Legislator Case Law & Legislation
2090/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal against costs ruling, remands case for new hearing on merits.

Case Number 2090/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal filed by the anonymous company against the lower court's decision on legal fees. The court found that the lower court failed to verify the evidence supporting the company's claims for payment. Consequently, the appeal was granted in part, while the case was remanded for a new substantive hearing to clarify the disputed financial allegations.

Legislator headnote

AI generated

Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure; When a decision on costs is appealed and the appeal is upheld, the case is remanded for a new substantive hearing if the lower court's findings on the merits were based on unverified evidence.

Keywords

AI generated
appeal against costs ruling remand for new hearing verification of evidence legal fees dispute substantive review Code of Civil Procedure legal expenses

Cited Legislation

AI generated
Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 1, paragraph 3 of Law 4335/2015

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2090 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2090/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Αριστείδη Βαγγελάτο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 11 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει τις εξής υποθέσεις μεταξύ:

Α)Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "…", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Α. χήρας Κ. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Καραμπατζό, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις, και Β)Της αναιρεσείουσας: Α. χήρας Κ. Κ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Καραμπατζό, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "…", που εδρεύει στην και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-7-2010 αγωγή της Α. Κ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 281/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 3551/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 769/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία διορθώθηκε με την 1450/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την 3551/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή. Κατόπιν της απόφασης αυτής εκδόθηκε η 1645/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η Α αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 4-2-2021 αίτησή της και η Β αναιρεσείουσα (Α. Κ.) με την από 15-4-2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Νόμιμα φέρονται προς συζήτηση α) η από 4 Φεβρουαρίου 2021 με αριθ. καταθ. 1058/103/10-2-2021 αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "…" κατά της αναιρεσίβλητης Α. Κ. και β) η από 15 Απριλίου 2021 με αριθ. καταθ. 1975/229/15.4.2021 αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας Α. Κ. κατά της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "…", με τις οποίες προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των αμοιβών υπ' αριθ. 1645/9.3.2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως Δικαστηρίου της παραπομπής, μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 769/2018 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, όπως διορθώθηκε με την υπ' αριθ. 1450/2018 απόφαση ιδίου Δικαστηρίου, με την οποία αναιρέθηκε η προηγουμένη υπ' αριθ. 3551/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.

Οι αιτήσεις αυτές πρέπει να ενωθούν και συνεκδικαστούν, σύμφωνα με το άρθρο 246 του ΚΠολΔ, το οποίο, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, καθόσον στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης, με τη συνεκδίκασή τους δε, διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.

Οι ως άνω αιτήσεις αναίρεσης ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα στις 10.2.2021 η από 4.2.2021 αίτηση της αναιρεσείουσας ως άνω ανώνυμης εταιρείας και στις 15.4.2021 η από 15.4.2021 αίτηση της ετέρας αναιρεσείουσας, εντός της νόμιμης προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών (άρθρο 564 παρ.1 ΚΠολΔ) από την επίδοση στις 28.1.2021 της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 1645/9.3.2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη-αναιρεσείουσα, με την επιμέλεια της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας-αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας (βλ.

την σχετική επισημείωση του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή Γ. Π., επί του αντιγράφου της ως άνω απόφασης στο οποίο υπάρχει παραγγελία της πληρεξουσίου δικηγόρου της εναγομένης προς τον ως άνω δικαστικό επιμελητή για επίδοση στην ενάγουσα), δεδομένου ότι από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 83 παρ.1 του ν. 4790/2021 (Α' 48) και 25 του ν. 4792/2021 (A' 54) προκύπτει ότι το χρονικό διάστημα της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας από 7.11.2020 έως 6.4.2021 δεν υπολογίζεται, μεταξύ των άλλων προθεσμιών και στην προθεσμία του άρθρου 564 παρ.1 του ΚΠολΔ, η οποία δεν συμπληρώνεται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη της (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ.1, 144 ΚΠολΔ).

Είναι συνεπώς παραδεκτές (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων τους (άρθρο 577 παρ 3 ΚΠολΔ).

Με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (Α 87) και όπως το πρώτο εδάφιο της παρ.3 αντικαταστάθηκε από την παρ. 2 του άρθρου 35 του ν. 4446/2016 (Α 240), προβλέπεται η καταβολή παραβόλου από εκείνον που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης, της αναίρεσης και της αναψηλάφησης (και επί περισσοτέρων ομοδίκων ενός παραβόλου), το οποίο ανέρχεται στο ποσό των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ για την περίπτωση της αναίρεσης κατά απόφασης εφετείου, που επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, με κύρωση, σε περίπτωση μη καταβολής αυτού, την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαράδεκτου από το δικαστήριο.

Σύμφωνα, όμως, με το τελευταίο εδάφιο της διάταξης αυτής, η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει, μεταξύ των άλλων, και για τις διαφορές του άρθρου 614 αριθ. 5 (διαφορές από αμοιβές για την παροχή εργασίας). Στην προκειμένη περίπτωση κατά την κατάθεση α) της από 4.2.2021 αίτησης αναίρεσης της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας και β) της από 15.4.2021 αίτησης αναίρεσης της αναιρεσείουσας, κατά της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των αμοιβών υπ' αριθ. 1645/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που έκρινε επί υπόθεσης με αντικείμενο αξίωση αποζημίωσης λόγω θανάτου δικηγόρου απασχολούμενου με πάγια αντιμισθία α) η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία προέβη στην επισύναψη του υπ' αριθ.

… ηλεκτρονικού παραβόλου, ποσού τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ για την άσκηση της αναίρεσης και β) η αναιρεσείουσα προέβη στην επισύναψη του υπ' αριθ. … ηλεκτρονικού παραβόλου, ποσού τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ για την άσκηση της αναίρεσης. Η ως άνω διαφορά, όμως, ως περιουσιακή διαφορά αποζημίωσης δικηγόρου, απαλλάσσεται της καταβολής παραβόλου για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης και κατά συνέπεια το καταβληθέν από καθεμία αναιρεσείουσα παράβολο πρέπει να της αποδοθεί, ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης επί των ως άνω αιτήσεων (ΑΕΔ 3, 4/2014, ΑΠ 484/2019).

Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα εξής: Με την από 30.7.2010 με αριθ. καταθ. 149457/455/30.8.2010 αγωγή, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη-αναιρεσείουσα ιστορούσε ότι ο αποβιώσας στις … σύζυγός της Κ. Κ., δικηγόρος Αθηνών, απασχολείτο από το έτος 1971 έως το χρόνο του θανάτου του, ως δικηγόρος της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας-αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με πάγια μηνιαία αντιμισθία που ανερχόταν κατά το χρόνο του θανάτου του στο ποσό των 6.250 ευρώ το μήνα ως μικτές αποδοχές και ότι η αποζημίωση λόγω του θανάτου του συζύγου της ανέρχεται, βάσει του άρθρου 94 του Κώδικα Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954), στο ισόποσο των τριάντα (30) παγίων μηνιαίων αποδοχών και συνολικά στο ποσό των 187.500 ευρώ (6.250 ευρώ Χ 30).

Ζητούσε δε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει το ως άνω ποσό με το νόμιμο τόκο. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ' αριθ. 281/2013 απόφασή του, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των αμοιβών, δέχθηκε την αγωγή ως κατ' ουσία βάσιμη και υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 187.500 ευρώ με το νόμιμο τόκο.

Επί της από 16.1.2014 με αριθ. καταθ. 330/16.1.2014 έφεσης της εναγομένης ανώνυμης εταιρείας εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η με αριθμ. 3551/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία έγινε τυπικά δεκτή η έφεση και απορρίφθηκε κατ' ουσία. Κατά της ως άνω με αριθμ. 3551/2015 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών η εναγόμενη-εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία άσκησε την από 1.12.2015 αίτηση αναίρεσης επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμ. 769/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, όπως διορθώθηκε με την υπ' αριθ. 1450/2018 απόφασή του, με την οποία έγινε δεκτός ο μοναδικός λόγος αναίρεσης για αναιρετική πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης εκ του αριθμού 11γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και αναιρέθηκε στο σύνολό της η ως άνω απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου.

Ειδικότερα το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου έκρινε ότι "...δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι, για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσεως επί του ουσιώδους ζητήματος ότι ο αποβιώσας σύζυγος της ενάγουσας αμειβόταν από την εναγομένη με πάγια μηνιαία αντιμισθία, το εφετείο έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκε και προσκόμισε η εναγομένη, μεταξύ των οποίων και τα προαναφερθέντα, αλλά καταλείπονται αμφιβολίες για το αν τα ανωτέρω έγγραφα ελήφθησαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν με τις λοιπές αποδείξεις".

Ακολούθως και κατόπιν της από 22.10.2018 με αριθμ. καταθ. 9298/7611/23.10.2018 κλήσης της καλούσας-εκκαλούσας ανώνυμης εταιρείας κατά της καθής η κλήση-εφεσίβλητης εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η αναιρεσιβαλλομένη με αριθ. 1645/9.3.2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, δέχθηκε τα εξής: "...Η εναγόμενη εταιρεία (ήδη αναιρεσείουσα-αναιρεσίβλητη) έχει στην ιδιοκτησία της και εκμεταλλεύεται αλυσίδα ξενοδοχειακών μονάδων στην … με την επωνυμία "…", διατηρώντας σταθερή εγχώρια και διεθνή πελατεία, ενώ ελέγχεται μετοχικά και διοικητικά από την οικογένεια Τ.

Γ.. Ο σύζυγος της ενάγουσας (ήδη αναιρεσίβλητης-αναιρεσείουσας) Κ. Κ., ο οποίος ήταν Δικηγόρος Αθηνών και απεβίωσε την 5.7.2008, από το έτος 1971 και μέχρι το θάνατό του παρείχε τις νομικές του υπηρεσίες αρχικά στην πρώτη συσταθείσα από την οικογένεια Τ. Γ. εταιρεία με την επωνυμία "…" (ΦΕΚ…, Δελτίο ΑΕ και ΕΠΕ) και ακολούθως στην εναγόμενη εταιρεία αναλαμβάνοντας τη διεκπεραίωση νομικών της υποθέσεων, ενώ από το έτος 2002 συμμετείχε ως μέλος στο πρώτο Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης (ΦΕΚ 2722/16.4.2002, τεύχος ανωνύμων εταιρειών και εταιρειών περιορισμένης ευθύνης).

Δεν αποδείχθηκε περαιτέρω ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι ο αποβιώσας σύζυγός της παρείχε τις νομικές του υπηρεσίες στην εναγόμενη με πάγια αντιμισθία συνδεόμενος με αυτήν με σχέση έμμισθης εντολής. Ειδικότερα όπως προκύπτει από το υπ' αριθμ. … συμβολαιογραφικό έγγραφο "σύσταση Ανώνυμης Εταιρείας με τη συγχώνευση τριών Ανωνύμων Εταιρειών", που αποτελεί και το καταστατικό της εναγόμενης εταιρείας, στο Δ.Σ.

της οποίας μετείχε ο αποβιώσας δικηγόρος ως μέλος, στη σύνταξη του συνέπραξε ο δικηγόρος Δ. Ζ., για την παράσταση του οποίου δεν καταβλήθηκε αμοιβή διότι είναι δικηγόρος της εναγόμενης με πάγια αντιμισθία. Ομοίως και στην υπ' αριθμ. … συμβολαιογραφική πράξη (καταστατικό σύστασης…) και υπ' αριθμ. … συμβολαιογραφική πράξη (καταστατικό σύστασης… ), το σχέδιο του καταστατικού στην πρώτη συντάχθηκε από τη δικηγόρο …, η οποία είναι έμμισθη δικηγόρος της εναγόμενης με πάγια αντιμισθία, όπως προκύπτει από τη σχετική βεβαίωση του ΔΣ … που προσαρτάται στο ανωτέρω συμβόλαιο, ενώ στη δεύτερη συμβολαιογραφική πράξη το σχέδιο συντάχθηκε από το δικηγόρο … έμμισθο δικηγόρο επί παγία αντιμισθία της εταιρείας "…".

Περαιτέρω από την υπ' αριθμ. …συμβολαιογραφική πράξη συστάσεως της εταιρείας "...", συνταχθείσα κατόπιν σχεδίου του αποβιώσαντος δικηγόρου Κ. Κ. και την υπ' αριθμ. … συμβολαιογραφική πράξη πωλήσεως οικοπέδου των φυσικών προσώπων Τ. Γ., Δ. Γ. και Δ. Γ. στην οποία παραστάθηκε ο ανωτέρω Κ. Κ., προκύπτει ότι έλαβε τη νόμιμη δικηγορική αμοιβή, ήτοι για την πρώτη συμβολαιογραφική πράξη το ποσόν των 970,10 ευρώ και για τη δεύτερη το ποσόν των 26.336,75 ευρώ.

Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι ο Κ. Κ. για τις παρασχεθείσες νομικές του υπηρεσίες ελάμβανε από την εναγόμενη τη νόμιμη ανάλογα με τη δοθείσα εντολή, δικηγορική αμοιβή, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες αποδείξεις εισπράξεως αμοιβής του ίδιου, ήτοι τις από 15.4.2002 (No 23), 9.9.2002 (No 24), 13.11.2002 (No. 25), 31.12.2002 (No 28), ποσού 3.000 ευρώ, 5.000 ευρώ, 170,20 ευρώ, 2.500 ευρώ αντίστοιχα, την από 2.4.2003 (No 31), ποσού 120 ευρώ, τις από 8.1.2004 (No 37), 9.12.2004 (No 42), 25.6.2004 (No. 38), ποσού 3.000 ευρώ, 4.000 ευρώ 3.500 ευρώ αντίστοιχα, τις από 21.4.2005 (No 44), 31.12.2005 (No. 49) ποσού 3.000 ευρώ και 4.000 ευρώ αντίστοιχα, τις από 11.7.2006 (Νο. 1), 22.12.2006 (Νο. 4), ποσού 4.500 ευρώ και 5.000 ευρώ αντίστοιχα, τις από 18.5.2007 (Νο. 5), 25.10.2007 (No. 7), 31.12.2007 (Νο. 9), ποσού 4.500 ευρώ, 3.000 ευρώ και 3.000 ευρώ αντίστοιχα, την από 14.4.2008 (No. 11) ποσού 3.000 ευρώ, γεγονός που καταδεικνύει ότι ο ανωτέρω αποβιώσας δικηγόρος αναλάμβανε την διεκπεραίωση των νομικών υποθέσεων της εναγόμενης αλλά και γενικότερα του ομίλου των επιχειρήσεων του Τ.

Γ., ήτοι παράσταση σε συμβόλαια, παράσταση στο δικαστήριο, νομικές συμβουλές, λαμβάνοντας τη νόμιμη αμοιβή για έκαστη υπόθεση. Το γεγονός ότι δεν τελούσε σε σχέση έμμισθης εντολής αποδεικνύεται περαιτέρω αφενός από το με αριθμ. πρωτ. … έγγραφο του Γενικού Διευθυντή Χ. Ν. του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, το οποίο εξεδόθη κατόπιν αιτήματος του Τ.

Γ., και στο οποίο αναφέρεται ότι ο αποβιώσας δικηγόρος, μέλος του Δ.Σ.Α. "όπως προκύπτει από τα στοιχεία του τμήματος Μητρώου Δικηγόρων του Δ.Σ.Α. δεν δήλωνε ότι κατείχε έμμισθη εντολή (πάγια αντιμισθία) στην εταιρεία "…", αφετέρου από την με αριθμ. πρωτ. … βεβαίωση του τμήματος εισφορών αμίσθων του Τομέα Ασφάλισης Νομικών-ΤΕΑΔ στην οποία βεβαιώνεται ότι ο Κ.

Κ. δεν ήταν δικηγόρος με σχέση έμμισθης εντολής, όπως προκύπτει από το … πιστοποιητικό υπηρεσιακών μεταβολών του ΔΣΑ και από τα αρχεία του ΕΤΑΑ/ΤΑΝ. Περαιτέρω το γεγονός ότι η εναγόμενη κατέβαλε στην ενάγουσα το ποσό των 2.500 ευρώ ως δώρο Χριστουγέννων (βλ. την από 15.10.2008 απόδειξη), δεν επιστηρίζει τον ισχυρισμό της ότι ο αποβιώσας συνδεόταν με την εναγόμενη με πάγια έμμισθη εντολή, καθόσον δεν προσκομίζονται αντίστοιχες αποδείξεις καταβολής μισθού μηνιαίες ή κατ' έτος καθώς και αντίστοιχες αποδείξεις καταβολής δώρων εορτών, ώστε να αποδειχθεί η ύπαρξη της έμμισθης εντολής που συνέδεε τον αποβιώσαντα με την εναγόμενη, λαμβανομένου υπόψη και της επί 30ετίας απασχόλησης του ως δικηγόρου στην εναγόμενη με πάγια περιοδική αμοιβή, όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα, γενομένων δεκτών των σχετικών λόγων εφέσεως ως βάσιμων κατ' ουσίαν.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω η υπό κρίση αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη...". Κατόπιν τούτων, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της παραπομπής δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την από 16.1.2014 έφεση της εναγομένης-εκκαλούσας ανώνυμης εταιρείας, εξαφάνισε την υπ' αριθμ. 281/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κράτησε και δίκασε κατ' ουσία την υπόθεση και απέρριψε την από 30.7.2010 αγωγή της ενάγουσας ως κατ'ουσία αβάσιμη.

Α) Επί της από 15.4.2021 αίτησης αναίρεσης της αναιρεσείουσας Α. Κ.:

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 63, 92, 92Α, 94 του κώδικα δικηγόρων που κυρώθηκε με το ν.δ. 3026/1954, όπως ίσχυαν κατά τον επίδικο χρόνο και πριν την κατάργηση τους με το νέο κώδικα δικηγόρων (ν.4194/2013, άρθρο 166 αρ.2), προκύπτει ότι ο δικηγόρος μπορεί να παρέχει με πάγια ετήσια ή μηνιαία αμοιβή καθαρώς νομικές εργασίες είτε δικαστικού ή νομικού συμβούλου είτε δικηγόρου (ΑΠ 1240/2018).

Η σύμβαση αυτή λογίζεται πάντοτε ως σύμβαση αορίστου χρόνου και επιτρέπεται να καταρτισθεί ρητώς ή σιωπηρώς (ΑΠ 1219/2019, ΑΠ 863/2018). Ο δικηγόρος που αμείβεται με πάγια ετήσια ή μηνιαία αμοιβή δικαιούται, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 94 του ως άνω κώδικα σε περίπτωση λύσης της ως άνω σύμβασης, λόγω οικειοθελούς αποχώρησης του αποζημίωση, ανάλογη με το χρόνο διάρκειας της έμμισθης εντολής (παρ.2), σε περίπτωση δε θανάτου του την ως άνω αποζημίωση δικαιούται η σύζυγός του και τα ανήλικα τέκνα του (παρ.3).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 269/2020, ΑΠ 1361/2019).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 314/2020, ΑΠ 530/2020).

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του Δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης εξ αιτίας του ότι το Δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 530/2020, ΑΠ 1373/2019, ΑΠ 125/2019, ΑΠ 1420/2013). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πρώτο εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι με ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες έκρινε ότι σύζυγος της Κ.

Κ., δικηγόρος Αθηνών, που απεβίωσε στις …, δεν συνδεόταν με σχέση έμμισθης εντολής με την εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία και απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμη την από 30-7-2010 αγωγή της, παραβιάζοντας εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 63 παρ. 4 και 94 παρ. 2-3 του ν.δ. 3026/1954. Ο ως άνω λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Και τούτο διότι με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ως Δικαστήριο της παραπομπής και έτσι όπως έκρινε, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 63 παρ. 4 και 94 παρ. 2-3 του ν.δ. 3026/1954 και δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφασή του με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις όλα εκείνα τα περιστατικά, από τα οποία καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας των άνω ουσιαστικών διατάξεων.

Ειδικότερα στην προσβαλλόμενη απόφαση εκτίθενται ότι ο αποβιώσας σύζυγος της ενάγουσας, δικηγόρος Αθηνών, α) από το έτος 2002 συμμετείχε ως μέλος στο πρώτο Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης, β) ότι δεν είχε συμπράξει στη σύνταξη του καταστατικού της εναγόμενης εταιρείας, που έλαβε χώρα με το υπ' αριθμ.

… συμβολαιογραφικό έγγραφο, αλλά ότι συνέπραξε ο δικηγόρος της εναγόμενης με πάγια αντιμισθία Δ. Ζ., γ) ότι για τις παρασχεθείσες νομικές του υπηρεσίες στην εναγόμενη και συγκεκριμένα για παράσταση σε συμβόλαια, για παράσταση στο δικαστήριο και για νομικές συμβουλές, ελάμβανε τη νόμιμη, ανάλογα με τη δοθείσα εντολή, δικηγορική αμοιβή, για έκαστη υπόθεση, δ) ότι στο με αριθμ.

πρωτ. …. έγγραφο του Γενικού Διευθυντή του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών αναφέρεται ότι ο αποβιώσας δικηγόρος, μέλος του Δ.Σ.Α. δεν δήλωνε ότι κατείχε έμμισθη εντολή (πάγια αντιμισθία) στην εναγόμενη εταιρεία και ε) ότι στην με αριθμ. πρωτ. …. βεβαίωση του τμήματος εισφορών αμίσθων του Τομέα Ασφάλισης Νομικών - ΤΕΑΔ βεβαιώνεται ότι ο Κ.

Κ. δεν ήταν δικηγόρος με σχέση έμμισθης εντολής, παραδοχές που στηρίζουν πλήρως το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι ο αποβιώσας σύζυγος της αναιρεσείουσας δεν παρείχε νομικές υπηρεσίες στην εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με σχέση έμμισθης εντολής (πάγια αντιμισθία) και το απορριπτικό διατακτικό της.

Η. δε, παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η καταβολή εκ μέρους της αναιρεσίβλητης στην αναιρεσείουσα ποσού ύψους 2.500 ευρώ ως δώρο Χριστουγέννων, δεν έρχεται σε αντίθεση με την παραδοχή της ότι ο σύζυγος της αναιρεσείουσας δεν συνδεόταν με σχέση έμμισθης εντολής με την αναιρεσίβλητη, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα στον ως άνω λόγο αναίρεσης, δεδομένου, ότι ακολούθως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της παραπομπής, αιτιολόγησε την τελευταία ως άνω παραδοχή του, με το επιχείρημα ότι η ως άνω καταβολή ως δώρου Χριστουγέννων δεν επιστηρίζει τον ισχυρισμό της ενάγουσας ότι ο αποβιώσας συνδεόταν με την εναγόμενη με πάγια έμμισθη εντολή, εφόσον δεν προσκομίσθηκαν από την ενάγουσα αντίστοιχες αποδείξεις καταβολής μισθού μηνιαίως ή κατ' έτος καθώς και αντίστοιχες αποδείξεις καταβολής δώρων εορτών που να αποδεικνύουν τον ως άνω ισχυρισμό της περί ύπαρξης έμμισθης εντολής που διήρκεσε τριάντα (30) έτη.

Ο ισχυρισμός, δε, της αναιρεσείουσας, με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν υπάρχουν παραδοχές α) για το αν ο σύζυγός της ασκούσε ανεξάρτητη δικηγορία, διατηρούσε επαγγελματική στέγη και αν είχε πλείονες εντολείς, β) αν εντάχθηκε ή όχι λειτουργικά και οργανωτικά στη νομική υπηρεσία της αναιρεσίβλητης, γ) αν το σύνολο των προς αυτόν καταβολών δεν συνδεόταν με καταβολές μισθολογικών παροχών που αρμόζουν μόνο σε έμμισθους δικηγόρους και δ) ότι ουδέποτε συμφωνήθηκε μεταξύ αυτού και της αναιρεσίβλητης η έναντι πάγιας αμοιβής παροχή υπηρεσιών, δεν είναι βάσιμος, εφόσον σ' αυτή (προσβαλλόμενη απόφαση) υπάρχουν παραδοχές ότι οι καταβολές της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας προς το αποβιώσαντα σύζυγο της αναιρεσείουσας αφορούσαν νόμιμες δικηγορικές αμοιβές στα πλαίσια αμειβόμενων εντολών για το χειρισμό επί μέρους υποθέσεων και ότι αυτός δεν τελούσε με την αναιρεσίβλητη με σύμβαση έμμισθης εντολής.

Εξάλλου δεν ήταν αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης να διαλαμβάνεται σ' αυτή αν ο αποβιώσας σύζυγος της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας διατηρούσε επαγγελματική στέγη, αν παρείχε τις δικηγορικές του υπηρεσίες σε περισσότερους εντολείς και αν είχε ενταχθεί στη νομική υπηρεσία της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, αρκούσης της πιο πάνω παραδοχής του Εφετείου ότι ο αποβιώσας σύζυγος της αναιρεσείουσας δεν συνδεόταν με την αναιρεσίβλητη με σχέση έμμισθης εντολής (πάγια αντιμισθία).

Επομένως, ο ως άνω πρώτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. γ' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (Ολ ΑΠ 8/2016, Ολ ΑΠ 42/2002, ΑΠ 194/2020).

Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα (στα οποία περιλαμβάνονται οι μάρτυρες και τα έγγραφα), να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (Ολ ΑΠ 2/2008, ΑΠ 194/2020, ΑΠ 322/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με το δεύτερο και τελευταίο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις το προσκομισθέν τόσο στον πρώτο βαθμό όσο και στο δεύτερο βαθμό, αλλά και στο Δικαστήριο της παραπομπής έγγραφο της επαγγελματικής κάρτας του συζύγου της που είχε ως κεφαλίδα την επωνυμία της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας που τον κατονομάζει ως νόμιμο σύμβουλο αυτής και το οποίο αν είχε λάβει υπόψη της η προσβαλλόμενη απόφαση θα κατέληγε σε αντίθετο συμπέρασμα, ότι δηλαδή ο σύζυγός της αμειβόταν με πάγια αντιμισθία από την αναιρεσίβλητη.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, μνημονεύεται ειδικώς ότι τα αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το διατακτικό της, αποδεικνύονται από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης της μάρτυρος απόδειξης, που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την πρωτόδικη απόφαση πρακτικά, από την αναγραφόμενη σ' αυτή ένορκη βεβαίωση και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκόμισαν οι διάδικοι (3ο φύλλο).

Από τη βεβαίωση αυτή, σε συνδυασμό με το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλομένης απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία, ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της παραπομπής για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι ο σύζυγος της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας δεν συνδεόταν ως δικηγόρος με την εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με έμμισθη εντολή (πάγια αντιμισθία), έλαβε υπόψη της και τα προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία εκτίμησε ελεύθερα, χωρίς να υποχρεούται να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση εκάστου των προσκομισθέντων από τους διαδίκους εγγράφων, στα οποία συμπεριλαμβάνεται και το αναφερόμενο στον αναιρετικό λόγο αποδεικτικό στοιχείο, που προσκόμισε μετ' επικλήσεως η εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσείουσα και συνακόλουθα ο περί του αντιθέτου ως άνω δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Η, δε, άποψη της αναιρεσείουσας ότι η εκτίμηση του ως άνω εγγράφου θα οδηγούσε το Δικαστήριο της παραπομπής σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, οδηγεί σε έλεγχο της προσβαλλόμενης απόφασης για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1782/2017, ΑΠ 1097/2017).

Β) Επί της από 4.2.2021 αίτησης αναίρεσης της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας:

Κατά το άρθρο 914 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου όγδοου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (Α 87), ορίζεται ότι "Αν το δικαστήριο δεχτεί την ανακοπή ερημοδικίας ή την έφεση οριστικά και κατ' ουσίαν και απορρίψει, ολικά ή εν μέρει, την αγωγή, την ανταγωγή ή την κύρια παρέμβαση, εφόσον αποδειχθεί ότι η απόφαση που προσβάλλεται εκτελέστηκε, διατάζει, αν το ζητήσει εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση, την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που βρίσκονταν, πριν εκτελεστεί η απόφαση που εξαφανίστηκε ή μεταρρυθμίστηκε.

Η αίτηση υποβάλλεται είτε με τα δικόγραφα της ανακοπής ή της έφεσης και των προσθέτων λόγων είτε με τις προτάσεις είτε με χωριστό δικόγραφο που κοινοποιείται στον αντίδικο. Η εκτέλεση της απόφασης πρέπει να προαποδεικνύεται", ενώ κατά το άρθρο 940 παρ.2 του ιδίου Κώδικα ορίζεται ότι "Αν εξαφανιστεί ύστερα από άσκηση ένδικου μέσου τελεσίδικη απόφαση που εκτελέστηκε, εκείνος κατά του οποίου είχε στραφεί η εκτέλεση έχει δικαίωμα, εκτός από την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση σύμφωνα με το άρθρο 914, να ζητήσει από εκείνον που επέσπευσε την εκτέλεση αποζημίωση για τις ζημίες που προήλθαν από την εκτέλεση, μόνο αν αυτός είχε δόλο ως προς τη μη ύπαρξη του δικαιώματος".

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στο δικαστήριο της παραπομπής κατ' άρθρο 581 παρ. 3 του ιδίου κώδικα (ΑΠ 776/2017, ΑΠ 95/2012, ΑΠ 2208/2009) ορίζεται ότι αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς η εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος (ή το δικαστήριο της παραπομπής), αν υποβληθεί νομότυπα σχετική αίτηση, διατάσσει με την αναιρετική απόφαση (ή με την απόφασή του το δικαστήριο της παραπομπής) την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση (ΑΠ 776/2017).

Η ως άνω επαναφορά μπορεί να ζητηθεί και επί εκουσίας ή αναγκαστικής εκτέλεσης της πρωτόδικης απόφασης, που επικυρώθηκε από την αναιρεθείσα απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, εφόσον, λόγω της επικύρωσης αυτής, θεωρείται ότι η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ενσωματώθηκε στην αναιρουμένη απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (Ολ.ΑΠ 22/2006, ΑΠ 474/2022, ΑΠ 381/2019, ΑΠ 1406/2009, ΑΠ 143/2008).

Με την αίτηση επαναφοράς ζητείται η απόδοση των καταβληθέντων από τον αναιρεσείοντα προς τον αναιρεσίβλητο χρηματικών ποσών, ήτοι του επιδικασθέντος κεφαλαίου και των τόκων αυτού, πλέον της επιδικασθείσας δικαστικής δαπάνης, όχι, όμως, και επί των παρακρατηθέντων από τον αναιρεσείοντα ασφαλιστικών εισφορών, φόρων και λοιπών κρατήσεων, τα ποσά των οποίων δεν εισέπραξε ο αναιρεσίβλητος (Ολ.ΑΠ. 11/2007, ΑΠ 474/2022 ΑΠ 666/2017, ΑΠ 2042/2014), λόγος για τον οποίο επιβάλλεται αναλυτικός προσδιορισμός, των καταβληθέντων επί μέρους ποσών καθώς και της αιτίας καταβολής εκάστου εξ αυτών ώστε να καθίσταται, εφικτός ο προσδιορισμός του ποσού που πρέπει να αποδοθεί στον καταβάλλοντα (ΑΠ 2052/2014, ΑΠ 1423/2010).

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 του ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" που αφέθηκε αδίκαστη νοείται όχι οποιαδήποτε αίτηση, υποβληθείσα από τους διαδίκους, κατά τη διαδρομή της δίκης, αλλά μόνο εκείνη που αναφέρεται σε ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1137/2020, ΑΠ 427/2020, ΑΠ 17/2017).

Τέτοια αίτηση είναι, ιδίως αυτή της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης και κάθε ενδίκου μέσου, όπως η έφεση (ΑΠ 427/2020, ΑΠ 1294/2018, ΑΠ 54/2017) καθώς και η υποβληθείσα αίτηση διαδίκου περί επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν την εκουσία ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που προσβάλλεται (ΑΠ 51/2019, ΑΠ 1175/2017, ΑΠ 412/2012, ΑΠ 988/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία με το μοναδικό εκ του αριθμού 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια, ότι, ενώ αυτή ως εκκαλούσα με τις υποβληθείσες από 8.5.2019 προτάσεις της, ενώπιον του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως Δικαστηρίου της παραπομπής, υπέβαλε νόμιμα και παραδεκτά αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην πρότερη κατάσταση, κατά τη διάταξη του άρθρου 914 του ΚΠολΔ, με την οποία (αίτηση επαναφοράς) ισχυριζόταν ότι μετά την έκδοση της ήδη αναιρεθείσας με αριθμ. 3551/2015 απόφασης του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου (Μονομελούς Εφετείου Αθηνών) και μετά την επίδοση σ' αυτή εκ μέρους της ενάγουσας της από … επιταγής που συντάχθηκε κάτω από απόγραφο εκτελεστό της υπ.

αριθμ. 281/2013 απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών) και προκειμένου αυτή να αποφύγει αναγκαστική κατάσχεση της περιουσίας της κατέβαλε στην ενάγουσα, με τις επιμέρους αναφερόμενες καταβολές, το συνολικό ποσό των 290.256,39 ευρώ, ζητώντας να υποχρεωθεί η εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη να της καταβάλει το ως άνω ποσό εντόκως από την επίδοση της απόφασης που θα εκδοθεί, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της παραπομπής δεν αποφάνθηκε επί της ως άνω αίτησης.

Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου του ως άνω λόγου αναίρεσης, προκύπτουν τα εξής : Με την αναιρεσιβαλλομένη με αριθ. 1645/9.3.2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως Δικαστηρίου της παραπομπής, όπως προεκτέθηκε, έγινε δεκτή τυπικά και κατ' ουσία η από 16.1.2014 έφεση της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας, εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 281/2013 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κρατήθηκε και δικάστηκε κατ' ουσία η υπόθεση και απορρίφθηκε η από 30.7.2010 αγωγή της ενάγουσας ως κατ' ουσία αβάσιμη.

Με τις από 3.5.2019 προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου, ως Δικαστηρίου της παραπομπής, η εναγόμενη-εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία ισχυρίσθηκε ότι μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 3551/2015 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία επικυρώθηκε η πρωτόδικη υπ' αριθμ. 281/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και την επίδοση προς αυτήν εκ μέρους της ενάγουσας της από … επιταγής προς πληρωμή απογράφου της ως άνω πρωτόδικης απόφασης, αυτή για να αποφύγει την αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της κατέβαλε σταδιακά με επιμέρους καταβολές στην αναιρεσίβλητη το συνολικό ποσό των 290.256,39 ευρώ, και υπέβαλε με αυτές (από 3.5.2019 προτάσεις) αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην πρότερη κατάσταση, ζητώντας να υποχρεωθεί η ενάγουσα-εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη να της καταβάλει το ως άνω ποσό εντόκως από την επίδοση της απόφασης που θα εκδοθεί.

Το Εφετείο, ως Δικαστήριο της παραπομπής, με την προσβαλλόμενη απόφασή του άφησε αδίκαστο το ως άνω αίτημα της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας, όπως προκύπτει από την επισκόπηση αυτής και ως εκ τούτου υπέπεσε στην εκ του αριθμού 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια. Επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο μοναδικός λόγος αναίρεσης της αναιρεσείουσας εταιρείας.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει α) να απορριφθεί η από 15.4.2021 αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 του ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις και β) να γίνει δεκτή η από 4.2.2021 αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας κατά παραδοχή του μοναδικού λόγου αυτής και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που άφησε αδίκαστο το ως άνω αίτημα επαναφοράς της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας στην πρότερη κατάσταση.

Κατά το μέρος δε που αναιρείται η προσβαλλομένη με αριθ. 1645/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, στο οποίο η υπόθεση είχε παραπεμφθεί με την με αριθ. 769/2018 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, όπως διορθώθηκε με την υπ'αριθμ.1450/2018 απόφασή του, μετά από αναίρεση της προηγουμένης με αριθ. 3551/2015 απόφασης του ως άνω δευτεροβαθμίου δικαστηρίου για την ίδια υπόθεση, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση στο τμήμα τούτο σε νέα συζήτηση, ενόψει του ότι η υπόθεση χρήζει περαιτέρω διευκρίνησης κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος (δεδομένου ότι δεν προσκομίζονται έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία που να αποδεικνύουν τις αναγραφόμενες στις ως άνω προτάσεις της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας καταβολές εκ μέρους της προς την εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη και την αιτία αυτών) αυτή θα λάβει χώρα, ύστερα από κλήση, με φροντίδα του επιμελέστερου των διαδίκων, κατ' εφαρμογή των δύο τελευταίων εδαφίων της παρ. 3 του άρθρου 580 του ΚΠολΔ, όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 και εφαρμόζεται εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου άσκησης της ένδικης αίτησης αναίρεσης, τα οποία ορίζουν ότι αν η (μετ' αναίρεση) απόφαση του δικαστηρίου της παραπομπής αναιρεθεί εκ νέου, δεν γίνεται νέα παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει την ουσία της υπόθεσης και ότι στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα (ΑΠ 751/2020, ΑΠ 503/2017).

Τέλος πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 του ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας, που κατέθεσε προτάσεις

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει την από 4 Φεβρουαρίου 2021 με αριθμ. καταθ. 1058/103/10.2.2021 αίτηση αναίρεσης και την από 15 Απριλίου 2021 με αριθ. καταθ. 1975/229/15.4.2021 αίτηση αναίρεσης της με αριθμ. 1645/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως Δικαστηρίου της παραπομπής. Διατάσσει την απόδοση του καταβληθέντος παραβόλου, ύψους τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ α) στην αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία της από 4-2-2021 αίτησης αναίρεσης και β) στην αναιρεσείουσα της από 15-4-2021 αίτησης αναίρεσης.

Απορρίπτει την από 15 Απριλίου 2021 αίτηση αναίρεσης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Δέχεται την από 4 Φεβρουαρίου 2021 αίτηση αναίρεσης.

Αναιρεί την υπ' αριθ. 1645/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως Δικαστηρίου της παραπομπής, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος. Κρατεί την υπόθεση, ως προς το αναιρούμενο μέρος, προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση που θα ορισθεί στο παρόν αναιρετικό τμήμα, ύστερα από επίσπευση του επιμελέστερου των διαδίκων.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Νοεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου 2022.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ