Supreme Court dismisses State's appeal against lower court ruling on church property dispute due to lack of evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a First Instance Court decision regarding a property dispute with a local church. The State argued the lower court misinterpreted a government permit, but failed to produce the specific document supporting this claim. Furthermore, the court rejected the State's assertion that the lower court reached its findings without evidence, noting that the appellate court properly evaluated witness testimonies and submitted documents. Consequently, the appeal was rejected, and the State was ordered to pay the church's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 10 of the Code of Civil Procedure; Art. 561 para. 1 of the Code of Civil Procedure: An appeal alleging a court reached its decision without evidence is inadmissible if the appellate court's findings are based on a proper evaluation of all submitted evidence, and the appellate court's assessment of facts is not subject to annulment review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2072 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2072/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα-Εισηγήτρια, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αναστασία Καραμανίδου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 8 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σωτηρία Κοσμά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ιερού Ενοριακού Ναού Τιμίου Προδρόμου Κιβερίου, του πρώην Δήμου Λέρνας και ήδη Άργους - Μυκηνών Άργους - Μυκηνών του Νομού Αργολίδας, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, ο οποίος δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-5-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 2-2-2012 κύρια παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου και συνεκδικάσθηκαν.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 709/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 231/2018 του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 17-7-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 6Α του διατάγματος της 26 Ιουνίου - 10 Ιουλίου 1944 "Περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", που προστέθηκε με το άρθρο 46 παρ. 3 του ν. 4305/2014 "Η επίδοση από το Ελληνικό Δημόσιο ή οποιοδήποτε Ν.Π.Δ.Δ. ενδίκου βοηθήματος και ενδίκου μέσου, οποιασδήποτε κλήσης προς συζήτηση υπόθεσης, οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης, προσωρινής διαταγής, για οποιαδήποτε υπόθεση σε οποιονδήποτε βαθμό ή στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης, ενώπιον οποιουδήποτε πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου, δύναται να γίνει: α) στους αντιδίκους του ή τον αντίκλητό τους, β) στον δικηγόρο, ο οποίος τους εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ή έχει υπογράψει το τελευταίο δικόγραφο που αφορά την υπόθεση, στην τελευταία δηλωθείσα, κατά τις κείμενες διατάξεις, διεύθυνσή τους. Ο δικηγόρος στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου θεωρείται αντίκλητος και για κάθε μεταγενέστερη επίδοση, εκτός εάν ο διάδικος, κατά περίπτωση, γνωστοποίησε με δήλωση στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή την έδρα του Ν.Π.Δ.Δ., το διορισμό νέου πληρεξουσίου ή αντικλήτου. Ο δικηγόρος ή ο αντίκλητος οφείλει να παραδίδει αμελλητί το επιδιδόμενο έγγραφο. Επιδόσεις που έχουν διενεργηθεί κατά τα αναφερόμενα στα προηγούμενα εδάφια θεωρούνται νόμιμες και για εκκρεμείς σε οποιοδήποτε στάδιο υποθέσεις".
Στην προκειμένη περίπτωση από την προσκομιζόμενη από το αναιρεσείον με αριθμό ...-2023 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Ναυπλίου, Κ. Σ., αποδεικνύεται ότι, με επιμέλεια του τελευταίου, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με την κάτω απ' αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου, καθώς και κλήση για συζήτηση της υπόθεσης κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (08-01-2025), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως (άρθρο 129 παρ. 1 ΚΠολΔ) στη δικηγόρο Ναυπλίου, Θεοδοσία Ταντάρου, η οποία είχε εκπροσωπήσει τον ήδη αναιρεσίβλητο (ως εφεσίβλητο) κατά τη συζήτηση στο Εφετείο Ναυπλίου, που εκδίκασε σε δεύτερο βαθμό την ένδικη υπόθεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (231/2018) του ως άνω Δικαστηρίου, με συνέπεια να θεωρείται αντίκλητος του ως άνω διαδίκου κατά τα εκτιθέμενα στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη.
Η προαναφερόμενη δικηγόρος δεν προκύπτει ότι αντικαταστάθηκε με οποιονδήποτε τρόπο. Επομένως, αφού ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτει ότι η έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ο αιτών και ήδη αναιρεσίβλητος, με την από 25-05-2010 αίτησή του, την οποία κοινοποίησε προς το ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, εξέθετε ότι είναι κύριος με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) του περιγραφομένου σε αυτήν ακινήτου, εμβαδού 2.601 τ.μ.
που βρίσκεται στη θέση "ΧΕΡΩΜΑ" της κτηματικής περιφέρειας του τ.δ. Κιβερίου του τ. Δήμου Λέρνας (ήδη Άργους - Μυκηνών) του νομού Αργολίδας. Επικαλούμενος δε ότι κατά τη κτηματογράφηση της περιοχής και κατά τον κρίσιμο χρόνο των πρώτων εγγραφών για τα ακίνητα, που βρίσκονται στην ως άνω περιοχή το εν λόγω ακίνητο καταχωρήθηκε στα οικεία Κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Άργους με ΚΑΕΚ 020340402010/0/0 ως "αγνώστου ιδιοκτήτη", εξαιτίας παράλειψής του να υποβάλλει δήλωση ιδιοκτησίας, ζήτησε να αναγνωρισθεί η κυριότητά του επί του ακινήτου αυτού και να διαταχθεί η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής των κτηματολογικών βιβλίων του Κτηματολογικού Γραφείου Άργους, ώστε στα οικεία κτηματολογικά φύλλα από την εσφαλμένη αναγραφή "αγνώστου ιδιοκτήτη" να καταχωριστεί ο ίδιος.
Στα πλαίσια της δίκης που ανοίχθηκε με την παραπάνω αίτηση το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την από 02-02-2012 κύρια παρέμβασή του, με την οποία ισχυριζόμενο ότι το ίδιο απέκτησε την κυριότητα τμήματος του επιδίκου ακινήτου, εμβαδού 2.515,99 τ.μ., που αποτελεί δασική έκταση, ζήτησε να αναγνωριστεί η κυριότητά του επί αυτού και να διαταχθεί η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στο οικείο κτηματολογικό φύλλο και διάγραμμα ώστε αντί της ανακριβούς εγγραφής "άγνωστος ιδιοκτήτης " να καταχωριστεί το ίδιο ως αποκλειστικός κύριος αυτού.
Επί της αίτησης και της κυρίας παρέμβασης, που συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε, κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, η 709/2015 απόφαση του Κτηματολογικού Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, η οποία δέχθηκε ως κατ'ουσίαν βάσιμη την αίτηση και διέταξε τη διόρθωση ώστε αντί της εσφαλμένης καταχώρισης "άγνωστος ιδιοκτήτης" να καταχωριστεί ο αιτών ως κύριος του επιδίκου ακινήτου, ενώ απέρριψε την κύρια παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου.
Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε έφεση από το Ελληνικό Δημόσιο επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 231/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, με την οποία αυτή έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ'ουσίαν, επικυρωθείσης έτσι της εκκληθείσας 709/2015 οριστικής απόφασης του Κτηματολογικού Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, που είχε δεχθεί τα ίδια.
Κατά της απόφασης αυτής στρέφεται η υπό κρίση από 17-07-2020 αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553,556,558,564,566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. Επομένως αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.).
Επί δημοσίων κτημάτων ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας από ιδιώτη, με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με τις έχουσες εφαρμογή, κατ` άρθρο 51 Εισ.ΝΑΚ, για τον προ της ενάρξεως ισχύος του Α.Κ. χρόνο, διατάξεις του ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), ν 9 παρ. 1 Πανδ. (50, 14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν.6 Πανδ. (44.3), ν.76 παρ. 1 Πανδ. (18.1), ν.7 παρ. 3 Πανδ. (23.3), δηλαδή κατόπιν άσκησης νομής πάνω στο δημόσιο κτήμα με καλή πίστη, ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ` ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτων, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 20 παρ. 12 Πανδ. (5.8), ν.27 Πανδ. (18.1), ν.10, 17 της 48 Πανδ. (41.3), ν.3 Πανδ.(41.10) της ν. 109 Πανδ. (50.16), καθώς και με διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδέσποζε να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και εκείνο του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει, με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ κατά το ίδιο δίκαιο, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία (βλ.
και τις διατάξεις του ν. 18, 24 παρ. 1 Πανδ. (41.3), παρ. 9 Εισηγ. (2.6), ν.2 Κωδ. (7.30), Βασ. (50.10). Οι διατάξεις αυτές δεν καταργήθηκαν με το μεταγενέστερο νόμο της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως κτημάτων", στο άρθρο 21 του οποίου ορίζεται ότι "ως προς τον τρόπο κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων πραγμάτων, εφαρμόζονται αι εν τω πολιτικώ νόμω περιεχόμεναι διατάξεις" επομένως και οι προαναφερόμενες διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του άνω νόμου της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως κτημάτων" συνάγεται ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν και σε δημόσια κτήματα εφόσον η τριακονταετής νομή αυτών, κατά τις διατάξεις των ν.8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), Βασ.9 παρ. 1 (50.14) είχε συμπληρωθεί μέχρι και την 11 Σεπτεμβρίου 1915, όπως αυτό προκύπτει από τις διατάξεις αφενός του νόμου ΔΞΗ'/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 12-9-1915 μέχρι και τη 16-5-1926 και αφ` ετέρου του άρθρου 21 του ν.δ.
της 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κλπ" που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του αν. ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων" διατηρηθέντων σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ. με το άρθρο 53 ΕισΝ αυτού, με τις οποίες διατάξεις ανεστάλη κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματά του άρα και η χρησικτησία πάνω σ` αυτά.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 και 3 του β.δ. της 17/29.11.1836 "περί ιδιωτικών δασών", που έχει ισχύ νόμου, προκύπτει ότι το Δημόσιο αναγνωρίστηκε με αυτό κύριο κάθε έκτασης, η οποία πριν από την ισχύ του ήταν δάσος, εκτός από εκείνες για τις οποίες υπήρχε έγγραφη απόδειξη Οθωμανικής αρχής ότι ανήκαν πριν από τον περί ανεξαρτησίας αγώνα σε ιδιώτες, καθώς και εκείνες που ανήκαν σε ιδιωτικά χωρία, και στις δύο δε αυτές περιπτώσεις, εάν και εφόσον οι νόμιμοι τίτλοι ιδιοκτησίας υποβλήθηκαν από τους ιδιοκτήτες τους στην Γραμματεία επί των Οικονομικών μέσα?στην οριζόμενη από το άρθρο 3 § 1 ανατρεπτική προθεσμία, του ενός έτους από τη δημοσίευσή του (ΦΕΚ 69/1.12.1836) προς εξέταση της νομιμοποίησής τους ως ιδιόκτητων ιδιωτικών δασών.
Ούτε όμως από το πιο πάνω β.δ., ούτε από άλλη διάταξη απαγορευόταν τότε η έκτακτη χρησικτησία επί των δημόσιων δασών και γενικότερα επί των δημόσιων κτημάτων, ακόμη και εκείνων που περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, με βάση την από 9.7.1832 Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης, καθώς και τα από 6.6.1830 και 7.7.1830 Πρωτόκολλα του Λονδίνου, αλλά αντίθετα αυτή ήταν επιτρεπτή τόσο κατά τους ν. 18, Πανδ. (41.3), ν. 2, Κωδ. (7. 30), παρ. 9 Εισηγ. (2.6), όσο και κατά το άρθρο 21 του μετέπειτα ισχύσαντος από 2.6/3.7.1837 νόμου "περί διακρίσεως κτημάτων" και μπορούσε να οδηγήσει σε κτήση κυριότητας και επί πραγμάτων της πιο πάνω κατηγορίας, εφόσον όμως είχε συμπληρωθεί μέχρι και της 11.9.1915, αφού έκτοτε, ενόψει του ν, ΔΞΗ/1912 και των εκδοθέντων σε εκτέλεση αυτού αλλεπάλληλων β.
δ/των, όπως και του ν. δ/τος της 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κ.λπ.", που προπαρατέθηκε, αποκλείστηκε η χρησιδεσποτεία των ανηκόντων στο Ελληνικό Δημόσιο ακινήτων πραγμάτων. Εφόσον όμως είχε συμπληρωθεί ο χρόνος της έκτακτης χρησικτησίας μέχρι τις 11.9.1915, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των κατά καιρούς ισχυσάντων και πάντως μετά την 11.9.1915 δασικών κωδίκων, κατά τις οποίες το Δημόσιο θεωρείται νομέας στα δημόσια γενικά δάση, έστω και αν δεν έχει ενεργήσει πράξεις νομής και ότι νομή δεν μπορεί να ασκήσει κανένας με εκχέρσωση, υλοτομία, σπορά ή άλλη πράξη.
Επομένως, δεν έχουν εφαρμογή και δεν ασκούν καμιά έννομη επιρροή σε σχέση με την κυριότητα που αποκτήθηκε με έκτακτη χρησικτησία ούτε οι διατάξεις του άρθρου 215 του ν. 4173/1929, όπως τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν με τις διατάξεις των άρθρων 37 του αν. 1539/1938 και 16 του αν. 192/1946, επαναλήφθηκαν δε σε εκείνη του άρθρου 58 του ν.δ. 86/1969 "περί δασικού κώδικος", με τις οποίες ορίζεται ότι νομέας σε δημόσια κτήματα θεωρείται το Δημόσιο, έστω και αν δεν ενήργησε σ' αυτά καμία πράξη νομής και ότι μόνον η βοσκή επί δημοσίων δασών, μερικώς δασοσκεπών εκτάσεων, λιβαδιών και χορτολιβαδικών εδαφών δεν θεωρείται ποτέ ως πράξη νομής ή οιονεί νομής και ότι η νομή από τρίτους στα ακίνητα αυτά θεωρείται ότι ασκείται μόνο με την υλοτομία ή την εκμετάλλευση αυτών ως ιδιωτικών εκτάσεων με βάση άδεια της δασικής αρχής (ΑΠ 227/2015 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1524/2012, ΑΠ 471/2008, ΑΠ 97/2007 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 303|04 ΕλλΔνη 2004.1129, ΑΠ 85/2003 ΧΡΙΔ 2003|431).
Άλλωστε, κατά το άρθρο 1 του β.δ/τος 3/15.12.1833 "περί διορισμού του φόρου βοσκής και του διά τα εθνικοϊδιόκτητα λιβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833 - 1834" όλα τα λιβάδια, δηλαδή οι βοσκότοποι, για την επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο "ταπί", εκδοθέν επί τουρκοκρατίας, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο.
Η διάταξη αυτή αφορά στη συντήρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου, τα οποία προϋπήρχαν και δεν καθιστά ανεπίδεκτα νομής και ιδιωτικής κτήσεως στο μέλλον τα ακίνητα αυτά. Η έννοια αυτή προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 1 § 2 του ν. ΚΘ της 31.1/18.2.1864 "περί βοσκήσιμων γαιών", με την οποία ορίζεται ότι το Δημόσιο, ως και οι Κοινότητες, διατηρούν ανέπαφα τα δικαιώματα όσα προ της εποχής ταύτης είχαν επί των αμφισβητουμένων λιβαδιών άνευ βλάβης των παρά τρίτων αποκτηθέντων δικαιωμάτων, αλλά και από τη διάταξη του άρθρου 3 του ν.
ΨΝΖ της 27.3/1.4.1880 "περί κοινοτικών και εθνικών λιβαδίων", κατά την οποία το Δημόσιο ως προς τα εθνικά και οι Κοινότητες ως προς τα κοινοτικά λιβάδια διατηρούν έναντι των ιδιωτών τη νομική κατοχή επί των βοσκήσιμων τόπων, επί των οποίων εγένοντο μέχρι το έτος 1864 τοποθετήσεις ποιμνίων. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με τις προαναφερόμενες διατάξεις περί κτήσεως κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, που προαναφέρθηκαν, προκύπτει ότι είναι δυνατή η απόκτηση κυριότητας επί λιβαδίων ή βοσκοτόπων υπό ιδιωτών, εφόσον αυτοί τους νέμονταν με διάνοια κυρίου και καλή πίστη επί τριακονταετία μέχρι και της 11.9.1915 (ΑΠ 303/2015, ΑΠ 1355/2014, ΑΠ 52/2014, ΑΠ 1507/2013 ΤΝΠ Νόμος).
Επί πλέον, κατά τις περί έκτακτης χρησικτησίας διατάξεις των άρθρων 974, 976 έως 979, 1045 και 1051 Α.Κ. εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο, γίνεται κύριος αυτού (έκτακτη χρησικτησία), εκείνος δε που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή μπορεί να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του. Άσκηση δε νομής επί ακινήτου, που οδηγεί στην κτήση της κυριότητας αυτού με χρησικτησία, αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πράξεις επάνω σ' αυτό, που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του και είναι δηλωτικές εξουσίασης αυτού με διάνοια κυρίου, δηλαδή με τη θέληση να το έχει δικό του. Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 3 του Ν. 3208/2003, παραχωρητήρια εκδοθέντα από το Υπουργείο της Οικονομίας της Προσωρινής Διοίκησης της Ελλάδας κατά τα έτη 1822 έως 1833, εφόσον δεν ανακλήθηκαν θεωρούνται έγκυρα και ισχυρά, ανεξάρτητα εάν εκδόθηκαν ή όχι ανανεωτικοί τίτλοι από το Ελεγκτικό Συνέδριο, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 3 του Ν. 998/1979 ορίζεται ότι οι αναφερόμενες στο άρθρο 3 του ίδιου νόμου εκτάσεις (δάση) θεωρούνται δημόσιες, εκτός αν υπάγονται σε μία από τις περιπτώσεις του άρθρου 10 του Ν. 3208/2003.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της.
Τέλος, κατά τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, αν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα και τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο και ενόψει των οποίων εξέφερε την κρίση του για τη βασιμότητα ή μη της αγωγής, ενώ για να είναι ορισμένος ο εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται ότι η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες πρέπει να καθορίζεται, εκτός των άλλων, σε τι συνίσταται η ανεπάρκειά του, ποιο δηλαδή στοιχείο αναγκαίο για την επάρκειά τους λείπει και σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντιτιθέμενα μέρη τους προκύπτει και επί πλέον να αναφέρονται οι ως αντιφατικές φερόμενες παραδοχές του Εφετείου.
Επίσης, κατά τις διατάξεις του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και συνακόλουθα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Επιπλέον από τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, το δικαστήριο, κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, όπου ισχύει το ανακριτικό σύστημα που καταλαμβάνει τις γνήσιες και τις μη γνήσιες υποθέσεις εκουσίας δικαιοδοσίας, δηλαδή και εκείνες τις ιδιωτικές διαφορές που ο νόμος παραπέμπει στην ειδική αυτή διαδικασία λόγω της απλότητας και της συντομίας από την οποία κυριαρχείται, μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάζει κάθε μέτρο πρόσφορο για την εξακρίβωση πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί και ιδιαίτερα γεγονότων που συντελούν στην προστασία των ενδιαφερομένων ή της έννομης σχέσης ή του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος και ότι το δικαστήριο ακόμη και αποκλίνοντας από τις διατάξεις που ρυθμίζουν την απόδειξη, διατάσσει αυτεπαγγέλτως κάθε τι που κατά τη κρίση του είναι απαραίτητο για την εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων.
Με τις διατάξεις αυτές εισάγεται απόκλιση από τη ρύθμιση του άρθρου 106 ΚΠολΔ και καθιερώνεται για τις υποθέσεις της εκουσίας δικαιοδοσίας το ανωτέρω ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης έρευνας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Το ανακριτικό σύστημα ισχύει και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ενώ η εξουσία του δικαστηρίου για τη λήψη κάθε πρόσφορου μέτρου για την ανεύρεση της αλήθειας δεν οριοθετείται από το νόμο και, άρα, είναι απεριόριστη, αφού αυτό μπορεί να λάβει υπόψη ακόμη και άκυρα ή ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα (όχι, όμως και ανεπίτρεπτα), καθώς και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, ή αποδεικτικά μέσα εκτός του καταλόγου του άρθρου 339 ΚΠολΔ, αποδεσμευόμενο από τους αποδεικτικούς τύπους της αυστηρής απόδειξης.
Συνεπώς κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας δεν ιδρύονται οι αναιρετικοί λόγοι από τους αριθμούς 8, 11, 12 και 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.(ΑΠ 1067/2023, ΑΠ 976/2020, ΑΠ 528/2017, ΑΠ 560/2016, ΑΠ 769/2015, ΑΠ 1392/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της προσβαλλόμενης 231/2018 απόφασης, προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Ναυπλίου, που την εξέδωσε, δέχθηκε ανελέγκτως μετά από την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν μετ' επικλήσεως ενώπιόν του τα εξής: "Το επίδικο είναι ένα γεωτεμάχιο, εκτάσεως κατά την επιμέτρηση από τον ΟΚΧΕ 2.601 τ.μ.
και κατά νεότερη καταμέτρηση 2.600,91 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στην ειδική θέση "ΧΕΡΩΜΑ" της κτηματικής περιφέρειας Κιβερίου του πρώην Δήμου Λέρνας και ήδη Άργους - Μυκηνών του Νομού Αργολίδας, εμφαίνεται στο από Ιουνίου 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Π. Τ. υπό τα περιμετρικά αριθμητικά στοιχεία 24-2-3-4-5-6-7-8-9-10-11-12-13-14-15-16-17-18- 19-20-21-22-23-1-24 και κατά το τοπογραφικό αυτό συνορεύει:
βόρεια εν μέρει με το ακίνητο με ΚΑΕΚ 02 034 01 56 010, ιδιοκτησίας κληρονόμων Ν. Χ., εν μέρει με το ακίνητο με ΚΑΕΚ 02 034 01 56 011, ιδιοκτησίας κληρονόμων Ν. Χ. και εν μέρει με το ακίνητο με ΚΑΕΚ 02 034 01 56 013, ιδιοκτησίας κληρονόμων Κ. Σ., νότια εν μέρει με το ακίνητο με ΚΑΕΚ 02 034 04 02 009, εν μέρει με το ακίνητο με ΚΑΕΚ 02 034 04 02 012, ιδιοκτησίας Δ.
και Ι. Κ. και εν μέρει με το ακίνητο με ΚΑΕΚ 02 034 04 02 011, ανατολικά εν μέρει με το ακίνητο με ΚΑΕΚ 02 034 01 56 014, ιδιοκτησίας Τ., εν μέρει με το ακίνητο με ΚΑΕΚ 02 034 01 56 016, ιδιοκτησίας Μ. και Κ. Μ. και εν μέρει με το ακίνητο με ΚΑΕΚ 02 034 99 01 113 και δυτικά με το ακίνητο με ΚΑΕΚ 02 034 04 02 009. Ένα τμήμα του, εμβαδού 319,44 τ.μ., όπως αυτό απεικονίζεται στο ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα υπό τα περιμετρικά αριθμητικά στοιχεία 24-2-3-4-5-6-7-8-25-24, βρίσκεται εντός του οικισμού Κιβερίου, ενώ το υπόλοιπο τμήμα του, εμβαδού 2.281,47 τ.μ., όπως αυτό απεικονίζεται στο ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα υπό τα περιμετρικά αριθμητικά στοιχεία 24-25-9-10-11-12- 13-14-15-16-17-18-19-20-21-22-23-1-24, βρίσκεται εκτός του ανωτέρω οικισμού.
Το παρεμβαίνον ισχυρίζεται ότι, το μεγαλύτερο τμήμα του ακινήτου αυτού, εμβαδού 2.515,99 τ.μ., το οποίο απεικονίζεται στο από 3.5.2011 τοπογραφικό διάγραμμα του δασολόγου Ε. Β. με τα περιμετρικά αριθμητικά στοιχεία 1-2-3-4-5... 16-17-18-1 και κατά το τοπογραφικό αυτό συνορεύει ανατολικά, δυτικά και νότια με δημόσιο δασικό οικοσύστημα και βόρεια με υπόλοιπη έκταση του επιδίκου και εκτάσεις μη διεπόμενες από τις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας, αποτελεί δασικό οικοσύστημα (δάσος).
Πράγματι, σύμφωνα με τα υπ' αριθ. πρωτ. ....2011 και ....2011 έγγραφα της Διεύθυνσης Δασών Αργολίδας το ανωτέρω εδαφικό τμήμα αποτελεί σήμερα, όπως και στις αεροφωτογραφίες του έτους 1945, δασικό οικοσύστημα (δάσος), στο οποίο δεν εντοπίζονται στοιχεία παλαιότερης ή πρόσφατης καλλιέργειας. Καλύπτεται σε μεγάλο ποσοστό από βραχώδες άγονο έδαφος με εξάρσεις του μητρικού πετρώματος και σε ποσοστό 30-35% από θαμνώδη ξυλώδη βλάστηση, αποτελούμενη από αγριελιές, ασπάλαθο και πουρνάρι, εντάσσεται σε ένα ευρύτερο δασικό οικοσύστημα και, επομένως, έχει τον χαρακτήρα δασικής έκτασης, η οποία ανήκει κατά τεκμήριο στην κυριότητα του παρεμβαίνοντος Ελληνικού Δημοσίου.
Ωστόσο, το επίδικο, το οποίο κατά την κτηματογράφηση έλαβε τον ΚΑΕΚ 02 034 04 02 010/0/0, αποτελεί τμήμα του παλαιού τσιφλικιού Τσιβέριον, το οποίο με το υπ' αριθ. 7/18.3.1828 παραχωρητήριο, που εκδόθηκε από το Υπουργείο Οικονομικών της Προσωρινής Διοίκησης της Ελλάδος, παραχωρήθηκε κατόπιν δημοπρασίας σε δέκα ιδιώτες αντί τιμήματος 63.500 γροσίων, προς τον σκοπό υπερασπίσεως του Μεσολογγίου.
Συγκεκριμένα, με το ανωτέρω παραχωρητήριο, που κατατέθηκε προς φύλαξη στον τότε Συμβολαιογράφο Ναυπλίου Γ. Δ. Π., συνταγείσης σχετικώς της υπ' αριθ. 810/10.6.1904 πράξεως του ως άνω συμβολαιογράφου: "Το Υπουργείον των Οικονομικών δηλοποιοί ότι κατά τον υπ' αρ. ΝΓ' νόμον περί εκποιήσεως μέρους εθνικών κτημάτων και υπ' αρ. 1191 προβούλευμα του Σεβ.
Βουλευτικού, διάταξιν του Σεβ. Εκτελεστικού υπ' αρ. 16817 και αναφοράν εκ μέρους των Εθνικών κτημάτων Εκποιητικής επιτροπής υπ' αριθ. 117, ήτοις αυτολεξεί περιέχη τα επόμενα. Η επί της εκποιήσεως των Εθνικών κτημάτων επταμελής επιτροπή συσταθείσα δυνάμει της υπ' αριθ. 16817 και ημέραν 6 Φεβρουάριου διαταγής της Σεβ.
Διοικήσεως, κατ' εφαρμογήν του υπ' αριθ. ΝΕ περί εκποιήσεως νόμου, γνωστοποιεί το έγγραφον ότι εξέθεσεν εις δημοπρασίαν δια προκηρύξεως της υπ' αρ. 116 και ημέραν Α' Μαρτίου, το τζιφλίκι καλούμενον Τσιβέριον με τα οσπίτια και αμπέλια του και με τα έκπαλαι όριά του, ολόκληρον, κείμενον εις την επαρχίαν Ναυπλίου, το οποίον δια τοιχοκολλήτων εγγράφων εκηρύχθη εκποιητητόν, ημέρας.
Κατά δε την υπ. αριθ. 17507 διαταγήν της Σεβ. Διοικήσεως και την υπ' αριθ. 4745 και ημέραν Πέμπτην Μαρτίου διαταγήν του Υπουργείου, εξέθεσεν αύθις δια προκηρύξεως υπ' αριθ. 63 της αυτής ημέρας. Το ειρημένον ζευγολατίον Τζιβέριον, κείμενον εις την επαρχία Ναυπλίου εκτεινόμενον εις τρία χωρία. Το μεν πέρα Τζιβέρι ονομαζόμενον περιέχει εξακόσια ερείπια με τοίχους ασβεστοκτίστους, έναν πύργον σκεπασμένον και εν μέρος ξέσκεπον και δεκαπέντε σπιτοκαθησιές, το δε μεσαίον τζιβέρι περιέχει επτά οσπιτοκαθισιές ερείπια, το δε χωρίον Ιζέτμπεη, περιέχει διάφορα ερείπια οσπιτίων, ένα πύργον ξέσκεπον και ασβεστόκτιστον, ένα περίβολον του ιδίου Ιζέτμπεη με μερικούς συκαλώνους.
Το Σύνορον αυτού άρχεται από τους τελευταίους μύλους του Ναυπλίου και επακουμβά εις το επάνω παλαιόκαστρον, επάνωθεν δε έως επ' εκείθεν του παλαιοπύργου, κατεβαίνει εις Κατσίγκρι επηγαίνει εις Κουτομανιασμένην ράχην, εκείθεν άρχεται εις της Φράγγως το πηγάδι και υπάγη εις Μύτικα, εκείθεν αρχίζει η ράχη έως την Βουλιασμένην, υπάγη επάνω εις την Βελανιδιάν έως το Κάστρο και καταβαίνη έως το γεφύρι της Ανδρίτζενης, εκείθεν υπάγη έως την τοποθεσίαν αναβαίνει εις εν κλήμα και αρχίζει την ράχην έως εις το Χαρδαλάμι και πάνω, τον ζυγόν έως τον προφήτην Ηλίαν, ακολουθεί δε τον ζυγόν έως εις το παράλιον και έως εις τους αυθεντικούς μύλους.
Εις ταύτην την περιφέρειαν η μπορούν να έβγουν χωράφια ποτιστικά στρεμμάτων τρεις χιλιάδες σχεδόν, νερόν τρεχούμενον ιδικόν του. Το κτήμα τούτο εν τάξει δεν ενοικιάσθη εις τον παρόντα χρόνον εσυμφωνήθη να μένη εις την κυριότητα των αγοραστών από την 8 Μαρτίου καθ' ην επωλήθη. Το οποίο αφού και δια τοιχοκολλητών εγγράφων και δια του κήρυκος εκηρύχθη αύθις, επεμελήθη και ήσκησε της τελευταίας ημέρας εις Γεν.
Δημοπρασίαν, απεφασίσθη την ογδόην Μαρτίου του χιλιοστού οκτακοσιοστού εικοστού έκτου έτους προς τους κυρίους Σ. παπά Α., Μ. Ι., Ε. Ξ., Ν. Μ., Α. Γ., Ι. ιατρόν, Ι. Χ., Β. Δ., Δ. Μ. και Ν. Λ., ενεχομένους εις δέκα ισόμετρα μερίδια, ως προσφέροντας δια τάληρα κολωνάτα πέντε χιλιάδες διακόσια ενενήκοντά εν και δύο τρίτα αρ. 5291. 2/3 συμφωνηθέν δια γρόσσια εξήντα τρεις χιλιάδες και πεντακόσια 63.500, τα δε λογαριασθέντα εις γρόσια δώδεκα το τάλληρον και εξεποιήθη τούτοις, τα οποία εμετρήθησαν παρά του αγοραστού εις το Εθνικόν Ταμείον, δια να αποστέλλονται εις ανάγκην της υπερασπίσεως του Μεσολογγίου, τα δε άλλα παρελήφθησαν παρά της Επιτροπής εις διαταγάς της Διοικήσεως, πληρωτέας δε και παρά του Εθνικού Ταμείου κατά την ενώπιον του Προέδρου αυτής και συνεψηφίσθησαν εις τον αυτόν λογαριασμόν.
Προκειμένου λοιπόν το έξοχον Υπουργείον της Οικονομίας να εκδώση το επίκυρον έγγραφον της ιδιοκτησίας και να το εγχειρίση εις τον κύριον Σ. Π. Α. ως παρουσιασθέντα εκ μέρους των ειρημένων αγοραστών και αντίγραφα επικεκυρωμένα προς τους λοιπούς των ειρημένων αγοραστών και αντίγραφα επικεκυρωμένα προς τους λοιπούς ενεχομένους, όπως αναγνωριζόμενοι και αυτοί νόμιμοι αγορασταί και κύριοι του εκποιηθέντος μεταχειρίζονται τούτο κατά την ιδίαν θέλησιν και έχοντες αυτοί τε και οι μετ' αυτούς κατιόντες.
Δυνάμει λοιπόν των προειρημένων ταμειακών καταθέσεων, δίδει εις την κυριότητα το ρηθέν ζευγολατείον, και με την προλεχθείσαν περιοχήν, και με όλα τα εν αυτώ περιεχόμενα των διαληφθέντων κυρίων. Διό και έχουσι το δικαίωμα αυτοί τε και οι μετ' αυτούς κληρονόμοι, να εξουσιάζουσι το ρηθέν ζευγολατείον και εις την προλεχθείσαν περιοχήν ως κυρίαν ιδιοκτησίαν των, και έκτοτε παρ' ουδενός ενεχόμενοι και την έκτασιν τούτου.
Εις εκτέλεσιν δε και εξεδόθη το παρόν έγγραφο ιδιοκτησίας, εν και δόντες εις χείρας του προς βεβαίωσιν. Τω χιλιοστώ οκτακοσιοστά) εικοστά) έκτω έτει τη δεκάτη ογδόη Μαρτίου εν Ναυπλίω. Εν τη εννοία του Υπουργού [τ.ε.] Ο Γενικός Γραμματέας Νικόλαος Οικονόμου Προσωρινή Διοίκησις της Ελλάδος το Εκτελεστικόν σώμα...".
Το ανωτέρω παραχωρητήριο, το οποίο δεν προβάλλεται ότι ανακλήθηκε, είναι έγκυρο σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 10 § 3 του Ν. 3208/2003, σύμφωνα με το οποίο παραχωρητήρια εκδοθέντα από το Υπουργείο της Οικονομίας της Προσωρινής Διοίκησης της Ελλάδος κατά τα έτη 1822 έως 1833, εφόσον δεν ανακλήθηκαν, θεωρούνται έγκυρα και ισχυρά, ανεξάρτητα εάν εκδόθηκαν ή όχι ανανεωτικοί τίτλοι από το Ελεγκτικό Συνέδριο.
Με το παραχωρητήριο δε αυτό το μεγαλύτερο μέρος του σημερινού χωριού Κιβερίου (Τζιβερίου) και της ευρύτερης περιοχής του, όπως αυτή αποτυπώνεται στον προσκομιζόμενο χάρτη του τότε μηχανικού Ν. Φ., παραχωρήθηκε από το παρεμβαίνον σε ιδιώτες, μεταξύ των οποίων και ο Ν. Μ. ή Μ.
Κατά το έτος 1854 το ανωτέρω τσιφλίκι διαιρέθηκε σε δέκα μερίδια (Α έως I), τα οποία διανεμήθηκαν μεταξύ των αρχικών αγοραστών ή των κληρονόμων τους με το υπ' αριθ. 104/1854 διανεμητήριο συμβόλαιο και προς τούτο συντάχθηκε κατά το ίδιο έτος ο ανωτέρω χάρτης του τότε μηχανικού Ν. Φ., σύμφωνα με τον οποίο το εμφαινόμενο υπό τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα (ΣΤ) περιήλθε στον αρχικό αγοραστή Ν.
Μ. Ακολούθως, με το υπ' αριθ. .../1872 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Άργους Α. Μ., που έχει μεταγράφει νόμιμα, ο υιός του Ν. Μ. Ι. πώλησε ένα τμήμα του ανωτέρω μεριδίου (Στ) στον Γ. Α. Γ., δηλώνοντας ότι είχε περιέλθει στην αποκλειστική κυριότητα του από διανομή που έκανε με τον αδελφό του Δ. Ν. Μ. με το υπ' αριθ. .../1867 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Σ.
Ζ. Ειδικότερα, με το ανωτέρω υπ' αριθ. .../1874 συμβόλαιο ο Ι. Ν. Μ. πώλησε στον Γ. Α. Γ. "εν ιδιόκτητον αυτού βοϊδολίβαδον, περιέχον δένδρα άγρια και τόπον άγριον, κατά το σχεδιάγραμμα ή χάρτη του πρώην γεωμέτρου Αργολιδοκορινθίας Νικολ. Φωτομάρα, κείμενον εις θέσιν Βοϊδολίβαδον της περιφέρειας του χωρίου Κυβερίου του Δήμου Άργους και συνορευόμενον ανατολικώς με δρόμον και εκκλησίαν του χωρίου Κυβερίου, δυτικώς με αγρόν των κληρονόμων Π.
Κ., αρκτικώς με δρόμον και αύλακα και μεσημβρινώς με βουνόν Αναβρυτάρι". Ωστόσο, η αγορά της ανωτέρω εκτάσεως έγινε με χρήματα, που είχαν δοθεί στον Γ. Γ. (επονομαζόμενο και Α.) από τον αιτούντα - καθ' ού η παρέμβαση με τη συμφωνία να πραγματοποιηθεί η αγορά στο όνομά του. Για τον λόγο αυτό συντάχθηκε στη συνέχεια το υπ' αριθ. 11426/10.1.1884 "δηλωτικό" του ιδίου ως άνω Συμβολαιογράφου Άργους Α.
Μ., που έχει μεταγραφεί νόμιμα, με το οποίο ο Γ. Α. Γ. δήλωσε ότι είχε κάνει την ως άνω αγορά για λογαριασμό και με χρήματα του αιτούντος - καθ' ού η παρέμβαση Ιερού Ναού Τιμίου Προδρόμου Κιβερίου, τον οποίο αναγνώριζε αποκλειστικό κύριο και κάτοχο της εν λόγω εκτάσεως. Ο αιτών - καθ' ού η παρέμβαση, έχοντας την ειλικρινή πεποίθηση ότι απέκτησε την κυριότητα (και κατά μείζονα λόγο ότι με την κτήση της νομής δεν προσβάλλει κατ' ουσίαν το δικαίωμα τρίτου), νεμόταν έκτοτε συνεχώς και αδιαλείπτως το επίδικο ως τμήμα της περιγραφόμενης στο δηλωτικό έκτασης, ασκώντας με διάνοια αποκλειστικού κυρίου όλες τις εμφανείς υλικές πράξεις, που προσιδίαζαν στη φύση και τον προορισμό της, χωρίς να ενοχληθεί ή να αμφισβητηθεί το δικαίωμά του από οποιονδήποτε, ούτε και από το παρεμβαίνον Ελληνικό Δημόσιο.
Συγκεκριμένα, την μεν καλλιεργήσιμη έκταση την εκμίσθωνε αρχικά σε τρίτους (προς καλλιέργεια) και στη συνέχεια (από το έτος 1960 και εφεξής) την πώλησε τμηματικά σε κατοίκους της περιοχής προς ανοικοδόμηση, το δε επίδικο, καθώς και το όμορο αυτού ακίνητο (με ΚΑΕΚ 020340402009/0/0), που είναι ανεπίδεκτα καλλιέργειας, τα επιτηρούσε και τα προστάτευε από προσβολές τρίτων, εκδηλώνοντας έτσι τη βούλησή του να τα εξουσιάζει σαν δικά του.
Και ενώ έτσι είχαν τα πράγματα, ο αιτών - καθ' ού η παρέμβαση παρέλειψε κατά την κτηματογράφηση να υποβάλει την κατά νόμον δήλωση ιδιοκτησίας, ενώ το παρεμβαίνον υπέβαλε (εκπρόθεσμως) την υπ' αριθ. 5437/16.9.2002 δήλωση και εν συνεχεία την υπ' αριθ. πρωτ. 626/3.3.2003 ένσταση κατά των αναρτηθέντων στοιχείων της β' ανάρτησης της κτηματογράφησης, με τις οποίες ισχυρίσθηκε ότι, το ανωτέρω περιγραφόμενο δασικό τμήμα του επιδίκου συμπεριλαμβάνεται στις δασικές εκτάσεις της ανατολικής πλευράς του Δημοτικού Διαμερίσματος Κιβερίου, που ανήκουν κατά τεκμήριο στην κυριότητά του, δηλώνοντας ταυτόχρονα ότι για τις δασικές εκτάσεις της δυτικής πλευράς του ως άνω δημοτικού διαμερίσματος δεν υπέβαλε δήλωση, ούτε και είχε την πρόθεση να υποβάλει ένσταση, διότι αυτές έχουν αναγνωρισθεί ως ιδιωτικά δάση και δασικές εκτάσεις με αποφάσεις του Υπουργείου Γεωργίας.
Οι ανωτέρω δήλωση και ένσταση δεν έγιναν δεκτές, με αποτέλεσμα το επίδικο να εμφανίζεται στις πρώτες εγγραφές ως "αγνώστου ιδιοκτήτη". Ωστόσο, η ανωτέρω κτηματολογική εγγραφή είναι ανακριβής και επιτρέπει νομικώς να θεωρείται το επίδικο μετά την οριστικοποίηση των πρώτων εγγραφών στα κτηματολογικά βιβλία ως ανήκον στην κυριότητα του παρεμβαίνοντος Ελληνικού Δημοσίου, ενώ:
α) αυτό περιλαμβάνεται σε έκταση, για την οποία εκδόθηκε παραχωρητήριο από το Υπουργείο Οικονομικών της Προσωρινής Διοίκησης της Ελλάδος κατά το έτος 1828 και, συνεπώς, δεν θεωρείται δημόσια, διότι υπάγεται στις περιπτώσεις του άρθρου 10 του Ν. 3208/2003 (άρθρο 2 § 3 του Ν. 998/1979, που προστέθηκε με το άρθρο 32 § 3 του Ν. 4280/2014) και β) σε κάθε περίπτωση το επίδικο, ανεξαρτήτως της μορφολογίας του, το νεμήθηκε ο αιτών - καθ ού η παρέμβαση με διάνοια κυρίου και καλή πίστη συνεχώς από το έτος 1884 και μέχρι την 11.9.1915, δηλαδή για χρονικό διάστημα τριάντα (30) και πλέον ετών και, επομένως, σύμφωνα και με όσα αναπτύσσονται στη μείζονα σκέψη, απέκτησε την πλήρη και αποκλειστική κυριότητα του με έκτακτη χρησικτησία κατά το προϊσχύσαν βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο, η οποία δεν καταλύθηκε μέχρι τον κρίσιμο χρόνο έναρξης του Κτηματολογίου στην περιοχή, όπως αυτός καθορίσθηκε με τη σχετική απόφαση του ΟΚΧΕ (27.6.2005, άρθρο 6 § 3 του Ν. 2664/1998, όπως ίσχυε πριν από την προσθήκη των διατάξεων της περίπτωσης στ'με το άρθρο 37 § 2 του Ν. 4315/2014, ΦΕΚ Α' 269/24.12.2014 και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, ενόψει του ότι η υπόθεση είχε συζητηθεί κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού (βλ.
Δ. Παπαστερίου, Κτηματολογικά Δίκαιο, σελ. 762, ΕφΑΘ 618/2015, ΕφΛαρ 179/2012, ΕφΠατρ 226/2012, ΕφΘρακ 96/2015 ΤΝΕΙ Νόμος), διότι το παρεμβαίνον Ελληνικό Δημόσιο ουδέποτε άσκησε πράξεις νομής επί του επιδίκου μέχρι την υποβολή της υπ' αριθ. 5437/16.9.2002 δήλωσης ιδιοκτησίας και της υπ' αριθ. πρωτ. 626/3.3.2003 ένστασης κατά των αναρτηθέντων στοιχείων της β' ανάρτησης της κτηματογράφησης, οι οποίες, εξάλλου, δεν ήταν ικανές να οδηγήσουν σε απώλεια της νομής του αιτούντος - καθ' ού η παρέμβαση, απορριπτομένων ως ουσιαστικά αβάσιμων των πρώτου, δεύτερου και τέταρτου λόγων έφεσης, οι οποίοι στην ουσία αποτελούν έναν ενιαίο λόγο έφεσης, σύμφωνα με τον οποίο το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι, του ανήκει η κυριότητα του επιδίκου.
Τέλος, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της απόφασης, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος και ο τρίτος λόγος έφεσης, σύμφωνα με τον οποίο εσφαλμένα επί του επιδίκου η εκκαλουμένη εφάρμοσε το Α.Ν. 1539/1938 και Ν.Δ. 86/1969. ...". Με τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Εφετείο Ναυπλίου δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του Ελληνικού Δημοσίου, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε κρίνει ομοίως και είχε δεχθεί ως και κατ'ουσίαν βάσιμη την αίτηση του αιτούντος και διατάξει την αιτούμενη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Άργους, ώστε αντί της εσφαλμένης καταχώρησης ως "αγνώστου ιδιοκτήτη" να αναγραφεί ο ίδιος ως ιδιοκτήτης επί του αμφισβητηθέντος από το κυρίως παρεμβαίνον, Ελληνικό Δημόσιο, επιδίκου ακινήτου με ΚΑΕΚ 020340402010/0/0 απορρίπτοντας την κυρία παρέμβαση ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, το Εφετείο δέχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο, ως τμήμα μεγαλύτερης έκτασης, έπαψε να αποτελεί δημόσια έκταση από το έτος 1828 , που παραχωρήθηκε με, εκδοθέν από το Υπουργείο Οικονομικών της Προσωρινής Διοίκησης της Ελλάδας, παραχωρητήριο σε ιδιώτες. Ότι το παραχωρητήριο αυτό είναι έγκυρο, ως μη ανακληθέν.
Ότι σε κάθε περίπτωση το επίδικο νεμήθηκε ο αιτών - αναιρεσίβλητος με διάνοια κυρίου και καλή πίστη από το έτος 1884 (δηλαδή για χρονικό διάστημα τριάντα και πλέον ετών μέχρι την 11.9.1915) και εντεύθεν, μέχρι το χρόνο έναρξης του Κτηματολογίου στην περιοχή όπου αυτό βρίσκεται (27.6.2005), ασκώντας τις προσιδιάζουσες στη φύση του διακατοχικές πράξεις και συγκεκριμένα, επειδή ήταν ανεπίδεκτο καλλιέργειας, το επιτηρούσε και το προστάτευε από προσβολές τρίτων, έχοντας αποκτήσει την κυριότητα αυτού με έκτακτη χρησικτησία.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Βυζαντινορωμαϊκού Δικαίου και του Α.Κ. περί κτήσης της κυριότητας επί ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία, αλλά και αυτές του 10 παρ. 3 του Ν. 3208/2003 και 2 παρ. 3 του ν. 998/1979 που εφάρμοσε, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά από αυτό και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στη νομική σκέψη, που προηγήθηκε και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα ότι το επίδικο ακίνητο είχε εκφύγει της κυριότητας του αναιρεσείοντος από το έτος 1828 με την έκδοση έγκυρου και μη ανακληθέντος παραχωρητηρίου, ενώ σε κάθε περίπτωση ο αιτών άσκησε πράξεις νομής με διάνοια κυρίου και καλή πίστη σε αυτό από το έτος 1884, ήτοι για μία τριακονταετία και πλέον πριν από τις 11-9-1915 και απέκτησε έτσι αυτός (αναιρεσίβλητος) κυριότητα σε αυτό με έκτακτη χρησικτησία.
Οι αιτιολογίες της προσβαλλομένης καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, αφού εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο ότι αποδείχτηκαν και αυτές στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα ότι ο αναιρεσίβλητος απέκτησε την κυριότητα του επίδικου ακινήτου σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις.
Συνεπώς, όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον με τους πρώτο (κατά το πρώτο σκέλος) και τέταρτο λόγους της αίτησης αναίρεσης, αποδίδοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. με εσφαλμένη εφαρμογή καθώς και την από τον αρ.19 του ίδιου άρθρου πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς τα παραπάνω ουσιώδη ζητήματα είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Εξάλλου, με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης το αναιρεσείον, Ελληνικό Δημόσιο, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Ειδικότερα, αιτιάται το αναιρεσείον ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό του ιδίας κυριότητας στο επίδικο ακίνητο.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος κατά τα εκτιθέμενα στην προηγούμενη νομική σκέψη, εφόσον στην παρούσα ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, στην οποία ισχύει το ανακριτικό σύστημα συλλογής των αποδείξεων, δεν ιδρύεται η αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ. Σε κάθε περίπτωση και σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί αναλυτικά προηγουμένως, το Δικαστήριο της ουσίας ερεύνησε όλους τους ουσιώδεις ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος και τους απέρριψε καταλήγοντας σε διαφορετικό πόρισμα από εκείνο, που το αναιρεσείον υποστηρίζει.
Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Για τη θεμελίωση του αμέσως πιο πάνω αναιρετικού λόγου απαιτείται η προσκομιδή από τον αναιρεσείοντα στον Άρειο Πάγο του εγγράφου, το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του, φέρεται ότι παραμορφώθηκε, προκειμένου να εκτιμηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, το περιεχόμενό του ως προς τη διαπίστωση της βασιμότητας του σφάλματος του δικαστηρίου της ουσίας.
Διαφορετικά ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος (ή αναπόδεικτος). Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του με αριθμό 7/18-3-1826 παραχωρητηρίου του Υπουργείου Οικονομικών της Προσωρινής Διοίκησης της Ελλάδος, με το να δεχθεί, από εσφαλμένη ανάγνωσή του, ότι δυνάμει αυτού παραχωρήθηκε σε ιδιώτες το επίδικο ως τμήμα μείζονος έκτασης.
Ο εξεταζόμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αλλιώς, αναπόδεικτος, εφόσον το αναιρεσείον δεν προσκομίζει το επίμαχο παραχωρητήριο.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.10 του ΚΠολΔ., που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά (Α.Π. 78/2015). Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο οδηγήθηκε στο αποδεικτικό του πόρισμα χωρίς απόδειξη. Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο στην παραδοχή του για την ουσιαστική βασιμότητα της αίτησης κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, όλων των αποδεικτικών μέσων, δηλαδή των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, τα οποία με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι.
Έτσι, στην παραδοχή του αυτή το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και ο παραπάνω από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Παρεκτός του ότι είναι απαράδεκτος, αφού οι διαλαμβανόμενες στο λόγο αυτόν αιτιάσεις, υπό το πρόσχημα του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ. πλήττουν την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία δεν υπόκειται σε ακυρωτικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός, καθώς και η αναίρεση στο σύνολό της πρέπει να απορριφθούν, ενώ το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, λόγω της ήττας του (άρθρ. 183 και 176 ΚΠολΔ) πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία όμως θα καταλογισθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 του Ν.3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ.18 του ΕισΝΚΠολΔ και όπως τούτο ισχύει, μετά την υπ' αριθμ.134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11/20.1.1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ.12 του Ν.1738/1987.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-07-2020 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 231/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18-11-2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10-12-2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ