Supreme Court dismisses appeal against lower court ruling on inadmissibility due to vague legal standing and claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Single Member Court of Athens' decision declaring the lawsuit inadmissible. The lower court rejected the suit because the legal standing was unclear and the request for specific restitution was too vague, while also noting a counterclaim of unjust enrichment. The Supreme Court found no error in the lower court's assessment of these procedural defects and the appellants' arguments were therefore unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576(1) and (2) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court reviews ex officio the acceleration of proceedings when a party is absent, and declares the hearing inadmissible if the absent party was not properly summoned, while rejecting appeals based on vague legal standing or indeterminate claims for restitution.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 2095 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2095/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Γεώργιο Αυγέρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Απριλίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. συζύγου Π. Σ., το γένος Μ. Κ. και 2) Π. Σ. του Η., κατοίκων ... Η πρώτη αναιρεσείουσα εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεράσιμο Παναγιωτάτο - Τζάκη, ενώ ο δεύτερος αναιρεσείων παραστάθηκε με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο, αμφότεροι σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8 του ν.3226/2004 και τις 47/2021 και 55/2021 Πράξεις της Προέδρου του Αρείου Πάγου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) … και 4) … Οι 1η και 2η αναιρεσίβλητες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ειρήνη Τσιάντη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., η 3η αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Άννα Γεωργακά - Βαϊνανίδη, η οποία δήλωσε στο ακροατήριο ότι η εταιρεία τελεί υπό εκκαθάριση, ενώ η 4η αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-10-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5909/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 770/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9-4-2021 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της τρίτης αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ΟλΑΠ 14/2015, ΑΠ 548/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ' αριθ. … έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Θ. Μ., την οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι αναιρεσείοντες, επιμελεία των οποίων προσδιορίστηκε η συζήτηση της ένδικης αίτησης για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (11-4-2022), ενώπιον του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση από 9-4-2021 αίτησης αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ως άνω δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην τέταρτη των αναιρεσιβλήτων εταιρία με την επωνυμία "…".
Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας νόμιμη δικάσιμο της υποθέσεως (11.4.2022), κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, δεν εμφανίσθηκε η τέταρτη των αναιρεσιβλήτων, ούτε κατέθεσε δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Επομένως, αφού η ως άνω απολιπόμενη αναιρεσίβλητη κλητεύθηκε νομίμως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.
Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (AΠ 5/2020, ΑΠ 1424/2017).
Περαιτέρω, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής και συνδέεται με την εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος (ΑΠ 5/2020).
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζεται. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής (ΑΠ 18/2018).
Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος αυτής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 261/2020, ΑΠ 18/2018, ΑΠ 1487/2017).
Ο σχετικός αναιρετικός έλεγχος γίνεται με βάση την από το δικαστήριο της ουσίας κυριαρχική εκτίμηση του πραγματικού περιεχομένου της αγωγής. Η εκτίμηση αυτή ελέγχεται αναιρετικά με βάση τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσεώς του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα.
Η παραδοχή αυτή τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η κυρία εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενό της, ενώ στην αντίθετη περίπτωση καθιδρύεται ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠοΛΔ, υπό την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας εσφαλμένα το δικόγραφο της αγωγής, έλαβε υπόψη, ως στοιχείο θεμελιωτικό του ασκουμένου με αυτήν δικαιώματος, ισχυρισμό που δεν προτάθηκε ή δεν έλαβε υπόψη θεμελιωτικό αυτής ισχυρισμό που προτάθηκε (ΑΠ 203/2019, ΑΠ 1596/17, ΑΠ 1063/14).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 74, 75, 79, 118, 216 παρ. 1, 218 και 219 ΚΠολΔ συνάγεται ότι δεν επιτρέπεται η διαζευκτική ή επικουρική εναγωγή, γιατί το πρόσωπο του δικαιούχου και του υπόχρεου εναγομένου πρέπει να είναι ορισμένο και θετικό και να συνάπτεται με τα πραγματικά περιστατικά που δικαιολογούν την ιδιότητα αυτού, ως ενάγοντος ή εναγομένου.
Διαζευκτική εναγωγή υπάρχει, όταν ενάγονται περισσότερα πρόσωπα, χωρίς να προσδίδεται σε ένα από αυτά, κατά τρόπο οριστικό η θετικό, η ιδιότητα του εναγομένου και υπόχρεου, από την έννομη σχέση της δίκης. Επικουρική δε εναγωγή υπάρχει, όταν ο δεύτερος και οι επόμενοι ενάγονται για την περίπτωση της απόρριψης της αγωγής κατά του αμέσως προηγούμενου αυτών.
Και στις δύο περιπτώσεις συντρέχει το γνώρισμα της αβεβαιότητας ως προς το πρόσωπο του εναγομένου, ενώ εξάλλου δεν πρόκειται για παθητική ομοδικία, των άρθρων 74 επ. ΚΠολΔ, καθόσον οι εναγόμενοι δεν είναι κοινωνοί της ίδιας υποχρέωσης έναντι του ενάγοντος, αφού ένας μόνο ευθύνεται, στη διαζευκτική δε εναγωγή ο ενάγων δεν εκφράζει την προτίμησή του ως προς το πρόσωπο αυτού, ενώ στην επικουρική εναγωγή ζητεί από το δικαστήριο να εξετάσει την αγωγή του ως προς τον εκάστοτε επόμενο εναγόμενο μόνο σε περίπτωση απόρριψής της έναντι του αμέσως προηγουμένου.
Επομένως, επί διαζευκτικής ή επικουρικής εναγωγής περισσοτέρων προσώπων, η αγωγή είναι απαράδεκτη, λόγω της ακυρότητας του δικογράφου που δημιουργείται, επί μεν διαζευκτικής εναγωγής από την πλήρη αοριστία της αγωγής ως προς το πρόσωπο του διαδίκου, επί δε της επικουρικής εναγωγής, λόγω της άσκησης της αγωγής υπό την αίρεση της απόρριψης αυτής, ως προς τον πρώτο εναγόμενο, η οποία δεν επιτρέπεται, διότι δημιουργεί εκκρεμοδικία υπό αίρεση, και συνεπώς απορρίπτεται και με αυτεπάγγελτη από το δικαστήριο έρευνα (ΑΠ 344/2019, ΑΠ 594/2018, ΑΠ 1134/2014, ΑΠ 605/2013).
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 305 ΑΚ, διαζευκτική είναι η ενοχή, που παράγει ενιαία αξίωση και στην οποία από την αρχή της συστάσεώς της οφείλονται δύο ή περισσότερες αυτοτελείς παροχές, από τις οποίες όμως τελικά μόνο μία θα καταβληθεί, που θα καθορισθεί από το δικαιούμενο να κάνει την επιλογή, οπότε καταλύεται η όλη ενοχή.
Χαρακτηριστικό, δηλαδή, γνώρισμα της διαζευκτικής ενοχής είναι η αοριστία της. Ο παραγωγικός δε λόγος της διαζευκτικής ενοχής μπορεί να στηρίζεται σε σύμβαση, μονομερή δικαιοπραξία, δικαστική απόφαση ή νόμο. Το δικαίωμα της επιλογής ανήκει σε αυτόν που ορίζεται στη σύμβαση, στο νόμο ή στη δικαστική απόφαση.
Απλοποίηση της διαζευκτικής ενοχής, δηλαδή συγκέντρωσή της ώστε να οφείλεται πλέον η μία παροχή, επέρχεται και με μεταγενέστερη συμφωνία των μερών, σύμφωνα με το άρθρο 361 ΑΚ (ΑΠ 526/2018, ΑΠ 893/2017, ΑΠ 1544/2007). Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 216 παρ. 1, 218 και 219 Κ.Πολ.Δ συνάγεται ότι δεν επιτρέπεται το διαζευκτικό αίτημα της αγωγής, γιατί το αίτημα πρέπει να είναι ορισμένο και θετικό.
Διαζευκτικό αίτημα υπάρχει και όταν υποβάλλονται πολλά αιτήματα, τα οποία προέρχονται από την ίδια αιτία χωρίς να προσδίδεται σε ένα από αυτά η ιδιότητα του κυρίου αιτήματος κατά τρόπο οριστικό ή θετικό και σε άλλο η ιδιότητα του επικουρικού αιτήματος, με αποτέλεσμα να δημιουργείται αμφιβολία ως προς το τι επιδιώκει ο ενάγων με την αγωγή του και τι ζητά από το Δικαστήριο.
Έτσι, επί αρνήσεως ή αδυναμίας του οφειλέτη προς απόδοση του πράγματος, αίτημα της αγωγής του κυρίου αυτού μπορεί να αποτελέσει μόνον η αυτούσια απόδοση του πράγματος και, συνεπώς, η διαζευκτική επιδίωξη και της αξίας του σε χρήμα, καθιστά την αγωγή αόριστη, αφού στην περίπτωση αυτή δεν πρόκειται περί διαζευκτικής ενοχής, αλλά για απλή, της οποίας η παροχή είναι μία (βλ.
ΑΠ 251/2014). Επομένως, επί διαζευκτικού αιτήματος η αγωγή είναι απαράδεκτη λόγω ακυρότητας του δικογράφου της, που θεωρείται στο σύνολό του άκυρο και η ακυρότητα αυτή δημιουργείται από την πλήρη αοριστία της αγωγής ως προς το αίτημα. Μπορεί, όμως, ο ενάγων, που ζητεί την αυτούσια απόδοση του πράγματος, να ζητήσει επικουρικά, κατ' άρθρο 219 ΚΠολΔ, για την περίπτωση αρνήσεως ή αδυναμίας του οφειλέτη να αποδώσει αυτούσιο το πράγμα, την καταδίκη του εναγομένου στην καταβολή της αξίας του.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρ. 261 παρ. 2 ΚΠολΔ), οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν κατά των εναγομένων … την από 20.7.2014 αγωγή τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ισχυρίσθηκαν ότι τυγχάνουν συγκύριοι ενός συλλεκτικού επιτραπέζιου ρολογιού μάρκας κατασκευής Jaeger Le Coultre, μοντέλο Atmos 42161, το οποίο αποτελείται από το σώμα του ιδίου του ρολογιού καθώς και από το κουτί συσκευασίας του, επίσης συλλεκτικό και χειροποίητο ως αναπόσπαστο μέρος αυτού.
Ότι περί το έτος 2005, το ως άνω ρολόι χρειάστηκε έλεγχο και μία επισκευή ρουτίνας, για το λόγο δε αυτό παρέδωσαν στην πρώτη εναγομένη, τόσο το ρολόι, όσο και το κουτί αυτού και τα έγγραφα αυθεντικότητάς του, για έλεγχο και επισκευή των όποιων ελαττωμάτων είχαν προκύψει από τη συνήθη χρήση του. Ότι το ρολόι παραλήφθηκε από τον αρμόδιο υπάλληλο της πρώτης εναγομένης με σκοπό να το στείλει στην αρμόδια κατασκευάστρια αυτού, τρίτη εναγομένη, πράγματι δε μεσολαβούσης της πρώτης εναγομένης οδηγήθηκε στην αντιπροσωπεία της ελβετικής εταιρίας στην Ελλάδα, ήτοι στη δεύτερη εναγομένη και από εκεί στα κεντρικά αυτής στην Ελβετία, όπου λειτουργεί με την επωνυμία της τρίτης εναγομένης και επέστρεψε τελικά στην Ελλάδα, μετά τον έλεγχό του.
Ότι μετά την επιστροφή του στην αρχικώς εξουσιοδοτημένη πρώτη εναγομένη κλήθηκαν να το παραλάβουν, πλην όμως όταν μετέβησαν στο κατάστημα της πρώτης εναγομένης για να το παραλάβουν, διαπίστωσαν ότι το ρολόι είχε επιστραφεί χωρίς το συλλεκτικό κουτί αποθήκευσής του, στις σχετικές δε διαμαρτυρίες τους οι υπάλληλοι της πρώτης εναγομένης τους διαβεβαίωσαν, με επίρριψη των ευθυνών στη δεύτερη και τρίτη εναγομένη, ότι θα βρεθεί και θα επιστραφεί και αυτό.
Ότι έκτοτε επιδόθηκαν σε έναν άκαρπο αγώνα για να βρουν που και με ευθύνη ποίου χάθηκε το κουτί, τελικά δε η πρώτη εναγομένη πρότεινε να παραλάβει εκ νέου το επιτραπέζιο ρολόι για να το στείλει στη δεύτερη εναγομένη και μέσω αυτής στη τρίτη εναγομένη, ώστε να γίνει αναζήτηση του κουτιού στις αποθήκες αυτής βάσει του ρολογιού.
Ότι καλόπιστα παρέδωσαν το ρολόι στην πρώτη εναγόμενη στις …, πλην όμως έκτοτε απωλέσθηκε και το ίδιο το ρολόι, χωρίς κανείς να τους δίνει εξηγήσεις για το τι απέγινε, έτσι δε απώλεσαν ένα συλλεκτικό κουτί-αντίκα και ένα ρολόι-αντίκα, η αξία των οποίων ανέρχεται στο ποσό των 15.000 ευρώ, κρινομένου ως ενιαίου και αδιάσπαστου συνόλου.
Ότι οι εναγόμενες εταιρίες ενέχονται για την ανόρθωση της ζημίας τους, καθώς ήταν υποχρεωμένες σε παροχή, την εκπλήρωση της οποίας, με ευθύνη τους, κατέστησαν αδύνατη, εκτός δε της παροχής, δηλαδή την επιστροφή των αντικειμένων, υποχρεούνται και στην αποκατάσταση της ζημίας που έχουν υποστεί από την καθυστέρηση, πέραν της υποχρέωσής τους για αποκατάσταση της αξίας των πραγμάτων σε χρήμα, σε περίπτωση μη αυτούσιας επιστροφής αυτών, ύψους 5.000 ευρώ.
Ότι λόγω της αδικοπραξίας των εναγομένων υπέστησαν και ηθική βλάβη, για την ικανοποίηση της οποίας πρέπει να επιδικασθεί το ποσό των 22.000 ευρώ και για τους δύο. Ότι επικουρικά οι εναγόμενες κατέστησαν αδικαιολόγητα πλουσιότερες από τη ζημία τους, έχοντας την υποχρέωση να αποδώσουν την ωφέλεια, καθώς το πράγμα παρακρατήθηκε από μία εκ των τριών εναγομένων ή και από τις τρεις.
Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν, μετά από παραδεκτό και νομότυπο περιορισμό του αγωγικού αιτήματος, να καταδικασθούν οι εναγόμενες είτε στην αυτούσια απόδοση των επιδίκων αντικειμένων και στην καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ποσού 500 ευρώ για αμφότερους εξ αυτών, είτε στην καταβολή της αξίας των επιδίκων, δηλαδή ποσού 15.00 ευρώ και 500 ευρώ ως αποζημίωση για την καθυστέρηση και, επιπλέον, χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ποσού 500 ευρώ.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την υπ' αριθμ, 5909/2017 οριστική του απόφαση απέρριψε την αγωγή: α) ως προς την πρώτη εναγομένη εταιρία, η οποία ενάγονταν με την επωνυμία "…", ως απαράδεκτη λόγω διαζευκτικής εναγωγής διότι οι εταιρίες αυτές δεν είναι μία αλλά δύο διαφορετικά νομικά πρόσωπα διαφορετικής νομικής εταιρικής μορφής και β) ως προς τις λοιπές εναγόμενες ως απαράδεκτη λόγω διαζευκτικής σώρευσης αιτήσεων καθότι υποβάλλονται διαζευκτικά προς κρίση δύο αιτήματα, αυτό της αυτούσιας απόδοσης των επιδίκων αντικειμένων (in natura αποκατάσταση) και της καταβολής χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή αυτό της καταβολής της αξίας των επίδικων αντικειμένων και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και ως εκ τούτου δεν συγκεκριμενοποιείται το αίτημα της αγωγής.
Επίσης απορρίφθηκε και η επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού ως αόριστη λόγω επίσης διαζευκτικής εναγωγής των εναγομένων. Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες την από 10.1.2019 έφεση, παραπονούμενοι για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθ. 770/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση, αφού κρίθηκε και πάλι ότι η άνω αγωγή είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, με τις εξής ειδικότερα σκέψεις: "...η υπό κρίση αγωγή με το προεκτειθέμενο περιεχόμενο και αίτημα τυγχάνει απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω της αοριστίας που δημιουργείται :
α) αφενός μεν, ως προς το νομικό πρόσωπο, που ενάγεται στη θέση της πρώτης εναγομένης, όπου αναγράφεται ως εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "…", δημιουργούμενης έτσι διαζευκτικής εναγωγής ως προς το πρόσωπο της πρώτης εναγομένης με αποτέλεσμα να μην πληρούται η επιταγή για θετικό και ορισμένο προσδιορισμό των υποκειμένων της δίκης, λόγω της αβεβαιότητας που δημιουργεί η αοριστία ως προς την έννομη σχέση της δίκης και τη συναφή προς αυτή άσκηση των δικαιωμάτων των διαδίκων ή την αναγνώριση των υποχρεώσεών τους αφού πρόκειται περί δύο διαφορετικών νομικών προσώπων με διαφορετική μάλιστα νομική εταιρική μορφή (η μία είναι ΕΠΕ ενώ η άλλη ΑΕ), το δε απαράδεκτο αυτό δεν κατέστη δυνατόν να αρθεί, αφού οι ενάγοντες δεν προέβησαν σε νομότυπη παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής ως προς τη μία εξ αυτών, ενώ ο πρωτοδίκως προβληθείς ισχυρισμός τους ήταν ότι πρόκειται περί ενός και του αυτού νομικού προσώπου.
Αξιοσημείωτο δε είναι ότι οι ενάγοντες, στο δικόγραφο της εφέσεώς τους, αναφέρουν πλέον τις εταιρίες αυτές διακεκριμένα ως πρώτη και δεύτερη εφεσίβλητες, και β) αφετέρου δε, ως προς το σύνολο της αγωγής λόγω του διαζευκτικού αιτήματός της για αποκατάσταση της επικαλούμενης ζημίας τους είτε με την αυτούσια απόδοση των επιδίκων αντικειμένων (in natura αποκατάσταση) είτε με την καταβολή της αξίας αυτών, με αποτέλεσμα να μην συγκεκριμενοποιείται η παροχή και το αίτημα της αγωγής, προκαλώντας αμφιβολία για το τι ακριβώς αιτούνται οι ενάγοντες.
Εξάλλου, απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας τυγχάνει και η επικουρική αγωγική βάση εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού λόγω διαζευκτικής εναγωγής, καθότι οι ενάγοντες αναφέρουν για τη θεμελίωση της βάσης αυτής πάλι διαζευκτικά ότι οι εναγόμενες είτε μία εκ των τριών αυτών είτε και οι τρεις κατέστησαν πλουσιότερες με τη μη απόδοση σε αυτούς και παρακράτηση των επιδίκων αντικειμένων ...".
Την απόφαση αυτή προσβάλλουν οι αναιρεσείοντες με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, με τον μοναδικό λόγο της οποίας, από τους αρ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως εκτιμάται το δικόγραφο της αναιρέσεως, ισχυρίζονται ότι η ένδικη αγωγή τους ήταν επαρκώς ορισμένη διότι δεν υπήρχε σ' αυτήν διαζευκτική εναγωγή των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων, ούτε διαζευκτική σώρευση αιτήσεων, κρίνοντας δε αντιθέτως το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του εσφαλμένα απέρριψε την αγωγή τους ως απαράδεκτη, μη λαμβάνοντας υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν από αυτούς και δη τα διαλαμβανόμενα στην αγωγή τους πραγματικά και νομικά στοιχεία.
Όπως προαναφέρθηκε, η ένδικη αγωγή των αναιρεσειόντων στρεφόταν κατά … Καθόσον αφορά την πρώτη εναγομένη είναι σαφές ότι υφίσταται περίπτωση διαζευκτικής εναγωγής, ως προς το νομικό πρόσωπο που ενάγεται στη θέση της πρώτης εναγομένης, αφού πρόκειται περί δύο διαφορετικών νομικών προσώπων με διαφορετική μάλιστα νομική εταιρική μορφή (η μία είναι ΕΠΕ ενώ η άλλη ΑΕ).
Άλλωστε και οι ίδιοι αναιρεσείοντες στο δικόγραφο της εφέσεως τους ανέφεραν τις εταιρίες αυτές διακεκριμένα ως πρώτη και δεύτερη εφεσίβλητες, χωρίς να προβούν σε νομότυπη παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής ως προς τη μία εξ αυτών, ώστε να μη τίθεται ζήτημα διαζευκτικής εναγωγής. Περαιτέρω, από το άνω περιεχόμενο της αγωγής προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες ρητά ζήτησαν να καταδικασθούν οι εναγόμενες είτε στην αυτούσια απόδοση των επιδίκων αντικειμένων και στην καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ποσού 500 ευρώ για αμφότερους εξ αυτών, είτε στην καταβολή της αξίας αυτών, ήτοι ποσού 15.000 ευρώ και 500 ευρώ ως αποζημίωση για την καθυστέρηση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ποσού 500 ευρώ.
Έτσι, όμως, πέραν του ότι οι ενάγοντες δεν αποδίδουν με την αγωγή τους ρητά την ευθύνη της επικαλούμενης απώλειας των άνω αντικειμένων σε κάποια από τις εναγόμενες, δεν συγκεκριμενοποιείται η παροχή και το αίτημα της αγωγής, προκαλώντας αμφιβολία για το τι ακριβώς ζητούν οι ενάγοντες. Πρόκειται, συνεπώς, για υποβολή διαζευκτικού αιτήματος για αποκατάσταση της επικαλούμενης ζημίας των εναγόντων είτε με την αυτούσια απόδοση των επιδίκων αντικειμένων (in natura αποκατάσταση) είτε με την καταβολή της αξίας αυτών, με συνέπεια να καθίσταται απορριπτέα στο σύνολό της η αγωγή, κατά την κύρια βάση της, ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας.
Τέλος, περίπτωση διαζευκτικής εναγωγής υφίσταται και ως προς την επικουρική βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, καθόσον οι ενάγοντες αναφέρουν για τη θεμελίωση της βάσης αυτής πάλι διαζευκτικά ότι οι εναγόμενες είτε μία εκ των τριών αυτών είτε και οι τρεις κατέστησαν πλουσιότερες με τη μη απόδοση σε αυτούς και παρακράτηση των επιδίκων αντικειμένων.
Επομένως, το Εφετείο που με την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι η υπό κρίση αγωγή με το πιο πάνω περιεχόμενο και αίτημα είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω της αοριστίας που δημιουργείται αφενός μεν, ως προς το νομικό πρόσωπο που ενάγεται στη θέση της πρώτης εναγομένης, λόγω διαζευκτικής εναγωγής, αφετέρου δε, ως προς το σύνολο της αγωγής, λόγω του διαζευκτικού αιτήματός της για αποκατάσταση της επικαλούμενης ζημίας των εναγόντων, και ότι, περαιτέρω, απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας τυγχάνει και η επικουρική αγωγική βάση εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού λόγω διαζευκτικής εναγωγής των εναγομένων, όχι παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, ενόψει και του ότι η εκτίμηση από αυτό του δικογράφου της αγωγής ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενό της, και συνεπώς ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η πλημμέλεια από τους αρ. 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της. Τα δικαστικά έξοδα των τριών πρώτων των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις και διατυπώνουν σχετικό αίτημα, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 2, 4 και 9 του Ν. 3226/2004 "νομική βοήθεια σε πολίτες χαμηλού εισοδήματος", προκύπτει σαφώς ότι η παροχή νομικής βοήθειας δεν εμποδίζει το Δικαστήριο, σε περίπτωση ήττας εκείνου που έλαβε τη νομική βοήθεια, όπως στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες σύμφωνα με τις υπ` αριθ. 47/2021 και 55/2021 Πράξεις της Προέδρου του Αρείου Πάγου, να επιβάλλει σε βάρος του τα δικαστικά έξοδα του αντιδίκου του, η είσπραξη, όμως, αυτών δε μπορεί να επιδιωχθεί με αναγκαστική εκτέλεση πριν πάψουν να υπάρχουν οι προϋποθέσεις για την παροχή της νομικής βοήθειας και βεβαιωθεί τούτο με απόφαση του αρμόδιου Δικαστή (ΑΠ 57/2022, ΑΠ 921/2021, ΑΠ 399/2020, ΑΠ 1484/2018).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9 Απριλίου 2021 αίτηση των 1) Ε. συζ. Π. Σ. και 2) Π. Σ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 770/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ