Legislator Case Law & Legislation
608/2008 AI generated

Greek Supreme Court dismisses appeal against Italian enforcement order due to valid foreign lawyer representation.

Case Number 608/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by Blue Farm against the enforcement of an Italian judgment. The court found that the respondent company was properly represented by a Greek lawyer appointed as its special agent and counterparty, who had full authority to act in all proceedings. Consequently, the court rejected the appellant's claims regarding procedural defects and ordered the appellant to pay the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 96 and 143 of the Code of Civil Procedure; The appointment of a special agent and counterparty by a foreign entity validly represents the entity in Greek enforcement proceedings, rendering procedural objections regarding representation inadmissible.

Keywords

AI generated
enforcement of foreign judgments special agent representation counterparty appointment procedural representation Greek Code of Civil Procedure enforcement proceedings legal costs

Cited Legislation

AI generated
Article 96 of the Code of Civil Procedure
Article 143 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Brussels Convention of 27 September 1968
Council Regulation No. 44/2001
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 608 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 608/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (επειδή κωλύεται ο Αντιπρόεδρος Ιωάννης Παπανικολάου), Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ιωάννη Σίδερη (κωλυομένης της Αρεοπαγίτου Ελένης Μαραμαθά) και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, τhn 1 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "BLUE FARM Ιχθυοκαλλιέργειες Μαρμαρίου Ανώνυμη Εταιρεία", που εδρεύει στο Μαρμάρι Ευβοίας και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρίνα Γεωργίου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία S.A.G.I.P.S.P.A. (ΣΑΤΖΙΠ ΣΠΑ), εδρεύουσας στη RUDIERA (R.E.) REGGIO EMILLIA K. GIANCARLO VALENTINI (Τζιαν Κάρλο Βαλεντίνι) της VIA MAΗFREDI 3 (ΒΙΑ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ 3) REGGIO EMILLIA (Ρέτζιο Αιμίλια) Ιταλία, η οποία είναι υπό εκκαθάριση, νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου της Αικατερίνης Κωτσάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/6/2000 αίτηση της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 66/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 10/2003 παρεμπίπτουσα του Εφετείου Αθηνών και 140/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5/1/2007 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Πολυζωγόπουλος, ανέγνωσε την από 21/9/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η από 27-9-1968 Σύμβαση των Βρυξελλών "για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις", η οποία τροποποιημένη από τη Σύμβαση του Σαν Σεμπαστιάν της 26-5-1992 και κυρωθείσα με το ν. 2004/1992, άρχισε να ισχύει στην Ελλάδα από 1-7-1992 μέχρι 1-3-2002, οπότε αντικαταστάθηκε από τον υπ' αριθ. 44/2001 Κανονισμό του Συμβουλίου Ε.Κ.

για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, εφαρμόζεται, κατά το άρθρο 66 του ως άνω Κανονισμού, επί υποθέσεων, που οι προς εκτέλεση αποφάσεις εκδόθηκαν σε χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης πριν από την 1η Μαρτίου 2002. Σύμφωνα δε με το άρθρο 36 της ανωτέρω Συμβάσεως "αν η εκτέλεση επιτραπεί, το πρόσωπο κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση, μπορεί να προσφύγει κατά της αποφάσεως μέσα σε ένα μήνα από την επίδοσή της.

Αν το πρόσωπο αυτό έχει την κατοικία του σε συμβαλλόμενο κράτος άλλο από εκείνο στο οποίο εκδόθηκε η απόφαση που επιτρέπει την εκτέλεση, η προθεσμία είναι δύο μήνες από την ημέρα που του έγινε η επίδοση προσωπικά ή στην κατοικία του. Η προθεσμία αυτή δεν παρεκτείνεται λόγω αποστάσεως". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 37 της εν λόγω Συμβάσεως "η προσφυγή ασκείται κατά τη διαδικασία της αμφισβητουμένης δικαιοδοσίας, προκειμένου για την Ελλάδα στο Εφετείο, κατά δε της αποφάσεως επί της προσφυγής μπορεί να ασκηθεί μόνο αναίρεση".

Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι το ασκούμενο, από το καθού η εκτέλεση πρόσωπο κατά της αποφάσεως (που κήρυξε εκτελεστή την αλλοδαπή απόφαση) ένδικο βοήθημα, δεν αποτελεί έφεση, με την τεχνική έννοια του όρου, αλλά προσφυγή (ανακοπή), η οποία για την Ελλάδα εισάγεται ως γνήσια ιδιωτική διαφορά στο Εφετείο, το οποίο λειτουργεί εξαιρετικώς ως δικαστήριο πρώτου βαθμού, ακολουθώντας τους κανόνες της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας.

Ενόψει του ως άνω χαρακτήρα της προσφυγής, η άσκησή της ρυθμίζεται όχι από τα άρθρα 495 επ. ΚΠολΔ για τα ένδικα μέσα, αλλά κατά τα ισχύοντα για την ανακοπή (άρθρ. 585 παρ. 1 ΚΠολΔ), ήτοι όπως κάθε αγωγή, δηλαδή για την ολοκλήρωση της ασκήσεώς της πρέπει όχι μόνο να κατατεθεί, αλλά και να επιδοθεί στον αντίδικο του προσφεύγοντος μέσα στην προθεσμία που ορίζει το άρθρο 36 της Συμβάσεως, η οποία αρχίζει από την επομένη της επίδοσης, της απόφασης.

Εξάλλου, οι αναιρετικές πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ ιδρύονται μόνο σε περίπτωση που ο φερόμενος ως παραβιαζόμενος κανόνας είναι ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων. Και επιβάλλει κυρώσεις για τη μη τήρηση αυτών.

Άρα δεν ιδρύονται οι ίδιες αυτές πλημμέλειες επί παραβάσεων κανόνων δικονομικού δικαίου, ήτοι κανόνων που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας. Τέτοιας φύσεως είναι και οι κανόνες εκείνοι που ρυθμίζουν τον τρόπο επιδόσεως και τις προθεσμίες άσκησης των ενδίκων βοηθημάτων, όπως οι διατάξεις των άρθρων 905 παρ. 1 ΚΠολΔ, 33, 36 και 37 της Σύμβασης των Βρυξελλών, που ρυθμίζουν τη διαδικασία εκδικάσεως της αιτήσεως για την κήρυξη εκτελεστού αλλοδαπού τίτλου, καθώς και την άσκηση και την εκδίκαση της προσφυγής κατά της απόφασης που έχει κηρύξει εκτελεστό αλλοδαπό τίτλο.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως απ' αυτή προκύπτει, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Από τα νομίμως προσκομιζόμενα με επίκληση έγγραφα προκύπτουν τα εξής σχετικά με την άσκηση της ένδικης προσφυγής: Η προσβαλλόμενη (66/2001) απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου Χαλκίδας (διαδικασίας εκούσιας δικαιοδοσίας) επιδόθηκε, με επιμέλεια της καθής η προσφυγή (αναιρεσίβλητης), στην προσφεύγουσα (αναιρεσείουσα) την 6-12-2001 (αρ. .....

έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Χαλκίδας .....). Η (ένδικη) από 31-12-2001 προσφυγή της κατατέθηκε εμπροθέσμως μεν στη γραμματεία του δικαστηρίου την 3-1-2002, πλην κοινοποιήθηκε εκπροθέσμως, μετά την πάροδο δηλαδή της νόμιμης μηνιαίας προθεσμίας και μάλιστα στο μεν εισαγγελέα πρωτοδικών Χαλκίδας την 28-1-2002 (ως αρμόδιο κατά τις διατάξεις του κανονισμού 1348/2000 του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων), στην ίδια δε την καθής η προσφυγή ιταλική εταιρεία την 10-4-2002 (βλ.

κοινοποιηθέν αντίγραφο του δικογράφου, ως και την από 17-2-2005 βεβαίωση κοινοποίησης του δικαστικού επιμελητή του ως άνω ιταλικού δικαστηρίου Edoardo De Carlo).

Συνεπώς η προσφυγή, μη κοινοποιηθείσα εμπροθέσμως, εντός της μηνιαίας προθεσμίας (και με την εκδοχή ακόμη ότι η επίδοση συντελέστηκε με την παράδοση του δικογράφου στον Εισαγγελέα), έχει ασκηθεί εκπροθέσμως και ως τέτοια είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη". Με τις σκέψεις αυτές απέρριψε την προσφυγή της αναιρεσείουσας, κατά της ως άνω απόφασης του μονομελούς πρωτοδικείου Χαλκίδας που κήρυξε εκτελεστή στην Ελλάδα την 272/1996 απόφαση του δικαστηρίου του Reggio Emilia Ιταλίας, ως απαράδεκτη.

Κρίνοντας έτσι, ύστερα μάλιστα από έκδοση της 10/2003 παρεμπίπτουσας απόφασής του με την οποία είχε διαταχθεί η κατά το άρθρο 254 ΚΠολΔικ επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, δεν κήρυξε παρά το νόμο ακυρότητα, που ιδρύει λόγο αναίρεσης από το εδάφιο 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ και αφορά ακυρότητα δικονομική με την έννοια των άρθρων 159 έως 161 ΚΠολΔικ και όχι ακυρότητα του ουσιαστικού δικαίου η οποία ελέγχεται από το εδάφιο 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ.

Με το μοναδικό λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα (προσφεύγουσα) εταιρεία επικαλείται το εδάφιο 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ και ισχυρίζεται, ότι το εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από τη διάταξη αυτή, γιατί παραβίασε ευθέως τα άρθρα 33, 36 και 37 της Σύμβασης των Βρυξελλών, αφού έκρινε καταρχήν ότι η άσκηση της προσφυγής του άρθρου 36 της Σύμβασης των Βρυξελλών, όπως κάθε αγωγή, ολοκληρώνεται όχι μόνο με την κατάθεση αλλά και την επίδοσή της στην αναιρεσίβλητη μέσα στη μηνιαία εδώ προθεσμία, στη συνέχεια δε ότι η ένδικη προσφυγή της ήταν εκπρόθεσμη κατά τα προαναφερθέντα, αν και προέκυπτε ότι η αναιρεσίβλητη αλλοδαπή εταιρεία που εδρεύει στην Ιταλία παρέλειψε να διορίσει αντίκλητο στην Ελλάδα, όπως επιτάσσει το άρθρο 33 τη Σύμβασης αυτής, για να γίνονται σ'αυτόν οι σχετικές επιδόσεις, από την αιτία δε αυτή δεν είχε αρχίσει να τρέχει η μηνιαία προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής της.

Με τέτοιο περιεχόμενο ο λόγος αυτός του αναιρετηρίου, σύμφωνα με όσα παραπάνω στη μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης αναφέρθηκαν, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι η πλημμέλεια από το εδάφιο 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ δεν ιδρύεται σε παραβάσεις κανόνων δικονομικού δικαίου, όπως οι φερόμενες ως παραβιασθείσες ως άνω διατάξεις της Σύμβασης των Βρυξελλών.

Πέρα απ' αυτά πρέπει επικουρικά να σημειωθούν εδώ, ως απάντηση σε αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, και τα παρακάτω: Ο πιο πάνω ισχυρισμός "για μη διορισμό αντικλήτου στην Ελλάδα από την αναιρεσίβλητη αλλοδαπή εταιρεία" που φέρεται να στηρίζει το λόγο αναίρεσης, δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι προτάθηκε απ' αυτή στο δικαστήριο της ουσίας κατά νόμιμο τρόπο κ.λ.π., επομένως ο λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος και για την αιτία αυτή, κατά το άρθρο 562 § 2 ΚΠολΔικ, προεχόντως ως αόριστος (ΑΠ 669, 73, 1103 και 1165/2007).

Περαιτέρω, νομολογήθηκε, ότι ο διορισμός αντικλήτου, για συμμόρφωση προς τις διατάξεις του άρθρου 33 παρ. 2 της Σύμβασης των Βρυξελλών, μπορεί να γίνει ακόμη και με αίτηση που υποβάλλεται στο μονομελές πρωτοδικείο για την κήρυξη εκτελεστής στην Ελλάδα αλλοδαπής απόφασης. Η επίδοση του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, καθώς και του κυρίου αναιρετηρίου διενεργείται έγκυρα σε πληρεξούσιο δικηγόρο που διορίστηκε αντίκλητος με την αίτηση του αναιρεσίβλητου ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου για την κήρυξη εκτελεστής στην Ελλάδα αλλοδαπής απόφασης (ΑΠ 1321 2004).

Με το 26587 πληρεξούσιο έγγραφο, που υπογράφτηκε στις 22-10-1999 στο Ρέτζιο Εμίλια Ιταλίας, ενώπιον του συμ/φου Ντομένικο Σπαλλαντζάνι, η αναιρεσίβλητη εταιρεία διόρισε δικαστικούς πληρεξουσίους και αντικλήτους της στην Ελλάδα δικηγόρους Αθηνών, ανάμεσα στους οποίους και την Κατερίνα Ι. Κωτσάκη, για να την εκπροσωπούν και να ενεργούν για λογαριασμό της σε δικαστικές υποθέσεις με αντικείμενο την κήρυξη εκτελεστών στην Ελλάδα πέντε αποφάσεων του δικαστηρίου του Ρέτζιο Εμίλια Ιταλίας, μεταξύ των οποίων και η 272/1996 που είναι αντικείμενο της παρούσας δίκης.

Με το 3332/2000 μεταπληρεξούσιο έγγραφο της συμ/φου Αθηνών Αναστασίας Καλαματιανού - Ρέγκα, η ανωτέρω δικηγόρος Κατερίνα Κωτσάκη διόρισε και αποκατέστησε ειδικό πληρεξούσιο, αντίκλητο και αντιπρόσωπο της αναιρεσίβλητης το δικηγόρο Χαλκίδας Άγγελο Μαστρογιαννάκη, στον οποίο μεταβίβασε όλες τις εξουσίες που είχε, σε σχέση με την παρούσα υπόθεση.

Τα συμβολαιογραφικά αυτά πληρεξούσια η αναιρεσίβλητη προσκόμισε τόσο κατά τη διαδικασία ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου Χαλκίδας, όσο και κατά την ενώπιον του εφετείου Αθηνών (μεταβατική έδρα Χαλκίδας) δικάσιμο της 1-10-2002, κατά την οποία εκδικάστηκε αντιμωλία η προσφυγή της αναιρεσείουσας κατά της 66/2001 απόφασης του μονομελούς πρωτοδικείου. (βλ.

τις από 6-7-2000, 4-10-2002 και 28-2-2005 προτάσεις της αναιρεσίβλητης ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου Χαλκίδας και εφετείου Αθηνών, αντίστοιχα). Η αναιρεσείουσα είχε ασκήσει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης 140/2005 του Εφετείου Αθηνών (μεταβατική έδρα Χαλκίδας) την από 23-12-2006 ανακοπή ερημοδικίας, άλλως αίτηση επαναφοράς πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.

Ακριβές αντίγραφο της ανακοπής - αίτησης αυτής κοινοποίησε αυθημερόν με δικαστικό επιμελητή στον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσίβλητης Άγγελο Μαστρογιαννάκη "ως εκ του νόμου αντίκλητο", όπως η ίδια αναφέρει στη γραπτή προς το δικαστικό επιμελητή παραγγελία της για την επίδοση του δικογράφου εκείνου.

Σύμφωνα με όλα αυτά, που προκύπτουν από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔικ), πράγματι ο άνω πληρεξούσιος δικηγόρος Άγγελος Μαστρογιαννάκης που διορίστηκε κατά το άρθρο 96 ΚΠολΔικ, ήταν αυτοδικαίως και αντίκλητος (άρθρο 143 § 1 ΚΠολΔικ) για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη που ήταν πληρεξούσιος.

Η ιδιότητα του αντικλήτου δεν χάθηκε με την έκδοση οριστικής απόφασης στην αίτηση για την περιαφή αλλοδαπής απόφασης με τον εκτελεστήριο τύπο στην Ελλάδα, ενόψει και του ότι δεν πρόκειται για δικαστική απόφαση, αλλά απλή δικαστική διαταγή, υποκείμενη από τον καθού η εκτέλεση σε προσφυγή, που δεν αποτελεί έφεση με την τεχνική έννοια του όρου.

Εξάλλου, ο καθού η εκτέλεση λαμβάνει για πρώτη φορά γνώση της σχετικής διαδικασίας, συμπεριλαμβανομένου και του διορισμού αντικλήτου, με την κοινοποίηση σε αυτόν επισήμου αντιγράφου της απόφασης με την οποία γίνεται δεκτή η άνω αίτηση για την περιαφή αλλοδαπής απόφασης με τον εκτελεστήριο τύπο στην Ελλάδα.

Συνακόλουθα, σε κάθε περίπτωση είναι αβάσιμες όλες οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρετηρίου της αναιρεσείουσας.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-1-2007 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "BLUE FARM Ιχθυοκαλλιέργειες Μαρμαρίου ΑΕ", για αναίρεση της 140/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική Έδρα Χαλκίδας). Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Μαρτίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Μαρτίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ