Legislator Case Law & Legislation
2064/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling the appeal inadmissible due to lack of legal basis.

Case Number 2064/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court's judgment. The appellant argued that the lower court erred in law by failing to recognize the inadmissibility of the defense regarding the voluntary payment of taxes. The court held that the defense was admissible and the lower court correctly assessed the facts, finding the payment was voluntary and not coerced. Consequently, the appeal was rejected as there was no valid legal ground for cassation.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(14), 501, 502, 503, 513, 516, 518 of the Code of Civil Procedure: An appeal for cassation is inadmissible if the alleged error in law does not pertain to the inadmissibility of a defense or the declaration of nullity, as the lower court may examine such matters sua sponte.

Keywords

AI generated
cassation appeal inadmissible defense sua sponte examination voluntary payment tax liability procedural nullity code of civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 559(14) of the Code of Civil Procedure
Articles 501, 502(1), 503(1), 513(1), 516(1), 518(1) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 191(2), 183 of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2064 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2064/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη και Αγαθή Δερέ - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαΐου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. συζύγου Χ. Μ., το γένος Σ. Β., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Ψαράκη. Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Β. του Π., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Θωμά Σπυρίδη και Μαρία Ελ Χουρί, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-12-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο ….. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4748/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 258/2020 του Μονομελούς Εφετείου ….. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-9-2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 του Κ.Πολ.Δ. υπάρχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο. Επί παράλειψης κήρυξης προσωρινού απαραδέκτου, όπως είναι το απαράδεκτο της συζήτησης, ο ανωτέρω λόγος στοιχειοθετείται, όταν το απαράδεκτο αυτό επιβάλλεται από το νόμο προς κατοχύρωση του αποτελέσματος της ακυρότητας άλλης διαδικαστικής πράξης που προηγήθηκε, όπως είναι η ακυρότητα της κλήτευσης ή (και) προς εξασφάλιση της άσκησης δικονομικού δικαιώματος, όπως είναι πρωτίστως το απορρέον από τη διάταξη του άρθρου 110 παρ. 2 ΚΠολΔ., θεμελιώδες δικονομικό δικαίωμα της υπεράσπισης, εκατέρωθεν ακρόασης, δημοσιότητας και ισότητας των διαδίκων (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 470/2022, ΑΠ 852/2021). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 501, 502 παρ. 1, 503 παρ. 1, 513 παρ. 1, 516 παρ. 1 και 518 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτουν τα ακόλουθα: Η ερήμην απόφαση προσβάλλεται με αιτιολογημένη ανακοπή ερημοδικίας από το διάδικο που ερημοδικάσθηκε. Αν η ερήμην απόφαση είναι επιπλέον πρωτόδικη και οριστική, υπόκειται και σε έφεση εξαρχής, δηλαδή ευθύς από τη δημοσίευσή της, γιατί η προθεσμία για την άσκηση αιτιολογημένης ανακοπής δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα.

Συνεπώς οι προθεσμίες για την άσκηση των δύο αυτών ενδίκων μέσων αρχίζουν ταυτόχρονα από την επίδοση της ερήμην αποφάσης και συντρέχουν (ΑΠ 1133/2008). Στην περίπτωση αυτή η έφεση ασκείται επικουρικά, υπό την αίρεση απόρριψης της ανακοπής ερημοδικίας. Αν η ανακοπή γίνει δεκτή, η έφεση στερείται πλέον αντικειμένου.

Όσο εκκρεμεί, η ανακοπή στον πρώτο ή στο δεύτερο βαθμό, η συζήτηση της έφεσης είναι απαράδεκτη (ΑΠ 84/2015, ΑΠ 1261/2011, ΑΠ 1782/2002). Σε περίπτωση, όμως, εκδίκασης από το ίδιο εφετείο και στην ίδια δικάσιμο της έφεσης κατά της απορριπτικής απόφασης επί της ανακοπής ερημοδικίας, που άσκησε ο ερημοδικασθείς πρωτοδίκως διάδικος, όσο και της επικουρικής έφεσης που ο ίδιος άσκησε κατά της εκδοθείσας ερήμην του (επί της διαφοράς) πρωτόδικης απόφασης, δεν συντρέχει λόγος κήρυξης απαραδέκτου της συζήτησης της εν λόγω έφεσης (κατά της αρχικής ερήμην απόφασης), αφού το εφετείο, σε περίπτωση που απορρίψει την έφεση κατά της απόφασης επί της ανακοπής ερημοδικίας (η έρευνα της οποίας προηγείται), παραδεκτά θα προχωρήσει στη συζήτηση της επικουρικής έφεσης, αφού θα έχει παύσει να εκκρεμεί η ανακοπή ερημοδικίας, ενώ, σε περίπτωση που κάνει δεκτή την έφεση επί της ανακοπής ερημοδικίας, θα εξαφανίσει την επ' αυτής πρωτόδικη απόφαση, θα δεχθεί την ανακοπή, και θα ακυρώσει την ερήμην πρωτόδικη συζήτηση και την πρωτόδικη απόφαση και, ακολούθως, θα προχωρήσει αμέσως στην εξέταση της διαφοράς, απορρίπτοντας την επικουρική έφεση ως άνευ αντικειμένου.

Κατά συνέπεια, στην ανωτέρω αναφερόμενη περίπτωση της εκδίκασης από το ίδιο δικαστήριο και στην ίδια δικάσιμο των δύο εφέσεων, η μη κήρυξη από το εφετείο απαράδεκτης της συζήτησης επί της επικουρικής έφεσης δεν ιδρύει τον από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο της παρά νόμο μη κήρυξης δικονομικού απαραδέκτου.

Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, των διαδικαστικών εγγράφων, κατά το ενδιαφέρον, την παρούσα αναιρετική δίκη, μέρος προέκυψαν τα εξής: Επί της ένδικης αγωγής της αναιρεσείουσας - ενάγουσας εκδόθηκε ερήμην του αναιρεσίβλητου - εναγομένου, κατά την τακτική διαδικασία, η με αριθμ. 4748/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου …., με την οποία υποχρεώθηκε ο αναιρεσίβλητος, για την αναφερόμενη σ' αυτήν αιτία, να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ποσό των 14.315,25 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 27-7-2007.

Κατά της απόφασης αυτής, ο αναιρεσίβλητος άσκησε πρώτα την από 11-12-2013 ανακοπή ερημοδικίας και στη συνέχεια την από 27-12-2013 επικουρική έφεση, για την περίπτωση απόρριψης της ανακοπής ερημοδικίας, όπως συνομολογείται από τα δικόγραφα των διαδίκων, ενόψει του ότι δεν προσκομίζεται η έκθεση επίδοσης αυτών.

Επί της ανακοπής ερημοδικίας, εκδόθηκε η με αριθμ. 1477/2018 μη οριστική απόφαση και, αντιμωλία των διαδίκων, η με αριθμ. 1168/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου …., με την οποία απορρίφθηκε η ανακοπή ερημοδικίας, ενώ κατά της απόφασης αυτής ο αναιρεσίβλητος άσκησε την από 18-11-2019 έφεσή του. Η έφεση αυτή καθώς και η ένδικη επικουρική έφεση και οι επικουρικώς ασκηθέντες πρόσθετοι λόγοι αυτής προσδιορίστηκαν για συζήτηση για τη δικάσιμο της 5ης-3-2020, στο αυτό δικαστήριο, και με αριθμ.

πινακίου 53, 25 και 54, αντίστοιχα. Κατά την ανωτέρω συνεδρίαση οι ανωτέρω εφέσεις και πρόσθετοι λόγοι συνεκφωνήθηκαν από το ίδιο Δικαστήριο, ήτοι συντιθέμενο με την ίδια συγκρότηση, και εκδικάστηκαν. Κατά την εκδίκαση, η αναιρεσίβλητη επικαλέστηκε, με τις νομοτύπως κατατεθείσες προτάσεις της, ότι η συζήτηση της επικουρικής έφεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής έδει να κηρυχθεί απαράδεκτη για το λόγο ότι στο ίδιο Δικαστήριο εκκρεμούσε η εκδίκαση σε δεύτερο βαθμό της προηγουμένως ασκηθείσας ανακοπής ερημοδικίας.

Επί της έφεσης κατά της απόφασης επί της ανακοπής ερημοδικίας εκδόθηκε η με αριθμ. 256/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, ενώ επί της επικουρικής έφεσης και των πρόσθετων αυτής λόγων (κατά της 4748/2013 οριστικής επί της αγωγής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου …..) το ίδιο δικαστήριο εξέδωσε την με αριθμ. 258/2020 προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε και δίκασε την αγωγή και απέρριψε αυτήν ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο και συνεπώς ο πρώτος, από τον αρ. 14 το άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 905 παρ. 1 ΑΚ "απαίτηση αχρεωστήτου αποκλείεται αν ο λήπτης της παροχής αποδείξει ότι αυτός που κατέβαλε γνώριζε ότι δεν υπήρχε το χρέος".

Η δικαιολογία του αποκλεισμού με τη διάταξη αυτή της απαίτησης αχρεωστήτου συνίσταται στο ότι στην περίπτωσή της, τεκμαίρεται ότι η περιουσιακή επίδοση έγινε με το σκοπό της δωρεάς ή γι' άλλη νόμιμη αιτία. Για την εφαρμογή αυτής απαιτείται όπως η γνώση της ανυπαρξίας του χρέους, η οποία πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο της καταβολής, είναι θετική και πραγματική.

Προς την κατά τα άνω γνώση δεν εξομοιώνεται η έστω από βαρεία αμέλεια άγνοια, ούτε η αμφιβολία για την ύπαρξη ή μη του χρέους και ως εκ τούτου η εκ μέρους του καταβαλόντος αναζήτηση του αχρεωστήτως καταβληθέντος δεν αποκλείεται όταν ο τελευταίος απλώς αμφιβάλλει για την ύπαρξη ή μη του χρέους, έστω και αν στην τελευταία περίπτωση η καταβολή έγινε χωρίς επιφύλαξη, αφού πάντως ελλείπει η γνώση ότι η καταβολή γίνεται χωρίς νόμιμη αιτία, εκ της οποίας (γνώσης) συνάγεται πρόθεση καταβολής χωρίς νόμιμη αιτία και δη καταβολής από ελευθεριότητα (ΑΠ 450/2020, ΑΠ 681/2016, ΑΠ 1242/1984), ενώ δεν ενδιαφέρει αν γνωρίζει και τον ειδικό λόγο του αχρεώστητου.

Η σχετική ένσταση είναι καταχρηστική και λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως (Ολ 29/2002). Τούτο έχει την έννοια ότι το βάρος επίκλησης και απόδειξης δεν έχει αναγκαία ο εναγόμενος λήπτης. Η ένσταση θα γίνει δεκτή ακόμη και αν αποδειχθεί ότι συντρέχει από τους ισχυρισμούς του ενάγοντος (Ολ. ΑΠ 29/2002, ΑΠ 86/2022, ΑΠ 565/ 2016) ή προκύπτουν γενικότερα από την ουσιαστική διερεύνηση της διαφοράς (ΑΠ 1777/2011), ενώ ο αποκλεισμός της ένστασης ότι η καταβολή δεν ήταν ελεύθερη αλλά ήταν προϊόν εξαναγκασμού λειτουργεί ως αντένσταση (ΑΠ 286/2019, ΑΠ 365/2016, ΑΠ 775/2004).

Περαιτέρω, με τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδρασή στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται, με την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996).

Επομένως τον λόγο αυτό αναίρεσης, στοιχειοθετεί και η παραδοχή ένστασης που δεν προτάθηκε ή δεν προτάθηκε νομίμως, εκτός αν αυτή μπορούσε να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 778/2017, ΑΠ 82/2014, ΑΠ 837/2008).Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον από τον αρ. 8α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεύτερο λόγο αναίρεσης πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, για το λόγο ότι έλαβε υπόψη πράγματα, και ειδικότερα ένσταση καταβολής από την αναιρεσείουσα - ενάγουσα από ελευθεριότητα, που δεν προτάθηκε από τον αναιρεσίβλητο και είχε ουσιώδη επιρροή στη δίκη με την κατά παραδοχή αυτής απόρριψη της αγωγής, χωρίς να λάβει γνώση η αναιρεσείουσα για να προβάλλει την αντένσταση ότι εξαναγκάστηκε στην καταβολή.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, η παραπάνω ένσταση ως καταχρηστική λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως, με την έννοια ότι το βάρος επίκλησης και απόδειξης δεν έχει αναγκαία ο εναγόμενος λήπτης, και συνεπώς το Εφετείο δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη από τον αρ. 8α του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια.

Ανεξαρτήτως αυτών, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την υπ' αρ. 747/2006 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, που έκρινε επί της με αρ. κατ. 1689/2004 προγενέστερης αγωγής του εναγόμενου εναντίον της ενάγουσας, έγιναν μετά δυνάμεως δεδικασμένου δεκτά τα ακόλουθα....:

Η ενάγουσα τυγχάνουσα ομόρρυθμος εταίρος και διαχειριστής της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία ... .... με ποσοστό συμμετοχής 90% και με συνέταιρο τον Δ. Β. με ποσοστό 10%, με το από Φεβρουάριου 1996 ιδιωτικό συμφωνητικό που συνυπέγραψαν αυτή, ο συνεταίρος της και ο εναγόμενος, πώλησε στον τελευταίο το 33% από το εταιρικό της μερίδιο αντί τιμήματος 20.000.000 δραχμών, που καταβλήθηκε ολοσχερώς.

Με αυτό το συμφωνητικό συμφωνήθηκε ότι, άμεσα, από το χρόνο υπογραφής του, ο εναγόμενος θα συμμετέχει ως εν τοις πράγμασι ομόρρυθμος εταίρος στην εταιρία με το ως άνω ποσοστό, ανεξάρτητα αν αυτό δημοσιευτεί ή όχι, πλην όμως θα φαίνεται ως εργαζόμενος υπάλληλος στην εταιρεία, την οποία θα βαρύνουν οι εργοδοτικές και εργατικές του εισφορές στο ΙΚΑ μέχρι να δημοσιευτεί σχετική τροποποίηση του καταστατικού, αυτή δε η τελευταία θα γινόταν τέλος του 1996 ή αρχές του 1997.

Με το εν λόγω συμφωνητικό ο ενάγων κατέστη ομόρρυθμος εν τοις πράγμασι εταίρος της ως άνω εταιρείας, καθόσον η εν λόγω συμφωνία είχε οριστικό χαρακτήρα, ίσχυσε άμεσα στις μεταξύ των εταίρων σχέσεις, η εταιρεία με τη συμμετοχή του ενάγοντος ανέπτυξε δημόσια δράση και συναλλαγές με τρίτους παρά το ότι δεν τηρήθηκαν οι διατυπώσεις δημοσιότητας.

Η εν λόγω άτυπη συμμετοχή του εναγόμενου στην εταιρεία λειτούργησε με τη συναίνεση όλων των μερών έως το Νοέμβριο του 2001. Στις 3.12.2001 η ενάγουσα με εξώδικη δήλωση έθεσε τριήμερη προθεσμία στον εναγόμενο για να υπογράψει τροποποίηση του καταστατικού της εταιρείας με όρους, όμως, διαφορετικούς από τους συμφωνηθέντες με το ως άνω συμφωνητικό και επαχθείς για τον εναγόμενο, όπως την υποχρέωση μεταβίβασης της εταιρικής του μερίδας στην ίδια ή σε τρίτο πρόσωπο της επιλογής της, άνευ ανταλλάγματος, μετά την πάροδο δέκα ετών από τη δημοσίευση της τροποποίησης, στους οποίους ουδέποτε συμφώνησε ο εναγόμενος.

Έτσι μετά την άπρακτη παρέλευση της ταχθείσας προθεσμίας κατήγγειλε το συμφωνητικό και στη συνέχεια στις 10.12.2001 κατήγγειλε την σύμβαση εργασίας με τον εναγόμενο, εκδιώχνοντας τον από την εταιρεία. Περαιτέρω, από την εκτίμηση ..., προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Καθ' όλο το χρονικό διάστημα από τον Φεβρουάριο του 1996 έως και το Νοέμβριο του 2001, που λειτούργησε, βάσει του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού, η εταιρεία με τη συμμετοχή του εναγόμενου με ποσοστό 33%, συναινούντων όλων των εταίρων, το ποσοστό των φορολογητέων κερδών που αναλογούσε στον εναγόμενο το φορολογούνταν η ενάγουσα, η οποία ήταν και η εμφαινόμενη στη Δ.Ο.Υ.

εταίρος με ποσοστό 90%, για όσο χρονικό διάστημα δεν δημοσιευόταν σχετική αυτοτελής τροποποίηση του καταστατικού ή δεν δημοσιευόταν το ίδιο το από Φεβρουάριου 1996 συμφωνητικό, το οποίο αποτελούσε μια καθ' όλα έγκυρη τροποποίηση του καταστατικού της εταιρείας, την οποία η ενάγουσα, ως διαχειρίστρια, μπορούσε οποτεδήποτε ήθελε να δημοσιεύσει.

Παρά ταύτα, όμως, η ενάγουσα δεν προέβη ποτέ σε κατάρτιση και δημοσίευση σχετικής αυτοτελούς τροποποίησης του καταστατικού σύμφωνα με τα συμφωνηθέντα με το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό, ούτε και του ίδιου του συμφωνητικού αλλά όλο το χρονικό διάστημα των έξι ετών, που λειτουργούσε η εταιρεία με τη συμμετοχή του εναγόμενου, εξακολουθούσε να εμφανίζει τον τελευταίο ως υπάλληλο, αμειβόμενο με μισθό και αναλογούσες ασφαλιστικές εισφορές βαρύνουσες ως εταιρικά έξοδα την εταιρεία, προαφαιρούμενα της διανομής των κερδών και επωμιζόμενη η ίδια την φορολογική επιβάρυνση του αναλογούντος σ' αυτόν εταιρικού κέρδους, εν γνώσει του αχρεώστητου, χωρίς ποτέ να αντιλέξει ή να διαμαρτυρηθεί μέχρι την 1.12.2004.

Τότε επ' αφορμή της δίκης επί της ως άνω (1689/2004) αγωγής του εναγόμενου για επιστροφή του τιμήματος της αγοράς του πωληθέντος ως άνω εταιρικού μεριδίου, μετά την καταγγελία του ως άνω συμφωνητικού και την εκδίωξή του από την εταιρεία, επί της οποίας εκδόθηκε και η ως άνω υπ' αρ. 747/2006 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, πρότεινε σε συμψηφισμό απαίτηση από τη φορολόγηση στο όνομά της των αναλογούντων στον εναγόμενο κερδών, επικαλούμενη για πρώτη φορά αχρεώστητο.

Όμως, το ότι εν γνώσει των διαδίκων τόσα χρόνια (έξι συναπτά έτη) λειτούργησε η εταιρεία με τη άτυπη αλλά πραγματική συμμετοχή του ενάγοντος, ότι αυτός, κατά τη συμφωνία τους, εν γνώσει τους, φαινόταν τύποις ως υπάλληλος της εταιρείας και επομένως δεν ήταν δυνατόν να φορολογείται για εταιρικά κέρδη, ότι η εναγόμενη δήλωνε και φορολογούταν γι' αυτά, ενώ γνώριζε ότι δεν ήταν δικά της εταιρικά κέρδη, ότι έπραττε όλα τα ανωτέρω, ενώ δεν ήταν αναγκασμένη, αφού μπορούσε ευχερώς, οποτεδήποτε ήθελε, να δημοσιεύσει το από Φεβρουάριου 1996 ιδιωτικό συμφωνητικό ως τροποποίηση του καταστατικού της εταιρείας ή να προχωρήσει στην κατάρτιση και δημοσίευση αυτοτελούς τροποποίησης του καταστατικού σύμφωνα με τα αρχικώς συμφωνηθέντα και έτσι να καταστήσει και τύποις ομόρρυθμο εταίρο τον εναγόμενο, απαλλασσόμενη των φορολογικών του υποχρεώσεων, πλην όμως ποτέ δεν το έκανε, γιατί δεν το επιθυμούσε.

Και αυτό γιατί με αυτόν τον τρόπο μπορούσε ευχερώς να τον εκδιώξει από την εταιρεία, καταγγέλλοντας το συμφωνητικό, όπως και τελικά έκανε, χωρίς λύση, εκκαθάριση της εταιρείας και απόδοση σ' αυτόν των εισφορών και του τυχόν απομένοντος καταλοίπου με βάση την εταιρική του μερίδα. Όλα δε τα ανωτέρω γεγονότα υποδηλώνουν βούληση ελευθεριότητας της ενάγουσας και γνώση της για την εξόφληση των αναλογούντων επί των κερδών του εναγόμενου φόρων ιδίω ονόματι, χωρίς να ήταν εξαναγκασμένη προς τούτο.

Επομένως η καταβολή από την ενάγουσα των ως άνω φόρων ατομικού εισοδήματος χρήσεων 1996 - 2001, ύψους 2.222,57 ευρώ, που αφορούσαν τα αναλογούντα βάσει της εταιρικής συμμετοχής του εναγόμενου εισπραχθέντα απ' αυτόν κέρδη, καθ' ο χρόνο συμμετείχε ως εν τοις πράγμασι εταίρος, δεν ήταν αχρεώστητα, αλλά καταβλήθηκαν εν γνώσει της ανυπαρξίας του χρέους, τούτης (της γνώσης) ερευνώμενης αυτεπαγγέλτως ...

και, ως εκ τούτου, η υπό κρίση αγωγή, κατά το πιο πάνω κεφάλαιο, βασιζόμενο αποκλειστικά στις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, αφού σ' αυτήν (στην αγωγή) δεν γίνεται επίκληση ιδιαίτερης συμφωνίας (σύμβασης) μεταξύ των διαδίκων ειδικά για την ατομική φορολόγηση των αναλογούντων στον εναγόμενο κερδών, τυγχάνει απορριπτέα κατ' ουσίαν...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση ως κατ' ουσίαν βάσιμη, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσίβλητου - εναγόμενου στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κράτησε την αγωγή, με την οποία η αναιρεσείουσα - ενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να της καταβάλει το προαναφερθέν ποσό των 2.200,00 ευρώ, δίκασε αυτήν, ως προς το ανωτέρω κονδύλιο, και, αφού έλαβε υπόψη την καθ' υποφορά, με την αγωγή της, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολ) επισκόπηση του δικογράφου, υποβληθείσα αντένσταση της αναιρεσείουσας, συνιστάμενη στο ότι η καταβολή του ανωτέρω ποσού ήταν προϊόν εξαναγκασμού της, δεχόμενο ανελέγκτως ότι η καταβολή έγινε "χωρίς να ήταν εξαναγκασμένη προς τούτο", απέρριψε την αγωγή δεχόμενο, αυτεπαγγέλτως, ως αποδεικνυόμενο από το αποδεικτικό υλικό, ότι η ενάγουσα προέβη στην παραπάνω καταβολή εν γνώσει της ανυπαρξίας οφειλής της.

Επομένως, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη παρά το νόμο την ανωτέρω καταχρηστική ένσταση περί καταβολής από ελευθεριότητα της αναιρεσείουσας, αφού λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως, ενώ η αναιρεσείουσα δεν εμποδίστηκε στην προβολή της παραπάνω αντένστασης, και, ως εκ τούτου, ο παραπάνω λόγος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, είναι απαράδεκτος.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παράβολου (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της, (άρθρ. 176, 191 παρ. 2, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-9-2020 αίτηση της Ε. συζ. Χ. Μ. το γένος Σ. Β. για αναίρεση της 258/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου ….

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Νοεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ