Legislator Case Law & Legislation
736/2019 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against insurance company decisions regarding vehicle registration errors and damages.

Case Number 736/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed appeals filed by an individual and a German social insurance fund against final judgments from the Regional Court of Crete. The appellants argued that vehicle registration numbers were incorrectly recorded and sought damages, while the insurance companies contested the procedural grounds and the validity of the claims. The court found merit in the appellants' arguments regarding the registration error but dismissed other aspects, ordering the case remitted for further examination by a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 580, 495, 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially allow an appeal when specific factual errors or procedural defects are identified, remitting the contested portions for retrial while dismissing unsupported claims and awarding costs accordingly.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal against final judgment vehicle registration error social insurance fund remittal for retrial court costs allocation procedural defect

Cited Legislation

AI generated
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189 paragraph 1, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 736 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 736/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ'Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Α. Των αναιρεσειόντων: 1) Ο. Έ. του Π., κατοίκου ... και 2) γερμανικού ΝΠΔΔ και Φορέως Κοινωνικής Ασφάλισης με την επωνυμία "DAK Gesundheit (ΝΤΕ-Α-ΚΑ ΓΚΕΖΟΥΝΤΧΑΪΤ)", που εδρεύει στο Αμβούργο Γερμανίας και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου του γερμανικού ΝΠΔΔ με την επωνυμία "BetriebsKrankenKasse (BKK) Gesundheit, Korperschaft des Offentlichen Rechts (Μπετριμπσκρανκενκάσσε Γκεζούντχαϊτ, Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου)", με έδρα τη Φρανκφούρτη/Μάιν Γερμανίας, καθολικού διαδόχου του γερμανικού ΝΠΔΔ με την επωνυμία "BetriebsKrankenKasse (BKK) Gesundheit, Korperschaft des Offentlichen Rechts (Μπετριμπσκρανκενκάσσε Γκεζούντχαϊτ, Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου)", με έδρα τη Δρέσδη και αργότερα το Balingen Γερμανίας, καθολικού διαδόχου του αρχικώς ενάγοντος γερμανικού ΝΠΔΔ με την επωνυμία "BetriebsKrankenKasse (BKK) Zollern - Alb Korperschaft des Offentlichen Rechts (Μπετριμπσκρανκενκάσσε Τσόλερν - Αλμπ)", που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Μαδεντζίδη, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι το ζημιογόνο όχημα, που οδηγούσε η 2η αναιρεσίβλητη, δεν είχε αριθμό κυκλοφορίας ...53, όπως εκ παραδρομής εσφαλμένα ανεγράφη στην υπ' αριθμ. 36/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, αλλά ο σωστός αριθμός κυκλοφορίας του ήταν ...48.

Ζήτησε επίσης τη συνεκδίκαση της προκείμενης υπόθεσης με τις συναφείς και κατά της ίδιας τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, με αριθ. πινακ. 3 και 26, υποθέσεις, κατέθεσε δε επί της έδρας και σχετικό σημείωμά του.

Των αναιρεσιβλήτων:

1) Ι. Σ. του Ν., 2) Α. Μ. του Ε., κατοίκων ..., 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΑΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα και

4) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕΕΓΑ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 3η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λάζαρο Χατζηθέμελη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 31-1-2019 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται, η 4η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αρνέλλο, ενώ οι 1ος και 2η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο. Β. Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕΕΓΑ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αρνέλλο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Έ. του Γ., 2) Ο. Έ. του Π. κατοίκων ... και 3) γερμανικού ΝΠΔΔ και Φορέως Κοινωνικής Ασφάλισης με την επωνυμία "DAK Gesundheit (ΝΤΕ-Α-ΚΑ ΓΚΕΖΟΥΝΤΧΑΪΤ)", που εδρεύει στο Αμβούργο Γερμανίας και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου του γερμανικού ΝΠΔΔ με την επωνυμία "BetriebsKrankenKasse (BKK) Gesundheit, Korperschaft des Offentlichen Rechts (Μπετριμπσκρανκενκάσσε Γκεζούντχαϊτ, Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου)", με έδρα τη Φρανκφούρτη/Μάιν Γερμανίας, καθολικού διαδόχου του γερμανικού ΝΠΔΔ με την επωνυμία "BetriebsKrankenKasse (BKK) Gesundheit, Korperschaft des Offentlichen Rechts (Μπετριμπσκρανκενκάσσε Γκεζούντχαϊτ, Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου)", με έδρα τη Δρέσδη και αργότερα το Balingen Γερμανίας, καθολικού διαδόχου του αρχικώς ενάγοντος γερμανικού ΝΠΔΔ με την επωνυμία "BetriebsKrankenKasse (BKK) Zollern - Alb Korperschaft des Offentlichen Rechts (Μπετριμπσκρανκενκάσσε Τσόλερν - Αλμπ)", που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Μαδεντζίδη.

Κοινοποιουμένη η αναίρεση στους: 1) Ι. Σ. του Ν., 2) Α. Μ. του Ε., κατοίκου ... και 3) ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΑΑΕ", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα. Γ. Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΑΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λάζαρο Χατζηθέμελη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 31-1-2019 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ο. Έ. του Π., κατοίκου ... και 2) γερμανικού ΝΠΔΔ και Φορέως Κοινωνικής Ασφάλισης με την επωνυμία "DAK Gesundheit (ΝΤΕ-Α-ΚΑ ΓΚΕΖΟΥΝΤΧΑΪΤ)", που εδρεύει στο Αμβούργο Γερμανίας και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου του γερμανικού ΝΠΔΔ με την επωνυμία "BetriebsKrankenKasse (BKK) Gesundheit, Korperschaft des Offentlichen Rechts (Μπετριμπσκρανκενκάσσε Γκεζούντχαϊτ, Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου)", με έδρα τη Φρανκφούρτη/Μάιν Γερμανίας, καθολικού διαδόχου του γερμανικού ΝΠΔΔ με την επωνυμία "BetriebsKrankenKasse (BKK) Gesundheit, Korperschaft des Offentlichen Rechts (Μπετριμπσκρανκενκάσσε Γκεζούντχαϊτ, Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου)", με έδρα τη Δρέσδη και αργότερα το Balingen Γερμανίας, καθολικού διαδόχου του αρχικώς ενάγοντος γερμανικού ΝΠΔΔ με την επωνυμία "BetriebsKrankenKasse (BKK) Zollern - Alb Korperschaft des Offentlichen Rechts (Μπετριμπσκρανκενκάσσε Τσόλερν - Αλμπ)", που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Μαδεντζίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-5-2003 αγωγή της Ε. Κ. του Ν., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων και συνεκδικάστηκε με την από 31-7-2003 αγωγή των ήδη υπό στοιχ. Α αναιρεσειόντων και του Γ. Έ. του Γ. - υπό στοιχ. Β-Γ αναιρεσιβλήτων και του Γ. Έ. του Γ. (που παραπέμφθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την 4535/2004 απόφασή του, που κήρυξε εαυτό κατά τόπον αναρμόδιο για την εκδίκασή της), με την από 24-5-2005 παρεμπίπτουσα αγωγή της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕΕΓΑ", καθώς και με την από 1-3-2006 παρεμπίπτουσα αγωγή της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΑΑΕ" και άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 278/2008 εν μέρει οριστική, 180/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 280/2013, 53/2015 και 36/2016 του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι υπό στοιχ. Α αναιρεσείοντες με την από 15-1-2018 αίτησή τους και η υπό στοιχ. Γ αναιρεσείουσα με την από 30-8-2018 αίτησή της, ενώ η υπό στοιχ. Β αναιρεσείουσα με την από 24-4-2017 αίτησή της ζητεί την αναίρεση των ως άνω 280/2013 και 36/2016 αποφάσεων του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης.

Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων αυτών, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αντώνιο Τσαλαπόρτα, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή των αντίστοιχων αιτήσεων αναίρεσής τους, την απόρριψη των αντιθέτων, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι κρινόμενες: α) από 24-4-2017 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 10/2017 αίτηση της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕΕΓΑ", β) από 15-1-2018 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 3/2018 αίτηση της Ο. Έ. και του γερμανικού φορέα κοινωνικής ασφάλισης με την επωνυμία "DAK Gesundheit" και γ) από 30-8-2018 και με αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως 20/2018 αίτηση της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΑΑΕ", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 36/2016 οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης καθώς και της υπ' αριθμ. 280/2013 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης, κατά της οποίας στρέφεται μόνο η τρίτη των ως άνω αιτήσεων πρέπει, αφού στρέφονται κατά της ιδίας αποφάσεως, να συνεκδικασθούν, σύμφωνα με το άρθρο 246 του Κ.Πολ.Δικ., που έχει εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων. Οι αιτήσεις αναίρεσης έχουν ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα. Επομένως είναι παραδεκτές (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτών (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι οι προσβαλλόμενες με τις κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης με αριθμ. 280/2013 εν μέρει οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης και η με αριθμ. 36/2016 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, που εκδόθηκαν κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής.

Σε τροχαίο ατύχημα που συνέβη την 13-10-2001 στο ... (84,7 χιλιομ. της ... συγκρούσθηκαν το με αριθμ κυκλ. ...53 ΙΧΕ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Γ. Έ. και συνεπέβαινε η σύζυγός του Ο. Έ. και το υπ' αριθμ. ...48 ΙΧΕ που οδηγούσε η Α. Μ., που ανήκε στους Ι. Π. και Ι. Σ. και ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων ευθύνη από την κυκλοφορία του στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "...

ΑΕ". Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων εισήχθη προς συζήτηση αγωγή των Γ. Έ., Ο. Έ. και του γερμανικού φορέα κοινωνικής ασφάλισης με την επωνυμία "DAK Gesundheit" κατά των Ι. Π., Ι. Σ., Α. Μ. και της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ", μετά την παραπομπή της από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ' αριθμ. 4535/2004 απόφασή του, που κήρυξε εαυτό κατά τόπον αναρμόδιο, για την εκδίκαση της αγωγής αυτής και την παρέπεμψε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, στο οποίο εκκρεμούσε η από 15-5-2003 και με αριθμό κατάθεσης 337/03-6-2003 συναφής με αυτή κύρια αγωγή της Ε.

Κ., που δεν είναι διάδικος εν προκειμένω, κατά των ως άνω εναγομένων. Επίσης στο εν λόγω δικαστήριο εκκρεμούσαν η παρεμπίπτουσα αγωγή των Ι. Π., Ι. Σ., Α. Μ. και ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ" κατά της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ" και της ανώνυμης εταιρίας εμπορικών, ναυτιλιακών και τουριστικών επιχειρήσεων με την επωνυμία "...

ΑΕ" και η παρεμπίπτουσα αγωγή της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕΕΓΑ" κατά των Ι. Π., Ι. Σ. και Α. Μ.. Το ως άνω Δικαστήριο, αφού συνεκδίκασε τις ως άνω δύο κύριες αγωγές με τις δύο παρεμπίπτουσες αγωγές, που εκκρεμούσαν ενώπιόν του, με την υπ' αριθμ. 278/2008 εν μέρει οριστική απόφασή του, απέρριψε τις δύο παρεμπίπτουσες αγωγές και τη δεύτερη κύρια αγωγή ως προς την πέμπτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, δέχθηκε εν μέρει την πρώτη κύρια αγωγή της Ε.

Κ. και εν μέρει τη δεύτερη κύρια αγωγή ως προς τον πρώτο ενάγοντα Γ. Έ. και διέταξε την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, ως προς τη δεύτερη και το τρίτο των εναγόντων της δεύτερης κύριας αγωγής, προκειμένου να διενεργηθεί ιατρική πραγματογνωμοσύνη. Μετά δε τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης, με την υπ' αριθμ. 180/2011 οριστική απόφασή του, δέχθηκε εν μέρει τη δεύτερη κύρια αγωγή ως προς τη δεύτερη και το τρίτο των εναγόντων.

Κατά των ως άνω αποφάσεων ασκήθηκαν ενώπιον του Εφετείου Κρήτης οι ακόλουθες εφέσεις: (α) η από 26.7.2009, υπ' αριθμ. κατάθ. 109/2009 έφεση της ... ΑΑΑΕ κατά της Ε. Κ. και της υπ' αριθμ. 180/2011 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, (β) η από 30.7.2009, υπ' αριθ. κατάθ. 110/2009 έφεση της Ε. Κ., κατά των Ι. Π., Ι. Σ., Α.

Μ. και της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ" και της υπ' αριθμ. 180/2011 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, (γ) η από 28.9.2010 με αριθμό κατάθεσης 161/2010 έφεση των Γ. Έ., Ο. Έ. και του γερμανικού φορέα κοινωνικής ασφάλισης με την επωνυμία "DAK Gesundheit", εναγόντων της από 31.7.2003 αγωγής κατά της ασφαλιστικής εταιρίας "...

ΑΕΕΓΑ" και κατά της υπ' αριθμ. 278/2008 εν μέρει οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, (δ) η από 22.3.2012 υπ' αύξ. αριθμ. καταθ. 33/2012 έφεση των Ο. Έ. και του γερμανικού φορέα κοινωνικής ασφάλισης με την επωνυμία "DAK Gesundheit", δευτέρας και τρίτου εναγόντων της από 31.7.2003 αγωγής κατά των Ι. Π., Ι. Σ., Α. Μ. και της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...

ΑΕ", εναγομένων της αγωγής αυτής και κατ' αμφοτέρων των ως άνω αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, ε) η από 23.3.2012 υπ' αριθμ. κατάθ. 34/2012 έφεση των Ι. Σ. και Α. Μ. κατά των Γ. Έ., Ο. Έ. και του γερμανικού φορέα κοινωνικής ασφάλισης με την επωνυμία "DAK Gesundheit" και κατά της υπ' αριθμ. 180/2011 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων και (στ) η από 28.2.2012 υπ' αριθμ.

κατάθεσης 35/2012 έφεση της ... ΑΑΑΕ κατά των Γ. Έ., Ο. Έ. και του γερμανικού φορέα κοινωνικής ασφάλισης με την επωνυμία "DAK Gesundheit" και κατά της υπ' αριθμ. 278/2008 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων. Οι εφέσεις αυτές συνεκδικάσθηκαν αντιμωλία των διαδίκων στη δικάσιμο της 21-5-2013 και επ' αυτών εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 280/2013 εν μέρει οριστική απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, η οποία αφού κήρυξε τη διακοπή της δίκης ως προς τον εφεσίβλητο και εκκαλούντα Ι.

Π., λόγω θανάτου αυτού και μη συνέχισης της δίκης από τους καθολικούς διαδόχους του, επίσης θεώρησε ως μη ασκηθείσα την υπ' αριθμ. καταθ. 35/2012 έφεση ως προς τον Γ. Έ., λόγω παραίτησης από την έφεση ως προς τον εν λόγω διάδικο, συνεκδίκασε κατά τα λοιπά όλες τις ανωτέρω εφέσεις και αφού τις δέχθηκε τυπικά, ακολούθως απέρριψε κατ' ουσία την από 26.7.2009 υπ' αριθμ.

καταθ. 109/2009 έφεση της ... ΑΑΑΕ κατά της Ε. Κ. και την από 30.7.2009 υπ' αριθμ. καταθ. 110/2009 έφεση της Ε. Κ., κατά των Ι. Π., Ι. Σ., Α. Μ. και ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ" (οπότε ως προς την παθούσα ενάγουσα Ε. Κ. η προσβαλλόμενη κατά τις οριστικές διατάξεις της υπ' αριθμ. 278/2008 απόφαση κατέστη τελεσίδικη) και δέχθηκε την ασκηθείσα κατά της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...

ΑΕΕΓΑ" από 28.9.2010 υπ' αριθμ. κατάθεσης 161/2010 έφεση και εξαφάνισε την υπ' αριθμ. 278/2008 απόφαση ως προς την διάταξή της που απέρριψε ως προς την εν λόγω ασφαλιστική εταιρία την από 31.7.2003 αγωγή των Γ. Έ. κ.λπ. και αφού δικάσθηκε η αγωγή αυτή, όσον αφορά την ως άνω διάδικο, επί της ουσίας, αναβλήθηκε η έκδοση απόφασης περί της ουσιαστικής βασιμότητάς της ως προς την άνω πέμπτη εναγομένη.

Επίσης αναβλήθηκε η έκδοση απόφασης επί της ουσιαστικής βασιμότητας της έφεσης των Ο. Έ. και γερμανικού φορέα κοινωνικής ασφάλισης με την επωνυμία "DAK Gesundheit" κατά των Ι. Σ., Α. Μ. και ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ", της έφεσης των Ι. Σ. και Α. Μ. κατά των Γ. Έ., Ο. Έ. και γερμανικού φορέα κοινωνικής ασφάλισης με την επωνυμία "DAK Gesundheit" και της έφεσης της ...

ΑΑΑΕ κατά των Γ. Έ., Ο. Έ. και γερμανικού φορέα κοινωνικής ασφάλισης με την επωνυμία "DAK Gesundheit", προκειμένου να προσκομισθεί γνωμοδότηση του Ελληνικού Ινστιτούτου Διεθνούς και Αλλοδαπού Δικαίου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο διατακτικό αυτής. Στη συνέχεια με κλήση των Γ. Έ., Ο. Έ. και του γερμανικού φορέα κοινωνικής ασφάλισης με την επωνυμία "DAK Gesundheit" η υπόθεση επανήλθε προς συζήτηση ενώπιον του Εφετείου και μετά τη συζήτησή της εκδόθηκε η με αριθμ. 53/2015 απόφαση σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο απείχε από τη εκδίκαση της υπόθεσης, ώστε να επαναληφθεί η συζήτησή της κατά τη διαδικασία που ορίζει το άρθρο 307 ΚΠολΔ.

Οι προαναφερόμενοι Γ. Έ., Ο. Έ. και γερμανικός φορέας κοινωνικής ασφάλισης με την επωνυμία "DAK Gesundheit" με νέα κλήση τους επανέφεραν προς συζήτηση την υπόθεση ενώπιον του Εφετείου και εξεδόθη η 36/2016 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, με την οποία, αφού απορρίφθηκε η από 31.07.2003 και με αριθ. καταθ. 8.468/09.10.2003 αγωγή των Γ.

Έ., Ο. Έ. και του γερμανικού φορέα κοινωνικής ασφάλισης με την επωνυμία "DAK Gesundheit", ως προς τον πρώτο των εναγόντων Γ. Έ., έγινε δεκτή εν μέρει κατά τα λοιπά και κρίθηκε, ότι το μεν συνολικό ύψος της περιουσιακής και μη ζημίας της δεύτερης εξ αυτών Ο. Έ. ανήλθε στο -κατά κεφάλαιο- ποσό των 715.914,90 ευρώ, και την υποχρέωση της ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "...

ΑΑΑΕ", καθώς και της Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας, με την επωνυμία "..." που ευθύνονται εις ολόκληρον την περιόρισε στο -κατά κεφάλαιο- συνολικό ποσό των 423.671,90 ευρώ (εκ των οποίων 84.712,00 ευρώ, καταψηφιστικώς και 338.959,90 ευρώ, αναγνωριστικώς), το δε συνολικό ύψος ζημίας του τρίτου γερμανικού φορέα κοινωνικής ασφάλισης με την επωνυμία "DAK Gesundheit" ανήλθε στο -κατά κεφάλαιο- ποσό των 31.958,98 ευρώ, και την υποχρέωση της ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "...

ΑΑΑΕ" καθώς και της Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "...", που ευθύνονται εις ολόκληρον την περιόρισε στο -κατά κεφάλαιο- συνολικό ποσό των 18.856,00 ευρώ (αναγνωριστικώς). Με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 466/2013, ΑΠ 349/2014).

Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.ΑΠ 15/2006).

Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού, αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, δεν συνιστούν αιτιολογία της απόφασης, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/2012, ΑΠ 1351/2011).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 15 §§ 1, 2 και 3 του Ν. 2496/1997 (όπως ίσχυαν κατά το χρόνο του ένδικου αυτοκινητικού ατυχήματος (13-10-2001), και πριν από την ισχύ του άρθρου 8 του ν. 3557/2007 με το οποίο τροποποιήθηκε το άρθρο 11 του ν. 489/1976 (π.δ. 237/1986) και ορίστηκε ότι επί πολλαπλής ασφάλισης έγκυρη είναι μόνο η τελευταία προκειμένου περί οχημάτων), αν η ασφαλισμένη περιουσία έχει ασφαλιστεί κατά του ίδιου κινδύνου σε περισσότερους ασφαλιστές (πολλαπλή ασφάλιση), οι περισσότερες ασφαλίσεις είναι ισχυρές μέχρι την έκταση της ασφαλιστικής ζημίας και, αν δεν συμφωνήθηκε κάτι άλλο, οι περισσότεροι ασφαλιστές ευθύνονται εις ολόκληρον (άρθρο 481 επ.

ΑΚ), μέχρι το ασφαλιστικό ποσό της σύμβασής τους. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 του Ν. 489/1976, 1, 6, 11 και 26 του Ν. 2496/1997, σαφώς συνάγεται ότι η σύμβαση ασφαλίσεως της αστικής ευθύνης από αυτοκινητικό ατύχημα καταρτίζεται μεταξύ του ασφαλιστή και του κυρίου ή κατόχου του αυτοκινήτου, ο οποίος εμφανίζεται ως αντισυμβαλλόμενος και ο οποίος υποχρεούται να καταβάλει το ασφάλιστρο.

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 και 2 του ν. 2496/1997 ο λήπτης ασφάλισης υποχρεούται να καταβάλλει τα ασφάλιστρα σε μετρητά, είτε εφάπαξ, είτε με τμηματικές καταβολές. Η ασφαλιστική κάλυψη δεν αρχίζει πριν την καταβολή του εφάπαξ ασφαλίστρου ή της πρώτης δόσεως της τμηματικής καταβολής, εκτός αν προκύπτει διαφορετικά από τη σύμβαση, ή από τις περιστάσεις.

Η καθυστέρηση της καταβολής ληξιπρόθεσμης δόσης ασφαλίστρου δίνει το δικαίωμα στον ασφαλιστή να καταγγείλει τη σύμβαση με γραπτή καταγγελία προς τον λήπτη της ασφάλισης που επιφέρει τη λύση της σύμβασης μετά πάροδο μηνός. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6 § 1 της Κ4/585/1978 απόφασης του Υπουργού Εμπορίου (που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 6 § 5 του Ν. 489/1976, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο (13-10-2001) ,"η ασφαλιστική σύμβασις ισχύει διά την ασφαλιστικήν περίοδον, ήτις ορίζεται εις το ασφαλιστήριον και ανανεούται εκάστοτε δι' ίσον χρονικόν διάστημα μετά την λήξιν της ασφαλιστικής περιόδου, ως και των επομένων τοιούτων, εκτός εάν 30 ημέρας προ του τέλους εκάστης ασφαλιστικής περιόδου, εκάτερον των συμβαλλομένων μερών ειδοποιήσει το έτερον διά συστημένης επιστολής περί του αντιθέτου".

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 9 § 1 της αυτής ως άνω υπουργικής απόφασης, "εκάτερον των συμβαλλομένων μερών δύναται ελευθέρως και κατά πάντα χρόνον, δι' εγγράφου συστημένου ή επί αποδείξει, να καταγγείλει την ασφαλιστικήν σύμβασιν. Η ακύρωσις επέρχεται μετά παρόδων 20 ημερών από της κοινοποιήσεως του ως άνω περί καταγγελίας εγγράφου".

Η καταγγελία γίνεται οποτεδήποτε και από οποιοδήποτε συμβαλλόμενο και η λύση αυτή ισχύει καταρχήν μόνο στις σχέσεις μεταξύ των συμβαλλομένων μερών. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 11 § 2 εδ. α' του Ν. 489/1976, "η ακύρωση, η λήξη ή η αναστολή της ασφαλιστικής σύμβασης μπορεί να αντιταχθεί κατά του τρίτου ζημιωθέντος, μόνο αφού το ατύχημα συνέβη μετά πάροδο 16 ημερών από την εκ μέρους του ασφαλιστή γνωστοποίηση της ακύρωσης ή λήξης ή αναστολής.

Η γνωστοποίηση γίνεται στην κατοικία ή διαμονή του ασφαλισμένου ή του αντισυμβαλλομένου, με επιστολή του ασφαλιστή προς αυτόν (άρθρο 7 παρ. 3 ν. 2170/93)". Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 167 ΑΚ "η δήλωση της βούλησης έχει νομική ενέργεια μόνο αφότου περιέλθει στο πρόσωπο στο οποίο απαιτείται να απευθυνθεί".

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι η καταγγελία για τη λύση της σύμβασης ασφάλισης για να παράγει τα αποτελέσματά της απαιτείται να περιέλθει στο νόμιμο παραλήπτη. Ο νομοθέτης, για να εξασφαλίσει την περιέλευσή της στον παραλήπτη, απαιτεί να περιέχεται σε έγγραφο και μάλιστα συστημένο ή επί αποδείξει, ώστε να διασφαλίζεται η δυνατότητα γνώσης εκ μέρους του παραλήπτη στον οποίο και παραδίδεται (ΑΠ 122/2004).

Περιέλευση στο λήπτη της δήλωσης υπάρχει, ανεξάρτητα αν πρόκειται μεταξύ παρόντων ή απόντων μερών, αφότου η δήλωση βούλησης περιέλθει στον κύκλο επιρροής του λήπτη και αυτός έχει τη δυνατότητα, κατά τις αντιλήψεις των συναλλαγών και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να λάβει γνώση του περιεχομένου της (ΑΠ 431/2004).

Περαιτέρω το τελευταίο εδάφιο της §2 του άρθρ. 11 Ν. 489/1976 στην αρχική του διατύπωση είχε ως ακολούθως: "Η γνωστοποίησις γίνεται εγγράφως προς τον ασφαλισμένον ή τον αντισυμβαλλόμενον, κοινοποιούμενη και προς την αρμοδίαν αστυνομικήν αρχήν του τόπου ένθα η δηλωθείσα κατοικία τούτων. Εν περιπτώσει διαδοχικών ασφαλίσεων η παρούσα διάταξις εφαρμόζεται μόνον επί του τελευταίου ασφαλιστού".

Από τη διάταξη αυτή προέκυπτε ότι επί πολλαπλής διαδοχικής ασφάλισης καθιερωνόταν ευθύνη μόνο του τελευταίου ασφαλιστή και ακυρότητα των προηγηθεισών παραλλήλων ασφαλιστικών συμβάσεων με άλλους ασφαλιστές. Ακολούθησε ο Ν. 1569/1985 με το άρθρ. 40 του οποίου αντικαταστάθηκε το δεύτερο εδάφιο της §2 του άρθρ. 11 του Ν. 489/1976 και έτσι το εδάφιο αυτό έλαβε την ακόλουθη διατύπωση: "Η γνωστοποίηση γίνεται στην κατοικία ή διαμονή του ασφαλισμένου ή αντισυμβαλλομένου με έγγραφο του οποίου αποδεικνύονται η χρονολογία λήψης και το περιεχόμενο.

Ως κατοικία ή διαμονή θεωρείται, εκτός από την πραγματική, και η τελευταία διεύθυνση που ο ασφαλισμένος ή αντισυμβαλλόμενος δήλωσαν στον ασφαλιστή...". Από την αντιπαραβολή των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι με την αντικατάσταση που επήλθε με το Ν. 1569/1985 δεν επαναλήφθηκε η τελευταία άνω διατύπωση του Ν. 489/1976, δηλ.

εν περιπτώσει διαδοχικών ασφαλίσεων κ.λπ., ώστε έκτοτε καταργήθηκε η ρύθμιση του τελευταίου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 11 του v. 489/76 για την ακυρότητα συμβάσεων πλην της τελευταίας. Στη συνέχεια με το ΠΔ 237/1986 (ΦΕΚ αριθ. 110 της 18.7.1986 τ. Α') κωδικοποιήθηκαν οι διατάξεις του Ν. 489/1976 όπως συμπληρώθηκε και τροποποιήθηκε από το Ν. 1569/1985 και τα προεδρικά διατάγματα 1019/1981 και 118/1985.

Στην κωδικοποίηση βάσει του ΠΔ 237/1986 το άρθρ. 11 §2 εδ. δεύτερο του Ν. 489/1976 αποδίδεται ακριβώς με την τελική διατύπωση που είχε λάβει η διάταξη με το Ν. 1569/1985. Επομένως δεν φαίνεται βάσιμη η άποψη ότι κατά την τελευταία κωδικοποίηση του Ν. 489/1976 παραλείφθηκε εκ λάθους η διάταξη της τελευταίας περιόδου του άρθρ. 11 παρ. 2 του Ν. 489/1976.

Τούτο γιατί, όπως εκτέθηκε, η διάταξη αυτή ουσιαστικά δεν είχε περιληφθεί στο Ν. 1569/1985, ο οποίος κατά τούτο αποτέλεσε τη βάση της κωδικοποιήσεως με το ΠΔ 237/1986. Τέλος με την §2 του άρθρ. 9 του Παραρτήματος I της Συμβάσεως του Στρασβούργου της 20.4.1959 που κυρώθηκε με το Ν. 4147/17. 2.1961 (ΦΕΚ 42/17.3.1961 τ. Α') ορίζεται ότι "η ακύρωσις ή η λήξις της ισχύος του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, η αναστολή του ή η αναστολή της εγγυήσεώς του δύναται να εγερθή υπό του ασφαλιστού έναντι του ζημιούμενου μέρους μόνον ως προς ατυχήματα επισυμβαίνοντα μετά πάροδο (16) ημερών αφ' ότου ο ασφαλιστής επέδωσεν ειδοποίησιν της προρρηθείσης ακυρώσεως, λήξεως ή αναστολής.

Εις την περίπτωσιν διαδοχικών ασφαλίσεων η παρούσα διάταξις εφαρμόζεται μόνον επί του τελευταίου ασφαλιστού". Από την παραπάνω διάταξη, προκύπτει ότι σε περίπτωση διαδοχικών ασφαλίσεων το βάρος του ασφαλιστή να προβεί στην απαιτούμενη γνωστοποίηση της λήξεως της συμβάσεως ασφαλίσεως αναφέρεται μόνον στον τελευταίο ασφαλιστή, ο οποίος είναι και ο μόνος που ευθύνεται έναντι του παθόντος τρίτου, ενώ έναντι του τελευταίου απαλλάσσονται οι προγενέστεροι ασφαλιστές.

Εφόσον υιοθετηθεί τελικά τέτοια ερμηνεία της διατάξεως τίθεται ζήτημα ισχύος της γιατί αντίστοιχη προς αυτήν διάταξη δεν υπήρχε στο ήδη κατά το ένδικο κρίσιμο χρονικό σημείο (13-10-2001) ισχύον κείμενο του άρθρου 11 παρ. 2 του ν. 489/1976, ενώ ίσχυε ήδη τότε και η διάταξη του άρθρου 15 παρ. 2 και 3 του ν. 2496/1997 για την εγκυρότητα πολλαπλής ασφάλισης.

Πολύ δε μεταγενέστερα από το ένδικο χρονικό σημείο (13-10-2001) τροποποιήθηκε η διάταξη του άρθρου 11 του ν. 489/1976 με το άρθρο 8 του ν. 3557/2007 και ορίστηκε στην παρ. 3 του ίδιου άρθρου 11 ότι αν υπάρχουν διαδοχικές ασφαλίσεις οχημάτων ισχύει μόνον η τελευταία και αποκλειστικά υπόχρεος για την καταβολή της αποζημίωσης στον ζημιωθέντα τρίτο είναι ο τελευταίος ασφαλιστής, ενώ οι προγενέστερες ασφαλίσεις είναι αυτοδικαίως άκυρες χωρίς οποιαδήποτε γνωστοποίηση.

Η διάταξη του άρθρ. 9 § 2 εδ. β' της Συμβάσεως του Στρασβούργου ως κείμενο αυξημένης τυπικής ισχύος ενόψει του άρθρ. 28 του Συντάγματος του 1975 θα έπρεπε να συμπληρώνει τη διάταξη του άρθρ. 11 § 2 Ν. 489/1976 όπως ίσχυε μετά την προαναφερθείσα τροποποίησή της, προκειμένου διαδοχικών ασφαλίσεων μια και τα τελευταία αυτά άρθρα δεν περιέχουν διάταξη αντίστοιχη προς το άρθρ. 9 § 2 εδ.

β' της Συμβάσεως του Στρασβούργου. Τελικά όμως η τελευταία αυτή ρύθμιση καίτοι αποτελούσα τμήμα της Συμβάσεως δεν πρέπει να ισχύσει. Τούτο γιατί εισάγει περιορισμό της προστασίας του παθόντος τρίτου αφού, επί πολλαπλής ασφαλίσεως απαλλάσσει τους προηγούμενους ασφαλιστές και επιβαρύνει τον τελευταίο.

Ο αποκλεισμός της ισχύος της διατάξεως του άρθρ. 9 § 2 της Συμβάσεως Στρασβούργου στηρίζεται στη διατύπωση της §2 του άρθρ. 1 του κυρίου Σώματος της Συμβάσεως Στρασβούργου που ορίζει "ότι έκαστον των συμβαλλομένων μερών θα διατηρήση οπωσδήποτε τη δυνατότητα της υιοθετήσεως διατάξεων παρεχουσών μεγαλυτέραν προστασίαν εις τα αδικούμενα πρόσωπα".

Τούτο γιατί η εις ολόκληρον ευθύνη των πλειόνων ασφαλιστών βάσει αντιστοίχων συμβάσεων ασφαλίσεως δυνάμει του άρθρ. 926 ΑΚ παρέχει πράγματι μεγαλύτερη προστασία λόγω ακριβώς του αριθμού των ασφαλιστών. Ουδεμία δε σημασία έχει ότι τέτοια ρύθμιση δεν προϋπήρχε στην ελληνική έννομη τάξη και υιοθετήθηκε το πρώτο μετά την επικύρωση από την Ελλάδα της Συμβάσεως Στρασβούργου.

Σημασία έχει η ύπαρξη ευνοϊκής ρυθμίσεως κατά το ένδικο κρίσιμο χρονικό σημείο και όχι κατά το χρόνο που τέθηκε σε ισχύ η προαναφερθείσα σύμβαση. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Κρήτης, με τις προσβαλλόμενες 36/2016 οριστική απόφασή του και 280/2013 εν μέρει οριστική απόφασή του δέχθηκε, ανέλεγκτα, τα ακόλουθα που αφορούν τη βασιμότητα της ένδικης από 24-4-2017 και με αριθμ.

εκθέσεως καταθέσεως 10/2017 αίτησης αναίρεσης της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕΕΓΑ". Ειδικότερα με την με αριθμ. 280/2013 εν μέρει οριστική απόφαση δέχθηκε: "....Στην προκειμένη περίπτωση οι εκκαλούντες της υπό στοιχείο Γ έφεσης-ενάγοντες της δεύτερης κύριας αγωγής (Γ. Έ., Ο. Έ. και ο γερμανικός φορέας κοινωνικής ασφάλισης με την επωνυμία "DAK Gesundheit") ισχυρίζονται με τον πρώτο λόγο έφεσης, κατ' εκτίμηση αυτού, ότι εσφαλμένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την από 31-7-2003 αγωγή τους ως προς την πέμπτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία ("...

ΑΕΕΓΑ") ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, εφόσον εξέθεταν όλα τα απαιτούμενα, για το ορισμένο αυτής, πραγματικά περιστατικά. Από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι οι ενάγοντες, εκτός από την αναγραφή όσων στοιχείων απαιτούνται για το ορισμένο της αγωγής κατά του υπευθύνου προς αποζημίωση κατά το ν.

ΓΠΝ/1911 και τις διατάξεις των άρθρων 914, 922 Α.Κ., για τη δικαιολόγηση απεύθυνσης της αγωγής και εναντίον της πέμπτης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, αναφέρουν ότι το ζημιογόνο όχημα, που οδηγούσε η τρίτη εναγομένη, έχουσα προστηθεί στην οδήγηση αυτού από τον πρώτο και το δεύτερο των εναγομένων, κατόχους, ήταν ασφαλισμένο, κατά το χρόνο του ατυχήματος, για την αστική ευθύνη του κυρίου, κατόχου και οδηγού εκ της κυκλοφορίας του έναντι τρίτων, σωρευτικά τόσο στην τέταρτη όσο και στην πέμπτη εναγόμενες ασφαλιστικές εταιρείες.

Τα στοιχεία αυτά είναι αρκετά για το ορισμένο της αγωγής και την παθητική νομιμοποίηση της πέμπτης εναγομένης, ως ασφαλιστικής εταιρείας του ζημιογόνου οχήματος, κατά το χρόνο του ατυχήματος, εφόσον, μετά την κατάργηση της διατάξεως του άρθρου 199 ΕμπΝ, που απαγόρευε τη διπλή ασφάλιση, η αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 15 του ν. 2496/1997 δεν κηρύσσει κατ' αρχήν άκυρη την πολλαπλή ασφάλιση και οι περισσότεροι ασφαλιστές ευθύνονται εις ολόκληρον.

Το δε βάρος απόδειξης των στοιχείων αυτών, που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής εναπόκειται στην ενάγουσα και πρέπει να αποδειχθούν από αυτήν, εάν αμφισβητηθούν από τον εναγόμενο. Η ειδικότερη αναφορά στην αγωγή στοιχείων της ασφαλιστικής συμβάσεως με την τέταρτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία και της εγχείρησης εκ μέρους των τριών πρώτων εναγόμενων την ημέρα του ατυχήματος της χορηγηθείσης από αυτήν βεβαίωσης ασφάλισης του ζημιογόνου αυτοκινήτου στο αρμόδιο Τμήμα Τροχαίας Ρεθύμνου συνέχονται με την αιτιολόγηση υπάρξεως ως προς την εναγομένη αυτήν και της βάσεως της σωρευτικής αναδοχής χρέους.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, που με οριστική διάταξη της εκκαλουμένης υπ' αριθμ. 278/2008 απόφασης απέρριψε τη δεύτερη κύρια αγωγή ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, ως προς την πέμπτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, έσφαλε ως προς την ερμηνεία των ως άνω διατάξεων, όπως βασίμως υποστηρίζεται με το σχετικό πρώτο λόγο της υπό στοιχείο Γ έφεσης, ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και κατ' ουσία, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση ως προς τη σχετική απορριπτική διάταξη και συνακόλουθα και ως προς τη διάταξη επιβολής των δικαστικών εξόδων της πέμπτης εναγομένης σε βάρος των εναγόντων και να διακρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο αυτό, ώστε να ερευνηθεί η αγωγή κατ' ουσίαν (άρθρο 535 Κ.Πολ.Δ.)".

Επίσης με την με αριθμ. 36/2016 απόφασή του δέχθηκε τα εξής: "...Όσον αφορά την πέμπτη εναγομένη "... ΑΕΕΓΑ", ως προς την οποία η υπ' αριθμ. 278/2008 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου έχει ήδη εξαφανισθεί με την υπ' αριθμ. 280 /2013 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου πρέπει να σημειωθούν ακόμη τα ακόλουθα. Στην προκείμενη περίπτωση, αποδείχθηκε ότι όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την πέμπτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία υπ' αριθ. 17-5-2000 βεβαίωση ασφάλισης, οι συνιδιοκτήτες του ζημιώσαντος αυτοκινήτου (πρώτος και δεύτερος εναγόμενοι της δεύτερης κύριας αγωγής) είχαν ασφαλίσει την αστική ευθύνη για τις προς τρίτους ζημίες του πιο πάνω υπ' αριθ.

κυκλ. ...48 Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου τους, εργοστασίου κατασκευής Peugeot στην πέμπτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία για το χρονικό διάστημα από 26-4-2000 έως 26-10-2000, για το οποίο και είχαν καταβάλει τα ανάλογα ασφάλιστρα. Στη συνέχεια η ασφαλιστική αυτή εταιρεία ανανέωσε την ασφάλιση για το από 26-10-2000 έως 26-04-2001 χρονικό διάστημα με το υπ' αριθ. ...699 ανανεωτήριο ασφαλιστήριο συμβόλαιο (βλ.

αυτό προσκομιζόμενο), αλλά επειδή οι ως άνω ασφαλισμένοι θεωρούσαν ακριβά τα ασφάλιστρα, ζήτησαν από τον πράκτορα της εταιρείας αυτής στα …., Ε. Ρ., ότι δεν επιθυμούν τη συνέχιση της ασφάλισης ούτε την ανανέωση, αφού αποφάσισαν να ασφαλίσουν το όχημά τους στην τέταρτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία. Η πέμπτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία θεώρησε την προφορική (άτυπη) αυτή συμφωνία ως συμφωνία λήξης και εξέδωσε την υπ' αριθμ. 200800/7-3-2001 πρόσθετη πράξη ακύρωσης που όπως ισχυρίζεται χωρίς, όμως να αποδεικνύει, απέστειλε με ταχυδρομική επιστολή στους ασφαλισμένους της, χωρίς ακόμη και να αποδεικνύει λήψη αυτής από τους τελευταίους.

Η συμφωνία αυτή ισχύει στις σχέσεις της εκκαλούσας ως άνω ασφαλιστικής εταιρίας και των αντισυμβαλλομένων - ασφαλισμένων, κατά των οποίων και επιτρεπτώς μπορεί ν' αντιταχθεί κατά τα προαναφερθέντα. Δεν μπορεί όμως ν αντιταχθεί η ως άνω λύση της ασφαλιστικής σύμβασης έναντι των τρίτων ζημιωθέντων, ήτοι έναντι του πρώτου ενάγοντος και της δεύτερης ενάγουσας, εφόσον δεν έχει τηρηθεί από αυτήν (εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρία) η γνωστοποίηση με τον τυπικό τρόπο που προβλέπει ο νόμος κατά τα προαναφερθέντα, ούτε άλλωστε η ως άνω ασφαλιστική εταιρία επικαλείται ότι έχει συμβεί κάτι τέτοιο (λήψη επιστολής) και συνεπώς, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην προηγούμενη νομική σκέψη, η επίδικη αξίωση των ως άνω εναγόντων ζημιωθέντων, καλύπτεται ασφαλιστικά απ' αυτήν.

Εξάλλου, η άνω εταιρεία ισχυρίζεται ότι η αγωγή ασκήθηκε καταχρηστικά, κατ' άρθρο 281 ΑΚ, ζητώντας την απόρριψη της αγωγής, καθόσον για το ζημιογόνο όχημα, κατόπιν κοινής συμφωνίας ασφαλιστή και ασφαλισμένου, λύθηκε η ασφαλιστική σύμβαση με αυτήν, υφισταμένης ασφαλιστικής κάλυψης από την ασφαλιστική εταιρεία ....

Η άνω ένσταση κρίνεται απορριπτέα ως μη νόμιμη, διότι η λήξη της ασφαλιστικής σύμβασης με κοινή συμφωνία, συμφώνως με τα άνω εκτεθέντα, δεν μπορεί να αντιταχθεί κατά τρίτων ζημιωθέντων, εφόσον δεν τηρήθηκε η γνωστοποίηση με τον αναφερθέντα τυπικό τρόπο, προκειμένης συνεπώς, νόμιμης άσκησης του δικαιώματος των εναγόντων".

Το Εφετείο με το να δεχθεί με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης των Γ. Έ., Ο. Έ. και του γερμανικού φορέα κοινωνικής ασφάλισης με την επωνυμία "DAK Gesundheit" και δεχόμενο την αγωγή τους και ως προς την αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 6 και 9 παρ. 1 της τότε (13-10-2001) ισχύουσας Υ.Α.Κ4/585/1978 σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 167, 361 και 374 ΑΚ, 6, 15 και 26 του ν. 2496/1997 και 2 παρ. 1 του ν. 489/1976 (π.δ. 237/1986) και 9 παρ. 2 του παραρτήματος I της συμβάσεως του Στρασβούργου στις 20-4-1959 που κυρώθηκε με τον ν. 4147/1961 (ΦΕΚ 42/17- 3-1961 Τεύχος Α'), εφόσον κατά τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά κρίθηκε ότι είναι έγκυρη η καταρτισθείσα μεταξύ της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας και των συνιδιοκτητών του ζημιώσαντος με αριθ.

κυκλ. ...48 Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, σύμβαση ασφαλίσεως του αυτοκινήτου τους κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, ούτε δε το κύρος της επηρεάστηκε από την παράλληλη ισχύ και άλλης συμβάσεως για το ίδιο αυτοκίνητο, ούτε μεσολάβησε καταγγελία της καθ' οιονδήποτε νόμιμο τρόπο ώστε να δικαιολογείται η απόρριψη της έφεσης των Γ.

Έ., Ο. Έ. και του γερμανικού φορέα κοινωνικής ασφάλισης με την επωνυμία "DAK Gesundheit", και της αγωγής αυτών κατά της εν λόγω ασφαλιστικής εταιρίας. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το πρώτο σκέλος του με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.

Εξάλλου, από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου όπως προαναφέρθηκαν, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παρουσία των άλλων.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον με τον πρώτο λόγο του αναιρετηριου, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα. Περαιτέρω, από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι κατά το ένδικο χρονικό διάστημα το κύρος της σύμβασης ασφάλισης του ζημιογόνου οχήματος στην αναιρεσείουσα δεν επηρεάστηκε από την παράλληλη ισχύ και άλλης συμβάσεως για το ίδιο αυτοκίνητο, ούτε μεσολάβησε καταγγελία της καθ' οιονδήποτε νόμιμο τρόπο και επομένως εφόσον οι περισσότερες ασφαλίσεις είναι ισχυρές μέχρι την έκταση της ασφαλιστικής ζημιάς, οι περισσότεροι ασφαλιστές, εφόσον δεν συμφωνήθηκε κάτι άλλο, ευθύνονται εις ολόκληρο μέχρι το ασφαλιστικό ποσό της σύμβασής τους.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το τρίτο σκέλος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Κατά το άρθρο 25 ΑΚ οι ενοχές από σύμβαση ρυθμίζονται από το δίκαιο στο οποίο έχουν υποβληθεί τα μέρη και αν δεν υπάρχει τέτοιο, εφαρμόζεται το δίκαιο που αρμόζει στη σύμβαση από το σύνολο των ειδικών συνθηκών.

Κατά δε το άρθρο 26 του ίδιου Κώδικα οι ενοχές από αδίκημα διέπονται από το δίκαιο της πολιτείας όπου διαπράχθηκε το αδίκημα. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, όταν στα δικαιώματα του δανειστή από αδικοπραξία υποκαθίσταται από τον νόμο φορέας κοινωνικής ασφάλισης ή αλλοδαπό δημόσιο ή τρίτος γενικά που έχει υποχρέωση να ικανοποιήσει και ικανοποίησε το δανειστή, η νόμιμη υποκατάσταση τούτου στα δικαιώματα του δανειστή, εάν δεν υπάρχει άλλη συμβατική δέσμευση της πολιτείας, διέπεται, όχι από το δίκαιο της πολιτείας όπου διαπράχθηκε το αδίκημα, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για νόμιμη εκχώρηση της απαίτησης, η δε αξίωση του τρίτου έχει άμεσο έρεισμα το νόμο και δεν απορρέει από την αδικοπραξία, αλλά από το δίκαιο που διέπει τη σχέση στην οποία στηρίζεται η ικανοποίηση του δανειστή από τον τρίτο, δηλαδή το δίκαιο που διέπει τη σχέση κοινωνικής ασφάλισης ή τη σχέση της δημόσιας υπηρεσίας με το δανειστή και γενικά τη σχέση η οποία στηρίζει την υποκατάσταση του τρίτου στα δικαιώματα του δανειστή από αδικοπραξία.

Το δίκαιο αυτό θεωρούμενο ως Lex causae της υποκατάστασης θα εφαρμοστεί κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 25 ΑΚ (Ολ.ΑΠ 19/1995 ΑΠ 684/2011). Η εφαρμογή όμως του δικαίου τούτου τελεί υπό την προϋπόθεση ότι δεν υπάρχει διμερής σύμβαση με την οποία ρυθμίζεται ειδικώς το θέμα. Τέτοια διμερής σύμβαση έχει συναφθεί μεταξύ Ελλάδος και Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και ειδικότερα η από 28.3.1962 Ελληνογερμανική Σύμβαση περί Κοινωνικής Ασφάλισης, η οποία κυρώθηκε με το ν.δ. 4259/1962 και απέκτησε ισχύ νόμου.

Κατά το άρθρο 53 του ανωτέρω ν.δ., όταν πρόκειται για αξίωση αποκατάστασης προκληθείσας βλάβης, για την οποία ο παθών δικαιούται, κατά τη νομοθεσία ενός των συμβαλλομένων μερών, να στραφεί κατά τρίτου υπόχρεου, ο τελευταίος υποκαθίσταται στην αξίωση του παθόντος, σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τον υπόχρεο.

Επομένως, εφόσον ασκείται αξίωση γερμανικού ασφαλιστικού φορέα είναι εφαρμοστέο το γερμανικό δίκαιο. Η ρύθμιση αυτή, η οποία επικαλύπτεται από το άρθρο 93 παρ. 1 του Κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/1971 περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, σύμφωνα με το οποίο: "Αν δυνάμει της νομοθεσίας κράτους μέλους χορηγούνται παροχές για ζημία προκληθείσα από περιστατικά που συνέβησαν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, τα τυχόν δικαιώματα του οφειλέτου φορέα έναντι του τρίτου, ο οποίος υποχρεούται σε αποκατάσταση της ζημίας, ρυθμίζονται κατά τον ακόλουθο τρόπο:

α) όταν ο φορέας οφειλέτης υποκαθιστά, σύμφωνα με τη νομοθεσία που εφαρμόζεται απ' αυτόν, τον δικαιούχο στα δικαιώματα, τα οποία αυτός έχει έναντι του τρίτου, η υποκατάσταση αυτή αναγνωρίζεται από κάθε κράτος μέλος, β) όταν ο φορέας οφειλέτης έχει άμεσο δικαίωμα έναντι του τρίτου, κάθε κράτος μέλος αναγνωρίζει το δικαίωμα αυτό, τούτο έχει την έννοια ότι, εφόσον συντρέχει μια από τις προϋποθέσεις του νόμου και ο ασφαλισμένος δικαιούται αποζημίωση από τον υπαίτιο για την προκληθείσα σε βάρος του ζημία, η απαίτηση αυτή του ασφαλισμένου μεταβιβάζεται στον ανωτέρω φορέα της ασφαλίσεως στο μέτρο, κατά το οποίο αυτός οφείλει να προβεί σε παροχές προς το δικαιούχο της αποζημίωσης.

Με την C-397/1996 απόφαση της Ολομέλειάς του (Caise de pension des Versicherung AG), το ΔΕΚ ερμήνευσε την ως άνω πρόβλεψη του Κανονισμού ως κανόνα άρσεως συγκρούσεως νόμων, που επιβάλλει στο εθνικό δικαστήριο, το οποίο εκδικάζει αγωγή αποζημιώσεως κατά του προκαλέσαντος τη ζημία, την υποχρέωση να εφαρμόσει τη νομοθεσία του κράτους μέλους, στο οποίο ανήκει ο οφειλέτης φορέας, όχι μόνο για να προσδιορίσει αν ο φορέας αυτός υποκαθίσταται εκ του νόμου στα δικαιώματα του θύματος ή των εξ αυτού ελκόντων δικαιώματα, αλλά και για να προσδιορίσει τη φύση και το περιεχόμενο των απαιτήσεων, στις οποίες υποκαθίσταται ο οφειλέτης φορέας.

Επομένως, τόσο ο υποκατασταθείς οφειλέτης φορέας, όσο και τα εθνικά δικαστήρια κάθε κράτους μέλους οφείλουν να εφαρμόζουν τη νομοθεσία του κράτους μέλους, στο οποίο ανήκει ο οφειλέτης φορέας. Από την άλλη το άρθρο 93 παρ. 1 στοιχ. α' του ως άνω Κανονισμού δεν αποβλέπει στο να τροποποιήσει τους κανόνες, βάσει των οποίων προσδιορίζεται αν και κατά πόσο θεμελιώνεται η εξωσυμβατική ευθύνη του τρίτου που προκάλεσε τη ζημία.

Το ζήτημα της ευθύνης του τρίτου εξακολουθεί να διέπεται από τους ουσιαστικούς κανόνες, που οφείλει καταρχήν να εφαρμόσει το εθνικό δικαστήριο, στο οποίο προσέφυγε το θύμα ή οι εξ αυτού έλκοντες δικαιώματα, δηλαδή, καταρχήν, από τη νομοθεσία του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου επήλθε η ζημία. Εντεύθεν προκύπτει ότι δικαιώματα του θύματος ή των εξ αυτού ελκόντων δικαιώματα έναντι του προκαλέσαντος τη ζημία, καθώς και οι προϋποθέσεις άσκησης αγωγής αποζημίωσης ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου επήλθε η ζημία, προσδιορίζονται από τη νομοθεσία του κράτους αυτού, συμπεριλαμβανομένων των εφαρμοστέων κανόνων του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου .Ο οφειλέτης φορέας μπορεί να υποκατασταθεί μόνο στα κατ' αυτόν τον τρόπο προσδιορισθέντα δικαιώματα και μια υποκατάσταση, όπως η προβλεπόμενη από το άρθρο 93 παρ. 1 στοιχ.

α' του Κανονισμού, δεν μπορεί να έχει ως συνέπεια τη χορήγηση στο δικαιούχο των παροχών προσθέτων δικαιωμάτων έναντι τρίτων. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Κρήτης, με την προσβαλλόμενη 36/2016 οριστική απόφασή του δέχθηκε, ανέλεγκτα, τα ακόλουθα που αφορούν τη βασιμότητα της ένδικης από 24-4-2017 και με αριθμ.

εκθέσεως καταθέσεως 10/2017 αίτησης αναίρεσης της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕΕΓΑ": "Περαιτέρω, το τρίτο ενάγον ΝΠΔΔ και γερμανικός φορέας κοινωνικής ασφάλισης με την επωνυμία "Μπετριμπσκρανκενκάσσε Τσόλλερν Αλμπ Γκεζούντχαιτ" με έδρα τη Δρέσδη της Γερμανίας, στη δικονομική θέση του οποίου νόμιμα υπεισήλθε ως καθολικός διάδοχος η καλούσα ΝΤΕ-Α-ΚΑ ΓΚΕΖΟΥΝΤΧΑΙΤ με έδρα το Αμβούργο Γερμανίας που επίσης είναι γερμανικό ΝΠΔΔ και γερμανικός φορέας κοινωνικής ασφάλισης, το οποίο με τη σειρά του είναι από την 01.01.2013 καθολικός διάδοχος της (παλαιάς) ΝΤΕ-Α-ΚΑ ΓΚΕΖΟΥΝΤΧΑΙΤ με έδρα το Αμβούργο Γερμανίας, που από την 01.01.2011 ήταν καθολικός διάδοχος της Μπετριμπσκρανκενκάσσε Γκεζούντχαιτ, με έδρα την Φρανκφούρτη/Μάιν Γερμανίας, που διαδέχθη ως καθολικός της διάδοχος την Μπετριμπσκρανκενκάσσε Γκεζούντχαιτ, ΝΠΔΔ με έδρα την Δρέσδη, η οποία τελευταία είχε διαδεχθεί ως καθολικός της διάδοχος το αρχικώς ενάγων Μπετριμπσκρανκενκάσσε Τσόλλερν - Αλμπ, ΝΠΔΔ, έχει ως σκοπό την ασφάλιση υγείας και ασθενείας υπαλλήλων στη Γερμανία.

Σύμφωνα με το άρθρο 4(2) του πέμπτου βιβλίου του γερμανικού κώδικα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (SGB V) αποτελεί ως ΝΠΔΔ, ένα από τα προβλεπόμενα από το νόμο αυτοδιοικούμενα ασφαλιστικά ταμεία (Ersatzkassen) και αποτελεί φορέα κοινωνικής ασφάλισης υγείας (ταμείο υγειονομικής περίθαλψης). Σύμφωνα με τις παραγράφους 11, 27, 31, 32, 33, 37, 38, 39 και 40 SGBV οι ασφαλισμένοι του έχουν αξίωση για ιατρική και νοσοκομειακή περίθαλψη και δη παροχή φαρμάκων και επιδέσμων, θεραπευτικών και λοιπών βοηθητικών μέσων, περίθαλψη ασθενειών, νοσοκομειακή περίθαλψη, ιατρικές και συμπληρωματικές παροχές για αποκατάσταση, βοηθήματα υγειονομικής περίθαλψης, έξοδα διαδρομών και μεταφοράς εάν οι μεταφορές είναι απαραίτητες σε σχέση με κάποια παροχή του ταμείου και τέλος επίδομα ασθενείας (άρθρο 44).

Η αξίωση του επιδόματος αυτού γεννάται σε περίπτωση περίθαλψης στο νοσοκομείο από την αρχή της νοσηλείας, στις λοιπές περιπτώσεις, από τότε που έγινε η ιατρική βεβαίωση της ανικανότητας προς εργασία (άρθρο 47). Το ύψος του επιδόματος ανέρχεται στο 80% των τακτικών αποδοχών (άρθρο 47). Επίσης υποχρεούται το ταμείο αυτό στην καταβολή των εργοδοτικών εισφορών για την ασφαλιστική κάλυψη του εργαζομένου, αναλόγως όμως με το χρονικό διάστημα κατά το οποίο αυτό υποχρεούται στην καταβολή επιδόματος ασθενείας (άρθρο 347 και άρθρο 170 6ου βιβλίου SGB VI).

Η υποκατάσταση του φορέα κοινωνικής ασφάλισης στα δικαιώματα του ασφαλισμένου, εφόσον βεβαίως του κατέβαλε παροχές, ρυθμίζεται από τις διατάξεις της παραγράφου 116 του δέκατου βιβλίου του κώδικα κοινωνικών ασφαλίσεων (SGB Χ) που αφορά όλους τους ασφαλιστικούς φορείς, άρα και το ενάγον. Η υποκατάσταση επέρχεται αυτοδικαίως εκ του νόμου.

Η αξίωση αποζημίωσης είναι άμεση και ευθεία κατά του υπόχρεου σε αποζημίωση τρίτου. Για τα ποσά που επέρχεται υποκατάσταση, ο ασφαλισμένος δεν νομιμοποιείται πλέον ενεργητικά να ασκήσει αξίωση αποζημίωσης κατά του υπόχρεου. Η έκταση της υποκατάστασης συναρτάται από την υποχρέωση του φορέα να καταβάλει παροχές προς τον ασφαλισμένο του.

Το καθοριστικό γεγονός είναι ότι ο φορέας έχει εκ του νόμου την υποχρέωση να καταβάλλει παροχές και όχι πότε θα τις καταβάλει. Δεν πρόκειται δηλαδή για υποκατάσταση ως προς συγκεκριμένες παροχές. Αυτές μπορεί να καταβληθούν μέσα σε χρονικό διάστημα ακόμη και δεκαετιών. Τέλος, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 118 SGB Χ το Δικαστήριο, το οποίο καλείται να κρίνει μια υπόθεση ασφαλιστικής υποκατάστασης του φορέα κοινωνικής ασφάλισης στα δικαιώματα του ασφαλισμένου κατά του τρίτου ζημιώσαντος, δεσμεύεται από την απόφαση του φορέα για το ζήτημα κατά πόσον είχε υποχρέωση να καταβάλει τις παροχές τις οποίες κατέβαλε.

Στην προκείμενη περίπτωση αποδείχθηκε ότι η πρώτη ενάγουσα ήταν ασφαλισμένη στο τρίτο ενάγον ασφαλιστικό φορέα κατά το χρόνο του επιδίκου ατυχήματος με αριθμό μητρώου ...5005. Για τις ανάγκες της νοσηλείας της αυτό κατέβαλε, όπως αναμφίβολα προκύπτει από τα δημόσια έγγραφα που το τελευταίο εξέδωσε:

1) Για δαπάνες νοσοκομειακής περίθαλψης στην Κλινική της πόλης του ….από 18-10-2001 μέχρι 14-11-2001, την 7-01-2002, από 20-01-2002 μέχρι 27-01-2002, από 13-06-2002 μέχρι 19-06-2002, την 21-05-2003, το ποσό των 13.914,17 ευρώ, β) για μεταφορά της παθούσας με ασθενοφόρο από την παραπάνω Κλινική στην Κλινική Αποκατάστασης, το ποσό των 148,28 ευρώ, γ) για αγορά ιατρικών μηχανημάτων υποβοήθησης της ενάγουσας (επίδεσμο πλάτης, λαβίδα σύλληψης αντικειμένων, ανορθωτικό τμήμα τουαλέτας) το ποσό των 193,71 ευρώ, δ) για δαπάνες υποβολής της ασφαλισμένης σε φυσιοθεραπείες το ποσό των 576 ευρώ, με επιδικασθέν όμως 543,78 ευρώ γιατί το δικαστήριο δεν μπορεί να επιδικάσει πλέον του αιτηθέντος, ε) για επίδομα ασθενείας κατά το διάστημα από 13-12-2001 έως 30-09-2002 και από 1-10-2002 έως 12-04-2003, που η ασφαλισμένη συνεπεία του τραυματισμού της ήταν ανίκανη για εργασία το ποσό των 7.851,77 ευρώ, στ) για εισφορές στο Ταμείο Σύνταξης και Ανεργίας υπέρ της ασφαλισμένης για το χρονικό διάστημα από 13-12-2001 έως 12-04-2003 το ποσό των 1.877.92 ευρώ, ζ) για εισφορές ασφάλισης Ασθενειών και Ατυχημάτων υπέρ της ασφαλισμένης για τα χρονικά διαστήματα από 13-12-2001 έως 31-03-2002, από 1-04-2002 έως 31-12-2002 και από 1-01-2003 έως 12-04-2003, το ποσό των 1.953,08 ευρώ, η) για εισφορές στην Ασφάλιση Φροντίδας για το χρονικό διάστημα από 13-12-2001 έως 12-04-2003 το ποσό των 116,09 ευρώ, θ) για δαπάνη αγοράς γυαλιών οράσεως ως συμμετοχή το ποσό των 36,80 ευρώ (το υπόλοιπο ποσό καταβλήθηκε από την πρώτη ενάγουσα, όπως προαναφέρθηκε και ι) για δαπάνες της ασφαλισμένης για τις επισκέψεις σε εξωτερικούς ιατρούς το ποσό των 114,53 ευρώ.

Έτσι το σύνολο των παροχών αυτών ως πραγματική ζημία κατά το χρόνο σύνταξης της αγωγής ανήλθε στο ποσό των 26.750,12 ευρώ, κατά το οποίο το ενάγον υποκαταστάθηκε αυτοδικαίως από το νόμο στα δικαιώματα της παραπάνω ασφαλισμένης του και δικαιούται να αξιώσει τούτο από τους εναγόμενους. Ακόμη το ενάγον θα καταβάλει, για το χρόνο μετά τη σύνταξη της αγωγής, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων για έξοδα νοσοκομειακής μελλοντικής περίθαλψης και ήδη προγραμματισμένη νοσηλεία της ενάγουσας στη κλινική ...

για το διάστημα από 8-8-2003 ως 19-8-2003, 1.810,48 ευρώ και για το διάστημα από 17-7-2003 ως 8-8-2003, 1.895,50 ευρώ. Τέλος θα καταβάλει κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων στο μέλλον για έξοδα μελλοντικής εξωνοσοκομειακής περίθαλψής της και δη για αγορά βοηθητικών μέσων για το έτος 2008, 115,62 και 126,85 ευρώ, για φυσιοθεραπείες έτους 2004, 292,36 ευρώ, έτους 2005, 175,09 και 2011, 813,78 ευρώ.

Καταβολή άλλων επιπλέον ποσών έως το έτος 2013, όπως αιτείται το ενάγον με την αγωγή του δεν προέκυψε ότι το τελευταίο θα καταβάλει κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Τούτο προκύπτει άλλωστε και από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από 30-7-2015 βεβαίωση του ως άνω ταμείου. Δεδομένου ότι η καταβολή των άνω ποσών για μελλοντική ζημία, δεν προέκυψε ότι αφορά μελλοντικές παροχές που θα καταβάλλονται στο μέλλον σε μηνιαίες δόσεις (περιοδικά, π.χ.

απώλεια εισοδημάτων), δεν τίθεται θέμα επιδίκασής τους σε μελλοντικές κατά μήνα δόσεις, αλλά θα επιδικασθούν εφάπαξ με τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής ως μελλοντική θετική ζημία (ΑΠ 2013/2014, 1232/2008). Συνολικά η αξίωση της ενάγουσας ανέρχεται στο ποσό των 31.979,44 ευρώ. Επιπλέον το ενάγον κατέβαλε για τον ασφαλισμένο του Γ.

Έ., σύζυγο της ενάγουσας το ποσό των 494,81 ευρώ, ως προς το οποίο εκ του νόμου υποκαθίσταται στις αξιώσεις του τελευταίου κατά των εναγομένων, δηλαδή συνολικά 32.474,25 ευρώ. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι το τρίτο ενάγον ΝΠΔΔ εκκαλούν και εφεσίβλητο δικαιούται για τις ως άνω αιτίες το ποσό των 31.958,98 ευρώ (αναγνωριστικά) έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων, απορριπτόμενου του σχετικού λόγου έφεσης στις υπό στοιχείο Ε και ΣΤ εφέσεις ότι δεν έπρεπε να επιδικασθεί οποιοδήποτε ποσό για την αιτία αυτή, καθόσον το σχετικό κονδύλιο είναι αβάσιμο, ή έπρεπε να επιδικασθεί μικρότερο ποσό (υπό στοιχείο ΣΤ έφεση), απορριπτόμενων ομοίως, και των σχετικών ισχυρισμών της πέμπτης εναγομένης εταιρείας.

Πλην όμως, το άνω κεφάλαιο δεν προσεβλήθη με έφεση από το εκκαλούν, παραμένοντος του πρωτόδικα επιδικασθέντος ποσού των 31.958,98 ευρώ". Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ελλιπείς και ασαφείς αιτιολογίες για το ανωτέρω ζήτημα, διότι δεν διέλαβε στις παραδοχές του εάν ο συνταξιοδοτικός φορέας της δευτέρας αναιρεσίβλητης είναι το τρίτο αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο (δηλαδή εάν ο ασφαλιστικός φορέας είναι συνάμα και συνταξιοδοτικός φορέας), ή εάν είναι άλλο νομικό πρόσωπο και όχι το τρίτο αναιρεσίβλητο, επίσης δεν διέλαβε γιατί ο συνταξιοδοτικός φορέας, είτε είναι το ίδιο το τρίτο αναιρεσίβλητο, είτε είναι άλλος, δεν υποκαθίσταται στην απαίτηση της αναιρεσίβλητης για αποζημίωσή της λόγω απώλειας εισοδήματος, κατά το ποσόν της σύνταξης αναπηρίας που της καταβάλει, όπως αναφέρεται και στη σχετική μείζονα σκέψη, καθόσον σύμφωνα με τον Γερμανικό Κοινωνικό Κώδικα η υποκατάσταση του φορέα κοινωνικής ασφάλισης στα δικαιώματα του ασφαλισμένου, εφόσον βεβαίως του κατέβαλε παροχές, ρυθμίζεται από τις διατάξεις της παραγράφου 116 του δέκατου βιβλίου του (SGB Χ), που αφορά όλους τους ασφαλιστικούς φορείς, άρα και το ενάγον, σύμφωνα με τον οποίο η υποκατάσταση επέρχεται αυτοδικαίως εκ του νόμου, η αξίωση αποζημίωσης είναι άμεση και ευθεία κατά του υπόχρεου σε αποζημίωση τρίτου, για τα ποσά που επέρχεται υποκατάσταση, ο ασφαλισμένος δεν νομιμοποιείται πλέον ενεργητικά να ασκήσει αξίωση αποζημίωσης κατά του υπόχρεου και η έκταση της υποκατάστασης συναρτάται από την υποχρέωση του φορέα να καταβάλει παροχές προς τον ασφαλισμένο του.

Οι παραπάνω παραλείψεις στερούν την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση νομίμου βάσεως και την καθιστούν αναιρετέα, γιατί εφόσον ο συνταξιοδοτικός φορέας υποκαθίσταται στις απαιτήσεις της αναιρεσίβλητης Ο. Έ. η αναιρεσιβαλλόμενη έπρεπε να απορρίψει τις απαιτήσεις της αναιρεσίβλητης κατά το ποσό της συντάξεως αναπηρίας που της απονεμήθηκε.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕΕΓΑ" σύμφωνα με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια περί ελλιπούς και ανεπαρκούς αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης για όσα αναφέρθηκαν παραπάνω είναι βάσιμος. Όσον αφορά την αίτηση αναίρεσης της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...

Α.Α.Α.Ε" πρέπει να αναφερθούν τα εξής: Με τους εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ πρώτο και δεύτερο λόγους της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... Α.Α.Α.Ε" προβάλλονται οι πλημμέλειες περί παραβιάσεως κανόνων ουσιαστικού δικαίου και περί ελλιπούς και ανεπαρκούς αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης.

Συγκεκριμένα η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αίτησης της αναίρεσης ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε σε πολλαπλή παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου. Ειδικότερα ισχυρίζεται με το πρώτο μέρος αυτού του λόγου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ έκρινε ότι η παθούσα είναι ασφαλισμένη στον Γερμανικό φορέα κοινωνικής ασφάλισης και ως εκ τούτου το ζήτημα της υποκαταστάσεως του Φορέα της Κοινωνικής Ασφάλισής της ρυθμίζεται από το Γερμανικό Δίκαιο και συγκεκριμένα από τις διατάξεις της παραγράφου 116 του δέκατου βιβλίου του (SGB Χ) που αφορά όλους τους ασφαλιστικούς φορείς, άρα και το ενάγον, σύμφωνα με το οποίο η υποκατάσταση επέρχεται αυτοδικαίως εκ του νόμου, η αξίωση αποζημίωσης είναι άμεση και ευθεία κατά του υπόχρεου σε αποζημίωση τρίτου και για τα ποσά που επέρχεται υποκατάσταση και ο ασφαλισμένος δεν νομιμοποιείται πλέον ενεργητικά να ασκήσει αξίωση αποζημίωσης κατά του υπόχρεου, στη συνέχεια, ενώ εφάρμοσε τις εν λόγω διατάξεις για τις παροχές υγείας που έλαβε η αναιρεσίβλητη από τον ασφαλιστικό της φορέα δεν συνέβη το ίδιο και με τις παροχές συντάξεως που έλαβε από τον ασφαλιστικό της φορέα, τις οποίες επιδίκασε στο σύνολό της και στην αναιρεσιβαλλόμενη απορρίπτοντας τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, τον οποίο επανέφερε με λόγο έφεσής της, για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποιήσεώς της περί καταβολής όλου του ποσού που ζητούσε ως μελλοντική αποζημίωσή της λόγω του τραυματισμού της από την απώλεια των μισθών που θα λάμβανε κατά το χρονικό διάστημα από 1-8-2003 ως 1-8-2013, καθόσον ελάμβανε κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα πρόωρη μηνιαία σύνταξη από τον ασφαλιστικό της φορέα, ο οποίος ως προς αυτό το ποσό υποκαταστάθηκε αυτοδίκαια και ως εκ τούτου αυτή νομιμοποιείτο ενεργητικώς προς άσκηση της αξίωσης απώλειας εισοδήματος μόνο καθό μέρος οι απολεσθείσες αποδοχές της υπερέβαιναν το ποσό της μηνιαίας σύνταξης την οποία ελάμβανε.

Περαιτέρω με το πρώτο σκέλος του τρίτου μέρους του πρώτου λόγου ισχυρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση επιδίκασε στην αναιρεσιβαλλόμενη για το χρονικό διάστημα από τον χρόνο του ατυχήματος μέχρι την 01.08.2013 (ημερομηνία, κατά την οποία θα συμπλήρωνε τις προϋποθέσεις λήψεως πλήρους συντάξεως γήρατος), όχι μόνο τις καθαρές αποδοχές που θα αποκόμιζε με πιθανότητα κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, αλλά επιπλέον και τις εργοδοτικές εισφορές, ποσού κατά το αίτημα της αγωγής 622,99 €, οι οποίες αποτελούν, σύμφωνα με την απόφαση, στην ουσία, όφελος του ίδιου του εργαζομένου, ο οποίος δεν θα μπορέσει να απολαύσει τα εξ αυτών ωφελήματα, αφού δεν μπορεί να εργαστεί συνεπεία της ανικανότητάς του από τον τραυματισμό του.

Παράλληλα όμως έκρινε ότι δικαιούται, συγχρόνως, ως αποζημίωση το ποσό της διαφοράς μεταξύ πλήρους και μειωμένης συντάξεως, για το χρονικό διάστημα από 01.08.2013 έως 30.06.2023, με το σκεπτικό, ότι "...Εάν όμως δεν υφίστατο το, ως άνω, τροχαίο ατύχημα και εργαζόταν κανονικά, οπότε στον ασφαλιστικό λογαριασμό της θα πιστωνόταν λόγω κρατήσεων και εισφορές λόγω σύνταξης...", θα ελάμβανε υψηλότερη σύνταξη και της επιδίκασε το ποσό αυτό.

Εν όψει των ανωτέρω, καθίσταται προφανές, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της αίτησης ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο επιδικάζοντας υπέρ της πρώτης των αναιρεσιβλήτων και τις μη καταβληθείσες εργοδοτικές εισφορές, παρότι η ζημία, την οποία φέρεται, ότι υπέστη, συνεπεία της μη καταβολής των (ήτοι, ο περιορισμός του ύψους της συντάξεως λόγω γήρατος), καλύφθηκε με την επιδίκαση της διαφοράς μεταξύ πλήρους και μειωμένης συντάξεως, εσφαλμένως, εφήρμοσε την διάταξη της Α.Κ. 929 ενώ συγχρόνως προέβη σε -απαγορευμένη- διπλή αποκατάσταση της αυτής ζημίας, παραβιάζοντας και την Α.Κ. 914.

Συνεχίζοντας με το δεύτερο σκέλος του τρίτου μέρους του πρώτου λόγου ισχυρίζεται ότι, με την ίδια απόφαση, έγινε δεκτό, ότι το δεύτερο αναιρεσίβλητο κατέβαλε: "...στ) για εισφορές στο Ταμείο Σύνταξης και Ανεργίας υπέρ της ασφαλισμένης, για το χρονικό διάστημα από 13-12-2001 έως 12-04-2003, το ποσό των 1.877,92 ευρώ, ζ) για εισφορές ασφάλισης Ασθενειών και Ατυχημάτων υπέρ της ασφαλισμένης, για τα χρονικά διαστήματα από 13-12-2001 έως 31-03-2002, από 01-04-2002 έως 31-12-2002 και, από 1-01-2003 έως 12-04-2003, το ποσό των 1.953,08 ευρώ, η) για εισφορές στην Ασφάλιση Φροντίδας, για το χρονικό διάστημα από 13-12-2001 έως 12-04-2003, το ποσό των 116,09 ευρώ...".

Σύμφωνα, με τα δεκτά γενόμενα, ως άνω, πραγματικά περιστατικά, κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, το δεύτερο των αναιρεσιβλήτων, κατέβαλε υπέρ της πρώτης εξ αυτών, ασφαλιστικές εισφορές, συνολικού ύψους 3.947,09 ευρώ, το οποίο και επιδικάσθηκε υπέρ αυτού, ένεκα υποκαταστάσεώς του στα δικαιώματα της ασφαλισμένης του, κατ' εφαρμογή της παραγράφου 116 του SGB Χ.

Εφόσον, όμως, ως γνωστόν, η υποκατάσταση του Φορέα Κοινωνικής Ασφαλίσεως στα δικαιώματα των ασφαλισμένων του προϋποθέτει την ύπαρξη (ποιοτικώς και ποσοτικώς) αντίστοιχης αξιώσεως των τελευταίων έναντι των υπόχρεων προς αποζημίωση, παρέπεται, ότι η ως άνω αξίωση του δευτέρου αναιρεσιβλήτου, η οποία αφορούσε στις υπ' αυτού καταβληθείσες ασφαλιστικές εισφορές, θα έπρεπε να απορριφθεί ως μη νόμιμη, ελλείψει αντίστοιχης αξιώσεως στο πρόσωπο της παθούσας ασφαλισμένης του, η αποθετική ζημία της οποίας, ως προελέχθη, κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των κειμένων διατάξεων, δεν περιελάμβανε και τις μη καταβληθείσες εργοδοτικές εισφορές.

Κρίνοντας, λοιπόν, διαφορετικά, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε τις διατάξεις των Α.Κ. 929 και 914, καθώς και εκείνη της παραγράφου 116 του SGB Χ, υποπίπτοντας και σε αυτήν την περίπτωση στην πλημμέλεια του αναιρετικού λόγου της Κ.Πολ.Δ. 559 αριθ. 1. Με το τέταρτο μέρος του πρώτου λόγου ισχυρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση επιδίκασε στην αναιρεσιβαλλόμενη τις εργοδοτικές ασφαλιστικές εισφορές, που αντιστοιχούσαν στο χρονικό διάστημα από 13.12.2001 έως 12.04.2003, κατά το οποίο -όπως το ίδιο, με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε- οι ασφαλιστικές εισφορές κατεβλήθησαν, για λογαριασμό της παθούσας, από το δεύτερο αναιρεσίβλητο Ν.Π.Δ.Δ.

Ειδικότερα εφόσον κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το δεύτερο των αναιρεσιβλήτων, κατέβαλε υπέρ της πρώτης εξ αυτών ασφαλιστικές εισφορές, συνολικού ύψους 3.947,09 ευρώ, το οποίο και επιδικάσθηκε υπέρ αυτού, ένεκα υποκαταστάσεώς του στα δικαιώματα της ασφαλισμένης του, κατ' εφαρμογή της παραγράφου 116 του SGB Χ, παρέπεται, ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη στερείτο ενεργητικής νομιμοποιήσεως, ως προς την αξίωση των ασφαλιστικών εισφορών, καθ' ο μέρος αυτές καλύφθηκαν από τον Ασφαλιστικό της Οργανισμό.

Κρίνοντας, όμως, κατά τα ανωτέρω, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε κανόνες ουσιαστικού δικαίου, υποπίπτοντας και σε αυτήν την περίπτωση στην πλημμέλεια του αναιρετικού λόγου της Κ.Πολ.Δ. 559 αριθ. 1. Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας των πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 αρ. 1 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ανέλεγκτα, τα ακόλουθα κρίσιμα για την τύχη του συγκεκριμένου λόγου της αναίρεσης, πραγματικά περιστατικά: "....

από το ατύχημα τραυματίσθηκε και η συνοδηγός Ο. Έ.... Αυτή (δεύτερη ενάγουσα) υπέστη κάκωση αυχένα, κάκωση δεξιού ώμου με κάταγμα κλειδός, κάκωση λεκάνης, κάκωση θώρακος με κάταγμα 6ου πλευρού και κάκωση οσφύος με ασταθή κατάγματα 02 και 03 σπονδύλων. Την 18-10-2001, κατά σύσταση των ιατρών του Νοσοκομείου ….., μεταφέρθηκε αεροπορικώς επί φορείου στην Γερμανία στη δημοτική κλινική ατυχημάτων της πόλης ...

όπου κρίθηκε ότι επρόκειτο περί βαρείας και επικίνδυνης για τη ζωή της σωματικής βλάβης. Λόγω του ότι τα κατάγματα των σπονδύλων ήταν ασταθή υποβλήθηκε την 29-10-2001 σε χειρουργική σταθεροποίηση με εμφύτευση εσωτερικού φιξατέρ και κλειστή ανάταξη των καταγμάτων (σπονδυλοδεσία) από τα επίπεδα 01 έως 04 (προς σταθεροποίηση των ενδιάμεσων σπονδύλων 02 και 03 που είχαν υποστεί τα κατάγματα).

Για την αναγκαία αερομεταφορά αυτής από το …..στη ….. και από εκεί για το παραπάνω νοσοκομείο προκατέβαλε στον λογαριασμό της γερμανικής εταιρείας ... που πραγματοποίησε την αερομεταφορά 17.383,92 ευρώ. Εν τέλει, επειδή τις υπηρεσίες αερομεταφοράς χρησιμοποίησαν και άλλα άτομα, της επέστρεψαν το ποσό των 9.532,29 ευρώ και η ζημία της τελικά ανήλθε στο ποσό των 7.851,63 ευρώ (βλ.

το από 19-02-2002 έγγραφο της εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ").

Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι η ενάγουσα αυτή, εκκαλούσα και εφεσίβλητη υπέστη το είδος αυτό της ζημίας, δεν έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων όσον αφορά την ουσιαστική βασιμότητα του είδους της ζημίας αυτής και οι σχετικοί των υπό στοιχείων Ε και ΣΤ εφέσεων, λόγοι με τους οποίους αποδίδεται ότι η ενάγουσα δεν είχε αξίωση τέτοιας δαπάνης που ουδέποτε κατέβαλε, πρέπει ν' απορριφθούν ως κατ' ουσία αβάσιμοι, όπως αβάσιμα και απορριπτέα είναι και τα όσα για τον ίδιο λόγο ισχυρίζεται και η πέμπτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία.

Όμως, δεν μπορεί να επιδικασθεί το άνω ποσόν στην ενάγουσα, μη προσβληθέντος του κεφαλαίου τούτου με έφεση (παραμένοντος του πρωτοδίκως επιδικασθέντος ποσού των 7.551,63 ευρώ). Την 14-11-2001 η ενάγουσα έλαβε εξιτήριο από την προαναφερόμενη κλινική, ενώ δόθηκαν οδηγίες για κατάκλιση και φυσιοθεραπείες, τις οποίες πραγματοποίησε στην κλινική αποκατάστασης ..., όπου παρέμεινε έως την 12-12-2001.

Ακολούθως, την 21η-01-2002 εισήλθε εκ νέου στη δημοτική κλινική ατυχημάτων της παραπάνω πόλης και υποβλήθηκε σε οστεοσύνθεση δεξιάς κλείδας λόγω δημιουργίας ψευδάρθρωσης και καθυστερημένης ίασης του κατάγματος στη δεξιά κλείδα. Στην προαναφερόμενη κλινική παρέμεινε έως την 27-1-2002, οπότε εξήλθε με οδηγίες για συνέχιση των φυσιοθεραπειών, ενώ προβλέφθηκε ότι θα υπάρξουν μόνιμες επιπτώσεις από τον τραυματισμό της στο ατύχημα, ιδίως από τα τραύματα στην οσφυϊκή μοίρα της σπονδυλικής στήλης, η δε ανικανότητά της προς εργασία λόγω της κατάστασής της τότε, κρίθηκε ότι ανερχόταν στο 100% (βλ.

το από 1-2-2002 έγγραφο της δημοτικής κλινικής). Στις 21-05-2002 έλαβε χώρα επέμβαση αφαίρεσης των υλικών της οστεοσύνθεσης του κατάγματος της δεξιάς κλείδας και στις 13-6-2002 υποβλήθηκε και πάλι σε επέμβαση αφαίρεσης των υλικών της οστεοσύνθεσης από τη σπονδυλική στήλη, ενώ, λόγω βαριάς οστεοπόρωσης και καθίζησης του ανωτέρου 01 και του κατωτέρου 04 σπονδύλου, όπου της είχε γίνει η σπονδυλοδεσία εξαιτίας του ατυχήματος για τη συγκράτηση των σπονδύλων 02, 03, υποβλήθηκε σε σπονδυλοπλαστική το έτος 2007 στην Κλινική ...

του Νοσοκομείου του .... Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα αυτή κατά τη διάρκεια της νοσηλείας της στη δημόσια κλινική ατυχημάτων της πόλης ... δαπάνησε για τη συμμετοχή της σε νοσήλια το ποσό των 126 ευρώ (9 ευρώ για καθεμία από τις 14 ημέρες νοσηλείας). Επίσης, ως συμμετοχή σε φυσιοθεραπείες δαπάνησε το ποσό των 96,54 ευρώ.

Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι κατά την σύγκρουση καταστράφηκαν τα γυαλιά της αξίας 503,44 ευρώ. Επιπροσθέτως, αποδείχθηκε ότι δαπάνησε συνολικά το ποσό των 300 ευρώ, για τηλεφωνικές της συνδιαλέξεις με στενούς συγγενείς της (τέκνα κ.λπ.) στη …., οι οποίες ήταν περισσότερες του συνήθους, λαμβανομένου υπόψη του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος των ανωτέρω προσώπων να πληροφορηθούν την πορεία της υγείας της και της ιδιαίτερης ηθικής υποχρέωσης της ίδιας να τους ενημερώνει τακτικά και ιδίως κατά την περίοδο νοσηλείας της στην Ελλάδα, αλλά και στην ως άνω δημοτική κλινική.

Επομένως για τις ως άνω αιτίες δικαιούται συνολικά η ενάγουσα το ποσό των 1.025,98 ευρώ. Τα ίδια δέχθηκε το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως προς τα κονδύλια αυτά και επομένως δεν έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων και οι σχετικοί λόγοι των υπό στοιχείων Ε και ΣΤ εφέσεων με τους οποίους οι εκκαλούντες αυτών ισχυρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι, όπως αβάσιμα και απορριπτέα είναι και τα όσα για τον ίδιο λόγο ισχυρίζεται και η πέμπτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία.

Επίσης αποδείχθηκε ακόμη ότι οι μεταβάσεις, τόσο της ιδίας όσο και του συζύγου της προκειμένου να την συμπαρασταθεί, από τον τόπο κατοικίας της στο ….. στις ως άνω κλινικές (…..) όπου επισκέφθηκε ιατρούς, νοσηλεύτηκε και πραγματοποίησε φυσικοθεραπείες, έγιναν με το αυτοκίνητό της, το οποίο οδηγούσε ο σύζυγός της.

Για τις μετακινήσεις αυτές η ενάγουσα επιβαρύνθηκε με τις λειτουργικές δαπάνες του αυτοκινήτου της ανερχόμενες συνολικά σε 1.000 ευρώ (κατά μέσο όρο 100 διαδρομές χ 40 χιλιόμετρα κατά μέσο όρο η διαδρομή χ 0,25 ευρώ ανά χιλιόμετρο), που πρέπει να της επιδικασθεί, απορριπτόμενων ως αβασίμων των αντιθέτων ισχυριζόμενων από την πέμπτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία.

Με την αγωγή της ισχυρίστηκε ακόμη η δεύτερη ενάγουσα ότι μετά την άσκηση αυτής (της αγωγής), θα αναγκαστεί να προσλάβει οικιακή βοηθό, λόγω αδυναμίας της για την εκτέλεση των οικιακών εργασιών, στην οποία μελλοντικά και έως το έτος 2037, θα καταβάλει μηνιαίως το ποσό των 525 ευρώ. Όσον αφορά τον ισχυρισμό τούτο αποδείχθηκαν τ' ακόλουθα:

πράγματι εξαιτίας του τραυματισμού της η ενάγουσα κατέστη ανίκανη προς εργασία, αλλά και προς εκτέλεση των σχετικών οικιακών εργασιών, δεδομένου ότι ήδη κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής (7/2003) η ενάγουσα είχε υποστεί δύο επεμβάσεις σε μεγάλος μήκος της σπονδυλικής της στήλης (από 01 έως και 04) εξαιτίας του ατυχήματος, είχαν δε παρουσιαστεί και σημαντικές παραμορφώσεις στα σώματα των δύο σπονδύλων με σημαντική μείωση ύψους έως και 1 εκ.

με μεταβολή των καλυπτηρίων πλακών των σωμάτων των σπονδύλων. Παρουσίαζε, ακόμη, σημαντικό περιορισμό της κινητικότητας ολόκληρης της σπονδυλικής στήλης με τονισμό στην οσφυϊκή μοίρα, καθώς και στη μετάβαση προς τη θωρακική περιοχή της σπονδυλικής στήλης και μείωση ύψους στα θεραπευμένα κατάγματα των οσφυϊκών σπονδύλων 2 και 3, ήταν δε πλέον φανερές οι αρχόμενες εμφανίσεις φθοράς λόγω του ατυχήματος στη σπονδυλική στήλη.

Οι ως άνω φθορές, απότοκες του τραυματισμού από το ατύχημα, είχαν την τάση χειροτέρευσης στο μέλλον με τη δημιουργία μόνιμης κατάστασης έντονου περιορισμού της κινητικότητας της σπονδυλικής στήλης, η οποία δεν θα επέτρεπε μία παρατεταμένη θέση του σώματος καθώς επίσης και ένα παρατεταμένο κάθισμα ή όρθια στάση, γεγονός που καθιστούσε ήδη από τότε (7/2003) την ενάγουσα ανίκανη για εργασία κατά ποσοστό 100% (βλ.

το από 24/7/2003 έγγραφο της δημοτικής κλινικής ...). Υπό αυτές τις συνθήκες και σύμφωνα με τις παραδοχές της μείζονας σκέψης, κατ' αρχήν, η ως άνω επικαλούμενη ζημία είναι πιθανή για το μέλλον, πλην όμως, δεν πιθανολογείται βάσιμα ότι η ενάγουσα θα επιβαρυνθεί με τούτη. Και τούτο διότι αν και η κατάσταση της υγείας της ενάγουσας, πριν την άσκηση της αγωγής, ήταν η ίδια, αυτή ουδόλως προσέλαβε οικιακή βοηθό για την τέλεση των οικιακών εργασιών, αλλά τις εργασίες αυτές έκαμαν ο γιός της, ο σύζυγος και η μητέρα της.

Με βάση αυτά τα πραγματικά περιστατικά το δικαστήριο πιθανολογεί ότι κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και στο μέλλον η ενάγουσα, που γεννήθηκε το έτος 1948, δεν πρόκειται να προβεί σε πρόσληψη οικιακής βοηθού, τουλάχιστον έως το έτος της συνταξιοδότησής της στο 65° έτος της ηλικίας της, δηλαδή έως το 2013.

Στη συνέχεια η ενάγουσα ενόψει και της ηλικίας αυτής και του συζύγου της, κατά την πιθανή πορεία των πραγμάτων, έτσι και αλλιώς και ανεξάρτητα από το ατύχημα, θα προσελάμβανε οικιακή βοηθό για την πραγματοποίηση των οικιακών εργασιών, πρόσληψη, όμως, που δεν θα ήταν απότοκος του ατυχήματος, αλλά απότοκη της παρέλευσης της ηλικίας.

Ενισχυτικό της κρίσης αυτής του Δικαστηρίου είναι το γεγονός ότι η ενάγουσα μέχρι σήμερα ουδέν αποδεικτικό αστοιχείο προσεκόμισε περί της πρόσληψης οικιακής βοηθού στο διαρρεύσαν χρονικό διάστημα, (βλ. άρθρο 529 ΚΠολΔ, για το επιτρεπτό προσκόμισης νέων αποδεικτικών μέσων στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο).

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αναγνώρισε οτι για την αιτία αυτή η ενάγουσα δικαιούται ως αποζημίωση μόνο από τη συζήτηση της αγωγής ως τη συμπλήρωση του 68ου έτους της ηλικίας της (μέχρι το έτος 2016) το ποσό των 10.800 ευρώ. Επομένως έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων και οι σχετικοί περί τούτου λόγοι των εφέσεων με τους οποίους αποδίδεται εσφαλμένη κρίση στην εκκαλουμένη, με την μεν υπό στοιχείο Δ έφεση της ενάγουσας - εκκαλούσας ότι έπρεπε να επιδικαστεί μεγαλύτερο ποσό από αυτό που επιδικάσθηκε, με τις υπό στοιχείο Ε και ΣΤ εφέσεις των εναγομένων - εκκαλούντων, καθόλου ή μικρότερο ποσό, πρέπει ο μεν λόγος της υπό στοιχείο Δ έφεσης ν' απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, οι δε λόγοι των υπό στοιχείων Ε και ΣΤ εφέσεων να γίνουν δεκτοί ως ουσιαστικά βάσιμοι, να εξαφανισθεί κατά τούτο η προσβαλλόμενη απόφαση και να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η εν λόγω αξίωση της δεύτερης ενάγουσας.

Βάσιμα είναι τα όσα για τον ίδιο λόγο ισχυρίζεται και η πέμπτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα αυτή κατά το χρόνο του ατυχήματος εργαζόταν στο κρατίδιο της …….. ως καθηγήτρια δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στο Λύκειο "….." της πόλης ... και λάμβανε μηνιαίο μισθό 3.728,06 ευρώ.

Λόγω του προαναφερθέντος τραυματισμού της, δεν εργάσθηκε από 13-10-2001 και μετέπειτα, με συνέπεια να απωλέσει για το διάστημα από 13-10-2001 έως 31-12-2001 (3.728,06 € χ 2,5 μήνες =) 9.320,15 € και για επίδομα Χριστουγέννων 2.051,29 € και συνολικά 11.371,44 €. Για το χρονικό διάστημα από 1-01-2002 έως 31-12-2002 απώλεσε το ποσό των (3.782,92 € χ 12 μήνες =) 45.395,04 €, για επίδομα θερινής άδειας 255,65 € και για επίδομα Χριστουγέννων 2.051,29 € και συνολικά 47.701,98 €.

Για το χρονικό διάστημα από 1-01-2003 έως 31-07-2003 απώλεσε το ποσό των (3.816,48 € χ 3 μήνες - Ιανουάριο έως Μάρτιο = 11.449,44 € καθώς και 3.890,92 € χ 4 μήνες = 15.563,68 €) και για επίδομα θερινής άδειας 255,65 € και συνολικά 27.268,77 €. Αν δεν είχε συμβεί το επίμαχο τροχαίο ατύχημα και ο τραυματισμός της, με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, θα εργαζόταν και κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα μέχρι την επίδοση της αγωγής και θα εισέπραττε το ποσό των 86.342,19 €, στο οποίο περιλαμβάνονται όχι μόνο οι καθαρές αποδοχές που θα αποκόμιζε με πιθανότητα κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, αλλά επιπλέον και οι εργοδοτικές εισφορές, ποσού κατά το αίτημα της αγωγής 622,99 € (από τις σχετικές βεβαιώσεις προκύπτει ότι οι εισφορές αυτές ανέρχονται στο παραπάνω ποσό μέχρι το 12/2001, μετά αυξάνουν, πλην όμως το Δικαστήριο θα ακολουθήσει το αίτημα της αγωγής, διότι δεν μπορεί να επιδικάσει πλέον του αιτηθέντος), οι οποίες αποτελούν στην ουσία όφελος του ίδιου του εργαζομένου, ο οποίος δεν θα μπορέσει ν' απολαύσει τα εξ αυτών ωφελήματα, αφού δεν μπορεί να εργαστεί συνεπεία της ανικανότητας του από τον τραυματισμό (βλ.

ΑΠ 1332/2003, ΕλλΔνη 2005.77, - ΑΠ 1585/2002, ΕλλΔνη 2004.1025). Από το ποσό, ωστόσο, αυτό πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 27.340,78 € που καταβλήθηκε στη δεύτερη ενάγουσα από τον ασφαλιστικό της φορέα (δεύτερο ενάγον ΝΠΔΔ) ως επίδομα ασθενείας, με συνέπεια το συνολικό ποσό που δικαιούται αυτή να αναζητήσει από τους εναγόμενους να ανέρχεται στο ποσό των (86.342,19 - 27.340,78 =) 59.001,37 €.

Ακριβώς τα ίδια δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επομένως δεν έσφαλε κατά τούτο και ορθά τις αποδείξεις εξετίμησε. Ως εκ τούτου τ' αντίθετα, που υποστηρίζουν οι εναγόμενοι της δεύτερης κύριας αγωγής και εκκαλούντες των υπό στοιχείο Ε και ΣΤ εφέσεων με τους σχετικούς λόγους των ένδικων εφέσεων, είναι κατ' ουσίαν αβάσιμα και απορριπτέα, όπως αβάσιμα και απορριπτέα είναι και τα όσα για τον ίδιο λόγο ισχυρίζεται και η πέμπτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία.

Όσον αφορά τη μελλοντική ζημία της δεύτερης ενάγουσας αποδείχθηκαν τ' ακόλουθα: Όπως προαναφέρθηκε, εξαιτίας του τραυματισμού της η ενάγουσα αυτή κατέστη ανίκανη προς εργασία και ειδικότερα δεν θα δύναται στο μέλλον να ασκεί την εργασία της καθηγήτριας στο ως άνω σχολείο.

Συνεπώς, θα απωλέσει κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ως μελλοντική ζημία τους μισθούς που θα λάμβανε για το χρονικό διάστημα από 1-08-2003 μέχρι 1-08-2013. Ειδικότερα, ενόψει και των αυξήσεων στον μισθό της που εν τω μεταξύ θα λάμβανε αυτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, δικαιούται τ' ακόλουθα ποσά: α) 119.501,85 € για το διάστημα από 1-08-2003 έως 31-12-2005 (3.890.92 € μηνιαίως χ 29 μήνες = 112.836,68 €, στο οποίο πρέπει να συνυπολογιστούν τα επιδόματα Χριστουγέννων και αδείας των παραπάνω ετών 2.051,29 € χ 3 = 6.153,87 € και 255,65 € χ 2 = 766,95 €), β) 154.345,35 €, από τα οποία θα επιδικασθεί το ποσό των 154.304,52 € που αξιώνει η ενάγουσα για το διάστημα από 1-01-2006 έως 31-12-2008 (4.085,47 € μηνιαίως χ 36 μήνες = 147.076,92 €, στο οποίο πρέπει να συνυπολογιστούν τα επιδόματα Χριστουγέννων και αδείας των παραπάνω ετών 2.153,51 € χ 3= 6.460,53 € και 269,30 € χ 3 = 807,9 €), γ) 162.063,60 € για το διάστημα από 1-01-2009 έως 31-12-2011 (4.289,74 € μηνιαίως χ 36 μήνες = 154.430,64 €, στο οποίο πρέπει να συνυπολογιστούν τα επιδόματα Χριστουγέννων και αδείας των παραπάνω ετών 2.261,55 € χ 3= 6.784,65 € και 282,77 € χ 3 - 848,77 €), δ) 88.548,79 € για το διάστημα από 1-01-2012 έως 31-07-2013 (4.504,23 € μηνιαίως χ 19 μήνες = 85.580,37 €, στο οποίο πρέπει να συνυπολογιστούν τα επιδόματα Χριστουγέννων και αδείας των παραπάνω ετών 2.374,62 € και 296,90 € χ 2) και συνολικά 524.418,76 € ,το οποίο πρέπει, κατά το αίτημα της αγωγής, όπως περιορίστηκε, να αναγνωριστεί ότι της οφείλεται κατά τις παρακάτω αναφερόμενες διακρίσεις.

Η ενάγουσα από 1-5-2002 συνταξιοδοτήθηκε από το συνταξιοδοτικό της φορέα πρόωρα λόγω πλήρους μείωσης βιοπορισμού κατά την γερμανική ασφαλιστική νομοθεσία και δικαιώθηκε πρόωρης σύνταξης για την αιτία αυτή. Το ποσό της σύνταξης αυτής, σύμφωνα με τις παραδοχές της προηγούμενης μείζονας σκέψης, δεν θα αφαιρεθεί, από τις δικαιούμενες μικτές αποδοχές.

Ακριβώς τα ίδια δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επομένως δεν έσφαλε κατά τούτο και ορθά τις αποδείξεις εξετίμησε. Ως εκ τούτου τ' αντίθετα, που υποστηρίζουν οι εναγόμενοι της δεύτερης κύριας αγωγής και εκκαλούντες των υπό στοιχείο Ε και ΣΤ εφέσεων με τους σχετικούς λόγους των ένδικων εφέσεων, είναι κατ' ουσίαν αβάσιμα και απορριπτέα, όπως αβάσιμα και απορριπτέα είναι και τα όσα για τον ίδιο λόγο ισχυρίζεται και η πέμπτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα αυτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα συμπληρώσει τις προϋποθέσεις για λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος, οπότε και θα συνταξιοδοτηθεί με τις προϋποθέσεις αυτές, στις 1/8/2013 (65° έτος ηλικίας της). Θα λάβει για το λόγο αυτό σύνταξη γήρατος ύψους 1.363,07 ευρώ. Εάν όμως δεν υφίστατο το ως άνω τροχαίο ατύχημα και εργαζόταν κανονικά, οπότε στον ασφαλιστικό λογαριασμό της θα πιστωνόταν λόγω κρατήσεων και εισφορές λόγω σύνταξης (κατά το διάστημα που συνταξιοδοτήθηκε μειωμένα, λόγω μείωσης βιοπορισμού δεν της γινόταν κρατήσεις λόγω σύνταξης, αλλά μόνο λόγω ασφάλειας ασθενείας και ασφαλείας φροντίδας), θα λάμβανε σύνταξη γήρατος μηνιαίως το ποσό των 1.580,85 ευρώ, ήτοι διαφορά 217,78 ευρώ μηνιαία.

Επίσης θα λάβει και επιχειρησιακή σύνταξη γήρατος 60,82 ευρώ, εάν, όμως, δεν υφίστατο το ως άνω τροχαίο ατύχημα και εργαζόταν κανονικά, θα λάμβανε το ποσό των 226,12 ευρώ, ήτοι διαφορά 165,30 ευρώ και συνολικά μηνιαία 383,08 ευρώ. Αποτέλεσμα τούτου είναι ότι θα απωλέσει στο μέλλον τη διαφορά της μειωμένης από την πλήρη σύνταξη, την οποία θα λάμβανε μετά βεβαιότητας ως 30-6-2014 το ποσό των 4.213,88 € (383,08 χ 11).

Από την 1-7-2014 θα αυξηθεί η σύνταξή της λόγω λήψης του επιδόματος μητρότητας στο ποσό των 1.476,66 ευρώ, θα αυξανόταν, όμως και η σύνταξή της εάν δεν είχε συμβεί το ατύχημα και εργαζόταν κανονικά, στο ποσό των 1.753,27 ευρώ, με αποτέλεσμα να δικαιούται της διαφοράς των 276,61 και συνολικά, συμπεριλαμβανομένης της διαφοράς από την επιχειρησιακή σύνταξη 441,91 ευρώ μηνιαία (1753,27 - 1476,66 - 276,61 + 165,30).

Περαιτέρω, από 1-7-2016 αυξήθηκε η σύνταξη γήρατος στο ποσό των 1.603,68 ευρώ μηνιαίως, αν δεν συνέβαινε δε το ατύχημα, θα ελάμβανε σύνταξη 1.904,08 ευρώ μηνιαίως, δικαιούμενη συνεπώς της διαφοράς των 300 ευρώ συν του ποσού της μη αυξηθείσης επικουρικής σύνταξης 165,30 ευρώ, συνολικά, δηλαδή, ποσό 465,30 ευρώ. Οι σχετικοί, όμως, υπολογισμοί θα γίνουν με το ποσό των 404,66 € κατά το αίτημα της αγωγής όπως περιορίστηκε (βλ.

πρακτικά της από 28-2-2008 συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, λαμβανομένων υπόψιν επίσης των ισχυρισμών της εκκαλούσας στις προτάσεις της στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων περί ζημίας της από την μείωση της σύνταξής της, στο ποσό των 404,66 ευρώ), δεδομένου ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να επιδικάσει πλέον του αιτηθέντος.

Συνακόλουθα για το επόμενο χρονικό διάστημα, ήτοι από 1-7-2014 έως 30-6-2023 θα απωλέσει 43.703,28 ευρώ (9 έτη χ 12 μήνες χ 404,66). Για το επόμενο χρονικό διάστημα, ήτοι από 1.7.2023 και μέχρι τη συμπλήρωση του 90ου έτους της ηλικίας της ενάγουσας, ήτοι και μέχρι συγκεκριμένα την 31.7.2037, για το οποίο αυτή ζητεί να αναγνωρισθεί ότι οι αντίδικοί της υποχρεούνται να της καταβάλουν την ως άνω διαφορά μηνιαίως, δεν είναι δυνατό να προβλεφθεί από τώρα, σε τέτοιο βάθος χρόνου, το ύψος των συντάξεων και οι διακυμάνσεις αυτών.

Επομένως το αναγνωριστικό αγωγικό κονδύλιο για το διάστημα από 1-7-2023 έως 31-7-2037 είναι απορριπτέο ως προώρως ασκηθέν. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αναγνώρισε, αφενός, ότι για την αιτία αυτή η ενάγουσα δικαιούται ως αποζημίωση από 1/8/2013 έως την ηλικία του 68ου έτους (2016) το ποσό των 200 ευρώ μηνιαίως και συνολικά 7.200 €, αφετέρου, απέρριψε ως αβάσιμο για το μεταγενέστερο διάστημα ως προώρως ασκηθέν.

Επομένως έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων και οι σχετικοί περί τούτου λόγοι των εφέσεων με τους οποίους αποδίδεται εσφαλμένη κρίση στην εκκαλουμένη, με την μεν υπό στοιχείο Δ έφεση της ενάγουσας - εκκαλούσας ότι έπρεπε να επιδικαστεί μεγαλύτερο ποσό από αυτό που επιδικάσθηκε, με τις υπό στοιχείο Ε και ΣΤ εφέσεις των εναγομένων - εκκαλούντων ότι δεν έπρεπε να επιδικαστεί κανένα ποσό, πρέπει ο μεν λόγος της υπό στοιχείο Δ έφεσης να γίνει δεκτός ως κατ' ουσία βάσιμος, οι δε λόγοι των υπό στοιχείων Ε και ΣΤ εφέσεων να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι, όπως αβάσιμα και απορριπτέα είναι και τα όσα για τον ίδιο λόγο ισχυρίζεται και η πέμπτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, να εξαφανισθεί και κατά τούτο η προσβαλλόμενη απόφαση.

Η ως άνω, αποζημίωση, που αφορά μελλοντική ζημία μετά την σύνταξη της αγωγής και δη περιοδικές παροχές από την απώλεια εισοδημάτων και συντάξεων, πρέπει να αναγνωριστεί ότι οφείλεται σε χρηματικές δόσεις κατά μήνα, προκαταβλητέες στην αρχή του εκάστου μηνός που αφορούν (για δώρο Χριστουγέννων το μήνα Δεκέμβριο και για το επίδομα θερινής άδειας το μήνα Αύγουστο) με τον νόμιμο τόκο από την ως άνω δήλη ημέρα καταβολής τους κατά ουσιαστική παραδοχή του επικουρικού αιτήματος της αγωγής.

Και τούτο διότι δεν προέκυψε εξαιρετική περίπτωση και δη σπουδαίος λόγος που να δικαιολογεί την καταβολή της αποζημίωσης σε κεφάλαιο εφάπαξ όπως ισχυρίστηκε η ενάγουσα αυτή. Τέτοιος σπουδαίος λόγος θεωρείται, ότι υπάρχει όταν η εφάπαξ καταβολή μπορεί να εξυπηρετήσει καλύτερα τα συμφέροντα του δικαιούχου της αποζημιώσεως ή όταν υπάρχουν δυσμενείς προσωπικοί ή οικονομικοί λόγοι στην πλευρά του υπόχρεου.

Το επικαλούμενο με την αγωγή γεγονός ότι οι εναγόμενοι, μεταξύ των οποίων και οι ασφαλιστικές εταιρίες, που κατά τεκμήριο αποτελούν εγγύηση της εξασφάλισης του παθόντος σε τροχαίο ατύχημα, είναι απλώς αφερέγγυοι, δεν αρκεί, διότι δεν στηρίζεται σε συγκεκριμένα περιστατικά, αλλά σε μελλοντικά γεγονότα που υποθετικά μπορούν να επισυμβούν ("....είναι δυνατόν να αλλάζουν συχνά τη διαμονή τους, ώστε να μη δύναται εύκολα να εξευρεθούν, άλλωστε δυστροπούντες στην οφειλή τους" και για τις ασφαλιστικές εταιρείες "πέραν του ότι είναι δυνατόν να καταστούν αφερέγγυες στο μέλλον ή...

δύναται να λυθούν... αλλά η εκκαθάρισή τους προφανέστατα δεν θα υποπέσουν στην αντίληψη της στην αλλοδαπή κατοικούσας ενάγουσας...."). Άλλωστε και σε κάθε περίπτωση δύναται η ενάγουσα να ζητήσει να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι σε παροχή ασφάλειας. Επίσης το επικαλούμενο με την αγωγή γεγονός ότι η παθούσα είναι κάτοικος αλλοδαπής και θα αναγκάζεται να προσφεύγει στις υπηρεσίες τρίτων προσώπων για την μηνιαία καταβολή, για τη ρύθμιση των σχετικών γραφειοκρατικών διαδικασιών, επιβαρυνόμενη και με τα έξοδα των εμβασμάτων πληρωμής, δεν αρκεί, δεδομένου ότι η ενάγουσα μπορεί να ζητήσει ως αποζημίωση τις όποιες δαπάνες καταβολής, αφού ως γνωστόν τα χρηματικά χρέη είναι κομίσιμα με ευθύνη του οφειλέτη στην κατοικία του δανειστή, πέραν του ότι και η εφάπαξ καταβολή επιβαρύνεται αναλογικά κατά το ύψος της με έξοδα καταβολής.

Τέλος, ο ισχυρισμός ότι, με την εφάπαξ καταβολή, θα λάβει συγκεντρωμένο κεφάλαιο για να αγοράσει διαμέρισμα για να κατοικεί, ώστε να μην επιβαρύνεται με έξοδα ενοικίου και να καλύπτει τις αυξημένες ανάγκες της, πέραν του ότι προκύπτει ότι συνταξιοδοτείται και λαμβάνει χρήματα για την κάλυψη των δαπανών της, δεν αποδείχθηκε ότι αυτή κατοικεί σε μισθωμένο διαμέρισμα.

Άλλωστε μέχρι την τελεσίδικη επιδίκαση των άνω αξιώσεων με την παρούσα απόφαση, αυτές θα έχουν καταστεί εξ αντικειμένου σε αξιώσεις εφάπαξ κεφαλαίου. Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που επιδίκασε τις μελλοντικές αξιώσεις της ενάγουσας σε εφάπαξ κεφάλαιο, έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων και οι σχετικοί περί τούτου λόγοι των υπό στοιχείο Ε και ΣΤ εφέσεων των εναγομένων - εκκαλούντων πρέπει να γίνουν δεκτοί ως κατ' ουσία βάσιμοι, όπως βάσιμα ισχυρίζεται το ίδιο και η πέμπτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, να εξαφανισθεί και κατά τούτο η προσβαλλόμενη απόφαση και να αναγνωριστεί ότι οφείλονται στην ενάγουσα οι ως άνω μηνιαίες αξιώσεις σε χρηματικές δόσεις κατά μήνα, προκαταβλητέες στην αρχή του εκάστου μηνός που αφορούν (για δώρο Χριστουγέννων το μήνα Δεκέμβριο και για το επίδομα θερινής άδειας το μήνα Αύγουστο) με τον νόμιμο τόκο από την ως άνω δήλη ημέρα καταβολής τους.

Όσον αφορά την πέμπτη εναγομένη ως προς την οποία η υπ' αριθμ. 278/2008 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου έχει ήδη εξαφανιστεί με την υπ' αριθμ. 280/2013 απόφαση αυτού του δικαστηρίου πρέπει να σημειωθούν ακόμη και τα ακόλουθα: Σύμφωνα με το άρθρο 15 του Ν. 2496/1997, "1. Αν η ασφαλισμένη περιουσία έχει ασφαλιστεί κατά του ίδιου κινδύνου σε περισσότερους ασφαλιστές (πολλαπλή ασφάλιση), ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος οφείλουν να γνωστοποιήσουν χωρίς καθυστέρηση σε κάθε ασφαλιστή την ασφάλιση και το ασφαλιστικό ποσό. 2.

Οι περισσότερες ασφαλίσεις είναι ισχυρές μέχρι την έκταση της ασφαλιστικής ζημιάς. 3. Αν δεν συμφωνήθηκε κάτι άλλο, οι περισσότεροι ασφαλιστές ευθύνονται εις ολόκληρο, μέχρι το ασφαλιστικό ποσό της σύμβασής τους" (βλ. και ΑΠ 881 και 882/2006, ΕφΠατρ 740/2007, δημΝόμος, Α. Κρητικός, Αποζημίωση, εκδ. 2008, σελ. 574, παρ. 22).

Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 10 § 1 και 11 του ν. 489/76, όπως αυτός ισχύει, το τρίτο πρόσωπο που ζημιώθηκε σε τροχαίο αυτοκινητικό ατύχημα έχει από την ασφαλιστική σύμβαση ευθύνης, μεταξύ του υπαιτίου ζημιώσαντος και της ασφαλιστικής του εταιρίας, μέχρι του ποσού της ασφαλιστικής σύμβασης, ιδία, ευθεία και αυτοτελή αξίωση κατά του ασφαλιστή, ο οποίος δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτού, όταν ασκεί την παραπάνω αξίωση, ενστάσεις που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση, δηλαδή που αφορούν τις εσωτερικές συμβατικές σχέσεις μεταξύ ασφαλιστή και ασφαλισμένου.

Η τυχόν ακύρωση, λύση ή λήξη ή αναστολή της ασφαλιστικής σύμβασης, μπορεί να αντιταχθεί από τον ασφαλιστή κατά του τρίτου ζημιωθέντος μόνον εφόσον το ατύχημα έχει συμβεί μετά την πάροδο 16 ημερών από τη γνωστοποίηση αυτής της ακύρωσης, λύσης, λήξης ή αναστολής από τον ασφαλιστή, η οποία γνωστοποίηση γίνεται στην κατοικία ή στον τόπο διαμονής του ασφαλισμένου, με έγγραφο του οποίου αποδεικνύεται η χρονολογία λήψης και το περιεχόμενο.

Με το άρθρο 7 § 3 του Ν. 2170/10.10.1993, η τελευταία διάταξη αντικαταστάθηκε και ορίσθηκε ότι "η γνωστοποίηση γίνεται στην κατοικία ή διαμονή του ασφαλισμένου ή αντισυμβαλλομένου με επιστολή του ασφαλιστή προς αυτόν" (ΑΠ 1594/2012 ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 167 ΑΚ "η δήλωση της βουλήσεως έχει νομική ενέργεια, μόνο αφότου περιέλθει στο πρόσωπο στο οποίο απαιτείται να απευθυνθεί".

Ειδικότερα, σύμφωνα με τη θεωρία της παραλαβής ή λήψης που δέχεται ο ΑΚ, η δήλωση θεωρείται συντελεσθείσα όχι απλώς από την αποτύπωσή της στον εξωτερικό κόσμο, αλλά από την παραλαβή της με δυνατότητα γνώσης του περιεχομένου της (ΑΠ 252/2016 ΝΟΜΟΣ). Επομένως, για να παραγάγει τα αποτελέσματά της απαιτείται περιέλευσή της στον νόμιμο παραλήπτη, επιπλέον, δε απαιτείται να περιέχεται σε έγγραφο και μάλιστα συστημένο ή επί αποδείξει.

Έτσι, αν ο ασφαλιστής επιλέξει τη συστημένη επιστολή μέσου των ΕΛΤΑ για την πιο πάνω γνωστοποίηση της λύσης της σύμβασης ασφάλισης, δεν αρκεί η παράδοση από τον ταχυδρόμο της γραπτής ειδοποίησης του παραλήπτη με ρίψη του ειδοποιητηρίου ή της επιστολής στο γραμματοκιβώτιο του παραλήπτη, αλλά απαιτείται και η παραλαβή της συστημένης επιστολής αυτοπροσώπως από τον παραλήπτη, οπότε εξασφαλίζεται η δυνατότητα γνώσης από αυτόν του περιεχομένου της (βλ.

ΑΠ 1579/2008, 6015/2011 ΕφΑθ ΝΟΜΟΣ). Η ασφαλιστική σύμβαση μπορεί βέβαια να λυθεί ή ακυρωθεί και με μεταγενέστερη αντισυμφωνία μεταξύ ασφαλιστή και ασφαλισμένου, σύμφωνα με τη γενική διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, δηλαδή συναινετικά μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, χωρίς δηλαδή να υπάρξει καταγγελία της από κάποιο από τα συμβαλλόμενα μέρη.

Στις μεταξύ των συμβαλλομένων μερών της ασφαλιστικής σύμβασης σχέσεις (ασφαλιστή και ασφαλισμένου) μπορεί να μην απαιτείται η ως άνω γνωστοποίηση για τη λήξη της μεταξύ του ασφαλισμένου και του ασφαλιστή σχέσης, όσον, όμως, αφορά την όλως διάφορη αξίωση του τρίτου παθόντος κατά του ασφαλιστή, απαιτείται πάντοτε να έχει λάβει χώρα η γνωστοποίηση αυτή κατά τον προαναφερθέντα τρόπο, ώστε να διαπιστωθεί και η πάροδος του χρονικού διαστήματος των 16 ημερών από τη γνωστοποίηση της ακύρωσης, λήξης ή αναστολής της ασφαλιστικής σύμβασης, και να μην υπάρχει πλέον ευθύνη του ασφαλιστή να αποζημιώσει τον παθόντα τρίτο, ακόμα δηλαδή και εάν στις μεταξύ ασφαλισμένου και ασφαλιστή σχέσεις δεν υπάρχει υποχρέωση κάλυψης και το όχημα θεωρείται ανασφάλιστο.

Συνεπώς, για να αντιταχθεί η ασφαλιστική εταιρία του ζημιογόνου οχήματος έναντι του τρίτου ζημιωθέντος, πρέπει να τηρηθούν οι όροι της έγκυρης και έγκαιρης γνωστοποίησης της λήξης της ασφαλιστικής σύμβασης, (βλ. ΟλΑΠ 3/2005, ΑΠ 1175/2004, ΝΟΜΟΣ, ΕλλΔνη 2005.378, ΑΠ 638/07, ΑΠ 1277/04, ΑΠ 1175/04, δημΝόμος, Α. Κρητικός, Αποζημίωση από τροχαία, εκδ. 2008, σελ. 701).

Στην προκείμενη περίπτωση, αποδείχθηκε ότι όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την πέμπτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία υπ' αριθ. 17-5-2000 βεβαίωση ασφάλισης, οι συνιδιοκτήτες του ζημιώσαντος αυτοκινήτου (πρώτος και δεύτερος εναγόμενοι της δεύτερης κύριας αγωγής) είχαν ασφαλίσει την αστική ευθύνη για τις προς τρίτους ζημίες του πιο πάνω υπ' αριθ.

κυκλ. ...48 Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου τους, εργοστασίου κατασκευής Peugeot στην πέμπτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία για το χρονικό διάστημα από 26-4-2000 έως 26-10-2000, για το οποίο και είχαν καταβάλει τα ανάλογα ασφάλιστρα. Στη συνέχεια η ασφαλιστική αυτή εταιρεία ανανέωσε την ασφάλιση για το από 26-10-2000 έως 26-04-2001 χρονικό διάστημα με το υπ' αριθ. ...699 ανανεωτήριο ασφαλιστήριο συμβόλαιο (βλ.

αυτό προσκομιζόμενο), αλλ' επειδή οι ως άνω ασφαλισμένοι θεωρούσαν ακριβά τα ασφάλιστρα, ζήτησαν από τον πράκτορα της εταιρείας αυτής στα Χανιά, Ε. Ρ., ότι δεν επιθυμούν τη συνέχιση της ασφάλισης ούτε την ανανέωση, αφού αποφάσισαν να ασφαλίσουν το όχημά τους στην τέταρτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία.

Η πέμπτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία θεώρησε την προφορική (άτυπη) αυτή συμφωνία ως συμφωνία λήξης και εξέδωσε την υπ' αριθμ. 200800/7-3-2001 πρόσθετη πράξη ακύρωσης που όπως ισχυρίζεται χωρίς, όμως. να αποδεικνύει, απέστειλε με ταχυδρομική επιστολή στους ασφαλισμένους της, χωρίς ακόμη και να αποδεικνύει λήψη αυτής από τους τελευταίους.

Η συμφωνία αυτή ισχύει στις σχέσεις της εκκαλούσας ως άνω ασφαλιστικής εταιρίας και των αντισυμβαλλομένων - ασφαλισμένων, κατά των οποίων και επιτρεπτώς μπορεί να αντιταχθεί κατά τα προαναφερθέντα. Δεν μπορεί όμως να αντιταχθεί η ως άνω λύση της ασφαλιστικής σύμβασης έναντι των τρίτων ζημιωθέντων, ήτοι έναντι του πρώτου ενάγοντος και της δεύτερης ενάγουσας, εφόσον δεν έχει τηρηθεί απ' αυτήν (εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρία) η γνωστοποίηση με τον τυπικό τρόπο που προβλέπει ο νόμος κατά τα προαναφερθέντα, ούτε άλλωστε η ως άνω ασφαλιστική εταιρία επικαλείται ότι έχει συμβεί κάτι τέτοιο (λήψη επιστολής) και συνεπώς, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην προηγούμενη νομική σκέψη, η επίδικη αξίωση των ως άνω εναγότων ζημιωθέντων, καλύπτεται ασφαλιστικά από αυτήν.

Εξάλλου, η άνω εταιρεία ισχυρίζεται ότι η αγωγή ασκήθηκε καταχρηστικά, κατ' άρθρο 281 ΑΚ, ζητώντας την απόρριψη της αγωγής, καθόσον το ζημιογόνο όχημα, κατόπιν κοινής συμφωνίας ασφαλιστή και ασφαλισμένου, λύθηκε η ασφαλιστική σύμβαση με αυτήν, υφισταμένης ασφαλιστικής κάλυψης από την ασφαλιστική εταιρεία ....

Η άνω ένσταση κρίνεται απορριπτέα ως μη νόμιμη, διότι η λήξη της ασφαλιστικής σύμβασης με κοινή συμφωνία, συμφώνως με τα άνω εκτεθέντα, δεν μπορεί να αντιταχθεί κατά τρίτων ζημιωθέντων, εφόσον δεν τηρήθηκε η γνωστοποίηση με τον αναφερθέντα τυπικό τρόπο, προκειμένης συνεπώς, νόμιμης άσκησης του δικαιώματος των εναγόντων...

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω η ενάγουσα αυτή δικαιούται ως αποζημίωση το συνολικό ποσό των 715.915 ευρώ (143.578,98 καταψηφιστικά και 572.335,92 αναγνωριστικά).... Περαιτέρω, το τρίτο ενάγον ΝΠΔΔ και γερμανικός φορέας κοινωνικής ασφάλισης με την επωνυμία "Μπετριμπσκρανκενκάσσε Τσόλλερν Αλμπ Γκεζούντχαιτ" με έδρα τη Δρέσδη της Γερμανίας, στη δικονομική θέση του οποίου νόμιμα υπεισήλθε ως καθολικός διάδοχος η καλούσα ΝΤΕ-Α-ΚΑ ΓΚΕΖΟΥΝΤΧΑΙΤ με έδρα το Αμβούργο Γερμανίας, που επίσης είναι γερμανικό ΝΠΔΔ και γερμανικός φορέας κοινωνικής ασφάλισης, το οποίο με τη σειρά του είναι από την 01.01.2013 καθολικός διάδοχος της (παλαιάς) ΝΤΕ-Α-ΚΑ ΓΚΕΖΟΥΝΤΧΑΙΤ με έδρα το Αμβούργο Γερμανίας, που από την 01.01.2011 ήταν καθολικός διάδοχος της Μπετριμπσκρανκενκάσσε Γκεζούντχαιτ.

με έδρα την Φρανκφούρτη/Μάιν Γερμανίας, που διαδέχθη ως καθολικός της διάδοχος την Μπετριμπσκρανκενκάσσε Γκεζούντχαιτ. ΝΠΔΔ με έδρα την Δρέσδη, η οποία τελευταία είχε διαδεχθεί ως καθολικός της διάδοχος το αρχικώς ενάγον Μπετριμπσκρανκενκάσσε Τσόλλερν - Αλμπ, ΝΠΔΔ, έχει ως σκοπό την ασφάλιση υγείας και ασθενείας υπαλλήλων στη Γερμανία.

Σύμφωνα με το άρθρο 4(2) του πέμπτου βιβλίου του γερμανικού κώδικα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (SGB V) αποτελεί ως ΝΠΔΔ, ένα από τα προβλεπόμενα από το νόμο αυτοδιοικούμενα ασφαλιστικά ταμεία (Ersatzkassen) και αποτελεί φορέα κοινωνικής ασφάλισης υγείας (ταμείο υγειονομικής περίθαλψης). Σύμφωνα με τις παραγράφους 11, 27, 31, 32, 33, 37, 38, 39 και 40 SGBV οι ασφαλισμένοι του έχουν αξίωση για ιατρική και νοσοκομειακή περίθαλψη και δη παροχή φαρμάκων και επιδέσμων, θεραπευτικών και λοιπών βοηθητικών μέσων, περίθαλψη ασθενειών, νοσοκομειακή περίθαλψη, ιατρικές και συμπληρωματικές παροχές για αποκατάσταση, βοηθήματα υγειονομικής περίθαλψης, έξοδα διαδρομών και μεταφοράς εάν οι μεταφορές είναι απαραίτητες σε σχέση με κάποια παροχή του ταμείου και τέλος επίδομα ασθενείας (άρθρο 44).

Η αξίωση του επιδόματος αυτού γεννάται σε περίπτωση περίθαλψης στο νοσοκομείο από την αρχή της νοσηλείας, στις λοιπές περιπτώσεις, από τότε που έγινε η ιατρική βεβαίωση της ανικανότητας προς εργασία (άρθρο 47). Το ύψος του επιδόματος ανέρχεται στο 80% των τακτικών αποδοχών (άρθρο 47). Επίσης υποχρεούται το ταμείο αυτό στην καταβολή των εργοδοτικών εισφορών για την ασφαλιστική κάλυψη του εργαζομένου, αναλόγως όμως με το χρονικό διάστημα κατά το οποίο αυτό υποχρεούται στην καταβολή επιδόματος ασθενείας (άρθρο 347 και άρθρο 170 6ου βιβλίου SGB VI).

Η υποκατάσταση του φορέα κοινωνικής ασφάλισης στα δικαιώματα του ασφαλισμένου, εφόσον βεβαίως του κατέβαλε παροχές, ρυθμίζεται από τις διατάξεις της παραγράφου 116 του δέκατου βιβλίου του κώδικα κοινωνικών ασφαλίσεων (SGB Χ) που αφορά όλους τους ασφαλιστικούς φορείς, άρα και το ενάγον. Η υποκατάσταση επέρχεται αυτοδικαίως εκ του νόμου.

Η αξίωση αποζημίωσης είναι άμεση και ευθεία κατά του υπόχρεου σε αποζημίωση τρίτου. Για τα ποσά που επέρχεται υποκατάσταση, ο ασφαλισμένος δεν νομιμοποιείται πλέον ενεργητικά να ασκήσει αξίωση αποζημίωσης κατά του υπόχρεου. Η έκταση της υποκατάστασης συναρτάται από την υποχρέωση του φορέα να καταβάλει παροχές προς τον ασφαλισμένο του.

Το καθοριστικό γεγονός είναι ότι ο φορέας έχει εκ του νόμου την υποχρέωση να καταβάλλει παροχές και όχι πότε θα τις καταβάλει. Δεν πρόκειται δηλαδή για υποκατάσταση ως προς συγκεκριμένες παροχές. Αυτές μπορεί να καταβληθούν μέσα σε χρονικό διάστημα ακόμη και δεκαετιών. Τέλος, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 118 SGB Χ το Δικαστήριο, το οποίο καλείται να κρίνει μια υπόθεση ασφαλιστικής υποκατάστασης του φορέα κοινωνικής ασφάλισης στα δικαιώματα του ασφαλισμένου κατά του τρίτου ζημιώσαντος, δεσμεύεται από την απόφαση του φορέα για το ζήτημα κατά πόσον είχε υποχρέωση να καταβάλει τις παροχές τις οποίες κατέβαλε.

Στην προκείμενη περίπτωση αποδείχθηκε ότι η πρώτη ενάγουσα ήταν ασφαλισμένη στο τρίτο ενάγον ασφαλιστικό φορέα κατά το χρόνο του επιδίκου ατυχήματος με αριθμό μητρώου ...5005. Για τις ανάγκες της νοσηλείας της αυτό κατέβαλε, όπως αναμφίβολα προκύπτει από τα δημόσια έγγραφα που το τελευταίο εξέδωσε: 1) Για δαπάνες νοσοκομειακής περίθαλψης στην Κλινική της πόλης του ...

από 18-10- 2001 μέχρι 14-11-2001, την 7-01-2002, από 20-01-2002 μέχρι 27-01-2002, από 13- 06-2002 μέχρι 19-06-2002, την 21-05-2003, το ποσό των 13.914,17 ευρώ, β) για μεταφορά της παθούσας με ασθενοφόρο από την παραπάνω Κλινική στην Κλινική Αποκατάστασης, το ποσό των 148,28 ευρώ, γ) για αγορά ιατρικών μηχανημάτων υποβοήθησης της ενάγουσας (επίδεσμο πλάτης, λαβίδα σύλληψης αντικειμένων, ανορθωτικό τμήμα τουαλέτας) το ποσό των 193,71 ευρώ, δ) για δαπάνες υποβολής της ασφαλισμένης σε φυσιοθεραπείες το ποσό των 576 ευρώ, με επιδικασθέν όμως 543,78 ευρώ γιατί το δικαστήριο δεν μπορεί να επιδικάσει πλέον του αιτηθέντος, ε) για επίδομα ασθενείας κατά το διάστημα από 13-12-2001 έως 30-09-2002 και από 1-10-2002 έως 12-04-2003, που η ασφαλισμένη συνεπεία του τραυματισμού της ήταν ανίκανη για εργασία το ποσό των 7.851,77 ευρώ, στ) για εισφορές στο Ταμείο Σύνταξης και Ανεργίας υπέρ της ασφαλισμένης για το χρονικό διάστημα από 13-12-2001 έως 12-04-2003 το ποσό των 1.877,92 ευρώ, ζ) για εισφορές ασφάλισης Ασθενειών και Ατυχημάτων υπέρ της ασφαλισμένης για τα χρονικά διαστήματα από 13-12-2001 έως 31-03-2002, από 1-04-2002 έως 31-12-2002 και από 1-01-2003 έως 12-04-2003, το ποσό των 1.953,08 ευρώ, η) για εισφορές στην Ασφάλιση Φροντίδας για το χρονικό διάστημα από 13-12-2001 έως 12-04-2003 το ποσό των 116,09 ευρώ, θ) για δαπάνη αγοράς γυαλιών οράσεως ως συμμετοχή το ποσό των 36,80 ευρώ (το υπόλοιπο ποσό καταβλήθηκε από την πρώτη ενάγουσα, όπως προαναφέρθηκε και ι) για δαπάνες της ασφαλισμένης για τις επισκέψεις σε εξωτερικούς ιατρούς το ποσό των 114,53 ευρώ.

Έτσι το σύνολο των παροχών αυτών ως πραγματική ζημία κατά το χρόνο σύνταξης της αγωγής ανήλθε στο ποσό των 26.750,12 ευρώ, κατά το οποίο το ενάγον υποκαταστάθηκε αυτοδικαίως από το νόμο στα δικαιώματα της παραπάνω ασφαλισμένης του και δικαιούται να αξιώσει τούτο από τους εναγόμενους. Ακόμη το ενάγον θα καταβάλει, για το χρόνο μετά τη σύνταξη της αγωγής, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων για έξοδα νοσοκομειακής μελλοντικής περίθαλψης και ήδη προγραμματισμένη νοσηλεία της ενάγουσας στη κλινική ...

για το διάστημα από 8-8-2003 ως 19-8-2003, 1.810,48 ευρώ και για το διάστημα από 17-7-2003 ως 8-8-2003, 1.895,50 ευρώ. Τέλος θα καταβάλει κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων στο μέλλον για έξοδα μελλοντικής εξωνοσοκομειακής περίθαλψής της και δη για αγορά βοηθητικών μέσων για το έτος 2008,115,62 και 126,85 ευρώ, για φυσιοθεραπείες έτους 2004, 292,36 ευρώ, έτους 2005, 175,09 και 2011, 813,78 ευρώ.

Καταβολή άλλων επιπλέον ποσών έως το έτος 2013, όπως αιτείται το ενάγον με την αγωγή του δεν προέκυψε ότι το τελευταίο θα καταβάλει κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Τούτο προκύπτει άλλωστε και από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από 30-7-2015 βεβαίωση του ως άνω ταμείου. Δεδομένου ότι η καταβολή των άνω ποσών για μελλοντική ζημία, δεν προέκυψε ότι αφορά μελλοντικές παροχές που θα καταβάλλονται στο μέλλον σε μηνιαίες δόσεις (περιοδικά, π.χ.

απώλεια εισοδημάτων), δεν τίθεται θέμα επιδίκασής τους σε μελλοντικές κατά μήνα δόσεις, αλλά θα επιδικασθούν εφάπαξ με τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής ως μελλοντική θετική ζημία (βλ. ΕφΑθ 10339/84, ΕλλΔνη 85,261, σχετ. ΑΠ 2013/2014, 1232/2008, δημΝόμος, Α. Κρητικός, Αποζημίωση από τροχαία, εκδ. 98, παρ. 41, σελ. 16).

Συνολικά η αξίωση του ενάγοντος ανέρχεται στο ποσό των 31.979,44 ευρώ. Επιπλέον το ενάγον κατέβαλε για τον ασφαλισμένο του Γ. Έ., σύζυγο της ενάγουσας το ποσό των 494,81 ευρώ, ως προς το οποίο εκ του νόμου υποκαθίσταται στις αξιώσεις του τελευταίου κατά των εναγομένων, δηλαδή συνολικά 32.474,25 ευρώ. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι το τρίτο ενάγον ΝΠΔΔ εκκαλούν και εφεσίβλητο δικαιούται για τις ως άνω αιτίες το ποσό των 31.958,98 ευρώ (αναγνωριστικά) έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων, απορριπτόμενου του σχετικού λόγου έφεσης στις υπό στοιχείο Ε και ΣΤ εφέσεις ότι δεν έπρεπε να επιδικασθεί οποιοδήποτε ποσό για την αιτία αυτή, καθόσον το σχετικό κονδύλιο είναι αβάσιμο, ή έπρεπε να επιδικασθεί μικρότερο ποσό (υπό στοιχείο ΣΤ έφεση), απορριπτόμενων ομοίως, και των σχετικών ισχυρισμών της πέμπτης εναγομένης εταιρείας.

Πλην όμως, το άνω κεφάλαιο δεν προσεβλήθη με έφεση από το εκκαλούν, παραμένοντος του πρωτοδίκως επιδικασθέντος ποσού των 31.958,98 ευρώ". Το Εφετείο με το να δεχθεί τα παραπάνω, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "...

ΑΑΑΕ" με το τρίτο και κατά τα δύο σκέλη του και τέταρτο μέρος του πρώτου λόγου της αναίρεσής της, καθόσον δέχθηκε ότι παραδεκτά η αναιρεσίβλητη παθούσα δικαιούται ως αποζημίωσή της κατά το χρονικό διάστημα από την επομένη του ατυχήματος μέχρι την 31-7-2003, όχι μόνο τις καθαρές αποδοχές της αλλά και τις εργοδοτικές εισφορές οι οποίες αποτελούν όφελος του ίδιου του εργαζομένου, ο οποίος δεν μπορεί να απολαύσει τα ωφελήματα από αυτές, αφού δεν μπορεί να εργασθεί εξαιτίας της ανικανότητάς του από τον τραυματισμό του.

Περαιτέρω δέχθηκε ότι η παθούσα δικαιούται συγχρόνως ως αποζημίωση το ποσό της διαφοράς μεταξύ πλήρους και μειωμένης συντάξεως για το χρονικό διάστημα από 1-8-2013 ως 30-6-2023 με το αιτιολογικό ότι θα συμπληρώσει την 1-8-2013 τις προϋποθέσεις για λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος και θα συνταξιοδοτηθεί, πλην όμως η σύνταξή της θα είναι μικρότερη από αυτή που θα λάμβανε αν δεν τραυματιζόταν και τούτο γιατί αν δεν συνέβαινε το τροχαίο ατύχημα θα εργαζόταν κανονικά μέχρι την ημεροχρονολογία αυτή, οπότε στον ασφαλιστικό της λογαριασμό θα πιστωνόταν λόγω κρατήσεων και εισφορές λόγω σύνταξης, και έτσι θα λάμβανε πλήρη σύνταξη γήρατος και όχι μικρότερη.

Επομένως για διαφορετική αιτία της επιδικάσθηκαν οι εργοδοτικές εισφορές από την ημέρα του ατυχήματος μέχρι την ημέρα που θα συμπλήρωνε τις προϋποθέσεις λήψης πλήρους σύνταξης και για άλλη αιτία της επιδικάσθηκε η διαφορά μεταξύ της σύνταξης που θα της καταβάλλεται από την ημέρα της συνταξιοδότησής της λόγω γήρατος και για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, όπως αναφέρεται και στην προσβαλλόμενη απόφαση και εν προκειμένω το δικαστήριο δεν προέβη σε διπλή αποκατάσταση της αυτής ζημίας όπως εσφαλμένα υποστηρίζεται από την αναιρεσείουσα και απορριπτέος ως αβάσιμο κατ' ουσία κρίνεται το πρώτο σκέλος του τρίτου μέρους του πρώτου λόγου αναίρεσης.

Αλλά ο ίδιος λόγος αναίρεσης κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος κατ' ουσία και κατά το δεύτερο σκέλος του τρίτου μέρους του, καθόσον σύμφωνα με τα προαναφερόμενα ο φορέας κοινωνικής ασφάλισης υποκαθίσταται στα δικαιώματα των ασφαλισμένων του αυτοδικαίως εκ του νόμου, σύμφωνα δε με την διάταξη της παρ. 118 SGB Χ, το δικαστήριο το οποίο καλείται να κρίνει μια υπόθεση ασφαλιστικής υποκατάστασης του φορέα κοινωνικής ασφάλισης στα δικαιώματα του ασφαλισμένου κατά του τρίτου ζημιώσαντος, δεσμεύεται από την απόφαση του φορέα για το ζήτημα κατά πόσον είχε την υποχρέωση να καταβάλει τις παροχές τις οποίες κατέβαλε και εφόσον στην προκειμένη περίπτωση αποδείχθηκε ότι το δεύτερο αναιρεσίβλητο, ως φορέας κοινωνικής ασφάλισης της πρώτης αναιρεσίβλητης κατέβαλε τα αναφερόμενα στην απόφαση ποσά για εισφορές στο ταμείο Σύνταξης και Ανεργίας υπέρ της ασφαλισμένης και για εισφορές ασφάλισης Ασθενειών και Ατυχημάτων υπέρ της ασφαλισμένης παραδεκτά του επιδικάσθηκαν τα εν λόγω ποσά με την προσβαλλόμενη απόφαση.

Περαιτέρω πρέπει να αναφερθεί ότι τα παραπάνω ποσά που αναλογούν στις ασφαλιστικές εισφορές της παθούσας στο ταμείο Σύνταξης και Ανεργίας και στις εισφορές ασφάλισης Ασθενειών και Ατυχημάτων τα κατέβαλε ο φορέας κοινωνικής ασφάλισής της, ο οποίος υποκαθίσταται στα δικαιώματά της αυτοδικαίως εκ του νόμου και του επιδικάστηκε το ποσό αυτό με την προσβαλλόμενη απόφαση ένεκα υποκαταστάσεώς του στα δικαιώματα της ασφαλισμένης.

Το ποσό αυτό όμως επιδικάσθηκε και στην παθούσα, όπως αναφέρεται στο τέταρτο μέρος του πρώτου λόγου της ερευνώμενης εν προκειμένω αναίρεσης, στην οποία επιδικάσθηκαν οι εργοδοτικές εισφορές που αφορούν το συνταξιοδοτικό της δικαίωμα που ήταν υποχρεωμένος να καταβάλει ο εργοδότης της, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι ασφαλιστικές εισφορές της στο ταμείο Σύνταξης και Ανεργίας και οι εισφορές ασφάλισης Ασθενειών και Ατυχημάτων, τις οποίες κατέβαλε ο φορέας κοινωνικής ασφάλισής της.

Έτσι, όμως, που έκρινε το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του πέμπτου βιβλίου του Γερμανικού κώδικα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (80ΒV), που εφαρμόζεται εν προκειμένω σύμφωνα με τα προαναφερόμενα και ειδικότερα τις παραγράφους 11, 27, 31, 32, 33, 37, 38, 39 και 40 (SGBV) που αναφέρθηκαν παραπάνω.

Συνεπώς, κρίνεται βάσιμος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το τέταρτο μέρος του και πρέπει να γίνει δεκτός. Όσον αφορά το πρώτο μέρος του πρώτου λόγου της αναίρεσης της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΑΑΕ" με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου με την απόρριψη του ισχυρισμού της τον οποίο επανέφερε με λόγο έφεσης, για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποιήσεως της παθούσας περί καταβολής όλου του ποσού που ζητούσε ως μελλοντική αποζημίωσή της λόγω του τραυματισμού της από την απώλεια των μισθών που θα λάμβανε κατά το χρονικό διάστημα από 1-8-2003 ως 1-8-2013, καθόσον ελάμβανε κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα πρόωρη μηνιαία σύνταξη από τον ασφαλιστικό της φορέα, ο οποίος ως προς αυτό το ποσό υποκαταστάθηκε αυτοδίκαια και ως εκ τούτου αυτή νομιμοποιείτο ενεργητικώς προς άσκηση της αξίωσης απώλειας εισοδήματος μόνο καθό μέρος οι απωλεσθείσες αποδοχές της υπερέβαιναν το ποσό της μηνιαίας σύνταξης την οποία ελάμβανε πρέπει να αναφερθούν τα εξής:

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι στην παθούσα επιδικάσθηκε ως μελλοντική αποζημίωσή της λόγω του τραυματισμού της από την απώλεια των μισθών που θα λάμβανε κατά το χρονικό διάστημα από 1-8-2003 ως 1-8-2013, μολονότι ελάμβανε κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα πρόωρη μηνιαία σύνταξη από τον ασφαλιστικό της φορέα, ο οποίος ως προς αυτό το ποσό υποκαταστάθηκε αυτοδίκαια και ως εκ τούτου αυτή νομιμοποιείτο ενεργητικώς προς άσκηση της αξίωσης απώλειας εισοδήματος μόνο καθό μέρος οι απωλεσθείσες αποδοχές της υπερέβαιναν το ποσό της μηνιαίας σύνταξης την οποία ελάμβανε.

Έτσι, όμως, που έκρινε το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του πέμπτου βιβλίου του Γερμανικού κώδικα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (SGΒV), που εφαρμόζεται εν προκειμένω σύμφωνα με τα προαναφερόμενα και ειδικότερα τις παραγράφους 11, 27, 31, 32, 33, 37, 38, 39 και 40 (SGBV) που αναφέρθηκαν παραπάνω.

Συνεπώς, κρίνεται βάσιμος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πρώτο μέρος, πρώτος κατά σειρά λόγος της αναίρεσης και πρέπει να γίνει δεκτός. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς Ως διδάγματα της κοινής πείρας νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα.

Τα διδάγματα της κοινής πείρας μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρο 336 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δικ.), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 και 560 παρ. 1β' του Κ.Πολ.Δικ.).

Ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα, δηλαδή με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες που αυτός τυχόν περιέχει ή για να υπαγάγει ή όχι σ' αυτόν τα εκάστοτε κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.

Αντίθετα, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως (Ολ.ΑΠ 8/2005, ΑΠ 280/2017, ΑΠ 757/2015, ΑΠ 2101/2014, ΑΠ 137/2014, ΑΠ 1226/2014, ΑΠ 120/2013, ΑΠ 103/2013, ΑΠ 208/2011).

Με το δεύτερο μέρος του πρώτου λόγου της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση ότι το Εφετείο δεχόμενο ότι η παθούσα αν συνέχιζε την εργασία της στην Γερμανία θα λάμβανε αυξήσεις των πάσης φύσεως αποδοχών της ανά τριετία κατά το χρονικό διάστημα από 1-8-2003 ως 1-8-2013, και με βάση αυτή τη σκέψη της επιδίκασε τα ποσά που ζητούσε ως απώλεια εισοδημάτων της γι' αυτό το χρονικό διάστημα, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας.

Υπό το περιεχόμενο αυτό ο ως άνω ερευνώμενος λόγος αναιρέσεως, ο οποίος τείνει να θεμελιωθεί επί του αριθμού 1 εδ. β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, διότι το φερόμενο ως παραβιασθέν δίδαγμα της κοινής πείρας αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων και όχι στην ερμηνεία της ως άνω εφαρμοσθείσας διατάξεως ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτήν.

Πέραν δε αυτού, υπό την επίκληση της προαναφερόμενης πλημμέλειας, πλήττεται η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, πραγματικών γεγονότων, η οποία (εκτίμηση) δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.). Κατά την διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ν. 489/1976 "περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης", όπως κωδικοποιήθηκε με το Π.Δ. 237/1986, "ο κύριος ή κάτοχος αυτοκινήτου κυκλοφορούντος εντός της Ελλάδος επί οδού υποχρεούται να έχη κεκαλυμμένην δι' ασφαλίσεως την εκ τούτου έναντι τρίτων αστικήν ευθύνην, συμφώνως προς τας διατάξεις του παρόντος".

Η παράγραφος 2 του άρθρου 6 του ίδιου νόμου ορίζει τις περιπτώσεις της ασφαλιστικής αυτής καλύψεως, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η έναντι τρίτων αστική ευθύνη λόγω θανατώσεως ή σωματικής βλάβης, ζημιών σε πράγματα και χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ψυχικής οδύνης ή ηθικής βλάβης, ενώ, κατά την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου, το ασφαλιστικό ποσό είναι τουλάχιστον ίσο με αυτό που καθορίζει κάθε φορά με αποφάσεις του ο Υπουργός Εμπορίου για κάθε είδους κίνδυνο που υπάγεται στην υποχρεωτική ασφάλιση.

Επίσης, κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 10 του ίδιου νόμου "επί πλειόνων ζημιωθέντων προσώπων, οσάκις το σύνολον των καταβλητέων υπό του υπαιτίου αποζημιώσεων υπερβαίνει το ασφαλιστικόν ποσόν, το δικαίωμα εκάστου τούτων κατά του ασφαλιστού περιορίζεται συμμέτρως, μέχρι συμπληρώσεως του όλου ασφαλιστικού ποσού.

Εάν ο ασφαλιστής τελών εν αγνοία της υπάρξεως ή του μεγέθους άλλων απαιτήσεων ή κατόπιν δικαστικής αποφάσεως κατέβαλεν εις τι των προσώπων τούτων ποσόν ανώτερον του αναλογούντος αυτώ μεριδίου, ο ασφαλιστής υποχρεούται έναντι των λοιπών ζημιωθέντων μόνον μέχρι συμπληρώσεως του ασφαλιστικού ποσού. Τα πρόσωπα ταύτα έχουν δικαίωμα αναγωγής κατά του καθ' υπέρβασιν λαβόντος".

Περαιτέρω, και κατά το άρθρο 5 της Κ4/585/ 5-4-1978 AYE "το ανώτατο όριο ευθύνης του ασφαλιστή κατ' ατύχημα, συμπεριλαμβανομένων των τόκων, των εύλογων δικαστικών δαπανών, ως και των πάσης φύσεως εξόδων, δεν δύναται να υπερβεί τα εις το ασφαλιστήριο αναφερόμενα ποσά, ανεξαρτήτως του αριθμού των καθ' έκαστο ατύχημα ζημιωθέντων.

Περισσότερες της μιας κατ' ατύχημα, εκ της αυτής αιτίας προκληθείσες ζημίες λογίζονται ως ενιαίο ατύχημα". Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι ο ασφαλιστής ευθύνεται έναντι του ζημιωθέντος από την λειτουργία του ασφαλισμένου αυτοκινήτου με βάση την ασφαλιστική σύμβαση μέχρι του ασφαλιστικού ποσού και σε περίπτωση, κατά την οποία τα ζημιωθέντα πρόσωπα είναι περισσότερα, η ευθύνη του δεν δύναται να υπερβεί "τα εις το ασφαλιστήριο αναφερόμενα ποσά" ως προς όλους τους ζημιωθέντες και για κάθε ασφαλισμένο κίνδυνο, σε περίπτωση δε καταβολής κάποιου ποσού προς ζημιωθέντα, η καταβολή αυτή καταλογίζεται στο ασφαλιστικό ποσό, το σύνολο του οποίου ο ασφαλιστής υποχρεούται να καταβάλει στους παθόντες από το ίδιο ατύχημα.

Η καταβολή από τον ασφαλιστή σε δικαιούχο ποσού αποζημιώσεως που του επιδικάστηκε με τελεσίδικη ή προσωρινά εκτελεστή απόφαση, σε τέτοια έκταση που να εξαντλεί το ασφαλιστικό ποσό, απαλλάσσει τον ασφαλιστή έναντι των δικαιούχων που ασκούν ακολούθως αξιώσεις αποζημιώσεως κατά του ασφαλιστή. Αν δε ο ζημιωθείς αξιώνει από τον ασφαλιστή μεγαλύτερο ποσό από αυτό της ασφαλιστικής καλύψεως, νόμιμα ο τελευταίος προτείνει κατ' εκείνου την ένσταση περιορισμού της ευθύνης του μέχρι το ασφαλιστικό ποσό (ΑΠ 1745/2011, ΑΠ 916/2009, ΑΠ 1904/2007).

Για να είναι ορισμένος ο από την προαναφερόμενη διάταξη ισχυρισμός της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας περί μειώσεως διά συμμέτρου περιορισμού της απαιτήσεως, για την οποία έχει εναχθεί από το αυτοκινητιστικό ατύχημα, πρέπει να αναφέρεται ότι, πλην της ένδικης απαιτήσεως, υφίστανται και απαιτήσεις εκ του ατυχήματος τούτου και άλλων κατονομαζομένων προσώπων, από την άθροιση των οποίων, συνυπολογιζομένης και της ένδικης απαιτήσεως, καλύπτεται το ασφαλιστέο ποσό.

Επίσης πρέπει να προσδιορίζεται κάθε μία από τις απαιτήσεις αυτές τόσο κατά το μέγεθος όσο και κατά την φύση της. Ανάγκη όμως της εξειδικεύσεώς τους δεν υπάρχει, όταν οι πλείονες απαιτήσεις αντιμετωπίζονται ως υπαγόμενες αποκλειστικώς σε μία κατηγορία, όπως των σωματικών βλαβών και εισάγονται στα πλαίσια ενιαίας δίκης, κατά την οποία συνεκδικάζονται οι περιέχουσες αυτές αγωγές, οπότε το δικαστήριο και οι παράγοντες της δίκης λαμβάνουν γνώση των εκατέρωθεν απαιτήσεων, ο δε περιορισμός της ευθύνης του ασφαλιστή και ο αντίστοιχος σύμμετρος περιορισμός του δικαιώματος κάθε δικαιούχου λαμβάνει χώρα επί τη βάσει των επιδικαζομένων σχετικών κονδυλίων, με απλό μαθηματικό υπολογισμό (ΑΠ 916/2010).

Ο ποσοτικός περιορισμός ευθύνης εξετάζεται χωριστά για κάθε κατηγορία ασφαλιζόμενων κινδύνων (θανάτωση - σωματικές κακώσεις αφενός και υλικές ζημίες αφετέρου). Δεν επιτρέπεται συνυπολογισμός και των δύο κατηγοριών ασφαλιζόμενων κινδύνων για να κριθεί αν υπάρχει ή όχι υπέρβαση του κατώτατου ασφαλιστικού ποσού (ΑΠ 1904/ 2007).

Η διάταξη του άρθρου 262 του Κ.Πολ.Δικ. εφαρμόζεται και για την ένσταση αυτή. Για να ληφθεί υπόψη πρέπει να προβληθεί κατά τρόπο ορισμένο με τις έγγραφες προτάσεις ή να δηλωθεί προφορικά στο ακροατήριο και να καταχωριστεί στα πρακτικά στην περίπτωση που δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση εγγράφων προτάσεων.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 του Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο (ΑΠ 972/2017). Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 36/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης έγιναν δεκτά, κατά το κρίσιμο, εν προκειμένω, για την διερεύνηση του τέταρτου μέρους του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως της Υδρογείου ΑΑΑΕ, ζήτημα, τα ακόλουθα: "...Στη συγκεκριμένη περίπτωση, τόσο η πέμπτη όσο και ως η τέταρτη εναγομένη, ισχυρίστηκαν παραδεκτά, στο δικαστήριο αυτό κατά επαναφορά του ισχυρισμού τους και στο πρωτόδικο δικαστήριο με δήλωση στα πρακτικά και εξειδίκευση στις προτάσεις τους, και κατά τρόπο ευσύνοπτο, την ένσταση περιορισμού της ευθύνης τους, μέχρι την εξάντληση του ποσού του ασφαλίσματος, βάσει των ισχυουσών ασφαλιστικών συμβάσεων, το οποίο ανέρχεται στο επικαλούμενο ποσό των 500.000 ευρώ, για την κάλυψη των σωματικών βλαβών της επίδικης υπόθεσης.

Ειδικότερα, προέβαλαν: α) προφορικά ενώπιον του Πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά αυτού ένσταση περιορισμού της ευθύνης τους μέχρι του ποσού του ασφαλίσματος (165.000.000 δρχ) και αίτημα σύμμετρης ικανοποίησης των δικαιούχων, υπό την προφανή έννοια όλων των εναγόντων των δύο συνεκδικαζομένων αγωγών και β) με τις προτάσεις, τις οποίες κατέθεσαν ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου, κατά των εναγόντων των επί μέρους αγωγών, προέβαλαν την ένσταση του περιορισμού της ευθύνης μέχρι του ποσού της ασφαλιστικής καλύψεως για σωματικές βλάβες τρίτων των δρχ. 165.000.000 ή 484.225,97 ευρώ, μέχρι του οποίου ασφαλίζανε κατά τον ένδικο χρόνο το υπ' αριθμό. ...48 Ι.Χ.Ε.

επιβατικό αυτοκίνητο, με τα προσαγόμενα και επικαλούμενα ασφαλιστήρια συμβόλαια που ανέφεραν ειδικότερα, και δη σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 3 του Ν. 489/76, συμμέτρως μεταξύ των πλειόνων ζημιωθέντων, αφού τα αιτήματά τους υπερβαίνουν το ασφαλιστικό ποσό. Η δε τέταρτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία αναφέρθηκε ειδικότερα και στο ύψος των απαιτήσεων κάθε δανειστή της κάθε συνεκδικαζόμενης αγωγής.

Υπό τα ως άνω επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά, οι προταθείσες από τις εναγόμενες ασφαλιστικές εταιρείες ενστάσεις για μείωση, με σύμμετρο περιορισμό, των απαιτήσεων, για τις οποίες είχαν εναχθεί με τις συνεκδικαζόμενες αγωγές από το αυτοκινητικό ατύχημα, κατά το άρθρο 10 παρ. 3 του Ν. 489/1976, ήταν πλήρως ορισμένες.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι ενστάσεις αυτές είναι και ουσία βάσιμες. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι οι επιδικασθείσες απαιτήσεις για το ένδικο τροχαίο ατύχημα είναι οι ακόλουθες: α) ποσού 6.300 ευρώ όσον αφορά τον πρώτο ενάγοντα της δεύτερης κύριας αγωγής, ως προς τον οποίο το ως άνω ποσό επιδικάστηκε με την υπ' αριθμ. 278/08 εν μέρει οριστική και εν μέρει μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, η οποία κατέστη τελεσίδικη ως προς τον ενάγοντα αυτόν, β) ποσού 6.450 ευρώ όσον αφορά την ενάγουσα της πρώτης κύριας αγωγής η οποία της επιδικάστηκε με την ίδια παραπάνω απόφαση και γ) οι απαιτήσεις που επιδικάζονται με την παρούσα απόφαση και δη 143.578,98 ευρώ (καταψηφιστικά) και 572.335,92 ευρώ (αναγνωριστικά) όσον αφορά στην δεύτερη ενάγουσα της δεύτερης κύριας αγωγής και γ) 31.958,98 ευρώ (αναγνωριστικά) όσον αφορά το τρίτο ενάγον της δεύτερης κύριας αγωγής.

Συνολικά λοιπόν οι απαιτήσεις από το ίδιο τροχαίο ατύχημα: ανέρχονται στο ποσό των 760.623,88 ευρώ, το οποίο δεν αρκεί να καλύψει το ασφαλιστικό ποσό, που κατά το χρόνο του ενδίκου ατυχήματος (13-10-2001) ανερχόταν σύμφωνα με την υπ' αριθμ. Κ3/11316/20-12-1999 απόφαση του Υπουργού ανάπτυξης στο ποσό των 500.000 ευρώ (βλ Α. Κρητικός, Αποζημίωση, συμπλήρωμα, εκδ. 2005, σελ. 312, 500.000 € χ 328,6 με ισοτιμία ECU).

Η τέταρτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία είχε ήδη καταβάλει το ποσό των 6.300 ευρώ για κεφάλαιο (οι καταβολές τόκων δεν λαμβάνονται υπόψη) σε εκτέλεση της ως άνω απόφασης στον πρώτο ενάγοντα της δεύτερης κύριας αγωγής, 3.000 ευρώ στην ενάγουσα της πρώτης κύριας αγωγής (βλ. σχετική απόδειξη) προς εξόφληση του προσωρινά εκτελεστού ποσού της υπ' αριθμ.. 278/2008 απόφασης και 40.000 ευρώ στη δεύτερη ενάγουσα της δεύτερης κύριας αγωγής σε εκτέλεση του προσωρινά εκτελεστού ποσού της υπ' αριθ. 180/2011 απόφασης και συνολικά είχε καταβάλει 49.300 ευρώ, το οποίο καταλογίζεται στο ασφαλιστικό ποσό και απομένει προς επιμερισμό το ποσό των 450.700 ευρώ απ' αυτό (500.000 - 49.300).

Οι καταβολές αυτές λαμβάνονται υπόψη και ως προς την πέμπτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, αφού ενεργούν αντικειμενικά και ως προς αυτήν κατά το νόμο. Ο λόγος του κλάσματος με αριθμητή το προς επιμερισμό ασφαλιστικό ποσό και παρονομαστή το σύνολο των απαιτήσεων, μας αποδίδει τον συντελεστή του 0,59 με βάση το οποίο θα γίνει ο σύμμετρος περιορισμός των απαιτήσεων.

Και δη η απαίτηση της ενάγουσας της δεύτερης κύριας αγωγής που της επιδικάστηκε εφάπαξ καταψηφιστικά περιορίζεται στο ποσό των 84.712 € (0,59 * 143.578,98), του τρίτου ενάγοντος που του επιδικάστηκε αναγνωριστικά στο ποσό των 18.856 € (31.958,98 * 0,59), και οι κατ' ίδιαν απαιτήσεις της ιδίας παραπάνω ενάγουσας που της επιδικάστηκαν σε μελλοντικές δόσεις κατά μήνα περιορίζονται κατά τα εμφανιζόμενα στον παρακάτω πίνακα, όπου εμφανίζεται και η εν τέλει συνολική απαίτησή της που της επιδικάζεται κατά μήνα:

Συνακόλουθα, οι ως άνω εναγόμενες ασφαλιστικές εταιρείες που ευθύνονται περιορισμένα οφείλουν εις ολόκληρον η κάθε μια: α) να καταβάλουν στη δεύτερη ενάγουσα της με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 84687/9-10-2003, αγωγής, Ο. Έ., το ποσό των 84.712 με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, β) στο τρίτο ενάγον της ιδίας αγωγής στη δικονομική θέση του οποίου υπεισήλθε το αναφερόμενο παραπάνω ΝΠΔΔ, να αναγνωρισθεί ότι οφείλουν να καταβάλουν το ποσό των 18.856 ευρώ με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, γ) στην άνω ενάγουσα της ιδίας αγωγής να αναγνωρισθεί ότι οφείλουν να καταβάλουν εις ολόκληρον η κάθε μία τις ως άνω μηνιαίως χρηματικές καταβολές συνολικού ποσού 338.959,9 ευρώ νομιμότοκα από την πρώτη ημέρα κάθε μήνα που αφορούν έως την εξόφληση.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκαμε με διάφορο τρόπο τον καταλογισμό έσφαλε και για αυτό πρέπει κατά παραδοχή του σχετικού λόγου της υπό στοιχείο ΣΤ έφεσης να εξαφανισθεί και κατά τούτο η προσβαλλόμενη απόφαση, όσον αφορά δε την πέμπτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία να γίνει εν μέρει δεκτή η κατ' αυτής αγωγή κατά τα προαναφερθέντα".

Με το πέμπτο μέρος του πρώτου λόγου αναίρεσης η αναιρεσείουσα "... ΑΑΑΕ" ισχυρίζεται ότι το ύψος του ασφαλιστικού ποσού κατά το χρόνο του ατυχήματος ανερχόταν σε 484.225,97 ευρώ και όχι σε 500.000 ευρώ όπως εσφαλμένα δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Ο ισχυρισμός αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον όπως αναφέρει και η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το χρόνο του ατυχήματος το ύψος του ασφαλιστικού ποσού για σωματικές βλάβες ανερχόταν σύμφωνα με την υπ' αριθ.

Κ3/11316/20-12-1999 απόφαση του υπουργού Ανάπτυξης σε 500.000 ευρώ. Περαιτέρω με τον ίδιο λόγο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση ότι το Εφετείο δεχόμενο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα υπολόγισε το ποσό που απομένει προς διάθεση υπέρ των αναιρεσιβλήτων, το οποίο και αποτέλεσε τη βάση του επακολουθήσαντος σύμμετρου περιορισμού γιατί από το ποσό των 6.450 ευρώ που έπρεπε να καταβληθεί στην άλλη παθούσα κατά το συγκεκριμένο ατύχημα Ε.

Κ. και στην οποία επιδικάσθηκε αυτό με την υπ' αριθμ. 278/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων που κατέστη τελεσίδικη, αφαίρεσε μόνο το ποσό των 3.000 ευρώ κατά το οποίο κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή η απόφαση, ενώ δεν υπολόγισε και το υπόλοιπο ποσό κατά το σύμμετρο υπολογισμό. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης αποδεικνύεται ότι πριν από τον σύμμετρο περιορισμό του ποσού που οφείλουν οι ασφαλιστικές εταιρίες στους παθόντες με βάση το ύψος του ασφαλίσματος από το ποσό που καταβλήθηκε μέχρι τότε αναφορικά με την παθούσα Ε.

Κ. αφαιρέθηκε από το συνολικό ποσό που της επιδικάσθηκε μόνο το ποσό των 3.000 ευρώ, ως προς το οποίο κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή η απόφαση, ενώ το υπόλοιπο ποσό των 3.450 ευρώ ούτε αφαιρέθηκε από το συνολικό ποσό που απομένει, ούτε έγινε σύμμετρος περιορισμός και αυτού αν τυχόν δεν είχε καταβληθεί μέχρι τότε.

Έτσι, όμως, που έκρινε το Εφετείο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 19 του ν. 489/1976 όπως κωδικοποιήθηκε με το Π.Δ. 237/1986 καθώς και την υπ' αριθ. Κ3/11316/20-12-1999 απόφαση του υπουργού Ανάπτυξης.

Συνεπώς, κρίνεται βάσιμο το από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πέμπτο μέρος του πρώτου κατά σειρά λόγου της αναίρεσης και πρέπει να γίνει δεκτός. Με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΑΑΕ" προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση ότι αυτή ερείδεται επί αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών και ειδικότερα δεν διευκρινίζεται ποιός Ασφαλιστικός Φορέας κατέβαλε στην παθούσα την πρόωρη σύνταξη, λόγω πλήρους μειώσεως της ικανότητος βιοπορισμού, ούτε και αν, με βάση το Γερμανικό Δίκαιο Κοινωνικής Ασφαλίσεως, υπεκατεστάθη στα δικαιώματά της.

Η -κατά τα ανωτέρω- απολύτως ουσιώδης και καίρια παράλειψη διερευνήσεως του ενδεχομένου Υποκαταστάσεως του Συνταξιοδοτικού Φορέα στα δικαιώματα της πρώτης των αντιδίκων, τελεί, μάλιστα, και σε αντίφαση με την παραδοχή του ιδίου του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου περί εφαρμογής της παραγράφου 116 του δέκατου βιβλίου του Γερμανικού κώδικα κοινωνικών ασφαλίσεων (SGB Χ), η οποία προβλέπει την αυτοδίκαιη υποκατάσταση, η οποία σύμφωνα, μάλιστα, με το σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως "...αφορά όλους τους ασφαλιστικούς φορείς...".

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης αποδεικνύεται ότι σαφώς προσδιορίζεται ο Ασφαλιστικός Φορέας που κατέβαλε στην παθούσα την πρόωρη σύνταξη, λόγω πλήρους μειώσεως της ικανότητος βιοπορισμού και ότι με βάση το Γερμανικό Δίκαιο Κοινωνικής Ασφαλίσεως, ο εν λόγω φορέας υποκαταστάθηκε στα δικαιώματά της και επομένως εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες κατέληξε στο ορθό συμπέρασμα, ο δεύτερος λόγος, κατά το πρώτο μέρος του, της εν λόγω αίτησης αναίρεσης που ευρίσκει έρεισμα στον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Με το δεύτερο μέρος του δεύτερου λόγου της αναίρεσης της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΑΑΕ" προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση ότι αυτή ερείδεται επί ανεπαρκών αιτιολογιών και ειδικότερα το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παρέλειψε να διευκρινίσει, σε ποιους κανόνες βασίσθηκαν η κρίση και οι παραδοχές του.

Συγκεκριμένα θεώρησε, κατ' αρχάς, ως δεδομένο, ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη, εκτός από τις μηνιαίες απολαβές της, δικαιούτο και Δώρου Χριστουγέννων, καθώς, επίσης, και επιδόματος Αδείας, χωρίς, εν τούτοις, να μνημονεύεται, καθόλου, η αντίστοιχη διάταξη του Γερμανικού Δικαίου. Ομοίως απεφάνθη, ως προελέχθη, ότι οι πάσης φύσεως αποδοχές της, "...κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων..." θα ηυξάνοντο, δήθεν, χωρίς, ωστόσο, να διευκρινίζεται, σε ποια αντικειμενικά δεδομένα της Γερμανικής Οικονομίας και Κοινωνίας βασίσθηκε η κρίση, ως προς την μελλοντική εξέλιξη των εκάστοτε κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών.

Ο ερευνώμενος λόγος αναιρέσεως ο οποίος τείνει να θεμελιωθεί επί του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, διότι υπό την επίκληση των προαναφερόμενων πλημμελειών, πλήττεται η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, πραγματικών γεγονότων, η οποία (εκτίμηση) δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.).

Όσον αφορά την αίτηση αναίρεσης των Ο. Έ. και του γερμανικού φορέα κοινωνικής ασφάλισης με την επωνυμία "DAK Gesundheit" πρέπει να αναφερθούν τα εξής: Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεώς τους οι αναιρεσείοντες παραπονούνται ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 36/2016 απόφασή του, αποδεχόμενο την, εις ολόκληρον, ευθύνη των Ασφαλιστικών Εταιρειών, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρ. 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ..

Ειδικότερα, ισχυρίζονται, ότι η κάθε μία από τις Ασφαλιστικές Εταιρείες οφείλει μεμονωμένως από το ποσό της αποζημίωσης που δικαιούνται το ποσό της Ασφαλιστικής Συμβάσεως, ήτοι, το ποσό των 500.000,00 ευρώ. Επί των ισχυρισμών αυτών και της παραδοχής αυτής του Εφετείου, λεκτέα τα εξής: σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 15 §§ 1, 2 και 3 του Ν. 2496/1997 (όπως ίσχυαν κατά το χρόνο του ένδικου αυτοκινητικού ατυχήματος (13-10-2001), και πριν από την ισχύ του άρθρου 8 του ν. 3557/2007 με το οποίο τροποποιήθηκε το άρθρο 11 του ν. 489/1976 (π.δ. 237/1986) και ορίστηκε ότι επί πολλαπλής ασφάλισης έγκυρη είναι μόνο η τελευταία προκειμένου περί οχημάτων), αν η ασφαλισμένη περιουσία έχει ασφαλιστεί κατά του ίδιου κινδύνου σε περισσότερους ασφαλιστές (πολλαπλή ασφάλιση), οι περισσότερες ασφαλίσεις είναι ισχυρές μέχρι την έκταση της ασφαλιστικής ζημίας και, αν δεν συμφωνήθηκε κάτι άλλο, οι περισσότεροι ασφαλιστές ευθύνονται εις ολόκληρον (άρθρο 481 επ.

ΑΚ), μέχρι το ασφαλιστικό ποσό της σύμβασής τους (ΑΠ 1176/2015). Από την κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης για τις ανάγκες του ανωτέρω αναιρετικού λόγου προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι στην προκειμένη περίπτωση κατά το χρόνο του ατυχήματος το ζημιογόνο όχημα ήταν ασφαλισμένο σε δύο ασφαλιστικές εταιρίες, όπως αναλύθηκε ειδικότερα παραπάνω, και ότι και οι δύο ασφαλιστές ευθύνονται εις ολόκληρον μέχρι το ασφαλιστικό ποσό της σύμβασής τους.

Επομένως, έτσι που έκρινε το Εφετείο κατέληξε σε ορθό αποδεικτικό πόρισμα, χωρίς λογικά κενά, αλλά με λογική ακολουθία και δεν χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη παραδοχή για να αιτιολογήσει την κρίση του, ότι κατά το χρόνο του ατυχήματος το ζημιογόνο όχημα ήταν ασφαλισμένο σε δύο ασφαλιστικές εταιρίες, και ότι και οι δύο ασφαλιστές ευθύνονται εις ολόκληρον μέχρι το ασφαλιστικό ποσό της σύμβασής τους.

Συνακόλουθα, καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στο πραγματικό των ανωτέρω κανόνων δικαίου, τους οποίους ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως και έτσι δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Με τον 2ο αναιρετικό λόγο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετικές πλημμέλειες για την ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικών διατάξεων του άρθρου 10 παρ. 3 εδ. 1 και 2 του Ν. 489/1976, τους οποίους το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε και με ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία προέβη σε λανθασμένο σύμμετρο της επιδικαζομένης σ' αυτούς αποζημιώσεως.

Από την κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης για τις ανάγκες του ανωτέρω αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε το αίτημα των ασφαλιστικών εταιριών για σύμμετρη ικανοποίηση των δικαιούχων αποζημίωσης, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω μέχρι του ποσού της ασφαλιστικής κάλυψης για σωματικές βλάβες τρίτων και αφού αφαίρεσε τα ποσά που καταβλήθηκαν στους παθόντες, όπως αναφέρεται παραπάνω στο σχετικό λόγο αναίρεσης της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...

ΑΑΑΕ", ο οποίος έγινε και δεκτός λόγω εσφαλμένου υπολογισμού του ποσού που απομένει προς καταμερισμό μετά την αφαίρεση των ποσών που καταβλήθηκαν σε τρίτους με βάση την με αριθμ. 278/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, στη συνέχεια προέβη σε σύμμετρο καταμερισμό του απομένοντος υπολοίπου ποσού προς καταβολή, κατά το οποίο έγιναν δεκτές οι αγωγές των ζημιωθέντων και καθόρισε το ποσό που οφείλουν να καταβάλουν εις ολόκληρο οι ασφαλιστικές εταιρίες στην πρώτη των αναιρεσειόντων παθούσα και στο δεύτερο των αναιρεσειόντων Γερμανικό φορέα κοινωνικής ασφάλισης μέχρι την εξάντληση του ποσού του ασφαλίσματος.

Με τις ανωτέρω παραδοχές του το Εφετείο ερμήνευσε ορθά την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 και 3 του ν. 489/197, στην οποία υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, τα οποία αρκούσαν για την εφαρμογή του ανωτέρω κανόνος δικαίου, τον οποίο δεν παραβίασε ευθέως, αλλά ούτε εκ πλαγίου, διότι με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα για σύμμετρο καταμερισμό του ποσού προς αποζημίωση που υποχρεώθηκαν να καταβάλουν οι ασφαλιστικές εταιρίες μέχρι την εξάντληση του ασφαλίσματος.

Πιο συγκεκριμένα, το Εφετείο με πλήρη αιτιολογία δέχεται ότι οι ασφαλιστικές εταιρίες ευθύνονται περιορισμένα μέχρι την εξάντληση του ποσού που προβλεπόταν από το νόμο στις ασφαλιστικές συμβάσεις για τις σωματικές βλάβες τρίτων, ότι το συνολικό ποσό για το οποίο έγινε δεκτή εν προκειμένω η αγωγή και υποχρεώθηκαν να καταβάλουν στους αναιρεσείοντες ανέρχεται σε 760.623,88 ευρώ και υπερβαίνει το ασφαλιστικό ποσό που ανερχόταν κατά το χρόνο του ατυχήματος σε 500.000 ευρώ από το οποίο μετά την καταβολή διαφόρων ποσών που ορίζονται στην απόφαση σε άλλους παθόντες κατά το ίδιο ατύχημα και αφού αφαιρεθούν αυτά απομένει προς καταβολή το ποσό των 450.700 ευρώ με βάση το οποίο ορίσθηκε μετά από σύμμετρο καταμερισμό του ποσού των 760.623,88 ευρώ το ποσό που οφείλουν εις ολόκληρο η κάθε μία από τις ασφαλιστικές εταιρίες.

Επομένως, έτσι που έκρινε το Εφετείο κατέληξε σε ορθό αποδεικτικό πόρισμα, χωρίς λογικά κενά, αλλά με λογική ακολουθία και δεν χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη παραδοχή για να αιτιολογήσει την κρίση του. Συνακόλουθα, καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στο πραγματικό των ανωτέρω κανόνων δικαίου, τους οποίους ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου και έτσι δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Συνακόλουθα, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος και κατά τα δύο σκέλη αυτού εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ. Ο από το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα, που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής διατάξεως.

Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχεται και η αοριστία της αγωγής, ποσοτική ή ποιοτική, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής (Ολομ. ΑΠ 1573/1981, ΑΠ 230/2016, ΑΠ 571/2004). Περαιτέρω η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το ορισμένο ή αόριστο ένστασης, ως προς την έκθεση σ' αυτή των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του επικαλουμένου κανόνα δικαίου (ποσοτική αοριστία), υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, με τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ορισμένο ή αόριστο τον ισχυρισμό, λαμβάνοντας υπόψη στην πρώτη περίπτωση γεγονότα καίτοι δεν διαλαμβάνονταν στο προβληθέντα ισχυρισμό ή μη λαμβάνοντας στη δεύτερη περίπτωση υπόψη γεγονότα που διαλαμβάνονταν σ' αυτόν. (ΑΠ 1096/2008).

Με τον 3ο αναιρετικό λόγο οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1, 2 και 3 και άρθρ. 10 παρ. 1 και 3 Ν. 489/1976 και 480 ΑΚ, στην πλημμέλεια που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ αφού παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο ως αόριστο τον ισχυρισμό των ασφαλιστικών εταιριών περί περιορισμού της ευθύνης τους μέχρι του ασφαλιστικού ποσού και περί σύμμετρης ικανοποίησης των ζημιωθέντων και στην πλημμέλεια που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ λόγω έλλειψης αιτιολογίας.

Από την επιτρεπτή κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης για τις ανάγκες του ανωτέρω αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας των πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 αρ. 1 ΚΠολΔ), το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Στη συγκεκριμένη περίπτωση, τόσο η πέμπτη όσο και ως η τέταρτη εναγομένη, ισχυρίστηκαν παραδεκτά, στο δικαστήριο αυτό κατά επαναφορά του ισχυρισμού τους και στο πρωτόδικο δικαστήριο με δήλωση στα πρακτικά και εξειδίκευση στις προτάσεις τους, και κατά τρόπο ευσύνοπτο, την ένσταση περιορισμού της ευθύνης τους, μέχρι την εξάντληση του ποσού του ασφαλίσματος, βάσει των ισχυουσών ασφαλιστικών συμβάσεων, το οποίο ανέρχεται στο επικαλούμενο ποσό των 500.000 ευρώ, για την κάλυψη των σωματικών βλαβών της επίδικης υπόθεσης.

Ειδικότερα, προέβαλαν: α) προφορικά ενώπιον του Πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά αυτού ένσταση περιορισμού της ευθύνης τους μέχρι του ποσού του ασφαλίσματος (165.000.000 δρχ) και αίτημα σύμμετρης ικανοποίησης των δικαιούχων, υπό την προφανή έννοια όλων των εναγόντων των δύο συνεκδικαζομένων αγωγών και β) με τις προτάσεις, τις οποίες κατέθεσαν ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου, κατά των εναγόντων των επί μέρους αγωγών, προέβαλαν την ένσταση του περιορισμού της ευθύνης μέχρι του ποσού της ασφαλιστικής καλύψεως για σωματικές βλάβες τρίτων των δρχ. 165.000.000 ή 484.225,97 ευρώ, μέχρι του οποίου ασφαλίζανε κατά τον ένδικο χρόνο το υπ' αριθμό ...48 Ι.Χ.Ε.

επιβατικό αυτοκίνητο, με τα προσαγόμενα και επικαλούμενα ασφαλιστήρια συμβόλαια που ανέφεραν ειδικότερα, και δη σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 3 του Ν. 489/76, συμμέτρως μεταξύ των πλειόνων ζημιωθέντων, αφού τα αιτήματά τους υπερβαίνουν το ασφαλιστικό ποσό. Η δε τέταρτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία αναφέρθηκε ειδικότερα και στο ύψος των απαιτήσεων κάθε δανειστή της κάθε συνεκδικαζόμενης αγωγής.

Υπό τα ως άνω επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά, οι προταθείσες από τις εναγόμενες ασφαλιστικές εταιρείες ενστάσεις για μείωση, με σύμμετρο περιορισμό, των απαιτήσεων, για τις οποίες είχαν εναχθεί με τις συνεκδικαζόμενες αγωγές από το αυτοκινητικό ατύχημα, κατά το άρθρο 10 παρ. 3 του Ν. 489/1976, ήταν πλήρως ορισμένες".

Με τις ανωτέρω παραδοχές του το Εφετείο ερμήνευσε ορθά τις ουσιαστικές διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1, 2 και 3 και άρθρ. 10 παρ. 1 και 3 Ν. 489/1976 και 481 ΑΚ, στις οποίες υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, τα οποία αρκούσαν για την εφαρμογή των ανωτέρω κανόνων δικαίου, τους οποίους δεν παραβίασε ευθέως, αλλά ούτε εκ πλαγίου, διότι με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα για το ορισμένο της ενστάσεως των ασφαλιστικών εταιριών περί περιορισμού της ευθύνης τους, μέχρι την εξάντληση του ποσού του ασφαλίσματος και του αιτήματος για σύμμετρη ικανοποίηση των δικαιούχων, υπό την προφανή έννοια όλων των εναγόντων των δύο συνεκδικαζομένων αγωγών.

Περαιτέρω το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ορισμένη την ένσταση και το αίτημα των ασφαλιστικών εταιριών, κατά τα προαναφερόμενα, δεχόμενο οτι αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση της ένστασης και που απαρτίζουν την ιστορική αιτία της και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του επικαλουμένου κανόνα δικαίου.

Πιο συγκεκριμένα, το Εφετείο με πλήρη αιτιολογία δέχεται ότι είναι ορισμένη τόσο η ένσταση περί περιορισμού της ευθύνης τους, μέχρι την εξάντληση του ποσού του ασφαλίσματος και του αιτήματος για σύμμετρη ικανοποίηση των δικαιούχων καθόσον ισχυρίσθηκαν ότι κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος είχαν ασφαλισμένο το με αριθμ κυκλ. ...48 ΙΧΕ αυτοκίνητο μέχρι του ποσού των 484.225,97 ευρώ, για σωματικές βλάβες τρίτων με τα προσαγόμενα και επικαλούμενα ασφαλιστήρια συμβόλαια που ανέφεραν ειδικότερα.

Επομένως, έτσι που έκρινε το Εφετείο κατέληξε σε ορθό αποδεικτικό πόρισμα, χωρίς λογικά κενά, αλλά με λογική ακολουθία και δεν χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη παραδοχή για να αιτιολογήσει την κρίση του. Συνακόλουθα, καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στο πραγματικό των ανωτέρω κανόνων δικαίου, τους οποίους ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου και έτσι δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Επίσης έκρινε ορισμένη την ένσταση και το αίτημα των ασφαλιστικών εταιριών, λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που διαλαμβάνονταν στο προβληθέντα ισχυρισμό, που απαρτίζουν την ιστορική αιτία της ένστασης και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του επικαλουμένου κανόνα δικαίου. Συνακόλουθα, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος και κατά τα τρία σκέλη αυτού, ήτοι εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, αλλά και εκ του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 περ. α' ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση. "Πράγματα", κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, αποτελούν και οι λόγοι εφέσεως, που περιέχουν αυτοτελείς ισχυρισμούς, αν είναι ορισμένοι.

Προς τους μη προταθέντες ισχυρισμούς, εξομοιώνονται και εκείνοι που προτείνονται μη νομίμως ή απαραδέκτως, είτε διότι προτείνονται για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 527 ΚΠολΔ, είτε διότι, παρά το ότι προτάθηκαν νομίμως σε προηγούμενη συζήτηση της υποθέσεως, εν τούτοις επαναφέρονται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο χωρίς την τήρηση των όρων που τάσσονται με το άρθρο 240 του ίδιου κώδικα.

Η ερμηνεία αυτή δεν αποκλείεται από το ότι η διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ ανάγει σε ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως και την από το δικαστήριο παρά το νόμο μη κήρυξη απαραδέκτου, διότι η διάταξη αυτή, που καλύπτει πολλές περιπτώσεις δικονομικών απαραδέκτων, άσχετων προς τη διάταξη του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου, συμπορεύεται με την τελευταία στην περίπτωση κατά την οποία έχουν ληφθεί υπόψη πράγματα που προτάθηκαν απαραδέκτως, δεδομένου ότι δεν υπάρχει δικαιολογία για να αποκλειστεί η παράλληλη εφαρμογή και των δύο λόγων αναιρέσεως στην περίπτωση αυτή (ΑΠ 376/2018).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 591 παρ. 1 ΚΠολΔ (όπως η παράγραφος αυτή ίσχυε κατά τον κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση χρόνο, πριν δηλαδή από την αντικατάστασή της από το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015), "τα άρθρα 1 έως 590 εφαρμόζονται και στις ειδικές διαδικασίες, εκτός αν αντιβαίνουν προς τις ειδικές διατάξεις των διαδικασιών αυτών.

Αν στις ειδικές αυτές διατάξεις δεν ορίζεται διαφορετικά α)..., β) οι προτάσεις κατατίθενται στο ακροατήριο, γ) όλοι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί προτείνονται προφορικά και όσοι δεν περιέχονται στις προτάσεις καταχωρίζονται στα πρακτικά..". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 256 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠολΔ, τα συντασσόμενα από το γραμματέα πρακτικά συνεδριάσεως πρέπει να περιέχουν "όσα έγιναν κατά τη συζήτηση και ιδίως....

τους ισχυρισμούς, τις αιτήσεις και τις δηλώσεις των διαδίκων, εκτός αν είναι υποχρεωτική η υποβολή προτάσεων, οπότε αρκεί η αναφορά σ' αυτές...". Από την πρώτη από τις διατάξεις αυτές (ΚΠολΔ 591 παρ. 1) σαφώς συνάγεται ότι στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητα (ΚΠολΔ 681Α), όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή τους από το νόμο 4335/2015), όπου δεν είναι υποχρεωτική η υποβολή προτάσεων, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και, επιπλέον, οι ισχυρισμοί αυτοί καταχωρίζονται στα πρακτικά με σαφή (έστω και συνοπτική) έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν (ΚΠολΔ 262 παρ. 1), εκτός αν περιέχονται στις κατατιθέμενες στο ακροατήριο προτάσεις.

Απαιτείται δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν έχουν κατατεθεί προτάσεις στις οποίες περιέχονται οι εν λόγω ισχυρισμοί, προφορική προβολή των ισχυρισμών αυτών, που "ως γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά. Από τη δεύτερη δε από τις αμέσως πιο πάνω διατάξεις (ΚΠολΔ 256 παρ. 1 στοιχ. δ') συνάγεται ότι η κατά την πρώτη διάταξη (ΚΠολΔ 591 παρ. 1 στοιχ.

β') σημείωση της προφορικής προβολής του ισχυρισμού στα πρακτικά πρέπει να προκύπτει ευθέως από το περί των προτάσεων και δηλώσεων τμήμα αυτών και δεν επιτρέπεται έμμεση συναγωγή της προβολής του, είτε από το περιεχόμενο των ακολούθως καταχωρημένων μαρτυρικών καταθέσεων, είτε από το περιεχόμενο των υποβαλλομένων εγγράφων προτάσεων (Ολ.ΑΠ 2/2005, ΑΠ 220/ 2014, ΑΠ 376/2018, ΑΠ 450/2013, ΑΠ 1414/2012).

Κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, για την επαναφορά ισχυρισμών που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση στο ίδιο ή ανώτερο δικαστήριο, αρκεί η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης που τους περιέχουν και που προσκομίζονται απαραιτήτως σε επικυρωμένο αντίγραφο.

Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, η επίκληση με τις προτάσεις που υποβάλλονται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η προσβαλλόμενη απόφαση, ισχυρισμών με γενική αναφορά στις πρωτόδικες προτάσεις, το κείμενο των οποίων ενσωματώνεται στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου, δεν αρκεί, ούτε είναι νόμιμη.

Δεν πρόκειται όμως για ενσωμάτωση, όταν στο κείμενο των προτάσεων της δευτεροβάθμιας δίκης περιέχονται, έστω και αυτούσιες, οι προτάσεις προηγούμενης συζητήσεως, καλυπτόμενες από την υπογραφή του πληρεξουσίου δικηγόρου στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης, διότι με τον τρόπο αυτό οι προηγούμενες προτάσεις και οι τελευταίες (ενώπιον δηλαδή του Εφετείου) κατέστησαν ενιαίες (ΑΠ 224/2016).

Στην ένδικη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 8α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα μη προτεθέντα λόγω μη νόμιμης επαναφοράς τους και παράλληλα η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ γιατί έχουν ληφθεί υπόψη πράγματα που προτάθηκαν απαραδέκτως.

Από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων, οι πληρεξούσιοι των εναγομένων, σε αμφότερες τις συνεδριάσεις του (ήτοι, τόσον κατά την πρώτη συζήτηση, όσον και κατά την δεύτερη, μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 278/2008, εν μέρει, οριστικής και μη οριστικής αποφάσεως του αυτού, ως άνω, Δικαστηρίου) πρότειναν προφορικά, ενστάσεις και αιτήματα, που καταχωρήθηκαν στα Πρακτικά Συνεδριάσεως, μετά από την συνοπτική ανάπτυξή τους (για λόγους, οι οποίοι αφορούν στην "Αρχή της Προφορικότητος" της συζητήσεως) από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους, ενώ αναπτύχθηκαν διεξοδικώς στις νομίμως υποβληθείσες προτάσεις.

Μεταξύ αυτών πρότειναν την ένσταση περί περιορισμού της ευθύνης τους, μέχρι την εξάντληση του ποσού του ασφαλίσματος και του αιτήματος για σύμμετρη ικανοποίηση των δικαιούχων, καθόσον ισχυρίσθηκαν ότι κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος είχαν ασφαλισμένο το με αριθμ. κυκλ. ...48 ΙΧΕ αυτοκίνητο μέχρι του ποσού των 484.225,97 ευρώ, για σωματικές βλάβες τρίτων με τα προσαγόμενα και επικαλούμενα ασφαλιστήρια συμβόλαια που ανέφεραν ειδικότερα.

Κατά την συζήτηση της υποθέσεως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο επανέφεραν νομίμως όλους τους ισχυρισμούς, ενστάσεις και αιτήματα σε αμφότερες τις συνεδριάσεις του (ήτοι, τόσον κατά την πρώτη συζήτηση, όσον και κατά την δεύτερη, μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 280/2013 μη οριστικής αποφάσεως του αυτού Δικαστηρίου), όπως αυτά προβλήθηκαν στην πρωτόδικη δίκη.

Πιο συγκεκριμένα, σε αμφότερες τις συνεδριάσεις του Εφετείου Κρήτης, διά των προτάσεών τους (σελίδα 2 των από 10.03.2013 και στη σελίδα 2 των από 08.10.2015 προτάσεών τους), αφ' ενός αναφέρθηκαν, όχι απλώς συνοπτικά, αλλά αναλυτικά, οι ισχυρισμοί τους και οι ενστάσεις τους στο σύνολό τους, αφ' ετέρου επαναφέρθηκαν στην δευτεροβάθμια δίκη.

Τις, επί του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας, από 27.02.2008 και 10.06.2011, προτάσεις τους, ενσωμάτωσαν σε ηλεκτρονική μορφή στο δικόγραφο, από 10.03.2013 και 08.10.2015, ενώπιον του Εφετείου Κρήτης προτάσεών τους, αφ' ετέρου προσκόμισαν σε κεκυρωμένα αντίγραφα, μνημονεύοντας τα δικόγραφα αυτά στον κατάλογο των προσκομιζομένων και επικαλουμένων σχετικών εγγράφων (σελίδα 10, 11 των από 10.03.2013 και στη σελίδα 12, 13 των από 08.10.2015 προτάσεών τους).

Η επαναφορά στο Εφετείο των επίμαχων ισχυρισμών ήταν παραδεκτή και ορθώς, το Εφετείο έλαβε υπ' όψη τις νομοτύπως προβληθείσες στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας και επαναφερθείσες στον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας ενστάσεις. Κατά συνέπεια είναι αβάσιμος ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος του με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, υποστηρίζοντας τα αντίθετα, μέμφονται την αναιρεσιβαλλομένη για τις πλημμέλειες από τον αρ. 8α και αριθμ 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Κατά το εδ. α' του αριθμού 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο παραβίασε κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, όπως εκείνος του άρθρου 173 του ΑΚ, κατά τον οποίο "κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις".

Έτσι αναίρεση της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας μπορεί να πραγματοποιηθεί και αν το δικαστήριο α) παρέλειψε να προσφύγει στον ερμηνευτικό κανόνα του άρθρου 173 του ΑΚ, αν και βεβαιώνεται ότι υπάρχει κενό στη σύμβαση ή γενικά στη δικαιοπραξία ή αμφιβολία ως προς τις βουλήσεις των συμβαλλομένων ή γενικά του δικαιοπρακτούντος, β) εμμέσως αλλά σαφώς δέχεται την ύπαρξη αμφιβολίας ως προς τη βούληση του ή των δικαιοπρακτούντων ή κενού της δικαιοπραξίας και δεν καταφεύγει στον πιο πάνω ερμηνευτικό κανόνα των δικαιοπραξιών του άρθρου 173 του ΑΚ, ακόμη και όταν το δικαστήριο βεβαιώνει ότι δεν υπάρχει κενό ή ασάφεια (ΑΠ 1299/2008).

Συνεπώς η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι υπάρχει κενό ή αμφιβολία, έστω και εμμέσως εκφερόμενη, δεν ελέγχεται αναιρετικά. Το δικαστήριο της ουσίας όμως, εφόσον διαπιστώσει, έστω και έμμεσα, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας, οφείλει να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες για την ανεύρεση της αληθινής βούλησης και εάν παραλείψει να το πράξει υποπίπτει στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δικ.

που συνεπάγεται την αναίρεση της απόφασής του για παράβαση των παραπάνω διατάξεων 173, 200 ΑΚ (ΑΠ 203/2006). Κατά το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά γεγονότα, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για τον αν παραβιάστηκε ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου. Εκ τούτων παρέπεται, αφενός ότι η έλλειψη νόμιμης βάσης αποτελεί μορφή της εκ πλαγίου παράβασης του εφαρμοζόμενου κανόνα ουσιαστικού δικαίου και αφετέρου ότι όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στη εκτίμηση των αποδείξεων η σχετική έλλειψη δεν δημιουργεί τον υπό εξέταση λόγο αναίρεσης, αν το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 861/1984 ΝοΒ 33/88).

Εκ πλαγίου παραβίαση, κατά την άνω έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, μπορεί να συντελεστεί και επί των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Ειδικότερα, τέτοια παραβίαση υπάρχει α) όταν δεν διευκρινίζεται επαρκώς εάν υπάρχει ή όχι κενό στη δικαιοπραξία, αν το δικαστήριο έχει προβεί στην εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων και αν δεν παραθέτει σαφώς τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, β) όταν η απόφαση περιέχει ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την εφαρμογή ή όχι των ανωτέρω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου και γ) όταν το δικαστήριο έσφαλε κατά την υπαγωγή των δεκτών γενόμενων περιστατικών στην έννοια του νόμου (ΑΠ 527/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση με το πρώτο σκέλος του πέμπτου λόγου αναιρέσεως προβάλλεται, ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην από το εδ. α' του αριθμού 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ προβλεπόμενη πλημμέλεια, καθώς και στην από τον αριθμ 19 του ίδιου άρθρου προβλεπόμενη πλημμέλεια, γιατί με το να δεχτεί ότι η αναιρεσείουσα, με δήλωσή της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο περιόρισε το αίτημα της αγωγής για υπολογισμό της διαφοράς μεταξύ της σύνταξης που της καταβάλλεται για το χρονικό διάστημα από 1-7-2014 μέχρι 30-6-2023 και της σύνταξης που θα της καταβαλλόταν για το ίδιο διάστημα στο ποσό των 404,66 ευρώ:

Α) Εσφαλμένα εφάρμοσε και έτσι παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 173 του ΑΚ, επειδή, ειδικότερα, δεν διευκρινίζει με σαφήνεια αν διαπίστωσε κενό ή ασάφεια στη δήλωση της πρώτης αναιρεσείουσας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο τόσο κατά τη δικάσιμο της 28-2-2008, όσο και κατά τη δικάσιμο της 16-6-2011,οπότε επαναλήφθηκε η συζήτηση της αγωγής της, σύμφωνα με την οποία δήλωση η διαφορά του ποσού μεταξύ αυτού που έπρεπε να της καταβάλλεται ως σύνταξη γήρατος και αυτού που της καταβάλλεται για την αιτία αυτή και την οποία αιτείται για το επίδικο χρονικό διάστημα ανέρχεται σε 404,66 ευρώ, όπως διόρθωσε το αγωγικό της αίτημα, ενώ συμπληρώνει ότι με την διόρθωση του ποσού αυτού δεν επέρχεται βελτίωση της αγωγής αφού με την αγωγή της ζητούσε μηνιαία μεγαλύτερο ποσό και συγκεκριμένα 585 ευρώ, Β) δεν αιτιολογεί η απόφαση ποια έννοια αποδίδει στον όρο που περιλαμβάνεται τόσο στις προτάσεις της στην αρχική συζήτηση κατά την δικάσιμο της 28-2-2018 όσο και στις προτάσεις της στη δικάσιμο της 16-6-2011 αλλά και στα πρακτικά της συζήτησης της 16-6-2011 και δη στον όρο "...Για λόγους αποφυγής περιπλοκών, λόγω των μεταβολών των παραπάνω ποσών αποφεύγεται και δεν επιχειρείται η ποσοτική μεταβολή των αγωγικών αιτημάτων της 2ας εναγομένης...".

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του, δηλαδή κατ' αμφότερα τα ως άνω μέρη του. Και δη τόσο κατά το μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η από το εδ. α' του αριθμού 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αιτίαση της παραβιάσεως (με εσφαλμένη εφαρμογή του) του άρθρου 173 του ΑΚ, όσο και κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλεται η από τον αριθμ. 19 του ίδιου άρθρου αιτίαση ότι δηλ.

δέχθηκε (σιωπηρά) αντιφατικά η προσβαλλόμενη ότι η διαφορά που υπάρχει μεταξύ της σύνταξης γήρατος που της καταβάλλεται και αυτής που έπρεπε να της καταβάλλεται δεν συνιστά ζημία της και δεν χρειάζεται να υπολογισθεί στο ποσό της αποζημίωσής της αλλά δέχεται ότι θα ζημιωθεί μόνο κατά το ποσό των 404,66 ευρώ μηνιαία, το οποίο και της επιδίκασε, γιατί πέραν της αοριστίας του από το γεγονός ότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται με σαφήνεια και πληρότητα ότι το δικαστήριο διαπίστωσε κενό ή ασάφεια στη δικαιοπραξία (ΑΠ 1199/1998, 1714/1991), πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι με αυτόν και υπό το πρόσχημα της ευθείας παραβιάσεως της τελευταίας διατάξεως και την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ στην πραγματικότητα πλήττεται η κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ ανέλεγκτη περί πραγμάτων σχετική κρίση του Εφετείου επί του ως άνω ζητήματος, σε κάθε δε περίπτωση ο λόγος αυτός αναιρέσεως κατά το αμέσως πιο πάνω μέρος του πρέπει να απορριφθεί, επειδή στηρίζεται επί της εσφαλμένης προϋποθέσεως ότι το Εφετείο παρέλειψε να προσφύγει στον ερμηνευτικό κανόνα του άρθρου 173 του ΑΚ παρά το ότι δέχτηκε, αν όχι αμέσως τουλάχιστον εμμέσως αλλά σαφώς, την ύπαρξη αμφιβολίας ως προς τη βούλησή του ή έστω, κενού αυτής, πράγμα όμως το οποίο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν συνέβη.

Με το δεύτερο σκέλος του πέμπτου λόγου αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενη πλημμέλεια και ότι έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα με την αναφερόμενη παραπάνω δήλωσή της προέβη σε μερικό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής της από αυτό δε συνεπάγεται ότι παραιτήθηκε μερικώς από το δικόγραφο της αγωγής της, ενώ ούτε από τις προτάσεις της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ούτε από τα σχετικά πρακτικά του δικαστηρίου αυτού προκύπτει ότι πρότεινε τέτοιους ισχυρισμούς, όπως υπέλαβε η προσβαλλόμενη.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί, επειδή στηρίζεται επί της εσφαλμένης προϋποθέσεως ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, πράγμα όμως το οποίο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν συνέβη αφού το δικαστήριο σύμφωνα με τα προαναφερόμενα έλαβε υπόψη του την προαναφερθείσα σαφή δήλωση της αναιρεσείουσας, ακόμη δε πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι με αυτόν και υπό το πρόσχημα της ευθείας παραβιάσεως της τελευταίας διατάξεως και την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ στην πραγματικότητα πλήττεται η κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ ανέλεγκτη περί πραγμάτων σχετική κρίση του Εφετείου επί του ως άνω ζητήματος.

Εξάλλου η διαπίστωση ύπαρξης κενού στη σύμβαση και το συμπέρασμα που καταλήγει το δικαστήριο της ουσίας, ερμηνεύοντας, συνεπεία τούτου, τη σύμβαση, κατά τις αρχές που προκύπτουν από τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, δεν αποτελούν πράγματα, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔικ, που πρέπει να προταθούν από το διάδικο (ΑΠ 104/2007).

Συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση και αν τυχόν ήθελε γίνει δεκτό ότι το Εφετείο, ερμήνευσε την άνω δήλωση της αναιρεσείουσας και έκρινε ότι αυτή με την εν λόγω δήλωσή της προέβη σε μερικό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής της, από αυτό δε συνεπάγεται ότι παραιτήθηκε μερικώς από το δικόγραφο της αγωγής της, χωρίς αυτά να έχουν προταθεί από την ίδια δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔικ, ο δε πέμπτος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι απαράδεκτος.

Από το άρθρο 559 αριθ. 9 περ γ' Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", κατά την έννοια αυτής της διατάξεως, νοείται αφ' ενός μεν κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, δηλαδή κάθε αίτηση με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, τέτοια δε αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κυρίας παρεμβάσεως, της αυτοτελούς πρόσθετης παρεμβάσεως, κάθε ενδίκου μέσου, της ανακοπής, της τριτανακοπής, όχι, όμως, και εκείνη της ενστάσεως, της αντενστάσεως και γενικά εκείνη αποφάνσεως πάνω σε κάθε άλλου είδους πράγματα, υπό την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., αφ' ετέρου δε, κάθε μη αυτοτελής αίτηση των διαδίκων στη διαδρομή του δικαστικού αγώνος, εφόσον προκαλεί ενέργεια του δικαστηρίου και έτσι συντελεί στην εξέλιξη της διαδικασίας για το σκοπό εκδόσεως οριστικής αποφάσεως και εφόσον αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης (ΑΠ 113/2016, ΑΠ 631/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις αναφερθείσες ανωτέρω παραδοχές του Εφετείου, το δικαστήριο κατά την αναφορά του στη σύνταξη γήρατος που θα εισέπραττε η αναιρεσείουσα αν δεν τραυματιζόταν υπολόγισε στο συνολικό ποσό που θα εισέπραττε και το επίδομα μητρότητας και με βάση αυτό το σύνολο έκρινε το ύψος της διαφοράς μεταξύ της σύνταξης γήρατος που εισπράττει και της σύνταξης γήρατος που θα εισέπραττε αν δεν τραυματιζόταν.

Επομένως, το Εφετείο δεν άφησε αδίκαστο το αίτημα που υπέβαλε με τις προτάσεις της η αναιρεσείουσα, η οποία ζητούσε να υπολογισθεί και το επίδομα μητρότητας στη συνολική μηνιαία σύνταξη και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 9 περ. γ' ΚΠολΔ και ο υποστηρίζων τα αντίθετα πέμπτος λόγος αναιρέσεως, κατά το τρίτο σκέλος του, είναι αβάσιμος.

Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ. Πολ. Δικ., αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα (Ολ.ΑΠ 18/1996).

Η δε ποιοτική αοριστία, δηλαδή η επίκληση των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία, δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχονται από τους αριθμούς 8 και 14 αντιστοίχως του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη την αγωγή λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που δεν αναφέρονται σ' αυτή ή αντιθέτως έκρινε αόριστη την αγωγή μη λαμβάνοντας υπόψη τέτοια γεγονότα (ΑΠ 384/2013, ΑΠ 283/2011).

Κατά το άρθρο 70 Κ.Πολ.Δ., όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωρισθεί η ύπαρξη ή μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή. Ως έννομη σχέση, η ύπαρξη ή η ανυπαρξία της οποίας είναι αντικείμενο της αναγνωριστικής αγωγής και της επ' αυτής εκδοθησομένης αποφάσεως, νοείται η νομικά ρυθμιζόμενη σχέση ενός προσώπου προς άλλο πρόσωπο ή πράγμα (ΑΠ 356/2013, ΑΠ 508/2013, ΑΠ 941/1997).

Δεν αποτελούν έννομη σχέση υπό την άνω έννοια τα απλά πραγματικά περιστατικά ή τα αφηρημένα νομικά ζητήματα χωρίς τη σύνδεσή τους με έννομη σχέση της οποίας ζητείται διά της αγωγής η προστασία (ΑΠ 941/1997). Επίσης δεν αποτελεί έννομη σχέση η διαπίστωση πραγματικών ή νομικών καταστάσεων χωρίς καθορισμό των προσαπτομένων από το δίκαιο συνεπειών, έστω και αν μνημονεύεται ο κανόνας ή η νομική αρχή, στα οποία υπάγονται τα περιστατικά αυτά (ΑΠ 508/2013).

Από την ως άνω διάταξη συνάγεται ακόμη, ότι για την άσκηση αναγνωριστικής αγωγής απαιτείται ο ενάγων να έχει έννομο συμφέρον, τέτοιο δε υφίσταται όταν η προκαλούμενη με την αγωγή αυτή δικαστική απόφαση είναι σε θέση να διαλευκάνει την αμφισβητούμενη ύπαρξη ή ανυπαρξία της έννομης σχέσης, να άρει τη σχετική αβεβαιότητα και να αποτρέψει σχετικές μ' αυτό παρούσες ή μέλλουσες δικαστικές διενέξεις και μάλιστα οριστικά και με δύναμη δεδικασμένου.

Συνεπώς, αποφάσεις που δεν διαλευκαίνουν οριστικά την έννομη σχέση, αλλά μόνο στοιχεία αυτής ή προδικαστικά της ζητήματα, δεν είναι ικανές για παραγωγή δεδικασμένου και άρα ούτε και για αναγνώριση των εν λόγω μεμονωμένων στοιχείων, γιατί πρέπει να προστεθούν και άλλα γεγονότα για την οριστική απόφαση επί της όλης έννομης σχέσης (ΑΠ 941/1997).

Μεμονωμένα δηλαδή στοιχεία της έννομης σχέσης ή προδικαστικά αυτής στοιχεία δεν μπορούν να καταστούν αντικείμενο αναγνωριστικής αγωγής (ΑΠ 134/2015). Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 332, 324 και 331 ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το αυτό αντικείμενο και την αυτή ιστορική και νομική αιτία.

Το δεδικασμένο καλύπτει ως ενιαίο σύνολο ολόκληρο το δικανικό συλλογισμό βάσει του οποίου το δικαστήριο κατέληξε στην αναγνώριση της επίδικης έννομης σχέσης. Ειδικότερα καλύπτει: α) το δικαίωμα που κρίθηκε στην έννομη σχέση που αναγνωρίστηκε, β) τη νομική αιτία, ήτοι το νομικό χαρακτηρισμό που δόθηκε από το δικαστήριο στα πραγματικά περιστατικά κατά την υπαγωγή τους στη σχετική διάταξη νόμου που εφάρμοσε και γ) την ιστορική αιτία που έγινε δεκτή.

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ακόμη ότι το δεδικασμένο προκύπτει από την ίδια την απόφαση και όχι από το περιεχόμενο της αγωγής που κρίθηκε, έστω και αν το δικαστήριο δεν εξάντλησε το αντικείμενό της, ή το υπερέβη, ή απομακρύνθηκε από αυτό, διότι δεδικασμένο παράγεται και από εσφαλμένες αποφάσεις (ΑΠ 369/2004, ΑΠ 298/04).

Με βάση τα παραπάνω η τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε επί αγωγής αποζημίωσης λόγω θανάτωσης ή βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, αποτελεί δεδικασμένο για τη νέα δίκη αποζημίωσης, με την ίδια ιστορική και νομική αιτία, ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπραξία, την ευθύνη του υπαιτίου, την τυχόν συνυπαιτιότητα του παθόντος και τη ζημία που έπαθε για το χρονικό διάστημα που αναφέρεται στην αγωγή.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 ΑΚ, συνάγεται, ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημιώσεως για την όλη ζημία, θετική ή αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα εάν είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και εφόσον η δικαστική τους επιδίωξη είναι δυνατή, η δε παραγραφή της αξιώσεως αυτής τρέχει για όλες τις ζημίες ενιαίως, από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υποχρέου προς αποζημίωση, προκειμένου δε περί αξιώσεως κατά του ασφαλιστού από της επομένης του ατυχήματος.

Επίσης από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 261 εδ. α' ΑΚ και 221 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι σε περίπτωση ασκήσεως αγωγής για μέρος μόνο της αξιώσεως για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται αντιστοίχως εκκρεμοδικία. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 268 εδ.

α' ΑΚ "κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά 20 χρόνια και αν ακόμη η αξίωση καθεαυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι σε περίπτωση βεβαιώσεως με τελεσίδικη δικαστική απόφαση της υπάρξεως αξιώσεως για θετική και αποθετική ζημία από αδικοπραξία, από την τελεσιδικία αρχίζει εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος της όλης αξιώσεως για αποκατάσταση της ζημίας, η οποία ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου, για το οποίο επιδικάσθηκε αποζημίωση.

Και αυτό, διότι και το μέρος αυτό της αξιώσεως, καίτοι δεν περιέχεται ειδική αναγνωριστική διάταξη στην απόφαση, θεωρείται ότι έχει βεβαιωθεί με δύναμη δεδικασμένου (άρθρ. 331 ΚΠολΔ), με την παρεμπίπτουσα δικαστική κρίση, η οποία ήταν αναγκαία για την ύπαρξη δικαιώματος αποζημιώσεως του παθόντος γενικώς για κάθε ζημία από την αδικοπραξία.

Η νέα, όμως, αυτή εικοσαετής παραγραφή προϋποθέτει αναγκαίως κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 268 ΑΚ, την ύπαρξη αξιώσεως που δεν έχει υποκύψει στη, μέχρι της τελεσιδικίας, ισχύουσα βραχυχρόνια παραγραφή (Ολ.ΑΠ 24/2003, ΑΠ 2039/2013, ΑΠ 317/2013). Στην προκειμένη περίπτωση οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες με την ένδικη αγωγή, που παραδεκτώς επισκοπείται (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), επικαλούμενοι αβεβαιότητα αναφορικά με τις πρόσθετες μελλοντικές θετικές και αποθετικές αυτού ζημίες εξ αιτίας της βλάβης της υγείας του από το ένδικο ατύχημα ζήτησαν να αναγνωριστεί η συνεπεία του ενδίκου ατυχήματος έννομη σχέση ευθύνης και υποχρέωσης προς αποζημίωση μεταξύ αυτών και των εναγομένων και ειδικότερα μεταξύ της πρώτης από αυτών ως παθούσας και της δεύτερης εξ αυτών ως φορέα κοινωνικής ασφάλισης που θα καταβάλει στην παθούσα μελλοντικά αποζημιώσεις ως προς τις οποίες επέρχεται νόμιμη υποκατάστασή της και δικαιούται να τις αξιώσει.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση συμπλήρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία απέρριψε σιωπηρώς το αίτημα αυτό χωρίς αιτιολογία και αφού έκρινε ότι αυτό ήταν αόριστο, καθόσον, όπως δέχθηκε, δεν προσδιορίζουν οι αναιρεσείοντες τη ζημία που επικαλούνται ότι υπέστησαν για την προαναφερόμενη αιτία, επικύρωσε τη διάταξη του Πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με την οποία απορρίφθηκε το ως ανωτέρω αίτημα με το προεκτεθέν περιεχόμενο.

Με βάση τα προαναφερόμενα το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, κρίνεται εσφαλμένο γιατί η εν λόγω τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε επί αγωγής αποζημίωσης λόγω βλάβης του σώματος και της υγείας της παθούσας, αποτελεί δεδικασμένο για τη νέα δίκη αποζημίωσης, με την ίδια ιστορική και νομική αιτία, ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπραξία, την ευθύνη του υπαιτίου, την τυχόν συνυπαιτιότητα του παθόντος και τη ζημία που έπαθε για το χρονικό διάστημα που αναφέρεται στην αγωγή και από την τελεσιδικία της αρχίζει εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος της όλης αξιώσεως για αποκατάσταση της ζημίας, η οποία ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου, για το οποίο επιδικάσθηκε αποζημίωση.

Επομένως, εφόσον οι αναιρεσείοντες με την προσβαλλόμενη αγωγή τους δεν επικαλούνται, όπως απαιτείται, ότι για την άσκηση του εν λόγω αναγνωριστικού αιτήματος έχουν έννομο συμφέρον και σε τι συνίσταται αυτό, το αίτημά τους είναι απορριπτέο λόγω της συγκεκριμένης αοριστίας του. Επειδή όμως το διατακτικό της εν λόγω απόφασης είναι ορθό και δεν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο πρέπει να απορριφθεί ο έκτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Με τον ίδιο λόγο αναίρεσης γίνεται αναφορά από τους αναιρεσείοντες στις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με επίκληση των ίδιων αιτιάσεων, οι οποίοι ισχυρίζονται ότι εσφαλμένα η προσβαλλόμενη απόφαση απορρίπτοντας το αναγνωριστικό αίτημα δέχθηκε ότι υφίσταται εν προκειμένω ποιοτική και ποσοτική αοριστία του.

Οι εν λόγω αιτιάσεις αλυσιτελώς προβάλλονται καθόσον με αυτές χωρίς να προστίθεται κάποιο διαφορετικό στοιχείο, επαναλαμβάνονται οι ισχυρισμοί που αναφέρονται στη νομική αοριστία, πέραν δε αυτού οι αναιρεσείοντες μέμφονται την αναιρεσιβαλλομένη και για τις πλημμέλειες από τον αρ. 8 και αριθμ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ενώ η απόφαση απέρριψε το αναγνωριστικό αίτημα λόγω νομικής αοριστίας του και όχι λόγω ποσοτικής η ποιοτικής αοριστίας του.

Επίσης με τον ίδιο λόγο αναίρεσης γίνεται επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας από τον αριθμ. 9γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον ισχυρισμό ότι η προσβαλλόμενη δεν εξέτασε ούτε στο σκεπτικό ούτε στο διατακτικό το αναγνωριστικό αίτημα της αγωγής ως προς την τέταρτη αναιρεσίβλητη αφήνοντας αυτό αδίκαστο. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το αναγνωριστικό αίτημα της αγωγής απορρίφθηκε στο σύνολό του και ως προς όλους τους αναιρεσίβλητους, χωρίς καμία διάκριση ή ειδικότερη αναφορά ως προς την τέταρτη των αναιρεσιβλήτων και ως εκ τούτου ο συγκεκριμένος λόγος κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με την μορφή του διατακτικού (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013, Ολ.ΑΠ 7/2006).

Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 929 του Α.Κ., "σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που έχει επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του" και κατά την διάταξη του άρθρου 298 του ίδιου Κώδικα "η αποζημίωση περιλαμβάνει την μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία) καθώς και το διαφυγόν κέρδος.

Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί". Από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται, ότι, σε περίπτωση παράνομης και υπαίτιας βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, η αποζημίωση, εκτός από τη θετική ζημία, δηλαδή τη μείωση της περιουσίας, περιλαμβάνει και την αποθετική τοιαύτη (διαφυγόν κέρδος).

Την έννοια του διαφυγόντος κέρδους, η οποία αποτελεί έννοια νομική και όρο εφαρμογής του άρθρου 298 του Α.Κ., παρέχει η διάταξη αυτή κατά την οποία "(ως τοιούτο) λογίζεται το κέρδος εκείνο, που προσδοκά κανείς με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις, και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί" (ΑΠ 1155/2007).

Προκύπτει, επίσης, ότι το διαφυγόν κέρδος αποτελεί ζημία, η οποία θα επέλθει στο μέλλον και κατ' ανάγκην συνδέεται με την υποθετική εξέλιξη των πραγμάτων. Δεν εμφανίζει την βεβαιότητα της θετικής ζημίας. Για την απόδειξή της, που είναι δύσκολη για τον ζημιωθέντα συγκριτικά με την θετική ζημία, ο νόμος αρκείται σε απλή πιθανολόγηση.

Έτσι, η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 298 εδ. β' του Α.Κ. έχει ουσιαστικό μεν χαρακτήρα, εφόσον καθορίζει τα στοιχεία της αξιώσεως αποζημιώσεως, αλλά και δικονομικό χαρακτήρα, εφόσον επιτρέπει στον δικαστή να αρκεσθεί σε απλή πιθανολόγηση (ΑΠ 1306/2003). Εν όψει αυτών, στην περίπτωση που από την εκτίμηση των αποδείξεων προκύψει, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ότι η ζημία του ενάγοντος, που εμφανιζόταν, κατά την αγωγή, ως πιθανή, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, είναι απλώς ενδεχόμενη, η αγωγή απορρίπτεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμη ως προς το στοιχείο της πιθανότητας του διαφυγόντος κέρδους, με την έννοια που προαναφέρθηκε.

Για να επιδικαστεί αποζημίωση για την μελλοντική ζημία θα πρέπει να είναι δυνατός ο προσδιορισμός αυτής κατά τον χρόνο της αποφάσεως, είτε εφάπαξ, είτε κατά χρονικές περιόδους. Όταν, όμως, αυτή δεν είναι απλώς μέλλουσα, αλλά η πραγμάτωσή της εξαρτάται και από άλλους αστάθμητους παράγοντες, οι οποίοι είναι ενδεχόμενο να επέλθουν στο μέλλον και των οποίων η τυχόν μέλλουσα πραγματοποίηση είναι αδύνατο να προβλεφθεί, κατά τους κανόνες της κοινής πείρας, τότε δεν επιδικάζεται, ως πρόωρη, και επιδικάζεται μόνο όταν γεννηθεί (ΑΠ 1448/2018, ΑΠ 325/2016, ΑΠ 1105/2015, ΑΠ 2156/2013, ΑΠ 869/2013, ΑΠ 601/2010, ΑΠ 2076/2006, ΑΠ 122/2006).

Η απόρριψη της αγωγής γίνεται για τυπικούς και όχι για ουσιαστικούς λόγους δημιουργεί περιορισμένο δεδικασμένο, το οποίο εκτείνεται μόνο στα κριθέντα δικονομικά ζητήματα, όχι δε στην ύπαρξη ή μη ουσιαστικού δικαιώματος που έχει καταχθεί σε δίκη δηλ. η τελεσίδικη απόφαση με την οποία απορρίπτεται η αγωγή ως προώρως ασκηθείσα δεν δημιουργεί, ως προς τούτο δεδικασμένο, γιατί δεν πρόκειται για τομή της διαφοράς (ΑΠ 1105/2015, ΑΠ 2153/2013, ΑΠ 1379/ 2010).

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 556 παρ. 2 και 578 ΚΠολΔ, αναίρεση μπορεί να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον, η ύπαρξη του οποίου κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ. Το συμφέρον είναι δυνατό να υπάρξει και όταν ο διάδικος που νίκησε βλάπτεται από την αιτιολογία της αποφάσεως και συγκεκριμένα αν από αυτή δημιουργείται δεδικασμένο εις βάρος του σε άλλη δίκη, αν δηλαδή η αιτιολογία της αποφάσεως αποτελεί στοιχείο του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη και στηρίζει το διατακτικό της, οπότε αυτός (νικήσας διάδικος) δικαιούται να ζητήσει την αναίρεση αυτής κατά τη μη ορθή μόνο αιτιολογία της (ΑΠ 675/01).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 330 Κ.Πολ.Δ, προκύπτει ότι δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση δημιουργείται και όταν το αντικείμενο της δίκης που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων, είναι διαφορετικό από εκείνο που ζητήθηκε στη δίκη που προηγήθηκε, έχει όμως, ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη, τούτο δε συμβαίνει, όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό το οποίο κρίθηκε με την προηγούμενη απόφαση.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον έβδομο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλομένη οι πλημμέλειες των αριθμών 1, 19 και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., διότι με ασαφή και αντιφατική αιτιολογία απέρριψε το αγωγικό κονδύλιο των διαφυγόντων κερδών για το από 1-7-2023 έως 31-7-2037 χρονικό διάστημα ως προώρως ασκηθέν.

Ο λόγος αυτός είναι πρωτίστως απαράδεκτος, κατά το μέρος που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης, διότι τα σχετικά κονδύλια απορρίφθηκαν από το Εφετείο, ως προώρως ασκηθέντα και συνεπώς δεν ερευνήθηκαν κατ' ουσίαν, ώστε να ιδρυθεί η αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1, 19 και 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 1751/2017 ΑΠ 140/2010).

Περαιτέρω πρέπει να αναφερθεί ότι το Εφετείο με πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογεί ότι το κονδύλιο απώλειας εισοδήματος για το από 1-7-2023 έως 31-7-2037 χρονικό διάστημα οπότε η πρώτη αναιρεσείουσα θα συμπληρώσει το 90ο έτος της ηλικίας της ασκείται πρόωρα, εφόσον, κατά τις παραδοχές του, "δεν είναι δυνατόν να προβλεφθεί από τώρα σε τέτοιο βάθος χρόνου, το ύψος των συντάξεων και οι διακυμάνσεις αυτών" και ως εκ τούτου και γι' αυτό το λόγο πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο έβδομος λόγος αναίρεσης.

Με τον όγδοο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλομένη οι πλημμέλειες των αριθμών 1, 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., διότι με ασαφή και αντιφατική αιτιολογία απέρριψε το αίτημα για επιδίκαση στην παθούσα των αγωγικών κονδυλίων που θα υποχρεωθεί να καταβάλει σε οικιακή βοηθό που θα προσλάβει λόγω της ανικανότητάς της για την εκτέλεση των οικιακών εργασιών εξαιτίας του τραυματισμού της στο ένδικο ατύχημα για το χρονικό διάστημα από την επομένη του τραυματισμού της (31-8-2003) μέχρι την 31-7-2037 που θα συμπληρώσει το 90ο έτος της ηλικίας της.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι υπό το πρόσχημα των πλημμελειών αυτών πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ως προς το πραγματικό ζήτημα. Κατά την διάταξη του άρθρου 930 Α.Κ., η αποζημίωση των δύο προηγουμένων άρθρων (928 και 929) που αναφέρεται στο μέλλον καταβάλλεται σε χρηματικές δόσεις κατά μήνα.

Όταν υπάρχει σπουδαίος λόγος, η αποζημίωση μπορεί να επιδικασθεί σε κεφάλαιο εφ' άπαξ. Από την διάταξη αυτή συνάγεται, ότι η αποζημίωση των άρθρων 928, 929 του αυτού Κώδικα, η οποία αναφέρεται στο μέλλον, ήτοι η αποζημίωση για στέρηση διατροφής ή υπηρεσιών και αυτή για απώλεια εισοδήματος ή στέρηση υπηρεσιών, σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου ή βλάβης της υγείας ή του σώματος προσώπου, καταβάλλεται κατά κανόνα σε χρηματικές δόσεις κατά μήνα.

Κατ' εξαίρεση, μπορεί να επιδικασθεί σε κεφάλαιο εφ' άπαξ, αν το ζητήσει ο δικαιούχος και συντρέχει σπουδαίος λόγος προς τούτο, τα περιστατικά του οποίου πρέπει αυτός να επικαλεσθεί με την αγωγή του. Σπουδαίος λόγος υπάρχει, όταν συγκεντρωμένη η αποζημίωση μπορεί να εξυπηρετήσει καλύτερα τα συμφέροντα του δικαιούχου της αποζημιώσεως ή όταν υπάρχουν δυσμενείς προσωπικοί ή οικονομικοί λόγοι στην πλευρά του υποχρέου της αποζημιώσεως.

Η έννοια δε του σπουδαίου λόγου είναι νομική και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, αν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχθηκε, ανελέγκτως, συνιστούν σπουδαίο λόγο, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Εξ άλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ., ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται και έτσι ιδρύεται ο προβλεπόμενος από την διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως, είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει, όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία εκδηλώνεται, όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε να εφαρμοσθεί ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένως.

Κατά την έννοια δε της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και έτσι ιδρύεται ο προβλεπόμενος από την διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως και όταν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή στις αιτιολογίες, που αποτελούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε (ΑΠ 2157/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από αυτή, εν σχέσει προς την αγωγική αξίωση της πρώτης αναιρεσιβλήτου παθούσας, περί καταβολής εφάπαξ της αποζημιώσεως για την απώλεια του εισοδήματός της στο μέλλον, συνεπεία βλάβης του σώματός της, από το ένδικο ατύχημα, δέχθηκε, τα εξής: "...Η ως άνω, αποζημίωση, που αφορά μελλοντική ζημία μετά την σύνταξη της αγωγής και δη περιοδικές παροχές από την απώλεια εισοδημάτων και συντάξεων, πρέπει να αναγνωριστεί ότι οφείλεται σε χρηματικές δόσεις κατά μήνα, προκαταβλητέες στην αρχή του εκάστου μηνός που αφορούν (για δώρο Χριστουγέννων το μήνα Δεκέμβριο και για το επίδομα θερινής άδειας το μήνα Αύγουστο) με τον νόμιμο τόκο από την ως άνω δήλη ημέρα καταβολής τους κατά ουσιαστική παραδοχή του επικουρικού αιτήματος της αγωγής.

Και τούτο διότι δεν προέκυψε εξαιρετική περίπτωση και δη σπουδαίος λόγος που να δικαιολογεί την καταβολή της αποζημίωσης σε κεφάλαιο εφάπαξ όπως ισχυρίστηκε η ενάγουσα αυτή. Τέτοιος σπουδαίος λόγος θεωρείται, ότι υπάρχει όταν η εφάπαξ καταβολή μπορεί να εξυπηρετήσει καλύτερα τα συμφέροντα του δικαιούχου της αποζημιώσεως ή όταν υπάρχουν δυσμενείς προσωπικοί ή οικονομικοί λόγοι στην πλευρά του υπόχρεου.

Το επικαλούμενο με την αγωγή γεγονός ότι οι εναγόμενοι, μεταξύ των οποίων και οι ασφαλιστικές εταιρίες, που κατά τεκμήριο αποτελούν εγγύηση της εξασφάλισης του παθόντος σε τροχαίο ατύχημα, είναι απλώς αφερέγγυοι, δεν αρκεί, διότι δεν στηρίζεται σε συγκεκριμένα περιστατικά, αλλά σε μελλοντικά γεγονότα που υποθετικά μπορούν να επισυμβούν ("....είναι δυνατόν να αλλάζουν συχνά τη διαμονή τους, ώστε να μη δύναται εύκολα να εξευρεθούν, άλλωστε δυστροπούντες στην οφειλή τους" και για τις ασφαλιστικές εταιρείες "πέραν του οτι είναι δυνατόν να καταστούν αφερέγγυες στο μέλλον ή...

δύναται να λυθούν... αλλά η εκκαθάρισή τους προφανέστατα δεν θα υποπέσουν στην αντίληψη της στην αλλοδαπή κατοικούσας ενάγουσας ...."). Άλλωστε και σε κάθε περίπτωση δύναται η ενάγουσα να ζητήσει να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι σε παροχή ασφάλειας. Επίσης το επικαλούμενο με την αγωγή γεγονός ότι η παθούσα είναι κάτοικος αλλοδαπής και θα αναγκάζεται να προσφεύγει στις υπηρεσίες τρίτων προσώπων για την μηνιαία καταβολή, για τη ρύθμιση των σχετικών γραφειοκρατικών διαδικασιών, επιβαρυνόμενη και με τα έξοδα των εμβασμάτων πληρωμής, δεν αρκεί, δεδομένου ότι η ενάγουσα μπορεί να ζητήσει ως αποζημίωση τις όποιες δαπάνες καταβολής, αφού ως γνωστόν τα χρηματικά χρέη είναι κομίσιμα με ευθύνη του οφειλέτη στην κατοικία του δανειστή, πέραν του ότι και η εφάπαξ καταβολή επιβαρύνεται αναλογικά κατά το ύψος της με έξοδα καταβολής.

Τέλος, ο ισχυρισμός ότι, με την εφάπαξ καταβολή, θα λάβει συγκεντρωμένο κεφάλαιο για να αγοράσει διαμέρισμα για να κατοικεί, ώστε να μην επιβαρύνεται με έξοδα ενοικίου και να καλύπτει τις αυξημένες ανάγκες της, πέραν του ότι προκύπτει ότι συνταξιοδοτείται και λαμβάνει χρήματα για την κάλυψη των δαπανών της, δεν αποδείχθηκε ότι αυτή κατοικεί σε μισθωμένο διαμέρισμα.

Άλλωστε μέχρι την τελεσίδικη επιδίκαση των άνω αξιώσεων με την παρούσα απόφαση, αυτές θα έχουν καταστεί εξ αντικειμένου σε αξιώσεις εφάπαξ κεφαλαίου. Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που επιδίκασε τις μελλοντικές αξιώσεις της ενάγουσας σε εφάπαξ κεφάλαιο, έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων και οι σχετικοί περί τούτου λόγοι των υπό στοιχείο Ε και ΣΤ εφέσεων των εναγομένων - εκκαλούντων πρέπει να γίνουν δεκτοί ως κατ' ουσία βάσιμοι, όπως βάσιμα ισχυρίζεται το ίδιο και η πέμπτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, να εξαφανισθεί και κατά τούτο η προσβαλλόμενη απόφαση και να αναγνωριστεί ότι οφείλονται στην ενάγουσα οι ως άνω μηνιαίες αξιώσεις σε χρηματικές δόσεις κατά μήνα, προκαταβλητέες στην αρχή του εκάστου μηνός που αφορούν (για δώρο Χριστουγέννων το μήνα Δεκέμβριο και για το επίδομα θερινής άδειας το μήνα Αύγουστο) με τον νόμιμο τόκο από την ως άνω δήλη ημέρα καταβολής τους".

Με βάση τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο, κατά παραδοχή λόγων της εφέσεως των ήδη αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την απόφαση του Πρωτοδίκου δικαστηρίου, που είχε δεχτεί την αγωγή των αναιρεσειόντων και επιδίκασε τις μελλοντικές αξιώσεις της ενάγουσας σε εφάπαξ κεφάλαιο, και αναγνώρισε ότι οφείλονται στην ενάγουσα οι ως άνω μηνιαίες αξιώσεις σε χρηματικές δόσεις κατά μήνα, προκαταβλητέες στην αρχή του εκάστου μηνός που αφορούν (για δώρο Χριστουγέννων το μήνα Δεκέμβριο και για το επίδομα θερινής άδειας το μήνα Αύγουστο).

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν προέβη σε εσφαλμένη εφαρμογή, της ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 930 § 1 του Α.Κ., εφ' όσον αναγνώρισε ότι οφείλονται στην ενάγουσα-παθούσα οι μελλοντικές μηνιαίες αξιώσεις της για την απώλεια εισοδήματος στο μέλλον σε χρηματικές δόσεις κατά μήνα, προκαταβλητέες στην αρχή του εκάστου μηνός.

Παραλλήλως, με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, εφ' όσον διέλαβε σ' αυτή αιτιολογίες, εν σχέσει προς το ανωτέρω ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι την μη ύπαρξη σπουδαίου λόγου για την εφ' άπαξ επιδίκαση του ποσού της αποζημιώσεως, με αναφορά των πραγματικών περιστατικών, που δεν τον συνιστούν, και έτσι μπορεί να ελεγχθεί, αν υφίσταντο, στην παρούσα περίπτωση, οι όροι εφαρμογής της αυτής, ως άνω, διατάξεως.

Επομένως, ο ένατος λόγος αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως της ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεως, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1047 παρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, προσωπική κράτηση μπορεί να διαταχθεί και για απαιτήσεις από αδικοπραξίες. Προκειμένου να διαταχθεί προσωπική κράτηση για απαίτηση από αδικοπραξία, αρκεί η υποβολή σχετικού αιτήματος και η απαίτηση να έχει αποδειχθεί, χωρίς να είναι απαραίτητο να αναφέρεται στην αγωγή ότι ο εναγόμενος στερείται περιουσίας, από την οποία θα ήταν δυνατή η ικανοποίηση του δανειστή με άλλα μέσα (ΑΠ 1010/2005, ΑΠ 867/1998).

Αν αποδείχθηκε η αδικοπραξία, στην κρίση, του δικαστηρίου της ουσίας εναπόκειται να διατάξει η όχι προσωπική κράτηση (ΑΠ 1010/2005, ΑΠ 683/1995, ΑΠ 554/2007). Η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 330/1977), πλην όμως συνιστά λόγο αναίρεσης η από το δικαστήριο χρήση απρόσφορων στοιχείων ή κριτηρίων, που βρίσκονται έξω από το σκοπό της προσωπικής κράτησης (ΑΠ 554/2007).

Επομένως είναι απαράδεκτος ο από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. δέκατος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται έλλειψη αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης κατά την κρίση της για απαγγελία προσωπικής κράτησης ως μέσον αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης σε βάρος της δεύτερης αναιρεισίβλητης, που κρίθηκε αποκλειστικά υπαίτια για την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος.

Περαιτέρω υπό τις παρατιθέμενες στις προηγούμενες σκέψεις, αναιρετικώς ανέλεγκτες, παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, τόσο ως προς τη συμπεριφορά της δεύτερης αναιρεσίβλητης και την εκεί νομική αξιολόγηση της ως αδικοπραξίας (άρθρο 914 ΑΚ), όσο και ως προς το αποδειγμένο των επίδικων αξιώσεων, ο παραπάνω δέκατος λόγος αναιρέσεως που υπό την επίκληση της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση ότι στην προκειμένη περίπτωση ενώ συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις δεν εφαρμόστηκαν τα αντικειμενικά κριτήρια του άρθρου 1047 παρ. 1β' ΚΠολΔ και η αιτιολογία για την απόρριψη του περί προσωπικής κρατήσεως αιτήματος είναι ελλιπής και ανεπαρκής, είναι απορριπτέος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το εν λόγω δικαστήριο δέχεται ότι στην επίδικη διαφορά δεν συντρέχουν όντως οι προϋποθέσεις για την απαγγελία προσωπικής κρατήσεως και συγκεκριμένα αναφέρει ότι "εν προκειμένω δεν κρίνεται μέτρο απολύτως αναγκαίο,η απαγγελία προσωπικής κρατήσεως, μη αμφισβητηθείσης εξάλλου της φερεγγυότητας των συνεναγομένων ασφαλιστικών εταιριών".

Κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δυσμενές δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της. Η αντικατάσταση του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης από το αναιρετικό δικαστήριο, συνίσταται στην, με την απόφασή του, υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση σε άλλο κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα με περιεχόμενο όμοιο προς το διατακτικό της απόφασης.

Στην περίπτωση δηλαδή αυτή το διατακτικό της αποφάσεως του Αρείου Πάγου περιέχει απορριπτική της αναίρεσης διάταξη και στο σκεπτικό παράθεση του ορθού αιτιολογικού σε αντικατάσταση του εσφαλμένου (ΑΠ Ολομ. 30/1998, 37/1996). Ως αιτιολογικό νοείται η νομική αιτία, δηλαδή η διάταξη νόμου που αποτελεί τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού (ΑΠ Ολομ. 30/1998).

Δυσμενές δεδικασμένο από τις αιτιολογίες της αποφάσεως, που δικαιολογεί το έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος για την άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, μπορεί να υφίσταται τόσο επί προδικαστικού όσο και επί κυρίου ζητήματος (ΑΠ 390/2017). Από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι από τελεσίδικη απόφαση παράγεται δεδικασμένο και όταν το αντικείμενο της νέας δίκης που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων είναι διαφορετικό από εκείνο της δίκης που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη, τούτο δε συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογητική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη (ΑΠ 1902/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης αποδεικνύεται ότι το δικαστήριο κατά την ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε τα εξής: "...Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα αυτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα συμπληρώσει τις προϋποθέσεις για λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος, οπότε και θα συνταξιοδοτηθεί με τις προϋποθέσεις αυτές, στις 1/8/2013 (65° έτος ηλικίας της).

Θα λάβει για το λόγο αυτό σύνταξη γήρατος ύψους 1.363,01 ευρώ. Εάν όμως δεν υφίστατο το ως άνω τροχαίο ατύχημα και εργαζόταν κανονικά, οπότε στον ασφαλιστικό λογαριασμό της θα πιστωνόταν λόγω κρατήσεων και εισφορές λόγω σύνταξης (κατά το διάστημα που συνταξιοδοτήθηκε μειωμένα, λόγω μείωσης βιοπορισμού δεν της γινόταν κρατήσεις λόγω σύνταξης, αλλά μόνο λόγω ασφάλειας ασθενείας και ασφαλείας φροντίδας), θα λάμβανε σύνταξη γήρατος μηνιαίως το ποσό των 1.580,85 ευρώ, ήτοι διαφορά 217,78 ευρώ μηνιαία.

Επίσης θα λάβει και επιχειρησιακή σύνταξη γήρατος 60,82 ευρώ, εάν, όμως, δεν υφίστατο το ως άνω τροχαίο ατύχημα και εργαζόταν κανονικά, θα λάμβανε το ποσό των 226,12 ευρώ, ήτοι διαφορά 165,30 ευρώ και συνολικά μηνιαία 383,08 ευρώ. Αποτέλεσμα τούτου είναι ότι θα απωλέσει στο μέλλον τη διαφορά της μειωμένης από την πλήρη σύνταξη, την οποία θα λάμβανε μετά βεβαιότητας ως 30-6-2014 το ποσό των 4.213,88 € (383,08 χ 11).

Από την 1-7-2014 θα αυξηθεί η σύνταξή της λόγω λήψης του επιδόματος μητρότητας στο ποσό των 1.476,66 ευρώ, θα αυξανόταν, όμως και η σύνταξή της εάν δεν είχε συμβεί το ατύχημα και εργαζόταν κανονικά, στο ποσό των 1.753,27 ευρώ, με αποτέλεσμα να δικαιούται της διαφοράς των 276,61 και συνολικά, συμπεριλαμβανομένης της διαφοράς από την επιχειρησιακή σύνταξη 441,91 ευρώ μηνιαία (1.753,27 - 1.476,66 = 276,61 + 165,30).

Περαιτέρω, από 1-7-2016 αυξήθηκε η σύνταξη γήρατος στο ποσό των 1.603,68 ευρώ μηνιαίως, αν δεν συνέβαινε δε το ατύχημα, θα ελάμβανε σύνταξη 1.904,08 ευρώ μηνιαίως, δικαιούμενη συνεπώς της διαφοράς των 300 ευρώ συν του ποσού της μη αυξηθείσης επικουρικής σύνταξης 165,30 ευρώ, συνολικά, δηλαδή, ποσό 465,30 ευρώ. Οι σχετικοί, όμως, υπολογισμοί θα γίνουν με το ποσό των 404,66 € κατά το αίτημα της αγωγής όπως περιορίστηκε (βλ.

πρακτικά της από 28-2-2008 συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, λαμβανομένων υπόψιν επίσης των ισχυρισμών της εκκαλούσας στις προτάσεις της στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων περί ζημίας της από την μείωση της σύνταξής της, στο ποσό των 404,66 ευρώ), δεδομένου ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να επιδικάσει πλέον του αιτηθέντος.

Συνακόλουθα για το επόμενο χρονικό διάστημα, ήτοι από 1-7-2014 έως 30-6-2023 θα απωλέσει 43.703,28 ευρώ (9 έτη χ 12 μήνες χ 404,66)".

Το Εφετείο δεχόμενο τα παραπάνω έκρινε ότι η παθούσα συμπλήρωσε τις προϋποθέσεις για λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος και συνταξιοδοτήθηκε με αυτές, πλην όμως η σύνταξή της είναι μειωμένη γιατί κατά το χρόνο που λάμβανε μειωμένη σύνταξη λόγω του τραυματισμού της στο ένδικο τροχαίο ατύχημα δεν της γινόταν κρατήσεις λόγω σύνταξης παρά μόνο λόγω ασφάλειας ασθενείας και ασφάλειας φροντίδας, οπότε το δικαστήριο της επιδίκασε τη διαφορά μεταξύ της σύνταξης γήρατος που θα λάμβανε κανονικά αν δεν τραυματιζόταν και της σύνταξης γήρατος που λαμβάνει.

Επομένως όσα υποστηρίζει η πρώτη αναιρεσείουσα με τον ενδέκατο λόγο της αναίρεσής της ότι εσφαλμένα το δικαστήριο έκρινε με δύναμη δεδικασμένου και δέχθηκε ότι αυτή συμπλήρωσε τις προϋποθέσεις για λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος και συνταξιοδοτήθηκε με τις προϋποθέσεις αυτές της πλήρους σύνταξης και ότι συνεπώς δεν υπέστη μείωση σύνταξης, ούτε ζημία και ότι δεν δικαιούται αποζημίωση, ενώ έπρεπε να αναφέρει στη αιτιολογία της ότι "συμπλήρωσε τις προϋποθέσεις για λήψη μειωμένης σύνταξης γήρατος και συνταξιοδοτήθηκε με τις προϋποθέσεις αυτές..." και ότι αυτή έχει έννομο συμφέρον για την αποτροπή του δεδικασμένου αφού έχει αξίωση κατά των αντιδίκων της προς ανόρθωση της ζημίας της εκ της παραπάνω αιτίας για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα από το κριθέν με την προσβαλλόμενη απόφαση για την οποία αξίωσή της έχει ασκήσει ήδη αγωγή και γι' αυτό το λόγο ζητεί επικαλούμενη τη διάταξη του άρθρου 578 ΚΠολΔ να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να διορθωθεί η εσφαλμένη αιτιολογία της, κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα, όπως και ο σχετικός ενδέκατος λόγος της αναίρεσης γιατί, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι η παθούσα συμπλήρωσε τις προϋποθέσεις για λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος και συνταξιοδοτήθηκε με αυτές, πλην όμως η σύνταξή της είναι μειωμένη γιατί κατά το χρόνο που λάμβανε μειωμένη σύνταξη λόγω του τραυματισμού της στο ένδικο τροχαίο ατύχημα δεν της γινόταν κρατήσεις λόγω σύνταξης παρά μόνο λόγω ασφάλειας ασθενείας και ασφάλειας φροντίδας, οπότε το δικαστήριο της επιδίκασε τη διαφορά μεταξύ της σύνταξης γήρατος που θα λάμβανε κανονικά αν δεν τραυματιζόταν και της σύνταξης γήρατος που λαμβάνει, την οποία διαφορά δικαιούται και για τις μελλοντικές αξιώσεις της που πηγάζουν από την ίδια αιτία.

Συνοψίζοντας τα προαναφερόμενα κρίνεται εν προκειμένω ότι πρέπει να γίνει δεκτή κατά ένα μέρος η αίτηση αναίρεσης της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕΕΓΑ" και ειδικότερα ο δεύτερος λόγος αυτής, σύμφωνα με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια περί ελλιπούς και ανεπαρκούς αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, όσον αφορά την υποκατάσταση του φορέα κοινωνικής ασφάλισης στα δικαιώματα του ασφαλισμένου, η οποία επέρχεται αυτοδικαίως εκ του νόμου και για τα ποσά που επέρχεται υποκατάσταση, ο ασφαλισμένος δεν νομιμοποιείται πλέον ενεργητικά να ασκήσει αξίωση αποζημίωσης κατά του υπόχρεου, και εφόσον ο συνταξιοδοτικός φορέας υποκαταστάθηκε στις απαιτήσεις της αναιρεσίβλητης Ο.

Έ. η αναιρεσιβαλλόμενη έπρεπε να απορρίψει τις απαιτήσεις της αναιρεσίβλητης κατά το ποσό της συντάξεως αναπηρίας που της απονεμήθηκε. Περαιτέρω πρέπει να γίνει δεκτή κατά ένα μέρος η αίτηση αναίρεσης της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΑΑΕ" και ειδικότερα το τέταρτο μέρος του πρώτου λόγου της αναίρεσης με το οποίο προβάλλεται πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

όσον αφορά την επιδίκαση των ποσών που αναλογούν στις ασφαλιστικές εισφορές της παθούσας στο ταμείο Σύνταξης και Ανεργίας και στις εισφορές ασφάλισης Ασθενειών και Ατυχημάτων, τα οποία κατέβαλε ο φορέας κοινωνικής ασφάλισής της, που υποκαθίσταται στα δικαιώματά της αυτοδικαίως εκ του νόμου και στον οποίο επιδικάστηκε το ποσό αυτό με την προσβαλλόμενη απόφαση ένεκα υποκαταστάσεώς του στα δικαιώματα της ασφαλισμένης, ενώ με την ίδια απόφαση τα ποσά αυτά επιδικάστηκαν και στην παθούσα.

Ακόμη πρέπει να γίνει δεκτό το πρώτο μέρος του πρώτου λόγου αναίρεσης που αφορά την καταβολή στην πρώτη αναιρεσίβλητη ως μελλοντική αποζημίωσή της λόγω του τραυματισμού της από την απώλεια μισθών κατά το χρονικό διάστημα από 1-8-2003 έως 1-8-2013, κατά το οποίο αυτή δικαιούτο να λάβει μόνο τις απωλεσθείσες αποδοχές που υπερβαίνουν το ποσό της πρόωρης μηνιαίας σύνταξης που λάμβανε από τον ασφαλιστικό της φορέα.

Επίσης πρέπει να γίνει δεκτό το πέμπτο μέρος του πρώτου λόγου της αναίρεσής της, με το οποίο προβάλλεται πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., όσον αφορά τον εσφαλμένο υπολογισμό του ποσού που απομένει προς διάθεση υπέρ των αναιρεσιβλήτων, το οποίο και αποτέλεσε τη βάση του επακολουθήσαντος σύμμετρου περιορισμού και ειδικότερα γιατί από το ποσό των 6.450 ευρώ που έπρεπε να καταβληθεί στην άλλη παθούσα κατά το συγκεκριμένο ατύχημα Ε.

Κ. και στην οποία επιδικάσθηκε αυτό με την υπ' αριθμ. 278/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων που κατέστη τελεσίδικη, αφαίρεσε μόνο το ποσό των 3.000 ευρώ κατά το οποίο κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή η απόφαση, ενώ δεν υπολόγισε και το υπόλοιπο ποσό κατά το σύμμετρο υπολογισμό. Οι υπόλοιποι λόγοι των παραπάνω αναιρέσεων απορρίφθηκαν, καθώς επίσης απορρίφθηκε στο σύνολό της και η αναίρεση της Ο.

Έ. και του γερμανικού φορέα κοινωνικής ασφάλισης με την επωνυμία "DAK Gesundheit". Περαιτέρω πρέπει η υπόθεση κατά τα αναιρούμενα κεφάλαιά της να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, σε κάθε μία από τις καταθέσασες ασφαλιστικές εταιρίες με την επωνυμία "... ΑΕΕΓΑ" και " δρόγειος ΑΑΑΕ" και η εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες Ο. Έ. και ο γερμανικός φορέας κοινωνικής ασφάλισης με την επωνυμία "DAK Gesundheit", στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ.

Τέλος, οι αναιρεσείβλητοι Γ. Έ., Ο. Έ. και ο γερμανικός φορέας κοινωνικής ασφάλισης με την επωνυμία "DAK Gesundheit" της αναίρεσης της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕΕΓΑ", οι αναιρεσίβλητοι Ο. Έ. και ο γερμανικός φορέας κοινωνικής ασφάλισης με την επωνυμία "DAK Gesundheit" της αναίρεσης της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...

ΑΑΑΕ", καθώς και οι αναιρεσείοντες Ο. Έ. και ο γερμανικός φορέας κοινωνικής ασφάλισης με την επωνυμία "DAK Gesundheit" της τρίτης αναίρεσης, που νικήθηκαν στη δίκη, πρέπει να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων και αναιρεσιβλήτων αντίστοιχα, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει τις: α) από 24-4-2017 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 10/2017 αίτηση της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕΓΑ", β) από 15-1-2018 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 3/2018 αίτηση της Ο. Έ. και του γερμανικού φορέα κοινωνικής ασφάλισης με την επωνυμία "DAK Gesundheit" και γ) από 30-8-2018 και με αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως 20/2018 αίτηση της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕΕΕ", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 36/2016 οριστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, καθώς και της υπ' αριθμ. 280/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, κατά της οποίας στρέφεται μόνο η τρίτη των ως άνω αιτήσεων.

Απορρίπτει στο σύνολό της την αίτηση της Ο. Έ. και του γερμανικού φορέα κοινωνικής ασφάλισης με την επωνυμία "DAK Gesundheit".

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί από τους αναιρεσείοντες στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες της εν λόγω αναίρεσης στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που καθορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Δέχεται κατά ένα μέρος την αίτηση της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕΓΑ και την αίτηση της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕΕΕ".

Αναιρεί, κατά ένα μέρος, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό της παρούσας κεφάλαιά της, την υπ' αριθμ. 36/2016 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά τα αναιρούμενα κεφάλαιά της, για περαιτέρω εκδίκαση στο Τριμελές Εφετείο Κρήτης, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την παραπάνω απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου, στους καταθέσαντες αναιρεσείοντες, το οποίο κατέθεσαν για την άσκηση της κάθε αναίρεσής τους. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων κάθε αναίρεσης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων χιλιάδων (3.000) ευρώ για κάθε αναίρεση.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Απριλίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Ιουνίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ