Legislator Case Law & Legislation
852/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on jurisdiction over sea boundaries, ruling courts can override administrative maps.

Case Number 852/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the State's appeal against a regional court's decision that disputed properties were not part of the ancient sea bed. The State argued the lower court exceeded jurisdiction by reviewing administrative boundary determinations, which should be exclusive to the Council of the Sea. The court rejected this, holding that judicial determination of sea boundaries is a judicial evaluation not bound by administrative maps, thereby preserving the lower court's authority.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1, 2, 3 of the Code of Civil Procedure; The determination of sea boundaries constitutes a judicial evaluation by the regular court, which is not bound by administrative committee maps or reports, and thus the lower court did not exceed its jurisdiction by ruling against the administrative classification.

Keywords

AI generated
jurisdiction over sea boundaries ancient sea bed determination administrative vs judicial authority exceeding jurisdiction appeal boundary map validity

Cited Legislation

AI generated
Article 1 of the Code of Civil Procedure
338 § 1 KΠολΔ, σύμφωνα με την οποία (διάταξη) κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του.
Article 2 of the Code of Civil Procedure
562 § 2 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που, παραδεκτά, κατά το άρθρ.
Article 3 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
Case 643/2017
Case 432/2019
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 852 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 852/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου, Αναστασία Περιστεράκη-Εισηγήτρια, Μαρία Μουλιανιτάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 13 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αναστάσιο Ράλλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Β. του Α., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Παπαμάλη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-8-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 461/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 11/2019 του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 14-3-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Για το ορισμένο αγωγής, αναγνωριστικής ή διεκδικητικής κυριότητας ακινήτου, που στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας, ο ενάγων πρέπει να περιλάβει σ' αυτήν την κατάρτιση της επικαλούμενης σύμβασης, με συμβολαιογραφικό έγγραφο και την μεταγραφή της, αν δε ο εναγόμενος αμφισβητήσει, με τις προτάσεις του, την κυριότητα όχι μόνον του ενάγοντος, αλλά και των αμέσων και απώτερων δικαιοπαρόχων του, ο ενάγων οφείλει, αν δεν το έχει κάνει καθ' υποφοράν με το δικόγραφο της αγωγής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 224 εδ.

β του ΚΠολΔικ συμπλήρωση του δικογράφου της, να καθορίσει και τον τρόπο κτήσεως της κυριότητας των προκτητόρων του εωσότου φθάσει σε πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας (ΑΠ 643/2017). Στην περίπτωση όμως που στο αγωγικό δικόγραφο ο ενάγων ιστορεί ότι κατέστη κύριος του επιδίκου και πρωτοτύπως, με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, με την παράθεση εκ μέρους του διακατοχικών επ` αυτού (επιδίκου) πράξεων επιδηλωτικών της νομής του, επί διάστημα μείζον του απαιτούμενου κατά νόμο χρόνου της δεκαετίας και εικοσαετίας αντίστοιχα (άρθρα 1041 και 1045 ΑΚ), παρέλκει η ανωτέρω συμπλήρωση(ΑΠ 432/2019).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 216 παρ. 1 στοιχ. α` και β` Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που ανάγονται για τη νομική θεμελίωση της αγωγής, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου και όχι αορίστου.

Διαφορετικά, το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεκτική εκτέλεσης. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας.

Προκειμένου δε, περί διεκδικητικής ή αναγνωριστικής της κυριότητας ακινήτου αγωγής απαιτείται, για το ορισμένο αυτής, εκτός από τα προβλεπόμενα κατά το άρθρο 1094 ΑΚ, 70, 118 και 216ΚΠολΔ στοιχεία και ακριβής περιγραφή του επίδικου ακινήτου, δηλαδή, ο προσδιορισμός του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια και, μάλιστα τόσο λεπτομερής, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του.

Δεν είναι απαραίτητο να αναφέρονται οι όμοροι ιδιοκτήτες, οι πλευρικές διαστάσεις, το σχήμα και ο ακριβής προσανατολισμός του ακινήτου, ούτε να επισυνάπτεται τοπογραφικό διάγραμμα (ΑΠ 301/2017). Όταν το διεκδικούμενο ακίνητο φέρεται ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, ο ενάγων έχει υποχρέωση, εκτός από την έκταση του διεκδικούμενού αυτού τμήματος, να προσδιορίσει τη θέση του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο, του οποίου έχει γίνει ακριβής περιγραφή, και τα όριά του, ώστε να είναι δυνατόν στον εναγόμενο μεν να αντιτάξει άμυνα περί συγκεκριμένου και όχι ασαφούς επιδίκου αντικειμένου, στο δικαστήριο δε να εκδώσει απόφαση δεκτική εκτέλεσης (ΑΠ 1597/2018).

Η ανωτέρω αοριστία δεν μπορεί να θεραπευθεί με τις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή σχεδιαγράμματα, εάν δεν προσαρτώνται στην αγωγή. Η περιγραφή όμως του ακινήτου μπορεί να γίνει και με την αποτύπωσή του σε ενσωματωμένο στο δικόγραφο της αγωγής τοπογραφικό διάγραμμα υπό κλίμακα (ΑΠ 9/2020). Περαιτέρω,η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠοΛΔ, αν το Δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα (ΟλΑΠ 18/1998).

Η δε ποιοτική αοριστία, δηλαδή, η επίκληση των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία, δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχονται από τους αριθμούς 8 και 14, αντιστοίχως, του άρθρου 559ΚΠοΛΔ (ΟλΑΠ 15/2000), αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που δεν αναφέρονται σ` αυτή ή αντιθέτως έκρινε αόριστη την αγωγή μη λαμβάνοντας υπόψη τέτοια γεγονότα.

Ο ισχυρισμός περί αοριστίας της αγωγής, για να είναι παραδεκτός, πρέπει να προτείνεται νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠοΛΔ και, ειδικότερα, αν ο αναιρεσείων έχει ηττηθεί στον πρώτο βαθμό η νόμιμη επαναφορά του ισχυρισμού του στο Εφετείο με λόγο έφεσης (κύριο ή πρόσθετο) μπορεί να γίνει (ΑΠ 1597/2018).

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νόμιμα. Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος, αν δε συντρέχει εξαιρετική περίπτωση των εδ α-γ της παρ 2 του άρθρου 562 ΚΠοΛΔ, πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο η περίπτωση αυτή (ΑΠ 791/2018).

Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ετσι η νομική, ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής,που εξετάζονται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο της ουσίας και ελέγχονται αναιρετικά η πρώτη από τον αριθ 1 του άρθρου 559ΚΠολΔ και οι λοιπές από τους αριθ 14ή 8 του ίδιου άρθρου, για να στηρίζουν επαρκώς τους προβλεπόμενους από τις διατάξεις λόγους αναίρεσης, πρέπει να έχουν προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα νόμιμα σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΠοΛΔ.

Με το τρίτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης το αναιρεσείον ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση κατ' εκτίμηση για την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ 1 και 14 ΚΠοΛΔ. Ειδικότερα,ισχυρίζεται ότι η ένδικη αγωγή είναι αόριστη, καθόσον αφενός μεν, δεν αναφέρεται στο δικόγραφο αυτής ο τρόπος κτήσης των επιδίκων σε χρόνο αναγόμενο πριν την 11-9-1915 αν και το αναιρεσείον αμφισβήτησε την κυριότητα του αναιρεσίβλητου επ' αυτών ισχυριζόμενο ότι πρόκειται περί παλαιού αιγιαλού, αφετέρου δε, ότι δεν γίνεται στο δικόγραφό της σαφής περιγραφή των επιδίκων ακινήτων κατά τα όρια, εμβαδόν και πλευρικές διαστάσεις και συνοδεύεται αυτή (αγωγή) από ένα τοπογραφικό σκαρίφημα χωρίς κλίμακα και όχι από το από Δεκέμβριο 2009 τοπογραφικό διάγραμμα με σύγχρονες προδιαγραφές και κρατικές συντεταγμένες που ο ενάγων είχε υποβάλει με την από 10-4-2013 αίτησή του για επανακαθορισμό οριογραμμών αιγιαλού και δεν συμπίπτουν τα ονόματα των φερομένων ως ορίων των επιδίκων μεταξύ των δύο αυτών υποβάθρων. Τον ισχυρισμό δε αυτόν υπέβαλε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επανέφερε με τον δεύτερο λόγο έφεσης του ενώπιον του Εφετείου '.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της από 8-8-2014αγωγής προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ισχυρίστηκε ότι είναι αποκλειστικός κύριος, νομέας και κάτοχος των εξής ακινήτων:1)ενός αγρού-βοσκότοπου κείμενου στη θέση <...> της αγροτικής περιφερείας ...,της δημοτικής κοινότητας ... της Δημοτικής Ενότητας ...

του Δήμου …, συνολικής έκτασης κατά μεν τον τίτλο 76400 τμ,κατά νεότερη δε καταμέτρηση 83906 τμ,συνορευομένου γύρωθεν Βόρεια με παραλιακή οδό (δημοτική)και πέραν αυτής με παραλία και θάλασσα, Νότια με ιδιοκτησίες Κ., Τ., Α. Δ. λίμνη και αγνώστων, Ανατολικά με ιδιοκτησία Ε. Μ. και Δυτικά με λίμνη και αυλάκι και πέραν αυτού με δρόμο, εντός του οποίου υπάρχουν παλαιά οικία, φρέαρ κλπ όπως τούτο εμφαίνεται στο προσαρτώμενο στην παρούσα (αγωγή) και αποτελούν ενιαίο σύνολο με αυτήν από Ιουλίου 2014 τοπογραφικό σκαρίφημα με κεφαλαία γράμματα του ελληνικού αλφαβήτου Α, Β, Γ, Δ, Ε, Α και 2) ενός αγρού κειμένου στην θέση <... >και με την ειδικότερη ονομασία <...>των αγροτικών περιφερειών ...-...

των δημοτικών κοινοτήτων ... - ..., της δημοτικής ενότητας ... …, εμβαδού 18529,48 τμ το οποίο χωρίζεται από αγροτικό δρόμο πλάτους 4 μ σε δύο τμήματα εκ των οποίων, το άνωθεν του δρόμου τμήμα εμβαδού 3602 τμ συνορεύει Βόρεια με αγροτικό δρόμο, Νότια με ιδιοκτησία Β. Κ.,Ανατολικά με ιδιοκτησία Α. Κ. και Δυτικά με ιδιοκτησία Β.

Κ., όπως τούτο εμφαίνεται στο προσαρτώμενο στην παρούσα ως άνω τοπογραφικό σκαρίφημα με τα κεφαλαία γράμματα του ελληνικού αλφαβήτου Ζ, Η, Θ, Ι, Ζ και το κάτωθεν του δρόμου τμήμα, εμβαδού 14927 τμ, που συνορεύει Βόρεια με παραλιακή οδό (δημοτική) και πέραν αυτής με παραλία και θάλασσα, Νότια με αγροτικό δρόμο και πέραν αυτού με το επάνω του αγροτικού δρόμου τμήμα του ακινήτου, Ανατολικά με ιδιοκτησία Τ.

πρώην Λ. και Δυτικά με ιδιοκτησία Ψ. πρώην Ε. Τ., όπως τούτο εμφαίνεται στο προσαρτώμενο ωςάνω σκαρίφημα με τα κεφαλαία γράμματα του ελληνικού αλφαβήτου Κ,Λ,Μ,Ν,Ξ,Ο,Π,Ρ,Σ,Τ,Κ. Τα ανωτέρω ακίνητα περιήλθαν στην κυριότητά του με παράγωγο τρόπο (συμβολαιογραφικά έγγραφα και μεταγραφή αυτών ),άλλως με πρωτότυπο τρόπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία με την παράθεση εκ μέρους του διακατοχικών επ` αυτού (επιδίκου) πράξεων επιδηλωτικών της νομής του ιδίου και των δικαιοπαρόχων του επί διάστημα μείζον του απαιτούμενου κατά νόμο χρόνου της δεκαετίας και εικοσαετίας καθώς και από αναγκαστική απαλλωτρίωση).

Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο αμφισβητεί την κυριότητά του σε ολόκληρο το με αριθμό 1 ακίνητο και σε τμήμα εμβαδού 1200 τμ του με αριθμό 2 ακινήτου του,που βρίσκεται στο βόρειο μέρος του κάτωθεν της αγροτικής οδού τμήματος του όλου ακινήτου, έχει σχήμα τραπεζίου όπως τούτο εμφαίνεται στο προσαρτώμενο στην αγωγή από Ιουλίου 2014 σκαρίφημα με κεφαλαία γράμματα του ελληνικού αλφαβήτου Υ,Ν,Ξ,Φ,Υ και συνορεύει βόρεια επί πλευράς ΝΞ μέτρων μήκους 53 περίπου με παραλιακή οδό (δημοτική) και πέραν αυτής με παραλία και θάλασσα, νότια επί πλευράς ΥΦ μέτρων μήκους 49 περίπου με υπόλοιπο ιδιοκτησίας του, ανατολικά επί πλευράς ΦΞ μέτρων μήκους 23 περίπου με ιδιοκτησία κληρονόμων Θ.

Θ. και δυτικά επί πλευράς ΥΝ μέτρων μήκους 23 περίπου με ιδιοκτησία Γ. Σ., ισχυριζόμενο ότι αποτελούν παλαιό αιγιαλό. Με βάση το ιστορικό αυτό ο ενάγων ζητούσε να αναγνωριστεί κύριος των επιδίκων ακινήτων . Το εναγόμενο αρνήθηκε την αγωγή και προέβαλε τον ισχυρισμό ότι ολόκληρο το υπ'αριθ 1 ακίνητο και το επίδικο τμήμα του υπ' άριθ 2 ακινήτου, αποτελούν τμήμα παλαιού αιγιαλού και ότι, ως εκ τούτου είναι δημόσια κτήματα.

Περαιτέρω, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο για το άνω θέμα δέχθηκε τα εξής: "Έχοντας αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η κρινόμενη αγωγή είναι πλήρως ορισμένη,καθώς περιλαμβάνει όλα τα αναγκαία στοιχεία που στηρίζουν το αίτημα της και, συγκεκριμένα αναφέρεται καθ' υποφορά σε αυτήν,ενόψει της αμφισβήτησης του εναγομένου, ο τρόπος κτήσης του ενάγοντος με αναγωγή έως την πρωτότυπη κτήση..., ενώ επίσης περιγράφονται λεπτομερώς τα επίδικα ακίνητα κατά όρια, θέση και έκταση και ειδικότερα αναφορικά με το υπό στοιχείο Β επίδικο, που αποτελεί τμήμα μείζονος ακινήτου προσδιορίζεται η θέση του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο, καθόσον ο ενάγων προσδιορίζει σε ποιο σημείο του μεγαλύτερου ακινήτου βρίσκεται τούτο, από δε την ανωτέρω πλήρη περιγραφή δεν γεννάται καμία αμφιβολία για την ταυτότητά του.

Ενόψει των ανωτέρω δεν απαιτείται η ενσωμάτωση στο δικόγραφο της αγωγής του επικαλούμενου σ 'αυτήν, τοπογραφικού διαγράμματος αν και στην προκειμένη περίπτωση επισυνάπτεται στην αγωγή σχετικό τοπογραφικό διάγραμμα,ενώ...η επίκληση κυριότητας στα επίδικα μέχρι τις 11-9-1915, εφόσον ο ενάγων αρνείται ότι αυτά αποτελούν δημόσιο κτήμα δεν αποτελούν στοιχείο της αγωγής, αλλά περιεχόμενο ισχυρισμού του Δημοσίου>.

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ 1 και 14 ΚΠοΛΔ. Συγκεκριμένα, αναφέρεται καθ' υποφορά στο δικόγραφό της αγωγής ,ενόψει της αμφισβήτησης του εναγομένου ,ο τρόπος κτήσης κυριότητας των δικαιοπαρόχων του ενάγοντος με αναγωγή ως την πρωτότυπη κτήση, ενώ η επίκληση της αποκτήσεως κυριότητας με χρησικτησία μέχρι τις 11.9.1915, προϋποθέτει δημόσιο κτήμα, πράγμα το οποίο δεν αποτελεί στοιχείο της αγωγής, αλλά περιεχόμενο ισχυρισμού, με την απόδειξη του οποίου βαρύνεται το Δημόσιο, ενώ επίσης περιγράφονται λεπτομερώς τα επίδικα ακίνητα κατά όρια, θέση και έκταση, σχετικά δε με το υπ' αριθ 2 επίδικο ακίνητο που αποτελεί τμήμα μείζονος ακινήτου, προσδιορίζεται η θέση του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο, αφού ο ενάγων προσδιορίζει σε ποιο σημείο του μεγαλύτερου ακινήτου βρίσκεται τούτο, αναφέρει τους όμορους ιδιοκτήτες και, επιπλέον αν και δεν απαιτείται, ενσωματώνει και τοπογραφικό σκαρίφημα στην αγωγή, έτσι ώστε να μη γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητα αυτών. Επομένως ο άνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

2.Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, υπό την έννοια της άνω διάταξης νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.

ΑΠ 3/1997), δηλαδή οι ισχυρισμοί, που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ.ΑΠ 2/1989). Επομένως, δεν είναι πράγματα με την έννοια αυτή η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων και τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα αυτών από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 2166/2009).

Για την πληρότητα δε του συγκεκριμένου από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, αν το παράπονο συνίσταται στη μη λήψη υπόψη πραγμάτων, που προτάθηκαν, πρέπει στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, να αναφέρεται ποια ήταν τα πράγματα, τα οποία, παρά το νόμο, το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη, μολονότι προτάθηκαν παραδεκτά και ποια επίδραση θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 2/2005) Ειδικότερα, αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240KΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο (ΑΠ 793/2015), εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 § 2 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που, παραδεκτά, κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ,προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη, που, επίσης, πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.

Συνεπώς, για να ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης πρέπει, σε κάθε περίπτωση, ο κρίσιμος ισχυρισμός, που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, να προτάθηκε εκεί ευθέως ως ισχυρισμός του ίδιου του αναιρεσείοντος και δεν αρκεί, αντίθετα, να συνάγεται έμμεσα από τα προσκομιζόμενα απ` αυτόν με επίκληση έγγραφα.

Συνακόλουθα, δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ούτε η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο (ΑΠ 867/1988), αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή (ΟλΑΠ 2/1989, 14/2004) ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή, σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας (ΑΠ 1058/1998) και, βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης (ΑΠ 140/2006, 857/2007), ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους δεν περιέχουν επίσης κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου.

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη του τον κρίσιμο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, όμως τον απέρριψε, ρητά ή και σιωπηρά (ΑΠ 839/2010), για οποιονδήποτε τυπική ή ουσιαστική αιτία (ΟλΑΠ 12/1991).

Με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης το αναιρεσείον προβάλλει την αιτίαση από το άρθρο 559αρ 8β ΚΠοΛΔ, ότι, αν και προέβαλε πρωτόδικα και με την έφεσή του <πράγματα>, τα οποία είχαν ουσιώδη επίδραση στη δίκη, το Εφετείο δεν τα έλαβε υπόψη. Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι παρόλο που προέβαλε την ένσταση αοριστίας της ένδικης αγωγής συνιστάμενη, αφενός, στο ότι παρόλο που αμφισβήτησε την κυριότητα του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου στα επίδικα, ο τελευταίος δεν επικαλέστηκε κυριότητα με πρωτότυπο τρόπο μέχρι την 11-9-1915 και αφετέρου ότι δεν περιγράφονται επακριβώς τα επίδικα ακίνητα, εν τούτοις το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τους πιο πάνω ισχυρισμούς του.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, αφού από τις προπαρατεθείσες στον αμέσως προηγούμενο λόγο αναίρεσης παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τους προαναφερόμενους ισχυρισμούς και τους απέρριψε.

3. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Με τον άνω αναιρετικό λόγο ελέγχονται μόνο οι παραβιάσεις κανόνων του ουσιαστικού δικαίου. Προκειμένου μάλιστα να στοιχειοθετηθεί ο λόγος αυτός αναιρέσεως, προϋποτίθεται ότι το δικαστήριο της ουσίας εισήλθε στην ουσία και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα και κατά συνέπεια αποκλείεται όταν απέρριψε την αγωγή ή τον ισχυρισμό ως απαράδεκτο, αόριστο, μη νόμιμο ή για άλλο τυπικά λόγο(ΑΠ 253/2019).

Με το τέταρτο σκέλος του ίδιου λόγου αναίρεσης το αναιρεσείον μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για την πλημμέλεια του άρθρου 559αρ 19 ΚΠοΛΔ, υποστηρίζοντας ότι δεν είναι πλήρως αιτιολογημένη, καθόσον δεν απάντησε επί όλων των,με τον δεύτερο λόγο έφεσης ,προβαλλομένων ισχυρισμών του, δηλαδή περί αοριστίας της αγωγής συνιστάμενη αφενός στο γεγονός ότι αν και αμφισβήτησε την κυριότητα του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου ,ο τελευταίος δεν επικαλέστηκε κυριότητα με πρωτότυπο τρόπο μέχρι την 11-9-1915 και αφετέρου ότι δεν περιγράφονται επακριβώς τα επίδικα ακίνητα, καθώς και ότι δεν προκύπτουν από αυτήν αναλυτικά τα όρια και οι πλευρικές διαστάσεις των επιδίκων, γιατί συνοδεύτηκε από ένα τοπογραφικό σκαρίφημα, αντί του από Δεκεμβρίου 2009 τοπογραφικού διαγράμματος. Επίσης, ότι δεν συμπίπτουν τα ονόματα των ορίων των επιδίκων μεταξύ των δύο ανωτέρω τοπογραφικών υποβάθρων, ούτε έγινε εφαρμογή των τίτλων από έκθεση μηχανικού και δεν αναφέρεται ο τρόπος που αποκτήθηκαν (συμβόλαια ή χρησικτησία), ώστε να προκύπτει με βεβαιότητα η μετάσταση της κυριότητας στην καθεμιά από τις δύο αυτές περιπτώσεις .

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, καθόσον το Εφετείο απέρριψε τους ισχυρισμούς του ήδη αναιρεσείοντος περί αοριστίας της ένδικης αγωγής πριν να εισέλθει στην ουσία της διαφοράς και διατυπώσει αποδεικτικό πόρισμα .

4.Κατά το άρθρο 1 του α.ν. 2344/1940 "περί αιγιαλού και παραλίας", που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 53 του ΕισΝΑΚ και εξακολουθεί, κατά το άρθρο 34 παρ. 2 του ν. 2971/2001, να ρυθμίζει τις εκκρεμείς υποθέσεις, δηλαδή, αυτές, για τις οποίες η έκθεση επιτροπής καθορισμού του αιγιαλού και της παραλίας με το διάγραμμα της χάραξής τους συντάχθηκαν και εγκρίθηκαν πριν από τη δημοσίευση του νέου νόμου στο ΦΕΚ 285Α/19.12.2001, ο αιγιαλός είναι κοινόχρηστο κτήμα, ανήκει στο Δημόσιο, προστατεύεται και διαχειρίζεται από αυτό (άρθρα 967, 968 ΑΚ).

Είναι δε αιγιαλός η χερσαία ζώνη που περιστοιχίζει τη θάλασσα με ανώτατο όριο προς την ξηρά το σημείο εκείνο, μέχρι το οποίο φτάνουν, κατά τις συνηθισμένες και όχι έκτακτες αναβάσεις τους, τα κύματα της θάλασσας. Από τον ορισμό αυτό προκύπτει ότι ο αιγιαλός είναι τμήμα της γης που περιβάλλει τη θάλασσα με όριο προς την ξηρά το σημείο εκείνο, μέχρι το οποίο φθάνουν τα συνήθως μεγαλύτερα κύματα, όχι όμως και από τις έκτακτες πλημμύρες.

Αν ο αιγιαλός μετατοπιστεί είτε από φυσικά αίτια (προσχώσεις) είτε από τεχνητά (επιχωματώσεις) και παύσει να περιβρέχεται από τις μεγαλύτερες αναβάσεις του χειμέριου κύματος, η ζώνη της ξηράς που προέκυψε από τη μετακίνηση της οριογραμμής προς τη θάλασσα και προσδιορίζεται από τη νέα γραμμή αιγιαλού και το όριο του παλιότερα υφιστάμενου αιγιαλού, ονομάζεται παλαιός αιγιαλός.

Μόνος δε ο καθορισμός του ορίου του αιγιαλού ή του παλαιού αιγιαλού με απόφαση της διοικητικής επιτροπής, που προβλέπεται στα άρθρα 2 και 3 του α.ν. 2344/1940, και με τη σύνταξη του εκεί αναγραφόμενου τοπογραφικού και υψομετρικού διαγράμματος, που συνοδεύεται από σχετική έκθεση, δεν είναι ικανός να προσδώσει την ιδιότητα του αιγιαλού ή του παλαιού αιγιαλού σε τμήμα γης, το οποίο δεν έχει τα παραπάνω χαρακτηριστικά.

Και αυτό διότι, υπό την αντίθετη εκδοχή, ο κύριος του εδάφους, που κατά πλάνη περιλήφθηκε στα όρια του αιγιαλού ή του παλαιού αιγιαλού θα έχανε την ιδιοκτησία του με απλή πράξη της διοίκησης, κατά παράβαση των προστατευτικών αυτής συνταγματικών ορισμών. Έτσι η ιδιότητα του αιγιαλού ή του παλαιού αιγιαλού προκύπτει από φυσικά και μόνο φαινόμενα και δεν δημιουργείται με πράξη της Πολιτείας και, σε κάθε τοπική περίπτωση, ο καθορισμός της έκτασης ως αιγιαλού ή του παλαιού αιγιαλού, όταν δημιουργείται νέος αιγιαλός με πρόσχωση, ανήκει στην εκτίμηση όχι της διοίκησης αλλά του τακτικού δικαστηρίου, το οποίο δεν δεσμεύεται από την έκθεση και το διάγραμμα της επιτροπής καθορισμού του αιγιαλού ή του παλαιού αιγιαλού, τα οποία και εκτιμά ως δικαστικά τεκμήρια.

Ο αιγιαλός ανήκει κατά νομική επιταγή στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά τις ισχύουσες διατάξεις των άρθρων 1 του α.ν. 2344/1940, 967 και 968 ΑΚ, όσο και κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος του ΑΚ δικαίου (ν93β ασΒβ, ν96, 112πανδ 50.16 και άρθρο 15 του ν <περί διακρίσεως κτημάτων> της 10-7-1837) η δε κυριότητα, στην οποία ο ΑΚ υπάγει τα δημόσια κτήματα είναι εκείνη του αστικού δικαίου, η οποία εξακολουθεί να υπάρχει όταν αυτά (δημόσια κτήματα) παύσουν, κατά τη διάταξη του άρθρου 971 ΑΚ, να υπηρετούν την κοινή χρήση, παύσουν δηλαδή τα κοινής χρήσης πράγματα να είναι εκτός συναλλαγής(ΑΠ 116/2018).

Ο αιγιαλός μόνο με πρόσχωση από φυσικά ή και τεχνητά αίτια (άρθρο 9 του α.ν. 2344/1940) μπορεί να απωλέσει το χαρακτήρα του ως τέτοιου (όταν παύσει να περιβρέχεται από τις συνηθισμένες μεγαλύτερες αναβάσεις του χειμερίου κύματος), αφού η ιδιότητα λωρίδας γης ή αιγιαλού αποτελεί συνάρτηση καθαρά φυσικών φαινομένων και, επομένως, αυτός, έστω και αν απωλέσει το χαρακτήρα του και καταστεί παλαιός αιγιαλός, εξακολουθεί ex lege να ανήκει στην κυριότητα του Δημοσίου χωρίς να συντρέχει ανάγκη, μετά από την αλλαγή αυτή, να αναζητηθεί άλλος τρόπος κτήσης ή διατήρησης της κυριότητας του Δημοσίου, όπως με χρησικτησία.

Ο ισχυρισμός δε ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί τμήμα αιγιαλού και ότι, επομένως, δεν μπορεί να περιέλθει στην κυριότητα ιδιώτη συνιστά ένσταση καταλυτική της αγωγής, η οποία είναι ορισμένη με μόνη την επίκληση ότι το διεκδικούμενο είναι αιγιαλός (ΟλΑΠ 24/2000, ΑΠ 1141/2019). Εξάλλου,κατά το άρθρο 1033 ΑΚ <Για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ` αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία.

Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή", κατά δε το άρθρο 1192 ΑΚ ότι "Μεταγράφονται στο βιβλίο μεταγραφών της περιφέρειας του ακινήτου: 1. οι εν ζωή δικαιοπραξίες ...., με τις οποίες συνιστάται, μετατίθεται, καταργείται εμπράγματο δικαίωμα (εμπράγματες δικαιοπραξίες) πάνω σε ακίνητα 2.

Οι επιδικάσεις ή οι προσκυρώσεις που γίνονται από την αρχή ή οι κατακυρώσεις κυριότητας ή εμπραγμάτου δικαιώματος πάνω σε ακίνητο 3. οι εκθέσεις δικαστικής διανομής ακινήτου 4. οι τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις που περιέχουν καταδίκη σε δήλωση βουλήσεως για εμπράγματη δικαιοπραξία πάνω σε ακίνητο 5.

οι τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις με τις οποίες αναγνωρίζεται κυριότητα ή άλλο εμπράγματο σε ακίνητο, που έχουν κτηθεί με έκτακτη χρησικτησία.", ενώ κατά το άρθρο 1198 ΑΚ "Χωρίς μεταγραφή στις περιπτώσεις των άρθρων 1192 εδάφια 1 έως 4 και 1193 δεν επέρχεται η μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου ή η σύσταση, μετάθεση, κατάργηση εμπράγματου δικαιώματος πάνω στο ακίνητο." Επομένως, για την κτήση κυριότητας ακινήτου με παράγωγο τρόπο απαιτείται κατ' άρθρο 1033ΑΚ συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή του.

Εξάλλου, η δια συμβάσεως πωλήσεως μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου δεν διαφοροποιείται νομικώς της μεταβιβάσεως κατόπιν παραχωρήσεως, και η τελευταία ως μονομερής διοικητική πράξη, υπόκειται, κατά κύριο λόγο,στις αρχές και τους κανόνες του διοικητικού δικαίου, συμπληρωματικώς δε στις ισχύουσες για τις μεταβιβάσεις ρυθμίσεις του ιδιωτικού δικαίου.

Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ότι και στην περίπτωση της παραχώρησης η μετάθεση της κυριότητας συντελείται, σύμφωνα και με θεμελιώδη αρχή του εμπραγμάτου δικαίου που επιβάλλει την τυπική δημοσιότητα όλων των επί των ακινήτων εμπραγμάτων μεταβολών ως απαραίτητη προϋπόθεσή τους (βλ. ιδίως τα άρθρα 1192, 1033ΑΚ) χάριν και της προστασίας καλόπιστων τρίτων, με την μεταγραφή αυτής .

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1045, 1051AK, προκύπτει ότι, για την κτήση της κυριότητας ακινήτου, με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση πράξεων νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.

Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σε αυτό και προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Ως πράξεις νομής θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η οριοθέτηση, ο καθαρισμός, η φύλαξη του ακινήτου κ.α.(AΠ 116/2018).

Περαιτέρω, ο νόμος 3986/2011 ορίζει στο άρθρο 1, ως ισχύει, τροποιηθέν με το άρθρο 7 παρ 8α ν 4038/2012 ότι <1. Συνιστάται ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΙΔΙΩΤΙΚΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ Α.Ε." (Ταμείο). Το Ταμείο έχει αποκλειστικό σκοπό την Αξιοποίηση περιουσιακών στοιχείων της ιδιωτικής περιουσίας του Δημοσίου, καθώς και περιουσιακών στοιχείων "Ν.Π.Δ.Δ.

ή" των δημοσίων επιχειρήσεων των οποίων το μετοχικό κεφάλαιο ανήκει εξ ολοκλήρου, άμεσα ή έμμεσα, στο Δημόσιο ή σε Ν.Π.Δ.Δ., όπως ορίζεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 5, σύμφωνα με τις επικρατούσες συνθήκες της αγοράς και με εγγυήσεις πλήρους διαφάνειας, προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι των εσόδων. Τα περιουσιακά στοιχεία μεταβιβάζονται στο Ταμείο, σύμφωνα με τις επόμενες διατάξεις. 2.

Το προϊόν αξιοποίησης χρησιμοποιείται αποκλειστικά για την αποπληρωμή του δημοσίου χρέους της χώρας, σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παράγραφο 17 του επόμενου άρθρου. 3. Το Ταμείο λειτουργεί για την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, σύμφωνα με τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, δεν υπάγεται στην κατηγορία των οργανισμών και επιχειρήσεων του ευρύτερου δημόσιου τομέα και δεν εφαρμόζονται σε αυτό, καθώς και στις εταιρείες των οποίων το μετοχικό κεφάλαιο ανήκει εξ ολοκλήρου, άμεσα ή έμμεσα, στο Ταμείο, οι διατάξεις που διέπουν εταιρείες που ανήκουν άμεσα ή έμμεσα στο Δημόσιο, με εξαίρεση όσων ρητά ορίζονται στις διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου. 4.

Το Ταμείο διέπεται από τις διατάξεις της νομοθεσίας περί ανωνύμων εταιρειών, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στις διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου>, ενώ στο άρθρο 2, ως ισχύει, τροποιηθέν με τα άρθρα 74 παρ 1, 2 και 3 ν 4172/2013, 7 παρ 8β, γ και δ του ν. 4038/2012, 3 παρ 1α του ν 4092/2012, αρθ 53 παρ 3 ν.4305/2014<4. Στο Ταμείο μεταβιβάζονται και περιέρχονται, χωρίς Αντάλλαγμα:

α) Κατά πλήρη κυριότητα, κινητές αξίες εταιρειών από αυτές που περιλαμβάνονται στο Πρόγραμμα Αποκρατικοποιήσεων του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2012 - 2015 του άρθρου 6Α του ν. 2362/1995 (Α` 247) "καθώς και κάθε επόμενου Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής που εκδίδεται δυνάμει του εν λόγω άρθρο.

β) Περιουσιακής φύσεως δικαιώματα ",εμπράγματα δικαιώματα," δικαιώματα διαχείρισης και εκμετάλλευσης, "αποκλειστικής ή μη." κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άυλα δικαιώματα και δικαιώματα λειτουργίας, συντήρησης και εκμετάλλευσης υποδομών, που περιλαμβάνονται στο Πρόγραμμα Αποκρατικοποιήσεων του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2012 - 2015 του άρθρου 6Α του ν. 2362/1995, καθώς και κάθε επόμενου Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής που εκδίδεται δυνάμει του εν λόγω άρθρου, ή ανήκουν στην ιδιωτική περιουσία του Δημόσιου, σε Ν.Π.Δ.Δ.

ή σε δημόσιες επιχειρήσεις των οποίων το μετοχικό κεφάλαιο ανήκει εξ ολοκλήρου, άμεσα ή έμμεσα, στο Δημόσιο ή σε Ν.Π.Δ.Δ. 5. Οι κινητές αξίες, τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα ακίνητα που αναφέρονται στις περιπτώσεις α`, β` και γ` της προηγούμενης παραγράφου μεταβιβάζονται και περιέρχονται στο Ταμείο, με απόφαση της Διυπουργικής Επιτροπής Αναδιαρθρώσεων και Αποκρατικοποιήσεων (Δ.Ε.Α.Α.) που προβλέπεται στο άρθρο 3 του ν. 3049/2002 (Α` 212).Με όμοια απόφαση μπορεί να εξουσιοδοτείται ο Υπουργός Οικονομικών ή άλλο μέλος της Δ.Ε.Α.Α.

να προβαίνει στις αναγκαίες δικαιοπραξίες ή υλικές πράξεις προκειμένου να ολοκληρωθεί η μεταβίβαση. Με απόφαση της ίδιας Επιτροπής, μπορεί να μεταβιβάζονται και να περιέρχονται στο Ταμείο χωρίς Αντάλλαγμα, για τους σκοπούς της παραγράφου 1 του προηγούμενου άρθρου, και άλλα περιουσιακά στοιχεία που υπάγονται σε μία από τις κατηγορίες περιουσιακών στοιχείων των περιπτώσεων της προηγούμενης παραγράφου.

Τα ανωτέρω περιουσιακά στοιχεία περιέρχονται στο Ταμείο, κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή και το Δημόσιο απεκδύεται κάθε δικαιώματος του επί αυτών από τη δημοσίευση της απόφασης της Δ.Ε.Α.Α. στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Για την εφαρμογή των προηγούμενων εδαφίων και προκειμένου για τη μεταβίβαση στο Ταμείο της κυριότητας, νομής και κατοχής ακινήτων, στη Δ.Ε.Α.Α.

συμμετέχει αντί του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, ο Υπουργός στη διαχειριστική αρμοδιότητα του οποίου υπάγεται το ακίνητο που μεταβιβάζεται και περιέρχεται στο Ταμείο... 6. "Μετά" από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της απόφασης της Δ.Ε.Α.Α. σύμφωνα με την παράγραφο 5 για τη μεταβίβαση και περιέλευση στο Ταμείο της κυριότητας ή άλλου εμπράγματος δικαιώματος επί ακινήτου, εκδίδεται απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου, στην οποία περιλαμβάνονται η ταυτότητα του ακινήτου και το δικαίωμα του Ταμείου επ' αυτού, με μνεία της απόφασης της Δ.Ε.Α.Α.

για τη μεταβίβαση του δικαιώματος αυτού στο Ταμείο. "Η απόφαση καταχωρίζεται στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου της περιφέρειας του ακινήτου ή στο οικείο Κτηματολογικό Γραφείο, όπου αυτό λειτουργεί. ..12.Από τη δημοσίευση της απόφασης της ΔΕΑΑ που προβλέπεται στην παρ 5,το περιουσιακό στοιχείο περιέρχεται στην κυριότητα, νομή και κατοχή του Ταμείου, ελεύθερο από κάθε δικαίωμα τρίτου .

Για τυχόν δικαιώματα του επί του περιουσιακού στοιχείου που μεταβιβάζεται στο Ταμείο, ο τρίτος έχει αποκλειστικό δικαίωμα αποζημιώσεως, έναντι μόνον του Δημοσίου, με την επιφύλαξη όσων ορίζονται στις παρ 8 και 9 ενώ η παρ 8 ορίζει ότι " Εμπράγματα δικαιώματα τρίτων μπορεί να κηρύσσονται αναγκαστικώς απαλλοτριωτέα με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, για λόγους μείζονος σημασίας δημοσίου συμφέροντος, αν κρίνονται αναγκαία για την αξιοποίηση περιουσιακού στοιχείου του Ταμείου ή εταιρείας της οποίας το μετοχικό κεφάλαιο ανήκει εξ ολοκλήρου, άμεσα ή έμμεσα, στο Ταμείο ή αν κρίνονται αναγκαία για την πραγματοποίηση επενδυτικού σχεδίου ειδικού διαδόχου του Ταμείου ή εταιρείας της οποίας το μετοχικό κεφάλαιο ανήκει εξ ολοκλήρου, άμεσα ή έμμεσα, στο Ταμείο.

Η απαλλοτρίωση κηρύσσεται υπέρ του Ταμείου ή υπέρ της εταιρείας της οποίας το μετοχικό κεφάλαιο ανήκει εξ ολοκλήρου, άμεσα ή έμμεσα, στο Ταμείο ή υπέρ του ειδικού διαδόχου αυτών, όπως ειδικότερα ορίζεται στην απόφαση με την οποία κηρύσσεται η απαλλοτρίωση. Αν η απαλλοτρίωση κηρύσσεται σε ακίνητο επί του οποίου αναγνωρίστηκαν δικαστικώς, μετά τη μεταβίβαση του ακινήτου στο Ταμείο ή μετά την περιέλευση στο Ταμείο εταιρείας της οποίας το μετοχικό κεφάλαιο ανήκει εξ ολοκλήρου, άμεσα ή έμμεσα, στο Ταμείο, εμπράγματα δικαιώματα τρίτων, η δαπάνη της αποζημίωσης για την αναγκαστική απαλλοτρίωση βαρύνει το Δημόσιο.

Για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης στις απαλλοτριώσεις που κηρύσσονται, σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, δεν λαμβάνεται υπόψη προσαύξηση της αξίας του απαλλοτριούμενου, η οποία οφείλεται στην νομή ή στην κατοχή του ακινήτου από το Ταμείο ή από εταιρεία της οποίας το μετοχικό κεφάλαιο ανήκει εξ ολοκλήρου, άμεσα ή έμμεσα, στο Ταμείο ή που οφείλεται στην πολεοδομική ωρίμανση και την επενδυτική ταυτότητα του ακινήτου, κατ` εφαρμογή των διατάξεων του επόμενου Κεφαλαίου του παρόντος νόμου..

Περαιτέρω, με την παρ 17 της 234/2013 απόφαση της ΔΕΑΑ(ΦΕΚΒ 1020/25-4-2013) μεταβιβάζονται χωρίς αντάλλαγμα στο ΤΑΙΠΕΔ, κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή ακίνητα κυριότητας και τα ακίνητα που Δημοσίου που βρίσκονται στην νήσο … Νομού … και δη α/α … με ΑΒΚ …, τοπωνύμιο <Άγιος Γεώργιος>, εμβαδού 369000 τμ., είδος ακινήτου <γη>, α/α ….

με ΑΒΚ …., τοπωνύμιο <...>, εμβαδού 80400 τμ, είδος ακινήτου <γη> και α/α … με ΑΒΚ …,τοπωνύμιο, <... >,εμβαδού 369.800,είδος ακινήτου <γη>. Εξάλλου, κατά το άρθρο 196 ν 4389/2016 σχετικά με την ΕΤΑΔ ορίζει ότι <1. Σκοπός της ΕΤΑΔ είναι να αξιοποιεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος, με κάθε πρόσφορο μέσο, τα ακίνητα περιουσιακά στοιχεία που περιέρχονται στην κυριότητά της δυνάμει του παρόντος νόμου, τα περιουσιακά στοιχεία τη διαχείριση των οποίων έχει αναλάβει από άλλα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και από νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που ανήκουν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, καθώς και από δημόσιες επιχειρήσεις το μετοχικό κεφάλαιο των οποίων κατέχει, άμεσα ή έμμεσα, το Ελληνικό Δημόσιο.4.

Η κυριότητα και νομή όλων των ακίνητων περιουσιακών στοιχείων τα οποία ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο "και τον ΕΟΤ" και τα διαχειρίζεται η ΕΤΑΔ σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, μεταβιβάζονται αυτομάτως στην ΕΤΑΔ χωρίς αντάλλαγμα, με τις κατωτέρω εξαιρέσεις: α. Αιγιαλοί, παραλίες και παρόχθιες εκτάσεις, υδρότοποι...6.

Άλλα περιουσιακά στοιχεία, τα οποία ανήκουν κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο δύναται να μεταβιβαστούν στην ΕΤΑΔ με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών... Καμία μεταβίβαση ακινήτου δεν μπορεί να λάβει χώρα, εφόσον είναι αντίθετη στην ελληνική νομοθεσία.7. Η κυριότητα και νομή επί όλων των ακίνητων του ΤΑΙΠΕΔ, με την εξαίρεση των ακινήτων που περιλαμβάνονται στο Παράρτημα Γ`, το οποίο προσαρτάται στον παρόντα νόμο και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος αυτού, μεταβιβάζονται αυτοδικαίως από το ΤΑΙΠΕΔ στην ΕΤΑΔ χωρίς αντάλλαγμα. 8.

Το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΤΑΔ αποφασίζει την καταχώριση στα αρμόδια κτηματολόγια της μεταβίβασης κάθε περιουσιακού στοιχείου που μεταβιβάστηκε στην ΕΤΑΔ, σύμφωνα με τις παραγράφους 4 έως και 7. Το απόσπασμα κάθε απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΤΑΔ, στο οποίο περιγράφονται το μεταβιβασθέν περιουσιακό στοιχείο, τα δικαιώματα της ΕΤΑΔ επί του περιουσιακού στοιχείου, καθώς και όλα τα άλλα απαιτούμενα εκ της ισχύουσας νομοθεσίας στοιχεία για τον σκοπό της καταχώρισης συμπεριλαμβανομένης αναφοράς στη διάταξη του παρόντος νόμου, σύμφωνα με την οποία έγινε η μεταβίβαση, αποτελεί τον τίτλο για την καταχώριση της μεταβίβασης των περιουσιακών στοιχείων της ΕΤΑΔ στα αρμόδια κτηματολόγια ή υποθηκοφυλακεία της περιφέρειας κατά περίπτωση.

Η καταχώριση στα αρμόδια κτηματολόγια ή υποθηκοφυλακεία των περιφερειών πρέπει να πραγματοποιείται χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση από τη λήψη της σχετικής απόφασης. 9. Η μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων σύμφωνα με τις παραγράφους 4 έως και 7 και η καταχώρηση ή εγγραφή της μεταβίβασης αυτής στα αρμόδια κτηματολόγια ή υποθηκοφυλακεία σύμφωνα με την παράγραφο 8 απαλλάσσονται από κάθε φόρο, τέλος, εισφορά, αμοιβή ή δικαίωμα υπέρ του Δημοσίου ή οποιουδήποτε τρίτου, συμπεριλαμβανομένου του φόρου εισοδήματος για το κάθε μορφής εισόδημα που προκύπτει από τη δραστηριότητα της ΕΤΑΔ, του φόρου συγκέντρωσης κεφαλαίου, του φόρου έναρξης δραστηριότητας, τέλους, εισφοράς ή δικαιώματος υπέρ του Δημοσίου ή οποιουδήποτε Ν.Π.Δ.Δ., Ασφαλιστικών Οργανισμών ή τρίτων, δικαιωμάτων συμβολαιογράφων, δικηγόρων, δικαστικών επιμελητών και αμοιβών ή ανταποδοτικών τελών υποθηκοφυλάκων και πάσης φύσης ανταποδοτικών τελών ή άλλων δαπανών που επιβάλλονται για την καταχώρηση του αποσπάσματος της απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου σύμφωνα με την παράγραφο 8 στα αρμόδια κτηματολόγια.

Για την καταχώρηση ή εγγραφή της απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΤΑΔ στα αρμόδια κτηματολόγια ή υποθηκοφυλάκεια της περιφέρειας του ακινήτου αρκεί η απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΤΑΔ και δεν απαιτούνται άλλα έγγραφα, συμπεριλαμβανομένου του πιστοποιητικού ενεργείας και της δήλωσης του πολιτικού μηχανικού, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 4178/2013 (Α` 174) ή οποιασδήποτε άλλης ισοδύναμης δήλωσης που υποκαθιστά τη δήλωση αυτή. 10.

Οποιοδήποτε από τα ακίνητα περιουσιακά στοιχεία που μεταβιβάζονται στην ΕΤΑΔ σύμφωνα με το παρόν άρθρο δύναται να μεταβιβασθεί εκ νέου χωρίς αντάλλαγμα στο Δημόσιο κατόπιν εισήγησης του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΤΑΔ, η οποία εκδίδεται μετά τη λήψη της απαιτούμενης τεχνικής βοήθειας, και με την επιφύλαξη της προσυπογραφής του Εποπτικού Συμβουλίου και έγκρισης του Υπουργού Οικονομικών. 13.Στα ακίνητα του Δημοσίου, ΝΠΔΔ,ΝΠΙΔ και δημοσίων επιχειρήσεων που ανήκουν κατά πλειοψηφία στο Ελληνικό Δημόσιο, τα οποία διακατέχονται παρανόμως από τρίτους και μεταβιβάζονται κατά κυριότητας, νομή ή κατοχή στην ΕΤΑΔ, εφαρμόζεται η προβλεπόμενη για την προστασία των δημοσίων κτημάτων νομοθεσία με την άμεση αποβολή των παρανόμως διακατεχόντων αυτά προσώπων και την εφαρμογή εν γένει της σχετικής προστατευτικής για τη δημόσια κτήση νομοθεσίας .

Η ΕΤΑΔ καθίσταται αρμόδια με τα οριζόμενα στην κείμενη νομοθεσία όργανα για τη διενέργεια κάθε αναγκαίως προς τούτο διοικητικής ή δικαστικής ενέργειας>. Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι η κυριότητα των ακινήτων μεταβιβάζεται αρχικά στο ΤΑΙΠΕΔ και μεταγενέστερα στην ΕΤΑΔ από την μεταγραφή της απόφασης μεταβίβασης των ακινήτων στο αρμόδιο κτηματολόγιο ή υποθηκοφυλακείο, γεγονός που αναφέρεται και από την αιτιολογική έκθεση του ν 4389/2016 (αρθ 196).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 225 ΚΠολΔ "Η επέλευση της εκκρεμοδικίας δεν στερεί τους διαδίκους από την εξουσία να μεταβιβάσουν το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα ή να συστήσουν εμπράγματο δικαίωμα (παρ. 1). Η μεταβίβαση του επίδικου πράγματος ή δικαιώματος ή η σύσταση εμπράγματου δικαιώματος δεν επιφέρει καμιά μεταβολή στη δίκη.

Ο ειδικός διάδοχος έχει δικαίωμα να ασκήσει παρέμβαση (παρ. 2). Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι παρέχεται η δυνατότητα στους διαδίκους και μετά την εκκρεμοδικία να μεταβιβάσουν το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα υπό τους όρους και προϋποθέσεις του ουσιαστικού δικαίου. Η μεταβίβαση όμως του επίδικου πράγματος ή δικαιώματος, που έγινε μετά την επέλευση της εκκρεμοδικίας, δεν επιφέρει μεταβολή στην έννομη σχέση της δίκης, διότι αυτή δεν αποβαίνει αναγκαίο παρακολούθημα της ουσιαστικής έννομης σχέσης αλλά η δίκη συνεχίζεται μεταξύ των διαδίκων εωσότου νομίμως περατωθεί.

Μέχρι τότε μόνος νομιμοποιούμενος να διεξαγάγει τη δίκη είναι ο διάδικος που μεταβίβασε, μετά την επέλευση της εκκρεμοδικίας, το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα (ΑΠ 1591/2003) ή σε περίπτωση θανάτου αυτού, ο νομιμοποιούμενος, σύμφωνα με το άρθρο 290 ΚΠολΔ, να συνεχίσει στο όνομά του τη δίκη ως κληρονόμος αυτού (ΑΠ 644/2000).

Ο ειδικός διάδοχος του δεν αποκτά αυτοδικαίως την ιδιότητα του διαδίκου και δεν υπεισέρχεται στη θέση του δικαιοπαρόχου του διαδίκου ούτε μετά το θάνατο του τελευταίου, αλλά έχει δικαίωμα έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης να ασκήσει παρέμβαση, ακόμη και για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου (Ολομ.

ΑΠ 1/1996,ΑΠ 1226/2019),οπότε και του επιδίδονται όλα τα δικόγραφα και οι αποφάσεις που επιδίδονται στους κύριους διαδίκους (αρθ 82 ΚΠοΛΔ). Επειδή, δε για τη νομιμοποίηση προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης αρκεί καταρχήν ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της ένδικης ουσιαστικής έννομης σχέσης, ότι δηλαδή ο ίδιος είναι φορέας του ασκούμενου επιδίκου δικαιώματος και ο εναγόμενος της αντίστοιχης υποχρέωσης.

Ποια πρόσωπα είναι φορείς συγκεκριμένων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ορίζεται από το ουσιαστικό δίκαιο που επιτρέπει την άσκηση της αγωγής. Κατά δε το άρθρο 70 ΚΠοΛΔ, όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωρισθεί η ύπαρξη ή μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή. Η συνδρομή του εννόμου συμφέροντος, που αξιώνει η παραπάνω διάταξη για την άσκηση αναγνωριστικής αγωγής και το οποίο πρέπει να είναι άμεσο, επιτελεί νομιμοποιητική λειτουργία στην αναγνωριστική αγωγή και συνιστά ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού της.

Το έννομο συμφέρον μπορεί να είναι υλικό ή ηθικό και θεωρείται, ότι υπάρχει, όταν, από τη συμπεριφορά του εναγομένου ή τρίτου, η οποία μπορεί να συνίσταται και σε προφορική άρνηση ή και αμφισβήτηση του οικείου δικαιώματος, δημιουργείται αντικειμενικά αβεβαιότητα ως προς την ύπαρξη ή ανυπαρξία του δικαιώματος αυτού του ενάγοντα, η οποία αβεβαιότητα δημιουργεί άμεσα ή έμμεσα κινδύνους για τα συμφέροντά του, που δεν μπορούν να αποτραπούν, παρά μόνο με την αναγνωριστική απόφαση(ΑΠ 1701/2018).

Περαιτέρω, η εσφαλμένη κρίση του επιλαμβανόμενου αγωγής δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη νομιμοποίηση ή μη του ενάγοντος ή του εναγομένου προϋποθέτει την από το ίδιο δικαστήριο παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ. ΑΠ 18/2005).Εξάλλου, ο αναιρετικός έλεγχος της νομιμοποιήσεως, προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης, κατά την άποψη που επικράτησε μετά την ΟλΑΠ 18/2005 (ομοίως και Ολ.ΑΠ 25/2008), γίνεται με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι κατά τον ΚΠολΔ η νομιμοποίηση των διαδίκων νοείται ως η εξουσία διεξαγωγής συγκεκριμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση(ΑΠ 260/2020).

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του το αναιρεσείον ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση για την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ 1 ΚΠοΛΔ. Ειδικότερα, το αναιρεσείον, κατ' εκτίμηση, υποστηρίζει ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 ν 3986/2011, παρ 17 της 234/2013 απόφασης της ΔΕΑΑ και παρ 4, 8 και 13 του άρθρου 196 ν 4389/2016, όσον αφορά τις ΤΑΙΠΕΔ ΑΕ και ΕΤΑΔ ΑΕ ,οι οποίες κατέστησαν κυρίες των επιδίκων,με την μεταγραφή της απόφασης μεταβίβασης της κυριότητας του σ' αυτές, στις 31-12-2018 και 11-2-2019 αντίστοιχα,και κατά των οποίων έπρεπε να στρέφεται η αγωγή ομού μετά του Ελληνικού Δημοσίου πριν την άσκηση της αγωγής, άλλως αν η μεταβίβαση έλαβε χώρα μετά την άσκηση της αγωγής να κοινοποιείται στα ανωτέρω νομικά πρόσωπα, κάτι που δεν έλαβε χώρα στην προκειμένη περίπτωση και ως εκ τούτου η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη, άλλως να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτησή της, όπως υποστήριξε πρωτόδικα και με τον πρώτο λόγο της έφεσής του .

Στην προκείμενη περίπτωση, από την, παραδεκτή, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι η από 8-8-2014 αγωγή, με την οποία ο ενάγων -αναιρεσίβλητος ισχυριζόταν ότι κατέστη κύριος των επίδικων ακινήτων με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο και ζητούσε να αναγνωριστεί η κυριότητα του έναντι του εναγόμενου-αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο την αμφισβητεί, προβάλλοντας δικαίωμα κυριότητας, ισχυριζόμενο ότι είναι παλαιός αιγιαλός, κατατέθηκε στη γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης στις 22-8-2014,επιδόθηκε στο εναγόμενο στις 16-9-2014 και συζητήθηκε ενώπιον του άνω δικαστηρίου την 13-1-2017.

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι καλώς στράφηκε η αγωγή κατά του εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου ως νομιμοποιούμενου παθητικά, αφού, αφενός μεν αυτό αμφισβήτησε την κυριότητα του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου , κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, αφετέρου δε η ΤΑΙΠΕΔ ΑΕ και η ΕΤΑΔ ΑΕ κατέστησαν κυρίες των επιδίκων σε μεταγενέστερο της άσκησης και συζήτησης της αγωγής χρόνο και ειδικότερα από και διά της μεταγραφής της απόφασης μεταβίβασής τους σ' αυτές στις 31-12-2018 και 11-2- 2019 αντίστοιχα .Σύμφωνα, δε με τα ανωτέρω, το αναιρεσείον συνεχίζει την ανοιγείσα δίκη μέχρι το τέλος της, δικαιουμένων των άνω ανωνύμων εταιριών να ασκήσουν παρέμβαση και να συμμετέχουν στη δίκη , έτσι ώστε να τους κοινοποιούνται τα δικόγραφα και οι αποφάσεις ,πλην όμως κάτι τέτοιο δεν συνέβη στην προκείμενη περίπτωση.

Εξάλλου, τυχόν επίδοση της αγωγής πριν από τη συζήτηση της δεν ήταν δυνατόν να γίνει, αφού οι ανωτέρω ανώνυμες εταιρίες κατέστησαν κυρίες των επιδίκων σε μεταγενέστερο της άσκησης και συζήτησής της χρόνο, ενώ μετά την άσκηση της αγωγής, δεν προβλέπεται κάτι τέτοιο, παρά μόνο δυνατότητα αυτών ως ειδικών διαδόχων του αρχικού εναγομένου να παρέμβουν στην εκκρεμή δίκη, οπότε και τους κοινοποιούνται οι σχετικές με αυτή αποφάσεις και δικόγραφα.

Περαιτέρω, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι, με βάση τα ιστορούμενα στην αγωγή, εφόσον το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο αμφισβητεί το δικαίωμα κυριότητας του ενάγοντος στα επίδικα ακίνητα, περιλαμβάνοντάς τα στη ζώνη του παλαιού αιγιαλού, νομιμοποιείται παθητικά στη δίκη .

Επίσης δέχθηκε ότι το εναγόμενο δεν επικαλείται ούτε αποδεικνύει μεταγραφή της φερόμενης μεταβίβασης, αφού από τα προσκομιζόμενα με αριθ. πρωτ … και …/…-1-2016 πιστοποιητικά του Υποθηκοφύλακα Λήμνου αποδεικνύεται ότι (μέχρι τότε) δεν είχε λάβει χώρα μεταβίβαση αυτών, ενώ και η τυχόν μεταβίβαση του επιδίκου πράγματος ή δικαιώματος που λαμβάνει χώρα μετά την επέλευση της εκκρεμοδικίας δεν επιφέρει μεταβολή στην έννομη σχέση της δίκης.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τους άνω κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, σχετικά με τη μη νομιμοποίηση των ΤΑΙΠΕΔ ΑΕ και ΕΤΑΔ ΑΕ και, ως εκ τούτου, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος .

5. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, υπό την έννοια της άνω διάταξης νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.

ΑΠ 3/1997), δηλαδή οι ισχυρισμοί, που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ.ΑΠ 2/1989).Επομένως, δεν είναι πράγματα με την έννοια αυτή η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων και τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα αυτών από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 2166/2009).Αν,δε προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρο 240 ΛΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο (ΑΠ 793/2015), εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του αρθρ 562 παρ 2 ΚΠοΛΔ (ΟλΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά, κατά το αρθρ. 527 ΚΠοΛΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που, επίσης, πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.

Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου αναιρετικού λόγου το αναιρεσείον μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ 8β ΚΠοΛΔ, επειδή το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς, που προέβαλε πρωτόδικα και επανέφερε με τον πρώτο λόγο της έφεσης του, ότι, έπρεπε η αγωγή να απορριφθεί, άλλως να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της, καθόσον αυτή έπρεπε να στρέφεται, άλλως να κοινοποιείται στην ΤΑΙΠΕΔ ΑΕ και στην ΕΤΑΔ ΑΕ που κατέστησαν κυρίες, διαδοχικά, των επιδίκων ακινήτων, παρά το γεγονός ότι τέθηκε υπόψη του πιο πάνω δικαστηρίου, αυτή η αλλαγή του ιδιοκτησιακού τους καθεστώτος .

Ο λόγος είναι απαράδεκτος διότι, όπως εκτιμάται εν προκειμένω, ο ισχυρισμός αυτός, συνιστά άρνηση της αγωγής,ως προς την παθητική νομιμοποίηση του εναγομένου και άρα δεν συνιστά <πράγμα> σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη. 6. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 225 παρ. 1 και 2 και 325 αριθ. 2ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η μεταβίβαση του αντικειμένου της δίκης κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας δεν επιφέρει μεταβολή στην έννομη σχέση της δίκης αυτής, ο ειδικός δε διάδοχος του διαδίκου είτε με βάση σύμβαση, είτε από το νόμο (άρθρα 319, 488, 614, 858, 1298, 1490 παρ. 2 ΑΚ, 210 ΕΝ), είτε με πολιτειακή βούληση (όπως λ.χ.

με κατακύρωση σε πλειστηριασμό), δεν αποκτά μεν την ιδιότητα του διαδίκου, δικαιούμενος να ασκήσει παρέμβαση (κύρια ή πρόσθετη, αφού ο νόμος δεν κάνει διάκριση), δεσμεύεται όμως από το δεδικασμένο που παράγεται από την τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε στη δίκη εκείνη (Α.Π. 1155/2013). Σε περίπτωση, δε, άσκησης παρέμβασης τα δικόγραφα και οι αποφάσεις επιδίδονται και στους παρεμβαίνοντες, κατ' άρθρο 82 ΚΠοΛΔ.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο και μόνο, δηλαδή στις δικονομικές ακυρότητες, που ανάγονται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικής διατάξεως (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Έτσι, σε περίπτωση παραλείψεως της κηρύξεως προσωρινού απαραδέκτου, όπως είναι το απαράδεκτο της συζητήσεως, ο πιο πάνω λόγος ιδρύεται, όταν το απαράδεκτο αυτό επιβάλλεται από το νόμο προς κατοχύρωση του αποτελέσματος της ακυρότητας άλλης διαδικαστικής πράξεως, που προηγήθηκε ή προς εξασφάλιση της ασκήσεως δικονομικού δικαιώματος (Ολ.

ΑΠ 12/2000), όπως είναι πρωτίστως το απορρέον από τη διάταξη του άρθρου 110 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.,θεμελιώδες δικονομικό δικαίωμα της υπερασπίσεως, εκατέρωθεν ακροάσεως, δημοσιότητας και ισότητας των διαδίκων, που εφαρμόζεται και στην αναγκαστική ομοδικία, η οποία αποκλείει τη χωριστή εκδίκαση της διαφοράς ως προς ορισμένους μόνο ομοδίκους (ΑΠ 197/2020).

Αν, δε,προσβάλλεται, με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο σχετικός ισχυρισμός, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠοΛΔ με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο 9 ΑΠ 793/2015),εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ 2 ΚΠοΛΔ (ΟλΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που, παραδεκτά, κατά το άρθρο 527 ΚΠοΛΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που, επίσης, πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο .

Με το πέμπτο σκέλος του πρώτου αναιρετικού λόγου το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ 14 ΚΠολΔ, διότι ενώ μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και των ΤΑΙΠΕΔ και ΕΤΑΔ υφίσταται αναγκαστική ομοδικία,γιατί η διαφορά επιδέχεται ενιαία μόνο ρύθμιση αφού αφορά εμπράγματο δικαίωμα κυριότητας , εντούτοις το πιο πάνω δικαστήριο,δεν απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη εξαιτίας της μη κοινοποίησής της στην ΤΑΙΠΕΔ ΑΕ και (όσον αφορά το χρονικό διάστημα μετά την άσκηση της (αγωγής) και δεν κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση αυτής (αγωγής), εξαιτίας της μη κοινοποίησης αντιγράφου της στην ΕΤΑΔ ΑΕ. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, επειδή στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας, η ένδικη αγωγή ασκήθηκε στις 16-9-2014, η συζήτηση της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου έλαβε χώρα την 13-01-2017 και η απόφαση του εκδόθηκε στις 11-12-2017,ενώ η μεταγραφή της απόφασης μεταβίβασης των επιδίκων ακινήτων, προς μεν το ΤΑΙΠΕΔ έλαβε χώρα την 31-12-2018 προς δε την ΕΤΑΔ την 11-02-2019, δηλαδή, σε μεταγενέστερο χρόνο τόσο από την άσκηση και τη συζήτηση της αγωγής όσο και από την έκδοση της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και, συνεπώς, ήταν αδύνατον να τους κοινοποιηθεί αυτή (αγωγή).

7. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις τους (ΟλΑΠ 20/2005).

Με το έκτο σκέλος του πρώτου αναιρετικού λόγου από το άρθρ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, το αναιρεσείον μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας, γιατί δεν διέλαβε κρίση επί του θέματος της νομοθετικής αλλαγής του ιδιοκτησιακού καθεστώτος του παλαιού αιγιαλού για λόγους δημοσίου συμφέροντος, παραβιάζοντας έτσι εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ 4β ν 3986/2011, την 234/2013 απόφαση της ΔΕΑΑ σε συνδυασμό προς την παρ4 του άρθρου 196 του ν. 43892016 και του σχετικού παραρτήματος του νόμου αυτού με τους καταλόγους των μεταβιβαζομένων ακινήτων του Δημοσίου από την ΤΑΙΠΕΔ ΑΕ στην ΕΤΑΔ ΑΕ .

Ο λόγος είναι αβάσιμος, αφού, ως προελέχθη, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι,αυτή έχει αιτιολογίες καθόσον το Εφετείο δέχθηκε ότι με βάση τα ιστορούμενα στην αγωγή το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο αμφισβητεί το δικαίωμα κυριότητας του ενάγοντος στα επίδικα ακίνητα, περιλαμβάνοντάς τα στη ζώνη του παλαιού αιγιαλού, έτσι ώστε να νομιμοποιείται παθητικά στην προκείμενη δίκη,δεδομένου μάλιστα ότι το εναγόμενο δεν επικαλείται ούτε αποδεικνύει μεταγραφή της φερόμενης μεταβίβασης των επιδίκων,ενώ από τα προσκομιζόμενα με αριθ. πρωτ. … και …/…-1-2016 πιστοποιητικά του Υποθηκοφύλακα Λήμνου αποδεικνύεται ότι μέχρι τότε δεν είχε λάβει χώρα μεταβίβαση αυτών, η δε τυχόν μεταβίβαση του επιδίκου πράγματος ή δικαιώματος που λαμβάνει χώρα μετά την επέλευση της εκκρεμοδικίας δεν επιφέρει μεταβολή στην έννομη σχέση της δίκης.

8. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ,αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση,η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 24/2015).

Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠοΛΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ` ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016).

Μάλιστα, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία αυτή κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 259/2019).

Κατά, δε, τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Για να είναι, δε, ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή, να διαλαμβάνεται ποίες, επιπλέον, αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1184/2015).

Με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το πρώτο και πέμπτο σκέλος του, καθώς και το πέμπτο σκέλος του πέμπτου λόγου αναίρεσης το αναιρεσείον μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για τις πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ 1 και 19 ΚΠοΛΔ, αντίστοιχα. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων περί παλαιού αιγιαλού και χρησικτησίας κατά του δημοσίου και δη τις διατάξεις των άρθρων 1 αν 2344/1940 <περί αιγιαλού και παραλίας>, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 53 ΕισΝΑΚ και εξακολουθεί,κατά το άρθρο 34 παρ 2 ν 2971/2001,να ρυθμίζει τις εκκρεμείς υποθέσεις, 2 παρ 7 του ν 147/2014, ν ΔΞΗ/1912, 21 ν.δ/τος 22-Απριλίου/16 Μαΐου 1926, 4 παρ 1-2 αν 1539/1938, 967, 968 και 1045 ΑΚ.

Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απαράδεκτοι καθόσον δεν αναφέρονται, ούτε συνοπτικά, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης.

9. Κατά το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 ίδιου Κώδικα προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται, να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, χωρίς, όμως, να απαιτείται και ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός τούτων, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασής του, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1633/09) Αντίθετα, για την ίδρυση του παραπάνω λόγου, αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του, για την απόδειξη κρίσιμων, με την προεκτεθείσα έννοια, ισχυρισμών των διαδίκων, αποδεικτικά μέσα που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, είτε για άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΟλΑΠ 2/08).

Σύμφωνα,δε, με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 106, 237 παρ. 1 στοιχ. β, 240, 453, 524 παρ. 1 και 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, το δικαστήριο πρέπει να λάβει υπόψη του, όσα αποδεικτικά μέσα προσκομίστηκαν νόμιμα, εφ` όσον, παράλληλα, υπάρχει σαφής και ορισμένη επίκληση των εγγράφων, ώστε, να προκύπτει με βεβαιότητα η ταυτότητά τους (AΠ 363/2017).

Η επίκληση μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζητήσεως, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε και με αναφορά σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων σε προηγούμενη συζήτηση, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των εγγράφων (ΟλΑΠ 9/2000, ΟλΑΠ 14/2005). Γενική αναφορά στις προτάσεις του Εφετείου, σύμφωνα με την οποία προσκομίζονται εκ νέου, όσα έγγραφα προσκομίστηκαν με τις πρωτόδικες προτάσεις, όπου γίνεται σαφής επίκληση των εγγράφων αυτών, που ενσωματώθηκαν στις προτάσεις του Εφετείου δεν αρκεί (ΟλΑΠ 9/2000, ΑΠ 1677/2013).

Για την πληρότητα όμως του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 374/2012).

Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο,κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, από τα ειδικότερα στην απόφαση του αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα εξής: <Ο ενάγων απέκτησε κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή τα παρακάτω ακίνητα:

Α )έναν αγρό-βοσκότοπο, κείμενο στη θέση <...> της αγροτικής περιφέρειας …-... … της δημοτικής κοινότητας ..., της δημοτικής ενότητας ..., του Δήμου Λήμνου, συνολικής έκτασης κατά τον τίτλο κτήσεως 76.400τμ και κατά νεότερη καταμέτρηση 83.906 τμ, ο οποίος συνορεύει βόρεια με παραλιακή (δημοτική) οδό και πέραν αυτής με παραλία και θάλασσα, νότια με ιδιοκτησίες Κ., Τ., Α.

Δ., λίμνη και αγνώστων, ανατολικά με ιδιοκτησία Ε. Μ. και δυτικά με λίμνη και αυλάκι και πέραν αυτού με δρόμο, όπως τούτο εμφαίνεται με τα περιμετρικά στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Α, στην προσαρτώμενη στην υπό κρίση αγωγή από μηνός Ιουλίου 2014 σμίκρυνση του από μηνός Ιουλίου 1985 τοπογραφικού σχεδιαγράμματος του πολιτικού μηχανικού Γ.

Ι.. Το ανωτέρω ήδη ενιαίο ακίνητο περιήλθε σε αυτόν με τμηματικές αγορές και ειδικότερα: Α1 .τμήμα αυτού, εμβαδού 12 στρεμμάτων, συνορευόμενο βόρεια με θάλασσα, νότια με κτήμα Α. Δ., ανατολικά με ιδιοκτησία Ε. Μ. και δυτικά με ιδιοκτησία Φ. Τ., δυνάμει του …/…-12-1977 πωλητηρίου συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Λήμνου Παναγιώτη Βαρίτη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του τέως Υποθηκοφοφυλακείου Μούδρου στον τόμο … και με αα…...

Στον δικαιοπάροχό του Α. Χ. του Ν. το ανωτέρω Α1 ακίνητο είχε περιέλθει με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, καθώς το νεμόταν διάνοια κυρίου με καλή πίστη συνεχώς και αδιαλείπτως από το έτος 1925 έως την ημεροχρονολογία της ως άνω μεταβίβασης στον ενάγοντα, Α2.τμήμα αυτού 14.400τμ συνορευόμενο βόρεια με θάλασσα, ανατολικά με ιδιοκτησία του ενάγοντα, δυτικά με αυλάκι και πέραν αυτού με δρόμο και νότια με λίμνη, δυνάμει του …/…-12-1980 πωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Βύρωνα Θεοδώρας συζ.

Νικολάου Συκιώτη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του τέως Υποθηκοφυλακείου Μούδρου στον τόμο … και με αα ….Στον δε δικαιοπάροχό του Ν. Τ. του Φ. είχε περιέλθει με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας καθώς το νεμόταν διάνοια κυρίου με καλή πίστη συνεχώς και αδιαλείπτως από το έτος 1958 έως την ημεροχρονολογία της ως άνω μεταβίβασης στον ενάγοντα.

Και Α3. τμήμα αυτού εμβαδού 50 στρεμμάτων περίπου ή όσον πλέον ή έλλατον και αν είναι, συνορευόμενο βόρεια με θάλασσα νότια με λίμνη, ανατολικά με ιδιοκτησία του ενάγοντα και δυτικά με δρόμο, αυλάκι και ιδιοκτησία Τ. (περιήλθε σ' αυτόν), κατά ποσοστό 2/3 εξ αδιαιρέτου δυνάμει του …/…-6--1980 πωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Βύρωνα Θεοδώρας συζ.

Νικολάου Συκιώτη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του τέως Υποθηκοφυλακείου Μούδρου στον τόμο … και με αα. … από τους Ε. Χ. και Γ. Χ. του Ν. και κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου δυνάμει του. δυνάμει του …/…-2-1981 πωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Βύρωνα Θεοδώρας συζ. Νικολάου Συκιώτη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του τέως Υποθηκοφυλακείου Μούδρου στον τόμο … και με αα … από τον Α.

Χ. του Ν.. Στους ανωτέρω δικαιοπάροχους του είχε περιέλθει κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου σε έκαστο εξ αυτών, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας καθώς το νεμόντουσαν διάνοια συγκυρίου με καλή πίστη συνεχώς και αδιαλείπτως από το έτος 1919 έως την ημεροχρονολογία της ως άνω μεταβίβασης στον ενάγοντα .Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι όλοι οι ανωτέρω δικαιοπάροχοι του ενάγοντος από τον χρόνο απόκτησης της νομής των ανωτέρω υπό στοιχείο Α1, Α2 και Α3 εδαφικών τμημάτων τα προαναφερόμενα έτη(ήτοι το έτος 1925 για το υπό στοιχείο Α1 τμήμα, το έτος 1958 για το υπό στοιχείο Α2 τμήμα και το έτος 1919 για το υπό στοιχείο Α3 τμήμα) και έως τη μεταβίβασή τους στον ενάγοντα με τα προαναφερόμενα συμβόλαια, ασκούσαν σε αυτά όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση των ανωτέρω εδαφικών τμημάτων υλικές πράξεις νομής, διάνοια κυρίου καθώς τα επισκέπτονταν τακτικά, τα φρόντιζαν και τα συντηρούσαν και επίσης τα επιτηρούσαν, χωρίς ποτέ να ενοχληθούν από κανέναν.

Ως εκ τούτου, οι ανωτέρω δικαιοπάροχοι του ενάγοντος είχαν γίνει αποκλειστικά κύριοι των ανωτέρω εδαφικών τμημάτων με πρωτότυπο τρόπο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ως νεμηθέντες αυτά με διάνοια κυρίου, αδιαλείπτως και ανενόχλητα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας. Από τον χρόνο δε μεταβίβασης των ανωτέρω τμημάτων με τα προαναφερόμενα συμβόλαια στον ενάγοντα, ο τελευταίος απέκτησε τη νομή αυτών και έκτοτε και μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής, συνέχισε να νέμεται διάνοια κυρίου τα ανωτέρω εδαφικά τμήματα με καλή πίστη και νόμιμους τίτλους συνεχώς και αδιαλείπτως, ενεργώντας όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση τους διακατοχικές πράξεις, καθώς τα επέβλεπε, τα φρόντιζε, τα μίσθωσε σε τρίτους αγρότες για την καλλιέργεια αγροτικών προϊόντων, όπως πριν από αυτόν έπρατταν και οι δικαιοπάροχοι του, ενώ επίσης ο ενάγων περιέφραξε το ενιαίο πλέον ακίνητο με συρματοπερίφραξη.

Όλα τα ανωτέρω προκύπτουν με σαφήνεια από τη ρητή και κατηγορηματική κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου σε συνδυασμό με το σύνολο των προκομιζομένων εγγράφων. Αποδεικνύεται επομένως ότι ο ενάγων απέκτησε από αληθείς κυρίους τα ως άνω τμήματα με παράγωγο τρόπο ήτοι με νόμιμα μεταγεγραμμένα συμβόλαια,αλλά απέκτησε την κυριότητά τους και με πρωτότυπο τρόπο με τα προσόντα τόσο της τακτικής χρησικτησίας με τη συνεχή νομή αυτών με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της δεκαετίας όσο και της έκτακτης χρησικτησίας με τη συνεχή και αδιάλειπτη νομή των ανωτέρω ακινήτων για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την εικοσαετία, συνυπολογίζοντας στο χρόνο νομής και το χρόνο νομής των δικαιοπαρόχου του.

Β) έναν αγρό, κείμενο στη θέση ..." και με την ειδικότερη ονομασία "..." των αγροτικών περιφερειών ...-..., των δημοτικών κοινοτήτων ... ..., της δημοτικής ενότητας ..., του Δήμου …, συνολικής έκτασης 18.529,48τμ, το οποίο χωρίζεται από αγροτικό δρόμο πλάτους 4 μέτρων, σε δύο τμήματα, εκ των οποίων, το άνωθεν του δρόμου έχει εμβαδό 3.602 τμ και συνορεύει βόρεια με αγροτικό δρόμο, νότια με ιδιοκτησία Κ., ανατολικά με ιδιοκτησία Α.

Κ. και δυτικά με ιδιοκτησία Κ., όπως τούτο εμφαίνεται με τα περιμετρικά στοιχεία Α-Η-Θ-Ι-Ζ στην προσαρτώμενη στην υπό κρίση αγωγή από μηνός Ιουλίου 2014 σμίκρυνση του από μηνός Ιουλίου 1985 τοπογραφικού σχεδιαγράμματος του πολιτικού μηχανικού Γ. Ι. και το κάτωθεν του δρόμου έχει εμβαδό 14.927,48 τμ και συνορεύει βόρεια με παραλιακή (δημοτική )οδό και πέραν αυτής με παραλία και θάλασσα, νότια με αγροτικό δρόμο κα πέραν αυτού με το άνωθεν του αγροτικού δρόμου τμήμα του ακινήτου του ενάγοντα, ανατολικά με ιδιοκτησία Τ., πρώην Λ.

και δυτικά με ιδιοκτησία Ψ., πρώην Ε. Τ., όπως τούτο εμφαίνεται με τα περιμετρικά στοιχεία Κ-Λ-Μ-Ν-Ξ-Ο-Π-Ρ-Σ-Τ-Κ στην προσαρτώμενη στην υπό κρίση αγωγή από μηνός Ιουλίου 2014 σμίκρυνση του από μηνός Ιουλίου 1985 τοπογραφικού σχεδιαγράμματος του πολιτικού μηχανικού Γ. Ι.. Το ανωτέρω ενιαίο πλέον ακίνητο περιήλθε στον ενάγοντα με τμηματικές αγορές και συγκεκριμένα:

Β1. τμήμα αυτού, εμβαδού 5 στρεμμάτων και κατά νεότερη καταμέτρηση 8.941,74 τμ συνορευόμενο βόρεια με ιδιοκτησία Τ. και θάλασσα, νότια με δρόμο, ανατολικά με ιδιοκτησία Τ. και δυτικά με ..., σήμερα δε βόρεια με παραλιακή οδό και πέραν αυτής με παραλία και θάλασσα, νότια με δημοτικό δρόμο, ανατολικά με ιδιοκτησία Λ.

και δυτικά με πρώην ιδιοκτησίες Ι. Κ. και Σ. Ζ. και ήδη του ενάγοντα, δυνάμει του …/…-8-1973 πωλητηρίου συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Λήμνου Χαράλαμπου Βαρίτη, νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του τέως Υποθηκοφυλακείου Μούδρου στον τόμο … και με αα. … από την Θ. χήρα Σ. Ψ., το γένος Β. Μ.. Στη δε δικαιοπάροχό του είχε περιέλθει με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, καθώς το νεμόταν διάνοια κυρίας με καλή πίστη συνεχώς και αδιαλείπτως πλέον της εικοσαετίας έως την ημεροχρονολογία της ως άνω μεταβίβασης στον ενάγοντα.Β2.τμήμα αυτού, εμβαδού 2 στρεμμάτων και κατά νεότερη καταμέτρηση 1.313,24 τμ συνορευόμενο βόρεια με θάλασσα, ανατολικά με ιδιοκτησία του ενάγοντα, δυτικά με ιδιοκτησία Α.

Γ. και νότια με ιδιοκτησία Σ. Ζ. με το …/…-6- 1977 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Λήμνου Χαράλαμπου Βαρίτη, νόμιμα μετεγγραμμένου στα ως άνω βιβλία μεταγραφών στον τόμο … και με αα…. από τον Ι. Κ. του Π.. Στον δε ανωτέρω δικαιοπάροχό του είχε περιέλθει με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, καθώς το νεμόταν διάνοια κυρίου με καλή πίστη συνεχώς και αδιαλείπτως από το έτος 1930 έως την ημεροχρονολογία της ως άνω μεταβίβασης στον ενάγοντα.

Β3 τμήμα αυτού, εμβαδού 4 στρεμμάτων και κατά νεότερη καταμέτρηση 3.602 τμ συνορευόμενο βόρεια με δρόμο, νότια με ιδιοκτησία Β. Κ.ν, ανατολικά με ιδιοκτησία Α. Κ. και δυτικά με ιδιοκτησία Β. Κ., δυνάμει του …/…-6-1977 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Λήμνου Χαράλαμπου Βαρίτη, νόμιμα μεταγεγραμμένου στα ως άνω βιβλία μεταγραφών στον τό … και με αα … από την Α.

συζ. Κ. Ε. το γένος Κ. του Ε.. Στη δε δικαιοπάροχό του είχε περιέλθει κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή δυνάμει του …/…-11-1954 πωλητηρίου συμβολαίου του τέως συμβολαιογράφου Λήμνου Ιωάννη Παπουτσιδάκη νόμιμα μεταγεγραμμένου στα ως άνω βιβλία στον τόμο … και με αα …, από τον Β. Κ. του Γ.. Β4 τμήμα αυτού, εμβαδού 2.592τμ συνορευόμενο βόρεια με ιδιοκτησίες Κ.

και Σ. και ήδη ενάγοντα, νότια με αγροτικό δρόμο, ανατολικά με ιδιοκτησία Θ. Ψ. και ήδη ενάγοντα και δυτικά με ιδιοκτησία Ε. Τ., δυνάμει της κηρυχθείσας (αναγκαστικής απαλλοτρίωσης) με την Τ1169/2298/28-5-1979 απόφαση των Υπουργών Προεδρίας Κυβερνήσεως και Οικονομικών, δημοσιευθείσας στο με αριθμό 377/14-7-1979 ΦΕΚ τ.Δ',νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του τέως Υποθηκοφυλακείου Μούδρου στον τόμο … και με αα….

και Β5.τμήμα αυτού, εμβαδού 1.474 τμ και κατά νεότερη καταμέτρηση 1.898,95 τμ, συνορευόμενο βόρεια με αγροτικό δρόμο και πέραν αυτού με παραλία και θάλασσα, νότια με ιδιοκτησία Θ. Θ. και Σ. Ζ. και ήδη του ενάγοντα, ανατολικά με ιδιοκτησία Ι. Κ. και ήδη του ενάγοντα και δυτικά με ιδιοκτησία Ε. Τ., αφενός δυνάμει της κηρυχθείσας (αναγκαστικής απαλλοτρίωσης )με την Τ1619/3119/2-11-1979 απόφαση των Υπουργών Προεδρίας Κυβερνήσεως και Οικονομικών, δημοσιευθείσας στο με αριθμό 668/23-11-1979 ΦΕΚ τ.

Δ', νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του τέως Υποθηκοφυλακείου Μούδρου στον τόμο … και με αα…. και αφετέρου δυνάμει του …/…-8-1988 πωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Λήμνου Φωτεινής-Παρασκευής σύζυγο Αθανασίου Κοπανέλλου, το γένος Ηλία Ετμεκτσόγλου, νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του ανωτέρω Υποθηκοφυλακείου στον τόμο … και με αα … από την Ζ.

συζ. Γ. Σ.. Στην ανωτέρω δικαιοπάροχο του ενάγοντος είχε περιέλθει κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, δυνάμει του …/…-9-1977 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή του συμβολαιογράφου Λήμνου Παναγιώτη Βαρίτη νόμιμα μεταγεγραμμένου στα ως άνω βιβλία μεταγραφών στον τόμο … και με αα …, από την Ε. συζ. Α. Γ., το γένος Π.

Κ. στην οποία είχε περιέλθει κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή με το …/…-6-1931 συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή του τότε συμβολαιογράφου Μουδρου Λήμνου Στεργίου Βλαχόπουλου, νόμιμα μεταγεγραμμένου στα ως άνω βιβλία μεταγραφών στον τόμο … και με αα ... Στη συνέχεια ο ενάγων εκ του ενιαίου πλέον ως άνω με στοιχείο Β ακινήτου, μεταβίβασε εκ του ευρισκόμενου κάτωθεν του αγροτικού δρόμου, τμήματος αυτού, εμβαδού Ί4.927,48 τμ αφενός δυνάμει του …/…-12-2011 συμβολαίου γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Λήμνου Δημητρίου Ναρλιώτη, νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Λήμνου στον τόμο … και με αα …, ένα ανεξάρτητο, διηρημένο και σαφώς οριοθετημένο τμήμα αυτού, συνολικής έκτασης 3.334,69 τμ, το οποίο συνορεύει βόρεια με παραλιακή οδό και πέραν αυτής με παραλία και θάλασσα, νότια με αγροτική οδό, ανατολικά με ιδιοκτησία Ι.

Β. και δυτικά με ιδιοκτησία Ψ. πρώην Ε. Τ., όπως εμφαίνεται με περιμετρικά στοιχεία Κ-ΛΜ-Ν-Υ-Τ-Κ, στην προσαρτώμενη στην υπό κρίση αγωγή από μηνός Ιουλίου 2014 σμίκρυνση του από μηνός Ιουλίου 1985 τοπογραφικού σχεδιαγράμματος του πολιτικού μηχανικού Γ. Ι., αφετέρου δε με άτυπη διανομή- στους κληρονόμους Θ. Θ., ένα έτερο ανεξάρτητο, διηρημένο και σαφώς οριοθετημένο τμήμα αυτού, συνολικής έκτασης 3200τμ, το οποίο συνορεύει βόρεια με παραλιακή οδό και πέραν αυτής με παραλία και θάλασσα, νότια με αγροτική οδό, ανατολικά με ιδιοκτησία Τ., πρώην Λ.

και δυτικά με υπόλοιπη ιδιοκτησία ενάγοντα, όπως εμφαίνεται με τα περιμετρικά στοιχεία Σ-Φ-Ξ-Ο-Π-Ρ-Σ στην προσαρτώμενη στην υπό κρίση αγωγή από μηνός Ιουλίου 2014 σμίκρυνση του από μηνός Ιουλίου 1985 τοπογραφικού σχεδιαγράμματος του πολιτικού μηχανικού Γ. Ι.-. Επομένως το εναπομείναν τμήμα του ενιαίου με στοιχείο Β ακινήτου ενάγοντα,το ευρισκόμενο κάτωθεν του δρόμου αφαιρουμένων των ανωτέρω δύο, ήδη μεταβιβασθέντων, τμημάτων έχει πλέον έκταση 8.392,79τμ και συνολικά το ενιαίο με στοιχείο Β ακίνητό του έχει πλέον έκταση 11.994,79 τμ.

Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι όλοι οι ανωτέρω δικαιοπάροχοι του ενάγοντος από τον χρόνο απόκτησης της νομής των ανωτέρω υπό στοιχείο Β1, Β2, Β3, Β4 και Β5 εδαφικών τμημάτων τα προαναφερόμενα έτη και έως τη μεταβίβασή τους στον ενάγοντα με τα προαναφερόμενα συμβόλαια, ασκούσαν σε αυτά όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση των ανωτέρω εδαφικών τμημάτων υλικές πράξεις νομής, διάνοια κυρίου καθώς τα επισκέπτονταν τακτικά, τα φρόντιζαν και τα συντηρούσαν και επίσης τα επιτηρούσαν, χωρίς ποτέ να ενοχληθούν από κανέναν.

Ως εκ τούτου, οι ανωτέρω δικαιοπάροχοι του ενάγοντος είχαν γίνει αποκλειστικά κύριοι των ανωτέρω εδαφικών τμημάτων με πρωτότυπο τρόπο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ως νεμηθέντες αυτά με διάνοια κυρίου, αδιαλείπτως και ανενόχλητα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας. Από τον χρόνο δε μεταβίβασης των ανωτέρω τμημάτων με τα προαναφερόμενα συμβόλαια, ο ενάγων απέκτησε τη νομή αυτών και έκτοτε και μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής, συνέχισε να νέμεται διάνοια κυρίου τα ανωτέρω εδαφικά τμήματα με καλή πίστη και νόμιμους τίτλους συνεχώς και αδιαλείπτως, ενεργώντας όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση τους διακατοχικές πράξεις, καθώς τα επέβλεπε, τα φρόντιζε, τα μίσθωσε σε τρίτους αγρότες για την καλλιέργεια αγροτικών προϊόντων, όπως πριν από αυτόν έπρατταν και οι δικαιοπάροχοι του, ενώ επίσης ο ενάγων περιέφραξε το ενιαίο πλέον ακίνητο με συρματοπερίφραξη.

Όλα τα ανωτέρω προκύπτουν με σαφήνεια από τη ρητή και κατηγορηματική κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου σε συνδυασμό με τα προσκομιζόμενα έγγραφα .Αποδεικνύεται, επομένως, ότι ο ενάγων απέκτησε από αληθείς κυρίους τα ως άνω τμήματα με παράγωγο τρόπο, ήτοι με νόμιμα μεταγεγραμμένα συμβόλαια, αλλά επίσης απέκτησε την κυριότητά τους και με πρωτότυπο τρόπο με τα προσόντα τόσο της τακτικής χρησικτησίας με τη συνεχή νομή αυτών με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο όσο και της έκτακτης χρησικτησίας με τη συνεχή και αδιάλειπτη νομή ανωτέρω ακινήτων για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την εικοσαετία, συνυπολογίζοντας στο χρόνο νομής και το χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων του.

Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι το εναγόμενο Δημόσιο αμφισβητεί την κυριότητα του ενάγοντος στα επίδικα ακίνητα. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι με την 2902/21-3-1986 απόφαση του Νομάρχη Λέσβου που δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμ.417/30-4-1986 ΦΕΚ τεύχος Δ, επικυρώθηκε η από 28-11-1985 έκθεση της επιτροπής επανακαθορισμού των ορίων του αιγιαλού στη θέση Όρμος ...

και καθορίστηκε αιγιαλός, ζώνη παραλίας και παλαιός αιγιαλός στην ανωτέρω θέση, ακολούθως δε με την 4400/29-12- 1994 απόφαση του Νομάρχη Λέσβου που δημοσιεύθηκε στο 43/30-1-1995 ΦΕΚ τεύχος Δ, επικυρώθηκε η από 22-2-1993 έκθεση της επιτροπής καθορισμού των ορίων του αιγιαλού και παραλίας και θέσεων αμμοληψίας, δια τον καθορισμό το πρώτον των ορίων του αιγιαλού και της παραλίας στην περιοχή ..., κοινότητας ...

Νήσου … Νομού Λέσβου και καθορίστηκαν τα όρια του αιγιαλού, της παραλίας και του παλαιού αιγιαλού στην ανωτέρω περιοχή .Ειδικότερα με την πρώτη από τις ανωτέρω αποφάσεις καθορίστηκε η οριογραμμή του αιγιαλού με ερυθρά πολυγωνική γραμμή 1,2,3,4,5,6-23, στο αντίστοιχο επισυναπτόμενο από Νοέμβριο 1979 τοπογραφικο διάγραμμα,της οποίας οι κορυφές εξασφαλίζονται από σταθερά σημεία, η οριογραμμή της παραλίας 1,2,3,4,5,6,15 στο αντίστοιχο ως άνω διάγραμμα, της οποίας οι κορυφές εξασφαλίζονται από σταθερά σημεία και η οριογραμμή του παλιού αιγιαλού με κυανή πολυγωνική γραμμή Α,Β,Γ,-,4 στο ανωτέρω διάγραμμα.

Με τη δε δεύτερη από τις ανωτέρω αποφάσεις, καθορίστηκε επί του συνταχθέντος από το μήνα Ιούνιο του 1992 επισυναπτόμενου τοπογραφικού διαγράμματος, με συνεχή κόκκινη πολυγωνική γραμμή η οριογραμμή του αιγιαλού υπό στοιχεία 1,2,3,....,9, της οποίας οι κορυφές εξασφαλίζονται με σταθερά σημεία, με κίτρινη πολυγωνική γραμμή η οριογραμμή της παραλίας υπό στοιχεία 1,2,3,...9 της οποίας οι κορυφές εξασφαλίζονται ομοίως με σταθερά σημεία και έχει απόσταση 10 μέτρων από την οριογραμμή του αιγιαλού και με κυανή γραμμή η οριογραμμή του παλαιού αιγιαλού υπό στοιχεία 1", 2" της οποίας οι κορυφές εξασφαλίζονται με σταθερά σημεία.

Εντός της οριογραμμής του παλαιού αιγιαλού, όπως αυτή καθορίσθηκε παραπάνω, περιλήφθηκε και ένα τμήμα του υπό στοιχείο Β ακινήτου του ενάγοντος, εμβαδού 1200 τμ όπως εμφαίνεται με περιμετρικά στοιχεία Υ-Ν-Ξ-Φ-Υ στην από μηνός Ιουλίου 2014 σμίκρυνση του από μηνός Ιουλίου 1985 τοπογραφικού σχεδιαγράμματος του πολιτικού μηχανικού Γ.

Ι.. Επίσης με την 1673/30-4-1993 απόφαση του Νομάρχη Λέσβου που δημοσιεύθηκε στο 558/21-5-1993 ΦΕΚ τεύχος Δ, επικυρώθηκε η από 25-6-1992 έκθεση της επιτροπής καθορισμού των ορίων του αιγιαλού και της παραλίας και θέσεως αμμοληψίας, δια του καθορισμού το πρώτον,των ορίων του αιγιαλού και της παραλίας στην περιοχή ... Κοινότητας ...

Νήσου … Νομού … .Με την ανωτέρω απόφαση καθορίστηκε επί του συνταχθέντος από το μήνα Απρίλιο του 1992 επισυναπτόμενου τοπογραφικού διαγράμματος με συνεχή κόκκινη πολυγωνική γραμμή η οριογραμμή του αιγιαλού, υπό στοιχεία της οποίας οι κορυφές εξασφαλίζονται με σταθερά σημεία, με κίτρινη πολυγωνική γραμμή η οριογραμμή της παραλίας υπό στοιχεία ...8, της οποίας οι κορυφές εξασφαλίζονται ομοίως με σταθερά σημεία και έχει απόσταση μέχρι 10 μέτρων από την οριογραμμή του αιγιαλού και με συνεχή κυανή γραμμή η οριογραμμή του παλαιού αιγιαλού υπό στοιχεία Γ', 2",3"...6,της οποίας οι κορυφές εξασφαλίζονται με σταθερά σημεία.

Με την ως άνω απόφαση ολόκληρο το υπό στοιχείο Α ενιαίο ακίνητο του ενάγοντος με στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Α, στην από μηνός Ιουλίου 2014 σμίκρυνση του από μηνάς Ιουλίου 1985 τοπογραφικού σχεδιαγράμματος του πολιτικού μηχανικού Γ. Ι. χαρακτηρίστηκε ως παλαιός αιγιαλός. Το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίζεται ότι τα επίδικα ακίνητα ήτοι το ανωτέρω εδαφικό τμήμα του με στοιχείο Β ακινήτου στη θέση ...

αλλά και ολόκληρο το με στοιχείο Α ακίνητο στη θέση ... αποτελούν τμήμα του παλαιού αιγιαλού, όπως κρίθηκε με τις ανωτέρω αποφάσεις καθορισμού και επανακαθορισμού ορίων αιγιαλού, παραλίας και παλαιού αιγιαλού και, επομένως, κατέστησαν δημόσια κτήματα περιερχόμενα στην ιδιωτική περιουσία αυτού (Δημοσίου).

Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός του Δημοσίου δεν αποδείχθηκε ότι είναι ουσιαστικά βάσιμος καθώς από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι τα επίδικα ακίνητα, ευρισκόμενα στις θέσεις ... και ..., οι οποίες γειτνιάζουν διότι αποτελούν η μια συνέχεια της άλλης, αποτέλεσαν τμήμα της ζώνης της ξηράς που προέκυψε από την μετακίνηση της ακτογραμμής προς τη θάλασσα οφειλόμενη σε φυσικές προσχώσεις ή τεχνικά έργα, διότι τα ακίνητα ουδέποτε αποτέλεσαν τμήμα αιγιαλού.

Κατ' αρχήν, πρέπει να αναφερθεί ότι,..., η ιδιότητα του αιγιαλού προκύπτει από φυσικά και μόνο φαινόμενα, δηλαδή τις μέγιστες αλλά συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων, και δεν δημιουργείται με τον καθορισμό της οριογραμμής του από την ως άνω Επιτροπή του άρθρου 2 παρ. 3 του Α.Ν. 2344/1940 (ήδη δε του άρθρου 100 του ΠΔ 284/1988), αφού η διοικητική αυτή επιτροπή διαπιστώνει απλώς και χαράσσει τα όρια του αιγιαλού, όπως η φύση τον δημιούργησε, ενώ ο καθορισμός σε κάθε τοπική περίπτωση της έκτασης ως αιγιαλού ανήκει στην εκτίμηση του τακτικού δικαστή και όχι της διοίκησης.

Στην προκειμένη περίπτωση πέραν του γεγονότος ότι για τον καθορισμό του αιγιαλού της παραλίας και του παλαιού αιγιαλού στην περιοχή ... υπάρχουν σε ισχύ δύο αποφάσεις του Νομάρχη Λέσβου ήτοι τόσο η με αριθμ. 2902/21-3-1986 όσο και η με αριθμ. 4400/29-12-1994, χωρίς καμία αναφορά στη χρονολογικά εκδοθείσα απόφαση του Νομάρχη Λέσβου για την ταυτότητα των καθορισθέντων σημείων πλην των σημείων 1.1" και 1", με αποτέλεσμα να υφίσταται ασάφεια και αμφιβολία περί των καθορισθένων ορίων του αιγιαλού, της παραλίας και του παλαιού αιγιαλού, ήτοι ποιά τελικά από τις δύο ως άνω αποφάσεις ισχύει στην προαναφερόμενη περιοχή, οι δύο προαναφερόμενες εκθέσεις των επιτροπών καθορισμού των ορίων αιγιαλού, παραλίας και παλαιού αιγιαλού μολονότι αφορούν την ίδια περιοχή, ήτοι την θέση Όρμος ..., καθώς και την ευρύτερη περιοχή ...

είναι μεταξύ τους αντιφατικές. Ειδικότερα, η μεν από 28-11-1985 έκθεση αναφέρει ότι πνέοντες άνεμοι είναι βόρειοι-βορειοανατολικοί, η δε από 22-2-1993 έκθεση αναφέρει ότι οι άνεμοι που επηρεάζουν είναι νότιοι-νοτιοδυτικοί. Εξάλλου η αιτιολογία,τόσο της επιτροπής που συνέταξε την από 28-11-1985 έκθεση και καθόρισε αρχικά τον παλαιό αιγιαλό στην περιοχή ..., όσο και της επιτροπής που συνέταξε την από 22-2-1993 έκθεση και καθόρισε στη συνέχεια τον παλαιό αιγιαλό στην περιοχή ...

δεν είναι πειστικές και τούτο διότι η μεν πρώτη ενώ δέχεται ότι η περιοχή είναι πεδινή, δεν είναι προσχωσιγενής και ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις μεταβολής του αιγιαλού και δεν υπάρχει καθορισμός παλαιού αιγιαλού, στη συνέχεια, παρά τα ανωτέρω, προβαίνει στον καθορισμό οριογραμμής του παλαιού αιγιαλού με την επισημείωση μάλιστα ότι στην περιοχή υπάρχουν ιδιοκτησίες εντός των οποίων το έτος 1974 και παλαιότερα είχαν τοποθετηθεί νάρκες και γι' αυτόν τον λόγο παρέμεινε έως τότε ακαλλιέργητη εν μέρει, ενώ η δεύτερη αρκείται μόνο στον ισχυρισμό ότι η ακτή είναι επίπεδη και ομαλή στο μεγαλύτερο μήκος της και μόνο στη βόρεια πλευρά της είναι απότομη, βραχώδης με αρκετή υψομετρική διαφορά, πλην όμως ο ανωτέρω ισχυρισμός δεν αποτελεί τεκμήριο παλαιού αιγιαλού.

Για το ίδιο εξάλλου λόγο δεν κρίνεται πειστική και η αιτιολογία της επιτροπής που συνέταξε την από 25-9-1992 έκθεση και καθόρισε τον παλαιό αιγιαλό στην θέση ..., καθώς έχει σχεδόν το ίδιο περιεχόμενο και αιτιολογία με την από 22-2-1993 έκθεση ήτοι στηρίζεται στον ίδιο ισχυρισμό ότι η ακτή είναι επίπεδη και ομαλή στο μεγαλύτερο μήκος της και μόνο στη βόρεια πλευρά της είναι απότομη, βραχώδης με αρκετή υψομετρική διαφορά,πλην όμως ο ανωτέρω ισχυρισμός, όπως προεκτέθηκε δεν αποτελεί τεκμήριο παλαιού αιγιαλού.

Αντιθέτως, σε καμία από τις ανωτέρω εκθέσεις αλλά και σε κανένα άλλο προσκομιζόμενο από τον Ελληνικό Δημόσιο αποδεικτικό μέσο δεν γίνεται καμία αναφορά αλλά ούτε και αποδεικνύεται η ύπαρξη κάποιας φυσικής διαδικασίας ή ανθρώπινης δραστηριότητας που να οδήγησε στην επέκταση της ξηράς σε βάρος της θάλασσας και στη δημιουργία παλαιού αιγιαλού.

Αντιθέτως από το υπόμνημα προς την επιτροπή του Ν. 2344/40 του πολιτικού μηχανικού Κ. Φ., την από 15-7-1993 τεχνική έκθεση και έκθεση φωτοερμηνείας του πολιτικού μηχανικού Γ. Ι., τα με αριθμ. πρωτ. 36628/ΤΔ/3527/12-19-2912 και ΔΎ/21-5-2913 έγγραφα Διεύθυνσης Τεχνικών Έργων ΠΕ Λέσβου/Τμήμα Εργαστηρίων και την από Φεβρουάριο 2015 τεχνική γνωμάτευση "Περί καθορισμού αιγιαλού στην περιοχή όρμος ...

ΔΕ ..., Δήμου …", που συντάχθηκε από τους καθηγητές του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών Γ. Σ. και Γ. Μ., αποδεικνύεται ότι ουδέποτε υπήρξε παλαιός αιγιαλός στην περιοχή, καθώς :Το έδαφος της περιοχής σε απόσταση μέχρι περίπου 50 μέτρων από τη θάλασσα έχει επιφανειακά σύσταση αμμώδη, αλλά το υπέδαφος του είναι άργιλος.

Η ύπαρξη αργίλου στην περιοχή οφείλεται όχι σε διεργασία θαλάσσιου παράγοντα, αλλά σε χερσαίους παράγοντες και δη στην αποσάθρωση χερσαίων πετρωμάτων από την επίδραση ατμοσφαιρικών παραγόντων, από την επίδραση του φυτικού βασιλείου κλ.π. Η επίσης ευρισκόμενη στην περιοχή άμμο έχει και αυτή χερσαία προέλευση, καθώς η ορυκτολογική σύνθεση της άμμου αυτής είναι όμοια με την ορυκτολογική σύνθεση των πετρωμάτων των βουνών, πέριξ του όρμου.

Στην περιοχή υπάρχουν σαφώς πεπαλαιωμένα και πετρωμένα υπολείμματα πλινθοκαμίνου, στην οποία λάμβανε χώρα κατασκευή και ψήσιμο οπτόπλινθων από την άργιλο της περιοχής,όπως τούτο προκύπτει και από τις καταθέσεις των Α. Τ. και Σ. Β., που περιέχοντας αντίστοιχα, στο ομώνυμο έγγραφο με αριθμό 102/4-6-1996 της Ειρηνοδίκη Μύρινας, οι οποίες δεν αποτελούν ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα αλλά είναι απλά έγγραφα που συνεκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων καθώς δεν έχουν ληφθεί για να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικά μέσα στη συγκεκριμένη δίκη Η πεδιάδα στην περιοχή είναι μία φυσική ομβροδόχος λεκάνη, που περιβάλλεται γύρωθεν με βουνά και υψώματα και συγκεντρώνει όλα τα νερά της βροχής που καταρρέουν σε αυτήν, είτε από τα ποτάμια, είτε από τη φυσική επιφανειακή ροή.

Και τα ποτάμια και η ελεύθερη ροή είναι μεταφορείς φερτών υλικών, αργίλου, ιλύος, άμμου κ.α. Αυτοί οι μεταφορείς έφεραν και διέστρωσαν την άμμο των πετρωμάτων του όρμου και οι ίδιοι μεταφορείς έφεραν και την άργιλο. Αν στην περιοχή συγκεντρώνονται νερά αυτά δεν είναι της θάλασσας αλλά είναι νερά βροχής που τρέχουν από τη στεριά προς τη θάλασσα .Όλα τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται και από το γεγονός ότι σε δείγματα εδαφικών υλικών της περιοχής, που ελήφθησαν από τη Διεύθυνση Τεχνικών Έργων ΠΕ Λέσβου, ευρέθησαν μικρά τεμάχια ανθρωπογενούς δραστηριότητας, υπήρξε δε ακόμη και ανίχνευση οργανικής ξυλώδους βλάστησης, ως προϊόν καλλιεργειών, ενώ δεν ανευρέθησαν υλικά παράκτιων αποθέσεων ή σηπόμενες αζωτούχες αποθέσεις φυκών και υπολείμματα οστράκων...

Εάν υφίστατο αιγιαλός στην περιοχή, κατά το παρελθόν, τότε στην παράκτια περιοχή δεν θα υπήρχαν σήμερα λεπτόκοκκα κλαστικά υλικά,ιδιαίτερα άργιλοι, παρά μόνο συνήθη χονδρόκοκκα υλικά αιγιαλού,όπως κροκάλες και χαλίκια. Στην περίπτωση αυτή η ανεμπόδιστη διείσδυση του θαλάσσιου νερού θα ήταν δεδομένη και η χημική σύσταση του παράκτιου υδροφόρου ορίζοντα θα είχε επηρεαστεί σε μεγάλο βαθμό από τη θάλασσα, είτε μέσω του κυματισμού είτε μέσω της παλίρροιας, με αποτέλεσμα να παρατηρούνται τιμές ηλεκτρικής αγωγιμότητας πολύ υψηλότερες, διπλάσιες ίσως και τριπλάσιες από αυτές που διαπιστώνονται στην περιοχή αυτή.

Στη συγκεκριμένη όμως περίπτωση τούτο δεν συμβαίνει και, επομένως, πέρα των λοιπών στοιχείων που παρουσιάζονται, ο χημισμός του φρεατίου υδροφόρου, αποτελεί ένα επιπλέον στοιχείο που τεκμηριώνει τη μη ύπαρξη παλαιού αιγιαλού στην παράκτια αυτή ζώνη. Η παραπάνω δε κρίση του Δικαστηρίου ενισχύεται και από το από 21-5-2013 έγγραφο της Διεύθυνση Τεχνικών Έργων ΠΕ Λέσβου προς το Δήμο Λήμνου με θέμα διευκρινίσεις επί των εργαστηριακών αποτελεσμάτων που κοινοποιήθηκαν με το 36628/ΤΜ/16-10-2012 έγγραφο" στο οποίο μεταξύ άλλων αναφέρονται τα εξής: "Στο βάθος των ερευνητικών φρεατίων που διανοίξατε για τη λήψη δειγμάτων θα έπρεπε λόγω του ταπεινού υψομέτρου να είχαν απαντηθεί παλαιές αποθέσεις παράκτιας δράσης δηλ.

ομόκοκκα υλικά άμμων και ιλύων με έντονη παρουσία υπολειμμάτων, οστράκων, πράγμα το οποίο δεν διαπιστώθηκε στα δείγματα που εξετάστηκαν. Τα δύο δείγματα εμφανίζουν πλαστικότητα που υποδηλώνει παρουσία αργίλου στα λεπτόκκοκα κλάσματα. Άργιλος αποτελεί προϊόν αποσάθρωσης και απόθεσης χερσαίων σχηματισμών και όχι σχηματισμών παράκτιων που έχουν υποστεί πλήρη έκλυση.

Στο ένα δείγμα ευρέθησαν μικρά τεμάχια ανθρωπογενούς δραστηριότητας (κεραμικά) και στα δύο δείγματα υπήρξε ανίχνευση οργανικής βλάστησης(φυτικά) ως προϊόν καλλιεργειών. Τα ανωτέρω συνηγορούν κατά την άποψή μας ότι τα δείγματα δεν ανήκουν εν γένει σε αντιπροσωπευτικά αποθέσεων και σχηματικών θαλάσσιας

δράσης". Η ύπαρξη άλλωστε πηγαδιών στα επίδικα ακίνητα του ενάγοντα ενισχύει την κρίση του Δικαστηρίου ότι το επίδικα δεν αποτελούν παλαιό αιγιαλό .Επίσης ουδόλως αποδείχθηκε ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο νεμήθηκε τα επίδικα ακίνητα . Υπό όλα τα ανωτέρω δεδομένα αποδεκνύεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ότι τα επίδικα ακίνητα δεν είναι τμήμα παλαιού αιγιαλού .

Το γεγονός ότι τα ανωτέρω ακίνητα εσφαλμένα περιελήφθηκαν ως παλαιός αιγιαλός στο διάγραμμα που συνέταξε η αρμόδια Επιτροπή δεν αναιρεί την παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου, καθώς η ιδιότητα του αιγιαλού προκύπτει από φυσικά και μόνο φαινόμενα, δηλαδή τις μέγιστες αλλά συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων, και δεν δημιουργείται με τον καθορισμό της οριογραμμής του από την ως άνω Επιτροπή .Κατόπιν τούτων και εφόσον τα προεκτιθέμενα δεν αναιρούνται, ούτε ανατρέπονται από κάποιο άλλο αποδεικτικό μέσο, ουδόλως αποδεικνύεται ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι τα επίδικα ακίνητα του ενάγοντος αποτελούν τμήμα ''παλαιού αιγιαλού", ούτε αποδείχθηκε ότι περιήλθε με άλλο νόμιμο τρόπο η κυριότητά τους στο Ελληνικό Δημόσιο, απορριπτομένης της σχετικής παρακωλυτικής ένστασης γενέσεως του επίδικου δικαιώματος...που προέβαλε το τελευταίο.

Εφόσον, εξάλλου, αποδείχθηκε ότι στα επίδικα ακίνητα απέκτησε δικαίωμα πλήρους κυριότητας ο ενάγων τόσο με παράγωγο όσο και με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι όπως προεκτέθηκε με τακτική, αλλά και έκτακτη χρησικτησία πρέπει η αγωγή να γίνει δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, το οποίο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα και δέχθηκε ως βάσιμη κατ' ουσίαν την κρινόμενη αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου και αναγνώρισε τον ενάγοντα αποκλειστικό κυρίο των επίδικων ακινήτων, ορθώς εφήρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένων ως ουσιαστικά αβασίμων των αντίστοιχων λόγων της έφεσης του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα.

Μετά ταύτα και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης προς έρευνα, πρέπει η υπό κρίση έφεση, να απορριφθεί στο σύνολό της ως αβάσιμη>.

Με το τέταρτο σκέλος του πρώτου,το δεύτερο σκέλος του δεύτερου το τέταρτο σκέλος των τρίτου και πέμπτου λόγων αναίρεσης, το αναιρεσείον προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ 11γ ΚΠολΔ, καθόσον το Εφετείο,κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλέστηκε με τις προτάσεις και προσκόμισε ενώπιόν του, και δη ότι δεν έλαβε υπόψη του την …/2013 απόφαση της ΔΕΑΑ, την υπ' αριθ. πρωτ. … ….2.2017 εγκύκλιο της Γενικής Γραμματείας Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου Οικονομικών και τα …./…-3-2014,…/…-4-2014 και …/…-10-2014 έγγραφα της Κτηματικής Υπηρεσίας Λέσβου, από τα οποία θα αποδεικνυόταν ο ισχυρισμός του ότι τα επίδικα ακίνητα εμπίπτουν στον παλαιό αιγιαλό και ανήκουν στην κυριότητα του ως κοινόχρηστα.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι από τη ρητή σχετική βεβαίωση, που υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη οι ένορκες καταθέσεις των νομοτύπως εξετασθέντων στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, οι οποίες (καταθέσεις) .περιλαμβάνονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι, άλλα εκ των οποίων (εγγράφων) λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι μετ' επικλήσεως προκομιζόμενες από τον εφεσίβλητο ένορκες βεβαιώσεις των Α.

Τ. και Σ. Β., που δεν έχουν ληφθεί για να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικά μέσα στη συγκεκριμένη δίκη αλλά λήφθηκαν με φροντίδα του πριν από την έναρξη αυτής εξ αφορμής άλλων δικών και περιέχοντας αντίστοιχα, στο ομώνυμο έγγραφο με αριθμό 102/4-6-1996 της Ειρηνοδίκη Μύρινας, οι οποίες δεν αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο αλλά είναι απλά έγγραφα που συνεκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων,έστω και αν ελήφθησαν χωρίς προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου εκείνου που τις προσκομίζει, αλλά και οι προσκομισθείσες μετ' επικλήσεως φωτογραφίες των οποίων δεν αμφισβητείται η γνησιότητα, αλλά και από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως και δη από τις σκέψεις και παραδοχές της, που αφορούν τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, για την απόδειξη των οποίων επικαλείται τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, που διαλαμβάνονται στον κρινόμενο λόγο της αναίρεσης, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, καθορίζοντας τη βαρύτητά του ή την επιρροή του στην έκβαση της δίκης.

10. Με το δεύτερο σκέλος των τρίτου και πέμπτου λόγων αναίρεσης, το αναιρεσείον μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ 8β ΚΠοΛΔ. Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι το Εφετείο δεν απάντησε σε <πράγματα> που προέβαλε πρωτοδίκως και με λόγο έφεσης που είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη στην ένσταση ότι τα επίδικα ακίνητα αποτελούν παλαιό αιγιαλό που ανήκει στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου και ότι ως παλαιός αιγιαλός είναι δημόσιο κτήμα και δεν υπόκειται σε χρησικτησία μετά την 11-9•1915, μη εφαρμοζομένης της διάταξης του άρθρου 1045 ΑΚ. Ειδικότερα,το αναιρεσείον υποστήριξε ότι ο παλαιός αυτός αιγιαλός που περιγράφεται στις από 28-11-1985 και 29-12-1994 εκθέσεις των Επιτροπών Αιγιαλού εμπίπτει στα ΑΒΚ … και ΑΒΚ … δημόσια κτήματα έκτασης 48202,57 τμ και 80440 τμ, αντίστοιχα,που έχουν μεταγραφεί στο Υποθηκοφυλακείο Λήμνου.

Από τις προπαρατεθείσες παραδοχές προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι τα επίδικα ακίνητα ουδέποτε ήταν παλαιός αιγιαλός και, συνακόλουθα, δημόσια κτήματα, και ότι ως εκ τούτου, δεν απαιτείται για να αποκτηθεί επ' αυτών κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία,να συντρέχουν οι προϋποθέσεις των διατάξεων του ΒΡ δικαίου μέχρι τις 11-9-1915, απορρίπτοντας τους σχετικούς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος. Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, γιατί το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το προβαλλόμενα από το αναιρεσείον <πράγματα> που είχαν ουσιώδη επίδραση στη δίκη και τα απέρριψε.

11. Κατά το άρθρο 559 αρ.10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, δηλαδή χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν δεν εκθέτει στην απόφασή του από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι` αυτά.

Ο λόγος, όμως, αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το δικαστήριο κατέληξε στην κρίση του για την ουσία της υπόθεσης με βάση τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται σε αυτή (ΑΠ 76/2013). Εξάλλου, ως "πράγματα", κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση και όχι οι ισχυρισμοί που συνιστούν άρνηση της αγωγής ή της ένστασης, ούτε εκείνοι που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 247/2012).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιο "πράγμα", υπό την προαναφερθείσα έννοια, λήφθηκε υπόψη χωρίς απόδειξη και ποια η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό(ΑΠ 138/2010). Ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση, καταλήξει σε, έστω και εσφαλμένη, για τα "πράγματα", κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 677/2015).

Με το τρίτο σκέλος των πρώτου, τρίτου και πέμπτου λόγων αναίρεσης το αναιρεσείον μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για την πλημμέλεια του άρθρου 559αρ 10ΚΠοΛΔ,υποστηρίζοντας ότι το Εφετείο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη χωρίς απόδειξη ως αληθινά και δη ότι τα επίδικα ακίνητα δεν αποτελούν παλαιό αιγιαλό ,εξαιτίας του μη θαλάσσιου χαρακτήρα της σύστασης και της μορφολογίας του εδάφους και υπεδάφους τους, της κατεύθυνσης των ανέμων κλπ,χωρίς οι ληφθείσες υπόψη αποδείξεις να έχουν τα εχέγγυα επαρκούς επιστημονικής τεκμηρίωσης που ήταν στην προκείμενη περίπτωση απαραίτητη, ενόψει των προφανών τεχνικών λεπτομερειών.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, γιατί όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο την επί της ουσίας κρίση του και δη ότι <από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι τα επίδικα ακίνητα, ευρισκόμενα στις θέσεις ... και ..., οι οποίες γειτνιάζουν,καθώς αποτελούν η μια συνέχεια της άλλης αποτέλεσαν τμήμα της ζώνης της ξηράς που προέκυψε από την μετακίνηση της ακτογραμμής προς τη θάλασσα οφειλόμενη σε φυσικές προσχώσεις ή τεχνικά έργα διότι τα ακίνητα ουδέποτε αποτέλεσαν τμήμα αιγιαλού ...> καθώς και ότι <...κατά την κρίση του Δικαστηρίου τα επίδικα δεν είναι τμήμα παλαιού αιγιαλού ...>σχημάτισε (όχι χωρίς απόδειξη αλλά) με βάση τα λεπτομερώς αναφερόμενα εκεί αποδεικτικά μέσα και, δη, τις ένορκες καταθέσεις των νομοτύπως εξετασθέντων στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, οι οποίες (καταθέσεις) περιλαμβάνονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι, άλλα εκ των οποίων (εγγράφων) λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων,μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι μετ'επικλήσεως προκομιζόμενες από τον εφεσίβλητο ένορκες βεβαιώσεις των Α.

Τ. και Σ. Β., που δεν έχουν ληφθεί για να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικά μέσα στη συγκεκριμένη δίκη αλλά λήφθηκαν με φροντίδα του πριν από την έναρξη αυτής εξ αφορμής άλλων δικών και περιέχονται αντίστοιχα, στο ομώνυμο έγγραφο με αριθμό 102/4 0-1996 της Ειρηνοδίκη Μύρινας, οι οποίες δεν αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο αλλά είναι απλά έγγραφα που συνεκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, έστω και αν ελήφθησαν χωρίς προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου εκείνου που τις προσκομίζει,,αλλά και τις προσκομισθείσες μετ' επικλήσεως φωτογραφίες των οποίων δεν αμφισβητείται η γνησιότητα .

12. Περαιτέρω, κατ` αριθ. 13 του άρθρου 559 ΚΠοΛΔ θεμελιώνεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφήρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος αποδείξεως, όπως αυτό ορίζεται από την διάταξη του αρθρ. 338 § 1 KΠολΔ, σύμφωνα με την οποία (διάταξη) κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του.

Το βάρος αποδείξεως διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο με παρεμπίπτουσα περί αποδείξεως απόφασης θα επιβάλλει την ευθύνη προσκομιδής των αποδεικτικών μέσων, προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό, απόδειξης των θεμελιωτικών της αξιώσεώς του πραγματικών γεγονότων.

Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού ... αποδείξεως έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής αποφάσεως. Το αντικειμενικό βάρος προσδιορίζει τον διάδικο που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή, ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επέλευσης της επίδικης έννομης συνέπειας.

Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού ... αποδείξεως, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς την συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, στοιχειοθετεί τον παρόντα λόγο αναιρέσεως. Ειδικότερα, εσφαλμένη επιβολή του αντικειμενικού ...

υπάρχει, όταν το δικαστήριο από τις προσαχθείσες αποδείξεις δεν σχηματίζει την δικανική πεποίθηση που απαιτεί ο νόμος για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, δηλαδή αμφιβάλλει για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, που κατά νόμο θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής, ενστάσεως κ.ο.κ. και που οφείλει να αποδείξει οι υποβαλών το αίτημα διάδικος οπότε, το δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει το σχετικό αίτημα, αλλιώς υποπίπτει στη νομική πλημμέλεια της πιο πάνω διάταξης .Εξάλλου,επί διεκδικητικής ή αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας ακινήτου που στηρίζεται (και) σε πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας με χρησικτησία, ο ισχυρισμός του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου ότι το επίδικο εξαιρείται της χρησικτησίας, είτε ως κοινόχρηστο,είτε για κάποιο άλλο νομικό λόγο,συνιστά καταχρηστική ένσταση και τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ιστορική της βάση πρέπει να επικαλεστεί και ν 'αποδείξει το ενιστάμενο εναγόμενο .Για το λόγο αυτό οι συνέπειες της αμφιβολίας του δικαστηρίου περί της βασιμότητας του ισχυρισμού αυτού τις φέρει το Ελληνικό Δημόσιο και όχι ο ενάγων (ΑΠ 847/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση για την αναιρετική πλημμέλεια του αριθ 13 του άρθρου 559 ΚΠοΛΔ, διότι έσφαλε ως προς την επιβολή του (αντικειμενικού) ... της απόδειξης, αναφορικά με τον ισχυρισμό του περί της ιδιότητας των επιδίκων ως τμήματος παλαιού αιγιαλού και ως δημόσιων κτημάτων.

Ο λόγος αυτός του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος, αφού με το να δεχθεί το Εφετείο ότι ο ισχυρισμός περί κυριότητας επί των επιδίκων του αναιρεσείοντος ως δημοσίων κτημάτων και δη ως παλαιού αιγιαλού, συνιστά ένσταση την οποία το αναιρεσείον δεν απέδειξε, με αποτέλεσμα να την απορρίψει και στη συνέχεια,να κρίνει ως ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη αγωγή, ορθά κατένειμε το αντικειμενικό βάρος απόδειξης του ισχυρισμού αυτού, αφού σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην μείζονα σκέψη, ο πιο πάνω ισχυρισμός συνιστά ένσταση,και επομένως τις συνέπειες του μη σχηματισμού πλήρους δικανικής πεποίθησης του επικαλούμενου γεγονότος,ότι το επίδικο ακίνητο ως παλαιός αιγιαλός, δεν ήταν δεκτικό χρησικτησίας και ανήκε ως δημόσιο κτήμα στο ενιστάμενο Ελληνικό Δημόσιο, τις έφερε το τελευταίο και όχι ο ενάγων αναιρεσίβλητος.

13. Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο "αποδεικτικού", κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. του ίδιου Κώδικα, εγγράφου. Δεν αποτελούν έγγραφα, κατά την έννοια της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, εκείνα στα οποία αποτυπώνονται άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι οι γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων, οι εισηγητικές εκθέσεις και οι εκθέσεις αυτοψίας ή τα πρακτικά και οι αποφάσεις που περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων (ΑΠ 5/2011) Παραμόρφωση δε εγγράφου συμβαίνει, όταν, από εσφαλμένη ανάγνωση αυτού ή από παράλειψη ανάγνωσης κρίσιμου μέρους του, το δικαστήριο δέχτηκε, ότι περιέχει περιστατικά, με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει.

Αντίθετα, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας συνάγει από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, καθόσον πρόκειται, τότε, για παράπονο ως προς την εκτίμηση γεγονότων, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου.

Πάντως, για να θεμελιωθεί ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, θα πρέπει, επιπλέον, το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμόρφωσε, όχι δε,και όταν έχει συνεκτιμήσει απλώς το έγγραφο αυτό, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να το εξαίρει, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008).

Ο λόγος αυτός είναι αόριστος, αν δεν παρατίθεται, κατά λέξη, στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου και το περιεχόμενο που δέχθηκε το δικαστήριο, ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, καθώς και το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας εξαιτίας της παραμόρφωσης, σε σχέση με τη συνδρομή ή μη ορισμένων πραγματικών γεγονότων (ΑΠ 233/2020) Με τους τρίτο και πέμπτο, κατά το έκτο σκέλος τους,λόγους αναίρεσης προβάλλεται από το αναιρεσείον η, από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠοΛΔ, αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραμόρφωσε το περιεχόμενο των νομίμως μετ' επικλήσεως προσκομισθέντων εγγράφων (προς απόδειξη του ότι τα επίδικα αποτελούν παλαιό αιγιαλό) και δη τις από 28-11-1985 και 29-12-1994 εκθέσεις Επιτροπών αιγιαλού που αφορούν 2 όμορα παραλιακά μέτωπα της ίδιας κτηματικής περιφέρειας, καθώς και τα με αριθ πρωτ …/….-3-2014,…/…-4-2014 και …/….10.2014 έγγραφα της Κτηματικής Υπηρεσίας Λέσβου.

Οι λόγοι είναι απαράδεκτοι γιατί, όσον αφορά τις εκθέσεις των Επιτροπών αιγιαλού, αυτές δεν συνιστούν έγγραφα κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ 20 ΚΠοΛΔ σε συνδυασμό με τα άρθρα 339 και 432 ΚΠοΛΔ,αλλά εκθέσεις αυτοψίας όσον αφορά δε τα έγγραφα της Κτηματικής Υπηρεσίας Λέσβου είναι αόριστοι διότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ολόκληρο το περιεχομένό τους που φέρεται ότι παραμορφώθηκε

14. Κατά το άρθρ. 559 αρ. 4 KΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, όπως καθορίζεται στο άρθρο 1KΠολΔ, το οποίο ορίζει ότι στην δικαιοδοσία πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν: α) οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, β) οι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας και, γ) οι υποθέσεις δημοσίου δικαίου, που ο νόμος υπήγαγε σ` αυτά. Κατά δε το άρθρο 2 του ίδιου κώδικα, κάθε επέμβαση των πολιτικών δικαστηρίων σε διοικητικές διαφορές, που υπάγονται στα διοικητικά δικαστήρια ή αρχές απαγορεύεται. Επιτρέπεται μόνον η εξέταση των ζητημάτων, που προκύπτουν παρεμπιπτόντως. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι υπέρβαση δικαιοδοσίας υπάρχει και, επομένως, ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αρ. 4ΚΠοΛΔαναιρετικός λόγος, όταν η υπόθεση, που κρίθηκε από το δικαστήριο, δεν υπάγεται σε καμία από τις παραπάνω αναφερόμενες περιπτώσεις του άρθρου 1 ΚΠοΔ, καθώς και όταν το δικαστήριο δεν είχε διεθνή δικαιοδοσία, κατά το άρθρο 3 ΚΠοΛΔ.

Στην προκείμενη περίπτωση, με το πρώτο σκέλος του πέμπτου λόγου αναίρεσης το αναιρεσείον υποστηρίζει ότι το Εφετείο υπερέβη την δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (αρθ 559 αρ 4 ΚΠοΛΔ),καθόσον με την κρίση του ότι τα επίδικα ακίνητα δεν συνιστούν παλαιό αιγιαλό ακύρωσε έμμεσα τις διοικητικές πράξεις της Επιτροπής αιγιαλού,παραλίας και παλαιού αιγιαλού από τις οποίες προέκυψαν τα δημόσια κτήματα ΑΒΚ … έκτασης 48202,57 τμ και ΑΒΚ … έκτασης 80440 τμ,ενώ δεν μπορούσε να ελέγξει την ουσιαστική κρίση της επιτροπής ως προς την ύπαρξη ή μη των πραγματικών προυποθέσεων για την κήρυξή τους ως παλαιού αιγιαλού, καθόσον αρμόδια, γι' αυτό ως διοικητικής φύσεως θέμα, είναι η διοίκηση και σε περίπτωση αμφισβήτησης το ΣτΕ, η δε δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων εξαντλείται στην επίλυση των αμφισβητήσεων ως προς την ύπαρξη ιδιωτικών δικαιωμάτων και δεν εκτείνεται στη διάγνωση της ορθότητας του χαρακτηρισμού για την οποία μόνος αρμόδιος έχει καταστεί ο ακυρωτικός δικαστής .

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην πιο πάνω, υπ'αριθ 4 μείζονα σκέψη της παρούσας, ο καθορισμός μιας έκτασης ως αιγιαλού ή παλαιού αιγιαλού ανήκει στην εκτίμηση όχι της διοίκησης, αλλά του τακτικού δικαστηρίου, το οποίο δεν δεσμεύεται από την έκθεση και το διάγραμμα της επιτροπής καθορισμού του αιγιαλού ή του παλαιού αιγιαλού, τα οποία και εκτιμά ως δικαστικά τεκμήρια. Κι' αυτό, διότι εάν ο καθορισμός αυτός γινόταν αποκλειστικά με την απόφαση της διοικητικής επιτροπής των άρθ 2, 3, του αν 2344/2940 και με τη σύνταξη των εκεί αναφερομένων διαγραμμάτων, ο κύριος του εδάφους που από πλάνη της διοίκησης περιλήφθηκε στα όρια του αιγιαλού ή του παλαιού αγιγιαλού θα έχανε την ιδιοκτησία του με απλή πράξη της διοίκησης, κατά παράβαση των προστατευτικών αυτής συνταγματικών ορισμών. Επομένως,το Εφετείο που έκρινε ότι τα επίδικα ακίνητα δεν αποτελούν παλαιό αιγιαλό, με βάση τις παραπάνω παραδοχές που διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δεν υπερέβη την δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων και δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη με το λόγο αναίρεσης πλημμέλεια του αρθ 559 αρ 4 ΚΠοΛΔ.. Κατόπιν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αναίρεση και να καταδικαστεί το αναιρεσείον δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, λόγω της ήττας του (αρθ. 176, 183, 191παρ 2 ΚΠοΛΔ) μειωμένα κατά το άρθρου 22 παρ 1 ν. 3693/1957.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-3-2019 αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου κατά της 11/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου που ορίζει σε τριακόσια (300)ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Απριλίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ταύτης καθώς και των λοιπών μελών της σύνθεσης αποχωρησάντων από την υπηρεσία, η αρχαιότερη της σύνθεσης Αρεοπαγίτης