Legislator Case Law & Legislation
818/2017 AI generated

Supreme Court partially allows appeal on payment offset claim previously raised and rejected by lower court.

Case Number 818/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision, remanding the case for further proceedings. The appellant argued that a payment offset claim was improperly rejected because it had been validly raised in prior proceedings, despite a procedural error in its subsequent reiteration. The court found that the claim was admissible under Article 559 of the Code of Civil Procedure, as it had been properly proposed earlier and the lower court's reasoning was contradictory and unclear.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(14) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal ground is admissible if the claim was validly proposed before the court of first instance, even if the appellate court examines it sua sponte, unless it concerns a public order issue not previously raised.

Keywords

AI generated
payment offset claim admissibility of appeal procedural history contradictory ruling remittal to lower court Code of Civil Procedure public order exception

Cited Legislation

AI generated
Article 562(2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(14) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Article 178 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 818 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 818/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." και διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μάριο Μπαχά με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Εφαρμογών" και το διακριτικό τίτλο "...", η οποία κατά το καταστατικό της και κατά δήλωσή της εδρεύει στην Αθήνα, χωρίς νόμιμη εκπροσώπηση, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Διονύσιο Γαβουνέλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 22-1-2007 και 25-4-2006 δύο αγωγές της ήδη αναιρεσίβλητης και αναιρεσείουσας, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6460/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 1469/2015 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1-7-2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αβροκόμη Θούα ανέγνωσε την από 29-1-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αποδοχή των τρίτου με αριθμούς 5.2.2 και 5.2.3 λόγων αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επί της από 1-7-2015 αίτησης για αναίρεση της 1469/2015 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Κατά την έννοια του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. για το παραδεκτό του λόγου αναίρεσης, πρέπει ο ισχυρισμός επί του οποίου στηρίζεται, έστω και αν ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο της ουσίας, να έχει προταθεί νομίμως ενώπιον αυτού και να γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο της πρότασης αυτής, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Εξάλλου, η έννοια της δημόσιας τάξης περιλαμβάνει τους κανόνες με τους οποίους η Ελληνική Πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του έννομου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές ή κοινωνικές, η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα στη Χώρα γενική περί δικαίου συνείδηση.

Οι ισχυρισμοί που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο δεν είναι αναγκαίως και δημόσιας τάξης. Και στις περιπτώσεις όμως αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 168/2015).

Στην προκειμένη, περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης (υπό στοιχεία 5.1-5.4), η αναρεσείουσα, ισχυριζόμενη ότι, η αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία, εστερείτο νόμιμης εκπροσώπησης, λόγω λήξης της θητείας του διοικητικού της συμβουλίου, κατά την κατάθεση της από 22-1-2007 αγωγής της, αλλά και της από 4-10-2011 έφεσής της επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με αποτέλεσμα οι ανωτέρω διαδικαστικές της πράξεις να είναι άκυρες λόγω αδυναμίας διορισμού πληρεξουσίου δικηγόρου, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια της μη κήρυξης απαραδέκτων αυτών.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι, εκτός του ότι δεν αφορά τη δημόσια τάξη (σχ.ΑΠ 1725/2008), όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα η επίκληση των πραγματικών περιστατικών που τον θεμελιώνουν και επί των οποίων ερείδεται η έλλειψη ικανότητας της αναιρεσίβλητης προς ενέργεια οιασδήποτε διαδικαστικής πράξης και συνακόλουθα και αδυναμίας παροχής νομότυπης πληρεξουσιότητας στον δικηγόρο που την εκπροσώπησε τόσο στον πρώτο όσο και στον δεύτερο βαθμό, γίνεται για πρώτη φορά ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και δεν είχαν τεθεί υπόψη των δικαστηρίων της ουσίας (Εφετείου και πρωτοβαθμίου δικαστηρίου), όπως και η αναιρεσείουσα συνομολογεί, αλλά και προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) των ενώπιον των άνω Δικαστηρίων από 5-11-2014 και 7-5-2008 αντίστοιχα, προτάσεών της.

Εξάλλου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 96§1, 97§1, 98, 104, 105, 159, 160§§1&2, 544 αριθ. 4 ΚΠολΔ, 211, 229 και 238 ΑΚ, η έλλειψη της αναγκαίας πληρεξουσιότητας και, κατ’ επέκταση, το απαράδεκτο ή η ακυρότητα που προκαλεί, καλύπτονται αναδρομικά, ακόμη και αν πρόκειται για ειδική πληρεξουσιότητα (ΟλΑΠ 1408/1984), αν ο διάδικος, που εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο χωρίς πληρεξουσιότητα, εγκρίνει στη συνέχεια τις μέχρι τότε πράξεις του δικηγόρου, και μάλιστα είναι αδιάφορο αν παρίσταται με τον ίδιο ή άλλο δικηγόρο, αφού η έγκριση αφορά τις πράξεις και όχι το πρόσωπο (ΑΠ 932/2014).

Στη συγκεκριμένη δε περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Φ. σε συνδυασμό με το από 21-11-2016 πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας, νομίμως δημοσιευμένο στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (ΓΕΜΗ), η τελευταία, εκτός από την παραχωρηθείσα πληρεξουσιότητά της στον δικηγόρο που την εκπροσωπεί ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, προς αντίκρουση της κρινόμενης αναίρεσης, ενέκρινε ρητώς όλες τις προηγηθείσες διαδικαστικές ενέργειες αυτού, σε σχέση με την άσκηση και την μετέπειτα διαδρομή της προαναφερθείσας αγωγής της.

Επομένως, ο ανωτέρω λόγος είναι και αβάσιμος.

Ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση στην αγωγή των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματός της, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 104/2014, 443/2011).

Η αγωγή εξάλλου του πωλητή κατά αγοραστή εμπορευμάτων προς καταβολή του τιμήματος, για να είναι ορισμένη, πρέπει να περιέχει τη σύμβαση και το χρόνο κατάρτισής της, τα πωληθέντα είδη και τις επί μέρους τιμές μονάδος κάθε πωληθέντος είδους, (ΑΠ 1399/2011). Αυτά τα στοιχεία υπήρχαν στο παραδεκτά επισκοπούμενο (αρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) από 22-1-2007 δικόγραφο της αγωγής της αναιρεσίβλητης, με την επικουρική βάση του οποίου ζητούσε την αναγνώριση υποχρέωσης της αναιρεσείουσας προς καταβολή του τιμήματος δυνάμει της επικαλούμενης σύμβασης πώλησης των περιγραφομένων σ’ αυτήν εμπορευμάτων προς την αναιρεσείουσα.

Ειδικότερα, όσον αφορά στο πωληθέν με το ...5-2004 τιμολόγιο, εμπόρευμα, ήτοι ένα σύστημα κλίσης αδερφής με ενσωματωμένο interface για σύνδεση με το σύστημα hirned της Siemens και σύστημα αυτόματης ανίχνευσης αδελφής με τέσσερις πομπούς ανά όροφο, αναφέρεται στην ένδικη αγωγή, ότι η καθαρή αξία για το ανωτέρω και συνεπώς και το αντίστοιχο συμφωνημένο τίμημά του ανερχόταν στο ποσό των 102.714,60 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 18% 18.488,63=121.203,23 ευρώ, ενώ ως προς τα πωληθέντα με το ...5-2004 τιμολόγιο, εμπορεύματα, ήτοι ένα σύστημα παραγωγής ιατρικού οξυγόνου τύπου PSASimplex 0150, και ένα κεντρικό και περιφερειακό σύστημα ALARM, αναφέρεται επίσης στην ένδικη αγωγή, ότι η καθαρή αξία του πρώτου ήταν 55.407,19 και του δεύτερου 3.286,87 ευρώ αντίστοιχα και το αντίστοιχο συνολικό συμφωνημένο τίμημα αυτών ανερχόταν στο ποσό των 55.407,19+3.286,87=58.694,06 ευρώ πλέον ΦΠΑ 18% 10.564,93 ευρώ=69.258,99 ευρώ.

Επομένως, το Εφετείο ορθώς έκρινε ότι η αγωγή με την οποία εζητείτο η καταβολή του συμφωνημένου τιμήματος των πιο πάνω πωληθέντων εμπορευμάτων, κατά το προεκτεθέν περιεχόμενό της, ήταν ορισμένη, κάνοντας δεκτό σχετικό λόγο έφεσης της αναιρεσίβλητης, που παρεπονείτο για την περί του αντιθέτου κρίση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει ακυρότητα, όπως υποστηρίζει με τον δεύτερο (υπό στοιχείο.5.1.5) λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη παράβαση του άρθρου 559 αριθμ.14 ΚΠολΔ.

Συνεπώς ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος.

Κατά την ίδια διάταξη (του άρθρου 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ), υπάρχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΟΛΑΠ 12/2000). Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ή την ένσταση για κάποιο τυπικό λόγο χωρίς να έχει δηλαδή καταρτίσει ελάσσονα πρόταση εκτίμησης αποδείξεων (ολΑΠ 3/1997).

Αν όμως παρά την απόρριψη της αγωγής ή της ένστασης ως απαράδεκτης, το δικαστήριο εξέφερε παρεμπιπτόντως κρίση επί της ουσίας, η οποία είχε έστω και έμμεση επίδραση στο διατακτικό της απόφασής του, η τυχόν πλημμέλεια ελέγχεται αναιρετικά με τον άνω λόγο (ΑΠ1490/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή της (αρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα: ".....Μολονότι, όμως, η εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) παρέλαβε τα πωληθέντα εμπορεύματα, εξακολουθεί να οφείλει το τίμημα αυτών το οποίο ανέρχεται συνολικά στο ποσό των (121.203,23+69.258,99=)190.462,22 ευρώ.

Εξάλλου οι επικαλούμενες από την εναγομένη, με τις προτάσεις της, καταβολές αφορούν προγενέστερες οφειλές της προς την ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) και όχι τα επίδικα τιμολόγια. Επίσης, η προταθείσα ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ένσταση εξοφλήσεως, ανεξαρτήτως της αοριστίας της, προτείνεται απαραδέκτως ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, καθόσον για την επαναφορά της εν λόγω ενστάσεως έπρεπε να γίνει επανυποβολή της με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης που την περιλαμβάνουν .......Αντίθετα, η εναγομένη με τις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, αναφέρει ότι συλλήβδην επαναφέρει όλους τους ισχυρισμούς που πρότεινε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, χωρίς ......να γίνεται συγκεκριμένη αναφορά της εν λόγω ενστάσεως, στις ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου προτάσεις της και χωρίς να υπάρχει σύντομη περίληψη αυτής....".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, έκανε δεκτή την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την επικουρική από την πώληση, βάση της αγωγής της και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να της καταβάλει το ανωτέρω ποσό των 190.462,22 ευρώ με το νόμιμο τόκο. Υπό τις προεκτεθείσες όμως παραδοχές της η προσβαλλόμενη απόφαση, αναφορικά με την ένσταση εξόφλησης του επίδικου τιμήματος, υπέπεσε στις ακόλουθες αναιρετικές πλημμέλειες:

Α)Σε αυτή του άρθρου 559 αριθμ.14 ΚΠολΔ, διότι εσφαλμένα απέρριψε ως απαράδεκτη την ανωτέρω ένσταση. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των από 5-11-2014 προτάσεων της ήδη αναιρεσείουσας ενώπιον του Εφετείου, κατά τη συζήτηση της έφεσης της αναιρεσίβλητης, μετά από την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η αναιρεσείουσα, ανέφερε σαφώς τις καταβολές τις οποίες πραγματοποίησε προς την αναιρεσίβλητη (σελ.27, 28 αυτών) οι οποίες ταυτίζονται με τις αναφερόμενες στις από 24-3-2008 ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προτάσεις της προς στοιχειοθέτηση της ένστασης εξόφλησής της (σελ.22-24 αυτών).

Επομένως, είχε παραδεκτώς προβληθεί η σχετική ένσταση εξόφλησης ενώπιον του Εφετείου, ανεξαρτήτως του ότι στην τελευταία παράγραφο των άνω προτάσεών της η αναιρεσείουσα, μετά την αναλυτική προηγούμενη αναγραφή των καταβολών της, που μάλιστα, υπερέβαιναν και το οφειλόμενο τίμημα, διέλαβε, ότι <ρητώς επαναφέρουμε κατά τα άρθρα 240, 524 ΚΠολΔ τις ενστάσεις που είχαμε εγείρει κατά την πρωτοβάθμια δίκη, όπως τις αναπτύξαμε με τις πρωτόδικες προτάσεις μας>, και δεν ανέφερε ειδικώς και την ένσταση εξόφλησης, κάτι που θα ήταν απαραίτητο αν ηρκείτο μόνο σε αυτή την επαναφορά και Β) Σε αυτή από το άρθρο 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ, αφού, αρχικά μεν απορρίπτει στην ουσία την ίδια ένσταση, με κρίση που επιδρά οπωσδήποτε στο διατακτικό της, δεχόμενη, ότι οι καταβολές που επικαλείται η αναιρεσείουσα αφορούν προνενέστερες οφειλές της προς την αναιρεσίβλητη και όχι τα επίδικα τιμολόγια, στην συνέχεια όμως την εν λόγω ένσταση την απορρίπτει ως απαράδεκτη, καθισταμένου έτσι του σχετικού αποδεικτικού της πορίσματος ασαφούς και αντιφατικού.

Επομένως, είναι βάσιμοι οι τέταρτος (υπό στοιχείο 5.2.2) και πέμπτος (υπό στοιχείο 5.2.3) λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια, αντίστοιχα, από τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 14 (και όχι 8) και 19 Κ.Πολ.Δ.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το κεφάλαιό της που αφορά στην απορριφθείσα ένσταση εξόφλησης και να παραπεμφθεί κατά τούτο η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που την εξέδωσαν (αρθρ.580παρ.3ΚΠολΔ.). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του καταβληθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου σ’ αυτήν (αρθρ.495 παρ. 4ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, συμψηφιζομένων αυτών κατά τα λοιπά, μεταξύ των διαδίκων, λόγω της μερικής νίκης και ήττας τους (αρθρ.178, 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την 1469/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το περί ενστάσεως εξοφλήσεως κεφάλαιο που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Παραπέμπει, κατά τούτο, την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, το οποίο ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Μαρτίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2017.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ