Supreme Court dismisses appeal against municipal council's rejection of lawyer's fee claim under Law 4024/2011.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision rejecting the lawyer's fee claim. The appellant argued the dismissal was illegal, but the court found the First Instance correctly applied Law 4024/2011 to terminate the fee. The appeal was rejected because the lower court did not examine the substantive merits of the fee claim, rendering the second ground of appeal inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 560, 564, 566, 577 of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible if the lower court fails to examine the substantive issue, thereby confirming the first-instance ruling without addressing the merits of the claim.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 206 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 206/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αριστείδη Βαγγελάτο, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη και Ερατώ Κολέση, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 7η Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., που παραστάθηκε αυτοπροσώπως, λόγω της δικηγορικής του ιδιότητος, δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: ... με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον δήμαρχό του, που εδρεύει στα ... και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιορδάνη Τοπαλίδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ... αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο .... Εκδόθηκαν η 353/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 118/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου .... Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31-1-2023 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελπίδα Σιμιτοπούλου. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 31-1-2023 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 6/2023) αίτηση διώκεται η αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων υπ' αριθ. 118/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... (δικάσαντος ως Εφετείου), με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 1-11-2019 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές, υπ' αριθ. 352/2018 απόφασης του Ειρηνοδικείου ..., με την οποία είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη η από ... (αριθ. έκθ. κατάθεσης 820/2017) αγωγή αυτού κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ. Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου ... την από ... (αριθ. έκθ. κατάθεσης 820/2017) αγωγή κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου ΝΠΔΔ με την επωνυμία "...", με την οποία ισχυρίστηκε ότι στις 30-10-1997 προσελήφθη, ως δικηγόρος, από τον Δήμο ..., του οποίου καθολικός διάδοχος είναι ο εναγόμενος Δήμος ..., με σύμβαση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου, προκειμένου να παρέχει τις δικηγορικές υπηρεσίες του, αμειβόμενος με πάγια περιοδική (μηνιαία) αμοιβή.
Ότι δυνάμει της ... τα κατ' αποκοπή μηνιαία έξοδα κίνησης του προσωπικού των Ο.Τ.Α. α' βαθμού καθορίστηκαν στο ποσό των 365 ευρώ μηνιαίως, το οποίο ακολούθως διαμορφώθηκε στο ποσό των 384,15 ευρώ, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή. Ότι ο καθορισμός των αποδοχών των δικηγόρων, που παρέχουν υπηρεσίες με σχέση έμμισθης εντολής στους φορείς του άρθρου 4 παρ. 1 του Ν. 4024/2011, έγινε σύμφωνα με την ΚΥΑ 2/17132/0022/2012 (ΦΕΚ Β' 489/28.2.2012), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 22 παρ. 1 του ως άνω νόμου.
Ότι δυνάμει των άρθρων 30 και 32 του Ν. 4024/2011 καταργήθηκαν όλα τα επιδόματα, μεταξύ των οποίων και τα έξοδα κίνησης, που καταβάλλονταν στο προσωπικό των Ο.Τ.Α., πλην όμως οι δικηγόροι με έμμισθη εντολή των Ο.Τ.Α., ως μη έχοντες την ιδιότητα του υπαλλήλου, δεν υπάγονται στις διατάξεις αυτές, ωστόσο ο εναγόμενος Δήμος, ενεργώντας δια των αρμοδίων οργάνων του παράνομα και υπαίτια, έπαυσε από τον Φεβρουάριο του έτους 2017 να του καταβάλλει το επίδομα εξόδων κίνησης, ποσού 384,15 ευρώ μηνιαίως.
Με βάση το ως άνω ιστορικό, ζήτησε α) να αναγνωριστεί ότι παρέχει εν τοις πράγμασι υπηρεσίες Προϊσταμένου Διεύθυνσης στην αυτοτελή και αδιαβάθμιτη οργανική μονάδα της Νομικής Υπηρεσίας του εναγομένου, μη συνδεόμενος με αυτόν με σχέση εξαρτημένης εργασίας, και β) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος Δήμος να του καταβάλει 1) το συνολικό ποσό των 3.841,50 ευρώ ως έξοδα κίνησης των μηνών Φεβρουαρίου έως και Νοεμβρίου του έτους 2017 και 2) το ποσό των 5.000 ευρώ ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη εξαιτίας της ανωτέρω παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς αυτού, επικουρικά δε, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει αμφότερα τα ως άνω ποσά με βάση τις διατάξεις των άρθρων 105 και 106 του ΕισΝΑΚ.
Σύμφωνα με το εδ. γ' του άρθρου 246 του Ν. 1188/1981 "Κώδικας Προσωπικού ΟΤΑ", όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 21 παρ. 3 του Ν. 3274/2004, στους δικηγόρους που παρέχουν υπηρεσίες με σχέση πάγιας περιοδικής έμμισθης εντολής στους Ο.Τ.Α. ή σε ιδρύματα που ανήκουν στους Δήμους καθώς και στα Ν.Π.Δ.Δ., χορηγούνται: (i) Τα ποσά που προβλέπονται στο άρθρο 5 παρ. 3 Ν. 2685/1999, το οποίο ορίζει ότι ειδικές διατάξεις, με τις οποίες προβλέπεται η χορήγηση κατ' αποκοπή εξόδων μετακίνησης σε υπαλλήλους για τις μετακινήσεις τους εκτός έδρας, διατηρούνται σε ισχύ και δεν υπόκεινται σε κρατήσεις υπέρ τρίτων, με κοινή δε απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού τα κατ' αποκοπή έξοδα μετακίνησης καταβάλλονται από 1.4.1998 σύμφωνα με την ΚΥΑ 2040222/4110/ 0022/1998, που προβλέπει τη χορήγηση στο προσωπικό των Ο.Τ.Α.
εφάπαξ ετήσιας αποζημίωσης (90.000 δρχ. για το έτος 1998 και 120.000 δρχ. από το έτος 1999) για την κάλυψη των δαπανών κίνησης, στις οποίες υποβάλλονται λόγω της φύσης της απασχόλησής τους, η αποζημίωση δε αυτή βαρύνει αποκλειστικά τους οικείους προϋπολογισμούς των Ο.Τ.Α. και σε καμία περίπτωση και για οποιοδήποτε λόγο τον κρατικό προϋπολογισμό και η καταβολή της γίνεται με ξεχωριστό τίτλο πληρωμής, τμηματικά στο τέλος κάθε τριμήνου.
Επίσης, στο άρθρο 166 παρ. 3 του Ν. 3584/2007 "Κύρωση του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων" ορίζεται ότι στους δικηγόρους των Ο.Τ.Α. με σχέση έμμισθης εντολής "χορηγούνται τα ποσά που προβλέπονται στην παρ. 3 του άρθρου 5 του ν. 2685/1999..., όπως ισχύουν". Το προβλεπόμενο ως άνω ποσό της αποζημίωσης για έξοδα μετακίνησης ανήλθε με την ΚΥΑ 2/6771/2004 από 1.1.2004 σε 206 ευρώ μηνιαίως και, μετά από διαδοχικές αναπροσαρμογές, με την ΚΥΑ 2/95080/0022/2008 καθορίσθηκε από 1.1.2008 σε 365 ευρώ.
Στη συνέχεια, με το Ν. 4024/2011 "Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο - βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012-2015", επιχειρήθηκε η διαμόρφωση ενός ενιαίου συστήματος βαθμολογικών προαγωγών και μισθολογικής εξέλιξης του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης, η οποία είχε ως συνέπεια την περικοπή των αποδοχών των εργαζομένων στο Δημόσιο, στους Ο.Τ.Α.
και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, με σκοπό, κατά τα αναφερόμενα στην αιτιολογική έκθεση, αφενός την άμεση αντιμετώπιση της οξείας δημοσιονομικής κρίσης και την εξυγίανση των δημοσίων οικονομικών και αφετέρου τον εξορθολογισμό του δημόσιου τομέα, την άρση των ανισοτήτων στις συνολικές αμοιβές των υπαλλήλων, την ανταμοιβή της εργασίας βάσει του παραγόμενου αποτελέσματος, την προσέλκυση ικανού στελεχιακού δυναμικού και την προώθηση των αναπτυξιακών και κοινωνικών προτεραιοτήτων της χώρας.
Στο Κεφάλαιο Δεύτερο του ως άνω νόμου, υπό τον τίτλο "Σύστημα βαθμολογικών προαγωγών και μισθολογικής εξέλιξης των υπαλλήλων του Κράτους, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης Α' και Β' βαθμού και άλλων φορέων του δημόσιου τομέα και συναφείς διατάξεις" και ειδικότερα στο άρθρο 4, το οποίο φέρει τον τίτλο "Πεδίο εφαρμογής", ορίζονται τα εξής: "1.
Στις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου υπάγονται οι μόνιμοι και δόκιμοι πολιτικοί υπάλληλοι και οι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (Ι.Δ.Α.Χ.): α) του Δημοσίου, β) των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) πρώτου και δεύτερου βαθμού, γ) των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), συμπεριλαμβανομένου του Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων (Ο.Γ.Α.).... 2.
Υπάλληλοι και λειτουργοί που δεν εμπίπτουν ευθέως στις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου, το προσωπικό της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών, καθώς και οι κατηγορίες υπαλλήλων ή λειτουργών που υπάγονται στο Πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Μέρους Β' του ν. 3205/2003 (Α' 297) εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 17".
Με το άρθρο 22 παρ. 1 του ίδιου νόμου, που φέρει τον τίτλο "Επέκταση διατάξεων", ορίζεται ότι: "1. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καθορίζονται οι αποδοχές για τους δικηγόρους με σχέση έμμισθης εντολής στους φορείς της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του παρόντος νόμου", κατ' εφαρμογή δε της διάταξης αυτής εκδόθηκε η ΚΥΑ οικ.2/17132/0022/28.2.2012 (ΦΕΚ Β'498/ 28.2.2012), με έναρξη ισχύος την 1.11.2011, σύμφωνα με την παρ. 1 της οποίας, στους δικηγόρους που παρέχουν υπηρεσίες με σχέση πάγιας και περιοδικής έμμισθης εντολής στους φορείς της παρ. 1 του άρθρου 4 του Ν. 4024/2011, καταβάλλεται, εφόσον πρόκειται για δικηγόρους στο Πρωτοδικείο ο βασικός μισθός του 2ου μισθολογικού κλιμακίου του Ε' βαθμού, για δικηγόρους στο Εφετείο ο βασικός μισθός του 2ου μισθολογικού κλιμακίου του Γ' βαθμού και για δικηγόρους στον Άρειο Πάγο ο βασικός μισθός του Β' βαθμού.
Περαιτέρω, με το άρθρο 30 παρ. 1 εδ. α' του Ν. 4024/2011 ορίζεται ότι "Πέραν των επιδομάτων και παροχών του παρόντος Κεφαλαίου, όλα τα λοιπά επιδόματα, αμοιβές και αποζημιώσεις, που καταβάλλονται στους υπαλλήλους που εμπίπτουν στις διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου, μέχρι την έναρξη της ισχύος του, με οποιαδήποτε ονομασία, συμπεριλαμβανομένων και των εξόδων κίνησης, εφόσον τα έξοδα αυτά προβλέπεται με τις ισχύουσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάξεις να καταβάλλονται ανεξαρτήτως της μετακίνησης του υπαλλήλου, καταργούνται εφόσον δεν προβλέπεται ρητά η χορήγησή τους από τις διατάξεις του Κεφαλαίου αυτού".
Στα ως άνω καταργούμενα επιδόματα, αμοιβές και αποζημιώσεις δεν περιλαμβάνονται τα προβλεπόμενα στο εδάφιο β' της παρ. 1 του εν λόγω άρθρου, περί των οποίων δεν πρόκειται εν προκειμένω. Κατά δε το άρθρο 32 παρ. 1 του Ν. 4024/2011, "1. Από την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου καταργείται κάθε γενική ή ειδική διάταξη κατά το μέρος που ρυθμίζει θέματα που διέπονται από τις διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου.
Όπου σε διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή άλλων κανονιστικών πράξεων, γίνεται παραπομπή σε διατάξεις που καταργούνται σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο νοείται ως παραπομπή στις διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου που ρυθμίζουν το αντίστοιχο θέμα. Επιδόματα ή παροχές που προβλέπονται από τις καταργούμενες διατάξεις και τα οποία, κατά παραπομπή άλλων διατάξεων, χορηγούνται σε λειτουργούς ή υπαλλήλους, που δεν υπάγονται στο Πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, εξακολουθούν να καταβάλλονται με τους όρους και τις προϋποθέσεις που ορίζουν οι παραπεμπόμενες διατάξεις με εξαίρεση την οικογενειακή παροχή, η οποία υπολογίζεται και καταβάλλεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 17. 2.... 3.... 4.
Η ισχύς των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου αρχίζει την 1.11.2011". Ακολούθως, με το άρθρο 33 περ. β' του Ν. 4354/2015 ορίστηκε ότι εξακολουθούν να ισχύουν οι διατάξεις του προαναφερθέντος τρίτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 32 του Ν. 4024/2011 με την επιφύλαξη των διατάξεων της περίπτωσης γ' της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του παρόντος, η οποία (περίπτωση) δεν συντρέχει εν προκειμένω.
Από τον συνδυασμό των ως άνω διατάξεων των άρθρων 30 και 32 του Ν. 4024/2011 συνάγεται ότι από την 1.11.2011 οι διατάξεις οι οποίες, πέραν των επιδομάτων και παροχών του δευτέρου Κεφαλαίου (άρθρα 4 έως 32) του Ν. 4024/2011, προβλέπουν επιδόματα, αμοιβές, αποζημιώσεις και έξοδα κίνησης, εφόσον τα έξοδα αυτά προβλέπονται με τις ισχύουσες μέχρι την 1.11.2011 διατάξεις να καταβάλλονται ανεξαρτήτως της μετακίνησης του υπαλλήλου, δεν καταργούνται γενικώς και αδιακρίτως, αλλά καταργούνται εφόσον καταβάλλονται στους υπαλλήλους που εμπίπτουν στις διατάξεις του ως άνω νόμου.
Επομένως, σύμφωνα με το άρθρο 30 παρ. 1 του Ν. 4024/2011, από 1.11.2011 καταργήθηκε και το καταβαλλόμενο, ανεξαρτήτως της μετακίνησης του δικαιούχου, επίδομα εξόδων κίνησης των δικηγόρων που παρέχουν τις υπηρεσίες τους με σχέση έμμισθης εντολής στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.), πρώτου και δεύτερου βαθμού, αφού, κατά τα ανωτέρω, με το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 4024/2011 επεκτάθηκε και σ' αυτούς η ισχύς των διατάξεων του Κεφαλαίου Δεύτερου του εν λόγω νόμου.
Κατά συνέπεια, οι σχετικές ως άνω διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 3 του Ν. 2685/1999 και του άρθρου 166 του Ν. 3584/2007, που προέβλεπαν τη χορήγησή του, έπαυσαν να ισχύουν, αφού καταργήθηκαν με το άρθρο 32 παρ. 1 του Ν. 4024/2011. Με τα δεδομένα αυτά, οι θεσπισθείσες με το Ν. 4024/2011 περικοπές αποδοχών και επιδομάτων των εργαζομένων στον εν γένει δημόσιο τομέα, αποτελούν τμήμα ενός ευρύτερου προγράμματος προσαρμογής, αλλά και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, σε σχέση με την οργάνωση του έμψυχου δυναμικού των δημόσιων φορέων.
Κατ' αυτόν τον τρόπο επιδιώκεται η εξυπηρέτηση σκοπών, που συνιστούν κατ' αρχάς σοβαρούς λόγους δημόσιου συμφέροντος και αποτελούν, εν τέλει, και σκοπούς κοινού ενδιαφέροντος των κρατών μελών της ευρωζώνης, στο πλαίσιο της καθιερούμενης από τη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης υποχρέωσης δημοσιονομικής πειθαρχίας και διασφάλισης της σταθερότητας της ζώνης του ευρώ.
Ο επιδιωκόμενος με τις κρίσιμες διατάξεις σκοπός αποτελεί λόγο δημόσιου συμφέροντος που δικαιολογεί την επέμβαση του νομοθέτη στις συμβατικές σχέσεις των δικηγόρων, που παρέχουν υπηρεσίες με σχέση έμμισθης εντολής στους φορείς της παρ. 1 του άρθρου 4 του Ν. 4024/2011. Περαιτέρω, η επίμαχη ρύθμιση θεσπίστηκε με γενικά και αντικειμενικά κριτήρια, παρίσταται ως πρόσφορη για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού και δεν είναι προδήλως δυσανάλογη προς αυτόν.
Με τα δεδομένα αυτά, η εν λόγω ρύθμιση δεν αντίκειται στο άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος ούτε στην καθιερωμένη από το άρθρο 25 παρ. 1 εδ. δ' αυτού αρχή της αναλογικότητας ούτε στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, εφόσον δεν κατοχυρώνεται από καμία συνταγματική ή άλλη διάταξη δικαίωμα ορισμένου ύψους αποδοχών και δεν αποκλείεται, κατ' αρχάς, η διαφοροποίηση αυτών ανάλογα με τις συντρέχουσες εκάστοτε συνθήκες.
Άλλωστε, από μακρού ο καθορισμός της αμοιβής των εμμίσθων δικηγόρων υπήρξε αντικείμενο κρατικής παρέμβασης με την καθιέρωση κατωτάτων ορίων πάγιας περιοδικής αμοιβής των δικηγόρων και μάλιστα δια παραπομπής στο βασικό μισθό ή στα ΜΚ του ενιαίου μισθολογίου των δημοσίων υπαλλήλων, όπως ιδίως με τα άρθρα 92 παρ. 1 και 92Α του Ν.Δ/τος 3026/1954 και τις ΚΥΑ 85724/8615/1986 και 2022210/2776/0022/1997 (ΑΠ 574/2021, 1254/ 2018, ΟλΣτΕ 3372/2015).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 317/2022, 19/2020, 319/2017, 130/2016). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης εκ του αριθμού 1 εδ.
α' του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το απορριπτικό σκέλος της που αφορά το κονδύλιο των εξόδων κίνησης, για παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 1, 22 παρ. 1, 30 παρ. 1 και 32 παρ. 1γ' του Ν. 4024/2011, 33 στοιχ. β' του Ν. 4354/2015, 166 παρ. 2α' του Ν. 3584/2007 και 21 παρ. 3γ'του Ν. 3274/2004.
Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, η αγωγή, με το περιεχόμενο που προεκτέθηκε, είναι μη νόμιμη ως προς το αίτημα καταβολής του ποσού των 3.841,50 ευρώ ως εξόδων κίνησης των μηνών Φεβρουαρίου έως και Νοεμβρίου του έτους 2017. Η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία απέρριψε το αίτημα τούτο ως μη νόμιμο, καθόσον έκρινε ότι οι δικηγόροι, που συνδέονται με σύμβαση έμμισθης εντολής με τους Ο.Τ.Α., υπάγονται στις διατάξεις των άρθρων 4, 22, 30 και 32 του Ν. 4024/2011, δυνάμει των οποίων το επίμαχο επίδομα καταργήθηκε από 1-11-2011, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις εν λόγω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.
Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης.
Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μη μπορεί να κριθεί, αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι στο νόμο.
Έτσι, για την ίδρυση του λόγου αναίρεσης από το άρθρο 560 αριθ. 6 (και 559 αριθ. 19) ΚΠολΔ, προϋπόθεση αποτελεί η από το δικαστήριο εξέταση της υπόθεσης κατ' ουσίαν, οπότε και μόνο η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ουσιαστικές παραδοχές, από την ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των οποίων ή από την παντελή έλλειψη τοιούτων γεννάται η από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια.
Διαφορετικά, αν δηλαδή το δικαστήριο δεν εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης, ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1935/2017, 818/ 2017, 414/2017, 103/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης εκ του αριθμού 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το απορριπτικό σκέλος της που αφορά το κονδύλιο των εξόδων κίνησης, για παραβίαση εκ πλαγίου (με ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες) των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 1, 22 παρ. 1, 30 παρ. 1 και 32 παρ. 1γ' του Ν. 4024/2011, 33 στοιχ.
β' του Ν. 4354/2015, 166 παρ. 2α'του Ν. 3584/2007 και 21 παρ. 3γ'του Ν. 3274/2004. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον το (δικάσαν ως Εφετείο) Μονομελές Πρωτοδικείο ..., με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε μη νόμιμη την αγωγή, χωρίς να εισέλθει στην ουσία της υπόθεσης, και ακολούθως απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του ενάγοντος, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη η αγωγή.
Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου Ο.Τ.Α., που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένων όμως κατά το άρθρο 281 παρ. 2 του Ν. 3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων" (ΑΠ 1207/2019, 1061/2018), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31-1-2023 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 6/2023) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 118/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ....
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Φεβρουαρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ