Legislator Case Law & Legislation
2078/2017 AI generated

Greek Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding service of process and statute of limitations under Lugano Convention.

Case Number 2078/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's appeal against a first-instance judgment declaring a foreign judgment enforceable. The appellant argued the appeal was time-barred due to improper service, but the court found the respondent had appointed a local agent under the Lugano Convention, making service valid. Consequently, the court ruled the appeal inadmissible for being filed outside the one-month exclusive deadline and ordered the appellant to bear the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 43(5) and 585(1) of the Code of Civil Procedure; Article 40(2) of the Lugano Convention: An appeal filed after the exclusive one-month service period is inadmissible if the respondent appointed a local agent, thereby validating service and waiving the right to appeal.

Keywords

AI generated
Lugano Convention service of process statute of limitations enforcement of foreign judgments inadmissible appeal local agent exclusive period

Cited Legislation

AI generated
Article 43(5) of the Lugano Convention
Article 585(1) of the Code of Civil Procedure
Article 40(2) of the Lugano Convention
Article 6(1) of the ECHR
Article 495(4)(e) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2078 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2078/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Μ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μάτσο.

Του αναιρεσιβλήτου: A. M. D., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βύρωνα Αντωνιάδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-12-2011 αίτηση κήρυξης εκτελεστής αλλοδαπής απόφασης του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11658/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1042/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-7-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλεξάνδρα Κακκαβά διάβασε την από 10-3-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 27-7-2015 αιτήσεως του Α. Χ. Μ. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1042/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την 1-9-1997 τέθηκε σε εφαρμογή στην Ελλάδα η Σύμβαση του Λουγκάνο της 16-9-1988 "για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις" (άρθρ. 61 της Συμβάσεως). Η σύμβαση αυτή συνήφθη μεταξύ των κρατών μελών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και των κρατών της Ευρωπαϊκής Ζώνης Ελεύθερων Συναλλαγών, επεκτείνει δε (με μικρές διαφοροποιήσεις) στον ευρύτερο ευρωπαϊκό οικονομικό χώρο τις ρυθμίσεις της Σύμβασης των Βρυξελλών για την ενιαία ρύθμιση της διεθνούς δικαιοδοσίας και για την απλοποίηση της αναγνωρίσεως και εκτελέσεως των αλλοδαπών αποφάσεων.

Η Σύμβαση, η οποία αποκαλείται "παράλληλη σύμβαση" εξαιτίας της μεγάλης ομοιότητας που παρουσιάζει με τη Σύμβαση των Βρυξελλών, αν και συνιστά "χωριστή πράξη", ακολουθεί την τελευταία ως προς τις θεμελιώδεις αρχές, τη διάρθρωση, τη σειρά των άρθρων και το περιεχόμενό τους, κατά κανόνα χωρίς παρεκκλίσεις.

Το σύστημα της αναγνωρίσεως και κηρύξεως εκτελεστότητας των αποφάσεων, των δημοσίων εγγράφων και των δικαστικών συμβιβασμών που εγκαινίασε η Σύμβαση των Βρυξελλών, υιοθετείται κατ’ αρχήν πλήρως από τη Σύμβαση του Λουγκάνο στα άρθρα 25-51, τα οποία φέρουν ακριβώς την ίδια αρίθμηση με τα αντίστοιχα άρθρα της Συμβάσεως των Βρυξελλών.

Με τα άρθρα 26 επ. της Συμβάσεως του Λουγκάνο τα κράτη της ΕΖΕΣ (Ευρωπαϊκής Ζώνης Ελευθέρων Συναλλαγών) αναλαμβάνουν την υποχρέωση να αναγνωρίζουν και να εκτελούν τις αποφάσεις των κρατών-μελών της ΕΕ υπό τις ίδιες θετικές ή αρνητικές προϋποθέσεις με εκείνες της Συμβάσεως των Βρυξελλών και με βάση την ίδια ενιαία Ευρωπαϊκή διαδικασία, χωρίς κατ’ αρχήν έλεγχο ούτε της διεθνούς δικαιοδοσίας του Κράτους εκδόσεως της αποφάσεως και αντιστρόφως.

Στη συνέχεια στις 30-10-2007 η Ελβετία, μεταξύ άλλων χωρών, υπέγραψε με την Ευρωπαϊκή Κοινότητα τη νέα Σύμβαση Λουγκάνο, η οποία αντικατέστησε την πιο πάνω Σύμβαση, αμέσως μετά το χρόνο θέσης της σε ισχύ, που για την Ελβετία είναι η 1η Ιανουαρίου 2011. Αναφορικά με την αναγνώριση και εκτέλεση αλλοδαπών αποφάσεων στις υποθέσεις που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής της ως άνω Σύμβασης, κατά το άρθρο 32 αυτού, ορίζονται τα ακόλουθα: "Ως απόφαση, για τους σκοπούς της παρούσας σύμβασης, νοείται κάθε απόφαση εκδιδόμενη από δικαστήριο δεσμευομένου από την παρούσα σύμβαση κράτους, οποιαδήποτε και αν είναι η ονομασία της, όπως απόφαση, διαταγή, διαταγή εκτελέσεως καθώς και ο καθορισμός της δικαστικής δαπάνης από το γραμματέα", "Απόφαση που εκδίδεται σε δεσμευόμενο από την παρούσα σύμβαση κράτος αναγνωρίζεται στα υπόλοιπα δεσμευόμενα από την παρούσα σύμβαση κράτη χωρίς ιδιαίτερη διαδικασία" (άρθρο 33 παρ. 1), "Αποκλείεται η επί της ουσίας αναθεώρηση της αλλοδαπής αποφάσεως" (άρθρο 36), "Αποφάσεις που εκδόθηκαν και είναι εκτελεστές σε κράτος - μέλος εκτελούνται σε άλλο δεσμευόμενο από την παρούσα σύμβαση κράτος, αφού κηρυχθούν εκεί εκτελεστές, με αίτηση κάθε ενδιαφερομένου" (άρθρο 38 παρ. 1), "1.

Η αίτηση υποβάλλεται στο αρμόδιο δικαστήριο ή αρμοδία αρχή, των οποίων ο κατάλογος σημειώνεται στο παράρτημα II. 2. Η κατά τόπον αρμοδιότητα καθορίζεται από την κατοικία του προσώπου κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση ή από τον τόπο εκτέλεσης" (άρθρο 39 παρ. 1, 2), "1. Η αίτηση υποβάλλεται κατά το δίκαιο του κράτους εκτέλεσης. 2.

Ο αιτών οφείλει να προβεί σε εκλογή κατοικίας στην περιφέρεια του Δικαστηρίου ή της αρμοδίας αρχής στην οποία απευθύνεται. Αν πάντως το δίκαιο του κράτους εκτέλεσης δεν προβλέπει την εκλογή κατοικίας, ο αιτών διορίζει αντίκλητο. 3. Στην αίτηση επισυνάπτονται τα έγγραφα που αναφέρονται στο άρθρο 53" (άρθρο 40 παρ. 1, 3), "Η απόφαση κηρύσσεται εκτελεστή, ευθύς ως ολοκληρωθούν οι διατυπώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 53, χωρίς έλεγχο των λόγων δυνάμει των άρθρων 34 και 35.

Ο διάδικος κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση δεν δύναται στο στάδιο αυτό της διαδικασίας, να καταθέσει προτάσεις" (άρθρο 41), "1. Η απόφαση επί της αιτήσεως για την κήρυξη της εκτελεστότητας γνωστοποιείται αμελλητί στον αιτούντα κατά την διαδικασία που προβλέπει το δίκαιο του κράτους εκτέλεσης. 2. Η κήρυξη της εκτελεστότητας επιδίδεται ή κοινοποιείται στον διάδικο κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση, μαζί με την απόφαση, εφόσον αυτή δεν έχει ήδη επιδοθεί ή κοινοποιηθεί στον εν λόγω διάδικο" (άρθρο 42 παρ. 1, 2) 1.

Κατά της αποφάσεως που εκδίδεται επί της αιτήσεως για την κήρυξη της εκτελεστότητας μπορεί να ασκηθεί ένδικο μέσο και από τους δύο διαδίκους. 2. Το ένδικο μέσο ασκείται ενώπιον του Δικαστηρίου, που αναφέρεται στο παράρτημα III. 3. Το ένδικο μέσο εκδικάζεται σύμφωνα με τους κανόνες που διέπουν την διαδικασία της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας. 4.... 5.

Το ένδικο μέσο κατά της κήρυξης εκτελεστότητας ασκείται εντός μηνός από την επίδοση ή κοινοποίησή της. Αν ο διάδικος κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους άλλου από εκείνο στο οποίο κηρύχθηκε η εκτελεστότητα, η προθεσμία για την άσκηση του ενδίκου μέσου είναι δύο μήνες από την ημέρα που έγινε η επίδοση ή η κοινοποίησή της προσωπικά ή στην κατοικία του.

Η προθεσμία αυτή δεν παρεκτείνεται λόγω απόστασης" (άρθρο 43 παρ. 1, 2, 3 και 5), " Κατά της απόφασης επί του ενδίκου μέσου μπορεί να ασκηθεί μόνο το ένδικο μέσο, που αναφέρεται στο παράρτημα IV (άρθρο 44). Η διάταξη του άρθρου 43 που ορίζει την άσκηση του ενδίκου μέσου και από τους δυο διαδίκους, αποτελεί ρύθμιση που μεταφέρει κατά περιεχόμενο το άρθρο 36 παρ. 1 ΣΒρ.

Περαιτέρω, υλικά αρμόδιο στην Ελλάδα για την κήρυξη της εκτελεστότητας Δικαστήριο είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο, κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 740 επ. ΚΠολΔ σε συνδ. προς άρθρο 905 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα), σύμφωνα με σχετική ρύθμιση του παραρτήματος III, για την εκδίκαση του "ενδίκου μέσου" του άρθρου 43 της Σύμβασης είναι το Εφετείο.

Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων της Σύμβασης Λουγκάνο, που κατά βάση διατηρεί τη δομή και το ρυθμιστικό πλαίσιο της Διεθνούς Σύμβασης των Βρυξελλών και Καν44/2001, προκύπτει ότι στα πλαίσια της θεσπιζόμενης, κατά τα ανωτέρω, ταχείας και απλής διαδικασίας κήρυξης εκτελεστής αλλοδαπής απόφασης δεσμευόμενου κράτους, το Δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο για την Ελλάδα) του κράτους εκτέλεσης, περιορίζεται στο να διαπιστώσει ότι πρόκειται περί εκτελεστής δικαστικής απόφασης προερχομένης από άλλο δεσμευόμενο κράτος, της οποίας το αντικείμενο υπάγεται στο πεδίο εφαρμογής της ως άνω Σύμβασης, χωρίς να έχει δικαίωμα πλέον να ερευνήσει, εάν συντρέχει κάποιος από τους λόγους που δικαιολογούν την άρνηση της εκτελεστότητας, κατά τα άρθρα 34 και 35 του Κανονισμού (σε αντίθεση προς το υπό την Διεθνή Σύμβαση των Βρυξελλών ισχύσαν δίκαιο) και χωρίς ο καθού η εκτέλεση να δικαιούται να παραστεί στην ως άνω δίκη και να υποβάλλει παρατηρήσεις (ομοίως κατά το άρθρο 34 της Διεθνούς Συμβάσεως των Βρυξελλών).

Συνακόλουθα η ανωτέρω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, που δέχεται την αίτηση κήρυξης εκτελεστής της αλλοδαπής δικαστικής απόφασης, δεν συνιστά ουσιαστικά δικαστική απόφαση, αλλά απλή δικαστική διαταγή, που υπόκειται στο κατά το άρθρο 43 παρ. 1 ένδικο μέσο, το οποίο προσομοιάζει, στα πλαίσια του εσωτερικού δικαίου, προς την ανακοπή του άρθρου 583 ΚΠολΔ (ΑΠ 1024/2001).

Το εν λόγω "ένδικο μέσο", παρά την ως άνω ατυχή ονομασία του (υπό την Διεθνή Σύμβαση των Βρυξελλών εχρησιμοποιείτο ο ορθότερος όρος "προσφυγή"), δεν συνιστά "έφεση" κατά της απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου, αλλά το Εφετείο, επιλαμβανόμενο αυτού, ενεργεί ως πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατ’ εξαίρεση του κανόνα του άρθρου 12 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Για τον λόγο αυτό, τούτο ασκείται με κατάθεση του δικογράφου στην γραμματεία του Δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται (Εφετείο) και με επίδοση αυτού στον καθού απευθύνεται (ΚΠολΔ 585 παρ. 1, 215 παρ. 1) εντός της προβλεπόμενης από το άρθρο 43 παρ. 5 αποκλειστικής προθεσμίας του ενός ή των δύο μηνών (ΑΠ 1028/2009) για τις ομοίου περιεχομένου διατάξεις του Καν44/2001).

Το ένδικο αυτό μέσο, πρέπει να αντιμετωπίζεται ως θεσμός πρωτογενούς και όχι δευτερογενούς δικαστικής προστασίας, κατά τη φύση του δε εμφανίζει ομοιότητες με την ανακοπή του άρθρου 585 του ΚΠολΔ, αφού ασκείται από πρόσωπο που δεν ήταν διάδικος κατά την έκδοση της αποφάσεως που κήρυξε εκτελεστή την αλλοδαπή απόφαση, το αρμόδιο δε προς εκδίκαση της προσφυγής δικαστήριο (Εφετείο) οφείλει αυτεπαγγέλτως να ερευνήσει πρωτίστως αν αυτή είναι παραδεκτή και στη συνέχεια αν είναι βάσιμη στην ουσία της.

Έτσι, για τη νομότυπη άσκηση του ενδίκου μέσου απαιτείται η κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του αρμοδίου Εφετείου εντός της προαναφερθείσας προθεσμίας του ενός ή των δύο μηνών και η επίδοσή του στον αντίδικό του, εντός της ίδιας πιο πάνω προθεσμίας (βλ. ΑΠ 1024/2001, ΑΠ 1028/2009). Στη λειτουργική αυτή θέση του Εφετείου δεν είναι αντίθετη η διάταξη του άρθρου 44 της Σ.

Λουγκάνο, κατά την οποία προβλέπεται η άσκηση αναίρεσης κατά της απόφασής του, που θα εκδοθεί επί της προσφυγής. Τέλος, για την επίτευξη της ομοιόμορφης ερμηνείας της Σ. Λουγκάνο δεν είναι δυνατή η ερμηνευτική παρεμβολή του ΔΕΚ, με την προδικαστική παραπομπή σ’ αυτό, όπως ισχύει για τον Καν44/2001 και της Σ.

Βρυξελλών και τούτο διότι το ΔΕΚ δεν ήταν δυνατόν να αναγνωριστεί αρμόδιο για την ερμηνεία της Σ. Λουγκάνο, καθώς η σύμβαση αυτή δεν αποτελεί πηγή του Κοινοτικού δικαίου, έστω και με την ευρεία έννοια. Δεν ήταν συνεπώς αποδεκτή από τα κράτη της ΕΖΕΣ η δεσμευτική ερμηνευτική παρεμβολή του θεσμικού οργάνου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Επομένως τα ελληνικά δικαστήρια δεν μπορούν να απευθύνουν προδικαστικά ερωτήματα στο ΔΕΚ, όταν δημιουργείται πρόβλημα ερμηνείας κανόνα της Σ. Λουγκάνο. Αυτό ισχύει ακόμη και όταν ο κανόνας της Σ. Λουγκάνο που καλείται σε εφαρμογή στην επίδικη περίπτωση, είναι πανομοιότυπος με κανόνα του Καν 44/2001. Στην προκείμενη περίπτωση όπως, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει, κατά της 11658/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατόπιν αιτήσεως του ήδη αναιρεσίβλητου, κάτοικου Γαλλίας, κατά την εκούσια δικαιοδοσία και με την οποία κηρύχθηκε εκτελεστή στην Ελλάδα η αναφερόμενη σε αυτήν απόφαση του πολιτικού Δικαστηρίου της πόλης ..., με αριθμό φακέλου ...

και με την οποία ο αναιρεσείων που είναι κάτοικος ..., υποχρεώθηκε να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό του 1.357.058,28 φράγκων με τόκο 5% ετησίως, από τις 5.10.2002 και το ποσό των 3.000 φράγκων για δικαστική δαπάνη, συμπεριλαμβανομένων απολαυών και δαπανών, ασκήθηκε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης η από 30-4-2013 "έφεση" εκ μέρους του καθού η αίτηση.

Η ως άνω "έφεση", κατά τα διαλαμβανόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση (υπ’ αριθμ. 1042/2015 Μονομελούς Εφετείου Θεσ/νίκης), "ασκήθηκε" με κατάθεση του οικείου δικογράφου στην γραμματεία του εκδόντος την πρωτόδικη απόφαση δικαστηρίου στις 30-4-2013, δηλαδή τυπικά ακολουθήθηκε ο προβλεπόμενος από το άρθρο 415 ΚΠολΔ τρόπος ασκήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως.

Περαιτέρω, την 14-5-2013 το ίδιο δικόγραφο προσκομίσθηκε από το διάδικο που το άσκησε και στο παρόν δικαστήριο και προσδιορίσθηκε ημέρα συζητήσεως της υπόθεσης ενώπιον αυτού του δικαστηρίου η 10-11-2014 και μετ’ αναβολή η αναφερομένη στην αρχή της παρούσας, αντίγραφο δε του ως άνω δικογράφου με πράξη ορισμού δικασίμου για την παραπάνω χρονολογία επιδόθηκε στον "εφεσίβλητο" την 25-9-2014, όπως προκύπτει από τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή Κ.

Β. επί του επιδοθέντος αντιγράφου της στον τελευταίο. Σύμφωνα με όσα έχουν προαναφερθεί στην μείζονα σκέψη, η κρινόμενη προσφυγή, όπως κατ’ ορθή εκτίμηση χαρακτηρίζεται το δικόγραφο της εφέσεως, αφού δεν πρόκειται κατά τα άνω για ένδικο μέσο είναι απαράδεκτη και τούτο διότι και αν ήθελε θεωρηθεί ότι η διαδικαστική πράξη του προσδιορισμού δικασίμου στο Εφετείο, του κατατεθέντος στο Πρωτοδικείο δικογράφου της "εφέσεως", καλύπτει κατά την Σύμβαση του Λουγκάνο, την πράξη καταθέσεως ενώπιον του Εφετείου και είναι σύμφωνη με το σκοπό του νόμου, εν τούτοις η άσκηση της "προσφυγής" δεν ολοκληρώθηκε με την επίδοση του δικογράφου στον καθού, εντός της αποκλειστικής μηνιαίας προθεσμίας της ασκήσεώς της, κατά τα προαναφερθέντα, και τούτο διότι, αν και η προσβαλλόμενη απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κοινοποιήθηκε στον καθ’ ου η εκτέλεση, όπως προαναφέρθηκε, την 25-4-2013, η "προσφυγή" επιδόθηκε στον καθ’ ου την 25-9-2014 (βλ.

βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή Κ. Β. επί του επιδοθέντος αντιγράφου). Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί, ότι σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, το παρόν Δικαστήριο δεν μπορεί να απευθύνει προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΚ, αναφορικά με την ερμηνεία των διατάξεων της Σ. Λουγκάνο περί εμπροθέσμου ασκήσεως των ενδίκων μέσων, όπως αιτείται ο "προσφεύγων".

Κατά συνέπεια η "προσφυγή" καθώς και ο με ημερομηνία 18-3-2015 και με αριθμ εκθ. κατάθεσης .../2015 πρόσθετος λόγος, είναι απαράδεκτοι λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως και πρέπει να απορριφθούν...". Με αυτά που έκρινε το Εφετείο, το οποίο στη συνέχεια απέρριψε την προσφυγή (έφεση) και τον πρόσθετο λόγο αυτής, όχι παρά το νόμο, σύμφωνα με τις προδιαληφθείσες νομικές σκέψεις, τους απέρριψε, αφού εν προκειμένω πρόκειται περί προσφυγής-ανακοπής και όχι εφέσεως και δεν εφαρμόζεται το άρθρο 495 επ.

ΚΠολΔ, που ρυθμίζει τον τρόπο ασκήσεως των ενδίκων μέσων, αλλά το άρθρ. 585 παρ. 1 ΚΠολΔ περί ανακοπής, η οποία ασκείται όπως και η αγωγή, δηλαδή με κατάθεση του δικογράφου στην γραμματεία του Δικαστηρίου όπου απευθύνεται και με εμπρόθεσμη επίδοση στον καθ’ ου απευθύνεται (ΚΠολΔ 215 παρ. 1, 585 παρ. 1), εντός της προβλεπόμενης από το άρθρο 43 παρ. 5 της Σύμβασης του Λουγκάνο αποκλειστικής προθεσμίας του ενός μηνός.

Και τούτο προκειμένου να μην αιφνιδιάζεται ο προς ον η επίδοση από την εκπρόθεσμη επίδοση και να του παρέχεται επαρκής χρόνος για να προετοιμάσει την υπεράσπισή του. Εξάλλου, το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις περί δίκαιης δίκης (άρθρ. 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ), όπως αβάσιμα διατείνεται ο αναιρεσείων, επικαλούμενος ότι η υποχρέωση τήρησης της προθεσμίας του ενός μηνός για κατάθεση και επίδοση είναι ανεπιεικής και αντίκειται στο δικαίωμα αποτελεσματικής προστασίας του, καθόσον η εν λόγω διαδικασία επίδοσης είναι χρονοβόρα.

Και τούτο διότι στην ένδικη υπόθεση ο αναιρεσίβλητος με την αίτησή του για κήρυξη εκτελεστής στην Ελλάδα της παραπάνω απόφασης διόρισε αντίκλητό του στην Ελλάδα τη δικηγόρο Θεσσαλονίκης Ζ. Μ., οδός ..., όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. 11658/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης. Ο εν λόγω διορισμός αντικλήτου προβλέπεται από το άρθρο 40 παρ. 2 της σύμβασης του Λουγκάνο.

Ο αναιρεσείων συνεπώς είχε τη δυνατότητα (πέραν των άλλων εναλλακτικών τρόπων επιδόσεως που προβλέπονται από τον Κανονισμό 1393/2007), να επιδώσει σε αυτήν το ένδικο μέσο (προσφυγή-ανακοπή) καθόσον η ιδιότητά της ως αντικλήτου δε χάθηκε και ο ίδιος έλαβε γνώση του διορισμού της με την επίδοση της ως άνω απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης (ΑΠ 608/2008, ΑΠ 1321/ 2004).

Επομένως ο υποστηρίζων τα αντίθετα μοναδικός λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, όπως και η αναίρεση στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή των κατατεθέντων παραβόλων στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-7-2015 με αριθμό καταθέσεως ...2015 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1042/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή των κατατεθέντων παραβόλων στο Δημόσιο Ταμείο.

Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Δεκεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Δεκεμβρίου 2017.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ