Legislator Case Law & Legislation
2062/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against bank liability ruling, citing lack of legal interest to overturn final judgment.

Case Number 2062/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn a single-instance court judgment that rejected a lawsuit against a bank. The lower court had previously accepted the claim for damages based on tort liability but later rejected it as unlawful, ruling that bank liability is strictly contractual. The court held that the appellant lacked legal interest to appeal solely on the erroneous reasoning because the final decision was legally correct and binding.

Legislator headnote

AI generated

Articles 298, 299, 330(b), 914 of the Civil Code; Article 578 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the appellant lacks legal interest to prevent a final judgment, even if the reasoning was erroneous, provided the operative part remains correct.

Keywords

AI generated
legal interest requirement tort liability bank contractual liability appeal admissibility res judicata principle civil procedure code damages claim rejection

Cited Legislation

AI generated
Articles 298, 299, 330(b), 914 of the Civil Code
Article 578 of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2062 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2062/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Μαρί Δεργαζαριάν - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Η. Ζ. του Ν., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Κληρονόμο. Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", η οποία εδρεύει στην ……και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Ανδρουτσόπουλο, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι παρίσταται η καθολική διάδοχος "...", κατόπιν διάσπασης της τελευταίας με απόσχιση του κλάδου της τραπεζικής δραστηριότητας και εισφοράς του στη νεοσυσταθείσα εταιρεία - πιστωτικό ίδρυμα

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ... αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ... του ίδιου Δικαστηρίου και 189/2018 του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από ... αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β, 914 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.

Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως (ΑΠ 759/2019). Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.

Η παράλειψη ως όρος της αδικοπραξίας συντρέχει, όταν υπήρχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή της καλής πίστεως, όπως αυτή διαμορφώνεται κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ (ΑΠ 1350/2018, ΑΠ 118/2006, ΑΠ 831/2005).

Στην έννοια δε της κατά το άρθρο 914 ΑΚ υπαιτιότητας περιλαμβάνεται ο δόλος και η αμέλεια του παρανόμως πράξαντος ή παραλείψαντος. Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, υπάρχει, κατά την έννοια του άρθρου 330 ΑΚ, όταν, εξαιτίας της παράλειψης του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια, που αν κατέβαλλε -με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητάς του- θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός (δράστης), είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επελεύσεώς του, ήλπιζε, όμως, ότι θα το αποφύγει.

Εξάλλου, βαριά αμέλεια, μπορεί να θεωρηθεί ότι υφίσταται, όταν η παρέκκλιση από τη συμπεριφορά του μέσου επιμελούς ανθρώπου είναι σημαντική, ασυνήθης, ιδιαιτέρως μεγάλη και φανερώνει πλήρη αδιαφορία του δράστη για τα παράνομα σε βάρος τρίτων αποτελέσματα της (ΑΠ 1/2019 ΑΠ 325/2018, ΑΠ 345/2017, ΑΠ 1312/2018, ΑΠ 780/2014, ΑΠ 1668/2013).

Συνεπώς, παράνομη είναι και η "αντισυναλλακτική" συμπεριφορά, ακριβώς επειδή ενέχει αμέλεια, επειδή δηλαδή αποκλίνει από την συμπεριφορά, την οποία ένας μέσος συνετός άνθρωπος, που ανήκει στον ίδιο κύκλο με τον δράστη, όφειλε να επιδείξει. Στην περίπτωση αυτή, η συμπεριφορά αντιμετωπίζεται ως μορφή υπαιτιότητας.

Το ότι ο δράστης όφειλε να προβλέψει και να αποφύγει την προσβολή ενός αγαθού σημαίνει ότι η συμπεριφορά του είναι παράνομη. Το ότι μπορούσε να προβλέψει και να αποφύγει την προσβολή, σύμφωνα με τα μέτρα ενός συνετού ανθρώπου, σημαίνει ότι η συμπεριφορά του δικαιολογεί την προσωπική μομφή (τον ψυχικό σύνδεσμο του δράστη με την αδικοπραξία), ότι υπάρχει υπαιτιότητα.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η ίδια πράξη, δηλαδή η αμελής αντισυναλλακτική συμπεριφορά, συνιστά και την παράνομη και την υπαίτια συμπεριφορά (ΑΠ 325/2018). Εξάλλου, η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 ΠΚ που ορίζει, ότι με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά τον νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξης.

Επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το "αποδέχεται". Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε, αντικειμενικά, να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων και, χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, το συγκεκριμένο επιζήμιο αποτέλεσμα (ΟλΑΠ 18/2004).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 334 παρ. 1 ΑΚ, ο οφειλέτης ευθύνεται για το πταίσμα των προσώπων που χρησιμοποιεί για την εκπλήρωση της παροχής του, όπως για δικό του πταίσμα. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 300, 914, 922 ΑΚ, προκύπτει ότι ο οφειλέτης, κύριος ή προστήσας άλλον σε υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον όχι μόνον κατά την εκτέλεση της ανατεθείσης σ` αυτόν υπηρεσίας, αλλά και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του.

Συνεπώς, στοιχεία της σχετικής αγωγής προς καταβολή αποζημίωσης ή (και) χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, προκειμένου αυτή να είναι, κατά το άρθρ. 216 § 1 ΚΠολΔ, ορισμένη, είναι η ύπαρξη παράνομης συμπεριφοράς, οφειλόμενης σε υπαιτιότητα του δράστη, δηλαδή, η πρόκληση ζημίας ή, αναλόγως, ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας ή της ηθικής βλάβης και της ψυχικής οδύνης που προκλήθηκαν.

Όσον αφορά στην υπαιτιότητα, ο ενάγων πρέπει να επικαλεσθεί υπαίτια συμπεριφορά με τον χαρακτηρισμό είτε του δόλου είτε της αμέλειας, το δε δικαστήριο προβαίνει στον ειδικότερο προσδιορισμό της υπαιτιότητας στην συγκεκριμένη περίπτωση από την εκτίμηση των αποδείξεων, χωρίς να επέρχεται μεταβολή της βάσεως της αγωγής (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 967/1973, ΑΠ 123/2019, ΑΠ 59/2019).

Περαιτέρω, μέσο έμμεσης αναγκαστικής εκτέλεσης για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων και, συγχρόνως, είδος κατασχέσεως αποτελεί και η διαδικασία αναγκαστικής κατάσχεσης στα χέρια τρίτου, η οποία ρυθμίζεται νομοθετικά στα άρθρα 982-991Α του ΚΠολΔ. Η κατάσχεση στα χέρια τρίτου επιβάλλεται από τον δανειστή, ο οποίος, ενώ έχει απαίτηση κατά του οφειλέτη του, δεν στρέφεται εναντίον του, αλλά εναντίον τρίτου, κατά του οποίου ο οφειλέτης του κατασχόντος έχει χρηματική απαίτηση.

Το κύριο χαρακτηριστικό του συγκεκριμένου είδους εκτελέσεως είναι η εκχώρηση της απαιτήσεως στο δανειστή. Ειδικότερα, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 985 και 986 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι ο τρίτος, εις χείρας του οποίου επιβλήθηκε η κατάσχεση, οφείλει, μέσα σε προθεσμία οκτώ (8) ημερών, αφότου επιδόθηκε σ' αυτόν το κατασχετήριο έγγραφο, να δηλώσει, αρμοδίως, αν υπάρχει η απαίτηση που κατασχέθηκε, αν έχει στα χέρια του το κατασχεμένο πράγμα και αν επιβλήθηκε στα χέρια του άλλη κατάσχεση.

Στην περίπτωση που ο τρίτος με την, κατά το άρθρο 985 § 1 του ΚΠολΔ, δήλωσή του αποδεχθεί την ύπαρξη της απαίτησης, όπως προσδιορίζεται στο κατασχετήριο έγγραφο, η δήλωσή του αυτή είναι καταφατική και πρέπει να αναφέρεται σ' αυτή η δικαιογόνος σχέση, οι τυχόν ενστάσεις του τρίτου ή η ανταπαίτηση που έχει κατά του καθού η εκτέλεση και να παρέχεται η διαβεβαίωση ότι θα παρακρατήσει ό,τι τυχόν θα προκύψει στο μέλλον υπέρ του καθού η κατάσχεση από τη μνημονευόμενη στο κατασχετήριο βασική έννομη σχέση (Ολ.

ΑΠ 3/1993, ΑΠ 1297/2011, ΑΠ 688/2010, ΑΠ 1540/2000). Επίσης, η ως άνω δήλωση του τρίτου πρέπει να είναι ακριβής (ειλικρινής). Σε περίπτωση που αρνηθεί την ύπαρξή της, η δήλωση αυτή είναι αρνητική, ενώ, εάν εφησυχάσει και παρέλθει η υπό του ως άνω άρθρου προθεσμία, ο νόμος θεωρεί, κατά νομικό πλάσμα, την παράλειψη ως αρνητική δήλωση.

Αν η κατάσχεση χρηματικής απαιτήσεως γίνει εις χείρας τρίτου και ο τρίτος προβεί σε καταφατική δήλωση προβλέπεται διαδικασία εξοφλήσεως του κατασχόντος είτε απευθείας από τον τρίτο είτε με διανομή του ποσού μέσω συμβολαιογράφου (988 παρ. 1 ΚΠολΔ). Ο δε οφειλέτης δύναται, σύμφωνα με το άρθρο 934 παρ.1 β ΚΠολΔ, να ασκήσει ανακοπή προβάλλοντας λόγους που αφορούν στο έγκυρο της κατασχέσεως ή την απαίτηση.

Το απώτερο χρονικό σημείο ασκήσεως της ανακοπής από τον οφειλέτη για τους ανωτέρω λόγους πρέπει να συνδεθεί με την εκπνοή της προβλεπομένης από το άρθρο 988 παρ. 1α ΚΠολΔ. προθεσμίας, οπότε συντελείται η αναγκαστική εκχώρηση της απαιτήσεως του οφειλέτη προς τον κατασχόντα και ο τελευταίος αποκτά τον κατ' άρθρο 989 εκτελεστό τίτλο εις βάρος του τρίτου.

Η κήρυξη της ακυρότητας της κατάσχεσης έχει ως συνέπεια να θεωρείται ότι η διαδικαστική πράξη της θετικής δήλωσης του τρίτου δεν έγινε (ΑΠ 613/2022, ΑΠ 955/2019). Ο τρίτος, όμως, δικαιούται να προσβάλλει την κατάσχεση μόνον αν το κατασχετήριο δεν περιέχει τα κατά το άρθρο 983 Κ.Πολ.Δ. στοιχεία ή δεν κοινοποιήθηκε στον καθ' ου.

Επομένως, ο τρίτος δεν δύναται να προσβάλει την κατάσχεση για άλλους λόγους και μάλιστα για ουσιαστική ακυρότητα αυτής, εκτός αν ο νόμος χορηγεί τέτοιο δικαίωμα και στον τρίτο ή η ακυρότητα τέθηκε και προς το συμφέρον του ή και το συμφέρον αυτού ή τέθηκε χάριν του δημοσίου συμφέροντος, όπως η ακυρότητα της επίδοσης προς τον τρίτο του κατασχετηρίου (ΑΠ 884/2010).

Συνεπώς, αποκλείεται η προσβολή της κατασχέσεως για ουσιαστικούς λόγους, αναφερόμενους σε ελαττώματα της απαιτήσεως του κατασχόντος και στον εκτελεστό τίτλο. Από την επίδοση σ' αυτόν του κατασχετηρίου εγγράφου του άρθρου 983, ο τρίτος καθίσταται μεσεγγυούχος και, κατά το άρθρο 984 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., έστω και αν αυτό δεν επιδόθηκε ακόμα σε εκείνον κατά του οποίου έγινε η κατάσχεση, απαγορεύεται και δεν παράγει έννομες συνέπειες για τον κατασχόντα η εξόφληση από τον τρίτο της κατεσχημένης απαίτησης ή ο συμψηφισμός της με μεταγενέστερη απαίτηση, καθώς και η απόδοση σε εκείνον κατά του οποίου έγινε η κατάσχεση ή η διάθεση σε τρίτους του κατασχεμένου.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 985 παρ. 3 του ΚΠολΔ, σε περίπτωση παραλείψεως εκ μέρους του τρίτου, στα χέρια του οποίου έγινε κατάσχεση, να δηλώσει, αν υπάρχει η απαίτηση που κατασχέθηκε, αν έχει στα χέρια του το κατασχεμένο πράγμα και αν επιβλήθηκε στα χέρια του άλλη κατάσχεση ή, σε περίπτωση υποβολής ανακριβούς δηλώσεως, ο τρίτος ευθύνεται σε αποζημίωση αυτού, που επέβαλε την κατάσχεση.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, οι προϋποθέσεις της αποζημιώσεως συμπίπτουν επί παραλείψεως και επί υποβολής ανακριβούς δηλώσεως, ευθύνεται δε και νομιμοποιείται παθητικώς στη σχετική αγωγή του κατασχόντος δανειστή για την καταβολή της ως άνω αποζημίωσης, μόνον, ο υπόχρεος υποβολής της αντίστοιχης δήλωσης τρίτος, στα χέρια του οποίου έγινε η κατάσχεση, προϋποθέσεις δε της ανωτέρω ευθύνης του τρίτου είναι το ζημιογόνο γεγονός της παραλείψεως της δηλώσεως ή της ανακρίβειας της δηλώσεως, που υποβλήθηκε, η ζημία του κατασχόντος και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του ζημιογόνου αυτού γεγονότος και της ζημίας (ΑΠ 279/2020, ΑΠ 1456/1999).

Ειδικότερα, η έκταση και το περιεχόμενο της αποζημίωσης, καθώς και η αιτιώδης συνάφεια θα κριθούν κατά το ουσιαστικό δίκαιο, περιλαμβάνει δε η αποζημίωση αυτή κάθε ζημία, που είναι απότοκος της συμπεριφοράς του τρίτου και, συνεπώς, μπορεί ο κατασχών να αναζητήσει ολόκληρη την απαίτησή του, προς ικανοποίηση της οποίας επιβλήθηκε η κατάσχεση, όταν επικαλείται και αποδεικνύει ότι η μη είσπραξη της οφειλής αυτής οφείλεται στη συμπεριφορά του τρίτου και να υποχρεωθεί ο τρίτος σε αποζημίωση, εάν απέκρυψε ή παρέλειψε ορισμένα περιστατικά και από την απόκρυψη αυτή ή παράλειψη αυτή ως αιτίου ζημιώθηκε ο κατασχών.

Περαιτέρω, η κατάσχεση στα χέρια της τράπεζας ως τρίτης έχει ρυθμιστεί, ειδικότερα, με τα άρθρα 87-94 του ν.δ. της 17ης Ιουλίου/13 Αυγούστου 1923 "Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", του οποίου η ισχύς διατηρήθηκε με το άρθρο 52 αρ. 3 ΕισΝΚΠολΔ, οι οποίες θα εφαρμοσθούν εν προκειμένω ως ισχύουσες κατά τον χρόνο διενέργειας της διαδικαστικής πράξης κατάσχεσης στα χέρια τρίτου (ήδη καταργήθηκαν με την παρ. 1γ του άρθρου 119 του Ν. 4842/2021).

Συμπληρωματικά, εφαρμόζονται οι γενικές ρυθμίσεις των άρθρων 982 επ. που ισχύουν άμεσα, όπου υπάρχουν κενά, σύμφωνα με τα άρθρα 42 παρ. 3 και 53 παρ. 2 του πιο πάνω νομοθετικού διατάγματος. Όταν υποβάλλεται καταφατική δήλωση η τράπεζα αποκτά, δυνάμει του άρθρου 87 παρ. 1 του πιο πάνω νομοθετικού διατάγματος, το δικαίωμα είτε να παρακαταθέσει τα κατασχεθέντα, απαλλασσόμενη έτσι από κάθε ευθύνη τόσον έναντι του κατασχόντος όσον και έναντι του δικαιούχου είτε να ζητήσει από τον πρόεδρο πρωτοδικών την άρση της κατασχέσεως, με ή και χωρίς εγγύηση.

Η ανάληψη από τον κατασχόντα του ποσού που κατασχέθηκε γίνεται, κατά το άρθρο 88 του ίδιου νομοθετικού διατάγματος, με άδεια του προέδρου πρωτοδικών. Οι διατάξεις των άρθρων 87 και 88 του πιο πάνω διατάγματος έχουν διατηρηθεί σε ισχύ (κατά τον χρόνο διενέργειας της ως άνω πράξης εκτέλεσης) και δεν καταργήθηκαν με την εισαγωγή του ΚΠολΔ, παρότι είναι νεότερο νομοθέτημα, γιατί οι γενικές διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας δεν μπορούν να καταργήσουν τις ειδικές του ανωτέρω νομοθετικού διατάγματος.

Από όλα τα παραπάνω σαφώς συνάγεται ότι η δέσμευση από πιστωτικό ίδρυμα, σε περίπτωση κατάσχεσης στα χέρια αυτού ως τρίτου, του τραπεζικού λογαριασμού του καθού η εκτέλεση μέχρι να γνωστοποιηθεί στην τράπεζα δικαστική απόφαση περί ακύρωσης της επιβληθείσας σε βάρος του κατάσχεσης, δεν συνιστά παράνομη πράξη, ακόμη και αν η κατάσχεση αυτή ακύρως επιβλήθηκε λόγω μη ύπαρξης ευθύνης του καθού με βάση τον εκτελούμενο τίτλο, αφού, όπως αναφέρθηκε, αποκλείεται η προσβολή της κατασχέσεως από τον τρίτο για ουσιαστικούς λόγους, αναφερόμενους σε ελαττώματα της απαιτήσεως του κατασχόντος και στον εκτελεστό τίτλο, ενώ μόνη η ακύρωση του εκτελεστού τίτλου δεν επιφέρει αυτοδίκαιη ακύρωση και της επιβληθείσας στα χέρια του τρίτου κατάσχεσης, για την οποία απαιτείται η έκδοση δικαστικής απόφασης που να κηρύσσει την ακυρότητα αυτής.

Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται και όταν το δικαστήριο του ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αν εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή, με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.

Η παραβίαση δηλαδή από τη διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (ΟλΑΠ 1/2020, ΟλΑΠ 4/2018, ΟλΑΠ 6/2017, ΑΠ 613/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, με την ένδικη αγωγή του, την οποία, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της (άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ), άσκησε κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον δ.τ. "...", ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." (Διασπώμενη), κατόπιν διάσπασης της τελευταίας με απόσχιση του κλάδου της τραπεζικής δραστηριότητας και εισφοράς του στη νεοσυσταθείσα εταιρεία - πιστωτικό ίδρυμα, καθώς και κατά άλλων φυσικών και νομικών προσώπων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, εξέθεσε τα εξής:

Ότι η ναυτική εταιρεία με την επωνυμία "..." εξέδωσε σε βάρος μόνο της ναυτικής εταιρείας με την επωνυμία "...", της οποίας ο ίδιος είναι μέτοχος και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου, την υπ' αριθ. 187/2012 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω. Ότι η άνω διαταγή πληρωμής ακυρώθηκε τελεσίδικα με την υπ' αριθ. 118/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, μετά από ανακοπή που είχε ασκήσει η ανωτέρω καθ' ης εταιρεία.

Ότις 13-11-2012 κοινοποιήθηκε τόσο στη ναυτική εταιρεία "..." όσο και στον ίδιο το από 7-11-2012 κατασχετήριο της επισπεύδουσας εταιρείας "...", με το οποίο επιβλήθηκε αναγκαστική κατάσχεση εις χείρας τρίτων των καταθέσεων των χρηματικών ποσών του αναιρεσείοντος σε κάθε λογαριασμό που αυτός τηρούσε στην εναγομένη τράπεζα μέχρι του επιδικασθέντος με τη διαταγή πληρωμής ποσού.

Ότι η εναγομένη προέβη δια των προστηθέντων της παράνομα και υπαίτια σε δέσμευση των λογαριασμών του, καθώς ως μέλος του Δ.Σ. δεν ευθύνεται για τα χρέη της ναυτικής εταιρείας, γεγονός το οποίο όφειλε να γνωρίζει η εναγομένη, επιπλέον δε η διαταγή πληρωμής δεν είχε εκδοθεί σε βάρος του. Ότι η εναγόμενη, ενώ όφειλε και μπορούσε, παρέλειψε να ενημερωθεί σχετικά με την έλλειψη ατομικής του ευθύνης και υποχρέωσης, με αποτέλεσμα να προβεί στην αναγκαστική κατάσχεση τόσο των λογαριασμών της φερόμενης ως οφειλέτριας εταιρίας, αλλά και των ατομικών του λογαριασμών.

Ότι κατά της επισπευδομένης αναγκαστικής εκτέλεσης κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου …… ανακοπή, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 500/2014 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία ανεστάλη η συζήτηση της υπόθεσης εωσότου εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της ανακοπής κατά της υπ' αριθ. 187/2012 διαταγής πληρωμής, ενώ επί σχετικής αίτησης προς λήψη ασφαλιστικών μέτρων εκδόθηκε η υπ' αριθ. 901/2021/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ……, με την οποία διετάχθη η αναστολή της αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του.

Και ότι η εναγομένη, παρά ταύτα, εξακολουθεί να διατηρεί δεσμευμένους τους λογαριασμούς του παρά την γνωστοποίηση σε αυτήν της προαναφερόμενης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, με την οποία ακυρώθηκε τελεσίδικα ο εκτελεστός τίτλος, με βάση τον οποίο επιβλήθηκε η αναγκαστική κατάσχεση στα χέρια της ως τρίτης.

Με βάση το ιστορικό αυτό, ο αναιρεσείων ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει νομιμοτόκως το συνολικό ποσό των 15.694,47 ευρώ ως αποζημίωση για τη θετική ζημία που υπέστη, συνιστάμενη στο συνολικό ποσό του κάθε λογαριασμού του που δεσμεύθηκε, καθώς και το ποσόν των 50.000 ευρώ για χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη από την αδικοπραξία των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης, καθόσον κατέστη αφερέγγυος έναντι των πελατών του και επλήγη ο επαγγελματισμός και υπευθυνότητά του που επιδείκνυε επί σειρά ετών κατά την άσκηση της επιχειρηματικής του δραστηριότητας.

Με τέτοιο περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αγωγή δεν είναι νόμιμη, καθόσον τα επικαλούμενα, προς θεμελίωσή της στις διατάξεις περί αδικοπραξιών, πραγματικά περιστατικά δεν πληρούν το πραγματικό των διατάξεων των άρθρων 914, 919, 922, 330, 297 και 298 ΑΚ, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 982 επ ΚΠολΔ, και δεν δικαιολογούν την εφαρμογή τους, αφού, ειδικότερα, υπό τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, η δέσμευση από την αναιρεσίβλητη, δια των προστηθέντων υπαλλήλων της, των λογαριασμών του αναιρεσείοντος, στην οποία αυτή προέβη στο πλαίσιο της επιβληθείσας στα χέρια της ως τρίτης αναγκαστικής κατάσχεσης, δυνάμει του κοινοποιηθέντος από 7-11-2012 κατασχετηρίου της ως άνω επισπεύδουσας ναυτικής εταιρείας, και ταυτόχρονα η παράλειψη των ως άνω προστηθέντων να ενημερωθούν για το ότι ο αναιρεσείων ως μέλος του Δ.Σ.

της καθ' ης η διαταγή πληρωμή εταιρίας δεν ήταν προσωπικά ο ίδιος υπόχρεως στην πληρωμή των χρεών της εν λόγω εταιρίας καθώς και ότι η διαταγή πληρωμής δεν είχε εκδοθεί και σε βάρος του, δεν συνιστά, εφόσον δεν επακολούθησε γνωστοποίηση στην αναιρεσίβλητη δικαστικής απόφασης περί ακυρότητας της επιβληθείσας κατάσχεσης, παράνομη πράξη υπό την έννοια ότι αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου ή στις επιταγές της εννόμου τάξεως, αφού, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν υπήρχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση αυτών ή υποχρέωση επιβαλλόμενη από τη συναλλακτική ευθύτητα και το όλο πνεύμα του δικαίου να προβούν στις ανωτέρω ενέργειες προς προφύλαξη του προσβληθέντος με την επιβληθείσα κατάσχεση δικαιώματος ή συμφέροντος του αναιρεσείοντος και αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, ούτε και πρόκειται για συμπεριφορά αντίθετη στα χρηστά ήθη, η οποία έγινε με πρόθεση βλάβης, και συνακόλουθα δεν θεμελιώνεται ευθύνη της αναιρεσίβλητης προς αποζημίωσή του για τη ζημία που επικαλείται ότι υπέστη ο αναιρεσείων.

Κατά τα εκτιθέμενα μάλιστα στην αγωγή ο αναιρεσείων άσκησε ανακοπή, σύμφωνα με το άρθρο 934 παρ.1 β ΚΠολΔ, με την οποία προέβαλε λόγους ακυρότητας της κατασχέσεως, αλλά η συζήτησή της ανεστάλη εωσότου εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της ανακοπής κατά της υπ' αριθ. 187/2012 διαταγής πληρωμής, χωρίς στη συνέχεια να εκδοθεί απόφαση επ' αυτής προκειμένου να κριθεί η ακυρότητα της κατασχέσεως.

Πέραν όμως των ανωτέρω, δεν εκτίθενται στην αγωγή τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά, που να στηρίζουν την υπαιτιότητα των υπαλλήλων της αναιρεσείουσας (δόλο ή αμέλεια), και να προσδιορίζουν τη ζημία που αυτός υπέστη, καθ' ον χρόνο παρέμειναν δεσμευμένοι οι λογαριασμοί των καταθέσεων που τηρούσε στην αναιρεσείουσα.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 578 ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της.

Εσφαλμένο αιτιολογικό υπάρχει όταν κριθεί ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση υπάγονται σε άλλον κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα όμοιο προς το διατακτικό της απόφασης. Ως αιτιολογικό, δηλαδή, νοείται εδώ η νομική αιτία, ήτοι οι διατάξεις του νόμου που αποτελούν τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και δεν ταυτίζονται με την αιτιολογία της απόφασης που ανάγονται στην ελάσσονα πρόταση του συλλογισμού αυτού (ΟλΑΠ 6/2019, ΟλΑΠ 32/2002).

Κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, αν ο Άρειος Πάγος διαπιστώσει ότι το διατακτικό της απόφασης είναι ορθό, υπάρχει όμως σφάλμα στις αιτιολογίες, απορρίπτει την αναίρεση χωρίς να αντικαταστήσει τις αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 8/1993, ΑΠ 1624/2008). Έτσι η ευδοκίμηση των λόγων αναίρεσης που αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ), εξαρτάται από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της απόφασης (ΑΠ 690/2019).

Εφόσον, όμως, υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί το δεδικασμένο, αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της, οπότε ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση και αντικαθιστά το εσφαλμένο αιτιολογικό με το ορθό. Στην περίπτωση, δηλαδή, αυτή το διατακτικό της απόφασης του Αρείου Πάγου περιέχει απορριπτική της αναίρεσης διάταξη και στο σκεπτικό παράθεση του ορθού αιτιολογικού σε αντικατάσταση του εσφαλμένου (ΑΠ 1243/2019, ΑΠ 736/2019).

Έτσι, ο Άρειος Πάγος εκτιμά, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος προς αποτροπή δυσμενούς γι' αυτόν δεδικασμένου από την προσβαλλόμενη απόφαση. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, δικάζοντας επί της ασκηθείσας από την αναιρεσίβλητη έφεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "Σύμφωνα με τα ανωτέρω, η υπό κρίση αγωγή με το προαναφερόμενο περιεχόμενο, με βάση το οποίο ο ενάγων ζητεί από την εναγομένη τράπεζα αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, επικαλούμενος αδικοπραξία της τελευταίας δια των οργάνων της εις βάρος του, είναι μη νόμιμη και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί, εφόσον η ευθύνη της εναγομένης είναι πάντα συμβατική, απορρέουσα από τη σύμβαση της ανώμαλης παρακαταθήκης.

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε την αγωγή ως νόμιμη - και την δέχθηκε στη συνέχεια εν μέρει κατ' ουσίαν - έσφαλε και γι' αυτό πρέπει να γίνει δεκτή και κατ' ουσίαν η έφεση, αφού η εκκαλούσα ζητεί την απόρριψη της αγωγής, έστω και για άλλους λόγους, ....". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία η αγωγή είχε κριθεί νόμιμη και είχε γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και, στη συνέχεια, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, απέρριψε αυτήν ως μη νόμιμη.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με την απόρριψη της αγωγής ως μη νόμιμης, κρίνεται εσφαλμένο, πλην, όμως, το διατακτικό της είναι κατά τα προαναφερόμενα ορθό. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος, από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν, κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ, ως αβάσιμοι, αφού δεν συντρέχει έννομο συμφέρον στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος να αποτραπεί δεδικασμένο, προϋπόθεση αναγκαία για να αναιρεθεί η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της.

Κατ` ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από ... αίτηση Η. Ζ. για αναίρεση της υπ` αριθ. 189/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ