Supreme Court dismisses appeal on inheritance claim, upholding lower court's evidence assessment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third Instance Court's decision rejecting his inheritance suit. The appellant argued that the lower court erred in assessing witness testimony regarding his father's gifts exceeding his legal share. The court found no legal error, noting the lower court freely evaluated equivalent evidence without violating statutory rules on evidentiary weight.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(12) and 340 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal based on violation of legal rules regarding the force of evidence is unfounded when the court of first instance freely evaluates equivalent statutory evidence without assigning it undue weight.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2077 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2077/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Κ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεράσιμο Ποταμιάνο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσιβλήτου: Ά.-Μ. Κ. του Χ. και Φ., σύζυγος Δ. Χ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Θεοδοσίου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-1-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4094/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3722/2014 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-5-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 12-5-2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία 3722/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της 4094/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την τελευταία αυτή απόφαση απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η από 12-1-2009 αγωγή του αναιρεσείοντος, με την οποία αυτός ζήτησε να αναγνωρισθεί το κληρονομικό του δικαίωμα της νόμιμης μοίρας σε ποσοστό 3/16 εξ αδιαιρέτου επί της κληρονομιαίας περιουσίας του αποβιώσαντος πατέρα του ιδίου και της εναγομένης-αναιρεσίβλητης Χ. Κ. και να ανατραπούν οι δωρεές που έγιναν από τον πατέρα του προς την εναγομένη με τα αναφερόμενα συμβόλαια γονικής παροχής, καθώς υπερέβαιναν το μέτρο που επέβαλαν οι περιστάσεις και έθιγαν τη νόμιμη μοίρα του. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Με τη διάταξη του άρθρου 1835 παρ.1 του ΑΚ ορίζεται, ότι κάθε δωρεά εν ζωή του κληρονομουμένου, η οποία κατά το άρθρο 1831 υπολογίζεται στην κληρονομία, μπορεί να ανατραπεί, εφόσον η κληρονομία που υπάρχει κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου δεν επαρκεί για να καλύψει την νόμιμη μοίρα. Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 1509 εδ.
α' του ίδιου πιο πάνω Κώδικα ορίζεται, ότι η παροχή περιουσίας στο τέκνο από οποιονδήποτε γονέα του, είτε για τη δημιουργία ή τη διατήρηση οικονομικής ή οικογενειακής αυτοτέλειας, είτε για την έναρξη ή την εξακολούθηση επαγγέλματος, αποτελεί δωρεά μόνο ως προς το ποσόν που υπερβαίνει το μέτρο, το οποίο επιβάλλουν οι περιστάσεις.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι σε μέμψη υπόκεινται μόνον οι δωρεές, οι οποίες σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1831 παρ. 2 ΑΚ, προστίθενται στην κληρονομιά, όπως αυτό ορίζεται ειδικότερα στη διάταξη του άρθρου 1835 του ίδιου Κώδικα. Το γεγονός ότι η παροχή του γονέα προς το τέκνο, κατά την ρητή διάταξη του άρθρου 1509 εδ.
α` ΑΚ, δεν αποτελεί δωρεά, όταν είναι μέσα στα όρια που επιβάλλουν οι περιστάσεις, έχει ως συνέπεια, ότι η τελευταία δεν προσβάλλεται ως άστοργη, έστω και αν θίγει τη νόμιμη μοίρα, αφού, κατά τη διάταξη του άρθρου 1835 ΑΚ, σε μέμψη υπόκεινται μόνο οι δωρεές. Επίσης, το αναφερόμενο στην ως άνω διάταξη του άρθρου 1509 ΑΚ μέτρο, το οποίο επιβάλλουν οι περιστάσεις και το οποίο καθορίζει το χαρακτήρα της γονικής παροχής ως δωρεάς στο σύνολό της ή μερικώς, κρίνεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση με βάση την περιουσιακή κατάσταση των γονέων κατά το χρόνο σύστασης της παροχής, τον αριθμό των τέκνων και τις ανάγκες του τέκνου προς το οποίο γίνεται η παροχή σε σχέση με την οικονομική κατάσταση των άλλων τέκνων (ΑΠ 453/2021, ΑΠ 307/2019).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε ως αποδειχθέντα το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (Ολ ΑΠ 10/2011, ΑΠ 987/2022, ΑΠ 4/2021).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 15/2016, ΑΠ 1057/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του και κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, τα ακόλουθα: "Στις …, απεβίωσε στην Αθήνα ο Χ. Κ. του Α., που είχε γεννηθεί στον … το έτος … και εν ζωή ήταν κάτοικος Αθηνών. Κατά το χρόνο του θανάτου του πλησιέστεροι συγγενείς του ήταν τα δύο τέκνα του, ήτοι ο ενάγων και η εναγομένη, καθώς και η σύζυγός του-μητέρα των διαδίκων Φ.
Φ.,Φ. Α., θυγατέρα Ρ. Μ. (μη διάδικος στην παρούσα δίκη). Ο θανών δεν άφησε διαθήκη και επομένως, κληρονομήθηκε κατά την εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή από τα τέκνα του, κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου από το καθένα και τη σύζυγό του, κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου, οι οποίοι συγχρόνως είναι και νόμιμοι μεριδούχοι του στο ήμισυ της εξ αδιαθέτου μερίδας τους, δηλαδή σε ποσοστό 3/16 ο καθένας των διαδίκων και 2/16 η σύζυγος.
Κατά το χρόνο του θανάτου του, ο αποβιώσας δεν άφησε περιουσία, κινητή ή ακίνητη. Ενόσω ζούσε, συμμετείχε με τον αδελφό του Ε. Κ., με ποσοστό 50% ο καθένας, στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Α. Ε. Κ. Α.Ε.". Η εταιρεία αυτή λειτουργούσε ως οικογενειακή επιχείρηση και μακροχρόνια δραστηριοποιείτο με επιτυχία και οικονομική ευρωστία στις πρώτες ύλες αρωματοποιίας και ποτοποιίας.
Το έτος 1973 απεβίωσε ο Ε. Κ., έκτοτε δε η δραστηριότητα της εταιρείας συνεχίστηκε από τον αδελφό του Χ. Κ.. Ο τελευταίος, προκειμένου να προωθήσει την επαγγελματική ανέλιξη και σταδιοδρομία του ενάγοντος-γιου του, μεταβίβασε σ' αυτόν χρυσές λίρες Αγγλίας και μετοχές της Εθνικής Τράπεζας, ενόψει δε της συνταξιοδότησής του από το Ταμείο Ασφάλισης Εμπόρων (Τ.Α.Ε.) το έτος 1980, μεταβίβασε την πλειοψηφία των μετοχών, που είχε στην εταιρεία "…" στον ενάγοντα γιο του Α.
Κ., ώστε αυτός πλέον να ασκεί τη διοίκησή της. Ο Δ. Χ., σύζυγος της εναγομένης, που κατέθεσε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και η κατάθεσή του περιέχεται στα υπ' αριθμ. 4942/2008 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του ανωτέρω Δικαστηρίου, εκτιμώμενη ως δικαστικό τεκμήριο, ανέφερε ότι "...Οι δωρεές συνίσταντο σε λίρες χρυσές...
αυτά που έχει πάρει ο Α. Κ. είναι πενταπλάσια από αυτά που έχουν μείνει στην κόρη του και στη γυναίκα του, στην πεθερά μου δηλαδή... Μέχρι που πήρε ο Α. την εταιρεία, πρόεδρος ήταν ο πεθερός μου. Ο αδελφός του πεθερού μου είχε πεθάνει το 73. Τις μετοχές της ανώνυμης εταιρείας τις έδωσε στον Α. ο πεθερός μου... Στα χέρια του Α.
πτώχευσε η εταιρεία... Οι μετοχές που του δώρισε ήταν της Εθνικής Τράπεζας... χιλιάδες μετοχές... Είχε εκπληρώσει την υποχρέωσή του προς τον γιο του στο πενταπλάσιο...". Όμως, εξαιτίας της μη συνετής διαχείρισης, την οποία άσκησε ο ενάγων στην οικογενειακή επιχείρηση, που του είχε εμπιστευθεί ο πατέρας του και των χρεών, που δημιούργησε προς τρίτους, η εταιρεία το έτος 1984 κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως.
Ο ενάγων, διαβλέποντας την κακή οικονομική πορεία και εξέλιξη της εταιρείας, το 1981, με το υπ' αριθμ. … αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών …, που μεταγράφηκε νόμιμα, ενεργών με την ιδιότητα του Προέδρου και νομίμου εκπροσώπου της ως άνω εταιρείας, μεταβίβασε στον εαυτό του, ένα αγροτεμάχιο, εκτάσεως 4.000 τ.μ., ευρισκόμενο στο….
Το εν λόγω ακίνητο είχε αγοράσει ο αποβιώσας πατέρας του το έτος 1976, δυνάμει του υπ' αριθμ. … συμβολαίου της συμβολαιογράφου …, νομίμως μεταγραφέντος και το είχε εισφέρει στην εταιρεία, διότι σκόπευε να μετεγκαταστήσει σ' αυτό την οικογενειακή επιχείρηση. Η πώληση καταρτίσθηκε έναντι του αναγραφομένου στο συμβόλαιο τιμήματος των 2.200.000 δραχμών, δηλαδή κατωτέρου της αντικειμενικής του αξίας, που ανερχόταν, κατά το χρόνο εκείνο, στο ποσό των 3.900.000 δραχμών.
Αργότερα, (1989-1990), ο ενάγων πώλησε το ανωτέρω ακίνητο και με το τίμημά του προέβη στην αγορά διαμερίσματος. Κατά το έτος 1986, ο ενάγων κατηγορήθηκε για την τέλεση αξιοποίνων πράξεων, συγχρόνως δε ενέπλεξε σε δικαστική περιπέτεια και τον πατέρα και την εναγομένη αδελφή του, με αποτέλεσμα, ο ίδιος και ο πατέρας του να εγκλειστούν στη φυλακή και να υποστούν - ασχέτως της μεταγενέστερης απαλλαγής τους - ψυχική και σωματική ταλαιπωρία, η οποία πρέπει να σημειωθεί, ότι για τον πατέρα του ενάγοντος ήταν ιδιαίτερα έντονη, λόγω και του προχωρημένου της ηλικίας του (74 ετών).
Ο Χ. Κ., ο οποίος διατηρούσε την οικογενειακή επιχείρηση ανθηρή επί πολλά έτη μέχρι το 1980, που την παρέδωσε στον ενάγοντα, θεωρούσε υπεύθυνο το γιο του για την οικονομική της κατάρρευση και πτώχευση, λόγω των λαθεμένων επιλογών του και των χρεών, που ο τελευταίος δημιούργησε. Η πτώχευση της εταιρείας και η εξαιτίας των επιλογών του ενάγοντος δικαστική περιπέτεια του Χ.
Κ., συνετέλεσαν στο να διακοπούν παντελώς οι μεταξύ των πατέρα και γιου σχέσεις και συγκεκριμένα ο ενάγων δεν επικοινωνούσε πλέον με τον πατέρα του και αδιαφορούσε πλήρως γι' αυτόν. Αντίθετα, η σχέση της εναγομένης με τον πατέρα και τη μητέρα της ανέκαθεν ήταν πολύ καλή. Επειδή αυτή από το γάμο της με τον Δ.
Χ. δεν είχε αποκτήσει τέκνα και δεν εργαζόταν, είχε καθημερινή επαφή και άριστες σχέσεις με τους γονείς της, τους οποίους φρόντιζε και περιποιόταν. Ο Χ. Κ. απογοητευμένος από τη συμπεριφορά του γιου του και την, εξαιτίας της κακής του διαχείρισης, απώλεια της εταιρείας, που ήταν το σημαντικότερο για την οικογένεια περιουσιακό στοιχείο, θέλησε, με την περιουσία που του είχε απομείνει, ήτοι με τις οκτώ οριζόντιες ιδιοκτησίες πολυκατοικίας ανεγερθείσας το … στο … και επί των οδών … (ονομαζόμενης σήμερα… ) αριθ. .., να εξασφαλίσει την οικονομική αυτοτέλεια της εναγομένης θυγατέρας του.
Αυτή δεν αποκόμιζε εισόδημα από εργασία και με τα μισθώματα των διαμερισμάτων, που της μεταβίβασε, θα εξασφάλιζε τα μέσα του βιοπορισμού της. Συγκεκριμένα, ο αποβιώσας: 1) Με το υπ' αριθμ. … συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Αθηνών…, που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε στην εναγομένη την ψιλή κυριότητα, παρακρατώντας για τον εαυτό του την επικαρπία του υπό στοιχεία Α-4 διαμερίσματος του πρώτου ορόφου, επιφάνειας 25 τ.μ.
και του υπό στοιχεία Δ-1 διαμερίσματος του τετάρτου ορόφου, επιφανείας 38 τ.μ. και την πλήρη κυριότητα του υπό στοιχεία Δ-4 διαμερίσματος του τετάρτου ορόφου, επιφανείας 56,20 τ.μ. και του διαμερίσματος το δώματος, επιφανείας 25 τ.μ. της ανωτέρω πολυώροφης οικοδομής στο…, συνολικής αναγραφομένης στο συμβόλαιο αξίας 30.549.241 δραχμών ή 89.653 ευρώ. 2) Με το υπ' αριθμ.
… συμβόλαιο της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε στη σύζυγό του λόγω δωρεάς, την ισόβια επικαρπία και στην εναγομένη θυγατέρα του την ψιλή κυριότητα, λόγω γονικής παροχής, του υπό στοιχεία Δ-2 διαμερίσματος του τετάρτου ορόφου, επιφάνειας 51,80 τ.μ. και του υπό στοιχεία Δ-3 διαμερίσματος του ιδίου ορόφου, επιφανείας 45,60 τ.μ.
της ίδιας πολυκατοικίας, συνολικής αναγραφόμενης στο συμβόλαιο αξίας της ψιλής κυριότητας αυτών 17.041.296 δραχμών ή 50.011 ευρώ. 3) Με το υπ' αριθμ. … συμβόλαιο γονικής παροχής της ίδιας συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε στην εναγομένη κατά πλήρη κυριότητα την υπό στοιχεία Υ-2 αποθήκη του υπογείου ορόφου της ίδιας πολυκατοικίας, επιφανείας 30,80 τ.μ.
και την υπό στοιχεία Υ-3 αποθήκη του υπογείου, επιφανείας 29 τ.μ., συνολικής αναγραφόμενης στο συμβόλαιο αξίας 11.822,31 ευρώ. Ο αποβιώσας Χ. Κ. προέβη στις ανωτέρω παροχές, αφενός μεν για να εξασφαλίσει τα μέσα βιοπορισμού της θυγατέρας του (και της συζύγου του), που δεν εργάζονταν και μετά την πτώχευση της οικογενειακής επιχείρησης δεν αποκόμιζαν από οποιαδήποτε άλλη πηγή εισόδημα, αφετέρου δε και για να ισοσταθμίσει, κατά το δυνατό, τις παροχές προς τα δύο τέκνα του.
Ειδικότερα, η εναγομένη δεν είχε λάβει στο παρελθόν άλλες παροχές για την εξασφάλιση και διατήρηση της οικονομικής της αυτοτέλειας όπως αυτή προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 1509 ΑΚ, σε αντίθεση με τον ενάγοντα αδελφό της, ο οποίος, μολονότι για τον ίδιο σκοπό είχε λάβει από τον πατέρα του παροχές, επεδείκνυε αδιαφορία προς αυτόν και είχε διακόψει τις σχέσεις μαζί του, ενώ η εναγομένη-θυγατέρα του ήταν πάντα κοντά του, τον φρόντιζε σε καθημερινή βάση και του συμπαραστάθηκε μέχρι το θάνατό του.
Ο Χ. Κ. διαμόρφωσε τη βούλησή του λαμβάνοντας υπόψη όλα τα παραπάνω προέβη δε στις ένδικες γονικές παροχές προς την εναγομένη, μέσα στα πλαίσια του δικαίου, χωρίς να αδικήσει τον ενάγοντα. Η Β. Κ., σύζυγος του ενάγοντος, που κατέθεσε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και η κατάθεσή της περιέχεται στα υπ' αριθμ. 4942/2008 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του ανωτέρω Δικαστηρίου, εκτιμώμενη ως δικαστικό τεκμήριο, ανέφερε ότι "...Ποτέ δεν έδωσε λίρες ο πατέρας του στον ενάγοντα...
Από το 74 είμαστε μαζί. Δεν θα το ήξερα ότι είχαμε λίρες Αγγλίας;... Το 30% των μετοχών το έδωσε στον Α. (ενάγοντα) ο θείος του... ο πατέρας του δεν του έδωσε τίποτε απολύτως... Το οικόπεδο το αγόρασε ο σύζυγός μου 2.200.000 δραχμές με δικά του λεφτά... Η εταιρεία πτώχευσε το 1984... ήταν στα χέρια του πατέρα του..." και στην επίσης εκτιμώμενη ως δικαστικό τεκμήριο κατάθεσή της, που περιέχεται στα υπ' αριθμ. 196/2007 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του ιδίου ως άνω δικαστηρίου (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), η ίδια ανέφερε ότι "...Όσο ζούσε ο πατέρας δεν είχε κάνει δωρεά στο σύζυγό μου...".
Τα ανωτέρω κατατεθέντα δεν είναι πειστικά, αφενός μεν γιατί δεν ενισχύθηκαν από οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό στοιχείο, αφετέρου δε, διότι η σύζυγος του ενάγοντος αρνήθηκε κατηγορηματικά κάθε παροχή του Χ. Κ. προς το γιο του και σύζυγό της, ισχυριζόμενη ότι ο αποβιώσας άφησε όλα τα περιουσιακά του στοιχεία στην εναγομένη-θυγατέρα του, χωρίς όμως, να προσδιορίσει κάποιο σημαντικό λόγο εξαιτίας του οποίου ο πατέρας διέκρινε τη θυγατέρα του σε βάρος του γιου του, καθόσον το σύνηθες κατά την κοινή πείρα και λογική είναι οι γονείς, εφόσον δεν υπάρχει σπουδαίος λόγος, να αφήνουν τα περιουσιακά τους στοιχεία εξίσου στα παιδιά τους.
Οι εν λόγω γονικές παροχές προς την εναγομένη δεν συνιστούν δωρεά, εν όλω ή εν μέρει, καθόσον δεν υπερβαίνουν το επιβαλλόμενο από τις περιστάσεις μέτρο, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη. Ειδικότερα, τα ακίνητα που μεταβιβάστηκαν στην εναγομένη είναι μικρές οριζόντιες ιδιοκτησίες, κείμενες σε πολυκατοικία ανεγερθείσα το έτος 1976, από αυτά δε τα υπό στοιχεία Α-4, Δ-1, Δ-2 και Δ-3 διαμερίσματα μεταβιβάστηκαν σ' αυτήν κατά ψιλή κυριότητα, με παρακράτηση της επικαρπίας υπέρ του πατέρα της ή της μητέρας της.
Ως εκ τούτου, ακόμη και αν οι παροχές αυτές έθιγαν τη νόμιμη μοίρα του ενάγοντος (γεγονός το οποίο, άλλωστε, δεν αποδείχθηκε), δεν υπόκεινται κατά νόμο σε ανατροπή με την αγωγή του άρθρου 1835 ΑΚ. Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι η εκκαλουμένη απόφαση εσφαλμένως έλαβε υπόψη της για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας τις παροχές των χρυσών λιρών και των μετοχών της Εθνικής Τράπεζας τις οποίες δήθεν αυτός έλαβε από τον αποβιώσαντα πατέρα του χωρίς να προσδιορίσει το σύνολο αυτών και την αξία τους, αλυσιτελώς προβάλλεται, καθόσον τα στοιχεία αυτά θα ήταν αναγκαία, εφόσον προέκυπτε ότι οι γενόμενες προς την εναγομένη γονικές παροχές υπερέβαιναν τα όρια, που επέβαλαν οι περιστάσεις και συνιστούσαν δωρεές, υποκείμενες σε ανατροπή".
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του ενάγοντος-αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε εκφέρει όμοια κρίση και είχε απορρίψει την αγωγή του αναιρεσείοντος. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού ως προς το ουσιώδες ζήτημα της υπέρβασης του επιβαλλόμενου μέτρου για τις επίδικες γονικές παροχές, στο οποίο και επιχειρήθηκε η θεμελίωση της βάσης της αγωγής του αναιρεσείοντος, διέλαβε στην απόφαση σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή και ερμηνεία των πιο πάνω ουσιαστικών διατάξεων του ΑΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου.
Συγκεκριμένα, αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση η οικονομική κατάσταση του κληρονομουμένου, οι παροχές που έγιναν από τον τελευταίο, όσο ζούσε, προς τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα υιό του, η οικονομική κατάσταση της αναιρεσίβλητης, η οποία, μετά την πτώχευση της ανώνυμης εταιρείας την οποία διαχειριζόταν και διοικούσε ο αναιρεσείων, στερούνταν παντελώς εισοδημάτων από οποιαδήποτε πηγή, το γεγονός ότι ο κληρονομούμενος με τις επίδικες γονικές παροχές ήθελε να ισοσταθμίσει κατά το δυνατό τις παροχές προς τα δύο τέκνα του, οι αξίες των διαμερισμάτων, που αποτέλεσαν το αντικείμενο των γονικών παροχών, κατά το χρόνο της μεταβίβασής τους στην αναιρεσίβλητη, το γεγονός ότι επρόκειτο για μικρές οριζόντιες ιδιοκτησίες σε παλαιά πολυκατοικία ευρισκόμενη στο…, οι οποίες μεταβιβάστηκαν άλλες κατά πλήρη και άλλες κατά ψιλή κυριότητα στην αναιρεσίβλητη και η κατόπιν όλων των ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου ότι συνέτρεχε στο πρόσωπο της αναιρεσίβλητης η κατά το άρθρο 1509 ΑΚ ανάγκη, οπότε και οι προς αυτήν γονικές παροχές με τα επίμαχα συμβόλαια, ως μη υπερβαίνουσες το επιβαλλόμενο από τις περιστάσεις μέτρο, δεν είναι δωρεές για να υπόκεινται σε μέμψη ως άστοργες.
Επομένως, οι πρώτος, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, δεύτερος, τρίτος, κατά το πρώτο μέρος του και τέταρτος, κατά πρώτο μέρος του, λόγοι αναίρεσης από τον αριθμό 1 και κατ' εκτίμηση και από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Οι δε περαιτέρω διαλαμβανόμενες στους ως άνω λόγους αιτιάσεις, υπό την επίκληση των ίδιων αναιρετικών πλημμελειών, είναι απαράδεκτες, καθόσον με αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) και επιπλέον αφορούν σε απλά επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, που κατατείνουν στην ουσιαστική βασιμότητα του αγωγικού του ισχυρισμού ότι οι επίδικες γονικές παροχές υπερέβησαν το μέτρο και ότι επομένως, ως αποτελούσες δωρεές, πρέπει να ανατραπούν ως άστοργες.
Κατά το άρθρ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως.
Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δήλωσης βούλησης, παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους.
Αντιθέτως, οι ανωτέρω ερμηνευτικοί κανόνες δεν παραβιάζονται όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει στην απόφασή του ότι η δήλωση βούλησης είναι σαφής και χωρίς κενά (ΑΠ 381/2021, ΑΠ 396/2017, 1039/2015).
Εν προκειμένω, με το δεύτερο μέρος του τρίτου λόγου αναίρεσης, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δέχεται με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι δόθηκαν σ' αυτόν από τον πατέρα του χρυσές λίρες Αγγλίας και μετοχές της Εθνικής Τράπεζας, χωρίς να προσδιορίσει το σύνολο αυτών και την αξία τους και ότι, ενώ διαπιστώνει κενό ή αμφιβολία ως προς το ύψος τους, δεν προσέφυγε, ως όφειλε, στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, κατά παράβαση του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθώς οι ανωτέρω αναφερόμενες παραδοχές του Εφετείου δεν συνιστούν δήλωση βούλησης στα πλαίσια καταρτισθείσας και επίδικης δικαιοπραξίας, για την ερμηνεία της οποίας δήλωσης, όφειλε το Δικαστήριο, εφόσον διαπίστωνε κενό ή αμφιβολία, να εφαρμόσει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, σε περίπτωση δε παράλειψης προσφυγής του Δικαστηρίου στους κανόνες αυτούς να θεμελιώνεται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ανελέγκτως αναιρετικά το Δικαστήριο της ουσίας ότι προέκυψαν από τις αποδείξεις.
Με το δεύτερο μέρος του τέταρτου αναιρετικού λόγου ισχυρίζεται ο αναιρεσείων ότι το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης και ότι, επίσης, παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, καθώς δέχθηκε μονομερώς και επιλεκτικώς την παρατιθέμενη κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης Δ.
Χ., συζύγου της εναγομένης-αναιρεσίβλητης, δίχως να χρησιμοποιήσει ως όφειλε τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, κατά παράβαση του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός, και όσον αφορά ειδικότερα την επικαλούμενη παράλειψη χρήσης από το Εφετείο των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, για τους ίδιους λόγους που εκτέθηκαν ανωτέρω αναφορικά με το δεύτερο σκέλος του τρίτου αναιρετικού λόγου.
Όσον αφορά δε την επικαλούμενη με τον ίδιο αναιρετικό λόγο παράβαση του άρθρου 559 αρ. 13 ΚΠολΔ, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, καθώς δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ο συγκεκριμένος ισχυρισμός ως προς τον οποίο εφαρμόστηκαν εσφαλμένα οι ορισμοί του νόμου για το βάρος της απόδειξης, καθώς και το σφάλμα , στο οποίο υπέπεσε το Δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 555/2019, ΑΠ 275/2017).
Αναφορικά, τέλος, με την επικαλούμενη με τον ίδιο ως άνω αναιρετικό λόγο αιτίαση για την παράβαση από το Εφετείο των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης της παραβίασης των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας προσδίδει σε αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που προσδίδει σ' αυτό ο νόμος, ενώ δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο συνεκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά νόμο αποδεικτικά μέσα, όπως είναι οι μάρτυρες και οι εκτιμώμενες ως δικαστικά τεκμήρια καταθέσεις μαρτύρων και το δικαστήριο έκρινε πιο αξιόπιστο το μάρτυρα του ενάγοντος και όχι του εναγομένου ή το αντίστροφο, χωρίς να υποχρεούται να αιτιολογήσει ειδικά την κρίση του (ΑΠ 919/2020, ΑΠ 555/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση από τη ρητή διαβεβαίωση στο προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αναφερόμενα κατά το είδος τους αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και οι εκτιμώμενες για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στα πλαίσια εκδίκασης προηγούμενης αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος με το ίδιο αντικείμενο και αίτημα, που απορρίφθηκε ως αόριστη, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και την εκτιμώμενη ως δικαστικό τεκμήριο κατάθεση της μάρτυρα του αναιρεσείοντος.
Έτι δε περαιτέρω, το Εφετείο δεν προσέδωσε αυξημένη αποδεικτική δύναμη στην κατάθεση του αναφερόμενου στο αναιρετήριο μάρτυρα ανταπόδειξης, αλλά, όπως προκύπτει από το σύνολο των παραδοχών του, τη συνεκτίμησε ελεύθερα με τα λοιπά ισοδύναμα κατά νόμο αποδεικτικά μέσα. Επομένως, όσα αντίθετα διαλαμβάνονται στον πιο πάνω αναιρετικό λόγο, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμα.
Κατά συνέπεια, και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, δικαστικά έξοδα δεν θα επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, αφού η αναιρεσίβλητη, η οποία κατέθεσε προτάσεις, δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-5-2017 αίτηση του Α. Κ. για αναίρεση της 3722/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Οκτωβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ