employment law

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 573 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
Common Ministerial Decision No. 134423 dated 8.12.1992/20.1.1993

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 707 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 707/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 12 Μαρτίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει τις εξής υποθέσεις μεταξύ:

Α)Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Αφροδίτη Καρούκη, Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Χ. Ρ. του Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Κωνσταντόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που δεν κατέθεσε προτάσεις. Β)Της αναιρεσείουσας: Χ. Ρ. του Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Κωνσταντόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Ανώτατη Σχολή Παιδαγωγικής και Τεχνολογικής Εκπαίδευσης" και το διακριτικό τίτλο ΑΣΠΑΙΤΕ που εδρεύει στο Αμαρούσιο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και 2)Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Το πρώτο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βαρβάρα Ρουσιά - Κεπεγιάννη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις και το 2ο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Αφροδίτη Καρούκη, Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/8/2010 αγωγή της Χ. Ρ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14777/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 2174/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 17/10/2017 αίτησή του και η Χ. Ρ. με την από 23/10/2017 αίτηση της. Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 28.6.2018 κλήση της αναιρεσείουσας, νόμιμα φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση η από αυτήν ασκηθείσα από 23.10.2017 με αριθ. κατάθ. 21491/240/23.10.2017 αίτηση αναίρεσης της με αριθ. 2174/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, μετά την ματαίωση της συζήτησης αυτής κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 29ης Μαΐου 2018.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιον του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (ΑΠ 182/2015, ΑΠ 293/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, συντρέχει νόμιμη περίπτωση συνεκδίκασης: α) της από 23.10.2017 και με αριθ. κατάθεσης 21491/240/23.10.2017 αίτησης αναίρεσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας Χ. Ρ. κατά του πρώτου και τρίτου των εναγομένων και ήδη πρώτου και δευτέρου των αναιρεσίβλητων Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ανώτατη Σχολή Παιδαγωγικής και Τεχνολογικής Εκπαίδευσης" και τον διακριτικό τίτλο ΑΣΠΑΙΤΕ και του Ελληνικού Δημοσίου και β) της από 17.10.2017 και με αριθ. κατάθ. 21455/237/20.10.2017 αντίθετης αίτησης αναίρεσης του τρίτου των εναγομένων και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης Χ. Ρ., με την οποία προσβάλλεται η αυτή υπ' αριθμό 2174/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, επειδή είναι πρόδηλη η μεταξύ τους συνάφεια και διευκολύνεται έτσι η διεξαγωγή της δίκης.

Με τις από 23.10.2017 και με αριθ. κατάθεσης 21491/240/23.10.2017 και από 17.10.2017 και με αριθ. κατάθ. 21455/237/20.10.2017 αντίθετες αιτήσεις αναίρεσης προσβάλλεται η ερήμην του δευτέρου των εφεσιβλήτων Ανωτάτου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού - ΑΣΕΠ [μη διαδίκου στην ανοιγείσα αναιρετική δίκη] και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 2174/4.9.2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Με την προσβαλλομένη απόφαση έγινε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η από 18.11.2014 και με αριθ. κατάθ. 4529/18.11.2014 έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας -αναιρεσίβλητης, εξαφανίσθηκε η υπ' αριθ. 14777/12.8.2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που είχε απορρίψει για έλλειψη δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων την από 11.5.2012 και υπ' αριθ.

κατάθ. 3990/14.5.2012 αγωγή αυτής, και δικάζοντας την άνω αγωγή, έγινε αυτή δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία μόνο ως προς το τρίτο των εναγομένων και ήδη δεύτερο των αναιρεσίβλητων - αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, του οποίου αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση καταβολής στην ενάγουσα του συνολικού ποσού των 19.397,50 ευρώ, ως αποζημίωση προς αποκατάσταση της ζημίας που αυτή υπέστη από την απώλεια αποδοχών για το διάστημα από 16.10.2008 έως 31.12.2010 από παράνομη πράξη του ΑΣΕΠ, πλέον του ποσού των 1.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής της βλάβης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Με την ίδια απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως παθητικά ανομιμοποίητη την πιο πάνω αγωγή ως προς το πρώτο των εναγομένων και ήδη πρώτο των αναιρεσίβλητων Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ανώτατη Σχολή Παιδαγωγικής και Τεχνολογικής Εκπαίδευσης" (ΑΣΠΑΙΤΕ) και ως προς το δεύτερο των εναγομένων Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ), μη διάδικο στην ανοιγείσα αναιρετική δίκη.

Επίσης με την ίδια απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή, κατά το μέρος που αφορούσε αξιώσεις της ενάγουσας κατά του τρίτου των εναγομένων Ελληνικού Δημοσίου προς αποκατάσταση της ζημίας της για το αιτούμενο διάστημα από 15.9.2004 έως και το Μάιο του 2006 ως μη νόμιμη και για το διάστημα από τον Ιούνιο του 2006 έως 15.10.2008 ως παραγεγραμμένη.

Οι ως άνω αιτήσεις αναίρεσης ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, πριν από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού η κατάθεση των άνω αιτήσεων αναίρεσης στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου έλαβε χώρα στις 23 και 20 Οκτωβρίου 2017 αντίστοιχα, ενώ η επίδοση της τελευταίας έλαβε χώρα στις 30 Νοεμβρίου 2017, όπως προκύπτει από σχετική επισημείωση του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή επί αντιγράφου αυτής (άρθ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 ΚΠολΔ).

Είναι συνεπώς παραδεκτές (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτές λόγων αναίρεσης (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Ι. Επί της από 23.10.2017 αίτησης αναίρεσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας.

Με τις διατάξεις των άρθρων 5, 6 και 7 του Π.Δ/τος 164/2004 προσαρμόσθηκε η ελληνική νομοθεσία στην Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, καθ' όσον αφορά τη λήψη μέτρων για την αποτροπή της κατάχρησης της μισθωτής εργασίας που είναι δυνατόν να προκαλείται σε περιπτώσεις χρησιμοποίησης από το Δημόσιο και τα άλλα νομικά πρόσωπα (δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου) του ευρύτερου δημόσιου τομέα, διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του οικείου φορέα απασχόλησης, αντί συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Η προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου έγινε, δυνάμει των ως άνω διατάξεων του Π.Δ/τος 164/2004, σε συνάρτηση με την απαγόρευση μετατροπής από 18.4.2001 των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που θεσπίσθηκε με την παράγραφο 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, η οποία προστέθηκε με το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής, διότι δεν προβλέφθηκε ως κύρωση για τη χρησιμοποίηση από το Δημόσιο και τα άλλα νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ή έργου ορισμένου χρόνου για την εξυπηρέτηση πάγιων και διαρκών αναγκών, η μετατροπή αυτών σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Αυτή η δυνατότητα υπήρχε για τα κράτη - μέλη, διότι η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου δεν επιβάλλει στα κράτη - μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αλλά επιτρέπει στον εθνικό νομοθέτη να λαμβάνει τα κατά την κρίση του πρόσφορα μέτρα για την αποτροπή της κατάχρησης της μισθωτής εργασίας, τέτοια δε πρόσφορα μέτρα είναι κατά την Οδηγία και τα ληφθέντα από τον Έλληνα νομοθέτη με τις διατάξεις των άρθρων 5, 6 και 7 του Π.Δ/τος 164/2004 (ΔΕΕ υπόθ.

Α. κλπ C 378 - 380/2007). Εξ άλλου, επειδή, η προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου έπρεπε να γίνει το βραδύτερο μέχρι τις 10.7.2002 και δεδομένου ότι οι ρυθμίσεις των διατάξεων των άρθρων 5, 6 και 7 του Π.Δ/τος 164/2004 τέθηκαν σε ισχύ από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (19.7.2004) και όχι αναδρομικά, προκειμένου να καλυφθεί το χρονικό διάστημα που μεσολαβούσε από 10.7.2002 έως 19.7.2004, το ίδιο Π.Δ/μα περιέλαβε στο άρθρο 11 ρυθμίσεις μεταβατικού χαρακτήρα, οι οποίες κρίθηκαν συνταγματικά ανεκτές ως μεταβατικές διατάξεις τακτοποίησης εκκρεμών εργασιακών σχέσεων στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα (ΟλΑΠ 16/2017).

Ειδικότερα με την εν λόγω διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1,2, 3 και 5 του Π.Δ/τος 164/2004 ορίζεται ότι: (Παρ.1). "Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δεκαοκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση.

β) Ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδαφίου (α) να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση. ...

γ) Το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον το οποίο υπηρετεί ο φορέας αυτός.

δ) Ο κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να έχει παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση. Οι διαδοχικές συμβάσεις μειωμένου ωραρίου εργασίας συνιστούν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής, συμβάσεις αορίστου χρόνου μειωμένης απασχόλησης αντίστοιχης με την αναγραφόμενη στην αρχική σύμβαση". (Παρ.2). "Για τη διαπίστωση της συνδρομής των κατά την προηγούμενη παράγραφο προϋποθέσεων, ο εργαζόμενος υποβάλλει, εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος, αίτηση προς τον οικείο φορέα, στην οποία αναφέρει τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών.

Αρμόδιο όργανο να κρίνει αιτιολογημένα εάν συντρέχουν, κατά περίπτωση, οι προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου, είναι το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό και όπου δεν υπάρχει, το Διοικητικό Συμβούλιο ή το διοικούν όργανο του οικείου νομικού προσώπου ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό κατά την κείμενη νομοθεσία.

Στις δημοτικές ή κοινοτικές επιχειρήσεις αρμόδιο όργανο είναι, σε κάθε περίπτωση, το Δημοτικό ή Κοινοτικό Συμβούλιο του οικείου Ο.Τ.Α., ύστερα από εισήγηση του Διοικητικού Συμβουλίου ή του διοικούντος οργάνου της επιχείρησης. Το κατά τα ανωτέρω αρμόδιο όργανο κρίνει περαιτέρω εάν στις συμβάσεις έργου ή άλλες συμβάσεις ή σχέσεις υποκρύπτεται σχέση εξαρτημένης εργασίας.

Η κατά τις ως άνω διατάξεις κρίση του αρμόδιου οργάνου ολοκληρώνεται το αργότερο εντός πέντε (5) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος". (Παρ. 3). "Οι κατά την παρ. 2 κρίσεις των αρμόδιων οργάνων, θετικές ή αρνητικές, διαβιβάζονται αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.), το οποίο αποφαίνεται εντός τριών (3) μηνών από τη διαβίβαση σε αυτό των σχετικών κρίσεων". (Παρ.4). ... (Παρ. 5).

Στις διατάξεις της παρ. 1 του παρόντος άρθρου συμπεριλαμβάνονται και οι συμβάσεις, οι οποίες έχουν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος λογιζόμενες ως ενεργές διαδοχικές συμβάσεις ως την έναρξη ισχύος του παρόντος. Η προϋπόθεση του εδ.

α της παρ. 1 του παρόντος άρθρου πρέπει να συντρέχει κατά το χρόνο λήξης της σύμβασης". Από τις προαναφερθείσες διατάξεις και ιδίως από εκείνη της παρ. 2 του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004 συνάγεται ότι η θετική ή αρνητική κρίση του αρμοδίου οργάνου του οικείου δημόσιου φορέα όπου απασχολείται ή απασχολείτο ο εργαζόμενος με διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου περί της συνδρομής ή μη όλων των προϋποθέσεων της παρ. 1 του ιδίου άρθρου, φέρει ουσιαστικά γνωμοδοτικό χαρακτήρα, εκφράζοντας τις απόψεις του οικείου φορέα προς το ΑΣΕΠ και κατά τούτο δεν συνιστά η κρίση αυτή εκτελεστή διοικητική πράξη (ΣτΕ 1682/2009, σχετ.

ΣτΕ 673/2015). Αντιθέτως συνιστά εκτελεστή διοικητική πράξη η περί τούτου απόφαση του Ανωτάτου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ), στο οποίο κατά την παρ. 3 της ιδίας διάταξης ανήκει η αποφασιστική αρμοδιότητα για την αποδοχή ή την απόρριψη της αίτησης και το οποίο οφείλει να εκδώσει την σχετική απόφασή του με νόμιμη και επαρκή αιτιολογία που να ανταποκρίνεται στα στοιχεία του φακέλου (ΣτΕ 227/2016, ΣτΕ 1894/2014), προβαίνοντας έτσι σε ουσιαστικό έλεγχο της συνδρομής ή μη των προϋποθέσεων για τον χαρακτηρισμό των διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και μη περιοριζόμενο σε απλό έλεγχο νομιμότητας της θετικής ή αρνητικής κρίσης του φορέα απασχόλησης του μισθωτού (ΣτΕ 410/2015).

Η απόρριψη δε της αίτησης αιτιολογείται νομίμως σε περίπτωση κατά την οποία το Α.Σ.Ε.Π. διαπιστώνει, βάσει των αναφερομένων στην αίτηση του ενδιαφερομένου και των στοιχείων του φακέλου, ότι δεν συντρέχει έστω και μία από τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 11 του Π.Δ/τος 164/2004, δεδομένου ότι για τη σύσταση εφεξής σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου μεταξύ του ενδιαφερομένου και του φορέα απασχόλησης απαιτείται να συντρέχουν όλες οι προβλεπόμενες στο εν λόγω άρθρο προϋποθέσεις (ΣτΕ 227/2016).

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ ορίζεται ότι "Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημοσίας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης, που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος.

Μαζί με το δημόσιο ευθύνεται εις ολόκληρον και το υπαίτιο πρόσωπο με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων για την ευθύνη των υπουργών", ενώ με τη διάταξη του άρθρου 106 του ιδίου Εισαγωγικού Νόμου ορίζεται ότι: "Οι διατάξεις των δύο προηγούμενων άρθρων εφαρμόζονται και για την ευθύνη των δήμων, των κοινοτήτων ή άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου από πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που βρίσκονται στην υπηρεσία τους".

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η κατά τα ως άνω άρθρα ευθύνη του Δημοσίου Ο.Τ.Α. ή Ν.Π.Δ.Δ. προς αποζημίωση για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας, που τους έχει ανατεθεί, παρέχεται στις περιπτώσεις που η παράνομη συμπεριφορά συντελείται είτε με την έκδοση μη νόμιμης εκτελεστής διοικητικής πράξης των οργάνων του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ή με τη μη νόμιμη παράλειψη έκδοσης τέτοιας πράξης, είτε από υλικές ενέργειες που τελέσθηκαν σε συνάρτηση προς την οργάνωση και λειτουργία της δημόσιας υπηρεσίας ή εξαιτίας τους, εφόσον όμως δεν συνδέονται με την ιδιωτική διαχείριση της περιουσίας του Δημοσίου, ούτε οφείλονται σε πταίσμα του οργάνου που ενήργησε εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών του καθηκόντων (ΑΕΔ 3/2004, ΑΕΔ 5/1995, ΑΠ 1627/2017, ΣτΕ 1531/2018).

Απαραίτητη, πάντως, προϋπόθεση για την επιδίκαση αποζημίωσης είναι, μεταξύ άλλων, η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παρανόμου πράξης ή παράλειψης ή της υλικής ενεργείας ή παράλειψης υλικής ενεργείας του δημοσίου οργάνου και της ζημίας που επήλθε. Αιτιώδης δε σύνδεσμος υπάρχει, όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η πράξη ή η παράλειψη ήταν επαρκώς ικανή (πρόσφορη) και μπορούσε αντικειμενικά κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού να επιφέρει τη ζημία, την οποία και πράγματι επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 517/2017, ΑΠ 81/2013, ΑΠ 425/2006, ΣτΕ 76/2018, ΣτΕ 596/2017 ΣτΕ 2224/2014).

Εξ άλλου, από τις ως άνω διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 297 και 298 του ΑΚ συνάγεται ότι η αποζημίωση περιλαμβάνει την αποκατάσταση τόσο της θετικής όσο και της αποθετικής ζημίας του ζημιωθέντος που προκλήθηκε από την κατά τα άνω παράνομη πράξη ή παράλειψη.

Συνεπώς, στην εν λόγω αποζημίωση περιλαμβάνεται τόσο η αποκατάσταση της ζημίας την οποία υπέστη η υπάρχουσα πριν από την παράνομη πράξη ή παράλειψη των δημοσίων οργάνων περιουσία του ζημιωθέντος, όσο και η αποκατάσταση της ζημίας, την οποία υπέστη αυτός με τη στέρηση, εξαιτίας της παράνομης πράξης ή παράλειψης, παροχών τις οποίες με πιθανότητα, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις, θα αποκόμιζε, εάν δεν είχε μεσολαβήσει η παράνομη αυτή πράξη ή παράλειψη (ΣτΕ 7/2017, ΣτΕ 1077/2014), όπως είναι και η στέρηση των υπερτέρων αποδοχών του μισθωτού, λόγω της μη κατάταξής του σε αντίστοιχη οργανική θέση που οφείλεται στην παρά το νόμο έκδοση αρνητικής εκτελεστής ατομικής διοικητικής πράξης σε βάρος του μισθωτού, η οποία απέρριψε το σχετικό αίτημα του τελευταίου.

Επομένως [με την επιφύλαξη της περίπτωσης που κατά την κείμενη νομοθεσία απαιτείται η σύμφωνη γνώμη άλλου οργάνου ή υπηρεσίας για την έκδοση σχετικής ατομικής εκτελεστής διοικητικής πράξης από το αποφασίζον όργανο (σχετ. ΑΠ 504/1986, ΑΠ 1506/1990), περίπτωση περί της οποίας δεν πρόκειται], η θετική ή αρνητική κρίση του φορέα απασχόλησης για τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων εφαρμογής της παρ. 1 του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004 στο πρόσωπο του υποβαλόντος σχετική αίτηση μισθωτού του φορέα, η οποία έχει απλώς γνωμοδοτικό χαρακτήρα διαλαμβάνουσα τις απόψεις του οικείου φορέα, δεν στοιχειοθετεί παράνομη πράξη του εν λόγω φορέα κατά την έννοια των άρθρων 105 και 106 του ΕισΝΑΚ, εφόσον αυτή δεν έχει εκτελεστό χαρακτήρα, ούτε άλλωστε αυτή τελεί σε πρόσφορο αιτιώδη σύνδεσμο με την επικαλουμένη ζημία από τη στέρηση των αποδοχών τις οποίες ο μισθωτός κατά πάσα πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα αποκόμιζε, εάν δεν είχε μεσολαβήσει η πράξη αυτή, αφού στην περίπτωση αυτή μεσολαβεί η έχουσα εκτελεστό χαρακτήρα απόφαση του ΑΣΕΠ, το οποίο κατά νόμο οφείλει να ερευνήσει από άποψη ουσίας τα στοιχεία του φακέλου προκειμένου ν' αποφανθεί για την αίτηση του μισθωτού, μη δεσμευόμενο από τις απόψεις του φορέα απασχόλησης και ασκώντας προς τούτο αποφασιστική αρμοδιότητα με την έκδοση σχετικής αιτιολογημένης απόφασης (πρβλ.

ΣτΕ 1319/2017). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την ένδικη από 31.8.2010 και με αριθ. κατ. 35559/2010 αγωγή, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ιστορούσε ότι απασχολήθηκε στο πρώτο των εναγομένων και ήδη πρώτο των αναιρεσίβλητων Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ανώτατη Σχολή Παιδαγωγικής και Τεχνολογικής Εκπαίδευσης" και τον διακριτικό τίτλο ΑΣΠΑΙΤΕ (πρώην ΣΕΛΕΤΕ) από 15.10.1999 έως 30.5.2004, δυνάμει των αναγραφομένων στην αγωγή αλλεπάλληλων διαδοχικών συμβάσεων έργου προς εξυπηρέτηση της γραμματειακής υποστήριξης του άνω εναγομένου στο παράρτημα αυτού στη …., οι οποίες στην πραγματικότητα υπέκρυπταν ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Ότι οι δύο τελευταίες από τις πιο πάνω συμβάσεις που αφορούσαν την περίοδο από 3.11.2003 έως 26.2.2004 και από 26.2.2004 έως 30.5.2004 καταρτίσθηκαν ως συμβάσεις πρόσληψης και ανάθεσης διδακτικού έργου ορισμένου χρόνου, πλην όμως στην πραγματικότητα η ενάγουσα ουδέποτε παρείχε εκπαιδευτικό έργο, αλλά η εργασία που παρείχε συνίστατο στη γραμματειακή και διοικητική υποστήριξη της Γραμματείας του παραρτήματος της ΑΣΠΑΙΤΕ στη ….., όπως και βάσει των συμβάσεων των προηγουμένων ετών.

Ότι στις 15.9.2004 υπέβαλλε αίτηση προς το Υπηρεσιακό Συμβούλιο του ανωτέρω Ν.Π.Δ.Δ. προκειμένου να υπαχθεί στις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004, τις προϋποθέσεις του οποίου πληρούσε. Ότι με την 1/31.3.2005 πράξη του το Υπηρεσιακό Συμβούλιο του εν λόγω Ν.Π.Δ.Δ. εξέφρασε αρνητική κρίση, με το αιτιολογικό ότι με τις δύο τελευταίες συμβάσεις μεταβλήθηκε το αντικείμενο των υπηρεσιών που προσέφερε από την παροχή διοικητικού έργου σε παροχή εκπαιδευτικού έργου, με συνέπεια να μην πληρούνται οι όροι και προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης αυτής, παρόλο που η πραγματική φύση των υπηρεσιών της ενάγουσας προς το εν λόγω Ν.Π.Δ.Δ.

προέκυπτε από τα στοιχεία της εν λόγω υπηρεσίας, τα οποία όμως δεν λήφθηκαν υπόψη. Ότι την ανωτέρω αρνητική κρίση υιοθέτησε το δεύτερο των εναγομένων [μη διάδικο στην ανοιγείσα αναιρετική δίκη] Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ) με την με αριθ. 346/26.1.2006 απόφαση του Δ' Τμήματος αυτού. Ότι τόσο το ως άνω Ν.Π.Δ.Δ.

δια του οργάνου του (Υπηρεσιακού Συμβουλίου), όσο και το ΑΣΕΠ ενήργησαν παρανόμως, εφαρμόζονταν εσφαλμένα τις ρυθμίσεις του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004, καθότι δεν διερεύνησαν, ούτε αξιολόγησαν την πραγματική φύση της απασχόλησής της ενάγουσας που προέκυπτε από τ' αναγραφόμενα στην αγωγή έγγραφα που υπήρχαν στην Υπηρεσία, από τα οποία προέκυπτε ότι καθ' όλο το πιο πάνω χρονικό διάστημα από την πρόσληψή της αυτή εργάσθηκε αποκλειστικά ως διοικητική υπάλληλος, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του πρώτου των εναγομένων Ν.Π.Δ.Δ.

και δεν προσέφερε ποτέ εκπαιδευτικό έργο. Ότι στη συνέχεια, κατόπιν υποβολής από την ενάγουσα της από 22.8.2006 αίτησης θεραπείας προς το ΑΣΕΠ, το τελευταίο εξέδωσε την με αριθ. 156/27.6.2008 απόφασή του, με την οποία ανέπεμψε προς επανεξέταση την υπόθεση στο αρμόδιο Υπηρεσιακό Συμβούλιο του Ν.Π.Δ.Δ. προκειμένου το τελευταίο να προβεί σε νέα αιτιολογημένη κρίση, λαμβάνοντας υπόψη τα στοιχεία που υπήρχαν στην Υπηρεσία, αλλά δεν λήφθηκαν υπόψη.

Ότι το Υπηρεσιακό Συμβούλιο του πρώτου των εναγομένων Ν.Π.Δ.Δ. με την με αριθ. 4/12.5.2009 απόφασή του εξέφρασε θετική κρίση, θεωρώντας ότι η ενάγουσα πληρούσε κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης στις 15.9.2004 τις προϋποθέσεις του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004. Ότι μετά την κρίση αυτή η υπόθεση διαβιβάσθηκε εκ νέου στο ΑΣΕΠ, το οποίο με την με αριθ. 165/21.10.2009 απόφασή του έκρινε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης αυτής στο πρόσωπο της ενάγουσας και ανακάλεσε την προηγούμενη με αριθ. 346/26.1.2006 απόφασή του.

Ότι σε συνέχεια των ανωτέρω καταρτίσθηκε στις 24.2.2010 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου μεταξύ της ενάγουσας και του πρώτου των εναγομένων Ν.Π.Δ.Δ., δηλαδή σχεδόν έξι έτη μετά την υποβολή της αρχικής αίτησης αυτής στις 15.9.2004. Επικαλούμενη δε παρανομία του Υπηρεσιακού Συμβουλίου του πρώτου των εναγομένων Ν.Π.Δ.Δ και του δευτέρου των εναγομένων ΑΣΕΠ [για την οποία ενέχεται το τρίτο των εναγομένων Ελληνικό Δημόσιο] που παράνομα με την έκδοση των ανωτέρω πράξεων τους αρνήθηκαν να υπαγάγουν αυτή στις ρυθμίσεις της μεταβατικής διάταξης του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004 και να χαρακτηρίσουν, μέχρι την έκδοση της δεύτερης απόφασης του ΑΣΕΠ που ανακάλεσε την προηγουμένη, την εργασιακή της σχέση ως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ζήτησε κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό με δήλωσή της που καταχωρήθηκε στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, αλλά και με τις προτάσεις της, ν' αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων να της καταβάλουν εις ολόκληρο ο καθένας:

α) ως αποζημίωση (διαφυγόντα εισοδήματα), κατ' εφαρμογή των άρθρων 105 και 106 του ΕισΝΑΚ, τις αποδοχές που αυτή απώλεσε κατά το χρονικό διάστημα από τις 15.9.2004, οπότε υπέβαλε την ανωτέρω αίτηση για την ένταξή της στη μεταβατικού χαρακτήρα ρύθμιση του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004, μέχρι τα τέλη του έτους 2009, τις οποίες με βεβαιότητα θ' αποκόμιζε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, εάν δεν είχαν μεσολαβήσει οι αρχικές παράνομες πράξεις του Υπηρεσιακού Συμβουλίου του πρώτου εναγομένου Ν.Π.Δ.Δ.

με την με αριθ. 1/31.5.2005 αρνητική του κρίση και του δεύτερου εναγομένου ΑΣΕΠ με την με αριθ. 346/26.1. 2006 απόφασή του, συνολικού ύψους 87.893 ευρώ και β) 20.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης την οποία υπέστη από την παράνομη συμπεριφορά των αντιδίκων της που αποτελούσε παράλληλα και προσβολή της προσωπικότητάς της, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού διέλαβε μείζονα σκέψη επί των προϋποθέσεων εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 105 και 106 του ΕισΝΑΚ και του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004, απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή, ως προς το πρώτο των εναγομένων Ν.Π.Δ.Δ. [και με άλλη αιτιολογία ως προς το δεύτερο των εναγομένων ΑΣΕΠ] με το ακόλουθο σκεπτικό: "Η αγωγή, περαιτέρω, παρίσταται μη νόμιμη και για το λόγο αυτό απορριπτέα αναφορικά με το πρώτο εναγόμενο, Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Ανώτατη Σχολή Παιδαγωγικής και Τεχνολογικής Εκπαίδευσης" και τον διακριτικό τίτλο ΑΣΠΑΙΤΕ.

Ειδικότερα, εφόσον κατά τις οικείες νομικές παραδοχές της ανωτέρω υπό στοιχείο Γ νομικής σκέψης, αναγκαία ουσιαστική προϋπόθεση εκ του νόμου και δη εκ των άρθρων 105 και 106 του ΕισΝΑΚ που πρέπει να συντρέχει για την κατάφαση αποζημιωτικής ευθύνης είναι (πλην των παράνομων υλικών ενεργειών ή παραλείψεων του αρμοδίου οργάνου, περίπτωση για την οποία δεν πρόκειται εν προκειμένω) η έκδοση παράνομης εκτελεστής διοικητικής πράξης, η οποία να επέφερε, ως αιτιωδώς συνδεόμενο αποτέλεσμα, την ύπαρξη της επικαλούμενης ζημίας, εν προκειμένω τούτη η προϋπόθεση δεν πληρούται σε σχέση με το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ.

Και τούτο, διότι εξαιτίας του γνωμοδοτικού χαρακτήρα που έχει εκ του νόμου και δη εκ του άρθρου 11 του Π.Δ. 164/2004 η αρνητική κρίση που το Υπηρεσιακό Συμβούλιο του εν λόγω διαδίκου εξέφρασε δια της 1/31.3.2005 πράξης του σε σχέση με τον χαρακτήρα της απασχόλησης της ενάγουσας στο ίδιο, οπότε η πράξη του δεν αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη, το ΑΣΕΠ, όργανο της κρατικής εξουσίας, είναι αποκλειστικώς αρμόδιο, σύμφωνα με την ίδια διάταξη, έχον μόνο αυτό την αποφασιστική αρμοδιότητα να αποφασίζει αν ένας εργαζόμενος πληροί τις τασσόμενες από την ως άνω μεταβατική διάταξη προϋποθέσεις για το χαρακτηρισμό της απασχόλησής του (ενεργή την 19.7.2004 ή εντός του τελευταίου τριμήνου πριν από το χρόνο αυτό) με κατ' επίφαση συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή συμβάσεις έργου ή οποιασδήποτε άλλης σχέσης, ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.

Ενόψει όμως αυτών των νομικών παραδοχών, η ως άνω πράξη του Υπηρεσιακού Συμβουλίου του Ν.Π.Δ.Δ., σε παραδοχή και του προβληθέντος ισχυρισμού του, δεν τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την επικληθείσα από την ενάγουσα ζημία, αφού η μη σύσταση τέτοιας σύμβασης, εξαιτίας της οποίας, κατά τους ισχυρισμούς της, απώλεσε τις αποδοχές που θα ελάμβανε και έτσι υπέστη ισόποση αποθετική ζημία, καθώς και ηθική βλάβη, δεν έγινε βάσει της επίμαχης αρνητικής κρίσης του ως άνω Συμβουλίου, αλλά εξαιτίας της αρνητικής με αριθμό 346/26.1.2006 απόφασης του ΑΣΕΠ".

Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ορθώς ερμήνευσε και στη συνέχεια εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 105 και 106 του ΕισΝΑΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις των παρ. 2 και 3 του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004. Το ότι κατά το άρθ. 11 παρ. 2 εδ. β του Π.Δ/τος 164/2004, αρμόδιο κατά νόμο όργανο για την υποβολή θετικής ή αρνητικής κρίσης προς το ΑΣΕΠ σχετικά με τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων της παρ. 1 του ιδίου άρθρου του ως άνω Π.Δ/τος είναι το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο (ή, σε περίπτωση έλλειψης του το στη διάταξη αυτή οριζόμενο όργανο) δεν διαφοροποιεί τα ανωτέρω, καθόσον δεν μεταβάλει το χαρακτήρα της πράξης του αυτής, ως μη εκτελεστής διοικητικής πράξης, έχουσας γνωμοδοτικό χαρακτήρα, ενόψει του ότι το ΑΣΕΠ είναι το κατά νόμο αποφασίζον όργανο που ασκεί την προς τούτο αποφασιστική αρμοδιότητα με την έκδοση σχετικής εκτελεστής διοικητικής πράξης και το οποίο κατά νόμο οφείλει να ερευνήσει από άποψη ουσίας τα στοιχεία του φακέλου προκειμένου ν' αποφανθεί για την αίτηση του μισθωτού, μη δεσμευόμενο από τις απόψεις του φορέα απασχόλησης και μη διενεργώντας μόνο έλεγχο νομιμότητας.

Ούτε συνάγεται κάτι διαφορετικό από το άρθρο 20 του Ν. 2690/1999 για τον Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας που επικαλείται η αναιρεσείουσα, το οποίο αναφέρεται απλώς στον τρόπο υποβολής της απλής ή σύμφωνης γνώμης, όπου ο νόμος το επιβάλλει, και στο περιεχόμενο αυτής. Επομένως, ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο απέρριψε την ένδικη αγωγή ως προς το πρώτο των εναγομένων και ήδη πρώτο των αναιρεσίβλητων Ν.Π.Δ.Δ., καθότι παράνομες κατά την έννοια των άρθρων 105 και 106 ΕισΝΑΚ μπορεί να είναι και οι μη εκτελεστές διοικητικές πράξεις, όπως είναι οι γνωμοδοτικές, εφόσον αυτές εντάσσονται στην ίδια σύνθετη διοικητική ενέργεια της παραγωγής εκτελεστής διοικητικής πράξης, είναι αβάσιμος.

Μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης ως προς το πρώτο των αναιρεσίβλητων Ν.Π.Δ.Δ. πρέπει ν' απορριφθεί ως προς αυτό η από 23.10.2017 αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου Ν.Π.Δ.Δ. που παρέστη με χωριστό νομικό παραστάτη και κατέθεσε προτάσεις (άρθ. 176, 183 του ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που αφορά όλους τους λόγους αναίρεσης, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο αυτό, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό, που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως (ΑΠ 199/2017, ΑΠ 183/2014, ΑΠ 2319/2014, ΑΠ 114/2009).

Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο τρόπος επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΑΠ 1254/2010, ΑΠ 114/2009). Τέλος λόγος αναίρεσης που πλήττει αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης και μάλιστα της μείζονος πρότασης αυτής που δεν στηρίζει το διατακτικό της είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο αυτού σκέλος η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι με το να δεχθεί έναντι του τρίτου των εναγομένων και ήδη δεύτερου των αναιρεσίβλητων Ελληνικού Δημοσίου ότι οι πέραν της διετίας πριν την άσκηση της ένδικης αγωγής γεννηθείσες αξιώσεις αυτής προς αποζημίωση από την απώλεια των αποδοχών της εξ αιτίας παράνομης πράξης εκ μέρους του ΑΣΕΠ έχουν υποπέσει στην από το νόμο προβλεπόμενη διετή παραγραφή, παραβίασε α) τη διάταξη του άρθρου 91 του Ν. 2362/1995, καθόσον οι επί μέρους αξιώσεις της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας σε βάρος του τρίτου των εναγομένου και ήδη δεύτερου των αναιρεσίβλητων Ελληνικού Δημοσίου προς αποκατάσταση της ζημίας αυτής από την απώλεια των αποδοχών της γεννήθηκαν με την έκδοση της με αριθ. 165/21.2.2009 μεταγενέστερης απόφασης του ΑΣΕΠ που αποκατέστησε διοικητικά αυτήν και όχι με την αρχική με αριθ. 342/26.1.2006 απόφαση της ιδίας Ανεξάρτητης Αρχής που παρανόμως έκρινε ότι δεν συνέτρεχαν στο πρόσωπό της οι προϋποθέσεις του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004 για την διαπίστωση του χαρακτήρα της συνδέουσας αυτής σχέσης με το πρώτο των εναγομένων και ήδη πρώτο των αναιρεσίβλητων Ν.Π.Δ.Δ.

ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και β) τη διάταξη του άρθρου 93 εδ. α του ιδίου νόμου, καθότι για τη διακοπή της παραγραφής αρκεί η υποβολή της υπόθεσης και σε άλλο Δικαστήριο, το οποίο κρίνοντας για διαφορετικό αντικείμενο επιλύει αρμοδίως ζήτημα που αποτελεί τη βάση ή προϋπόθεση της αξίωσης, όπως είναι και η προϋπόθεση προς αποζημίωση.

Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται με το αναιρετήριο ότι πρότεινε τους ως άνω ισχυρισμούς στο Δικαστήριο της ουσίας. Σημειώνεται μάλιστα ότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεων αυτής και της προσθήκης στις προτάσεις της ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η αναιρεσείουσα ουδόλως πρόβαλλε σχετικούς ισχυρισμούς.

Ο ίδιος (δεύτερος) λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο αυτού σκέλος, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η νομοθετική πρόβλεψη της αυτεπάγγελτης λήψης από το δικαστήριο της ουσίας της παραγραφής για αξιώσεις που αφορούν το δημόσιο αντιβαίνει στο άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, πρέπει ν' απορριφθεί ως αλυσιτελής, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεων του τρίτου των εναγομένων και ήδη δεύτερου των αναιρεσίβλητων Ελληνικού Δημοσίου, το τελευταίο τόσο σε πρώτο, όσο και σε δεύτερο βαθμό (βλ.

σελ. 19 αυτών) προέβαλλε κατ' ένσταση σχετικό ισχυρισμό περί παραγραφής των πέραν της διετίας πριν την άσκηση της αγωγής αξιώσεων αποζημίωσης της ενάγουσας - εκκαλούσας. Μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης ως προς το δεύτερο των αναιρεσίβλητων Ελληνικό Δημόσιο, πρέπει ν' απορριφθεί ως προς αυτό η από 23.10.2017 αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, μειωμένων κατά το μέτρο του άρθρου 22 του Ν. 3693/1957 σε συνδυασμό προς την παρ. 2 της υπ' αριθμό 134423 οικ.

της 8.12.1992/20.1.1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β 11), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 5 του Ν. 1738/1987.

ΙΙ. Επί της από 17.10.2017 αίτησης αναίρεσης του τρίτου των εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου.

Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 4 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι λόγος αναίρεσης ιδρύεται (και) όταν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Επομένως ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται όταν το πολιτικό Δικαστήριο δέχτηκε ότι έχει δικαιοδοσία σε υπόθεση που, κατά νόμο, υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών Δικαστηρίων.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 παρ.1 του Ν. 1406/1983, υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών Δικαστηρίων όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας που δεν έχουν μέχρι σήμερα υπαχθεί, κατά δε το άρθρο 1 παρ.2 ίδιου νόμου, στις διαφορές αυτές περιλαμβάνονται ιδίως αυτές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά α) ...

β) ... η) την ευθύνη του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου προς αποζημίωση, σύμφωνα με τα άρθρα 105 και 106 Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, θ) τις κάθε είδους αποδοχές του προσωπικού εν γένει του Δημοσίου, οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου οι οποίες ρυθμίζονται από διατάξεις κανονιστικού περιεχομένου.

Περαιτέρω, η κατά το άρθρο 105 του ΕισΝΑΚ ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί παρέχεται στις περιπτώσεις που η παράνομη συμπεριφορά συντελείται είτε με εκτελεστές διοικητικές πράξεις των οργάνων του ή παραλείψεις προς έκδοση τέτοιων πράξεων, είτε από υλικές ενέργειες που τελέσθηκαν σε συνάρτηση προς την οργάνωση και λειτουργία της δημόσιας υπηρεσίας ή εξαιτίας τους, εφόσον όμως δεν συνδέονται με την ιδιωτική διαχείριση της περιουσίας του Δημοσίου, ούτε οφείλονται σε πταίσμα του οργάνου και αυτό ενήργησε εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών του καθηκόντων (ΑΕΔ 3/2004, ΑΕΔ 5/1995).

Συνεπώς, ακόμη και όταν επιδιώκεται αποζημίωση για παρανομία των οργάνων του Δημοσίου, αλλά η επικαλούμενη ως παράνομη ενέργεια συντελέσθηκε μέσα στα πλαίσια ή έχει ως υπόβαθρο σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ή σύμβαση έργου, οι εντεύθεν διαφορές υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών Δικαστηρίων (ΑΕΔ 3/2004, ΑΠ 1627/2017, ΑΠ 1602/2012).

Τοιαύτη περίπτωση συντρέχει ειδικότερα και όταν η παράνομη συμπεριφορά οργάνου του δημοσίου εκδηλώθηκε με την παράλειψη έκδοσης εκτελεστής διοικητικής πράξης αναφορικά με τον χαρακτηρισμό των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου ή έργου απασχολουμένου στο δημόσιο ή σε φορέα του ευρύτερου δημόσιου τομέα μισθωτού, ως σύμβασης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, καίτοι συνέτρεχαν στη συγκεκριμένη περίπτωση όλες οι από το άρθρο 11 του Π.Δ/τος 164/2004 νόμιμες προς τούτο προϋποθέσεις, με την απόρριψη της περί τούτου αίτησης του μισθωτού, με συνέπεια την πρόκληση ζημίας σε βάρος του τελευταίου από την απώλεια των αποδοχών που σε διαφορετική περίπτωση αυτός θα λάμβανε, αφού και στην περίπτωση αυτή το αντικείμενο της διαφοράς (αποζημίωση) στηρίζεται στην ύπαρξη σχέσης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, η δε επικαλούμενη ως παράνομη ενέργεια του οργάνου του Δημοσίου συντελέσθηκε με υπόβαθρο τη σχέση αυτή (ΑΕΔ 3/2004).

Είναι δε αδιάφορο για την κατά τα άνω φύση της ένδικης διαφοράς ως ιδιωτικού δικαίου το εάν η τελευταία από τις επί μέρους συμβάσεις εργασίας ή έργου του αιτούντος μισθωτού έληξε πριν τη λήψη της φερομένης ως παράνομης απόφασης του οργάνου του δημοσίου, αφού το γεγονός αυτό δεν μεταβάλλει τα πράγματα, ως προς τον χαρακτήρα της σχέσης ως ιδιωτικού δικαίου τοιαύτης (σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου), την οποία όφειλε να χαρακτηρίσει το όργανο του δημοσίου στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του, προβαίνοντας στην έκδοση ατομικής προς τούτο εκτελεστής διοικητικής πράξης.

Επομένως πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο από τον αριθμό 4 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ περί του αντιθέτου μοναδικός λόγος της από 17.10.2017 αναίρεσης του τρίτου των εναγομένων και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, με τον οποίο το τελευταίο προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι με το να δεχθεί κατά ένα μέρος σε βάρος του ως κατ' ουσία βάσιμη την από το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ αγωγή αποζημίωσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης υπερέβη τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, καθότι η ένδικη διαφορά υπαγόταν στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, εφόσον η υποκειμένη σχέση (σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου) είχε ήδη λήξει από 30.5.2004 με την πάροδο της διάρκειας της τελευταίας από τις επί μέρους διαδοχικές συμβάσεις της ενάγουσας, πριν δηλαδή την υποβολή στις 15.9.2004 της αίτησης αυτής στον φορέα που απασχολείτο (ΑΣΠΑΙΤΕ) για τον χαρακτηρισμό της συνδέουσας με αυτό σχέσης ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και πριν από τη λήψη στις 26.1.2006 της σχετικής απόφασης από το Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού και, κατά συνέπεια, κατά την διενέργεια της επικαλουμένης ως παράνομης εκτελεστής διοικητικής πράξης δεν υφίστατο ουδεμία σύμβαση εργασίας ως υπόβαθρο της επικαλουμένης παράνομης ενέργειας του αποφασίζοντος οργάνου.

Τέλος πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας αυτού (άρθ. 176 και 183 του ΚΠολΔ), μειωμένων κατά το μέτρο του άρθρου 22 του Ν. 3693/1957 σε συνδυασμό προς την παρ. 2 της υπ' αριθμό 134423 οικ. της 8.12.1992/20.1.1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β 11), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 5 του Ν. 1738/1987.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει την από 23.10.2017 αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας Χ. Ρ. και την από 17.10.2017 αντίθετη αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου για την αναίρεση της με αριθ. 2174/4.9.2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Απορρίπτει αυτές.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του πρώτου των αναιρεσιβλήτων Ν.Π.Δ.Δ. τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ και στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του δευτέρου των αναιρεσιβλήτων Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Καταδικάζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 31 Μαΐου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 19 Ιουνίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ