Legislator Case Law & Legislation
927/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on admissibility grounds, rejecting claim that lower court ignored extrajudicial admission.

Case Number 927/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision regarding property ownership. The appellant argued the lower court failed to consider a specific document proving an extrajudicial admission by the opposing party. The court ruled that the lower court explicitly acknowledged reviewing all submitted documents, including the disputed one, and that factual assessments of evidence fall within the lower court's exclusive jurisdiction.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(11)(c) and 561(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the lower court's failure to consider a specific document is inadmissible if the judgment confirms such documents were reviewed and the factual evaluation of evidence remains within the lower court's exclusive domain.

Keywords

AI generated
extrajudicial admission admissibility of appeal factual assessment lower court jurisdiction property ownership dispute evidence evaluation Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court, 75/1987
Supreme Court, 8/2016
Supreme Court, 2/2008
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 927 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 927/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ασπασία Μαγιάκου, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη και Παρασκευή Καλαϊτζή Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 21η Μαρτίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Μ. του Γ., κατοίκου ...,που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Αικατερίνη Γυφτάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσίβλητων:1.Ε. Ν. Β. κατοίκου ..., 2.Κ. Λ. του Δ., κατοίκου ..., 3.Α. Λ. του Δ., κατοίκου ..., 4.Σ. θυγ. Γ. Β. κατοίκου ..., 5. Α. θυγ. Γ. Β., 6.Ν. Β. του Γ., κατοίκου ..., 7.Η. Τ. του Α., κατοίκου .... Η 1η παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Τσακαλιά, οι 2η, 3η, 4η, 6ος 7ος των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κωνσταντίνο Πέτσα, ο οποίος δήλωσε ότι η 5η αναιρεσίβλητη απεβίωσε την 3-7-2017 όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. ...2017 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιαρχείου Βύρωνος, την οποία και προσκόμισε και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει η κόρη της Μ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., ως μόνη και αποκλειστική κληρονόμος της, η οποία εκπροσωπείται από τον ίδιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-4-1998 αγωγή του ήδη 1ου των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σάμου.

Εκδόθηκε η απόφαση 97/313/42ΤΠ/2007 του ιδίου Δικαστηρίου που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Με την υπ αριθμ καταθ. .../17-10-2008 κλήση του ο ήδη 1ος αναιρεσίβλητος επανέφερε προς συζήτηση την αγωγή.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 29/2010 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 170/2014 του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου (Μεταβατική έδρα Σάμου).

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31-3-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου ανέγνωσε την 20-12-2017 έκθεσή της, με τις οποία εισηγείται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τις διατάξεις των ν. 8 παρ.1 Κωδ. (7.39), 9 παρ.1 (Βασ 50.14), ν.2 παρ. 20 Πανδ.(41.4),ν. 6 παρ.Πανδ. (44.3),ν. 76 παρ.1 Πανδ.(18.1) και ν. 7 παρ. 3 Πανδ.(23.3) του Βυζαντινορρωμαϊκού Δικαίου που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα, μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία κατόπιν άσκησης νομής πάνω σε αυτό με καλή πίστη και διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδέσποζε να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και εκείνου του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού (Ολ ΑΠ 75/1987).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 974,976,1045 και 1051 ΑΚ συνάγεται ότι στην έκτακτη χρησικτησία, για την οποία δεν απαιτείται νόμιμος τίτλος ή καλή πίστη, προκειμένου να συνυπολογισθεί η νομή των προκτητόρων εκείνου που χρησιδεσπόζει το πράγμα, κινητό ή ακίνητο, δεν απαιτείται καθολική ή ειδική διαδοχή στο δικαίωμα της κυριότητας πάνω στο πράγμα, αλλά αρκεί απλώς η διαδοχή (καθολική ή ειδική) στη νομή του πράγματος και, έτσι, άμα συμπληρωθεί από το συνυπολογισμό αυτό ο χρόνος που απαιτείται για τη χρησικτησία, ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος στη νομή μπορεί να γίνει κύριος του πράγματος (Ολ ΑΠ 1593/1979).

Ο χρόνος που απαιτείται για την έκτακτη χρησικτησία ανέρχεται σε είκοσι χρόνια, εφόσον έχει διαρρεύσει εξ ολοκλήρου από τις 23.21946 (ημερομηνία έναρξης ισχύος του ΑΚ) και μετά, κατ’ άρθρο 1045 ΑΚ. Αν όμως πρόκειται για συνυπολογισμό χρόνου που έχει διαρρεύσει εν μέρει κατά τη διάρκεια ισχύος του ΑΚ και εν μέρει κατά τη διάρκεια ισχύος του Βυζαντινορρωμαϊκού Δικαίου, τότε, κατ’ εφαρμογή των άρθρων 64 και 65 ΕισΝΑΚ, αν με το συνυπολογισμό του χρόνου που έχει διαρρεύσει πριν από τον ΑΚ υπολείπεται προς συμπλήρωση του χρόνου των 30 ετών που απαιτείται κατά το προηγούμενο δίκαιο χρόνος μικρότερος των 20 ετών, θα εφαρμοστεί το προηγούμενο δίκαιο και η τριακονταετία θα αρχίσει από την έναρξη της νομής του δικαιοπαρόχου, εάν δε αντίθετα υπολείπεται χρόνος μεγαλύτερος των 20 ετών, θα εφαρμοσθεί ο ΑΚ και η 20ετία που καθορίζεται από αυτόν θα αρχίσει από την ισχύ τούτου (23.2.1946).

Πρέπει ακόμη να σημειωθεί ότι η επίκληση του πριν από τον ΑΚ χρόνου χρησικτησίας θα γίνει με τα προσόντα του προηγουμένου δικαίου, δηλαδή ότι η νομή ασκήθηκε διανοία κυρίου και με καλή πίστη (ΑΠ 683/1985). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 785-787, 974, 980, 981, 982, 994, 1113 και 1884 ΑΚ, συνάγεται ότι ο συγκοινωνός, όπως είναι και ο εξ αδιαθέτου συγκληρονόμος, αν κατέχει ολόκληρο το κοινό πράγμα, θεωρείται ότι κατέχει αυτό και στο όνομα των λοιπών κοινωνών και δεν μπορεί να αντιτάξει κατ* αυτών κτητική (έκτακτη χρησικτησία) παραγραφή, προτού καταστήσει γνωστό σ’ αυτούς ότι αποφάσισε να νέμεται το κοινό πράγμα αποκλειστικώς στο όνομά του ως κύριος και από τη γνωστοποίηση αυτήν παρέλθει η απαιτούμενη για την χρησικτησία εικοσαετία.

Όμως, η παραπάνω γνωστοποίηση δεν απαιτείται όταν οι λοιποί συγκύριοι-συγκοινωνοί έχουν λάβει γνώση, με οποιοδήποτε τρόπο, της απόφασης που εκδήλωσε ο κοινωνός ότι κατέχει ολόκληρο το κοινό και ότι εφεξής νέμεται αυτό ως αποκλειστικός κύριος και περάσει από τη γνώση αυτή η προθεσμία της αποσβεστικής ή κτητικής παραγραφής (ΑΠ 398/2009, ΑΠ 1466/2008).Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου.

Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετό για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο, αναφορικά με την από 15/4/1998 αγωγή διανομής του αναιρεσείοντος και την ένσταση ιδίας κυριότητας της πρώτης αναιρεσίβλητης στο επίδικο ακίνητο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο ακίνητο περιγράφεται στην κρινόμενη αγωγή ως, "οικόπεδο, εμβαδού 1.728 τμ ή όσης επιφανείας είναι επί τόπου, που βρίσκεται στη θέση "...", στο χωριό ..., της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας ..., το οποίο συνορεύει, βόρεια και βορειοανατολικά με κοινοτική οδό, ανατολικά με κοινοτική οδό, νότια με ιδιοκτησίες Ν.

Β. και Κ. Β. και δυτικά με ιδιοκτησίες, κληρονόμων Μ. Β., Γ. Φ. και ρύμη ..., επ’ αυτού δε υπάρχουν τα ακόλουθα κτίσματα: α) μια παλαιά ισόγεια οικία, επιφανείας 90 τμ, που αποτελείται από τρία δωμάτια, μαγειρείο, διάδρομο και αποθήκη, β) μία εξωτερική τουαλέτα, γ) ένας στάβλος και δ) μία παλαιά οικία (τσαγκαριό), επιφανείας 15 τμ.

Κατά την από 7-1-2003 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, που συντάχθηκε από τον πραγματογνώμονα, πολιτικό μηχανικό, Ν. Κ., το εν λόγω ακίνητο βρίσκεται εντός των ορίων του οικισμού Ράχες, έχει συνολικό εμβαδόν 2.137,50 τμ, αποτυπώνεται στο συνημμένο στην έκθεση τοπογραφικό διάγραμμα με τα στοιχεία ... και συνορεύει, ανατολικά με δημοτική οδό, βόρεια με ιδιοκτησίες, Σ.

Γ., Σ. Μ. και Ε. Φ. ( Γ. Φ.), δυτικά με ιδιοκτησίες, Ε. Γ. ( Μ. Β.) και κληρονόμων Κ. Β. και νότια με ιδιοκτησία Κ. Β. και κληρονόμων Ν. Β., εντός δε του ακινήτου αυτού υπάρχει, μία μονώροφη οικία, εμβαδού 83,05 τμ, μία διώροφη οικία (τσαγκαριό), εμβαδού 42,80 τμ, ένας διώροφος στάβλος, εμβαδού 43,35 τμ και μία εξωτερική τουαλέτα," εμβαδού 9,00 τμ.

Το ακίνητο αυτό αποτυπώνεται στο από Μαΐου 1992 τοπογραφικό διάγραμμα, του πολιτικού μηχανικού, Κ. Ρ., σε τρία τμήματα: α) το υπό στοιχεία ... τμήμα, που φέρει τον αριθμό (5), εκτάσεως 530 τμ, εντός του οποίου υπάρχουν η παλαιά ισόγειος οικία, εμβαδού 90 τμ, αποθήκη, στάβλος και πατητήρι, β) το υπό στοιχεία ... τμήμα, που φέρει τον αριθμό (1), εκτάσεως 1216 τμ, γ) το υπό στοιχεία ...

τμήμα, που φέρει τον αριθμό (…), εκτάσεως 107 τμ (βλσχ τοπογραφικό). Το ακίνητο αυτό περιήλθε αρχικά στον Δ. Β. του Γ., κατόπιν άτυπης διανομής της κληρονομιαίας περιουσίας του πατέρα του Γ. Β., μετά των λοιπών συγκληρονόμων (αδέλφια του).... όταν το έτος 1936, επέστρεψε από την Αθήνα στην Ικαρία προς μόνιμη εγκατάσταση, ο υιός του, Ν.

Β., γεννηθείς στο ... ... το 1906 (δικαιοπάροχος της εκκαλούσας-εναγομένης), ο άνω πατέρας του, του δώρισε άτυπα, προς οικονομική και επαγγελματική του ενίσχυση, τμήμα του εν λόγω ακινήτου και συγκεκριμένα το άνω περιγραφόμενο με αριθμό (5) τμήμα, όπως αποτυπώνεται στο από Μαΐου 1992 τοπογραφικό διάγραμμα, του πολιτικού μηχανικού, Κ.

Ρ., με τα στοιχεία ... τμήμα, εκτάσεως 530 τμ, εντός του οποίου υπήρχε και η οικία. Έκτοτε ο Ν. Β. εγκαταστάθηκε στην εν λόγω οικία, μετά των γονέων του, αφού την επισκεύασε. Το έτος δε 1945, οπότε παντρεύτηκε ο υιός του Ν. Β., του δώρισε άτυπα, προς ενίσχυσή του και με την προοπτική να τους γηροκομήσει, και το υπόλοιπο ακίνητο, ήτοι τα υπό στοιχεία (1) και (2) τμήματα αυτού και έκτοτε αυτός ασκούσε επ’ αυτού διακατοχικές πράξεις, κατοικώντας, μετά της οικογενείας του και των γονέων του, τους οποίους φρόντιζε, στην ισόγεια οικία, την οποία συντηρούσε και επισκεύαζε, αποκλειστικά με δικές του δαπάνες, χρησιμοποιώντας τον αύλειο χώρο αυτής και τα λοιπά κτίσματα, κατά τον προορισμό τους, καλλιεργώντας το υπόλοιπο ακίνητο, επιβλέποντας αυτά κλπ.

Μάλιστα το έτος 1948, ο Ν. Β., κατασκεύασε εντός του ακινήτου αυτού στάβλο, δια την στάβλιση των ζώων του. Ο Δ. Β. του Γ., απεβίωσε, χωρίς διαθήκη, στις 15-10-1949, και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου, από τη σύζυγο του, Σ. θυγ. Ν. Κ., κατά ποσοστό 1/4 ή 6/24 εξ αδιαιρέτου και από τα έξι τέκνα του, ήτοι Μ. συζ. Σ. Π., Γ. Β., Ν. Β., την Α.

συζ. Ι. Τ., - Ι. συζ. Π. Κ. και Α. Β., κατά ποσοστό 3/24 εξ αδιαιρέτου έκαστος. Οι άνω εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, δεν αποποιήθηκαν, ούτε αποδέχθηκαν την κληρονομιά αυτού, ούτε όμως, μέχρι του χρόνου θανάτου εκάστου, όπως θα αναφερθεί παρακάτω, διεκδικήσαν κληρονομικό μερίδιο επί του άνω ακινήτου, γνωρίζοντας και αποδεχόμενοι ότι τούτο δεν περιλαμβάνεται στην κληρονομιά αυτού, αλλά δωρίθηκε άτυπα, αντίστοιχα κατά τα έτη 1936 και 1945, στον υιό και αδελφό τους αντίστοιχα, Ν.

Β., ο οποίος αποκλειστικά και για λογαριασμό του το νεμόταν έκτοτε και το κατείχε, κατά τα ανωτέρω. Ο Ν. Β. και μετά το θάνατο του πατέρα του, εξακολουθούσε να νέμεται και να κατέχει, αποκλειστικά για δικό του λογαριασμό, ολόκληρο το εν λόγω ακίνητο, με γνώση και αποδοχή των λοιπών συγκληρονόμων, διαμένοντας, μέχρι και του χρόνου θανάτου του, μετά την οικογενείας του στην άνω ισόγεια κατοικία, όπου το έτος 1952 γεννήθηκε και η εκκαλούσα - κόρη του και ασκώντας επ’ αυτού τις προαναφερόμενες πράξεις νομής.....

Το πιο πάνω περιγραφόμενο ακίνητο είναι στην κυριότητα, νομή και κατοχή του Ν. Β., από άτυπη δωρεά του πατέρα του Δ. Β., από του έτους 1936 και από τότε μέχρι σήμερα το κατέχει και το νέμεται, με καλή πίστη και διανοία κυρίου, συνεχώς, αδιαλείπτως και ανενόχλητα, αναγνωριζόμενος από όλους σαν πραγματικός και αληθινός κύριος αυτού.....

Από τη συνεκτίμηση όλου του άνω αποδεικτικού υλικού συμπερασματικά προκύπτουν τα ακόλουθα: Το επίδικο ακίνητο περιήλθε, με άτυπες δωρεές, κατά τα έτη 1936 και 1945 αντίστοιχα, από τον Δ. Β. στον γιο του, Ν. Β., ο οποίος έκτοτε το κατείχε και το νεμόταν συνεχώς όλο αποκλειστικά για τον εαυτό του, οι δε λοιποί συγκληρονόμοι του (μητέρα και αδέλφια του), γνωρίζοντας τα ανωτέρω, ουδέποτε διεκδίκησαν (δικαστικά ή εξώδικα) κληρονομικά μερίδια επί του άνω ακινήτου, ούτε αποδέχθηκαν την κληρονομιά του συζύγου και πατέρα τους αντίστοιχα ή ζήτησαν διανομή από τον αδελφό τους, μέχρι του προαναφερόμενου θανάτου καθενός εξ αυτών, ενόσω ο τελευταίος συνέχισε να το κατέχει και να το νέμεται ως αποκλειστικά δικό του και σε γνώση όλων των κληρονόμων και έτσι, υπό την ισχύ του ΑΚ, συμπληρώνοντας χρόνο νομής είκοσι ετών, έγινε κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία.

Συνέχισε δε να το κατέχει και να το νέμεται, μέχρι που με το υπ’ αριθμ....4-9-1989 συμβόλαιο γονικής παροχής, μεταβίβασε τμήμα αυτού, εκτάσεως 530 τμ, μετά των κτισμάτων του, στην εκκαλούσα-εναγομένη κόρη του, Ε. Β., η οποία συνέχισε να το κατέχει και να το νέμεται, με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο, ενώ το υπόλοιπο μέχρι και του θανάτου του στις 20-8-1991, οπότε, το τμήμα αυτό περιήλθε στις κληρονόμους του, ήτοι στη σύζυγο του, Α.

χήρα Ν. Β., κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου και στην κόρη του, Ε. Β., κατά ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου, οι οποίες αποδέχθηκαν νομότυπα την κληρονομιά αυτή, με την υπ αριθμ. ...26-6-1992 Πράξη Αποδοχής Κληρονομιάς, της συμβολαιογράφου Ε. Ι., Α. - Α. Κ. - Ψ., που μεταγράφηκε νόμιμα, στις 10-9-1992, στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ευδήλου, στον τόμο … και με α/α ….

Από της περιελεύσεως του άνω ακινήτου στις άνω εναγόμενες, καθεμία από αυτές συνέχισε να το νέμεται, κατά τα αντίστοιχα ποσοστά εξ αδιαιρέτου, με διανοία κυρίου, καλή πίστη και νόμιμο τίτλο, μέχρι και του χρόνου ασκήσεως της κρινόμενης αγωγής (κατάθεση 22-4-1998 και επίδοση αντίστοιχα 27-8-1998), καταστάσες έτσι, κατά τα αντίστοιχα ποσοστά τους, κυρίες αυτού με παράγωγο, αλλά και με πρωτότυπο τρόπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία), δια προσμετρήσεως στο χρόνο αντίστοιχα της δικής τους νομής και της απαιτουμένης προς συμπλήρωση εικοσαετίας νομής του άνω δικαιοπαρόχου τους.

Επί πλέον η εκκαλούσα- εναγομένη κατέστη κυρία και του άνω τμήματος αυτού, που έλαβε με γονική παροχή (4-9-1989) με παράγωγο, αλλά και με πρωτότυπο τρόπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία), δια προμετρήσεως στο χρόνο της δικής της νομής και της απαιτουμένης προς συμπλήρωση εικοσαετίας νομής του άνω δικαιοπαρόχου της.

Μετά δε τον, κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας, θάνατο, στις 14-12-2002, της άνω πέμπτης εναγομένης, Α. χήρας Ν. Β., το γένος Ε. Φ., χωρίς διαθήκη, κληρονομήθηκε αυτή εξ αδιαθέτου από την εκκαλούσα- εναγομένη κόρη της, Ε. θυγ. Ν. Β., η οποία υπεισήλθε στη δικονομική της θέση. Η τελευταία, με την υπ’ αριθμ..../6-9-2004 Πράξη Αποδοχής Κληρονομιάς, της συμβολαιογράφου Ευδήλου Ικαρίας, Α.-Α.

Κ. - Ψ., που μεταγράφηκε νόμιμα, στις 6-9-2004, στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ευδήλου, στον τόμο … και με α/α ..., αποδέχθηκε και το κληρονομικό μερίδιο της αποβιωσάσης μητέρας της, επί του επιδίκου ακινήτου, ήτοι το 1/4 εξ αδιαιρέτου και έτσι πλέον κατέστη αποκλειστική κυρία του επιδίκου." Με βάση τις πιο πάνω πραγματικές παραδοχές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της πρώτης αναιρεσίβλητης και απέρριψε την ένδικη αγωγή διανομής του αναιρεσείοντος ως προς το επίδικο ακίνητο, κατά παραδοχή της ένστασης ιδίας κυριότητας της πρώτης αναιρεσίβλητης, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει αντίθετα κατά το μέρος αυτό.

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 785-787,974,976,980, 981, 982, 994, 1045,1051,1113 και 1884 ΑΚ περί κτήσης κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία από συγκοινωνό-συγκληρονόμο, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Δεν ήταν δε αναγκαίο να εφαρμόσει και τις διατάξεις του προϊσχύσαντος ΒΡΔ περί έκτακτης χρησικτησίας και προσμέτρησης του διαρρεύσαντος πριν από την ισχύ του ΑΚ χρόνου χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου της πρώτης αναιρεσίβλητης από τα έτη 1936 και 1945, αφού κατά τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ο δικαιοπάροχος της τελευταίας νεμήθηκε το επίδικο ακίνητο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και μετά τις 23/2/1946 (χρόνο έναρξης ισχύος του ΑΚ) συνεχώς επί 20 και πλέον έτη, και ειδικότερα, μέχρι τη μεταβίβαση τμήματος του επιδίκου με γονική παροχή στην πιο πάνω αναιρεσίβλητη κόρη του το έτος 1989 και το υπόλοιπο τμήμα αυτού, μέχρι το θάνατο του το έτος 1991.

Επομένως ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559αριθμ.1 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρέλειψε να εφαρμόσει τις ουσιαστικές διατάξεις του προϊσχύσαντος Οθωμανικού δικαίου, άλλως τις αντίστοιχες διατάξεις του Βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου περί έκτακτης χρησικτησίας που ίσχυε στη νήσο Ικαρία, επειδή δέχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο περιήλθε στη νομή και κατοχή του δικαιοπαρόχου της πρώτης αναιρεσίβλητης κατά τα έτη 1936 και 1945, αντίστοιχα, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. α’ και β’ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Ο όρος "επιδίκασε" του εν λόγω άρθρου νοείται με την ευρεία έννοια, δηλαδή αν το δικαστήριο αποφάσισε, αναγνώρισε ή προέβη σε διάπλαση, χωρίς να υφίσταται αντίστοιχο αίτημα.

Ως τέτοιο νοείται κάθε αυτοτελές αίτημα των διαδίκων, με το οποίο ζητείται η παροχή δικαστικής προστασίας, σε οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της, λ.χ. αγωγής, ανταγωγής, κύριας παρέμβασης, ένδικων μέσων κ.λ.π., όχι όμως και ενστάσεων, με εξαίρεση την ένσταση συμψηφισμού. Ο ίδιος λόγος ιδρύεται, μεταξύ άλλων, και όταν το Εφετείο εξαφανίσει απόφαση ως προς μη εκκληθέν κεφάλαιο (ΑΠ 1415/2007) ή όταν επιδίκασε στον ενάγοντα κύριο μεγαλύτερη έκταση από αυτή που ζητούσε (ΑΠ 1380/1996), όχι όμως και όταν το επιδικασθέν σε αυτόν μεγαλύτερο ακίνητο είναι ακριβώς εκείνο που περιλαμβάνεται στα αναφερόμενα στην αγωγή όρια-πλευρικές διαστάσεις, αφού διεκδικούμενο είναι το τμήμα του ακινήτου που περιλαμβάνεται εντός των προσδιοριζόμενων αυτών ορίων και δεν υπάρχει επιδίκαση πέραν του αιτηθέντος, όταν διατάσσεται η απόδοση του συγκεκριμένου αυτού ακινήτου στον ενάγοντα, έστω και αν η περικλειόμενη από τα ανωτέρω όρια επιφάνεια είναι μεγαλύτερη. (ΑΠ 1456/2008).

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στο Εφετείο την από το άρθρο 559αρ.9 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση αναγνωρίστηκε η κυριότητα της πρώτης αναιρεσίβλητης με έκτακτη χρησικτησία σε μεγαλύτερη έκταση (2.137,50 τ.μ.) από εκείνη που αυτή επικαλέστηκε με την ένσταση ιδίας κυριότητας είναι απορριπτέος, διότι, προεχόντως, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το Εφετείο, με το να δεχθεί ως βάσιμο το σχετικό λόγο της έφεσης της πρώτης αναιρεσίβλητης (εκκαλούσας- έκτης εναγομένης), με τον οποίο επανέφερε την ένσταση ιδίας κυριότητας που είχε προβάλει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως προς την εν λόγω έκταση και είχε ως αποτέλεσμα την απόρριψη της ένδικης αγωγής διανομής του αναιρεσείοντος ως προς αυτή, δεν σημαίνει ότι "επιδίκασε" στην πρώτη αναιρεσίβλητη την κυριότητα της παραπάνω έκτασης και, συνεπώς, δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη αναιρετική πλημμέλεια, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ’ ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο.

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι’ αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (ολΑΠ 8/2016, 2/2008).

Περαιτέρω, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του αν συνάγεται εξώδικη ομολογία, που εκτιμάται κατά το άρθρο 352 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα ελεύθερα, από έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ανάγεται σε πράγματα και, ως εκ τούτου, δεν υπόκειται στον έλεγχο στο Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ενώ εξάλλου δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ.

γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ αν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του το έγγραφο από το οποίο, σύμφωνα με τον λόγο αναίρεσης που προβάλλει ο αναιρεσείων, συνάγεται εξώδικη ομολογία.

Συνεπώς ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθμ. 8, πράγματι δε η από το άρθρο 559 αριθμ. 11γ’ ΚΠολΔ, αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την εξώδικη ομολογία του δικαιοπαρόχου της πρώτης αναιρεσίβλητης Ν. Β. " ότι το επίδικο ακίνητο δεν ανήκε στην κυριότητά του αλλά των κληρονόμων του πατρός του αδελφών του και ότι τα αδέλφια του δεν γνώριζαν και δεν αποδέχονταν την αποκλειστική νομή του στο επίδικο ακίνητο", η οποία (εξώδικη ομολογία) συνάγεται, κατά τον αναιρεσείοντα, από: 1) το ...1989 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Ευδήλου Ικαρίας Α.- Α.

Κ.- Ψ. και 2) το ...1954 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Ευδήλου Ικαρίας Β. Κ. που προσκόμισε και επικαλέστηκε με τις προτάσεις του κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση και, ειδικότερα, από την περιεχόμενη σε αυτήν βεβαίωση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το παραπάνω περιεχόμενο της απόφασης αυτής, στην οποία μάλιστα γίνεται, μεταξύ άλλων, ρητή αναφορά στο ...1989 συμβόλαιο, δεν γεννάται καμία απολύτως αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα παραπάνω έγγραφα, τα οποία και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και κατέληξε μετά από την αξιολόγηση αυτών και των λοιπών αποδείξεων σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, η δε εκτίμηση του περιεχομένου των ανωτέρω εγγράφων αφορά την ανέλεγκτη αναιρετικά ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.

Κατόπιν αυτών πρέπει ν’ απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν.4335/2015) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 31/3/2015 αίτηση αναίρεσης κατά της 170/2014 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου (μεταβατική έδρα Σάμου).

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων σε βάρος του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Μαΐου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ