Legislator Case Law & Legislation
2086/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court ruling awarding interest on unjust enrichment claim.

Case Number 2086/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the monastery's appeal against the Thessaloniki Regional Court's decision awarding interest on an unjust enrichment claim. The monastery argued the lower court erred by awarding interest despite the plaintiff not explicitly requesting it under the secondary basis of the claim. The court found this argument baseless because the plaintiff had clearly requested interest on the awarded amount in their primary claim, which was rejected, thereby implicitly covering the secondary basis. Consequently, the appeal was rejected, and the monastery was ordered to pay the appellant's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal alleging that a court awarded interest on a secondary claim basis without explicit request is inadmissible if the primary claim explicitly requested interest on the potential award, rendering the secondary request implicit.

Keywords

AI generated
unjust enrichment secondary claim basis interest on award implied request civil procedure appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2086 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2086/2025ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥΑ1' Πολιτικό ΤμήμαΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Δέσποινα Βασιλοδημητράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Απριλίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ.

Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:Της αναιρεσείουσας: Ιεράς Μονής με την επωνυμία "ΙΕΡΑ ΚΟΙΝΟΒΙΑΚΗ ΜΟΝΗ ΚΑΡΑΚΑΛΛΟΥ", που εδρεύει στο Άγιον Όρος και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Γρατσία και κατέθεσε προτάσεις.Του αναιρεσιβλήτου: Β. Α. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανάργυρο Χατζοπλάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/11/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο … Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1563/2013 μη οριστική και 14182/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1928/2022 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1/12/2022 αίτησή της.Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟΙ.

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 1928/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας και έκανε δεκτή κατ' ουσίαν την συνεκδικαζόμενη μ' αυτή έφεση του αναιρεσίβλητου κατά της υπ' αριθμ. 14182/2019 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου … , η οποία είχε δεχθεί εν μέρει την αγωγή του αναιρεσίβλητου, κατά την επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και αφού κράτησε και δίκασε την αγωγή, την έκανε εν μέρει δεκτή και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 72.264,69 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση.

Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθμ. 3 ΚΠολΔ).ΙΙ. Νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 4 του Ν. 590/1977 "περί καταστατικού χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος" είναι η Εκκλησία της Ελλάδος, οι μητροπόλεις, οι ενορίες και ενοριακοί ναοί, οι μονές που υπάγονται στην Εκκλησία της Ελλάδος, η Αποστολική Διακονία, ο ΟΔΕΠ, το ΤΑΚΕ, το Διορθόδοξο Κέντρο της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Εξάλλου, οι ειδικές για το καθεστώς του Αγίου Όρους διατάξεις του άρθρου 105 του Συντάγματος ορίζουν ότι το Άγιο Όρος είναι, σύμφωνα με το αρχαίο προνομιακό καθεστώς του, αυτοδιοίκητο τμήμα του Ελληνικού Κράτους, του οποίου η κυριαρχία πάνω σ' αυτό παραμένει άθικτη. Διοικείται από αντιπροσώπους των Ιερών Μονών του, οι οποίοι αποτελούν την ιερή κοινότητα.

Η ακριβής τήρηση των Αγιορείτικων καθεστώτων τελεί ως προς το πνευματικό μέρος υπό την ανώτατη εποπτεία του Οικουμενικού Πατριαρχείου και ως προς το διοικητικό μέρος υπό την εποπτεία του κράτους στο οποίο ανήκει αποκλειστικά και η διαφύλαξη της δημόσιας τάξης και ασφάλειας. Ο λεπτομερής καθορισμός των αγιορείτικων καθεστώτων και του τρόπου λειτουργίας τους γίνεται από τον καταστατικό χάρτη του Αγίου Όρους, τον οποίο με σύμπραξη του αντιπροσώπου του Κράτους συντάσσουν και ψηφίζουν οι είκοσι ιερές μονές και τον επικυρώνουν το Οικουμενικό Πατριαρχείο και η Βουλή των Ελλήνων.

Ο καταστατικός χάρτης που ψηφίστηκε κατά τα ανωτέρω και επικυρώθηκε με το από 10 Σεπτεμβρίου 1926 νομοθετικό διάταγμα, όρισε ότι οι Ιερές Μονές είναι αυτοδιοίκητες, διοικούνται δε σύμφωνα με τον εσωτερικό τους κανονισμό, τον οποίο ψηφίζουν και εγκρίνει η Ιερά Κοινότης (άρθρο 9) και διοικούνται εσωτερικώς από τον Ηγούμενο, την Επιτροπή και την Γερόντια (άρθρο 111), ενώπιον της οποίας ενεργείται η εκλογή του Ηγουμένου, κατά του κύρους της οποίας χωρεί ένσταση προς την Ιερά Κοινότητα, η οποία αποφαίνεται ανεκκλήτως (άρθρο 114).

Κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων του Καταστατικού Χάρτου του Αγίου Όρους, ερμηνευομένων κάτω από το πρίσμα των διατάξεων του άρθρου 105 του Συντάγματος, με τις οποίες ο συνταγματικός Νομοθέτης από σεβασμό στην Ιερά παράδοση παρεχώρησε στις Ιερές Μονές του Αγίου Όρους αυτοδιοίκηση, οι Ιερές Μονές του Αγίου Όρους δεν αποτελούν Διοικητική Αρχή, ούτε οργανώθηκαν ως Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου (ΟλΣτΕ 2629/1988).

Οι Ιερές Μονές του Αγίου Όρους αποτελούν "διφυή" νομικά πρόσωπα, με την έννοια ότι μόνον όσον αφορά υποθέσεις που ασκούν, σύμφωνα με ειδικές διατάξεις νόμων, ρυθμιστικές αρμοδιότητες και δημόσια εξουσία, όπως λ.χ. σχετικά με την εκδίκαση των αστυνομικών και αγορανομικών παραβάσεων και πταισμάτων από τις Μοναστηριακές Συνάξεις και Γερόντιες, σύμφωνα με το άρθρο 9 του ν.δ.

της 10/16 Σεπτεμβρίου 1026, μπορούν να χαρακτηριστούν ως Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, ενώ για τις λοιπές έννομες σχέσεις και εν γένει λειτουργίες τους είναι Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 111 του Καταστατικού Χάρτη του Αγίου Όρους Άθω, που, εγκριθέν από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και κυρωθέν με το Ν.Δ.

της 10/16-9-1926, έχει ισχύ νόμου κατά το άρθρο 44 του τελευταίου αυτού, οι κοινοβιακές μονές διοικούνται από τον Ηγούμενο, τη γεροντική Σύναξη και την Επιτροπή, κατά δε το άρθρο 90 αυτού "Ο ηγούμενος μετά της επιτροπής εν τοις κοινοβίοις και η διοικούσα επιτροπή εν τοις ιδιορρύθμοις κρατούν τα κλείθρα του ταμεία και την σφραγίδα της μονής και ενεργούσι τα της διοικήσεως και διαχειρίσεως αυτής, συμφώνως τω εσωτερικώ κανονισμώ πλην των γενικωτέρας φύσεως ζητημάτων, οποία είναι αι δικαστικοί υποθέσεις, συνομολογήσεις δανείων, ανταλλαγή κτημάτων, απότισις χρέους, νέαι οικοδομαί ή ουσιώδεις επισκευαί - κτιρίων, προσλήψεις δοκίμων, κουρά μοναχών, προαγωγαί και χεροτονίαι εν γένει, διορισμοί οικονόμων εν τοις μετοχίοις, αποστολαί, αγοραί κειμηλίων, ή κτημάτων, μισθώσεις και εκποιήσεις εν γένει, άτινα δέον να φέρωσι υπό την κρίσιν της συνάξεως, αρμόδιας να αποφασίζει".

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 119 του Καταστατικού Χάρτη του Αγίου Όρους, "η Επιτροπή διμελής ή τριμελής εκλέγεται κατ' έτος υπό της Γερόντιας εκ των μελών αυτής. Αυτή συνεργάζεται μετά του ηγουμένου υπό την προεδρίαν αυτού και ασκούσιν ομού την διοίκηση και διαχείρισιν. Ουδεμία εντεύθεν μονομερής πράξις του ηγούμενου ή της Επιτροπής είναι έγκυρος".

Από το συνδυασμό όλων των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι για να υποχρεωθεί από δικαιοπραξία η κοινοβιακή Μονή, πρέπει αυτή να έχει συναφθεί από τον ηγούμενό της και την Επιτροπή, που ασκούν από κοινού, όπως αναφέρθηκε, τη διοίκηση και διαχείριση της Μονής, ουδεμία δε μονομερής πράξη είτε του ηγουμένου ή της επιτροπής είναι έγκυρη.

Επομένως, η εξουσία για την έκφραση έγκυρης δήλωσης βούλησης δεσμευτικής για την Μονή, ως πράξη διοίκησης αυτής και διαχείρισης της περιουσίας της, δεν ανήκει αποκλειστικά στον ηγούμενο αλλά, από κοινού, σε αυτόν και την επιτροπή, ή στον ηγούμενο μεν, εφόσον όμως είναι εξουσιοδοτημένος από την επιτροπή (ΑΠ 300/2024, ΑΠ 783/2000).Κατά το άρθρο 904 εδ.

α` του ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, ενώ κατά το εδ. β` της ίδιας διάταξης, η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε και που δεν μπορεί να στηριχθεί σε ισχυρή σύμβαση, δικαιολογούσα τον πλουτισμό, ούτε σε νόμιμη υποχρέωση.

Κατά την ως άνω διάταξη, προϋποθέσεις αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι: α) ο πλουτισμός του υπόχρεου, β) η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου, γ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας και δ) η έλλειψη νόμιμης αιτίας. Επομένως, στοιχείο του πραγματικού κάθε απαίτησης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι, εκτός των άλλων και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, βάσει της οποίας έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη.

Αν λείπει το στοιχείο αυτό, δηλαδή αν η αιτία δεν είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική, δεν στοιχειοθετείται απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού η απαίτηση αυτή προϋποθέτει έλλειψη αξίωσης από την αιτία. Από την ίδια διάταξη του άρθρου 904 του ΑΚ προκύπτει ότι, η αγωγή του αδικαιολόγητου πλουτισμού τόσο από ουσιαστική όσο και από δικονομική άποψη είναι επιβοηθητικής ουσιαστικά φύσης και μπορεί να ασκηθεί μόνον όταν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, εκτός εάν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα στα οποία στηρίζεται η αγωγή από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία και υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση (επικουρικώς) κατ` άρθρο 219 ΚΠολΔ της απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία (ΑΠ 16/2008).

Έτσι, λόγω του ως άνω επιβοηθητικού χαρακτήρα της αγωγής του αδικαιολογήτου πλουτισμού, αν αυτή στηρίζεται στα ίδια περιστατικά, στα οποία θεμελιώνεται η αγωγή από σύμβαση ή αδικοπραξία, είναι νομικά αβάσιμη. Τούτο δε διότι, εφόσον υπάρχει σύμβαση ή αδικοπραξία, ο ενάγων δύναται να θεμελιώσει τις αξιώσεις του σ` αυτές και δεν μπορεί να προσφύγει στην επικουρική βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού (ΑΠ 2019/2007).

Περαιτέρω, όταν η εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού αξίωση ασκείται υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κύριας βάσης από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, αρκεί για την νομική πληρότητα της πιο πάνω επικουρικής βάσης να γίνεται επίκληση απλή των προαναφερθεισών τεσσάρων προϋποθέσεων με στοιχεία α` έως δ` για τη θεμελίωση της αντίστοιχης αξίωσης στη διάταξη του άρθρου 904 εδ.

α` του ΑΚ, δηλαδή ότι μεσολάβησε παροχή (καταβολή) εκ μέρους του ενάγοντος για την εκπλήρωση οφειλής (αιτίας) ανύπαρκτης, χωρίς να είναι αναγκαία, στη δικονομικώς αυτή ενιαία εκδίκαση της επικουρικής βάσης της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό η επίκληση εκ μέρους του ενάγοντος των προϋποθέσεων ανυπαρξίας των με την κύρια βάση της αγωγής ασκουμένων αξιώσεων από σύμβαση ή αδικοπραξία, αφού αυτές (προϋποθέσεις) θα διαγνωσθούν δικαστικά στην ίδια δίκη και θα είναι δεδομένες κατά την επακολουθούσα εξέταση της επικουρικής βάσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Είναι όμως αναγκαία στην περίπτωση αυτή να γίνεται στο αγωγικό δικόγραφο απλή, έστω και έμμεση, επίκληση της ακυρότητας της σύμβασης ή της ανυπαρξίας των με την κύρια βάση της αγωγής ασκουμένων αξιώσεων από αδικοπραξία, χωρίς να απαιτείται και έκθεση των γεγονότων στα οποία οφείλεται, αφού στην εν λόγω περίπτωση η επικουρική βάση, όπως προεκτέθηκε, θα εξετασθεί μόνο αν η κυρία βάση απορριφθεί λόγω ακυρότητας της σύμβασης ή ανυπαρξίας των με την κύρια βάση της αγωγής ασκουμένων αξιώσεων από αδικοπραξία (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 174/2024, ΑΠ 1372/ 2022, ΑΠ 408/2020, ΑΠ 1325/2019).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο λόγος αυτός υπάρχει, όταν εχώρησε ψευδής ερμηνεία ή κακή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Εσφαλμένη, κατ' ακρίβεια, εφαρμογή υπάρχει, όταν αποδόθηκε μεν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, ορθά, η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια, όμως, δεν εφαρμόστηκε ο ίδιος στην κρινόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά που δέχτηκε, (ανέλεγκτα), ο δικαστής της ουσίας υπάγονταν στον κανόνα αυτό ή αντίστροφα, εφαρμόστηκε ο κανόνας αυτός, αν και τα περιστατικά δεν υπάγονταν σ' αυτόν (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 4/2006, ΑΠ 1706/2014, ΑΠ 159/2004).

Ειδικότερα, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 27 και 28/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 1525/2022, ΑΠ 1096/2022, ΑΠ 1470/2021, ΑΠ 1285/2021).Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο και τρίτο λόγους αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου τους, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθμό 9), συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ με την εφαρμογή της, ενώ δεν ήταν εφαρμοστέα, καθόσον ενώ απέρριψε την κύρια βάση της αγωγής από τη σύμβαση έργου ως ουσία αβάσιμη και όχι λόγω ακυρότητας της συμβάσεως ή ανακλήσεώς της, δέχθηκε την επικουρική βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο ενάγων είναι αρχιτέκτων-μηχανικός και εργολήπτης δημοσίων έργων, ανέλαβε δε από το έτος 1993 έως και το 2002 την εκτέλεση εργασιών συντήρησης-επισκευής και αποκατάστασης κτιρίων ή τμημάτων αυτών της εναγομένης Ιεράς Μονής, και δη την συντήρηση, επισκευή, αποκατάσταση της Β.Α.

πτέρυγας της I. Μονής (A', Β', Γ' φάση), την αποκατάσταση και επισκευή ισογείου χώρου ΒΑ και ΒΔ Κόρδας της Μονής, την ανακαίνιση - αποκατάσταση αντιπροσωπείου της Μονής στις Καρυές και την κατασκευή χώρου στάθμευσης οχημάτων της Μονής. Τα έργα εκτελούνταν με αυτεπιστασία της Μονής, επιχορηγούμενα από το νπδδ με την επωνυμία "Κέντρο Διαφύλαξης Αγιορείτικης Κληρονομιάς" (ΚΕΔΑΚ), το οποίο επίσης παρακολουθούσε και επέβλεπε την εκτέλεσή τους.

Ειδικότερα, συντάσσονταν μελέτη και προϋπολογισμός του έργου, εγκρίνονταν από το ΚΕΔΑΚ και εν συνεχεία, κατόπιν υπογραφής ιδιωτικών συμφωνητικών με τον καθηγούμενο της μονής και τον ενάγοντα, ανατίθετο στον τελευταίο η εκτέλεση του έργου, το οποίο όπως αναφέρθηκε, επέβλεπαν οι μηχανικοί του ΚΕΔΑΚ, οι οποίοι έλεγχαν και πιστοποιούσαν την εκτέλεση του και ενέκριναν την χορήγηση πίστωσης για την καταβολή της αμοιβής του ενάγοντα κατόπιν χρηματοδοτήσεων προς την Ιερά Μονή από διάφορα προγράμματα δημοσίων επενδύσεων και επιχορηγήσεων, καθόσον η Ιερά Μονή δεν μπορούσε από ίδιους πόρους να χρηματοδοτήσει έργα υψηλού κόστους.

Οι σχετικές συμβάσεις των επίδικων έργων, οι οποίες θα αναφερθούν κατωτέρω, καταρτίσθηκαν προφορικά μεταξύ του ενάγοντα και του ηγουμένου της εναγόμενης όπως και ο ενάγων εκθέτει στην αγωγή του, όμως δεν αποδείχθηκε ότι αυτός (ηγούμενος) είχε εξουσιοδοτηθεί σχετικώς από την Επιτροπή της Μονής, κατά συνέπεια, σύμφωνα με τα σχετικώς, ως άνω, εκτεθέντα, αμφισβητηθέντος του κύρους των συμβάσεων από την εναγόμενη, η οποία αρνείται ότι υφίστατο σχετική πληρεξουσιότητα από την Επιτροπή της Μονής προς τον ηγούμενο αυτής, ο ενάγων πρέπει να αποδείξει για το κύρος των συμβάσεων ότι ο αναφερόμενος ως νόμιμος εκπρόσωπος εκπροσωπούσε νόμιμα το νομικό πρόσωπο...

Όμως, δεν αποδείχθηκε ύπαρξη σχετικής εξουσιοδότησης από την επιτροπή της Μονής προς τον ηγούμενο. Ο δε ισχυρισμός του ενάγοντα (με τον σχετικό λόγο έφεσης) ότι η εναγομένη ενέκρινε όλες τις ενέργειες του ηγουμένου, ο οποίος παραλάμβανε τα έργα, παρέδιδε και παραλάμβανε τα σχετικά έγγραφα, επικοινωνούσε με τους αρμόδιους φορείς, που θα μπορούσε να καλύψει την άνω έλλειψη, πέραν του ότι δεν προτάθηκε πρωτοδίκως ώστε να διερευνηθεί από το δικαστήριο είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι τα ως αναφερόμενα έγγραφα (μεταξύ των οποίων και τα υπ' αρ. 74/2001, 118/2003 που επικαλείται ο εκκαλών) φέρουν υπογραφή (και πάλι) μόνο του ηγουμένου και όχι και των λοιπών μελών της επιτροπής.

Κατά συνέπεια, η κύρια βάση της αγωγής ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 681 επ. ΑΚ κρίνεται απορριπτέα ως αναπόδεικτη (ουσία αβάσιμη) και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω, ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα η επικουρική βάση αυτής, στηριζομένη στις διατάξεις των άρθρων 904 επ. ΑΚ περί αδικαιολογήτου πλουτισμού.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που ομοίως έκρινε, δεν έσφαλε και οι σχετικοί αντίθετοι λόγοι της έφεσης του ενάγοντoς κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι δυνάμει της υπ' αρ. 153/22-6-1999 απόφασης του ΔΣ του ΚΕΔΑΚ εγκρίθηκε η μελέτη του έργου "Αποκατάσταση Τμήματος Στέγης της νότιας Κόρδας I.Μ.

Καρακάλλου" προϋπολογισμού 85.5000.000 δρχ. με χορηγηθείσα πίστωση 60.000.000 δρχ. Εν συνεχεία με την υπ' αρ. ...-2000 απόφαση του ΔΣ του ΚΕΔΑΚ εγκρίθηκε τροποποιητική μελέτη του άνω έργου, προϋπολογισμού 92.297.264 δρχ. και χορηγηθείσα πίστωση 25.000.0000 δρχ., επακολούθησε δε η υπ' αρ. ...-2001 απόφαση του ΚΕΔΑΚ, με την οποία αυξήθηκε ο προϋπολογισμός της μελέτης για το ίδιο έργο σε 143.367.395 δρχ.

με χορηγηθείσα συμπληρωματική πίστωση 50.000.000 δρχ. Η εκτέλεση του έργου ανατέθηκε προφορικά στον ενάγοντα από τον Ηγούμενο της Μονής το έτος 1999, πιστοποιούνταν δε από μηχανικούς του ΚΕΔΑΚ, οπότε και καταβάλλονταν τμηματικά η αμοιβή του ενάγοντα και δη, τον Δεκέμβριο του 1999 με την ολοκλήρωση της πρώτης φάσης εργασιών, πίστωσης 60.000.000 δρχ, καταβλήθηκε αμοιβή 15.000.000 δρχ.

τον Ιούλιο του 1999, 35.000.000 δρχ. τον Οκτώβριο του 1999 και 10.000.000 δρχ. τον Δεκέμβριο του 1999. Τον Νοέμβριο του 2000 με την ολοκλήρωση της δεύτερης φάσης εργασιών, πίστωσης 25.000.000 δρχ., καταβλήθηκε στον ενάγοντα το ποσό των 25.000.000 δρχ. την 1-12-2000 και τον Νοέμβριο του 2001 μετά την ολοκλήρωση της τρίτης φάσης εργασιών πίστωσης 50.000.000 δρχ.

καταβλήθηκε στις 20-11-2001 στον ενάγοντα το ποσό των 50.000.000 δρχ. Εξάλλου σχετικά με το πρώτο επίδικο έργο, και δη την αποκατάσταση της στέγης της νότιας κόδρας της Μονής, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Η νότια κόδρα της ιεράς μονής Καρακάλλου είναι κτίσμα διώροφο προς την εσωτερική αυλή της μονής και τριώροφο εξωτερικά.

Το τμήμα ορίζεται από δυο τοίχους πυροπροστασίας έναν ανατολικό και έναν δυτικό. Στους υπόγειους χώρους υπάρχει οινοποιείο. Στον ισόγειο χώρο του τμήματος βρίσκονται η αγία τράπεζα και τα μαγειρεία. Στον όροφο βρίσκονται τα κελιά των μοναχών, η δε στέγη επικαλύπτεται από σχιστόπλακα, η οποία στηρίζεται σε ξύλινα ζευκτά.

Ο ενάγων πραγματοποίησε εργασίες στο άνω κτίριο από το έτος 1999 ως και τον Ιανουάριο του 2001, υπό την επίβλεψη του ΚΕ.Δ.Α.Κ., στα πλαίσια ενός έργου, ενιαίου και συνεχιζόμενου και όχι τριών έργων, σε διαφορετικά τμήματα της στέγης, όπως ισχυρίζεται ο ενάγων, τούτο δε προκύπτει από το γεγονός ότι κάθε χρηματοδότηση που αφορούσε στο άνω κτίσμα εγκρίνονταν με βάση τροποποιήσεις της μελέτης του έργου που συνέτασσε το γραφείο του ενάγοντα και του αντίστοιχου προϋπολογισμού και όχι με την έγκριση νέου έργου και διαφορετικής μελέτης.

Οι εργασίες αυτές επιμετρήθηκαν από μηχανικούς του ΚΕ.Δ.Α.Κ και ταυτίζονται σχεδόν απόλυτα με τις προσμετρήσεις της μελέτης, η αξία τους δε ανέρχεται στο ύψος της χρηματοδότησης του έργου από τον άνω φορέα, ποσού 135.000.0000 δρχ. που ήδη έχει λάβει ο ενάγων. Σύμφωνα με την διενεργηθείσα πραγματογνωμοσύνη το ΚΕ.Δ.Α.Κ.

έχει πιστοποιήσει εμφανείς και αφανείς εργασίες στο παραπάνω έργο. Περίπου οι μισές εργασίες διαπιστώνονται από φωτογραφίες, από επί τόπου παρατήρηση του πραγματογνώμονα και εκ του αποτελέσματος. Μετρήθηκαν από επιμετρητικά σχέδια και στοιχεία της μελέτης και οι ποσότητες μπορούν να πιστοποιηθούν εκ των σχεδίων (γραφικά).

Οι ποσότητες περιλαμβάνονται στις αναλυτικές προμετρήσεις της τροποιητικής μελέτης που περιλαμβάνει και πρόσθετες εργασίες στον 1° όροφο της νότιας κόρδας. Πολλές εργασίες είναι αφανείς εργασίες (χωρίς να υπάρχουν τα απαραίτητα πρωτόκολλα αφανών εργασιών) δεν είναι ορατές σήμερα και δεν μπορούν να μετρηθούν ποσοτικά.

Επικαλύπτονται από άλλες εργασίες ή είναι καθαιρέσεις ή μεταφορές υλικών, και αποτελούν προϋπόθεση για την εκτέλεση των υπόλοιπων εργασιών. Οι ποσότητες τους πιστοποιούνται από την τροποποιητική μελέτη του ΚΕΔΑΚ και τα αναλυτικά επιμετρητικά στοιχεία αυτής και από την βεβαίωση περαίωσης εργασιών της επίβλεψης του ΚΕΔΑΚ.

Σημειωτέον, σύμφωνα με τον πραγματογνώμονα, ότι για τις εκτελεσθείσες και πιστοποιηθείσες εργασίες δεν υφίστανται θεωρημένα πρωτοκόλλα αφανών εργασιών, συγκριτικοί πίνακες και αναλυτικές επιμετρήσεις (επίβλεψης) ώστε να καθίσταται δυνατή η ακριβής πιστοποίηση των εργασιών. Από τις μετρήσεις στην στέγη της νότιας κόδρας προέκυψε λάθος στις επιμετρήσεις και συγκεκριμένα η στέγη βρέθηκε κατά 52,69 τ.μ.

μικρότερη από ότι είχε αρχικά υπολογιστεί, συνεπώς, οι εργασίες έχουν μικρότερη αξία από αυτήν που προσμετρήθηκε στην μελέτη ως εξής: 1) η ανάσυρση σχιστοπλάκας της στέγης κατά το ποσό των (2.310.000-2.088.702=) 221.298 δρχ., 2) η αποξήλωση πετσώματος κατά το ποσό των (1.650.000-1.491.930=) 158.070 δρχ., 3) η μεταφορά και απομάκρυνση προϊόντων καθαίρεσης κατά το ποσό των (1.359.320- 358.860=) 1.000.460 δρχ., 4) η επάλειψη με μυκητοκτόνο κατά το ποσό των (1.656.000-1.561.158=) 94.842 δρχ., 5) η επάλειψη με λινέλαιο κατά το ποσό των (1.727.760-1.628.808=) 98.952 δρχ., 6) η τοποθέτηση πετσώματος κατά το ποσό των (4.376.900- 3.957.593=) 419.307 δρχ., 7) η τοποθέτηση και διάστρωση ασφαλτόπανου κατά το ποσό των (3.187.800-2.882.409=) 305.391 δρχ., 8) η διάστρωση τσιμεντοκονίας με κοτετσόσυρμα κατά το ποσό των (3.053.812-2.706.427=) 347.385 δρχ., 9) η διάστρωση σχιστόπλακας της στέγης κατά το ποσό των (11.760.000-10.284.680=) 1.475.320 δρχ και 10) η τοποθέτηση οριζοντίων και κατακόρυφων υδρορροών κατά τα ποσά των (525.577-291.808=) 233.769 δρχ.

και (411.917-205.959=) 205.958 δρχ. καθώς και οι μεταφορές όλων αυτών των υλικών κατά τα ποσά των (1.998.000-1.851.125=) 146.875 δρχ. και (2.906.007-2.713.482=) 192.525 δρχ. Επίσης, ασάφεια προκύπτει από τις επιμετρήσεις της μελέτης στις εργασίες (τοποθέτηση νέων ξύλινων στοιχείων-ζευκτά, ελκυστήρες) και (συντήρηση παλαιών ξυλοκατασκευών) όπου ίδιες ποσότητες έχουν προσμετρηθεί και για συντήρηση και για νέα τοποθέτηση, αξίας των άνω εργασιών 8.386.780 δρχ.

και 314.504 δρχ. Επιπλέον, σχετικά με την διάστρωση περλιτοδέματος αφαιρούνται 4,19 m3, καθόσον βρέθηκε λάθος, ήτοι επιμετρήθηκε σε 60 κ.μ., ενώ εκ των σχεδίων προκύπτει ότι έγινε σε 55,81 κ.μ., επομένως η αξία της εργασίας είναι μικρότερη κατά 260.874 δρχ. (3.735.660-3.474.786). Η αξία όλων των άνω εργασιών, για τις οποίες, αν και δεν εκτελέσθηκαν καταβλήθηκε η αμοιβή τους στον ενάγοντα, ανέρχεται όσον αφορά εργασίες εκτελεσθείσες κατά την πρώτη φάση των εργασιών στο ποσό των 12.915.554 δρχ. (221.298 + 158.070 + 1.000.460 + 94.842 + 98.952 + 419.307 + 305.391 + 347.385 + 1.475.320 +146.875 + 8.386.780 + 260.874) και όσον αφορά στις εκτελεσθείσες κατά την δεύτερη φάση, εργασίες στο ποσό των 946.756 δρχ. (314.504+233.769+205.958+192.525).

Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι κατά την τρίτη φάση των εργασιών του συγκεκριμένου τμήματος του έργου εκτέλεσε εργασίες ύψους 58.233.182 δρχ., ωστόσο, όμως ως προς πολλές από τις εργασίες αυτές διαπιστώνεται η μερική εκτέλεση τους, οπότε δεν είναι δυνατός ο έλεγχος των αναφερομένων στις επιμετρήσεις ποσοτήτων, αλλά και σε περίπτωση που γίνει δεκτός ο ισχυρισμός αυτός, λαμβάνοντας υπόψιν ότι κατά τις δύο πρώτες φάσεις εργασιών, σύμφωνα με τα ανωτέρω, ο ενάγων εκτέλεσε εργασίες μικρότερης αξίας κατά τα ποσά 12.915.554 δρχ. (α' φάση) και 946.756 δρχ. (β' φάση) των 60.000.000 δρχ.

και 25.000.000 δρχ. αντίστοιχα, που επικαλείται στην αγωγή του, δηλαδή εκτέλεσε εργασίες (60.000.000-12.915.554=) 47.084.446 δρχ. και (25.000.000-946.756=) 24.053.244 δρχ., προκύπτει τελικά ότι έχει εκτελέσει συνολικά εργασίες αξίας (47.084.446+24.053.244+58.233.182=) 129.370.872 δρχ., ενώ, έλαβε την 8-7-1999 Α' δόση και Β' δόση ποσού 15.000.000 δρχ. με την ολοκλήρωση του 19% των εργασιών του προϋπολογισμού, την 6-10-1999 Γ δόση και Δ' δόση ποσού 35.000.000 δρχ.

με την ολοκλήρωση του 64% των εργασιών του προϋπολογισμού και την 9-12-1999 Ε' δόση ποσού 10.000.000 δρχ. με την ολοκλήρωση του 76% των εργασιών του προϋπολογισμού, την 1-12-2000 δόση ποσού 25.000.000 δρχ. και την 20-11-2001 δόση ποσού 50.000.000 δρχ., δηλαδή συνολικά έλαβε ποσό ύψους 135.000.000 δρχ. Έλαβε δηλαδή επιπλέον της αξίας των εργασιών που εκτέλεσε και δεν υφίσταται αδικαιολόγητος πλουτισμός αυτής σε βάρος του.

Περαιτέρω, με την υπ' αρ. ...-1997 απόφαση του ΔΣ του ΚΕΔΑΚ εγκρίθηκε η μελέτη Α' φάσης του έργου "Αποκατάσταση πύργου Ι.Μ. Καρακάλου" προϋπολογισμού 65.000.000 δρχ., με χορηγηθείσα πίστωση για την Α1 φάση, με την υπ' αρ. ...-1997 απόφαση του ΚΕΔΑΚ του έργου, 25.000.000 δρχ., για την Α2 φάση του έργου, με την υπ' αρ. ...-1999 απόφαση του ΚΕΔΑΚ, 20.000.000 δρχ.

Η εκτέλεση του άνω έργου ανατέθηκε, επίσης, προφορικά στον ενάγοντα από τον καθηγούμενο της εναγομένης το έτος 1997 και ως την 13.10.1999, οπότε διεκόπη η επίβλεψη του έργου από μηχανικούς του ΚΕΔΑΚ, πιστοποιούνταν από μηχανικούς του ΚΕΔΑΚ, οπότε και καταβάλλονταν τμηματικά η αμοιβή στον ενάγοντα, και δη: με την ολοκλήρωση τον Δεκέμβριο του 1999 των Α1 και Α2 φάσεων των εργασιών ποσού 45.000.000 δρχ, καταβλήθηκε ποσό 5.000.000 δρχ.

την 23-12-1997, ποσό 10.000.000 δρχ. στις 14-9-1998, ποσό 10.000.000 δρχ. στις 4-2-1999, ποσό 10.000.000 στις 11-6-1999 και ποσό 10.000.000 στις 6-10-1999. Σχετικά με την εκτέλεση του άνω έργου, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Ο πύργος είναι αυτοτελές τμήμα του κτιριακού συγκροτήματος της I. Μ. Καρακάλλου και αποτελεί μεγάλο οχυρωματικό έργο που βρίσκεται στην δυτική πτέρυγα της μονής και έχει ύφος 28 μέτρα και τετραγωνική κάτοψη διαστάσεων (10,00μΧ 8,80μ).

Ο πύργος αποτελείται από ισόγειο, 5 ορόφους και δώμα όπου βρίσκονται οι επάλξεις. Είναι λιθόκτιστη κατασκευή και παρουσιάζει μικρή μείωση των διαστάσεων του προς τα επάνω. Το ισόγειο του πύργου στεγάζει μεγάλη δεξαμενή νερού προσβάσιμη από καταπακτή στον 1ο όροφο του πύργου. Η είσοδος στον πύργο γίνεται από τον 1ο όροφο, από την ανατολική όψη του πύργου όπου υπάρχει μεγάλη ξυλοκατασκευή (εξώστης απλωταριάς και το καμπαναριό της μεγάλης καμπάνας).

Στον 1ο όροφο του πύργου βρίσκεται ο χώρος των μπαταριών ηλεκτροδότησης της μονής. Η οροφή του δημιουργεί σταυροθόλιο κατασκευασμένο από κεραμικά. Παραπλεύρως βρίσκεται η ελικοειδής σκάλα ανόδου. Όλα τα επίπεδα του πύργου έχουν περίπου τις ίδιες διαστάσεις και αποτελούνται από προθάλαμο με παρεκκλήσι και έναν ενιαίο κεντρικό χώρο.

Στην οροφή 2ης και 4ης στάθμης το δάπεδο είναι ξύλινο και στηρίζεται σε ξύλινα δοκάρια. Ομοίως η οροφή της 3ης στάθμης δημιουργεί σταυροθόλιο κατασκευασμένο από συμπαγείς πλίνθους. Στην 5η στάθμη, 4 τόξα διαμορφώνουν στον κύριο χώρο ένα παρεκκλήσι αφιερωμένο στην Αγία Άννα. Από εκεί υπάρχει δίοδος και για τους τέσσερις εξώστες των καταχυστρών αντίστοιχα στις 4 όψεις του κτιρίου.

Τέλος στα τόξα στηρίζεται και ο τρούλος ο οποίος εξέχει της τελευταίας στάθμης της οροφής μαζί με την απόληξη του κλιμακοστασίου. Εκεί βρίσκονται και οι πολεμίστρες του πύργου. Η οροφή του πύργου και ο τρούλος επικαλύπτονται από σχιστόπλακα. Σχετικά με τις εκτελεσθείσες εργασίες στο άνω κτίσμα, πρέπει να σημειωθεί ότι λόγω της διακοπής της επίβλεψης αυτών από το ΚΕΔΑΚ στις 13-10-1999, δεν υπάρχουν επιμετρήσεις από μηχανικούς αυτού, πολλές εργασίες είναι αφανείς, δεν υπάρχουν πρωτόκολλα παραλαβής αυτών, ούτε συγκριτικοί πίνακες, ενώ εργασίες και ποσότητες περιγράφονται σε μη θεωρημένες επιμετρήσεις που δόθηκαν στον πραγματογνώμονα από τον ενάγοντα, οι δε εμφανείς εργασίες διαπιστώνονται από φωτογραφίες, χωρίς την ύπαρξη όμως επιμετρικών σχεδίων, από την επιτόπια παρατήρηση του πραγματογνώμονα και εκ του αποτελέσματος.

Σύμφωνα με την διεξαχθείσα πραγματογνωμοσύνη κατά την πρώτη φάση των εργασιών διαπιστώθηκαν τα κάτωθι: 1) η αντικατάσταση πατόξυλων του τρίτου και του πέμπτου ορόφου του πύργου έχουν μετρηθεί δύο φορές, άρα η αξία της εργασίας είναι μικρότερη κατά το ποσό των (4.929.260-3.760.321=) 1.168.939 δρχ., 2) οι μεταφορές υλικών επιμετρήθηκαν ως 6,68 τόνοι, ενώ χρεώθηκαν 6,77 τόνοι, άρα η αξία της εργασίας είναι μικρότερη κατά το ποσό των (49,990-49.325=) 665 δρχ., 3) η τοποθέτηση σοβατεπιών επιμετρήθηκε ως 34,42 μ., ενώ χρεώθηκε 46,52 μ.

άρα η αξία της εργασίας είναι μικρότερη κατά το ποσό των (118.254-87.496=) 30.758 δρχ., 4) η εξωτερική αμμοβολή επιμετρήθηκε ως 1.033,44 τ.μ,, ενώ χρεώθηκε 1.210,77 τ.μ., άρα η αξία της εργασίας είναι μικρότερη κατά το ποσό των (7.051.524-6.018.755=) 1.032.769 δρχ., 5) τα εξωτερικά αρμολογήματα, αξίας 137.172 δρχ., δεν βρέθηκαν, 6) καθαρισμός των αρμών χειρονακτικά αξίας 134.495 δρχ.

δεν διαπιστώθηκε, 7) τα τριπτά επιχρίσματα επιμετρήθηκαν ως 32,50 τ.μ., ενώ χρεώθηκαν 39,23 τ.μ., άρα η αξία της εργασίας είναι μικρότερη κατά το ποσό των (275.473-228.215=) 47.258 δρχ. Κατά την δεύτερη φάση των εργασιών 1) η αντικατάσταση πατόξυλων επιμετρήθηκε ως 4,04 κ.μ., ενώ χρεώθηκε 7,96 κ.μ., άρα η αξία της εργασίας είναι μικρότερη κατά το ποσό των (2.802.636 - 1.422.444=) 1.380.192 δρχ., 2) οι μεταφορές υλικών επιμετρήθηκαν ως 163,32 τόνοι, ενώ χρεώθηκαν 170,72 τόνοι, άρα η αξία της εργασίας είναι μικρότερη κατά το ποσό των (1.260.596-1.205.955=) 54.641 δρχ., 3) από τις χειρολαβές και τα γρυλόχερα βρέθηκαν 12 τεμάχια, ενώ χρεώθηκαν 28 τεμάχια, άρα η αξία της εργασίας είναι μικρότερη κατά το ποσό των (154.000-66.000=) 88.000 δρχ., 4) οι γωνίες λιθοδομής, αξίας 241,948 δρχ., δεν διαπιστώθηκαν, 5) από την δόμηση και την εξασφάλιση στεγάνωσης της στέγης βρέθηκαν 32 τεμάχια, ενώ χρεώθηκαν 56 τεμάχια άρα η αξία της εργασίας είναι μικρότερη κατά το ποσό των (1.553.272- 887.584=) 665.688 δρχ..

Η αξία όλων αυτών των εργασιών οι οποίες δεν εκτελέστηκαν ή εκτελέστηκαν μόνο μερικώς, ανέρχεται συνολικά στο ποσό των (1.168.939+665+30.758+1,032.769+137.172+134.495+47.258=) 2.552.056 δρχ. για εργασίες που εκτελέστηκαν κατά την πρώτη φάση των εργασιών και στο ποσό των (1.380.192 + 54.641 + 88.000 + 241.948 + 665.688=) 2.430.469 δρχ. για εργασίες που εκτελέστηκαν κατά την δεύτερη φάση των εργασιών.

Σημειωτέον, οι λοιπές εργασίες, καίτοι αναφέρονται στην πραγματογνωμοσύνη (και ισχυρίζεται η εκκαλούσα- εναγομένη με τον σχετικό λόγο έφεσής της) ότι εκτελέσθηκαν εν μέρει και δεν είναι εφικτός ο έλεγχος των ποσοτήτων, προσμετρώνται στο σύνολο των εκτελεσθεισών εργασιών, καθόσον όπως αναφέρεται στις σχετικές στήλες της πραγματογνωμοσύνης δύνανται να διαπιστωθούν από φωτογραφίες ή εκ του αποτελέσματος, καθόσον αποτελούν προϋπόθεση για την εκτέλεση των λοιπών.

Εξάλλου, σχετικά με την τρίτη φάση των εργασιών, θα πρέπει να υπολογισθούν με αναθεωρημένες τιμές μονάδας, όπως ίσχυαν από το Δ' τρίμηνο του έτους 2000 ως το τέλος του 2001, οπότε και εκτελέσθηκαν οι εργασίες αυτές και, όχι, όπως αβάσιμα υπολογίζει ο ενάγων, με τιμές μονάδος που ίσχυαν από το Α' τρίμηνο του έτους 2002, δηλαδή όταν οι εργασίες είχαν ήδη τελειώσει.

Επίσης, αποδείχθηκε 1) τα κουφώματα στα παράθυρα του πύργου χρεώθηκαν 3.967,66 ευρώ, ενώ επιμετρήθηκαν 6,47 τ.μ. δαπάνης 2.248,65 € και η εργασία ήταν πλημμελής, ελαττωματική και κακότεχνη, 2) η απομάκρυνση ξύλινου ταβανιού επιμετρήθηκε ως 41,50 τ.μ. αξίας 981,06 € ενώ χρεώθηκε 64,79 τ.μ., 3) οι μεταφορές υλικών επιμετρήθηκαν ως 54,42 τόνοι, αξίας 1.341,45 € ενώ χρεώθηκαν 147,81 τόνοι, 4) η τοποθέτηση ξύλινου πατώματος επιμετρήθηκε ως 56,03 τ.μ.

αξίας 4.161,91€ ενώ χρεώθηκε 103,83 τ.μ., 5) η τοποθέτηση σοβατεπιών, αξίας 611,44 ευρώ δεν διαπιστώθηκε, 6) τα εξωτερικά αρμολογήματα, αξίας 37.935,41 ευρώ, βρέθηκαν λιγότερο (χρεώθηκαν 970,96 τ.μ. ενώ επιμετρήθηκαν 943,27 αξίας 34.580,28 €) και η εργασία ήταν ελαττωματική και κακότεχνη, 7) η αποκατάσταση κεραμοπλαστικών όψεως, αξίας 133.778,45 ευρώ, κρίνεται απορριπτέα, καθόσον οι πλίνθοι είναι αδύνατον να είναι 1.200 €/τ.μ., 8) η τοποθέτηση σχιστόπλακας στον τρούλο επιμετρήθηκε ως 6,92 τ.μ.

αξίας 1.053,85 € ενώ χρεώθηκε 36,17 τ.μ., 9) η αποκατάσταση στους ξύλινους εξώστες του πύργου του κωδωνοστασίου, αξίας 22.293 ευρώ, δεν διαπιστώθηκε, 10) η αποκατάσταση του καμπαναριού της μεγάλης καμπάνας, αξίας 12.103,74 ευρώ, δεν διαπιστώθηκε, 11) οι επιστρώσεις στηθαίων με σχιστόπλακα χρεώθηκαν 42,41 τ.μ. ενώ επιμετρήθηκαν 25,46 τ.μ.

αξίας 1.644,46 €, 12) οι ποδιές παραθύρων από καστανιά, αξίας 1.504,28 ευρώ, δεν διαπιστώθηκαν, 13) το πέτσωμα στέγης με εμφανείς σανίδες χρεώθηκε 58,33 τ.μ. ενώ επιμετρήθηκαν 6,92 τ.μ. αξίας 256,11 €, 14) η διάστρωση πλακιδίων δαπέδου, αξίας 67,85 ευρώ, έχει ξαναμετρηθεί, 15) η πλήρης κατεργασία επιφανειών χρεώθηκε 145,40τ.μ., ενώ επιμετρήθηκαν 131,74 τ.μ.

αξίας 3.114,33 €, 16) η διάστρωση περλιτοδέματος χρεώθηκε 11.661,31 ευρώ, επιμετρήθηκε δε ποσότητα 38,41 τ.μ. αξίας 8..262,76 €, 17) η τοποθέτηση κεραμικού σοβατεπιού, αξίας 176,42 ευρώ, έχει ξαναμετρηθεί, 18) το σκυρόδεμα Β160, αξίας 741,08 ευρώ, έχει επιμετρηθεί δύο φορές, 19) οι ποδιές παραθύρων από σχιστόπλακα χρεώθηκαν 21,33 τ.μ., ενώ επιμετρήθηκαν 6,40 τ.μ.

αξίας 505,15 €., 20) οι βερνικοχρωματισμοί ξύλινων επιφανειών χρεώθηκαν 556,36 τ.μ. ενώ επιμετρήθηκαν 492,02 τ.μ. αξίας 7.744,39 € και 21) η καθαίρεση ξύλινης κατασκευής κηροπλαστείου, αξίας 221,55 ευρώ, δεν διαπιστώθηκε και έχει επιμετρηθεί δύο φορές. Συνολικά, σύμφωνα με την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, η αξία των εργασιών της τρίτης φάσης υπολογιζομένη βάσει των τιμών μονάδος που ίσχυαν από το Δ' τρίμηνο του έτους 2000 ανέρχεται στο ποσό των 107.032,01 € (κατόπιν ορθού υπολογισμού και όχι σε αυτό των 108.579,39 € όπως αναφέρεται στην πρωτόδικη απόφαση).

Στο άνω ποσό περιλαμβάνονται και η αξία των εργασιών που κρίθηκαν πλημμελείς και κακότεχνες, και δη τα ποσά των 2.248,65 €, 34.580,28€ και 8.262,76€, καθόσον η εναγόμενη δεν άσκησε το δικαίωμα υπαναχώρησης ως προς αυτές, όπως εσφαλμένως δέχθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Αποδείχθηκε, συνεπώς ότι ο ενάγων εκτέλεσε εργασίες συνολικής αξίας μικρότερης από τις αναφερόμενες στην αγωγή του, και δη για την πρώτη φάση εκτέλεσε εργασίες αξίας μικρότερης του ποσού των 21.186.441 δρχ.

κατά το ποσό των 2.552.056 δρχ., συνεπώς αξίας (21.186.441-2.552.056=) 18.634.385 δρχ. (54.686,40 ευρώ), για την δεύτερη φάση εκτέλεσε εργασίες αξίας μικρότερης του ποσού των 16.949.152 δρχ. κατά το ποσό των 2.430.469 δρχ., συνεπώς αξίας (16.949.152-2.430.469=) 14.518.683 δρχ. (42.608,03 ευρώ) και για την τρίτη φάση εκτέλεσε εργασίες αξίας 107.032,10 ευρώ.Συνεπώς, ο ενάγων εκτέλεσε εργασίες αξίας (54.686,40+42.608,03+107.032,1 =) 204.326,51 ευρώ, έχει δε λάβει τμηματικά κατά τα ήδη ανωτέρω εκτεθέντα, τα ποσά των 5.000.000 δρχ.

την 23.12.1999, 10.000.000 δρχ. την 14.09.1998, 10.000.000 δρχ. την 04.02.1999, 10.000.000 δρχ. την 11.06.1999 και 10.000.000 δρχ. την 06.10.1999, ήτοι συνολικά το ποσό των (5.000.000 + 10.000.000 + 10.000.000 + 10.000.000 + 10.000.000=) 45.000.000 δρχ., (132.061,82 ευρώ). Επομένως η εναγόμενη Μονή κατέστη πλουσιώτερη σε βάρος του ενάγοντος, ο πλουτισμός δε αυτής ανέρχεται στο ποσό της διαφοράς μεταξύ της αξίας των εργασιών που εκτέλεσε ο ενάγων και του χρηματικού ποσού που έχει ήδη λάβει, ήτοι το ποσό των (204.326,51 - 132.061,82) = 72.264,69 ευρώ, το οποίο, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου έφεσης, πρέπει να επιδικασθεί στον ενάγοντα νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, όπως ο ενάγων, κατ' εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής του το ζητούσε, αφού νομιμοτόκως ζητούσε το αιτούμενο ποσό κατά την κύρια βάση της αγωγής, και όχι από τον χρόνο παράδοσης του έργου (30-3-2002), καθόσον επί αξίωσης απόδοσης αδικαιολογήτου πλουτισμού νόμιμοι τόκοι οφείλονται κατ' αρχήν από την επίδοση της αγωγής (άρθρ. 910, 346 Α.Κ.), εκτός αν πρόκειται για τις περιπτώσεις 911, 912 Α.Κ., που όμως ούτε επικαλείται ο ενάγων, ούτε συμβαίνει εν προκειμένω...., κεφάλαιο ως προς το οποίο έσφαλε επίσης η εκκαλουμένη απόφαση.

Τα ανωτέρω σαφώς προκύπτουν από την διεξοδική πραγματογνωμοσύνη του πολιτικού μηχανικού Μ. Β., δεν αντικρούονται δε επαρκώς από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, και δη, αφενός από την κατάθεση του μάρτυρα στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου πολιτικού μηχανικού Κ. Κ., ο οποίος κατέθεσε γενικώς περί των εκτελεσθεισών εργασιών βάσει περιστασιακών επισκέψεων του στο Άγιο Όρος καθόσον ως πρώην μηχανικός του ΚΕΔΑΚ από τον Οκτώβριο του 1999 είχε σταματήσει την επίβλεψη των εκεί εκτελουμένων έργων (και δη της Α' φάσης του πύργου της μονής) και δεν μπορούσε να γνωρίζει με τόσες λεπτομέρειες την πορεία και εξέλιξη των εργασιών, αφετέρου από τις αναφερθείσες ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Β.

Τ. και Δ. Α. οι οποίες δεν κρίνονται πειστικές, καθόσον οι άνω καταθέσαντες, πέραν του ότι τυγχάνουν επαγγελματικοί συνεργάτες του ενάγοντα-ο δεύτερος μάλιστα είναι και αδελφός του- αναφέρονται σε εργασίες και επιμετρήσεις που έλαβαν χώρα προ πολλών ετών που δεν είναι δυνατόν να θυμούνται με τόση ακρίβεια και λεπτομέρειες, ώστε να δύνανται να αντικρούσουν βασίμως τα πορίσματα της άνω πραγματογνωμοσύνης.

Σημειωτέον, ο πρωτοδίκως καταθέσας μάρτυρας πολιτικός μηχανικός Κ. Κ., συνέταξε την από Φεβρουάριου 2019 τεχνική έκθεση του, διορισθείς από τον ενάγοντα στις 21-1-2019, δηλαδή 4 έτη μετά την διεξαχθείσα πραγματογνωμοσύνη, αναφέρεται δε σε "ιδία γνώση" επί γεγονότων από την περιστασιακή παρουσία του στη Μονή και ουσιαστικώς τα πορίσματα του αποτελούν αξιολόγηση - αντίκρουση της πραγματογνωμοσύνης.

Όσον αφορά στα υπ' αρ. ...-2001 και ...-2003 έγγραφα της εναγόμενης προς τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας από τα οποία προκύπτει ότι υπολείπονται προς εξόφληση για τα επίδικα έργα της πρώτης φάσης ποσά 93.000.000 δρχ. και 67.300.000 δρχ. και ποσό 178.525.386 δρχ. , αντίστοιχα, πρόκειται για γενικόλογη αναφορά περί οφειλών βάσει των προϋπολογισμών και πιστώσεων που έλαβαν χώρα τα οποία, ως εκ του περιεχομένου τους, προφανώς αποσκοπούσαν στην χρηματοδότηση των έργων και τα οποία, επίσης, είναι υπογεγραμμένα μόνο από τον καθηγούμενο της Μονής και όχι και τα λοιπά μέλη της Επιτροπής, πλέον δε τούτων, κρίσιμο αποδεικτέο θέμα, εφόσον διερευνάται, κατά τα ήδη εκτεθέντα, η επικουρική βάση της αγωγής, είναι αν τα ποσά που έλαβε τμηματικά ο ενάγων ως αμοιβή για κάθε έργο, καλύπτουν την δαπάνη του συνόλου των εργασιών που εκτελέσθηκαν και όχι τα συμφωνηθέντα από τα συμβαλλόμενα μέρη.".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα οι επίδικες συμβάσεις έργων που καταρτίστηκαν μεταξύ του αναιρεσίβλητου και του Ηγουμένου της αναιρεσείουσας Μονής, προφορικά, δεν είναι έγκυρες, διότι η Επιτροπή της αναιρεσείουσας δεν είχε εξουσιοδοτήσει τον Ηγούμενο να προβεί στην κατάρτιση των εν λόγω συμβάσεων, ούτε ενέκρινε εκ των υστέρων τις ενέργειες του Ηγουμένου, ο οποίος παραλάμβανε τα έργα, παρέδιδε και παρελάμβανε τα σχετικά έγγραφα και επικοινωνούσε με τους αρμόδιους φορείς, με συνέπεια η κύρια βάση της αγωγής, η στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 681 επ.

ΑΚ να είναι αβάσιμη κατ' ουσίαν λόγω καταρτίσεως μη έγκυρων συμβάσεων έργων μεταξύ των διαδίκων, λόγω δε αυτής της ακυρότητας των επίδικων συμβάσεων εξετάστηκε κατ' ουσίαν η επικουρική βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, η οποία έγινε δεκτή εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρεώθηκε η αναιρεσείουσα να αποδώσει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 72.264,69 ευρώ, κατά το οποίο κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερη.

Επομένως, οι πρώτος και τρίτος λόγοι της αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, κατά το μέρος που απέρριψε την κύρια βάση της αγωγής έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά, ''έλλειψη αιτιολογίας'', ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της ''ανεπαρκής αιτιολογία'' ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους ''αντιφατική αιτιολογία'' (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Η εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (αρθρ. 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ), πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης.

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί με αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στην θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως οι αρνητικοί της αγωγής ισχυρισμοί, ούτε η επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε η εκτίμηση των αποδείξεων, ακόμη και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 354/2022, ΑΠ 420/2022, ΑΠ 1027/2022, ΑΠ 1470/2021, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 319/ 2017, ΑΠ 1420/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση με τους τέταρτο, έκτο, έβδομο και όγδοο λόγους της αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου τους, αποδίδονται στη προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 681, 687, 688, 689, 690, 694 και 904 του ΑΚ, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους, δεχόμενο εσφαλμένα και με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ότι στον αδικαιολόγητο πλουτισμό της αναιρεσείουσας περιλαμβάνεται και η αξία των εργασιών που εκτέλεσε ο αναιρεσίβλητος κακότεχνα και πλημμελώς και ότι ο πλουτισμός αυτός ανέρχεται στο ποσό των 72.264,69 ευρώ.

Από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, την οποία ορθά εφήρμοσε, καθόσον ήταν εφαρμοστέα, ενώ ορθά δεν εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 681 επ. ΑΚ, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, για το έργο "Αποκατάσταση Πύργου Ιεράς Μονής Καρακάλου" ο αναιρεσίβλητος κατά την Α' φάση αυτού εκτέλεσε εργασίες αξίας 18.634.385 δρχ., ενώ δεν εκτέλεσε ή εκτέλεσε εν μέρει εργασίες αξίας 2.552.056 δρχ., κατά τη Β' φάση εκτέλεσε εργασίες αξίας 14.518.683 δρχ., ενώ δεν εκτέλεσε ή εκτέλεσε εν μέρει εργασίες αξίας 2.430.469 δρχ, κατά δε την Γ' φάση του έργου εκτέλεσε εργασίες αξίας 107.032,01 ευρώ και συνολικής αξίας 204.326,51 ευρώ.

Για τις εργασίες αυτές η αναιρεσείουσα έχει καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το συνολικό ποσό των 132.061,82 ευρώ, με συνέπεια να έχει καταστεί αδικαιολόγητα πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας του κατά το ποσό των 72.264,69 ευρώ. Στον ως άνω πλουτισμό της αναιρεσείουσας περιλαμβάνεται και η αξία των εργασιών που εκτελέστηκαν πλημμελώς και κακότεχνα, καθόσον οι εργασίες αυτές σώζονται.

Περαιτέρω, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού από το ως άνω αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης του άρθρου 904 ΑΚ, η οποία εφαρμόσθηκε, ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στην προαναφερθείσα διάταξη.

Επομένως, οι τέταρτος, έκτος, έβδομος και όγδοος λόγοι αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. IV. Τα άρθρα 440 και 441 ΑΚ, που ρυθμίζουν το συμψηφισμό, ορίζουν το μεν πρώτο ότι "Ο συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων, όσο καλύπτονται, αν είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες", το δε δεύτερο ότι "Ο συμψηφισμός επέρχεται αν ο ένας τον επικαλεσθεί με δήλωση προς τον άλλο.

Η πρόταση συμψηφισμού επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι το διαπλαστικό δικαίωμα της πρότασης του συμψηφισμού δημιουργείται από τη στιγμή που δύο αντίθετες απαιτήσεις, που πληρούν τις προϋποθέσεις του συμψηφισμού, θα συνυπάρξουν.

Ο δικαιούχος της κάθε απαίτησης έχει, συνεπώς, από το χρονικό αυτό σημείο, το δικαίωμα να αποσβέσει την απαίτηση του δανειστή του (κύρια ή ενεργητική απαίτηση), προτείνοντας την ανταπαίτησή του (παθητική απαίτηση) σε συμψηφισμό, επέρχεται δε με την πρότασή του απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων, στο μέτρο κατά το οποίο καλύπτονται, αναδρομικά, ανεξάρτητα από το αν θα γίνει ή όχι αποδεκτή από εκείνον στον οποίο απευθύνεται.

Απαίτηση και ανταπαίτηση πρέπει να είναι τέλειες, δηλαδή να είναι ληξιπρόθεσμες, να μην τελούν υπό αίρεση ή προθεσμία, να μην υπόκεινται σε ανατρεπτική ή αναβλητική ένσταση και να είναι αγώγιμες, δηλαδή να μην είναι απλώς φυσικές ενοχές. Ο νόμος δεν απαιτεί, ως όρο του συμψηφισμού, ταυτότητα του νομικού λόγου, που στηρίζει τις αμοιβαίες απαιτήσεις ή συνάφεια της αιτίας τους, αλλά ούτε και επιβάλλει η ανταπαίτηση, που αντιτάσσεται προς συμψηφισμό, να είναι εκκαθαρισμένη.

Η πρόταση του συμψηφισμού μπορεί να λάβει χώρα είτε εξώδικα είτε ενώπιον δικαστηρίου με τη μορφή ένστασης (άρθρο 442 Α.Κ.) (ΑΠ 43/2022, ΑΠ 695/2020) ή ως λόγος ανακοπής. Όπως συνάγεται δε, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 440, 441 ΑΚ και 262 παρ. 1 ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένη η ένσταση συμψηφισμού πρέπει να περιλαμβάνει σαφή έκθεση των παραγωγικών της ανταπαίτησης γεγονότων, προσδιορισμό της απαίτησης του αντιδίκου, στην οποία αναφέρεται η δήλωση συμψηφισμού, καθορισμό του αντικειμένου και του χρόνου γέννησής της, όπως επίσης και ορισμένο αίτημα, ήτοι την απόσβεση των συμψηφιζόμενων απαιτήσεων και την απόρριψη της αγωγής (ΑΠ 43/2022, ΑΠ 695/2020, ΑΠ 1057/2019).

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 520, 525 και 527 ΚΠολΔ, όπως το άρθρο 527 ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση κατά το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του ιδίου νόμου, γιατί η ένδικη έφεση ασκήθηκε μετά την 1-1-2016, οι ενστάσεις του εκκαλούντος - εναγομένου, είτε είχαν προταθεί και απορριφθεί πρωτοδίκως, είτε είναι οψιγενείς, είτε ενώ δεν είναι οψιγενείς και δεν είχαν προταθεί πρωτοδίκως, συντρέχει όμως, ως προς αυτές, λόγος, που συγχωρεί τη βραδεία προβολή τους, από τους αναγραφόμενους στο άρθρο 527 ΚΠολΔ, πρέπει, εφόσον αποβλέπουν στην εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, να προταθούν μόνο με το δικόγραφο της έφεσης ή των προσθέτων λόγων (ΑΠ 268/2021, ΑΠ 678/2018).

Επίσης, από τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 520 και 527 παρ. 6 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο εναγόμενος ως εκκαλών, δεν μπορεί να προτείνει νέους πραγματικούς ισχυρισμούς, τους οποίους δεν είχε προτείνει πρωτοδίκως ή δεν είχε προτείνει με πληρότητα, εκτός εάν συντρέχουν οι προυποθέσεις του άρθρου 527, μεταξύ των οποίων στην παράγραφο 6 του άρθρου αυτού περιλαμβάνονται και οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου.

Η έγγραφη απόδειξη αυτή πρέπει να προκύπτει παραχρήμα και άμεσα, δηλαδή όλα τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν το νέο ισχυρισμό, πρέπει να αποδεικνύονται από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο έγγραφο (δημόσιο ή ιδιωτικό με πλήρη απόδειξη) κατά τρόπο ευθύ και άμεσο και όχι σε συνδυασμό με δικαστικά τεκμήρια (ΑΠ 755/2021, ΑΠ 961/ 2019), κατά τη διάταξη δε του άρθρου 387 του ΚΠολΔ, που επαναλαμβάνει τον ορισμό της διάταξης του άρθρου 340 παρ. 2 του ίδιου κώδικα, η πραγματογνωμοσύνη εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, ακόμη και όταν διατάχθηκε υποχρεωτικά κατ` άρθρο 368 και δεν έχει αυξημένη δύναμη σε σχέση με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, που να δεσμεύει το δικαστήριο να δεχθεί την απόδειξη που προκύπτει από αυτή (ΑΠ 714/2024, ΑΠ 1226/2022).

Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 527 ΚΠολΔ, ως νέοι πραγματικοί ισχυρισμοί, η προβολή των οποίων το πρώτον ενώπιον του εφετείου είναι απαράδεκτη, αν δεν συντρέχουν οι προβλεπόμενες σ' αυτήν εξαιρέσεις, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που προβάλλονται για τη θεμελίωση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι όμως και εκείνοι που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΑΠ 1453/2019, ΑΠ 714/2007).

Σε όλες τις περιπτώσεις της βραδείας προβολής ισχυρισμού, το δικαστήριο της ουσίας διαμορφώνει την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ως προς το αν είναι ή όχι δικαιολογημένη η βραδεία προβολή αυτού ή ως προς το αν συντρέχει ή όχι κατά περίπτωση μία από τις παραπάνω προϋποθέσεις, μετά από έρευνα των στοιχείων της δικογραφίας (ΑΠ 84/2020, ΑΠ 1087/2014, ΑΠ 752/2011).

Το απαράδεκτο της υποβολής νέων αιτήσεων ή νέων ισχυρισμών (άρθρ. 223, 224, 526 και 527 ΚΠολΔ) ελέγχεται αναιρετικά με τον λόγο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε ως απαράδεκτο αυτοτελή ισχυρισμό, κατά παράβαση της οικείας δικονομικής διάταξης των άρθρων 269 και 527 ΚΠολΔ (ΑΠ 961/2019, ΑΠ 84/2020, ΑΠ 394/2011).

Τέλος, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, προκύπτει ότι ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται μόνο όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε παράβαση δικονομικών διατάξεων, δηλαδή διατάξεων που ρυθμίζουν τη διαδικασία και τον τύπο των διαδικαστικών πράξεων.

Οι διαδικαστικές πράξεις, που αποτελούν κύριο συστατικό στοιχείο της δίκης ως έννομης σχέσης και ως διαδικασίας, προβλέπονται και ρυθμίζονται από το νόμο, και, μάλιστα, ασκούνται κατά ορισμένο τύπο και έχουν ορισμένο περιεχόμενο. Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος καταλαμβάνει όλες τις βαθμίδες της δικονομικής αξιολόγησης των διαδικαστικών πράξεων και, συνεπώς, την κρίση για το υποστατό, την ακυρότητα και το παραδεκτό των διαδικαστικών πράξεων (ΑΠ 112/2023, ΑΠ 343/2023, ΑΠ 181/2023, ΑΠ 510/2022, ΑΠ 238/2021, ΑΠ 673/2020, ΑΠ 480/2020, ΑΠ 122/2019).

Έτσι, με τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο ελέγχεται, πλην άλλων και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (ΑΠ 1660/2022).Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτη την προταθείσα με την έφεση της αναιρεσείουσας ένσταση συμψηφισμού της ένδικης απαιτήσεως του αναιρεσιβλήτου με δική της ανταπαίτηση ποσού 16.519,82 ευρώ.

Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Στις από 31-3-2022 προτάσεις της αναιρεσείουσας ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και στις. σελ. 12 και 13 αυτών περιέχεται αποσπασματική περικοπή των από 20-2-2019 προτάσεών της ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, τις οποίες δεν προσκομίζει στο παρόν Δικαστήριο, η οποία έχει ως εξής: "Η Ιερά ημών Μονή προέβαλε νομοτύπως και διατύπωσε με τον πλέον πανηγυρικό και αναλυτικό τρόπο με τις από 20-2-2019 Προτάσεις μας, (βλ.

προσαγόμενο σχετικό μας με αριθμό 35), την ανωτέρω ανταπαίτηση της και πιο συγκεκριμένα αναφέροντας (στις σελίδες από 23 έως 28 των ανωτέρω προτάσεων) με παραπομπή σε αποσπάσματα των σχετικών πορισμάτων-συμπερασμάτων του διορισθέντος πραγματογνώμονα αναλυτικά για το πως προέκυψε η ως άνω διαφορά-ανταπαίτηση μας των 5.629.129 δραχμών, άλλως 16.519,82 ευρώ, ως αχρεωστήτως καταβληθείσα, ποσό κατά το οποίο ο αντίδικος-ενάγων πλούτισε αδικαιολόγητα σε βάρος της Ιεράς Μονής.

Κατά την προβολή του ανωτέρω ισχυρισμού της η Ιερά Μονή όχι μόνο αρνήθηκε πλήρως με επαρκή και αδιάσειστα αποδεικτικά στοιχεία τις αγωγικές αξιώσεις του αντιδίκου, αλλά επιπλέον εξέφρασε σαφώς και πολλαπλά τη βούληση της για συμψηφισμό της ανωτέρω ανταπαίτησης της με οιαδήποτε αγωγική αξίωση του αντιδίκου-ενάγοντα και αυτό αποδεικνύεται από την αποσπασματική περικοπή των όσων αναγράφονται στη σελίδα 28 των πρωτοδίκως κατατεθεισών προτάσεων μας και πιο συγκεκριμένα "....η Ιερά ημών Μονή όχι μόνο δεν οφείλει οιοδήποτε ποσό στον ανάδοχο-ενάγοντα για το ανωτέρω έργο, αλλά ότι του έχει καταβάλει το ποσό των 5.629.129 δραχμών επιπλέον από αυτό που δικαιούταν να λάβει για τις εργασίες που πραγματικά εκτέλεσε" και "....η ανωτέρω αγωγική αξίωση του αναδόχου-ενάγοντα είναι ουσιαστικά αβάσιμη και ως τέτοια πρέπει ν' απορριφθεί", αλλά και στη σελίδα 51 όπου και πάλι αναγράφεται ".....ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ και με τη ρητή επιφύλαξη κάθε νομίμου δικαιώματος μας, ιδίως για τα επιπλέον ποσά που κατεβλήθησαν στον ανάδοχο-ενάγοντα για τα επίδικα έργα, όπως αναφέρονται στην από 05-12-2014 και με αριθμό .../2014 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ορισθέντος πραγματογνώμονα Μ.

Β.". Από την ως άνω περικοπή των πρωτόδικων προτάσεων προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα δεν πρόβαλε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο την ένσταση συμψηφισμού της ανταπαιτήσεώς της με την ένδικη απαίτηση του αναιρεσίβλητου, πάρα μόνον ισχυρίστηκε ότι δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό για το συγκεκριμένο έργο, ότι έχει καταβάλει στον αναιρεσίβλητο 5.629.129 δρχ.

επιπλέον αυτών που εδικαιούτο να λάβει για τις εργασίες που πραγματικά εκτέλεσε, ότι η αξίωση του αναιρεσιβλήτου είναι ουσιαστικά αβάσιμη και ότι επιφυλάσσεται ρητά κάθε νομίμου δικαιώματός της για τα επιπλέον ποσά που κατέβαλε σ' αυτόν. Με τον δεύτερο λόγο της εφέσεώς της η αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε τα εξής: "Αναφορικά με το έργο "Αποκατάσταση στέγης της νότιας Κόδρας Ι.Μ.

Καρακάλλου" ο ενάγων κατά τις δύο πρώτες φάσεις του ανωτέρω έργου έχει εκτελέσει εργασίες μικρότερης αξίας κατά τα αντίστοιχα ποσά των 12.915.544 δραχμών (κατά την πρώτη φάση ), από αυτές που επικαλείται στην αγωγή του ως αξίας 60.000.000 δραχμών και των 946.756 δραχμών (κατά τη δεύτερη φάση), από αυτές που επικαλείται στην αγωγή του ως αξίας 25.000.000 δραχμών.

Ότι κατά την πρώτη φάση του ανωτέρω έργου έχει εκτελέσει εργασίες αξίας (60.000.000- 12.915.554 =) 47.084.446 δραχμών, κατά τη δεύτερη φάση του έργου έχει εκτελέσει εργασίες αξίας (25.000.000- 946.756=) 24.053.244 δραχμών, προστιθεμένης δε της αξίας των εργασιών της τρίτης φάσης του έργου 58.233,182 δραχμών, τελικώς ο ενάγων αποδεδειγμένα έχει εκτελέσει εργασίες συνολικής αξίας (47.084.446 + 24.053.244 + 58.233.182 =) 129.370.872 δραχμών.

Ότι εφόσον ο ενάγων εισέπραξε, όπως συνομολογείται από τον ίδιο, τμηματικά το συνολικό ποσό των 135.000.000 δραχμών, έχει λάβει από την Ιερά ημών Μονή, αχρεωστήτως, το επιπλέον ποσό των (135.000.000- 129.370,872=) 5.629.129 δραχμών, άλλως 16.519,82 ευρώ, το οποίο αποτελεί ανταπαίτηση της Ιεράς Μονής κατά του ενάγοντα και το προτείνει σε μερικό συμψηφισμό με την επίδικη απαίτηση του ενάγοντα.

Η ως άνω ένσταση συμψηφισμού, η οποία προτάθηκε το πρώτον ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου είναι απαράδεκτη, διότι δεν αποδεικνύεται παραχρήμα και άμεσα από έγγραφα δημόσια ή ιδιωτικά με πλήρη απόδειξη ή με δικαστική ομολογία του αναιρεσιβλήτου, η δε επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα έκθεση πραγματογνωμοσύνης δεν αποτελεί πλήρη απόδειξη, αλλά εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο.

Επομένως, το Εφετείο το οποίο έκρινε ομοίως και απέρριψε ως απαράδεκτη την ως άνω ένσταση συμψηφισμού δεν προέβη σε παρά το νόμο κήρυξη απαραδέκτου και ως εκ τούτου ο πέμπτος αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.V. Κατά το άρθρο 106 ΚΠολΔ, το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση του διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς, τους οποίους προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν.

Σύμφωνα με τη θεμελιακή αρχή της ελεύθερης διάθεσης του αντικειμένου της δίκης που καθιερώνεται με τη δικονομική αυτή διάταξη, το δικαστήριο υποχρεούται να περιορίζεται στο οριοθετούμενο από την αίτηση αντικείμενο και δεν μπορεί να επιδικάσει πέραν του αιτηθέντος. Η υπέρβαση του οριοθετουμένου από την αίτηση αντικειμένου της δίκης δημιουργεί λόγο αναίρεσης της απόφασης, κατ` άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, κατά το οποίο αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν.

Ο όρος "επιδίκασε" του εν λόγω άρθρου νοείται με την ευρεία έννοια, δηλαδή αν το δικαστήριο αποφάσισε, αναγνώρισε ή προέβη σε διάπλαση, χωρίς να υφίσταται αντίστοιχο αίτημα. Ως τέτοιο νοείται κάθε αυτοτελές αίτημα των διαδίκων, με το οποίο ζητείται η παροχή δικαστικής προστασίας, σε οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της, λ.χ.

το αίτημα ή βάση αγωγής, ανταγωγής, κύριας παρέμβασης, ένδικων μέσων κ.λ.π, (ΑΠ 1753/2023, ΑΠ 203/2022, ΑΠ 138/2020, ΑΠ 384/2019, ΑΠ 927/ 2018, ΑΠ 983/2017).Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, επιδίκασε περισσότερα από όσα ζήτησε ο αναιρεσίβλητος με την ένδικη αγωγή του, διότι δεχόμενο την επικουρική βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, εν μέρει ουσιαστικά βάσιμη, επιδίκασε τόκους επί του επιδικασθέντος ποσού, μολονότι ο αναιρεσίβλητος δεν είχε αιτηθεί την επιδίκαση τόκων με την επικουρική βάση της αγωγής του, παρά μόνο με την κύρια βάση της αγωγής, η οποία απορρίφθηκε.

Από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι ο ενάγων ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει το ποσό των 24.161,94 ευρώ για το πρώτο έργο και το ποσό των 359.252,25 ευρώ για το δεύτερο έργο, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της παράδοσης του κάθε έργου, ήτοι από την 1η-2-2002 και από την 30η-3-2022 αντίστοιχα, άλλως από την επίδοση της αγωγής.

Επικουρικά δε και για την περίπτωση που η κύρια βάση της αγωγής δεν γίνει δεκτή λόγω ακυρότητας των συμβάσεων, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει τα ανωτέρω ποσά κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή διαλαμβάνει σαφώς αίτημα περί επιδικάσεως τόκων επί του ποσού που θα επιδικασθεί στον αναιρεσίβλητο είτε γίνει δεκτή η κύρια βάση της αγωγής από τη σύμβαση είτε γίνει δεκτή η επικουρική βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, στην περίπτωση ακυρότητας της συμβάσεως.

Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη κατά την επικουρική βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 72.264,69 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα της επίδοσης της αγωγής, δεν επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν με την αγωγή.Συνεπώς ο, ως άνω, αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου, κατά το άρθρο 495 αριθμ. 3 ΚΠολΔ και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα που υπέβαλε αυτός (άρθρα 106, 176, 183, 189 αρ. 1, 191 αρθμ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται αυτά ειδικότερα στο διατακτικό.ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣΑπορρίπτει την από 1-12-2022 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθ. 1928/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου.Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο συνολικό ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ.ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2025.ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2025.Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης