Supreme Court allows appeal against labor tribunal decision, remands case for substantive retrial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the First Instance Court's decision in a labor dispute. The Court found the lower court's reasoning regarding the termination of the employment contract to be legally flawed and unsupported by the facts. Consequently, the appeal was granted, and the case was remanded for a new substantive hearing before the same chamber.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 19 of the Code of Civil Procedure; Art. 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure: When an appeal is admitted against a decision of the court of referral, the case is remanded for substantive retrial before the appellate chamber without a new referral.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 751 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 751/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο και Πελαγία Ακάσογλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 11 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εμπορικής βιομηχανικής εταιρίας παραγωγής και εμπορίας τροφίμων με την επωνυμία "ΕΔΕΣΜΑ Α.Ε.Β.Ε." που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Κωνσταντίνο Παπαδημητρίου, Ευστράτιο Ευστρατιάδη και Αντώνιο Ρουπακιώτη, που κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Δ. Ο. του Α., κατοίκου ... ...ς και 2)Ε. Π. του Α., κατοίκου ... ...ς, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χαρίδημου Βεργούλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/10/2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο ...ς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11315/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 802/2016 του Μονομελούς Εφετείου ...ς. Κατά της απόφασης ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 698/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, όπως αυτή διορθώθηκε με την 977/2018 απόφαση, η οποία την αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή. Κατόπιν της απόφασης αυτής εκδόθηκε η 17/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ...ς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 14/2/2019 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας εταιρείας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 14 Φεβρουαρίου 2019 και με αριθ. κατάθ. 540/61/18.2.2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, με αριθ. 17/8.1.2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ...ς, ως δικαστηρίου της παραπομπής, μετά την έκδοση της με αριθ. 698/16.4.2018 απόφασης του Αρείου Πάγου, όπως αυτή διορθώθηκε με την με αριθ. 977/24.5.2018 ομοία, με την οποία, κατόπιν παραδοχής της από 3.8.2016 αίτησης αναίρεσης των εναγόντων - τότε αναιρεσειόντων και ήδη αναιρεσίβλητων αναιρέθηκε στο σύνολό της η προηγουμένη με αριθ. 802/30.6.2016 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου για έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθ. 559 αρ.19 του ΚΠολΔ) και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Με την προσβαλλόμενη με αριθ. 17/2019 απόφαση του, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ως δικαστήριο της παραπομπής, δέχθηκε τυπικά και κατά ένα μέρος ως κατ' ουσία βάσιμη την από 23.7.2014 και με αριθ. κατάθ. 3083/2014 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας και, αφού εξαφάνισε στο σύνολό της (χωρίς ειδικότερη αιτιολογία ως προς το σκέλος της επικύρωσης της πρωτόδικης απόφασης) την εκκαλουμένη με αριθμό 11315/24.6.2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...ς, που είχε δεχθεί κατά ένα μέρος ως βάσιμη κατ' ουσία την από 31.10.2012 και με αριθ.
κατάθ. 31914/2012 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων, κράτησε την υπόθεση και: α) δεχόμενο κατά ένα μέρος την ως άνω αγωγή, αναγνώρισε την ακυρότητα, ως καταχρηστικής, της από 31.7.2012 καταγγελίας των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου των εναγόντων από την εναγομένη ανώνυμη εταιρεία, ως και την ακυρότητα της από 12.11.2012 μεταγενέστερης καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου της δεύτερης ενάγουσας και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης, υποχρέωσε την εναγομένη να αποδεχθεί τις προσφερόμενες υπηρεσίες αυτών με τις πριν την καταγγελία συμφωνηθείσες αποδοχές των με απειλή χρηματικής ποινής εκατό (100) ευρώ για κάθε ημέρα παραβίασης της πιο πάνω υποχρέωσης και αναγνώρισε ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στους ενάγοντες τα αναγραφόμενα εκεί ποσά ως αποδοχές υπερημερίας αυτών του διαστήματος από τις 1.8.2012 μέχρι τις 25.11.2013 για τον πρώτο ενάγοντα και του διαστήματος από τις 13.11.2012 μέχρι τις 25.11.2013 για τη δεύτερη ενάγουσα, περιλαμβανομένων των επιδομάτων εορτών και αδείας, με το νόμιμο τόκο, όπως άλλωστε είχε αποφανθεί με την οριστική του απόφαση και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ενώ β) απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσία αβάσιμη κατά το κεφάλαιο καταβολής χρηματικής ικανοποίησης αυτών προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, την οποία υπέστησαν οι ενάγοντες από την προσβολή της προσωπικότητάς τους, εξαφανίζοντας κατά τα ανωτέρω την αντιθέτως αποφανθείσα κατά το κεφάλαιο αυτό οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που για την αιτία αυτή είχε επιδικάσει στον καθένα από αυτούς το ποσό των 3.000 ευρώ.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα, αφού αντίγραφο της προσβαλλομένης απόφασης επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα εταιρεία στις 22 Ιανουαρίου 2019, όπως προκύπτει από σχετική επισημείωση επί αντιγράφου αυτής του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο ...ς Η. Τ., η δε αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου στις 18 Φεβρουαρίου 2019 (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ).
Επομένως πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς τις λοιπές προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτής.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 299, 573 παρ. 1 και 577 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο (μετέπειτα) αναιρεσείων μπορεί να αποδεχθεί την προσβαλλόμενη απόφαση, η αποδοχή δε αυτή έχει ως συνέπεια το απαράδεκτο της μετά ταύτα ασκηθείσας αίτησης αναίρεσης, λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος, και υποδηλώνει παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης αυτής, χωρίς να απαιτείται γι' αυτό η τήρηση ορισμένου τύπου.
Επομένως η αποδοχή μπορεί να γίνει είτε με την τήρηση των διατυπώσεων του άρθρου 297 του ΚΠολΔ (με δήλωση η οποία καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο το οποίο επιδίδεται στον αντίδικο), είτε σιωπηρά, με πράξεις από τις οποίες υποδηλώνεται σαφώς η προς τούτο βούληση. Μετά όμως από την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, δεν χωρεί σιωπηρή αποδοχή της απόφασης, αλλά μόνον ρητή, δηλαδή κατά τους διαγραφομένους στο άρθρο 297 ΚΠολΔ τρόπους, καθόσον η αποδοχή στην περίπτωση αυτή υποδηλώνει παραίτηση από την ήδη ασκηθείσα αίτηση αναίρεσης, η οποία δεν μπορεί να γίνει σιωπηρά.
Εξ άλλου δεν συνιστά σιωπηρή αποδοχή της απόφασης η εκ μέρους του οφειλέτη - μετέπειτα αναιρεσείοντος καταβολή του συνόλου των επιδικασθέντων με την προσβαλλόμενη απόφαση χρηματικών ποσών στον δικαιούχο - μετέπειτα αναιρεσίβλητο, αφού η καταβολή των επιδικασθέντων, έστω και με αναγνωριστική διάταξη, χρηματικών ποσών, γίνεται προδήλως προς αποφυγή των από τη μη πληρωμή συνεπειών, ήτοι της αναγκαστικής εκτέλεσης (με την έκδοση διαταγής πληρωμής επί αναγνωριστικής απόφασης) ή την επιβάρυνση με τόκους υπερημερίας (ΑΠ 113/2016, ΑΠ 1306/2014, ΑΠ 1268/2009, ΑΠ 1003/2008, ΑΠ 880/2007).
Τοιαύτη περίπτωση συντρέχει ασφαλώς οσάκις ο οφειλέτης, που κατέβαλε το σε βάρος του επιδικασθέν χρηματικό ποσό, ρητώς επιφυλάχθηκε του δικαιώματος αυτού ν' ασκήσει αναίρεση (ΟλΑΠ 15/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσίβλητοι ισχυρίζονται με τις από 7.2.2020 προτάσεις των, ότι η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, καθόσον η αναιρεσείουσα εταιρεία, πριν από την άσκηση αυτής, είχε αποδεχθεί σιωπηρά την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως συνάγεται από το ότι αυτή κατέβαλε ήδη σε αυτούς το σύνολο των επιδικασθέντων αναγνωριστικά με την προσβαλλόμενη απόφαση αποδοχών υπερημερίας, γεγονός που αποδεικνύεται από την από 6.2.2020 απόδειξη παραλαβής επιταγών, η οποία υπογράφεται από την πλευρά της αναιρεσείουσας από τον πληρεξούσιο δικηγόρο αυτής.
Από το γεγονός όμως αυτό δεν μπορεί να συναχθεί σιωπηρά αποδοχή της απόφασης εκ μέρους της αναιρεσείουσας εταιρείας, η οποία έγινε προδήλως προς αποφυγή των από την μη πληρωμή συνεπειών, εφόσον μάλιστα στην ως άνω από 6.2.2020 απόδειξη η μετέπειτα αναιρεσείουσα εταιρεία δια του ως άνω πληρεξούσιου δικηγόρου της ρητώς επιφυλάχθηκε του δικαιώματος άσκησης αίτησης αναίρεσης ενώπιον του Αρείου Πάγου (βλ αυτήν).
Το γεγονός ότι στην απόδειξη αυτή δεν είχε επισυναφθεί το πληρεξούσιο έγγραφο προς τον πιο πάνω δικηγόρο, δεν διαφοροποιεί τ' ανωτέρω, αφού η έλλειψη αυτή μπορεί να θεραπευτεί με την εκ των υστέρων έγκριση των από αυτόν γενομένων ενεργειών και δηλώσεων (περιλαμβανομένης και της πιο πάνω ρητής επιφύλαξης) από τον ενδιαφερόμενο διάδικο, η οποία μπορεί να γίνει είτε ρητά, είτε σιωπηρά (σχετ.
ΑΠ 1817/2012). Επομένως ο περί απαραδέκτου της ένδικης αίτησης αναίρεσης ισχυρισμός των αναιρεσίβλητων πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, εφόσον η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ), πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και την βασιμότητα των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 του ΚΠολΔ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 5 παρ.3 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου.
Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 του ΑΚ, δηλαδή της μη προφανούς υπέρβασης των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Η προφανής υπέρβαση των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ.
Στην περίπτωση της ακυρότητας της καταγγελίας λόγω καταχρηστικής άσκησης αυτής, δεν επέρχεται η λύση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και συνακόλουθα ο εργοδότης υποχρεούται να δέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού και, σε περίπτωση υπερημερίας του, να καταβάλει τις αποδοχές αυτού με βάση τη σύμβαση εργασίας, κατά τα άρθρα 349, 350, 648 και 656 του ΑΚ (ΑΠ 179/2016, ΑΠ 601/2013).
Προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του οικείου δικαιώματος συντρέχει και όταν η καταγγελία έγινε από εμπάθεια ή για λόγους εκδίκησης ή μίσους, λόγω νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του μισθωτού, όπως στην περίπτωση που ο μισθωτός αξιώνει από τον εργοδότη την τήρηση των συμφωνημένων όρων εργασίας (ΑΠ 179/2016, ΑΠ 1249/2014, ΑΠ 1649/2012, ΑΠ 581/2011, ΑΠ 1318/2000).
Όμως δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία, όταν δεν υπάρχει γι` αυτή κάποια αιτία, αφού ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής κατά προφανή υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι` αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους, που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλαδή η καταγγελία η οποία δεν δικαιολογείται από σοβαρούς, συνδεόμενους με το αντικειμενικό συμφέρον της επιχείρησης λόγους, δεν είναι άνευ άλλου τινός καταχρηστική, διότι στην αντίθετη περίπτωση, η καταγγελία από αναιτιώδης θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη (ΑΠ 1000/2017, ΑΠ 244/2017, ΑΠ 132/2016, ΑΠ 1922/2007, ΑΠ 561/2007).
Εξ άλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 652 παρ. 1, 656, 349 έως 351, 361 Α.Κ., 7 του Ν. 2112/1920 και 5 παρ. 3 του Ν. 3198/1955, προκύπτει ότι η μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για τον εργαζόμενο εκ μέρους του εργοδότη, δεν συνεπάγεται τη λύση της εργασιακής σχέσης, αλλά παρέχει το δικαίωμα στο μισθωτό, εφόσον αυτός δεν αποδέχεται την μεταβολή, είτε να θεωρήσει αυτήν ως καταγγελία της σύμβασης εκ μέρους του εργοδότη και να ζητήσει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, είτε να αξιώσει την τήρηση των όρων της σύμβασης αυτής και την εξακολούθηση της παροχής της εργασίας του με τους ίδιους όρους όπως πριν από την μεταβολή οπότε, σε περίπτωση μη αποδοχής αυτής από τον εργοδότη, μπορεί να ζητήσει την καταβολή των αποδοχών του, λόγω της υπερημερίας στην οποία ο τελευταίος περιήλθε (ΑΠ 657/2018, ΑΠ 282/2018, ΑΠ 1322/2017, ΑΠ 216/2017, ΑΠ 1134/2015, ΑΠ 447/2015).
Και είναι μεν αληθές ότι, σύμφωνα με τα άρθρα 648, 652 και 361 Α.Κ., ο εργοδότης έχει το διευθυντικό δικαίωμα βάσει του οποίου μπορεί να ρυθμίζει τα θέματα τα οποία ανάγονται στην οργάνωση και λειτουργία της επιχειρήσεώς του, για να επιτύχει τους σκοπούς της. Δεν μπορεί όμως να μεταβάλει μονομερώς τους όρους της εργασιακής σχέσης, χωρίς να έχει δικαίωμα από το νόμο ή από τη σύμβαση, με αποτέλεσμα να επέρχεται στον εργαζόμενο άμεσα ή έμμεσα υλική ή ηθική αυτού βλάβη (ΑΠ 216/2017, ΑΠ 1134/2015).
Επομένως, εάν ο εργοδότης επιχειρήσει να προβεί στην κατά τα ανωτέρω μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του μισθωτού, όπως να προβεί σε μείωση των συμφωνημένων αποδοχών του εργαζομένου και στη συνέχεια, λόγω άρνησης του εργαζομένου ν' αποδεχθεί τη βλαπτική μεταβολή, καταγγείλει ο ίδιος τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, η ως άνω καταγγελία ελέγχεται για κατάχρηση δικαιώματος, εφόσον ο εργοδότης προέβη σε αυτήν από εμπάθεια ή από λόγους εκδίκησης ή μίσους, διότι ο μισθωτός αξίωνε από τον εργοδότη την τήρηση των όρων της εργασιακής σύμβασης (ΑΠ 1303/2018, ΑΠ 2188/2014, ΑΠ 922/2010, ΑΠ 1407/2009).
Ειδικότερα επί απολύσεων που οφείλονται σε οικονομικοτεχνικούς λόγους, σκοπός των οποίων είναι η προσαρμογή του προσωπικού στις ανάγκες της επιχείρησης ή/και η αναδιοργάνωση των υπηρεσιών της με την αλλαγή του τρόπου λειτουργίας της επιχείρησης ή η μείωση του προσωπικού για καλύτερη απόδοσή της (απαλλαγή από το πλεονάζον προσωπικό) ή η μείωση του μισθολογικού κόστους προκειμένου ν' αποφευχθεί η διακοπή της λειτουργίας αυτής, λόγω της επαπειλούμενης συσσώρευσης ζημιών, η απόφαση (η επιλογή) του εργοδότη να ανταπεξέλθει με τον τρόπο αυτό στη διαφαινόμενη οικονομική κρίση της επιχείρησης δεν ελέγχεται από τα δικαστήρια.
Η στάθμιση αυτή ανήκει στον εργοδότη, που έχει υπόψη όλα τα στοιχεία της επιχείρησής του και τις συνθήκες λειτουργίας της αγοράς (ΑΠ 606/2017, ΑΠ 31/2013, ΑΠ 397/2004, ΑΠ 597/2002, ΑΠ 297/1996). Το γεγονός ότι οι οικονομοτεχνικοί λόγοι προέρχονται από τη σφαίρα ευθύνης του εργοδότη και όχι του εργαζομένου, με συνέπεια μέσω της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας μισθωτών ο κίνδυνος των λόγων αυτών να επιρρίπτεται σε τελική ανάλυση σε βάρος των εργαζομένων, οι οποίοι δεν φέρουν καμία απολύτως ευθύνη για τη δημιουργία του συγκεκριμένου λόγου, δεν ασκεί έννομη επιρροή, καθόσον η έννομη τάξη δεν αναγνωρίζει ένα δικαίωμα του εργαζομένου στη θέση εργασίας, με την έννοια της απόλυτης προστασίας αυτού από την απόλυση, ανεξαρτήτως των συνθηκών υπό τις οποίες δραστηριοποιείται η επιχείρηση στην οποία εργάζεται.
Ελέγχονται όμως από τα δικαστήρια αφ' ενός ο αιτιώδης σύνδεσμος της επιλογής αυτής και της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας συγκεκριμένου εργαζομένου, ως εσχάτου μέσου αντιμετώπισης των προβλημάτων της επιχείρησης (ultima ratio) και αφ' ετέρου ο τρόπος επιλογής του εν λόγω εργαζομένου ως απολυτέου, η οποία (επιλογή) πρέπει να πραγματοποιείται με αντικειμενικά κριτήρια, όπως επιβάλλουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 595/2015, ΑΠ 31/2013, ΑΠ 597/2002, ΑΠ 279/1996).
Τέτοια λιγότερο επαχθή σε σχέση με την απόλυση μέτρα συνιστούν η εκ μέρους του εργοδότη παροχή της δυνατότητας στο μισθωτό που πρόκειται να απολυθεί, για την απασχόλησή του σε άλλη κενή θέση, έστω και κατώτερη εκείνης που αυτός κατείχε, εφόσον βεβαίως υπάρχει τέτοια κενή θέση στην επιχείρησή του και ο υπό απόλυση μισθωτός είναι κατάλληλος να εργασθεί σε αυτή (ΑΠ 539/2018, ΑΠ 606/2017, ΑΠ 64/2015, ΑΠ 1404/2014, ΑΠ 31/2013, ΑΠ 922/2010) ή η πρόταση σε αυτόν ν' απασχοληθεί υπό καθεστώς μερικής απασχόλησης (ΑΠ 539/2018, ΑΠ 595/2015) ή με μειωμένες αποδοχές (ΑΠ 397/2004) υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι αυτές δεν θα υπολείπονται των κατά τις τυχόν ισχύουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή κατά το νόμο ελαχίστων ορίων.
Επομένως ο εργοδότης, ασκώντας νομίμως το διευθυντικό του δικαίωμα (άρθ. 652 του ΑΚ) μπορεί, προκειμένου να αποδεσμευθεί από τους δυσμενείς γι' αυτόν όρους της εργασιακής σύμβασης, να συνδέσει την καταγγελία αυτής με τη μη αποδοχή εκ μέρους του μισθωτού των προτάσεων του για μεταβολή των όρων αυτών (τροποποιητική καταγγελία).
Η καταγγελία όμως αυτή, που ακολουθεί την άρνηση του μισθωτού να δεχθεί τη μεταβολή, δεν είναι καταχρηστική από μόνο το γεγονός ότι αιτία της ήταν η άρνηση του μισθωτού να συναινέσει στη μεταβολή, αλλά υπόκειται σε κρίση ως προς τους όρους της με βάση το άρθρο 281 του ΑΚ, δηλαδή ελέγχεται με αντικειμενικά κριτήρια εάν το δικαίωμα του εργοδότη να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας, επειδή ο μισθωτός δεν συναίνεσε στη μεταβολή των όρων της αρχικής σύμβασης, αντίκειται στους όρους της άνω διάταξης (άρθ. 281 του ΑΚ ) και κυρίως ελέγχεται εάν η αξίωση του για μεταβολή των όρων της αρχικής σύμβασης δικαιολογείται ή όχι από τις συνθήκες και τις ανάγκες της επιχείρησης και εκμετάλλευσης και ειδικότερα εάν συνέτρεχαν πράγματι οικονομοτεχνικοί προς τούτο λόγοι ή άλλοι λόγοι που σχετίζονται με το πρόσωπο του μισθωτού (ΑΠ 1162/2019, ΑΠ 944/2005, ΑΠ 1199/2002 σχετ.
ΑΠ 922/2010). Και τούτο διότι ο εργαζόμενος έχει ένα άξιο προστασίας δικαίωμα για τη διατήρηση των όρων εργασίας που έχει συμφωνήσει (pacta sunt servanda), το οποίο υποχωρεί οσάκις συντρέχουν λόγοι ικανοί να θεμελιώσουν από πλευράς εργοδότη ένα αντικειμενικό συμφέρον για τη μεταβολή του περιεχομένου της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας.
Διαφορετικά η τροποποιητική καταγγελία θα λειτουργούσε ανεξέλεγκτα ως ένα μέσο απαλλαγής του εργοδότη από τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Επομένως στην περίπτωση που αποφασισθεί εκ μέρους του εργοδότη η μείωση των αποδοχών των εργαζομένων στην επιχείρηση, προκειμένου να βελτιωθεί η οικονομική της θέση για να αποφευχθεί η δημιουργία ή/και η σώρευση ζημιών που θα καθιστούσαν αναπόφευκτες τις απολύσεις ή ακόμη που θα είχαν ως συνέπεια την παύση της λειτουργίας της επιχείρησης με απώλεια όλων των θέσεων εργασίας, ο δικαστικός έλεγχος περιλαμβάνει το κατά πόσο η προταθείσα μείωση των αποδοχών δικαιολογείται από την ένταση των οικονομοτεχνικών λόγων που επικαλέσθηκε ο εργοδότης και προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία σε συνδυασμό με τη δυνατότητα ή μη λήψης και άλλων μέτρων εκ μέρους του εργοδότη για τη μείωση του κόστους λειτουργίας αυτής [ΑΠ 698/2018, η οποία δεσμεύει και το παρόν Δικαστήριο κατ' άρθ. 579 παρ. 4 του ΚΠολΔ].
Κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996).
Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αόριστοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 76/2016, ΑΠ 139/2014, 1720/2013, 232/2009).
Εξ άλλου επί αγωγής, με την οποία ζητείται η επιδίκαση αποδοχών υπερημερίας, λόγω άκυρης καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, η αξίωση του εργαζομένου για την καταβολή μισθών υπερημερίας δεν στηρίζεται στην ακυρότητα της καταγγελίας, αλλά στη σύμβαση εργασίας, η οποία αποτελεί και τη βάση της σχετικής αγωγής.
Στοιχεία αναγκαία της ιστορικής βάσης της αγωγής αυτής είναι η κατάρτιση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, ο συμβατικός ή ο νόμιμος μισθός και η άρνηση του εργοδότη ν` αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του εργαζομένου. Αναφορά στην καταγγελία και την ακυρότητά της δεν απαιτείται. Εάν ο εργοδότης επικαλεστεί, κατ` ένσταση, τη λύση της σύμβασης με καταγγελία, ο ισχυρισμός του εργαζομένου για ακυρότητά της αποτελεί αντένσταση, η οποία μπορεί να προταθεί με τις προτάσεις της συζήτησης στον πρώτο βαθμό ή ακόμη και στον δεύτερο βαθμό, εφόσον συντρέχουν οι όροι του άρθρου 527 του ΚΠολΔ.
Εάν όμως ο εργαζόμενος περιλάβει στην αγωγή του και αυτοτελές αίτημα αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας κατά το άρθρο 70 του ΚΠολΔ, όπως στην ένδικη υπόθεση, ή ασκήσει μόνο αναγνωριστική της ακυρότητας της καταγγελίας αγωγή, τότε οφείλει να εκθέσει στο εισαγωγικό δικόγραφο με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ακυρότητα, χωρίς να είναι δυνατή μια μεταγενέστερη, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, διόρθωση της αοριστίας ή βελτίωση του σχετικού ισχυρισμού με την επίκληση και νέων λόγων ακυρότητας της καταγγελίας, γιατί έτσι μεταβάλλεται ανεπίτρεπτα, κατά το άρθρο 224 του ΚΠολΔ, η ιστορική βάση της αγωγής (ΑΠ 460/2013, ΑΠ 624/2008, ΑΠ 804/2005, ΑΠ 216/2002).
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφαση του δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Με έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίσθηκαν μεταξύ των εναγόντων [ήδη αναιρεσίβλητων] και της εναγομένης ανώνυμης εταιρίας [ήδη αναιρεσείουσας], η οποία έχει ως αντικείμενο της επιχειρηματικής της δραστηριότητας την παραγωγή και εμπορία τροφίμων και ειδικότερα αλλαντικών, τυροκομικών και άλλων τυποποιημένων προϊόντων, στη ΒΙΠΕ ...ς, με σημαντικές εγκαταστάσεις, διατηρώντας πολυάριθμο (άνω των 200 εργαζομένων) προσωπικό και σημαντικό εξοπλισμό, με μεγάλο στόλο φορτηγών αυτοκινήτων, οι πρώτοι προσελήφθησαν από την τελευταία να εργασθούν σε αυτήν, o πρώτος ενάγων στις 21.6.2005 ως οδηγός φορτηγού - πωλητής και η δεύτερη ενάγουσα στις 21.12.2010 ως εργάτρια.
Σε εκτέλεση των συμβάσεών τους οι ενάγοντες εργάσθηκαν με τις παραπάνω ειδικότητες, προσφέροντας τις υπηρεσίες τους κατά τον προσήκοντα τρόπο και οι σχέσεις τους με την εργοδότριά τους είχαν εξελιχθεί χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα μέχρι τα τέλη Ιουνίου του 2012, οπότε οι νόμιμοι εκπρόσωποι της εναγομένης, επικαλούμενοι επιδείνωση της οικονομικής της κατάστασης, λόγω της οικονομικής κρίσης που μάστιζε από τότε τη χώρα και που, όπως υποστήριξαν (από τότε) είχε πλήξει και την επιχείρηση της ιδίας, άρχισαν να ζητούν από τους ενάγοντες, όπως και από τους λοιπούς συναδέλφους τους, να συναινέσουν σε μείωση των (μικτών) αποδοχών τους, που τότε ανέρχονταν σε 1.364,09 ευρώ (μηνιαίο μισθό) για τον πρώτο ενάγοντα και σε 42,42 ευρώ (ημερομίσθιο) για την δεύτερη ενάγουσα.
Στις αρχές δε του επόμενου μήνα (Ιουλίου του 2012) διένειμαν στους ενάγοντες (όπως και στους λοιπούς εργαζόμενους της επιχείρησης) έντυπα με τον τίτλο "Τροποποιητική σύμβαση εργασίας" και ημερομηνία 1.7.2012, βάσει του οποίου ο μηνιαίος μισθός του πρώτου θα μειωνόταν στο ποσό των 822,00 ευρώ και το ημερομίσθιο της δεύτερης στο ποσό των 28,80 ευρώ.
Τις σοβαρότατες αυτές μειώσεις (40% για τον πρώτο ενάγοντα και 33% για την δεύτερη ενάγουσα) οι ενάγοντες τις θεώρησαν αδικαιολόγητες και συνιστώσες μονομερή εκ μέρους της εναγομένης βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας τους, υποστηρίζοντας (από τότε) ότι, παρά την κρίση, η εναγομένη είχε ανοδική οικονομική πορεία και απαίτησαν να συνεχισθούν οι συμβάσεις τους με τους ίδιους όρους, δηλαδή τις ίδιες αποδοχές που ίσχυαν μέχρι τότε, αρνούμενοι να υπογράψουν τα διανεμηθέντα έντυπα.
Πρέπει να σημειωθεί ότι πριν τη διανομή των παραπάνω εντύπων δεν είχε προηγηθεί κάποια διαβούλευση ή και απλή συζήτηση με τους συνδικαλιστικούς εκπροσώπους των εργαζομένων, ούτε και είχαν προειδοποιηθεί οι ενάγοντες για την απόλυσή τους σε περίπτωση μη αποδοχής της πρότασης για μείωση των αποδοχών τους.
Πάντως, μετά την προαναφερθείσα άρνηση των εναγόντων και εξ αιτίας της άρνησης αυτής, η εναγομένη κατήγγειλε τις συμβάσεις εργασίας τους, επιδίδοντας προς αυτούς τα σχετικά έγγραφα στις 31.7.2012. Πρόκειται για τροποποιητικές καταγγελίες, σύμφωνα με την έννοια που εκτέθηκε στις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, που δεν μπορούν βέβαια να χαρακτηρισθούν ως καταχρηστικές, μόνο για το λόγο ότι αιτία τους ήταν η άρνηση των εναγόντων να συναινέσουν στην προταθείσα μεταβολή, θα πρέπει όμως, σύμφωνα με τις ίδιες νομικές σκέψεις, να ελεγχθεί με αντικειμενικά κριτήρια, αν η αξίωση της εναγομένης για μεταβολή των όρων εργασίας των εναγόντων δικαιολογείται από τις συνθήκες ή τις ανάγκες της επιχείρησής της ή από λόγους που σχετίζονται με το πρόσωπο των εναγόντων.
Σχετικά με τα ζητήματα αυτά προέκυψαν από τις αποδείξεις και τα εξής κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Λόγω της γνωστής σε όλους οικονομικής κρίσης, που είχε αρχίσει από το έτος 2009, με την επακολουθήσασα (κατά το έτος 2010) προσφυγή της χώρας στο μηχανισμό στήριξης του ΔΝΤ, της ΕΚΤ και της ΕΕ και τη συνακόλουθη δημοσιονομική προσαρμογή (Μνημόνιο Ι), καθώς και λόγω της συρρίκνωσης της οικονομικής δραστηριότητας και της ύφεσης που ακολούθησε, πλήττοντας μεταξύ άλλων επιχειρήσεων και τις αλλαντοβιομηχανίες, όπως της εναγομένης, η τελευταία άρχισε να παρουσιάζει σταδιακή πτωτική πορεία του κύκλου εργασιών και κερδών της, κατάσταση που συνεχίσθηκε μέχρι τις απολύσεις των εναγόντων.
Όσον όμως αφορά τη σοβαρότητα των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε η εναγομένη και την ανάγκη της συγκεκριμένης μείωσης των αποδοχών των εναγόντων, λεκτέα τα εξής: Ο κύκλος εργασιών (τζίρος) της εναγομένης, παρουσίαζε κατά τα έτη 2009, κατά το οποίο άρχισε η οικονομική κρίση που έπληξε και την ίδια, έως και 2012, κατά το οποίο απέλυσε τους ενάγοντες, μικρές διακυμάνσεις, τα δε καθαρά της κέρδη αυξομειώσεις, όπως συνάγεται από τους προσκομιζόμενους με επίκληση ισολογισμούς της των παραπάνω ετών.
Ειδικότερα η επιχείρηση της εναγομένης είχε στις 31.12.2008 τζίρο 31.160.173 ευρώ και καθαρά κέρδη 58.146,64 ευρώ, την 31.12.2009 τζίρο 30.831.912,66 ευρώ και καθαρά κέρδη 148.012,31 ευρώ, την 31.12.2010 τζίρο 28.762.904,72 ευρώ και καθαρά κέρδη 47.917,11 ευρώ, την 31.12.2011 τζίρο 30.294.517,50 ευρώ και καθαρά κέρδη 23.366,57 ευρώ και την 31.12.2012 τζίρο 33.230.189,41 ευρώ και καθαρά κέρδη 34.549,60 ευρώ.
Όμως η κατά το έτος 2011 μείωση των καθαρών κερδών οφείλεται κυρίως σε χρεωστικούς τόκους και συναφή έξοδα, δηλαδή σε λειτουργικές δαπάνες, που αυξήθηκαν σημαντικά σε σχέση με τα προηγούμενα έτη, ενώ το μισθολογικό κόστος της επιχείρησης αυξήθηκε μεν, αφού κατά το έτος 2008 ανερχόταν σε 4.960.847 ευρώ, το έτος 2009 σε 5.170.239,36 ευρώ, το έτος 2010 σε 5.321.251,62 ευρώ και το έτος 2011 σε 5.375.265,12 ευρώ, όχι όμως σε σημαντικό βαθμό από έτος σε έτος, πέραν του ότι ήταν πάντοτε μικρό σε σχέση με τον τζίρο της επιχείρησης.
Στο τέλος δε του έτους 2012, δηλαδή μετά τις μειώσεις των αποδοχών των εργαζομένων και τις απολύσεις των εναγόντων, τα έξοδα διοικητικής λειτουργίας (που περιλαμβάνουν και το μισθολογικό κόστος) εμφανίζονται μειωμένα σε σχέση με τα αντίστοιχα έξοδα του προηγούμενου έτους, αλλά μόνο σε ποσοστό 5,8% περίπου, δηλαδή σε ποσοστό αναντίστοιχο προς τα κέρδη της επιχείρησης, που αυξήθηκαν σε ποσοστό 48%.
Από τα παραπάνω συνάγεται σαφώς ότι η ενάγουσα κατά τον χρόνο των ένδικων απολύσεων δεν αντιμετώπιζε παρά περιορισμένης έκτασης (εφόσον ληφθεί υπόψη και η τότε σοβούσα οικονομική κρίση) οικονομικά προβλήματα, και πάντως προβλήματα μη οφειλόμενα παρά μόνο σε πολύ μικρό βαθμό στο μισθολογικό κόστος της επιχείρησής της και αφετέρου ότι οι μειώσεις των αποδοχών των εργαζομένων της επιχείρησης (μεταξύ των οποίων και των εναγόντων στα προαναφερθέντα σημαντικότατα ποσοστά) ήταν δυσανάλογες και δεν θα μπορούσαν να οδηγήσουν, ούτε και ήταν αυτές που οδήγησαν στο οικονομικό αποτέλεσμα που τελικά επιτεύχθηκε.
Προέβη δε στις προαναφερθείσες μειώσεις, όχι επειδή τις θεωρούσε ως αναγκαίο μέτρο για την αντιμετώπιση των παραπάνω περιορισμένων οικονομικών της προβλημάτων, αλλά χρησιμοποιώντας τα προβλήματα αυτά ως πρόσχημα για να αυξήσει την κερδοφορία της, μέσω δυσανάλογων περικοπών των αποδοχών των εργαζομένων της, χωρίς μάλιστα να προηγηθεί καμία διαβούλευση με τους συνδικαλιστικούς τους εκπροσώπους, και οι ενάγοντες κλήθηκαν λίγες ημέρες πριν την απόλυσή τους και χωρίς τη δυνατότητα ή το χρόνο ν' αντιδράσουν, να υποστούν δραματικές μειώσεις με άμεσο αντίκτυπο στο βιοτικό επίπεδο αυτών και των οικογενειών τους.
Περαιτέρω η εναγομένη προσέφυγε απευθείας στο παραπάνω μέτρο της μείωσης των αποδοχών του προσωπικού της, χωρίς προηγουμένως να καταβάλει ουσιαστική προσπάθεια αντιμετώπισης των (περιορισμένων) οικονομικών της προβλημάτων με άλλα, ηπιότερα για τους εργαζομένους της, μέτρα, όπως η μείωση των τιμών των πρώτων υλών (κρέατος κλπ), με συστηματική προσπάθεια ανεύρεσης προμηθευτών στο εσωτερικό της χώρας, όπου η κρίση είχε επηρεάσει και τους παραγωγούς, αντί να προσφύγει μόνο σε προμηθευτές του εξωτερικού (Γερμανία, Βέλγιο, Ολλανδία, Γαλλία) και η μείωση κάθε άλλου κόστους λειτουργίας της επιχείρησης στο αναγκαίο μέτρο, καθώς δεν επεδίωξε και πέτυχε ασήμαντες (σε σχέση με το μέγεθός της και τον κύκλο εργασιών της) μειώσεις, αφού τέτοιες είναι η μείωση των εξόδων εκθέσεων και επαγγελματικών ταξιδιών των στελεχών της, από 41.000 το έτος 2011 σε 22.550 ευρώ το έτος 2012.
Μάλιστα, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την άρνηση των εναγόντων να αποδεχθούν τη μείωση των αποδοχών τους μέχρι την απόλυσή τους, η εναγομένη είχε προσλάβει νέους οδηγούς και νέες εργάτριες και είχε αναθέσει την εκπαίδευσή τους στους ήδη υπάρχοντες συναδέλφους τους, δηλαδή στους οδηγούς και τις εργάτριες της επιχείρησης και αυτοί (νεοπροσληφθέντες) εξακολουθούν να εργάζονται στην επιχείρηση και μετά την απόλυση των εναγόντων.
Τέλος η εναγομένη δεν επέλεξε ούτε τη σταδιακή και ανάλογη με τα προκύπτοντα αποτελέσματα, εφαρμογή των παραπάνω δραματικών μειώσεων, αλλά τις εφάρμοσε αμέσως στο σύνολό τους. Από τα παραπάνω δεδομένα συνάγεται ότι οι προταθείσες από την εναγομένη προς τους ενάγοντες, πριν από την απόλυσή τους, μονομερείς μεταβολές των όρων των συμβάσεων εργασίας τους (με τη δραματική μείωση των αποδοχών τους) δεν ήταν, με αντικειμενικά κριτήρια, δικαιολογημένες από τις προεκτεθείσες συνθήκες και ανάγκες της επιχείρησης της εναγομένης και συγκεκριμένα από τα περιορισμένα οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζε, ούτε βέβαια και από λόγους που σχετίζονται με το πρόσωπο των εναγόντων, που υπήρξαν άψογοι επί σειρά ετών στην εκτέλεση των καθηκόντων τους.
Ειδικότερα, όσον αφορά τις συνθήκες και ανάγκες της εναγομένης, αν και υπήρχαν άλλα προσφορότερα μέτρα μείωσης του λειτουργικού κόστους της επιχείρησής της (η μείωση των τιμών των πρώτων υλών και η μείωση κάθε άλλου κόστους της στο αναγκαίο μέτρο, αλλά και η λελογισμένη και σταδιακή, ανάλογη με τα προκύπτοντα αποτελέσματα, μείωση των αποδοχών του προσωπικού της, που αναφέρθηκαν παραπάνω), η εναγομένη, χωρίς να καταβάλει ουσιαστική προσπάθεια εφαρμογής τους, προτίμησε να προσφύγει απευθείας στις προαναφερθείσες δραματικές μειώσεις των αποδοχών των εναγόντων, που ήταν εντελώς δυσανάλογες με τα περιορισμένα οικονομικά προβλήματα που αυτή αντιμετώπιζε και αποσκοπούσαν μόνο στην αύξηση της κερδοφορίας της.
Συνεπώς οι ένδικες καταγγελίες αντίκεινται στους όρους της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, καθώς υπερβαίνουν και μάλιστα προφανώς, τα όρια που διαγράφονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό του δικαιώματος της εναγομένης και παρίστανται ως καταχρηστικές, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που εκτέθηκαν παραπάνω στην παρούσα απόφαση.
Το γεγονός ότι οι ενάγοντες ήταν από τους λίγους εργαζομένους της επιχείρησης (9 από τους 220) που αντέδρασαν στη μείωση των αποδοχών τους, δεν αναιρεί την παραπάνω παραδοχή, ακριβώς επειδή η σχετική πρόταση της εναγομένης αποτελούσε αντικειμενικά αδικαιολόγητη αξίωση για μεταβολή των όρων εργασίας των εναγόντων, ανεξάρτητα από την αντίδραση των λοιπών συναδέλφων τους.
Ο δε ανταγωνισμός της εναγομένης από άλλες επιχειρήσεις του κλάδου ( "ΒΙΚΗ", "ΠΑΣΣΙΑΣ", "CRETA FARM", "ΥΦΑΝΤΗΣ", "ΝΙΚΑΣ") μπορούσε να αντιμετωπισθεί με άλλο τρόπο και συγκεκριμένα με τη λελογισμένη μείωση των τιμών των προϊόντων της σε συνδυασμό με τη μείωση των δαπανών της, μεταξύ των οποίων βεβαίως και η μείωση του μισθολογικού της κόστους, που όμως θα έπρεπε να είναι και αυτή λελογισμένη και όχι η συγκεκριμένη που επιλέχθηκε.
Επομένως η εναγομένη, που εξαιτίας της ακυρότητας των καταγγελιών των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων, κατέστη υπερήμερη περί την αποδοχή των προσηκόντως προσφερομένων υπηρεσιών τους, οφείλει σε αυτούς αποδοχές υπερημερίας, για το χρονικό διάστημα από την επομένη ημέρα των καταγγελιών μέχρι τη συζήτηση της αγωγής.
Περαιτέρω, και όσον αφορά ειδικά τη δεύτερη ενάγουσα, προέκυψαν και τα ακόλουθα: Η αρχική καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας αυτής έγινε εγγράφως στις 31.7.2012, ωστόσο, λόγω του ότι τότε βρισκόταν σε νόμιμη τακτική άδεια, η εναγομένη της κοινοποίησε μεταγενέστερα την από 7.11.2012 εξώδικη δήλωση - πρόσκληση, με την οποία, αναγνωρίζοντας την ακυρότητα της προηγούμενης καταγγελίας (για τον προηγούμενο λόγο), την καλούσε να παραλάβει τους μισθούς υπερημερίας που της όφειλε από την παραπάνω ημερομηνία και να υπογράψει νέα καταγγελία της σύμβασης εργασίας της.
Επειδή δε η ενάγουσα δεν εμφανίσθηκε, η εναγομένη με την από 12.11.2012 εξώδικη δήλωσή της, κατήγγειλε εκ νέου τη σύμβαση εργασίας της, προσφέροντάς της την αποζημίωση απόλυσης και τους μισθούς υπερημερίας, τα οποία παρακατέθεσε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. Από τυπική άποψη η νέα αυτή καταγγελία τυγχάνει κατ' αρχήν σύννομη και αναιρεί την προηγούμενη καταγγελία, θεραπεύοντας την ακυρότητά της, αλλά μόνο για τον συγκεκριμένο λόγο (ότι έγινε κατά τη διάρκεια της νόμιμης άδειας).
Όμως τόσο η νέα, όσο και η προηγούμενη καταγγελία πάσχουν και από άλλη ακυρότητα και συγκεκριμένα είναι καταχρηστικές για τους προαναφερθέντες λόγους, ακυρότητα που δεν θεραπεύθηκε με τη νέα καταγγελία, παρά μόνο διακόπηκε (με την αναγνώριση της ακυρότητας της αρχικής καταγγελίας και την προσφορά στην ενάγουσα της αποζημίωσης απόλυσης και των μισθών υπερημερίας) η υπερημερία της εναγομένης για το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα, άρχισε δε εκ νέου η υπερημερία με την από 12.11.2012 καταγγελία.
Επομένως η ένσταση της εναγομένης περί λύσεως της συμβάσεως εργασίας της δεύτερης ενάγουσας στις 12.11.2012 πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη, συνακόλουθα δε να απορριφθεί και ο τα αντίθετα υποστηρίζων σχετικός (έκτος) λόγος της έφεσης". Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του προέβη στον υπολογισμό του ύψους των αποδοχών υπερημερίας του πρώτου ενάγοντος και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου από τις 1.8.2012 (επομένης της από 31.7.2012 καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου αυτού) και της δεύτερης ενάγουσας και ήδη δεύτερης αναιρεσείουσας από τις 13.11.2012 (επομένης της νέας από 12.11.2012 καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου αυτής ) μέχρι τις 25.11.2013 (οπότε συζητήθηκε η αγωγή στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο), περιλαμβανομένων των επιδομάτων εορτών και αδείας, μετά από αφαίρεση από το σύνολο αυτών των ποσών της αποζημίωσης καταγγελίας, κατά παραδοχή σχετικής ένστασης της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας, όπως είχε κρίνει και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
Περαιτέρω το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, σε αντίθεση με τα όσα είχε δεχθεί το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αποφάνθηκε ότι δεν αποδείχθηκαν εκδικητικά κίνητρα της εναγομένης προς το πρόσωπο των εναγόντων, ούτε άλλες συνθήκες παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητάς τους ως εργαζομένων και απέρριψε, κατά παραδοχή σχετικού λόγου έφεσης της αναιρεσείουσας, την αξίωσή αυτών για την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.
Με το σκεπτικό αυτό, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εξαφάνισε στο σύνολό της την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (χωρίς ειδικότερη σκέψη ως προς το σκέλος της πρωτοβάθμιας απόφασης, για το οποίο είχε απορρίψει τους κατ' αυτής λόγους έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας) και, αφού κράτησε την υπόθεση, δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή, αναγνώρισε την ακυρότητα, ως καταχρηστικής, της από 31.7.2012 καταγγελίας των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου αμφοτέρων των εναγόντων από την εναγομένη ανώνυμη εταιρεία, ως και την ακυρότητα της από 12.11.2012 μεταγενέστερης καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου της δεύτερης ενάγουσας εκ μέρους της εναγομένης εταιρείας, υποχρέωσε την εναγομένη να αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες των εναγόντων με βάση τις συμφωνημένες αποδοχές των, με την απειλή χρηματικής ποινής εκατό (100) ευρώ για κάθε ημέρα παραβίασης της υποχρέωσης αυτής και αναγνώρισε ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει τα εκεί αναγραφόμενα χρηματικά ποσά για αποδοχές υπερημερίας, με το νόμιμο τόκο, όπως είχε δεχθεί κατά το μέρος αυτό και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
Με τον πρώτο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι, αν και με την αγωγή, που είχε ως αντικείμενο της (και) την αναγνώριση της ακυρότητας της εκ μέρους αυτής από 31.7.2012 καταγγελίας των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου των αναιρεσίβλητων, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι περιορίσθηκαν στη μνεία γενικόλογων αναφορών σχετικά με την υποχρέωση του εργοδότη να προσφεύγει στην οφειλόμενη σε οικονομοτεχνικούς λόγους καταγγελία της σύμβασης εργασίας των εργαζόμενων της επιχείρησής τους ως έσχατο μέσο, χωρίς να προσδιορίσουν ειδικότερα στο περιεχόμενο αυτής (αγωγής) τα συγκεκριμένα ηπιότερα μέτρα που έπρεπε να λάβει η επιχείρηση, ώστε ν' αποφευχθούν οι απολύσεις και τις συγκεκριμένες δαπάνες που θα έπρεπε να μειώσει και δεν μείωσε και χωρίς να διαλάβουν στην αγωγή ότι η εργοδότρια εταιρεία θα έπρεπε να απευθυνθεί σε νέους εγχώριους προμηθευτές που θα προσέφεραν χαμηλότερες τιμές, ότι οι μειώσεις των αποδοχών έπρεπε να είναι σταδιακές και ότι, ως εναλλακτικό μέσο αντιμετώπισης του ανταγωνισμού, αυτή έπρεπε να μειώσει τις τιμές των προσφερομένων από αυτήν προϊόντων, παρά ταύτα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με βάση τις προαναφερόμενες παραδοχές έλαβε υπόψη του τα στοιχεία αυτά προκειμένου να θεμελιώσει την κρίση του ότι οι επίδικες καταγγελίες δεν δικαιολογούνταν από την οικονομική κατάσταση της επιχείρησης της αναιρεσείουσας και, κατά συνέπεια, έλαβε υπόψη του "πράγματα", θεμελιωτικά της ιστορικής βάσης της αγωγής, που δεν είχαν προταθεί από τους αναιρεσίβλητους με την αγωγή τους, υποπίπτοντας έτσι στην από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Και τούτο διότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της ένδικης αγωγής, την οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος κατά την έρευνα του ανωτέρω αναιρετικού λόγου (άρθ. 561 παρ.2 του ΚΠολΔ), σε αυτήν γίνεται ρητή μνεία ότι η επιχείρηση της αναιρεσείουσας είχε ανοδική πορεία και ότι οι αναφορές των εκπροσώπων αυτής σε άσχημη χρηματοοικονομική κατάσταση της επιχείρησης, λόγω της σοβούσας οικονομικής κρίσης, πόρρω απείχαν της αλήθειας, πράγμα που αποδεικνύεται και από τις αθρόες νέες προσλήψεις προσωπικού που αυτή πραγματοποίησε (σελ. 5 της αγωγής).
Κατά συνέπεια η αγωγή ουσιαστικά στηρίζεται (μεταξύ των λοιπών βάσεων) και στο μείζον ότι δεν συνέτρεχαν οικονομοτεχνικοί λόγοι που να δικαιολογούν αντικειμενικά τις προταθείσες μειώσεις αποδοχών των εργαζομένων [και όχι στο έλασσον ότι συνέτρεχαν οικονομοτεχνικοί λόγοι, οι οποίοι όμως θα μπορούσαν να αντιμετωπισθούν με άλλα ηπιότερα μέσα αντί της μείωσης των αποδοχών του προσωπικού της αναιρεσείουσας] και συνακόλουθα η εμμονή της αναιρεσείουσας σε μειώσεις αποδοχών, χωρίς τούτο να είναι αντικειμενικά αναγκαίο προς δήθεν αντιμετώπιση οικονομικών προβλημάτων, να καθιστά άκυρες ως καταχρηστικές τις επακολουθήσασες για το λόγο αυτό απολύσεις, κατά το άρθρο 281 του ΑΚ.
Επομένως τα διαλαμβανόμενα ως άνω στοιχεία που έλαβε υπόψη της η προσβαλλόμενη απόφαση για να καταλήξει στην άνω δικαιοδοτική της κρίσης δεν συνιστούν "πράγματα", αλλά πραγματικά περιστατικά και συμπεράσματα του δικαστηρίου της ουσίας που προέκυψαν από τις αποδείξεις, προκειμένου το δικαστήριο να καταλήξει στην δικαιοδοτική του κρίση ότι δεν συνέτρεχαν οικονομοτεχνικοί λόγοι στο βαθμό που να καθιστούν αντικειμενικά αναγκαίες τις προταθείσες εκ μέρους της αναιρεσείουσας μειώσεις αποδοχών των εργαζομένων σε αυτήν και ότι, συνακόλουθα, οι επακολουθήσασες για την αιτία αυτή απολύσεις ήταν καταχρηστικές, κατά παραδοχή της περί τούτου ανωτέρω ιστορικής βάσης της αγωγής.
Με τον δεύτερο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ και ειδικότερα ότι, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν συνέτρεχαν οικονομοτεχνικοί λόγοι που να καθιστούν αντικειμενικά αναγκαίες τις προταθείσες εκ μέρους της αναιρεσείουσας μειώσεις αποδοχών των εργαζομένων σε αυτήν και ότι, συνακόλουθα, οι επακολουθήσασες για την αιτία αυτή απολύσεις των αναιρεσίβλητων ήταν καταχρηστικές, διέλαβε το μεν ανεπαρκείς, το δε αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο.
Ο λόγος αυτός, κατά την κρατήσασα στο Δικαστήριο γνώμη των Αρεοπαγιτών Νικολάου Πιπιλίγκα, Εισηγητή, Όλγας Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρου Μαντούβαλου και Πελαγίας Ακάσογλου, είναι βάσιμος. Ειδικότερα η προσβαλλόμενη απόφαση: α) ενώ διαλαμβάνει ότι η επιχείρηση της εναγομένης με βάση τους ισολογισμούς της στις 31.12.2011 είχε κύκλο εργασιών 30.294.517,50 ευρώ και καθαρά κέρδη 23.366,57 ευρώ και ότι στις 31.12.2012 είχε κύκλο εργασιών 33.230.189,41 ευρώ και καθαρά κέρδη 34.549,60 ευρώ (μετά και τις μειώσεις των αποδοχών του απασχολουμένου σε αυτήν εργατοϋπαλληλικού προσωπικού κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2012), δεν αναφέρει, εάν με βάση τα οικονομικά αποτελέσματα του πρώτου εξαμήνου του έτους 2012, οπότε και η αναιρεσείουσα πρότεινε στις αρχές Ιουλίου 2012 στο προσωπικό της να δεχθεί μειώσεις των αποδοχών του, αυτή εμφάνιζε κέρδη ή ζημίες και ποία ήταν η προοπτική της εξέλιξης αυτών στο άμεσο μέλλον, προκειμένου να κριθεί εάν οι προταθείσες μειώσεις απέβλεπαν απλώς στην αύξηση της κερδοφορίας ή στην αποφυγή ζημιών.
Τα ανωτέρω δεν διαφοροποιούνται από την παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι κατά το διάστημα που μεσολάβησε από την άρνηση των αναιρεσίβλητων ν' αποδεχθούν τις μειώσεις στις αποδοχές τους μέχρι την καταγγελία, η αναιρεσείουσα εταιρεία προέβη σε προσλήψεις νέων οδηγών και εργατριών, καθότι το κρίσιμο εν προκειμένω δεν ήταν η ανάγκη προσφοράς των υπηρεσιών των ως άνω μισθωτών - απολυθέντων και νεοπροσληφθέντων στη θέση τους - (τις οποίες, υπηρεσίες, είχε προφανώς ανάγκη η αναιρεσείουσα), αλλά το εάν αυτή θα ήταν στη θέση να συνεχίσει ν' αμείβει το εργατοϋπαλληλικό προσωπικό της στο μέλλον με βάση το προηγούμενο μισθολογικό καθεστώς, χωρίς να διαγράφει ζημίες, β) ενώ διαλαμβάνει ότι μετά τις ως άνω περικοπές των αποδοχών του προσωπικού της, τα (καθαρά) κέρδη της επιχείρησης [που κατά τις παραδοχές αυτής διαμορφώθηκαν σε 34.549, 60 ευρώ στις 31.12.2012 από 23.366,57 ευρώ στις 31.12.2011] αυξήθηκαν κατά 48%, ενώ τα έξοδα διοικητικής λειτουργίας, στα οποία περιλαμβάνεται το μισθολογικό κόστος, μειώθηκαν μόλις κατά ποσοστό 5,8%, δηλαδή κατά την προσβαλλόμενη απόφαση σε ποσοστό αναντίστοιχο με την αύξηση των κερδών, δεν διαλαμβάνει ποία ήταν η ποσοτική επίπτωση της προταθείσας και λαβούσας χώρας μείωσης των αποδοχών του προσωπικού της αναιρεσείουσας, τόσο κατά το έτος 2012 (οπότε η επίπτωση αυτή αφορά το δεύτερο εξάμηνο), όσο και κατά το επόμενο έτος 2013 (οπότε η επίπτωση αυτή αφορά ολόκληρο το έτος), προκειμένου να κριθεί το μεν η επίδραση της πιο πάνω μείωσης στα οικονομικά αποτελέσματα της αναιρεσείουσας, το δε ποία θα ήταν τα αποτελέσματα αυτά, αν δεν λάμβαναν χώρα οι πιο πάνω μειώσεις αποδοχών και συνακόλουθα να κριθεί, εάν συντρέχει ή όχι παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας.
Μάλιστα, εφόσον κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης το μισθολογικό κόστος κατά το προηγούμενο έτος 2011 ανήλθε σε 5.375.265,12 ευρώ, η μείωση αυτού σε ποσοστό 5,8% αντιστοιχεί στο ποσό των 311.765,37 ευρώ, ποσό δηλαδή που υπερβαίνει κατά πολύ τα καθαρά κέρδη της αναιρεσείουσας ύψους 34.549,60 ευρώ, παρά τη μεγάλη ποσοστιαία τους αύξηση σε σχέση με το προηγούμενο έτος, που δεν είχαν λάβει χώρα μειώσεις των αποδοχών, γ) ενώ δέχεται ότι δεν καταβλήθηκε ουσιαστική προσπάθεια από την αναιρεσείουσα για την αντιμετώπιση των οικονομικών της προβλημάτων με άλλα ηπιότερα για το προσωπικό της μέτρα, όπως η μείωση της τιμής των πρώτων υλών (κρέατος) με συστηματική προσπάθεια ανεύρεσης προμηθευτών στη χώρα, τους οποίους είχε επίσης επηρεάσει η οικονομική κρίση, αντί να προσφεύγει μόνο σε προμηθευτές της στο εξωτερικό (Γερμανία, Βέλγιο, Ολλανδία, Γαλλία), καθώς και η μείωση κάθε άλλου κόστους λειτουργίας, δεν διαλαμβάνει παραδοχή ότι στην Ελλάδα την περίοδο εκείνη υπήρχαν προμηθευτές κρέατος ικανοί να πωλήσουν στην αναιρεσείουσα τις αναγκαίες ποσότητες κρέατος για τη λειτουργία της και μάλιστα σε τιμές χαμηλότερες εκείνων των αλλοδαπών προμηθευτών, ούτε προσδιορίζει συγκεκριμένα ποίες άλλες δαπάνες θα μπορούσαν να περικοπούν προκειμένου να κριθεί αν τούτο ήταν εφικτό ή αν, αντιθέτως, αυτές ήταν ανελαστικές και ποία θα ήταν η επίδρασή της μείωσης των δαπανών αυτών στη βελτίωση των οικονομικών αποτελεσμάτων, ούτως ώστε να μην καθιστούν αναγκαίες στο σύνολό τους ή έστω κατά ένα μέρος τις προταθείσες μειώσεις αποδοχών.
Περαιτέρω, ενώ δέχεται ότι η πίεση από τον ανταγωνισμό άλλων επιχειρήσεων με τα αυτό αντικείμενο επιχειρηματικής δραστηριότητας θα μπορούσε ν' αντιμετωπισθεί από την αναιρεσείουσα με λελογισμένη μείωση των τιμών των προσφερομένων στο καταναλωτικό κοινό προϊόντων της, δεν διαλαμβάνει περαιτέρω παραδοχή εάν μία τέτοια μείωση θα ήταν ικανή ν' αυξήσει τα έσοδα της (από την αύξηση της ζήτησης) σε βαθμό που να καλύψει (έστω και κατά ένα μέρος) το κόστος από τη μη επιβολή της μείωσης των αποδοχών του προσωπικού της ή, αντιθέτως, (ενόψει μάλιστα των ως άνω οριακών κερδών αυτής) θα επέφερε αύξηση των ζημιών λόγω μείωσης των εσόδων (εάν η ζήτηση των προϊόντων της παρέμενε στα ίδια επίπεδα, λόγω και της κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης υπάρχουσας ύφεσης που οδήγησε τις αλλαντοβιομηχανίες, περιλαμβανομένης και της επιχείρησης της αναιρεσείουσας, σε σταδιακή πτώση του κύκλου εργασιών τους), δ) ενώ δέχεται ότι χωρίς να προηγηθεί καμία διαβούλευση, οι αναιρεσίβλητοι κλήθηκαν εκ μέρους της αναιρεσείουσας να αποφασίσουν επί των μειώσεων των αποδοχών που τους προτάθηκαν λίγες ημέρες πριν την απόλυσή τους και χωρίς να έχουν τη δυνατότητα ν' αντιδράσουν, στη συνέχεια δέχεται αντιφατικά ότι τα έντυπα τροποποίησης των συμβάσεων εργασίας τους, όπου οι προτεινόμενες μειώσεις, τους διανεμήθηκαν στις αρχές Ιουλίου 2012 και ότι οι καταγγελίες των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αυτών έλαβαν χώρα στις 31.7.2012, δηλαδή μετά την πάροδο μηνός περίπου από της υποβολής της πρότασης σε αυτούς για τη μείωση των αποδοχών τους, διάστημα επαρκές για τη λήψη σχετικής απόφασης εκ μέρους εκάστου των αναιρεσίβλητων να δεχθεί ή μη τις προτεινόμενες μειώσεις.
Επίσης, ενώ δέχεται ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν είχαν προειδοποιηθεί για την απόλυσή τους σε περίπτωση μη αποδοχής της πρότασης της αναιρεσείουσας για μείωση των αποδοχών τους, στη συνέχεια χαρακτηρίζει αντιφατικά τις καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας αυτών ως "τροποποιητικές", που εννοιολογικά προϋποθέτουν την πιο πάνω προειδοποίηση, ε) ενώ δέχεται ότι η αναιρεσείουσα δεν επέλεξε τη σταδιακή και ανάλογη με τα προκύπτοντα αποτελέσματα μείωση των αποδοχών, αλλά εφάρμοσε αυτές (μειώσεις) εφάπαξ στο σύνολό τους παρόλο που οι ποσοστιαίες ως άνω μειώσεις ήταν σοβαρότατες ("δραματικές"), δεν διαλαμβάνει περαιτέρω παραδοχές περί του εάν η σταδιακή εφαρμογή των μειώσεων και κατά ποίο ποσοστό θα επέφερε την αποφυγή ή όχι ζημιών στα οικονομικά της αποτελέσματα, ενόψει μάλιστα της παραδοχής ότι παρά τις μειώσεις των αποδοχών από το σύνολο σχεδόν των εργαζομένων στην αναιρεσείουσα (211 επί συνόλου 220 μισθωτών) τα καθαρά κέρδη αυτής αυξήθηκαν το έτος 2012 μόλις κατά 11.183,03 (34.549,60 μείον 23.366,57) ευρώ, με συνέπεια να μην μπορεί να γίνει λόγος ότι οι προταθείσες από την αναιρεσείουσα μειώσεις των αποδοχών του προσωπικού της ήταν το πρόσχημα για την αύξηση (μόνο) της κερδοφορίας αυτής.
Επομένως ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι ανωτέρω ανεπάρκειες και αντιφάσεις, συνεπεία των οποίων καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ, είναι, κατά την ως άνω κρατήσασα στο δικαστήριο γνώμη, βάσιμος.
Κατά τη γνώμη όμως της Προέδρου του Δικαστηρίου Πηνελόπης Ζωντανού, Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δεύτερος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθότι με τις ως άνω παραδοχές της η προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές κρίσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, αναφορικά με την ακυρότητα ως καταχρηστικής της καταγγελίας των συμβάσεων εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου των αναιρεσίβλητων εκ μέρους της αναιρεσείουσας εταιρείας (άρθ. 281 του ΑΚ).
Οι επικαλούμενες εκ μέρους της αναιρεσείουσας πλημμέλειες, όπως αυτές διαλαμβάνονται αμέσως ανωτέρω, με τις οποίες αυτή πειράται να θεμελιώσει τον ως άνω εκ του αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, ανάγονται, ως εκ του περιεχομένου τους, σε ελλείψεις σχετικές με την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, παρόλο που αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια στην προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ παραλλήλως πλήττουν τα πραγματικά επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, με συνέπεια να μην ιδρύεται ο προτεινόμενος εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα.
Ειδικότερα για την πληρότητα της αιτιολογίας: α) δεν απαιτείτο η περαιτέρω μνεία των οικονομικών αποτελεσμάτων της αναιρεσείουσας εταιρείας κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους 2012, οπότε προτάθηκαν στο εργατοϋπαλληλικό προσωπικό αυτής οι αναγραφόμενες μεγάλες μειώσεις των αποδοχών τους, εφόσον στην προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται σαφής μνεία ότι οι προταθείσες μειώσεις δεν ήταν δικαιολογημένες, με αντικειμενικά κριτήρια, από τα περιορισμένα οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζε η αναιρεσείουσα την περίοδο αυτή, ως εκ των συνθηκών και των αναγκών της επιχείρησης, ενόψει και των περαιτέρω παραδοχών της προσβαλλόμενης ότι η αναιρεσείουσα προσέφυγε σε νέες προσλήψεις οδηγών και εργατριών (έστω και με μειωμένες αποδοχές) κατά το διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ της πρότασης για μείωση των αποδοχών του προσωπικού της και της καταγγελίας των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας των αναιρεσίβλητων και ότι τα περιορισμένης έκτασης οικονομικά της προβλήματα τα χρησιμοποίησε ως πρόσχημα για ν' αυξήσει την κερδοφορία της, μέσω μεγάλων μειώσεων των αποδοχών του προσωπικού της, β) εφόσον το ανωτέρω αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς κατά τα αμέσως ανωτέρω εκτιθέμενα, δεν απαιτείτο για την πληρότητα της αιτιολογίας περαιτέρω μνεία της ποσοτικής επίπτωσης των μειώσεων στο μισθολογικό κόστος της αναιρεσείουσας κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2012 και κατά το έτος 2013, πέραν της αναγραφομένης στην προσβαλλόμενη απόφαση ποσοστιαίας μείωσης για το μισθολογικό κόστος κατά το έτος 2012, γ) η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι δεν καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα εταιρεία ουσιαστική προσπάθεια αντιμετώπισης των ούτως ή άλλως περιορισμένων οικονομικών προβλημάτων με ηπιότερα για το εργατοϋπαλληλικό προσωπικό της μέτρα, όπως με την ανεύρεση εγχωρίων προμηθευτών κρέατος κλπ στο εσωτερικό της χώρας, τους οποίους είχε επίσης πλήξει η οικονομική κρίση ή με τη μείωση κάθε άλλου κόστους λειτουργίας της στο αναγκαίο μέτρο, περιορισθείσα μόνο στη μείωση του κόστους εκθέσεων και επαγγελματικών ταξιδιών του προσωπικού της, ενέχει εκ του πράγματος εμμέσως πλην σαφώς παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι ήταν εφικτή η μείωση του κόστους λειτουργίας της επιχείρησης της αναιρεσείουσας, τόσο με την ανεύρεση εγχωρίων προμηθευτών που, λόγω της οικονομικής κρίσης που έπληττε και αυτούς, θα ήσαν πρόθυμοι να προσφέρουν τα προϊόντα τους (κρέας κλπ) σε καλύτερες τιμές σε σχέση με τις προσφερόμενες τιμές από τους αλλοδαπούς προμηθευτές, όσο και με τη μείωση λοιπών λειτουργικών δαπανών, χωρίς ν' απαιτείται για την πληρότητα της αιτιολογίας περαιτέρω εξειδίκευση των μέτρων αυτών, δ) η προσβαλλόμενη απόφαση, προκειμένου να καταλήξει στο συμπέρασμα περί καταχρηστικότητας της καταγγελίας των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας των αναιρεσίβλητων, στηρίχθηκε, κατά τα ήδη προαναφερθέντα, στο ότι τα περιορισμένης έκτασης οικονομικά προβλήματα, που αντιμετώπιζε η επιχείρηση της αναιρεσείουσας και που μπορούσαν να αντιμετωπισθούν και με άλλα ηπιότερα για τους εργαζόμενους μέτρα, δεν δικαιολογούσαν τις προταθείσες πολύ μεγάλες μειώσεις των αποδοχών των αναιρεσίβλητων με άμεσο αντίκτυπο στο βιοτικό επίπεδο αυτών και των οικογενειών τους και κατά συνέπεια δεν συνέτρεχαν σοβαροί οικονομοτεχνικοί λόγοι που να τις δικαιολογούν και, επομένως, δεν στηρίχθηκε στο εάν είχε δοθεί επαρκής χρόνος στους αναιρεσίβλητους προκειμένου ν' αποφασίσουν αυτοί αν θα δέχονταν ή όχι τις προταθείσες μειώσεις των αποδοχών τους ή στο εάν αυτοί είχαν προειδοποιηθεί από την αναιρεσείουσα ότι σε περίπτωση άρνησής τους θα απολύονταν από την εργασία τους.
Οι ανωτέρω παραδοχές διαλαμβάνονται πλεοναστικά και ως εκ του περισσού στην προσβαλλόμενη απόφαση (βλ. μνεία της φράσης "πρέπει να σημειωθεί..." στη σελ. 12 της προσβαλλόμενης απόφασης), ενόψει μάλιστα του ότι για την εγκυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου δεν απαιτείται προηγούμενη προειδοποίηση του μισθωτού ή ενημέρωση αυτού για τους λόγους απόλυσης από τον εργοδότη του, με συνέπεια οι επικαλούμενες πλημμέλειες να προτείνονται αλυσιτελώς και ε) δεν απαιτείτο για την πληρότητα της αιτιολογίας η περαιτέρω αναφορά των επιπτώσεων της τυχόν σταδιακής μείωσης των αποδοχών του προσωπικού εκ μέρους της αναιρεσείουσας εταιρείας και μάλιστα του ποσοστού αυτής αντί της προταθείσας και συμφωνηθείσας με τους λοιπούς εργαζομένους εφ' άπαξ μείωσης, εφόσον για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκούσε η μνεία της δυνατότητας για σταδιακή μείωση, στην οποία αναφέρεται η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού στην περίπτωση σταδιακής μείωσης των αποδοχών οι περαιτέρω ενέργειες της αναιρεσείουσας που τυχόν θα απαιτούνταν (νέες ή όχι μειώσεις αποδοχών) θα εξαρτώντο από τις δημιουργούμενες οικονομικές συνθήκες που θα επηρέαζαν τη λειτουργία της.
Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Επιδίκαση, κατά την έννοια του προαναφερθέντος αναιρετικού λόγου που συνιστά έκφανση της αρχής της διάθεσης, σημαίνει ότι το δικαστήριο της ουσίας αποφάσισε σε "αίτημα", με διάταξή του ή αιτιολογία που έχει προσόντα διατακτικού, χωρίς όμως να υφίσταται αντίστοιχο αίτημα.
Ειδικότερα επιδίκαση περισσότερο του αιτηθέντος συντρέχει και στην περίπτωση που, παρά τον περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, το δικαστήριο δέχθηκε την αγωγή εν όλω ή εν μέρει σαν να ήταν καταψηφιστική (ΑΠ 1013/2013, ΑΠ 708/2008), οπότε η απόφαση αναιρείται μόνο κατά το μέρος με το οποίο το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε καταψήφιση (ΟλΑΠ 9/2002).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια της επιδίκασης πλέον του αιτηθέντος, καθότι με διάταξή της υποχρέωσε αυτήν να αποδεχθεί τις προσφερόμενες υπηρεσίες των αναιρεσίβλητων με την απειλή χρηματικής ποινής 100 ευρώ για κάθε ημέρα παραβίασης, παρόλο που οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους που καταχωρήθηκε στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης κατά τη συζήτηση και επαναλήφθηκε στις έγγραφες προτάσεις τους δήλωσαν ότι τρέπουν το αγωγικό αίτημα σε αναγνωριστικό στο σύνολό του.
Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, καθότι, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα με αριθ. 11315/25.11.2013 πρακτικά συνεδρίασης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...ς οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι με προφορική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου τους καταχωρηθείσα στα εν λόγω πρακτικά δήλωσαν ότι τρέπουν το αγωγικό αίτημα σε αναγνωριστικό στο σύνολό του [δεν προσκομίζονται οι προτάσεις αυτών ενώπιον του εν λόγω δικαστηρίου].
Επομένως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με το να διαλάβει στο διατακτικό του διάταξη, με την οποία υποχρέωσε την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ν' αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων, καταβάλλοντας σε αυτούς τις συμφωνημένες αποδοχές, με την απειλή χρηματικής ποινής εκατό (100) ευρώ για κάθε ημέρα παραβίασης της υποχρέωσης αυτής, αντί να περιορισθεί στην αναγνώριση μόνο της υποχρέωσης πραγματικής απασχόλησης αυτών, επιδίκασε περισσότερο του αιτηθέντος, μετά την ανωτέρω τροπή του αιτήματος της αγωγής στο σύνολό του σε αναγνωριστικό, υποπίπτοντας έτσι στην από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια.
Με τον πέμπτο από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι αναγνώρισε την ακυρότητα της μεταγενέστερης από 12.11.2012 μεταγενέστερης καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας της δεύτερης αναιρεσίβλητης, στην οποία προέβη η αναιρεσείουσα διότι η αρχική από 31.7.2012 καταγγελία της σύμβασης αυτής ήταν [σε κάθε περίπτωση] άκυρη, καθόσον κατά το χρόνο που αυτή έλαβε χώρα η ως άνω αναιρεσίβλητη τελούσε σε κανονική άδεια, χωρίς να υφίσταται σχετικό αίτημα στην αγωγή (που άλλωστε είχε ασκηθεί πριν τη δεύτερη καταγγελία) και κατά συνέπεια επιδίκασε πλέον του αιτηθέντος.
Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος. Και τούτο διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν περιορίσθηκε στο να αποφανθεί περί του εάν η εκ μέρους της αναιρεσείουσας εταιρείας δεύτερη από 12.11.2012 καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου της δεύτερης αναιρεσίβλητης είχε επιφέρει ή όχι τη λύση της μεταξύ των μερών σύμβασης εργασίας και συνακόλουθα την παύση ή μη της υποχρέωσης της αναιρεσείουσας προς καταβολή αποδοχών υπερημερίας στη δεύτερη αναιρεσίβλητη για το μετά την 12.11.2012 χρονικό διάστημα, στο πλαίσιο έρευνας της παραδεκτώς προταθείσας στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου σχετικής ένστασης της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας και επαναφερθείσας με λόγο έφεσης, αλλά, αφού έκρινε στο σκεπτικό του άκυρη την ως άνω από 12.11.2012 μεταγενέστερη καταγγελία, με ρητή διάταξη του διατακτικού αναγνώρισε την ακυρότητα αυτής, χωρίς να έχει υποβληθεί για την καταγγελία αυτή σχετικό αίτημα, υποπίπτοντας έτσι στην από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια.
Με τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην απόφαση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η παράβαση, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 581 παρ.1 εδ.
α και 2 του ιδίου Κώδικα, όπως η τελευταία ίσχυε πριν την 1.1.2016 [ως εκ του χρόνου άσκησης της από 23.7.2014 έφεσης της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας] ορίζεται ότι στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση εισάγεται και συζητείται με κλήση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθρο 237 του ΚΠολΔ.
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι αν η απόφαση αναιρεθεί στο σύνολό της αποβάλλει πλήρως την ισχύ της, χωρίς να παράγει δεδικασμένο επί οιουδήποτε ζητήματος έκρινε αυτή, οι δε διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που βρίσκονταν πριν την έκδοση αυτής. Στο σύνολό της θεωρείται ότι αναιρείται η απόφαση, όταν η απόφαση του Αρείου Πάγου, κατά το διατακτικό της, δεν περιορίζει με σχετική διάταξη την αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης ή ως προς μερικούς μόνο από τους διαδίκους (ΟλΑΠ 27/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον έκτο (και τελευταίο) από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι αποφάνθηκε επί της ακυρότητας της από 12.11.2012 νεώτερης καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου της δεύτερης αναιρεσίβλητης και επιδίκασε σε αυτήν αποδοχές υπερημερίας για το μεταγενέστερο της εν λόγω καταγγελίας χρονικό διάστημα, αν και η αναιρεθείσα με αριθ. 802/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ...ς είχε κρίνει ότι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου αυτής είχε νομίμως λυθεί με την ως άνω από 12.11.2012 νεώτερη καταγγελία, η οποία δεν προσβλήθηκε ως άκυρη από την δεύτερη αναιρεσίβλητη και κατά συνέπεια η τελευταία δεν εδικαιούτο αποδοχών υπερημερίας για το μεταγένεστερο χρόνο, χωρίς κατά το μέρος αυτής η απόφαση του Εφετείου ν' αναιρεθεί με την αναιρετική με αριθ. 698/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία δεν ασχολήθηκε καθόλου με το ζήτημα αυτό.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι με την με αριθ. 698/2018 αναιρετική απόφαση, στο σκεπτικό της οποίας μάλιστα περιλαμβάνονται και οι παραδοχές της αναιρεθείσας απόφασης του Εφετείου σχετικά με την από 12.11.2012 καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας της δεύτερης αναιρεσίβλητης, αναιρέθηκε στο σύνολό της η με αριθ. 802/2016 απόφαση του Εφετείου ...ς, χωρίς με σχετική διάταξη αυτής να περιορίζεται η αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της δίκης.
Αντιθέτως μάλιστα στη σελ. 19 της αναιρετικής απόφασης γίνεται ρητή μνεία ότι: "Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει κατά παραδοχή του λόγου αυτού, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου στο σύνολό της προσβαλλομένης απόφαση καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων αναίρεσης...". Επομένως ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, κατά παραδοχή του δεύτερου (κατά πλειοψηφία), τέταρτου και πέμπτου από τους αριθμούς 19 και 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγων αναίρεσης, πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ παρέλκει η έρευνα του τρίτου από τον αριθμό 11 περ. γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης της μη λήψης υπόψη εγγράφου και συγκεκριμένα της από 9/2018 γνωμοδότησης του καθηγητή Δ.
Γ. για το ποίες δαπάνες ήταν εφικτό να περικοπούν και σε ποίο βαθμό. Εφόσον δε αναιρείται η προσβαλλομένη με αριθ. 17/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ...ς, στο οποίο η υπόθεση είχε παραπεμφθεί με την με αριθ. 698/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, όπως αυτή διορθώθηκε με την με αριθ. 977/2018 ομοία, μετά από αναίρεση της προηγουμένης με αριθ. 802/2016 απόφασης του ως άνω δευτεροβαθμίου δικαστηρίου για την ίδια υπόθεση, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση στο τμήμα τούτο σε νέα συζήτηση, η οποία θα λάβει χώρα ύστερα από κλήση με φροντίδα του επιμελέστερου των διαδίκων, κατ' εφαρμογή των δύο τελευταίων εδαφίων της παρ. 3 του άρθρου 580 του ΚΠολΔ, όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 και εφαρμόζεται εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου άσκησης της ένδικης αίτησης αναίρεσης, τα οποία ορίζουν ότι αν η (μετ' αναίρεση) απόφαση του δικαστηρίου της παραπομπής αναιρεθεί εκ νέου, δεν γίνεται νέα παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει την ουσία της υπόθεσης και ότι στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα (ΑΠ 503/2017, ΑΠ 481/2016, ΑΠ 2225/2014, ΑΠ 1725/2014).
Τέλος πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας εταιρείας που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθ. 176, 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθ. 17/8.1.2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ...ς.
Κρατεί την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση που θα ορισθεί στο παρόν αναιρετικό τμήμα, ύστερα από επίσπευση του επιμελέστερου των διαδίκων.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας εταιρείας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Μαΐου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Σελίδα 40 της 751/2020 πολιτικής απόφασης του Αρείου Πάγου Κ.Α.