Supreme Court dismisses appeal against property ownership judgment due to lack of evidence and insufficient reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a lower court ruling on property ownership. The State argued the trial court erred by accepting unproven claims and failed to provide sufficient reasoning regarding the acquisition of title. The court rejected these claims, stating the lower court relied on witness testimonies and documents, and that the appeal's arguments regarding evidentiary gaps and reasoning deficiencies were unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 34, 35, 62, 73, 313(1)(d) and 286 et seq. of the Code of Civil Procedure; Article 558: An appeal against a final judgment is inadmissible if the death of a party occurred after the judgment became final, rendering the appeal procedurally improper.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 78 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 78/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ι. Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Παναγιώτη Αθανασούλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Σ. Μ. του Κ., 2)Δ. Μ. του Σ., 3)Κ. Μ. του Σ., 4)Α. Μ. του Σ., κατοίκου ..., 5)Α. Μ. του Ι., 6)Ι. Μ. του Α., κατοίκων ..., 7)Ι. Μ. του Γ., 8)Δ. Μ. του Γ., 9)Σ. χας Γ. Μ., το γένος Π. Μ., κατοίκων ..., 10)Χ. Μ. του Ε., 11)Α. Μ. του Ε., κατοίκων ..., 12)Μ. χας Χ. Μ., 13)Δ. Μ. του Χ., κατοίκων ..., 14)Δ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., και 15)Ε. Γ. του Β., κατοίκου .... Οι 2ος, 3ος, 4η, 6ος, 7ος, 8ος, 9η, 10η, 11η, 12η, 13ος και 15ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γ. Γανωτή, ο οποίος δήλωσε ότι: Α)ο 1ος απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τους α)Ε. Μ. χήρα Σ. Μ., β)Δ. Μ. του Σ., γ)Κ. Μ. του Σ. και δ)Α. Μ. του Σ., ..., Β)ο 5ος απεβίωσε και κληρονομήθηκε από την Α. χήρα Μ. Α., κατοίκου ..., και Γ)ο 14ος απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τους α)Α. Κ., το γένος Γ. Γ., β)Ι. Κ. του Δ. και γ)Α. - Ε. Κ. του Δ., οι οποίοι συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από τον ίδιο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/5/2010 αγωγή των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 30/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 52/2013 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22/11/2013 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 20/9/2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 34, 35 ΑΚ, 62, 73, 313 παρ.1 περ.δ' Κ.Πολ.Δ. σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 286 επ. του ίδιου κώδικα, που κατ' άρθρον 573 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη, προκύπτει ότι σε περίπτωση αποβιώσεως κάποιου διαδίκου πριν από την αμετάκλητη περάτωση της δίκης, αν ο θάνατος επέλθει μετά την έκδοση της οριστικής αποφάσεως, οπότε δεν υπάρχει εκκρεμής δίκη ούτε στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για διακοπή και επανάληψη της δίκης, το ασκούμενο ένδικο μέσον της αναιρέσεως κατά της αποφάσεως αυτής από τον αντίδικο του αποβιώσαντος πρέπει να απευθύνεται σύμφωνα με το άρθρο 558 Κ.Πολ.Δ.
κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος. Αν απευθύνεται κατά του τελευταίου είναι απαράδεκτο υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο αναιρεσείων πριν από την άσκηση της αναίρεσης είχε λάβει γνώση με οποιονδήποτε τρόπο του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ' αυτών την αναίρεση.
Η απευθυνόμενη κατά του αποβιώσαντος αναίρεση χωρίς ο αναιρεσείων να γνωρίζει το θάνατο του αντιδίκου του, δεν είναι απαράδεκτη, νόμιμα δε χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης, ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων Σ. Μ. του Κ., απεβίωσε την 17-5-2013 δηλαδή μετά την προφορική συζήτηση της υπόθεσης (22-3-2013) μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη οριστική απόφαση και πριν από την δημοσίευση αυτής, κληρονομήθηκε δε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του Ε.
Μ. και τα τέκνα του Δ., Κ. και Α. Μ.. Περαιτέρω από τα ίδια έγγραφα προκύπτει ότι ο πέμπτος των αναιρεσιβλήτων Α. Μ. και ο δέκατος τέταρτος τούτων Δ. Κ. απεβίωσαν αντίστοιχα την 30-8-2011 και 20-1-2011 δηλαδή πριν από την προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο Εφετείο (22-3-2013) χωρίς να γίνει στη δίκη εκείνη γνωστοποίηση του θανάτου, ώστε να επέλθει η διακοπή της δίκης, κληρονομήθηκαν δε εξ αδιαθέτου ο μεν Α.
Μ. από τη σύζυγό του Α., ο δε Δ. Κ. από τη σύζυγό του Α. και τα τέκνα του Ι. και Α. Κ.. Από τις προσκομιζόμενες ληξιαρχικές πράξεις θανάτου και τα πιστοποιητικά πλησιεστέρων συγγενών προκύπτει ο θάνατος των παραπάνω διαδίκων, καθώς και οι συγγενικές σχέσεις που στηρίζουν τις κληρονομικές διαδοχές, περιστατικά τα οποία άλλωστε δεν αμφισβητούνται από το αναιρεσείον (άρθρο 261 Κ.Πολ.Δ.).
Από κανένα όμως αποδεικτικό μέσον προκύπτει ότι το τελευταίο γνώριζε κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης το θάνατο των προαναφερομένων αντιδίκων του, οι δε εξ αδιαθέτου κληρονόμοι τους παρίστανται νομίμως στη θέση των κληρονομηθέντων διαδίκων, εκπροσωπούμενοι από πληρεξούσιο δικηγόρο, νομοτύπως διορισμένο, και δηλώνουν ότι συνεχίζουν τη δίκη και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης, Επομένως η αίτηση αναίρεσης είναι έγκυρη και κατά το μέρος που στρέφεται κατά διαδίκων, που είχαν αποβιώσει πριν από την άσκηση της και νομίμως χωρεί η συζήτηση επί της αναίρεσης και ως προς αυτούς.
Επειδή η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής ελέγχεται ως παραβίαση από τους αριθμούς 14 ή 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
Ειδικότερα αν τυχόν το δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα μη διαλαμβανόμενα στο αγωγικό δικόγραφο και ασκούντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα αν και διαλαμβάνονταν στην αγωγή, τότε ιδρύεται ο προβλεπόμενος από τον αρ. 8 του ίδιου άρθρου λόγος αναίρεσης.
Αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα δικαίου πραγματικά γεγονότα τότε ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 14 του προαναφερόμενου άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Σε κάθε όμως περίπτωση η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργείται λόγος αναιρέσεως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά τη δημόσια τάξη.
Ο ισχυρισμός για αοριστία της αγωγής προτεινόμενος ή επαναφερόμενος ενώπιον του Εφετείου δεν αρκεί να αναφέρει ότι η αγωγή είναι αόριστη, αλλά πρέπει να αναφέρει τις συγκεκριμένες αοριστίες σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά, που είναι απαραίτητα για τη στήριξη του αγωγικού δικαιώματος, εξαιτίας των οποίων δεν παρέχεται η δυνατότητα στον εναγόμενο να αμυνθεί, για να είναι δε ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι προβλήθηκε παραδεκτώς στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκε στο δευτεροβάθμιο ο περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμός.
Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1, α και β Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωση της αγωγής, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου και όχι αορίστου, διαφορετικά το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεκτική εκτέλεσης.
Προκειμένου ειδικότερα περί αναγνωριστικής της κυριότητας ακινήτου αγωγής απαιτείται για το ορισμένο αυτής και ακριβής περιγραφή του επιδίκου ακινήτου δηλαδή ο προσδιορισμός του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια, τόσον λεπτομερής ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία προς την ταυτότητά του. 'Όταν το επίδικο ακίνητο φέρεται στην αγωγή ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, ο ενάγων έχει υποχρέωση εκτός από την έκταση του επιδίκου τμήματος, να προσδιορίσει τη θέση του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο, έτσι ώστε να είναι δυνατόν ο εναγόμενος να αντιτάξει άμυνα περί συγκεκριμένου επιδίκου αντικειμένου και το δικαστήριο να τάξει το προσήκον θέμα αποδείξεως.
Τέτοια δε περιγραφή του ακινήτου μπορεί να γίνεται και με αποτύπωσή του σε τοπογραφικό διάγραμμα υπό κλίμακα, από το οποίο προκύπτουν πλην του σχήματος, των πλευρών του, η θέση του, ο προσανατολισμός του και το εμβαδόν του, εφόσον το τοπογραφικό διάγραμμα ενσωματώνεται στην αγωγή. Δεν είναι όμως αόριστο το δικόγραφο της αγωγής, στο οποίο δεν αναφέρεται η ακριβής έκταση του επιδίκου, οι πλευρικές του διαστάσεις ή δεν κατονομάζονται οι γείτονες, εφόσον και χωρίς τα στοιχεία αυτά δε δημιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητά του.
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο αντίγραφο της ένδικης αγωγής των αναιρεσιβλήτων και το ενσωματωμένο σ' αυτήν τοπογραφικό διάγραμμα από 1-6-2005, που συντάχθηκε από την ΕΠΕ Οικοδάσος, και εκτιμάται ως διαδικαστικό έγγραφο από τον Άρειο Πάγο κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., τα επίδικα ακίνητα περιγράφονται ως τμήματα του ιδιόκτητου αγροκτήματος (τσιφλίκι) Δουβλατάν επιφάνειας 25.000 στρεμμάτων περίπου, που συνορεύει με τις κτηματικές περιοχές των χωρίων Λουτρό, Ζάρκο, Άγιος Δημήτριος, Πέτρινο και Καρλίγκα και ειδικότερα:
α) Το πρώτο από αυτά με το όνομα "Στρατώνας" που βρίσκεται, στην κτηματική περιφέρεια του οικισμού Μεσοράχη παλαιά ονομασία "Δουβλατάν" του δημοτικού διαμερίσματος Πέτρινου του δήμου Φύλλου, έχει έκταση 1011,40 στρεμμάτων, και συνορεύεται ανατολικά με αγρόκτημα "Μάνδρα Γκόγκου" ιδιοκτησίας κληρονόμων Ι. Δ.
Μ., δυτικά με αγροκτήματα Ν. Π. και Ν. Ρ., νότια με ρέμα και πέραν αυτού με αγρόκτημα αδελφών Δ. και ήδη αδελφών Μ. και βόρεια με κτηματική περιφέρεια πρώην κοινότητας Πηνειάδας, όπως ακριβέστερα προσδιορίζεται στο υπό χρονολογία 1-9-2005 ενιαίο και των τριών συνεχόμενων αγροκτημάτων μας τοπογραφικό σχεδιάγραμμα της εταιρίας μελετών "Ε.Π.Ε.-ΟΙΚΟΔΑΣΟΣ" με τις συντεταγμένες κορυφές και το μήκος των μεταξύ αυτών διαστημάτων, όπως το μήκος αυτό αποτυπώνεται στο σχεδιάγραμμα, ήτοι με τις κορυφές 100 έως 106, 64 έως 99, 51, 107 έως 135 και 100.
Το αγρόκτημα αυτό αποτελείται από χορτολίβαδο έκτασης 774,54 στρεμμάτων και τρεις αγρούς ευρισκομένους εντός αυτού, συνολικής έκτασης 236,84 στρεμμάτων, ήτοι α) αγρόν υπ' αριθμ. 1 του σχεδιαγράμματος που βρίσκεται στη θέση "Λούτσα", εντός του αγροκτήματος, εκτάσεως 48,05 στρεμμάτων που ορίζεται με τις υπ' αριθμ. 71, 319 έως 325, 128 έως 125, 326 έως 328, και 77 έως 71 τριγωνομετρικές κορυφές του ιδίου σχεδιαγράμματος, β) αγρόν υπ' αριθμ. 2 του σχεδιαγράμματος που βρίσκεται στη θέση "Γενολείβαδο", εντός του αγροκτήματος, εκτάσεως 188,73 στρεμμάτων που ορίζεται με τις υπ' αριθμ. 88, 329 έως 353, 118, 354 έως 364, 112 έως 107, 51, 99 έως 94, 365 έως 369, 288 και 91 έως 86 τριγωνομετρικές κορυφές του ιδίου σχεδιαγράμματος, και γ) αγρόν υπ' αριθμ. 3 του σχεδιαγράμματος που βρίσκεται στη θέση "Αγροσυκιές", εντός του αγροκτήματος, εκτάσεως 2,06 στρεμμάτων που ορίζεται με τις υπ' αριθμ. 370, 116, 115, 371, 372 και 370 τριγωνομετρικές κορυφές του ιδίου σχεδιαγράμματος.
β) Το δεύτερο αγρόκτημα, που βρίσκεται στη θέση υπό το όνομα "Μάνδρα Γκόγκου" της ιδίας κτηματικής περιφέρειας του οικισμού Μεσοράχη του δημοτικού διαμερίσματος Πέτρινου του Δήμου Φύλλου Νομού Καρδίτσας, ολικής εκτάσεως 1.030,06 στρ. και συνορεύεται βόρεια με περιφέρεια πρώην Κοινότητας Πηνειάδος (Ζ. Μ.) νομού Τρικάλων, δυτικό και ανατολικά με αγροκτήματα υπό το όνομα "Στρατώνας" και "Σπηλιά" αντίστοιχα και νότια με αγρόκτημα Π.
και Π., όπως ακριβέστερα ορίζεται στο προαναφερόμενο υπό χρονολογία 1-9-2005 σχεδιάγραμμα με τις συντεταγμένες κορυφές 51 έως 61, 37 έως 18, 62 έως 99 και 51 αποτελείται από βοσκότοπους 859,33 στρεμμάτων και 7 αγρούς ολικής έκτασης 170,73 στρεμμάτων που βρίσκονται σε διάφορες θέσεις εντός του αγροκτήματος και ειδικότερα:
α.- αγρόν υπ' αριθμ. 1 του σχεδιαγράμματος που βρίσκεται στη θέση "Γιδομάντρι" εκτάσεως 43,27 στρεμμάτων και συνορεύεται με τις τριγωνομετρικές κορυφές του σχεδιαγράμματος υπ' αριθμ. 78, 243 έως 264, και 71 έως 78. β.- τμήμα του υπ' αριθμ. 2 αγρού του σχεδιαγράμματος (η συνολική έκταση του υπ' αριθμ. 2 αγρού ανέρχεται στα 81,91 στρέμματα) που βρίσκεται στη θέση "Μάντρα Θωμά" εκτάσεως (του τμήματος) 15,735 στρεμμάτων και συνορεύεται με τις τριγωνομετρικές κορυφές του σχεδιαγράμματος υπ' αριθμ. 272, 273, 274, 275, 276, 277, 278, 272.
γ.- τμήμα επίσης του υπ' αριθμ. 2 αγρού του σχεδιαγράμματος που βρίσκεται στη θέση "Μάντρα Γκόγκου" εκτάσεως 29,39 στρεμμάτων που συνορεύει με τις τριγωνομετρικές κορυφές υπ' αριθμ. 272 έως 269, 286 έως 279 και 272. δ.- τμήμα επίσης του υπ' αριθμ. 2 αγρού του σχεδιαγράμματος που βρίσκεται στη θέση "σύνορο Χ." εκτάσεως 28,38 στρεμμάτων και συνορεύει με τις τριγωνομετρικές κορυφές υπ' αριθμ. 269 έως 265, 287 και 286.
Ο υπ' αριθμόν 2 αγρός έκτασης 81,91 στρέμματα ορίζεται περιμετρικά με τις τριγωνομετρικές κορυφές υπ' αριθμ και αποτελείται από τρία επιμέρους αγροτεμάχια τα β,γ,δ συνολικής έκτασης 73,50 στρ. και από ένα ρέμα μεταξύ του γ και δ τμήματος του οποίου η έκταση της κοίτης των πρανών οριοθετημένη με την τριγ. κορυφή υπ' αριθμ ε.- αγρόν υπ' αριθμ. 3 του σχεδιαγράμματος που βρίσκεται στη θέση "Γελαδαριά" εκτάσεως 5,68 στρεμμάτων και συνορεύεται με τις τριγωνομετρικές κορυφές του σχεδιαγράμματος υπ' αριθμ. 89 έως 91, 288 έως 292 και 89.
στ.- αγρός υπ' αριθμ. 4 του σχεδιαγράμματος που βρίσκεται στη θέση "Μεγάλη Πατωσιά" εκτάσεως 30,87 στρεμμάτων και συνορεύεται με τις τριγωνομετρικές κορυφές του σχεδιαγράμματος υπ' αριθμ. 95, 293 έως 298, 55, 54, 299 έως 305, 96 και 95. ζ.- αγρός υπ' αριθμ. 5 του σχεδιαγράμματος που βρίσκεται στη θέση "Μικρή πατωσιά" εκτάσεως 9,00 στρεμμάτων και συνορεύεται με τις τριγωνομετρικές κορυφές του σχεδιαγράμματος υπ' αριθμ. 306 έως 318 και 306.
και γ) Το τρίτο αγρόκτημα βρίσκεται στη θέση "Σπηλιά" της ίδιας κτηματικής περιφέρειας του οικισμού Μεσοράχη του δημοτικού διαμερίσματος Πέτρινου του Δήμου Φύλλου Νομού Καρδίτσας, ολικής εκτάσεως 1.028,30 στρεμμάτων, συνορεύεται βόρεια με κτηματική περιφέρεια πρώην Κοινότητας Πηνειάδος Νομού Τρικάλων, δυτικά με το αγρόκτημα υπό την επωνυμία "Μάνδρα Γκόγκου", ανατολικά με ιδιοκτησία Α.
Χ. (κτηματικής περιφέρειας κοινότητας Λουτρού Νομού Λάρισας) και νότια με ιδιοκτησία αδελφών Ν. Π., όπως ακριβέστερα προσδιορίζεται στο προαναφερόμενο σχεδιάγραμμα του 2005 με τις συντεταγμένες κορυφές 1 έως 50 και 1 και αποτελείται από βοσκότοπους 848,30 στρεμμάτων και 4 αγρούς ολικής έκτασης 180 στρεμμάτων που βρίσκονται σε διάφορες θέσεις εντός του αγροκτήματος και ειδικότερα:
α. αγρός υπ' αριθμ. 1 του σχεδιαγράμματος που βρίσκεται στη θέση "Γιδομάντρι" εκτάσεως 7,27 στρεμμάτων και συνορεύεται με τις τριγωνομετρικές κορυφές του σχεδιαγράμματος υπ' αριθμ. 24, 136 έως 144, 25, και 24. β. αγρός υπ' αριθμ. 2 του σχεδιαγράμματος που βρίσκεται στη θέση "Μαντρί" εκτάσεως 68,93 στρεμμάτων που ορίζεται με τις τριγωνομετρικές κορυφές υπ'αριθμ. 8,9, 145 έως 181 και 8.
γ. αγρός υπ' αριθμ. 3 του σχεδιαγράμματος που βρίσκεται στη θέση "Παλαιοκόπρι" εκτάσεως 17,48 στρεμμάτων και τα όρια του προσδιορίζονται από τις τριγωνομετρικές κορυφές υπ' αριθμ. 182 έως 192, 32 έως 35 και 182. δ. αγρός υπ' αριθμ. 4 του σχεδιαγράμματος που βρίσκεται στη θέση "Λογγιές" εκτάσεως 86,32 στρεμμάτων και τα όρια του προσδιορίζονται από τις τριγωνομετρικές κορυφές υπ' αριθμ. 38 έως 40,193 έως 208, 44 έως 50, 1, 209 έως 242 και 38.
Από το περιεχόμενο της αγωγής προκύπτει ότι τα επίδικα προσδιορίζονται επαρκώς κατά θέση, εμβαδόν, όρια, εμφαίνονται δε στο ενσωματωμένο σ' αυτήν τοπογραφικό διάγραμμα, στο οποίο αποτυπώνονται με προσδιορισμό ειδικότερα της θέσης, του σχήματος, του είδους και του προσανατολισμού τους, ώστε να μην υπάρχει αμφισβήτηση ως προς την ταυτότητά τους.
Επίσης προσδιορίζεται στην αγωγή το μείζον ακίνητο επιφάνειας 25.000 στρεμμάτων, το οποίο αγόρασε ο απώτερος δικαιοπάροχός των εναγόντων Σ. Π., το 1884 ως τμήμα του τσιφλικίου Δουβλατάν, εντός του οποίου (τμήματος) των 25.000 στρεμμάτων βρίσκονται τα επίδικα.
Συνεπώς το Εφετείο που έκρινε με την προσβαλλομένη απόφασή του ορισμένη την αγωγή και απέρριψε τον περί αοριστίας ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, λόγω μη ακριβούς περιγραφής των επιδίκων και της δημιουργούμενης αμφιβολίας ως προς την ταυτότητά τους από την έλλειψη αυτή, τον οποίο είχε παραδεκτώς προβάλλει ως εναγόμενο στην πρωτοβάθμια δίκη προς απόκρουση της αγωγής και επανέφερε στη δευτεροβάθμια δίκη ως εκκαλούν, με σχετικό λόγο έφεσης, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αρ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., επειδή δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή λόγω αοριστίας, και ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Επειδή κατά τις διατάξεις του ΒΡΔ των νόμων 8 παρ. 1 κωδ. (7.39), 9 παρ. 1, Β (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ. 3 Πανδ. (32.3), που ίσχυαν και στη Θεσσαλία από την απελευθέρωσή της δηλαδή από το έτος 1881, κατά τις οποίες , σύμφωνα με το άρθρο 51 Εισ. Ν.ΑΚ κρίνεται η κτήση κυριότητας, εφόσον τα δικαιογόνα γεγονότα έγιναν κατά το χρόνο που αυτές ίσχυαν ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας με χρησικτησία σε ακίνητα, έστω και αν αυτά ανήκαν στο δημόσιο.
Προϋπόθεση της χρησικτησίας σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές ήταν η άσκηση φυσικής εξουσίας στο ακίνητο επί συνεχή τριακονταετία, με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη δηλαδή με την ειλικρινή πεποίθηση του νομέα ότι δεν προσβάλλει κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 20 παρ. 12, Πανδ. (5.8), 27 Πανδ. (18.1), 10, 18 και 48, Πανδ. (41.3), 3 Πανδ. (41.10) και 109 Πανδ. (50.16), ενώ ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος μπορούσε να συνυπολογίσει το χρόνο των δικαιοπαρόχων του για τη συμπλήρωση του χρόνου της χρησικτησίας, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος του δικαιοπαρόχου του, για την ειδική δε διαδοχή και μάλιστα και για τη μεταβίβαση της νομής του επιδίκου, χρειαζόταν δικαιοπραξία υποβαλλόμενη στον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, σύμφωνα με το ν.
τη' της 26/10-6/11-1856 "περί μεταγραφής κλπ." Άσκηση δε νομής προκειμένου για ακίνητο συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες πάνω στο πράγμα που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει ως δικό του. Ως πράξεις νομής θεωρούνται μεταξύ άλλων η επίβλεψη, η επίσκεψη, η οριοθέτηση, η καλλιέργεια, η εκμίσθωση, η φύλαξη, χωρίς να απαιτείται ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας.
Τη συνδρομή του στοιχείου της καλής πίστης συνάγει ο δικαστής εκ του πράγματος και η κρίση του ότι η νομή ασκήθηκε με καλή πίστη είναι πλήρης και ορισμένη, εμπεριέχουσα καθεαυτή και χωρίς άλλη επεξήγηση την κοινώς κρατούσα έννοιά της κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις. Οι διατάξεις αυτές του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου δεν καταργήθηκαν με το ν.
της 21-6/03-07-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων" στο άρθρο 21 του οποίου ορίζεται ότι "ως προς τον τρόπον κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων κτημάτων εφαρμόζονται εν τω πολιτικώ νόμω διατάξεις". Η τριακονταετία έπρεπε να είχε συμπληρωθεί έως την 11-09-1915, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του ν.
ΔΞΗ/1912 και τα αλλεπάλληλα διατάγματα "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν σε εκτέλεσή του, σε συνδυασμό με το άρθρο 21 του ΝΔ/τος της 22-4/26-05-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", αφού έκτοτε είχε ανασταλεί η λήξη κάθε παραγραφής δικαιωμάτων και του χρόνου χρησικτησίας, από δε την 26-05-1926, που ακόμα ίσχυε η αναστολή αυτή, απαγορεύθηκε η παραγραφή των εμπραγμάτων δικαιωμάτων σε ακίνητα του Δημοσίου και συνεπώς δεν είναι δυνατή η απόκτηση από άλλον κυριότητας σε αυτά με χρησικτησία.
Έτσι οποιοσδήποτε και αν είναι ο χαρακτηρισμός του ακινήτου δημοσίου, δάσους ή δασικής έκτασης για να αποξενωθεί το Ελληνικό Δημόσιο από την κυριότητά του αρκεί να έχει συμπληρωθεί μέχρι την 11-9-1915 η τριακονταετής νομή του ιδιώτη. Περαιτέρω επί αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας ακινήτου, η οποία θεμελιώνεται σε παράγωγη κτήση (1033 ΑΚ) ο ενάγων αρκεί να προβάλει όσα περιστατικά απαιτούνται για τη μεταβίβαση του δικαιώματος δηλαδή να αναφέρει στην αγωγή το μεταβιβαστικό της κυριότητας τίτλο και η μεταγραφή του, καθώς και ότι ο δικαιοπάροχός του ήταν κύριος του επιδίκου.
Αν δε αμφισβητηθεί ειδικά ότι ο φερόμενος ως δικαιοπάροχος του ενάγοντος είχε το δικαίωμα, οφείλει ο ενάγων κατά παραδεκτή συμπλήρωση της αγωγής με τις προτάσεις του της πρώτης συζήτησης να ισχυρισθεί και να αποδείξει τα περιστατικά που στηρίζουν τη κτήση κάποτε του δικαιώματος από το δικαιοπάροχό του και ανάλογα με την έκταση της αμφισβήτησης και των απωτέρων μέχρι τη συμπλήρωση πρωτότυπου τρόπου κτήσης της κυριότητας αυτών (χρησικτησία).
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ως ζητήματα δε των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί την απόφαση από νόμιμη βάση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο.
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης το Εφετείο δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι ενάγοντες, ανά ομάδες, είναι νομείς τριών διαιρεμένων, συνεχόμενων κτημάτων, τα οποία φέρουν την επωνυμία "Στρατώνας", "Μάνδρα Γκόγκου" και "Σπηλιά" και βρίσκονται στην κτηματική περιοχή του οικισμού Μεσοράχη (παλαιά ονομασία "Δουβλατάν") του δημοτικού διαμερίσματος Πέτρινου του δήμου Φύλλου-Καρδίτσας.
Κατά το έτος 1881, οπότε απελευθερώθηκε η Θεσσαλία από τον τουρκικό ζυγό και ενσωματώθηκε στην Ελληνική Επικράτεια, η κτηματική περιοχή Δουβλατάν αποτελούσε ενιαίο κτήμα (τσιφλίκι), εμβαδού μεγαλυτέρου των 35.000 στρεμμάτων, με ομώνυμο οικισμό (Δουβλατάν), ο οποίος αριθμούσε 129 κατοίκους στη διάρκεια του έτους 1883.
Το κτήμα αυτό ενέπιπτε στην κτηματική περιφέρεια του δημοτικού διαμερίσματος Πέτρινου του δήμου Φύλου και συνόρευε, ......... Στη διάρκεια του έτους 1884, οπότε η κυριότητα του κτήματος αυτού ανήκε στον Η. Φ., .........., ένα τμήμα του κτήματος 25.000 στρεμμάτων περίπου με τα παραρτήματα και τις εντός αυτού οικίες μεταβιβάστηκε με πώληση από τον ιδιοκτήτη του τσιφλικίου Δουβλατάν Η.
Φ. με το .../18-10-1884 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου........ αντί τιμήματος 2.500 χρυσών λιρών Τουρκίας.......... Στη διάρκεια της δίκης τούτης δεν αποδείχθηκε αναμφίβολα ότι το συμβόλαιο εκείνο είχε υποβληθεί σε μεταγραφή. Στο ανωτέρω συμβόλαιο αναφέρεται ότι ο πωλητής "θα εισπράξει δια λογαριασμόν του και προς όλον αυτού όφελος τα βοσκιάτικα από τους βλαχοποιμένας και τσιλιγκάδες και από τους χωρικούς Δουβλατανιώτας εφέντας", ο δε αγοραστής "θέλει είσπραξη τα δικαιώματα εκ των προϊόντων της γης κατά τας συμφωνίας, ας είχε κάμει ο Η.
Φ.". Επίσης, σύμφωνα με το ανωτέρω συμβόλαιο ο πωλητής, Η. Φ., "υποχρεούται να παραδώσει (στον αγοραστή) και όσα Οθωμανικά ταπία είχεν ούτος, αναφερόντα την ιδιοκτησίαν του ανωτέρω πωλουμένου κτήματος εν Τουρκική γλώσση". Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του ανωτέρω συμβολαίου, ο πωλητής Η. Φ. είχε αγοράσει το πωληθέν τμήμα του κτήματος Δουβλατάν πριν από την προσάρτηση της Θεσσαλίας στην Ελληνική Επικράτεια και είχε στην κατοχή του τουρκικούς τίτλους κυριότητας (ταπιά), τους οποίους υποσχέθηκε να παραδώσει στον συνέχεια ο Σ.
Π. κατέβαλε την πρώτη δόση του συμφωνηθέντος (και πιστωθέντος) τιμήματος της πώλησης και συντάχθηκε σχετικά με την καταβολή η εξοφλητική πράξη αριθμ. 3684/08.05.1885 ενώπιον του ίδιου συμβολαιογράφου. Στη συνέχεια, όπως προκύπτει από την πράξη αριθμ. .../ 08.05.1885 του ίδιου συμβολαιογράφου (Νικολάου Λάσκαρη), η οποία καταρτίστηκε ως προς την εξόφληση του πιστωθέντος μέρους του τιμήματος, ο πωλητής, Η.
Φ., παρέδωσε στον αγοραστή, Σ. Π., τους αντίστοιχους τίτλους κυριότητας του πωληθέντος κτήματος, ήτοι 100 ταπιά, και, συγχρόνως, υποσχέθηκε να παραδώσει στον αγοραστή, μέσα σε προθεσμία τριών μηνών, και επίσημη μετάφραση του γενικού τίτλου του όλου αγροκτήματος. Τα ανωτέρω τρία κτήματα με την επωνυμία "Στρατώνας", "Μάνδρα Γκόγκου" και "Σπηλιά" αποτελούν τμήματα του κτήματος που είχε περιέλθει στον Σ.
Π. στη διάρκεια του έτους 1884. Στη διάρκεια του έτους 1890 ο Σ. Π. και τα αδέρφια του, Χ. Π., Ι. Π., Γ. Π. και Κ. Π., διένειμαν μεταξύ τους την ακίνητη περιουσία τους, στην οποία περιλαμβανόταν το κτήμα Δουβλατάν, αφού ο πρώτος από αυτούς αναγνώρισε ότι είχε αγοράσει το κτήμα αυτό και για λογαριασμό των ανωτέρω αδελφών του.
Ως προς τη διανομή καταρτίστηκε το συμβόλαιο αριθμ. .../01.05.1890 του συμβολαιογράφου Τρικάλων Γ. Ζ. Κρανιώτη, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα ............. Μετά τη διανομή το ανωτέρω τμήμα του κτήματος Δουβλατάν, το οποίο είχε αγοράσει ο Σ. Π., περιήλθε κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου στους τρεις από τους πέντε αδελφούς Π., ήτοι στους Σ.
Π., Χ. Π. και Ι. Π.. Στο συμβόλαιο διανομής αναφέρεται ότι η έκταση του κτήματος "Δουβλαταν" που περιήλθε στους αδερφούς Π., ανέρχεται ως έγγιστα σε 25.000 στρέμματα, αποτελείται από αγρούς καλλιεργήσιμους και μη, κολληγικές οικίες, καπνοτόπια, λιβάδια, αμπέλους και λοιπά εξαρτήματα και παρακολουθήματα, και συνορεύει γύρωθεν με τις περιφέρειες των χωριών Λουτρό, Ζάρκο, Άγιος Δημήτριος, Πέτρινο και Καρλίγκα.
Στη συνέχεια, μετά την έκδοση των αποφάσεων αριθμ. 78/1910 και 11/1911 του Πρωτοδικείου Καρδίτσας, οι οποίες εκδόθηκαν προς αγωγή διανομής του ίδιου κτήματος μεταξύ των συνιδιοκτητών Τ. Π., Χ. Π. και των κληρονομιών του αδελφού τους Ι. Π. που είχε αποβιώσει στη διάρκεια του έτους 1902, ο συνιδιοκτήτης; Σ. (Τ.) Π. έλαβε τη μερίδα Α' του κτήματος, η οποία περιλάμβανε, το βορειοανατολικό τμήμα του όλου χωρίου Δουβλατάν, ήτοι τη θέση "Λιατόπι" εμβαδού 3.181 στρεμμάτων.
Στη διάρκεια του έτους 1918, μετά από ανταλλαγή ακινήτων, ως προς την οποία καταρτίστηκε το συμβόλαιο αριθμ. .../1918 του συμβολαιογράφου Τρικάλων Δημητρίου Παπαζαχαρίου, περιήλθε στην κυριότητα του Σ. (Τ.) Π. και η μερίδα Γ', η οποία είχε λάχει στους κληρονόμους του Ι. Π. και βρισκόταν στο δυτικό τμήμα του κτήματος Δουβλατάν, στη θέση "Φλωροτούσι", και είχε εμβαδόν 2.816 στρεμμάτων.
Στη διάρκεια του έτους 1922 ο Σ. (Τ.) Π. μεταβίβασε τα τμήματα του κτήματος που είχαν περιέλθει σ' αυτόν, εμβαδού 3.181 και 2.816 στρεμμάτων αντίστοιχα, στον γιο του Ι. Π. με το συμβόλαιο πώλησης αριθμ. .../ 1922 του συμβολαιογράφου Τρικάλων Δημητρίου Παπαζαχαρίου, το οποίο μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Παλαμά.
Στα τμήματα αυτά του κτήματος περιλαμβάνονταν καλλιεργήσιμες εκτάσεις και βοσκότοποι και ο ομώνυμος οικισμός Δουβλατάν με όλες τις οικοδομές και τα παρακολουθήματά τους. Μετά παρέλευση δύο ετών ο Ι. Τ. Π.ς πώλησε τα ανωτέρω δύο τμήματα του κτήματος Δουβλατάν, με τις ονομασίες "Λιατόπι" και "Φλωροτούσι", τα οποία είχαν ενοποιηθεί σε ένα κτήμα, συνολικού εμβαδού 6.000 περίπου στρεμμάτων, (όπως αναφέρεται στο σχετικό συμβόλαιο), στους κτηνοτρόφους αδελφούς; 1) Κ.
Μ. του Δ., 2) Ι. Μ. του Δ., 3) Γ. Μ. του Δ., 4) Β. Μ. του Δ. και 5) Δ. Μ. του Δ., κατά ποσοστό 1/5 εξ αδιαιρέτου στον καθένα. Ως προς την πώληση αυτή καταρτίστηκε το συμβόλαιο αριθμ. .../1924 του συμβολαιογράφου Τρικάλων Δημητρίου Παπαζαχαρϊου το οποίο μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Παλαμά. Στη διάρκεια του έτους 1932 ο αγοραστής Κ.
Μ. πώλησε την ιδανική μερίδα του κτήματος που είχε περιέλθει σ' αυτόν, στον Γ. Π. με το συμβόλαιο αγοράς αριθμ. .../1932 του συμβολαιογράφου Καρδίτσας Ιωάννου Αναγνώστου, το οποίο μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Παλαμά. Στη διάρκεια του έτους 1937 ο Γ. Π. πώλησε την ιδανική μερίδα του κτήματος που είχε περιέλθει σ' αυτόν, στον Θ.
Μ. του Κ. με το συμβόλαιο αγοράς αριθμ. .../1937 του συμβολαιογράφου Τρικάλων Δημητρίου Παπαζαχαρίου. Στη διάρκεια του έτους 1940 οι συγκύριοι του ανωτέρω κτήματος, ήτοι οι: 1) Θ. Μ. του Κ., 2) Ι. Μ. Δ., 3) Γ. Μ. Δ., 4) Β.ς Μ. Δ. και 5) οι κληρονόμοι του Δ. Μ. Δ. που απεβίωσε στη διάρκεια του έτους 1929, διένειμαν μεταξύ τους το ανωτέρω κτήμα, εμβαδού 5.090,35 στρεμμάτων, με το συμβόλαιο διανομής αριθμ. .../11.07.1940 του συμβολαιογράφου Καρδίτσας Λάμπρου Αλεξόπουλου, το οποίο μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Παλαμά, (στον τόμο 7 και αριθμό 536), αφού διαίρεσαν αυτό σε πέντε μερίδια-κτήματα με τις ονομασίες "Στρατώνας", "Μάνδρα Γκόγκου", "Σπηλιά", "Παληομέλισσο" και "Μεσιακό", και καθένας από αυτούς (οι κληρονόμοι του Δ.
Μ. ως ένας συγκύριος) έλαβε στην αποκλειστική νομή και κυριότητα του ένα διαιρετό τμήμα του κτήματος ως εξής: ι) Ο Θ. Μ. έλαβε το αγρόκτημα "Στρατώνας", εμβαδού 1.010,85 στρεμμάτων, ιι) Ο Ι. Μ. έλαβε το αγρόκτημα "Μάνδρα", εμβαδού 1.028,65 στρεμμάτων, ιιι) Οι κληρονόμοι του Δ. Μ. έλαβαν το αγρόκτημα "Σπηλιά", εμβαδού 1.026,05 στρεμμάτων, ιν) Ο Β.
Μ. έλαβε το αγρόκτημα "Παληομέλισσο", εμβαδού 1.012,15 στρεμμάτων, και ν) Ο Γ. Μ. έλαβε το αγρόκτημα "Μεσιακό", εμβαδού 1.012,65 στρεμμάτων. Διάδοχοι του Θ. Μ. στο κτήμα με την ονομασία "Στρατώνας" είναι οι τέσσερις πρώτοι ενάγοντες. Διάδοχοι του Ι. Μ. στο κτήμα με την ονομασία "Μάνδρα Γκόγκου" είναι οι επτά επόμενοι ενάγοντες με αριθμούς 5 έως 11.
Διάδοχοι του Δ. Μ. στο κτήμα με την ονομασία "Σπηλιά" είναι οι τέσσερις τελευταίοι ενάγοντες με αριθμούς 12 έως 15............ Το συγκεκριμένο κτήμα αποτελείται από χορτολίβαδο, εμβαδού 774,54 στρεμμάτων, και από τρεις αγρούς............ Ο 1ος ενάγων, Σ. Μ. είναι: α) επικαρπωτής δια βίου του αγρού αριθμ. 1 στη θέση "ΛΟΥΤΣΑ", εμβαδού 48,05 στρεμμάτων, β) επικαρπωτής του 1/2 εξ αδιαιρέτου των 160/188,73 των αγρών αριθμ. 2 και 3 που βρίσκονται στις θέσεις "Γενολείβαδο" και "Αγριοσυκιές", εμβαδού 188,73 και 2,05 στρεμμάτων αντίστοιχα, γ) επικαρπωτής του 1/2 εξ αδιαιρέτου βοσκοτόπων, εμβαδού 750 στρεμμάτων, δ) κύριος κατά πλήρη κυριότητα των 24,54/774,54 εξ αδιαιρέτου στρεμμάτων βοσκοτόπων του ίδιου κτήματος και ε) κύριος κατά πλήρη κυριότητα των 30/190,78 εξ αδιαιρέτου των αγρών αριθμ. 2 και 3 στις θέσεις "Γενολείβαδο" και "Αγριοσυκιές", συνολικού εμβαδού 190,78 στρεμμάτων, (ήτοι 188,73 + 2,05).
Ολόκληρο το αγρόκτημα "Στρατώνας" ο 1ος ενάγων, Σ. Μ., απέκτησε κατά πλήρη κυριότητα με αγορά από τον αδελφό του Θ. Μ., κάτοικο ..., με το συμβόλαιο αγοραπωλησίας αριθμ. .../1960 του συμβολαιογράφου Καρδίτσας Κωνσταντίνου Μαλαμούλη, το οποίο μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Παλαμά, (στον τόμο 13 και αριθμό ...), και μετά από γονικές παροχές προς τους επόμενους τρεις ενάγοντες παρέμεινε σ' αυτόν η επικαρπία και πλήρης κυριότητα των ανωτέρω τμημάτων του κτήματος.
Στον πωλητή Θ. Μ. το αγρόκτημα αυτό περιήλθε, όπως αναφέρθηκε, με αγορά από τον Γ. Π., στη διάρκεια του έτους 1937, με το συμβόλαιο αριθμ. .../1937 του συμβολαιογράφου Τρικάλων Δημητρίου Παπαζαχαρίου, σε συνδυασμό με το συμβόλαιο διανομής αριθμ. .../ 11.07.1940 του συμβολαιογράφου Καρδίτσας Λάμπρου Αλεξοπούλου. 2. Ο 2ος ενάγων, Δ.
Σ. Μ., είναι νομέας και κύριος κατά πλήρη κυριότητα: α) των 80/190,78 εξ αδιαιρέτου των αγρών αριθμ. 2 και 3 στις θέσεις "Γενολείβαδο" και "Αγροσυκιές", εμβαδού 188,73 και 2,05 στρεμμάτων αντίστοιχα, και β) του 1/2 εξ αδιαιρέτου βοσκοτόπου 750 στρεμμάτων του ίδιου αγροκτήματος "Στρατώνας", σύμφωνα με το συμβόλαιο αριθμ. .../1997 της συμβολαιογράφου Καρδίτσας Ελένης Γκιουλέκα, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα, σε συνδυασμό με το συμβόλαιο αριθμ. .../2003 του συμβολαιογράφου Τρικάλων Χρήστου Τζήμα, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα, με το οποίο ο επικαρπωτής πατέρας του παραιτήθηκε από την επικαρπία αυτών των τμημάτων κτήματος. 3.
Ο 3ος ενάγων, Κ. Σ. Μ., είναι ψιλός κύριος: α) των 80/190,78 εξ αδιαιρέτου των αγρών αριθμ. 2 και 3 στις θέσεις "Γενολείβαδο" και "Αγροσυκιές", και β) του 1/2 εξ αδιαιρέτου του βοσκοτόπου, εμβαδού 750 στρεμμάτων, του ίδιου αγροκτήματος, τα οποία περιήλθαν σ' αυτόν με το ανωτέρω συμβόλαιο γονικής παροχής αριθμ. .../ 1997 της συμβολαιογράφου Καρδίτσας Ελένης Γκιουλέκα. 4.
Η 4η ενάγουσα, Α. Σ. Μ., σύζυγος Α. Ρ., είναι ψιλή κυρία του αγρού αριθμ. 1 που βρίσκεται στη θέση "Λούτσα", εμβαδού 48,05 στρεμμάτων, σύμφωνα με το συμβόλαιο γονικής παροχής αριθμ. .../1997 της συμβολαιογράφου Καρδίτσας Ελένης Γκιουλέκα, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα, ιι) Το κτήμα με την ονομασία "Μάνδρα Γκόγκου", εμβαδού 1.030,06 στρεμμάτων, ..........
αποτελείται από βοσκότοπους, εμβαδού 859,33 στρεμμάτων, και από 7 αγρούς, συνολικού εμβαδού 170,73 στρεμμάτων, ......... Ο 5ος ενάγων, Α. Ι. Μ., είναι επικαρπωτής: α) του 1/2 εξ αδιαιρέτου των ανωτέρω επτά αγροτεμαχίων, συνολικού εμβαδού 170,73 στρεμμάτων και β) του 1/3 εξ αδιαιρέτου του βοσκοτόπου του ιδίου κτήματος, συνολικού εμβαδού 859,33 στρεμμάτων.
Στον Α. Μ. το ανωτέρω εξ αδιαιρέτου ποσοστό του κτήματος "Μάντρα Γκόγκου" περιήλθε από κληρονομιά του πατέρα του, Ι. Δ. Μ., ο οποίος απεβίωσε στη διάρκεια του έτους 1945 και κατέλιπε τη δημόσια διαθήκη αριθμ. .../1945 που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Καρδίτσας Γεωργίου Αλεξόπουλου και δημοσιεύτηκε στο Πρωτοδικείο Καρδίτσας με το πρακτικό συνεδρίασης αριθμ. 1/1946 αυτού, και από κληρονομιά της μητέρας του, Χ.
χήρας Ι. Μ., η οποία απεβίωσε στη διάρκεια του έτους 1950, χωρίς να αφήσει διαθήκη, και της οποίας την κληρονομιά αποδέχθηκε με την πράξη αποδοχής κληρονομιάς αριθμ. .../2006 ενώπιον της συμβολαιογράφου Καρδίτσας Ελένης Γκιουλέκα, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα. Στον θανόντα πατέρα του το ανωτέρω κτήμα είχε περιέλθει, όπως ελέχθη, εξαιτίας αγοράς από τον Ι.
Τ. Π. με το συμβόλαιο αριθμ. .../1024 του συμβολαιογράφου Τρικάλων Δ. Παπαζαχαρίου, σε συνδυασμό με την πράξη διανομής αριθμ. .../1940 του συμβολαιογράφου Καρδίτσας Γεωργίου Αλεξοπούλου. 2. Ο 6ος ενάγων, Ι. Α. Μ., γιος του 5ου ενάγοντος, είναι ψιλός κύριος: α) του 1/2 εξ αδιαιρέτου των ανωτέρω επτά αγροτεμαχίων, και β) του 1/3 του βοσκοτόπου, εμβαδού 859,33 στρεμμάτων, σύμφωνα με την πράξη γονικής παροχής αριθμ. .../05.12.1997 της συμβολαιογράφου Καρδίτσας Ελένης Γκιουλέκα, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα. 3.
Ο 7ος ενάγων, Ι. Γ. Μ., είναι κύριος: α) του 1/4 εξ αδιαιρέτου των ανωτέρω αγρών, σύμφωνα με την πράξη γονικής παροχής αριθμ. .../25.07.1995 του συμβολαιογράφου Τρικάλων Χρήστου Τζήμα, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα. Με την πράξη αυτή ο πατέρας του, Γ. Ι. Μ., μεταβίβασε σ' αυτόν την ψιλή κυριότητα του 1/4 εξ αδιαιρέτου των ανωτέρω αγρών και παρακράτησε δια βίου την επικαρπία αυτών, η οποία μετά τον θάνατο του ενώθηκε με την ψιλή κυριότητα, και β) ψιλός κύριος του 1/6 εξ αδιαιρέτου του βοσκότοπου του αγροκτήματος, εμβαδού 859,33 στρεμμάτων, σύμφωνα με την πράξη γονικής παροχής αριθμ. .../05.12.1997 της συμβολαιογράφου Καρδίτσας Ελένης Γκιουλέκα, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα. 4.
Ο 8ος ενάγων, Δημήτριος Γ. Μ., είναι κύριος: α) του 1/4 εξ αδιαιρέτου των ανωτέρω αγρών, συνολικού εμβαδού 170,73 στρεμμάτων, σύμφωνα με την ίδια πράξη γονικής παροχής (αριθμ. .../ 25.07.1995 του συμβολαιογράφου Τρικάλων Χρήστου Τζήμα), και β) ψιλός κύριος του 1/6 εξ αδιαιρέτου του βοσκότοπου του αγροκτήματος, εμβαδού 859,33 στρεμμάτων, σύμφωνα με την πράξη γονικής παροχής αριθμ. .../ 05.12.1997 της συμβολαιογράφου Καρδίτσας Ελένης Γκιουλέκα, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα. 5.
Η 9η ενάγουσα, Σ. Μ.-Μ., είναι εφ' όρου ζωής επικαρπώτρια του 1/3 εξ αδιαιρέτου του βοσκότοπου, εμβαδού 859,33 στρεμμάτων. Την επικαρπία αποδέχθηκε με την πράξη αποδοχής δωρεάς αιτία θανάτου αριθμ. .../09.12.2009 του συμβολαιογράφου Τρικάλων Χρήστου Τζήμα, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα. Στον Γ. Ι. Μ. το ανωτέρω κτήμα περιήλθε κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά του πατέρα του, Ι.
Δ. Μ., και από κληρονομιά της μητέρας του, Χ. χήρας Ι. Μ.. 6. Η 10η ενάγουσα, Χ. Ε. Μ., είναι κυρία κατά πλήρη κυριότητα του 1/6 εξ αδιαιρέτου του βοσκότοπου του αγροκτήματος, εμβαδού 859,33 στρεμμάτων, από κληρονομιά του πατέρα της, Ε. Ι. Μ., την οποία αποδέχθηκε με την πράξη αποδοχής κληρονομιάς αριθμ. .../1997 της συμβολαιογράφου Καρδίτσας Ελένης Γκιουλέκα, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα.
Το ανωτέρω κτήμα είχε περιέλθει στον πατέρα της κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά του πατέρα του, Ι. Δ. Μ., με τη δημόσια διαθήκη που αναφέρθηκε, και από κληρονομιά της μητέρας του, Χ. χήρας Ι. Μ., της οποίας την κληρονομιά αποδέχθηκαν για λογαριασμό του οι 10η και 11η ενάγουσες με την πράξη αποδοχής κληρονομίας αριθμ. .../2006 της συμβολαιογράφου Καρδίτσας Ελένης Γκιουλέκα, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα. 7.
Η 11η ενάγουσα, Α. Ε. Μ., είναι κυρία κατά πλήρη κυριότητα του 1/6 εξ αδιαιρέτου του βοσκότοπου του κτήματος, εκτάσεως 859,33 στρεμμάτων, από κληρονομιά του πατέρα της, Ε. Ι. Μ., την οποία αποδέχθηκε με την ανωτέρω πράξη αποδοχής κληρονομιάς αριθμ. .../1997 της συμβολαιογράφου Καρδίτσας Ελένης Γκιουλέκα. ιιι) Το κτήμα με την ονομασία "Σπηλιά", εμβαδού 1.028,30 στρεμμάτων, και αποτελείται από βοσκότοπους, εμβαδού 848,30 στρεμμάτων, και από 4 αγρούς, Η 12η ενάγουσα, Μ.
χήρα Χ. Μ., είναι δια βίου επικαρπώτρια των 60,2/96 εξ αδιαιρέτου του όλου αγροκτήματος "Σπηλιά", δηλαδή των τεσσάρων ανωτέρω αγρών, ολικού εμβαδού 180 στρεμμάτων, και του βοσκότοπου, εμβαδού 848,30 στρεμμάτων, από κληρονομιά του συζύγου της, Χ. Δ. Μ., την οποία αποδέχτηκε με την πράξη αποδοχής κληρονομιάς αριθμ. .../2006 της συμβολαιογράφου Καρδίτσας Ελένης Γκιουλέκα, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα.
κληρονομούμενο Χ. Δ. Μ. είχε περιέλθει το ανωτέρω κτήμα: α) κατά ποσοστό 24/96 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά εξ αδιαθέτου του πατέρα του, Δ. Μ. Δ., β) κατά ποσοστό 4/96 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά εξ αδιαθέτου της αδελφής του, Α. συζύγου Β. Γ., θυγατέρας Δ. Δ. Μ.. Στην Α. σύζυγο Β. Γ. το ανωτέρω κτήμα περιήλθε από κληρονομιά του πατέρα της, Δ.
Μ., γ) κατά ποσοστό 7/96 εξ αδιαιρέτου εξαιτίας αγοράς από τον Ι. Δ. Κ. δυνάμει του συμβολαίου αριθμ. .../1977 του συμβολαιογράφου Καρδίτσας Ιωάννη Βούρδα, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα. Στον Ι. Κ. το ανωτέρω κτήμα περιήλθε από κληρονομιά εξ αδιαθέτου της συζύγου του Α., θυγατέρας Δ. Δ. Μ., την οποία αποδέχθηκε με την πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς αριθμ. .../1977 του συμβολαιογράφου Καρδίτσας Ιωάννη Βούρδα, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα.
Στην Α. Μ.-Κ. το ανωτέρω κτήμα περιήλθε κατά τα 24/96 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά του πατέρα της Δ. Μ. και κατά τα 4/96 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά της αδελφής της Α. Δ. Μ., συζύγου Β. Γ., και δ) κατά ποσοστό 25,2/96 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά της μητέρας του Π. χήρας Δ. Μ., σύμφωνα με τη δημόσια διαθήκη αριθμ. .../1958 ενώπιον του συμβολαιογράφου Καρδίτσας Κωνσταντίνου Μαλαμούλη, η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα με τα πρακτικά συνεδρίασης αριθμ. 29/07.02.1995 του Πρωτοδικείου Καρδίτσας.
Την κληρονομιά αποδέχθηκε για λογαριασμό του κληρονομουμένου Χ. Μ. Δ. και της Π. ο γιος του Δ. Μ. του Χ. με την πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς αριθμ. .../2006 της συμβολαιογράφου Καρδίτσας Ελένης Γκιουλέκα, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα. Στην Π. Μ. το ανωτέρω ποσοστό κτήματος περιήλθε εν μέρει από κληρονομιά του συζύγου της, Δ.
Μ. Δ., και εν μέρει από κληρονομιά εξ αδιαθέτου της θυγατέρα της Α. συζύγου Β. Γ., το γένος Δ. Μ.. 2. Ο 13ος ενάγων, Δ. Χ. Μ., είναι ψιλός κύριος: α) των 60,02/96 εξ αδιαιρέτου του όλου αγροκτήματος "Σπηλιά", αγρών και βοσκοτόπων, (των οποίων την επικαρπία έχει η μητέρα του, 12η ενάγουσα, Μ. χα Χ. Μ.), από κληρονομιά του πατέρα του, Χ.
Δ. Μ., την οποία αποδέχθηκε με την πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς αριθμ. .../2006 της συμβολαιογράφου Καρδίτσας Ελένης Γκιουλέκα, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα, και β) νομέας και κύριος των 6/96 εξ αδιαιρέτου του όλου αγροκτήματος, δηλαδή των 4 αγρών και του βοσκοτόπου, που περιήλθαν σ' αυτόν με αγορά από τον Δ.
Γ. με το συμβόλαιο αγοραπωλησίας αριθμ. .../2006 της συμβολαιογράφου Καρδίτσας Ελένης Γκιουλέκα, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα. Στον Δ. Γ. τα 6/96 του ανωτέρω κτήματος περιήλθαν: α) από κληρονομιά του πατέρα του, Β. Γ., κατά τα 4,5/96, την οποία αποδέχθηκε με την πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς αριθμ. .../2002 της συμβολαιογράφου Τρικάλων Βασιλικής Μόσιαλου, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα.
Στον πατέρα του, Β. Γ., περιήλθαν τα 12/96 εξ αδιαιρέτου του αγροκτήματος "Σπηλιά" από κληρονομιά εξ αδιαθέτου της πρώτης συζύγου του, Α. Δ., και β) από κληρονομιά εξ αδιαθέτου της μητέρας του, Μ. χήρας Β. Γ., κατά το 1,5/96 εξ αδιαιρέτου, την οποία αποδέχθηκε με την πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς αριθμ. .../2002 της συμβολαιογράφου Τρικάλων Βασιλικής Μόσιαλου, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα.
Στη μητέρα του, Μ. Γ., το ανωτέρω ποσοστό κτήματος περιήλθε από κληρονομιά του συζύγου της, Β. Γ.. Στις παραπάνω κληρονομιές ο αντίστοιχος κληρονόμος υπεισήλθε και αναμείχθηκε με πρόθεση κληρονόμου. 3. Ο 14ος ενάγων, Δ. Ι. Κ., είναι νομέας και κύριος των 21/96 εξ αδιαιρέτου του ιδίου αγροκτήματος "Σπηλιά" από κληρονομιά εξ αδιαθέτου της μητέρας του, Α.ς συζύγου Ι.
Κ., το γένος Δ. και Π. Μ., την οποία αποδέχθηκε με την πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς αριθμ. .../1975 της συμβολαιογράφου Τυρνάβου Γραμματικής Κουρέρη, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα. Στην Α. Κ., η οποία ήταν κυρία και νομέας κατά τα 28/96 εξ αδιαιρέτου του όλου αγροκτήματος, περιήλθαν τα 24/96 εξ αδιαιρέτου του ιδίου αγροκτήματος από κληρονομιά εξ αδιαθέτου του πατέρα της, Δ.
Μ., στην οποία υπεισήλθε και αναμείχθηκε, και τα 4/96 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά εξ αδιαθέτου της αδελφής της Α., συζύγου Β. Γ., στην οποία αναμείχθηκε με πρόθεση κληρονόμου. Επίσης, στο Δ. Κ. περιήλθε η νομή και κυριότητα των 2,8/96 εξ αδιαιρέτου του αυτού αγροκτήματος από κληρονομιά εκ διαθήκης της γιαγιάς του, Π.
χήρας Δ. Μ., την οποία αποδέχθηκε με την πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς αριθμ. .../ 27.01.2010 του συμβολαιογράφου Λάρισας Δημ. Δελή, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα. Στην Π. Μ. περιήλθε το ανωτέρω ποσοστό κτήματος εν μέρει από κληρονομιά του συζύγου της, Δ. Μ., και εν μέρει από κληρονομιά της θυγατέρας της, Α. συζύγου Β.
Γ., το γένος Δ. Μ.. 4. Ο 1ος ενάγων, Ε. Β. Γ., είναι νομέας και κύριος κατά τα 6/96 εξ αδιαιρέτου του όλου αγροκτήματος "Σπηλιά" (αγρών και βοσκοτόπων) που περιήλθαν σ' αυτόν: α) από κληρονομιά του πατέρα του, Β. Γ., κατά τα 4,5/96, την οποία αποδέχθηκε με την πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς αριθμ. .../2002 της συμβολαιογράφου Τρικάλων Βασιλικής Μόσιαλου, και β) από κληρονομιά εξ αδιαθέτου της μητέρας του, Μ.
χήρας Β. Γ., κατά το 1,5/96 εξ αδιαιρέτου, την οποία αποδέχθηκε με την πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς αριθμ. .../2002 της συμβολαιογράφου Τρικάλων Βασιλικής Μόσιαλου. Όλοι οι ανωτέρω απώτατοι και απώτεροι δικαιοπάροχοι των εναγόντων, ήτοι οι Η. Φ., Σ. (Τ.) Π., Χ. και Ι. Π. και, μετέπειτα, οι αδελφοί Μ. και οι διάδοχοι αυτών, καθένας από τότε που περιήλθε σ' αυτόν η κυριότητα των επίδικων ακινήτων, άσκησαν στα ακίνητα αυτά όλες τις πράξεις νομής που προσιδίαζαν στα ακίνητα και άρμοζαν στην εξουσία του κυρίου.
Ειδικότερα, εξαιτίας της μορφολογίας των τριών επίδικων κτημάτων, συνήθως έβοσκαν εκεί τα ζώα τους, όσοι από αυτούς ήταν κτηνοτρόφοι, ή εκμίσθωναν αυτά σε τρίτους, κτηνοτρόφους, ως βοσκότοπους, συνέλεγαν ξυλεία από τις περιοχές των κτημάτων, όπου φύονταν ξυλώδη δέντρα, για να ικανοποιούν τις αντίστοιχες ατομικές και οικιακές ανάγκες τους, καλλιεργούσαν τα τμήματα των κτημάτων, τα οποία ήταν κατάλληλα για καλλιέργεια, με δημητριακά και, επίσης, ασκούσαν στα κτήματα την εποπτεία που ασκεί ο κύριος.
Οι ανωτέρω πράξεις νομής ήταν ικανές να στηρίξουν έως τις 11.09.1915 ακόμη και νομή δημόσιου κτήματος, λ,χ. δάσους ή λιβαδιών, και να δημιουργήσουν προϋποθέσεις χρησικτησίας, αφού κατά την προσάρτηση της Θεσσαλίας στο Ελληνικό Κράτος στη διάρκεια του έτους 1881, το ανωτέρω αρχικό κτήμα "Δουβλατάν" είχε ο απώτατος δικαιοπάροχος των εναγόντων, Η.
Φ., στη φυσική εξουσία του με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, σύμφωνα με τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου που ίσχυαν τότε στην περιοχή της Θεσσαλίας, ως προσαρτημένης χώρας, όπου είχε εισαχθεί η ελληνική νομοθεσία του νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους. Έκτοτε και μέχρι το έτος 1884 ο Η. Φ. και, κατόπιν, ο Σ. (Τ.) Π.
και οι αδελφοί του, Χ. και Ι. Π., είχαν μέχρι τις 11.09.1915 τα τρία επίδικα τμήματα του αρχικού κτήματος "Δουβλατάν" στη φυσική εξουσία τους με διάνοια κυρίου, χωρίς να εγερθεί εναντίον τους οποιαδήποτε αξίωση από το Ελληνικό Δημόσιο. Άλλωστε, το Ελληνικό Δημόσιο δεν είχε λόγους να εγείρει αξιώσεις στο κτήμα "Δουβλατάν", αφού αυτό, ως διάδοχος του Οθωμανικού κράτους σύμφωνα τις διατάξεις των άρθρων 1 έως 3 χου από 16/17.11.1836 Β.Δ. "περί ιδιωτικών δασών", δεν αποκτούσε την κυριότητα εδαφικών εκτάσεων, οι οποίες δεν ανήκαν προηγουμένως στο Οθωμανικό κράτος, ή εκτάσεων που ανήκαν στην κατοχή ιδιωτών με έγγραφη απόδειξη (ταπί) της Οθωμανικής Αρχής.
Οι ανωτέρω δικαιοπάροχοι των εναγόντων ασκούσαν τη νομή των επίδικων κτημάτων με καλή πίστη, διότι είχαν την άδολη και ειλικρινή πεποίθηση όχι δεν προσβάλλουν δικαιώματα τρίτων πάνω στα κτήματα αυτά. Ειδικότερα, ο Η. Φ. είχε την πεποίθηση ότι έγινε κύριος του κτήματος "Δουβλατάν" εξαιτίας των ταπίων που είχε στην κατοχή του, και οι διάδοχοι αυτού είχαν, αντίστοιχα, την πεποίθηση ότι έγιναν κύριοι των ανωτέρω τμημάτων του κτήματος "Δουβλατάν", αφού απέκτησαν αυτά από κυρίους.
Επομένως, σε κάθε περίπτωση, με τις πράξεις νομής που άσκησαν οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων στα επίδικα ακίνητα με διάνοια κυρίου και καλή πίστη από το έτος 1881 μέχρι τις 11.09.1915, ή, έστω, από τις 11.09.1885, δηλαδή μετά την περιέλευση των επίδικων ακινήτων στη νομή του Σ. Π., μέχρι τις 11.09.1915, ήτοι επί 30 έτη συνεχώς, απέκτησαν την κυριότητα των επίδικων κτημάτων με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, ακόμη και αν γίνει δεκτός ο ισχυρισμός του Ελληνικού Δημοσίου ότι μεγάλο τμήμα των κτημάτων αυτών αποτελούσε δασική έκταση κατά την απελευθέρωση της Θεσσαλίας.
Ως προς το γεγονός ότι το κτήμα "Δουβλατάν" ήταν ιδιωτικό και δεν ανήκε στο Τουρκικό Κράτος πριν από την απελευθέρωση της Θεσσαλίας από τον τουρκικό ζυγό στη διάρκεια του έτους 1881, με συνέπεια να μην περιέλθει στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, ως διάδοχο του Τουρκικού Κράτους, συνάγεται απόδειξη από το φύλλο αριθμ. 512/07.12.1883 της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως του Βασιλείου της Ελλάδος, όπου δημοσιεύτηκε ο από 24.05.1883 "Πίναξ των κτήσεων του Οθωμανικού Κράτους, των κειμένων εν ταις χώραις ταις παραχωρηθείσαις τη Ελλάδι δια της Συμβάσεως της Κωνσταντινουπόλεως από 24 Μαΐου 1883, υποβληθείς γαλλιστί εις την ελληνοτουρκικήν επιτροπήν υπό των Οθωμανών Επιτρόπων".
Στον πίνακα αυτό περιγράφονται αναλυτικά οι κτήσεις του Τουρκικού Δημοσίου, οι οποίες υπήρχαν σε κάθε νομό ("κάζα") της Θεσσαλίας, και μεταξύ αυτών τα δημόσια δάση και λιβάδια. Στη σελίδα 2905 του ανωτέρω φύλλου της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως περιγράφονται τα δημόσια κτήματα του Οθωμανικού Κράτους, που περιλαμβάνονταν στον "καζά" των Τρικάλων και της Καρδίτσας.
Μεταξύ αυτών των κτημάτων δεν αναφέρεται το κτήμα "Δουβλατάν", το οποίο ήταν σημαντικό από την άποψη της έκτασης, μολονότι στον ανωτέρω πίνακα αναφέρονται άλλα κτήματα με μικρότερη έκταση και αξία. Για τα παραπάνω δικαιώματα των δικαιοπαρόχων των εναγόντων συνάγεται τεκμήριο και από το πιστοποιητικό αριθμ. 3750/ 26.01.1922 του Υπουργείου Γεωργίας της Ελλάδος, με το οποίο πιστοποιείται όχι το κτήμα "Δουβλατάν", από το οποίο προήλθαν τα ήδη επίδικα ακίνητα, "δεν έχει απαλλοτριωθεί και, συνεπώς, δύναται να εκποιηθεί".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε κατ' ουσίαν την αγωγή των αναιρεσιβλήτων, αναγνωριστική συγκυριότητας, ψιλής κυριότητας και επικαρπίας, και απέρριψε τον ισχυρισμό του εκκαλούντος, τον οποίο με τις προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε προβάλλει προς απόκρουση της αγωγής και επανέφερε στο δικαστήριο της ουσίας με σχετικό λόγο έφεσης ότι το μεγαλύτερο μέρος της επιφάνειας των επιδίκων ήταν δασική έκταση, που ως δημόσια γη, ανήκε στο Τουρκικό Δημόσιο και από την απελευθέρωση της Θεσσαλίας το 1881 περιήλθε στην κυριότητά του, αμφισβητώντας ειδικώς την κυριότητα των δικαιοπαρόχων των εναγόντων, ακολούθως δε απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση, που δέχθηκε τα ίδια.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τις αποδείξεις, τα οποία πληρούν το πραγματικό των προαναφερομένων ουσιαστικών διατάξεων που εφάρμοσε, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας τους ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης της συγκυριότητας των επιδίκων από τους δικαιοπαρόχους των εναγόντων ήδη αναιρεσιβλήτων.
Ειδικότερα με σαφείς παραδοχές δέχθηκε ότι τα επίδικα ήταν καλλιεργήσιμοι αγροί και βοσκότοποι που δεν είχαν αφεθεί στην κοινή χρήση και όχι δημόσια δασική έκταση και κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας και πριν από την απελευθέρωση της Θεσσαλίας το 1881, δεν ανήκαν στην κυριότητα του Τουρκικού Κράτους, αλλά τα κατείχε και τα εξουσίαζε με βάση ταπία ο απώτατος δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων Ηρ.
Φίλων και ακολούθως οι απώτεροι και άμεσοι δικαιοπάροχοί τους, καθένας τούτων ως καθολικός ή ειδικός διάδοχος του προηγούμενου, εκθέτοντας πως απέκτησαν την ιδιότητα αυτή ώστε να δικαιολογείται η προσμέτρηση στο χρόνο χρησικτησίας του εκάστοτε νομέως και εκείνου του δικαιοπαρόχου του, με καλή πίστη δηλαδή με την ειλικρινή πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής δεν προσβάλλουν δικαιώματα κυριότητας τρίτων μέχρι και την 11-9-1915 αλλά και μετά το έτος αυτό, με την άσκηση όλων των διακατοχικών πράξεων που προσιδιάζουν στη φύση τους με τη βούληση να τα εξουσιάζουν ως κύριοι, και με την περαιτέρω παραδοχή ότι και αν ακόμη το επίδικο ήταν δασική έκταση, κατά την υποστηριζόμενη από το αναιρεσείον εκδοχή, είχε συμπληρωθεί μέχρι την 11-9-2015 τριακονταετής καλόπιστη νομή και είχαν αποκτήσει οι δικαιοπάροχοί τους την κυριότητα των επιδίκων με έκτακτη χρησικτησία και ότι οι ίδιοι απέκτησαν την κυριότητα από τους προηγούμενους αληθείς κυρίους, παραγώγως με τους αναφερόμενους μεταβιβαστικούς της κυριότητας τίτλους καταρτισθέντες συμβολαιογραφικώς και τη μεταγραφή τους.
Συνεπώς ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης της κυριότητας των δικαιοπαρόχων των εναγόντων, που συναρτάται με την κύρια βάση της αγωγής, τη θεμελιούμενη στον παράγωγο τρόπο, ως προς την οποία και έγινε κατ' ουσίαν δεκτή η αγωγή, είναι αβάσιμος. Οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, καθ' όσον η αποδιδόμενη πλημμέλεια αφορά ελλείψεις αναγόμενες στην ανεπάρκεια της αιτιολόγησης του αποδεικτικού πορίσματος, σε σχέση με τη διενέργεια διακατοχικών πράξεων από τους δικαιοπαρόχους των αναιρεσιβλήτων, που δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 περ. α' του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.
Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο οδηγήθηκε στο αποδεικτικό του πόρισμα σε σχέση με την απόκτηση της κυριότητας του επιδίκου από τον απώτατο, τους απώτερους και άμεσους δικαιοπαρόχους των αναιρεσιβλήτων χωρίς απόδειξη.
Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο στην παραδοχή του για την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, όλων των αποδεικτικών μέσων δηλαδή των καταθέσεων των μαρτύρων και των εγγράφων τα οποία με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι. Έτσι στην παραδοχή του αυτή το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και ο παραπάνω από τον αρ. 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.) μειωμένη κατά τα άρθρα 22 παρ. 1, 3 του Ν.3693/1957, 5 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.Ν. Κ.Πολ.Δ., παρ. 12 του Ν.1738/1987 και 2 της Υ.Α. 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-11-2013 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου περί αναιρέσεως της 52/2013 απόφασης του Εφετείου Λάρισας.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσόν των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ